Το 1978 έως το 1979, το Ιράν κατακλύζεται από έναν λαϊκό ξεσηκωμό ενάντια στο δεσποτικό καθεστώς του Σάχη. Λιγότερο γνωστό είναι όμως το ότι, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης σε πόλεις και χωριά, αναδύονται λαϊκά-δημοτικά συμβούλια, μέσω των οποίων οι τοπικοί πληθυσμοί ασκούν την αυτοδιεύθυνση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις κουρδικές περιοχές της χώρας. Αυτή η λαϊκή στροφή προς τη μαζική πολιτική συμμετοχή δέχεται σφοδρή επίθεση, τόσο από τις αυταρχικές δυνάμεις του Σάχη όσο και από αυτές του αντιδραστικού πολιτικού Ισλάμ.
Τελικά, αυτά τα όργανα της βάσης διαλύονται και αντικαθίστανται έκτοτε από τις νέες δομές υπό τον σιδερένιο έλεγχο της νεοσύστατης Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η κληρονομιά, όμως, αυτών των Συμβουλίων συνεχίζει να ζει έως σήμερα στο φαντασιακό των συνεχιζόμενων κοινωνικών κινημάτων στο Ιράν.
Το παρόν άρθρο φωτίζει ένα κομμάτι της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας με την ίδρυση των λεγόμενων “Binkes” (των δομών βάσης συλλογικής απόφασης). Φωτίζει ιδιαιτέρως την περίπτωση της κουρδικής πόλης Σαναντάτζ [Sanandaj ή Sena, Sine στα κουρδικά – 2η μεγαλύτερη πόλη στο Ιρανικό Κουρδιστάν] και του 1ου Συμβουλίου που δημιουργήθηκε εκεί – για το οποίο δόθηκε και η μεγαλύτερη μάχη από τους κατοίκους για να κρατηθεί.
Προτείνουμε σχετικά το ντοκιμαντέρ “Binke” [Η βάση, 2023]: Μια άγνωστη ιστορία για την πολιτειακή αλλαγή και την προσπάθεια δημιουργίας αυτοδιευθυνόμενων συμβουλίων σε πόλεις και χωριά σε όλη τη χώρα. Διαθέσιμο εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=1vvbkR2LQEc
Η ιστορία μπορεί να γράφεται από τους νικητές αλλά εμείς προτιμούμε να τη διαβάζουμε με τη ματιά των από-τα-κάτω:
****
Ακολουθεί το κείμενο του Siyavash Shahabi. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Ι. Μαραβελίδη
«Μπορεί κανείς να αγαπήσει μια πόλη, να φέρει στο μυαλό τα σπίτια και τους δρόμους της στις πιο μακρινές ή αγαπημένες αναμνήσεις. Αλλά μόνο κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης νιώθει κανείς πραγματικά ότι ζει στη δική του πόλη – τη δική του πόλη επειδή κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, η πόλη ανήκει ταυτόχρονα σε «εμένα» και στους «άλλους»· τη δική του πόλη επειδή κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, η πόλη γίνεται ένα πεδίο μάχης που έχουν επιλέξει τόσο το άτομο όσο και το πλήθος· τη δική του πόλη επειδή κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, η πόλη γίνεται ένας περιορισμένος χώρος όπου ο ιστορικός χρόνος αναστέλλεται και κάθε δράση μέσα σε αυτήν αποκτά εγγενή αξία και οι άμεσες συνέπειες κάθε δράσης γίνονται πολύτιμες.
Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης και της απόδρασης στη ζέση της εξέγερσης, όταν κάποιος επιτίθεται και διώχνεται από τα μέρη του, κάνει την πόλη περισσότερο δική του από ό,τι όταν παίζει στους δρόμους της σαν παιδί ή περπατά στην πόλη με ένα νεαρό κορίτσι. Την ώρα της εξέγερσης, δεν είναι πλέον μόνος στην πόλη».
~ Από τον Furio Jesi, «Σπάρτακος: Η Συμβολολογία της Εξέγερσης»
Σε μια τολμηρή και μη απολογητική εξερεύνηση, το ντοκιμαντέρ του Zanyar Omrani “Binke” (Η Βάση) διεισδύει στο σύγχρονο πολιτικό τοπίο του Σαναντάτζ. Ο Omrani δεν απεικονίζει απλώς την ιστορία. Σπρώχνει τους θεατές στην καρδιά του καμινιού. Από την εκρηκτική απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων το 1979 μέχρι την ταραχώδη γέννηση της αυτοκυβέρνησης του Rojhelat [το «Ιρανικό Κουρδιστάν»], το “Binke” αρνείται να αποστρέψει το βλέμμα του. Αντιμετωπίζει τη φοβερή εγκαθίδρυση των δημοτικών συμβουλίων και αποτυπώνει την ωμή ανυπακοή στην επίθεση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν προς το Κουρδιστάν. Και ας μην παραβλέπουμε την οργισμένη εξέγερση της Jina το 2022 – μια σφοδρή πολεμική κραυγή για την ανάκτηση της ίδιας της ουσίας της δημόσιας κυριαρχίας. Το “Binke” δεν είναι απλώς ένα ντοκιμαντέρ – είναι ένα πολιτικό καζάνι ανείπωτων ιστοριών που σιγοβράζει στον ατελείωτο αγώνα για αυτονομία και δικαιοσύνη. Δεν σου λέει απλώς την ιστορία – σε αρπάζει από τον γιακά και σου τη δείχνει, καθιστώντας και εσένα μάρτυρά της.



Ένοπλες λαϊκές ομάδες ή πολιτικές οργανώσεις ήταν απασχολημένες με την υπεράσπιση των γειτονιών. Sanandaj, 17/03/1979. Φωτογραφία: Michel Setboun
Σύντομη Ιστορία της Συμβουλιακής Διακυβέρνησης στο Σαναντάτζ
Στις 22 Μαρτίου 1979, πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τη συμμετοχή του Προσωρινού Επαναστατικού Συμβουλίου, υπό την προεδρία του Υπουργού Εσωτερικών. Σε αυτές τις διαπραγματεύσεις, αποφασίστηκε ότι ένα συμβούλιο για τη διοίκηση της πόλης Σαναντάζ θα οριζόταν μέσω δημόσιων εκλογών. Αυτή η απαίτηση επιβλήθηκε από την επαναστατική κοινωνία του Κουρδιστάν στο Επαναστατικό Συμβούλιο του Χομεϊνί.
Σε αυτές τις διαπραγματεύσεις, αποφασίστηκε η διάλυση της χωροφυλακής, της αστυνομίας της πόλης, του Επαναστατικού Συμβουλίου του Σαναντάτζ και του Αρχηγείου της Ισλαμικής Επανάστασης και ότι ο στρατός δεν θα είχε το δικαίωμα να διέρχεται από την πόλη. Συνεπώς, μέχρι την εκλογή του Δημοτικού Συμβουλίου του Σαναντάτζ –και με προσωρινό χαρακτήρα–, εξελέγη μία επιτροπή αποτελούμενη από 2 αντιπροσωπείες των αριστερών ομάδων, 2 από ισλαμικές ομάδες και 1 απεσταλμένο εκ μέρους του Ταλεγκάνι.
Στις 23 Μαρτίου 1979, πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη συγκέντρωση με τη συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων στην πλατεία Ικμπάλ στο Σαναντάτζ. Σε αυτή τη συνάντηση, η κυβερνητική αντιπροσωπεία υποσχέθηκε την απελευθέρωση των κρατουμένων στους στρατώνες, την τιμωρία των υποκινητών και των δραστών της σφαγής του Σαναντάτζ, την πλήρη άρση της κυβερνητικής λογοκρισίας από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση και την ασφάλεια της ζωής και της απασχόλησης των στρατιωτικών. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του σε αυτή τη συνάντηση, ο Μπανί-Σαντρ χαρακτήρισε την αυτονομία ως την αρχή του αποσχισμού. Οι παρόντες στη συνάντηση δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει την ομιλία του, φωνάζοντας συνεχώς συνθήματα.
Εν μέσω των γεγονότων στο Κουρδιστάν, στις 25 Μαρτίου 1979, πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Τουρκμενικού Πολιτιστικού και Πολιτικού Συλλόγου για να θέσει τα αιτήματά του και να υποστηρίξει τον λαό του Σαναντάτζ. Παρά το γεγονός ότι είχε ανακοινωθεί και είχαν δοθεί εγγυήσεις για τη διεξαγωγή της από την προσωρινή κυβέρνηση, η συνάντηση αυτή διακόπηκε βίαια από μια προσχεδιασμένη πλεκτάνη από ένοπλους πράκτορες της επιτροπής και από το θρησκευτικό ρεύμα του Χομεϊνί.
Σε αντίθεση με την πόλη Σαναντάτζ, όπου φαινομενικά στάλθηκε μια Επιτροπή Επίλυσης Διαφορών, δεν ελήφθη καμία δράση για την αντιμετώπιση των αιτημάτων του τουρκμενικού λαού. Οι ένοπλοι τραμπούκοι του Χομεϊνί κατέστειλαν τον τουρκμενικό λαό αμείλικτα για 8 ημέρες. Πολλοί σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν. Ο λαός του Κουρδιστάν και οι πολιτικές δυνάμεις, βλέποντας τα αιτήματα του τουρκμενικού λαού να ευθυγραμμίζονται με τα δικά τους, υποστήριξαν τους αγώνες του τουρκμένων με διάφορες δηλώσεις.
Ένα ουσιαστικό μέτρο που προέκυψε από αυτές τις ανθρωπιστικές προσπάθειες ήταν η αποστολή ιατρικής ομάδας από το Σαναντάτζ στην περιοχή της Τουρκμενικής Σαχρά. Στις 28 Μαρτίου 1979, η Εταιρεία για την Υπεράσπιση της Ελευθερίας και της Επανάστασης οργάνωσε μια ιατρική και υποστηρικτική πομπή ώστε να παραδώσει κρίσιμη βοήθεια στον τουρκμενικό πληθυσμό, ο οποίος είχε άμεση ανάγκη από επείγουσα υποστήριξη. Δυστυχώς, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, το όχημα που μετέφερε τους εθελοντές ενεπλάκη σε ένα καταστροφικό ατύχημα. Βυθίστηκε σε ένα ποτάμι κατά μήκος της διαδρομής μεταξύ Μπιτζάρ και Ζαντζάν, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους εννέα αφοσιωμένοι επαναστάτες.
Ο θάνατος των εθελοντών έριξε μια βαθιά σκιά πένθους πάνω από το Σαναντάτζ. Καθώς η πόλη προετοιμαζόταν για την κηδεία, μια συντριπτική συγκέντρωση, που αριθμούσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, εμφανίστηκε από το Σαναντάτζ και τις γύρω περιοχές. Συγκεντρώθηκαν σε μια νηφάλια πορεία σεβασμού, εκφράζοντας ταυτόχρονα την αποδοκιμασία τους για τις εμπόλεμες στρατηγικές που είχαν υιοθετήησει οι αναδυόμενες δυνάμεις.
Στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης σύγκρουσης στο Κουρδιστάν και την Τουρκμενική Σαχρά, το δημοψήφισμα που δημιούργησε η Ισλαμική Δημοκρατία –και στο οποίο ο Χομεϊνί αναφερόταν εμφατικά ως «ούτε λέξη λιγότερο, ούτε λέξη περισσότερο»– έτυχε ψυχρής υποδοχής. Ο πληθυσμός, μαζί με διάφορους πολιτικούς φορείς, δημοκρατικούς θεσμούς και πολιτικές ομάδες στο Κουρδιστάν, επέδειξαν την απαγκίστρωσή τους από αυτό, επιλέγοντας να μην συμμετάσχουν στο δημοψήφισμα.
Από την άλλη πλευρά, η τοπική αντιδραστική τάση, με επικεφαλής τον Μουλά Αχμάντ Μοφτιζαντέχ, ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής στον λαό. Οι δυνάμεις αυτού του ρεύματος αποτελούνταν από έναν αριθμό ισλαμιστών κακοποιών που τον υποστήριζαν. Ο Μοφτιζαντέχ, ο οποίος προσπαθούσε να αποκτήσει θέση και δύναμη για να λειτουργήσει ως όργανο της καταστολής του καθεστώτος, παρενοχλούσε και βασάνιζε όποιον περνούσε στον διάβα του, με τους υποστηρικτές του οπλισμένους με ρόπαλα στο Μεγάλο Τζαμί του Σαναντάτζ. Εντόπιζαν αριστερούς, τους συνελάμβαναν και τους πετούσαν στη λίμνη του τζαμιού. Αυτές οι ενέργειες δεν ήταν πολύ επιτυχημένες. Οι ένοπλες δυνάμεις αυτού του θρησκευτικού ρεύματος ετοιμάζονταν να επιτεθούν στα γραφεία πολιτικών δυνάμεων και δημοκρατικών κοινωνιών, όμως η υποστήριξη του λαού προς τις αριστερές πολιτικές δυνάμεις στο Σαναντάτζ έκανε τα σχέδια και τις συνωμοσίες αυτού του ρεύματος να αποτύχουν το ένα μετά το άλλο.
Εν μέσω αυτής της αναταραχής, ο ρόλος της αντιπροσωπείας της Προσωρινής Κυβέρνησης δεν ήταν να τερματίσει τον υπάρχοντα πόνο και τα προβλήματα και να ικανοποιήσει τα αιτήματα του λαού, αλλά ήταν μια προσωρινή προσπάθεια για την ηρεμία της κατάστασης. Σε επακόλουθες διαπραγματεύσεις, ο Υποστράτηγος Γκαράνι αναγνωρίστηκε ως υπεύθυνος για τις σφαγές στο Σαναντάτζ μέχρι εκείνο το σημείο, απομακρύνθηκε από τη θέση του, και στη θέση του διορίστηκε ο Υποστράτηγος Νάσερ Φαρμπόντ.
Έπειτα από αυτά τα γεγονότα, μια προσωρινή 5μελής επιτροπή, επιφορτισμένη με την προετοιμασία των εκλογών του Δημοτικού Συμβουλίου του Σαναντάτζ, έθεσε τις βάσεις για τις εκλογές και τη συμμετοχή των υποψηφίων. Ανεξάρτητα άτομα, οργανώσεις τόσο από την αριστερά όσο και από τη δεξιά πολιτική πτέρυγα, υπέβαλαν υποψηφιότητα για τα μέλη αυτού του συμβουλίου.



Οι κάτοικοι της πόλης διαμαρτύρονται για τις επιθέσεις με ρουκέτες από τον στρατό σε διάφορες συγκεντρώσεις. Σαναντάτζ, 25/03/1979. Φωτογραφία: Michel Setboun.
Η εκλογή του Δημοτικού Συμβουλίου του Σαναντάζ
Στις 14 Απριλίου 1979, παρά το σαμποτάζ από την ομάδα του Μουλά Αχμάντ Μοφτιζαντέχ, ο οποίος διαφώνησε με την εκλογική διαδικασία, η συντριπτική πλειοψηφία του λαού του Σαναντάτζ συμμετείχε στις εκλογές σε 68 εκλογικές περιφέρειες, εκλέγοντας 11 κύρια και 6 αναπληρωματικά μέλη για το Δημοτικό Συμβούλιο. Η σχετική ηρεμία στο Σαναντάτζ και η διοίκηση από το Δημοτικό Συμβούλιο διευκόλυναν τη συμμετοχή των ανθρώπων στη διαχείριση των δικών τους υποθέσεων.
Τα Συμβούλια Γειτονιάς άρχισαν να σχηματίζονται το ένα μετά το άλλο. Δημιουργήθηκε μια ανοιχτή, ελεύθερη και πολιτική ατμόσφαιρα. Η Ισλαμική Δημοκρατία και οι τοπικοί αντιδραστικοί ήταν δυσαρεστημένοι με αυτή την κατάσταση. Τα ηνία της εξουσίας δεν βρίσκονταν στα χέρια των νεοεξουσιοδοτημένων αντιδραστικών και των τραμπούκων του Αχμάντ Μοφτιζαντέχ. Προσπαθούσαν συνεχώς να παρεμποδίσουν το υπάρχον περιβάλλον.
Το απόγευμα της Πέμπτης 24 Απριλίου 1980, μαχητικά αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας, προκειμένου να υποστηρίξουν τις επίγειες δυνάμεις τους και να προκαλέσουν τον τρόμο, βομβάρδισαν τα περίχωρα της πόλης Σαναντάτζ για μία ώρα. Ο στρατός και οι δυνάμεις των Φρουρών της Επανάστασης που στάθμευαν στους στρατώνες του Σαναντάτζ, σε μια άγρια επίθεση με κανόνια και όλμους 120 χιλιοστών, βομβάρδισαν επίσης τις γειτονιές της πόλης. Με την έναρξη των εκτεταμένων επιθέσεων στην πόλη, οι αντάρτικες οργανώσεις αποφάσισαν στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου να εγκαταλείψουν συντονισμένα την πόλη έπειτα από 24 ημέρες αντίστασης.
Αυτό που ονομάστηκε ως 24ήμερος πόλεμος του λαού του Σαναντάτζ, το 1980, δεν ήταν στην πραγματικότητα ένας πόλεμος με τη στρατιωτική έννοια. Αυτός ο πόλεμος είχε μία πλευρά: Ένα καθεστώς, οπλισμένο μέχρι τα δόντια με μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα, βόμβες, άρματα μάχης, κανόνια και οργανωμένες, έμπειρες δυνάμεις που είχαν απομείνει από το καθεστώς του Σάχη, μαζί με δικαστήρια της Σαρία και εκτελέσεις πεδίου δίχως δίκη… επιτέθηκε σε ανθρώπους που δεν διέθεταν κανενός είδους στρατιωτική οργάνωση, κομματική οργάνωση, μαζική οργάνωση και οικονομική οργάνωση για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες των οικογενειών τους, και δεν διέθεταν σημαντικά όπλα και πυρομαχικά για να αντισταθούν σε αυτή την άνιση δύναμη.
Κατά τη διάρκεια της 24ήμερης αντίστασης του Σαναντάτζ εναντίον του IRGC το 1980, η Σαχίν Μπαβάφα [Shahin Bavafa] ήταν υπεύθυνη του μοναδικού νοσοκομείου της πόλης. Αντιμέτωπη με την αύξηση των επιθέσεων και τον αυξανόμενο αριθμό τραυματιών, καθώς και την έλλειψη ιατρικού προσωπικού στο νοσοκομείο, σχημάτισε Ιατρικές Επιτροπές Γειτονιάς με τη βοήθεια των κατοίκων της πόλης.
Όταν οι Φρουροί της Επανάστασης επιτέθηκαν στην πόλη από ξηρά και αέρα, ο πόλεμος επεκτάθηκε πέρα από τους δρόμους και τα σοκάκια, στα σπίτια των πολιτών. Το Σαναντάτζ μετατράπηκε σε πεδίο μάχης πλήρους κλίμακας και ο αριθμός των νεκρών και των τραυματιών αυξήθηκε. Εκείνη την εποχή, το Σαναντάτζ ήταν μια μικρή πόλη στο δυτικό Ιράν, χωρίς παγκόσμια φήμη και εγκαταστάσεις, και ποτέ δεν κατάφερε να αφηγηθεί τη δική της ιστορία για την 24ήμερη πολεμική τραγωδία.
Ίσως μια από τις λίγες εναπομείνασες εικόνες του μικρού νοσοκομείου στο Σαναντάτζ εκείνες τις ημέρες είναι οι φωτογραφίες που τράβηξε ο Michel Setboun, ένας Γαλλοαλγερινός φωτογράφος, ενός σωρού από νεκρά σώματα στοιβαγμένα ανάμεσα σε κομμάτια πάγου στο πάτωμα του νοσοκομείου. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που η Σαχίν Μπαβάφα, με τη βοήθεια των Πεσμεργκά αλλά και απλών ανθρώπων, έθεσε τα θεμέλια για τις ιατρικές επιτροπές γειτονιάς, γνωστές ως «Ιατρικές Βάσεις» [medical binkes].
Αυτές οι Επιτροπές αποτελούνταν από απλούς ανθρώπους και νέους που, μέσα σε λίγες μέρες, έμαθαν ιατρική βοήθεια για να βοηθήσουν γρήγορα τους τραυματίες επί τόπου, καθώς η στρατιωτική κυβέρνηση και ο πόλεμος μέσα στους δρόμους συχνά καθιστούσαν πρακτικά αδύνατη τη μεταφορά των τραυματιών στο νοσοκομείο.
Όταν οι Φρουροί της Επανάστασης βομβάρδισαν το μοναδικό νοσοκομείο της πόλης, η Σαχίν έστησε ένα χειρουργείο με όλα τα χειρουργικά εργαλεία και τις εγκαταστάσεις στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας στο κέντρο της πόλης.
Η ιστορία των καθημερινών προσπαθειών και του αγώνα της Σαχίν Μπαβάφα, μαζί με τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που περιφέρονταν στα σοκάκια με λευκά περιβραχιόνια, περιθάλποντας τους τραυματίες, έχει γίνει αντικείμενο συζήτησης στο Σαναντάτζ όλα αυτά τα χρόνια. Από τη στιγμή που οι Φρουροί της Επανάστασης συνέτριψαν την αντίσταση του λαού και ανέλαβαν τον πλήρη έλεγχο του Σαναντάτζ, έκλεισαν τις πόρτες της πόλης στα διεθνή μέσα ενημέρωσης και αρνήθηκαν τις δολοφονίες αμάχων από τις δυνάμεις τους. Στη συνέχεια, κατασκεύασαν το επίσημο αφήγημά τους και, τον Ιούνιο του 1980, εκτέλεσαν τη Σαχίν Μπαβάφα και πολλούς νέους που είχαν υπηρετήσει στις Ιατρικές Επιτροπές Γειτονιάς κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
Δεκαετίες πέρασαν χωρίς οι κάτοικοι του Σαναντάτζ να βρουν μια ευκαιρία για δημόσιο πένθος ή μια ευκαιρία να αναζητήσουν δικαιοσύνη.
Ωστόσο, βρήκαν καταφύγιο στο να μνημονεύουν την τραγωδία με έναν τρόπο που θα μπορούσε να λάβει χώρα μόνο μέσα στα σπίτια τους. Οι άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο στη συνεχή εξιστόρηση της πικρής τραγωδίας: οι γονείς άδραξαν κάθε ευκαιρία να διηγηθούν τις αναμνήσεις των ημερών των βομβαρδισμών και των νυχτών του στρατιωτικού νόμου στα παιδιά τους. Σε κάθε συγκέντρωση και σε κάθε μέρος που προσέφερε την ευκαιρία για συλλογική συζήτηση, οι άνθρωποι επανεξέταζαν τα ονόματα και τις ιστορίες των εκτελεσθέντων, τις ιστορίες των ανώνυμων τάφων και την τύχη των εξόριστων. Ακούσαμε αυτές τις ιστορίες και φανταστήκαμε τι είχαν υποστεί οι γονείς μας.
Για εμάς τα παιδιά, αυτές οι αφηγήσεις ήταν παράξενες, επειδή η μόνη διαθέσιμη ιστορία για τον πόλεμο στο Σαναντάτζ αναφερόταν στον βομβαρδισμό της πόλης από τον ιρακινό στρατό, ένα γεγονός που είχαμε δει και οι ίδιοι. Αλλά η σκέψη ότι η πόλη μας είχε βομβαρδιστεί και από τον «δικό μας» στρατό ήταν δύσκολο να κατανοηθεί.
Αυτό το Συμβούλιο που λειτούργησε εκτέλεσε ενεργά και επιμελώς τα καθήκοντά του, ξεπερνώντας τα εμπόδια και επιλύοντας τα προβλήματα του λαού για 5 μήνες, μέχρι την πανεθνική επίθεση του Χομεϊνί στο Κουρδιστάν στις 19 Αυγούστου 1980. Η πανεθνική εντολή επίθεσης του Χομεϊνί και της προσωρινής κυβέρνησης στο Κουρδιστάν είχε ως στόχο να ματαιώσει την επανάσταση του 1979, εμποδίζοντας την εξάπλωση αυτής της συμβουλιακής διακυβέρνησης, η οποία επρόκειτο να γίνει πρότυπο για το υπόλοιπο Κουρδιστάν και άλλες πόλεις σε όλη τη χώρα.
Οι ενέργειες της προσωρινής κυβέρνησης, τα κόλπα του τοπικού αντιδραστικού ρεύματος του Μοφτιζαντέχ, η δημιουργία πολεμικής ατμόσφαιρας από τους νεοσύστατους Φρουρούς της Επανάστασης σε συνδυασμό με τον ανέγγιχτο στρατό του Σάχη στο Κουρδιστάν, όλα παρατάχθηκαν σε ένα μέτωπο ενάντια στα επιτεύγματα της λαϊκής εξέγερσης και ενάντια στα Συμβούλια.
Τελικά, στις 19 Αυγούστου 1980, με την εντολή του Χομεϊνί για σφαγή εναντίον του λαού του Κουρδιστάν, έλαβε τέλος και η λειτουργία του Δημοτικού Συμβουλίου του Σαναντάτζ. Αποκάλεσε τους υπερασπιστές των συμβουλίων και της διατήρησης της ανεξαρτησίας τους συνωμότες και άπιστους, και με την εντολή για αυστηρή κυβερνητική και στρατιωτική δράση, εξέδωσε διάταγμα τζιχάντ. Ο Χομεϊνί, η προσωρινή κυβέρνηση και άλλες καταπιεστικές ομάδες ασχολήθηκαν όλοι με το να εμποδίσουν το Δημοτικό Συμβούλιο του Σαναντάζ και άλλα λαϊκά συμβούλια να ριζώσουν.
Παρόμοιες μέθοδοι υποδούλωσης επιβλήθηκαν βίαια σε διάφορες άλλες περιοχές του Ιράν, ιδίως σε εργατικά κέντρα και βιομηχανικά περιβάλλοντα. Η ένταση αυτών των αντιπαραθέσεων επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους των πετρελαϊκών εταιρειών, οι οποίοι, μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, είχαν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην πτώση του τελικού καθεστώτος του Σάχη μέσω της έντονης βιομηχανικής τους δράσης.
Δεδομένου ότι ο σχηματισμός Συμβουλίων ήταν ένας από τους κύριους πυλώνες της Επανάστασης, το νέο καθεστώς συναίνεσε στη δημιουργία ενός είδους ισλαμικού συμβουλίου. Αυτά τα ψεύτικα συμβούλια προώθησαν τα κυβερνητικά προγράμματα σχετικά με τους χώρους εργασίας και τις συνθήκες εργασίας, τις πόλεις και, στην πραγματικότητα, μετατράπηκαν σε βραχίονα ασφαλείας της μυστικής αστυνομίας.
Σήμερα, ωστόσο, η διαχείριση των υποθέσεων μέσω συμβουλίων είναι το κύριο αίτημα των ηγετών και των ακτιβιστών του εργατικού κινήματος και άλλων κοινωνικών κινημάτων σε όλη τη χώρα. Αυτό που έχει γίνει ο ορίζοντας και η προοπτική του εργατικού κινήματος και άλλων κινημάτων διαμαρτυρίας στην ιρανική κοινωνία τα τελευταία χρόνια είναι η συμβουλιακή διακυβέρνηση σε όλα τα διαφορετικά επίπεδα της ζωής των ανθρώπων.
****
Ο Zanyar Omrani έχει συνθέσει επιδέξια στο ντοκιμαντέρ “Binke” το τι έχει συμβεί στο Κουρδιστάν από την αρχή της επανάστασης του 1979 με το κίνημα «Jin, Jiyan, Azadi». Έχει μιλήσει για τον ρόλο εγκληματιών όπως ο Χομεϊνί και την καταστολή του Κουρδιστάν.
Το ντοκιμαντέρ “Binke” [Η Βάση] είναι διαθέσιμο ηλεκτρονικά εδώ: