Κείμενο: Γιώργος Λούκας (εκπαιδευτικός, Ataxia School)
Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η πράξη της «ακολούθησης» έχει γίνει σχεδόν αυτονόητη. Στα κοινωνικά δίκτυα, η λέξη follow υπερβαίνει μια απλή τεχνική λειτουργία και μετατρέπεται σταδιακά σε τρόπο σχέσης με τον κόσμο. Πρόκειται για μια σύγχρονη διαδικασία άτυπης μάθησης, ιδιαίτερα επιθετικής. Μαθαίνουμε ν’ ακολουθούμε ανθρώπους, ιδέες, ειδήσεις, μόδες. Η εμπειρία της πραγματικότητας έτσι αρχίζει να οργανώνεται γύρω από αυτή τη διαρκή ακολούθηση. Πολύ περισσότερο από ψηφιακή πρακτική, η εμπειρία αυτή μετατοπίζεται αθόρυβα στη σχέση ανάμεσα στη σκέψη και τη δράση, ανάμεσα στον χρόνο του βιώματος και στον χρόνο της πληροφορίας.
Στη νέα αυτή πραγματικότητα δεν αλλάζει μόνο το τι γνωρίζουμε, αλλά ο τρόπος με τον οποίο προλαβαίνει να σχηματιστεί η σκέψη. Αν η νεωτερικότητα αναρωτήθηκε πώς συγκροτείται το υποκείμενο μέσα από θεσμούς, εργασία, γνώση και εξουσία, η ψηφιακή εποχή φαίνεται να μετατοπίζει το ερώτημα στον ρυθμό της εμπειρίας που συμβαίνει η συγκρότηση αυτή. Μήπως το νέο υποκείμενο απλώνεται στο συνεχές μεταξύ follower και influencer ;
Το χρονολόγιο (feed) γίνεται μια από τις βασικές μορφές εμπειρίας της πραγματικότητας, όπου μια αδιάκοπη ροή γεγονότων που μοιάζουν να προηγούνται από εμάς, μας περικλείουν όπως η θάλασσα τα νησιά. Ακόμη -ή και κυρίως- σε στιγμές χαλάρωσης, ύστερα από μια ταχύρυθμη καθημερινότητα, αφήνουμε αντί νανουρίσματος το βλέμμα να γλιστρά πάνω σε αυτή τη ροή. Το σκρολάρισμα γίνεται σχεδόν αυτόματη κίνηση που μοιάζει με συνήθεια, χωρίς να αφήνει χώρο για στοχασμό ως προς το περιεχόμενο. Από την άνεση του προσωπικού χώρου, συχνά μόνοι μπροστά σε μια οθόνη, ερχόμαστε σε επαφή με τις απόψεις που επιτρέπει ο ρυθμισμένος αλγόριθμός μας να φτάσουν πιο εύκολα σ’ εμάς και κάπως έτσι βολικά, μιας και ο χρόνος της καθημερινότητάς μας είναι εξαιρετικά συμπιεσμένος, η αποσπασματική αυτή θέαση, γίνεται ένας διόλου ευκαταφρόνητος ως προς τη διάρκεια χρήσης, «χώρος» επικοινωνίας με φίλους, γνωστούς και αγνώστους,αντικαθιστώντας εν πολλοίς την πραγματική και απρόβλεπτη επαφή.
Οι τάσεις εμφανίζονται σχεδόν ταχυδακτυλουργικά πριν από τη σκέψη μας. Οι απόψεις κυκλοφορούν ελεύθερα, αγόγγυστα και εύκολα, συχνά χωρίς συνέπεια ή βάρος. Ακόμη και το σημαντικό, λέγεται χωρίς την απαραίτητη ζύμωση που απαιτεί χρόνο.Πριν καν καλά-καλά διαμορφωθεί μέσα μας με συνοχή και σύνδεση με την Πράξη – εκεί όπου ο Λόγος οφείλει να δοκιμάζεται, αν θέλουμε να παραμένει Λόγος και όχι φαντασιοκόπημα -. Συχνά γνωρίζουμε ήδη «τι λέγεται» για ένα ζήτημα πριν σκεφτούμε τι σημαίνει πραγματικά για εμάς, για τον κόσμο μας, πόσο μάλλον για τους άλλους, από την ηχώ του και μόνο. Η εμπειρία της πραγματικότητας μοιάζει έτσι όλο και περισσότερο με παρακολούθηση μιας ροής στην οποία “συμμετέχουμε” χωρίς να την ξεκινάμε.
Αυτή η συνθήκη συνδέεται άμεσα με την επιτάχυνση της σύγχρονης ζωής, όπου η πληροφορία πολλαπλασιάζεται, ο χρόνος συμπιέζεται και η προσοχή γίνεται σπάνιος πόρος. Η σκέψη που απέχει αρκετά από το να είναι αποκλειστικά μια μοναχική διαδικασία, απαιτεί προσωπικό χρόνο και αυτοπειθαρχία βέβαια, όπως και πραγματικό διάλογο. Έτσι, από τη στιγμή που δεν υπάρχει το έδαφος για να καρπίσουν αυτές οι ποιότητες, μαθαίνουμε να εμπιστευόμαστε εκείνους που «έχουν ήδη σκεφτεί» ή που μας έχουν πείσει με τον τρόπο που σκέφτονται. Ακολουθούμε λοιπόν, μάλλον σχετικά εύκολα και ασυναίσθητα ανθρώπους, λογαριασμούς, ειδικούς, φίλους, κοινότητες. Μέχρι ποιο σημείο όμως αναθέτουμε μέρος της σκέψης μας σε δίκτυα σχέσεων και πληροφορίας που εμπιστευόμαστε είναι μια ερώτηση που πρέπει να κάνουμε σοβαρά στους εαυτούς μας.
Το Follow εμφανίζεται μέσα σε αυτές τις συνθήκες ως λύση ή και λύτρωση. Δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με μίμηση, ούτε με υπακοή. Φαίνεται να είναι περισσότερο μια μορφή προσανατολισμού, μια πυξίδα,που θα μας επιστρέψει ομαλά στις γνώριμες γειτονιές της σκέψης μας,παρά σε άγνωστες και απόκρημνες νοοπλαγιές. Πράγμα “σωτήριο” μέσα σε έναν κόσμο υπερπληροφόρησης. Παραδοσιακά, η σκέψη αναπτυσσόταν μέσα σε έναν κοινό χώρο συζήτησης και διαβούλευσης , σε δημόσιες σφαίρες, σε συλλογικές εμπειρίες, όπως κοινότητες μάθησης και πολιτικής ζωής. Η κατανόηση προέκυπτε μέσα από τη ζύμωση διαφορετικών φωνών που συνυπήρχαν σε έναν σχετικά συνεκτικό ορίζοντα.Σήμερα αυτός ο χώρος δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά έχει τεμαχιστεί και διαχυθεί. Οι συζητήσεις δεν συγκεντρώνονται σε κοινά σημεία, αλλά απλώνονται σε πολλαπλές και ασύνδετες ροές. Η πληροφορία είναι άφθονη μεν, αλλά η ζύμωση συχνά αποσπασματική. Υπάρχουν πολλές μικρές συζητήσεις, αλλά λιγότερα κοινά πεδία κατανόησης. Έτσι, ενώ δεν λείπει η ανταλλαγή απόψεων, συχνά λείπει η συνεκτική εμπειρία του διαλόγου που επιτρέπει στη σκέψη να ωριμάσει.
Φυσικά υπάρχουν (όλο και σπάνιο και εξαιτίας της εξειδίκευσης της γνώσης) συζητήσεις που παράγουν κατανόηση, ενώ άλλες( πλειοψηφία) φθείρουν τη σκέψη μέσα από την επανάληψη, την ένταση και την επιφανειακή αντιπαράθεση. Επειδή ο χρόνος της σκέψης περιορίζεται, ολοένα και περισσότερο, γίνεται ευκολότερο – ακόμη και για ανθρώπους με κριτική διάθεση – να οικειοποιηθούν πιο γρήγορα τη θέση κάποιου που εμπιστεύονται. Δεν πρόκειται απαραίτητα για μια μορφή τεμπελιάς, αλλά για οικονομία σκέψης μέσα σε συνθήκες επιτάχυνσης. Εκεί ακριβώς γίνεται ορατή η τάση που ονομάζουμε followism.
Σε αυτό το σημείο όμως είναι κρίσιμο να κάνουμε μια νοηματική διάκριση ανάμεσα στo followism και στην παρακολούθηση. Στον κυκεώνα πληροφοριών και εικόνων που ερχόμαστε αντιμέτωποι, συνυπάρχει λοιπόν με το followism και η τάση αυτή της παρακολούθησης, η οποία σχεδόν μηχανικά μας μαγνητίζει, ενεργοποιώντας τις μύχιες πηγές της περιέργειας μας. Μοιάζει με κατάβαση σε μια άβυσσο , όπου η σκέψη δεν απουσιάζει και που ίσως για λόγους ασφαλείας ,αναστέλλεται προσωρινά. Αναφερόμαστε εδώ στις μικρές πράξεις θέασης, scroll, click, like, επόμενη είδηση, επόμενη εικόνα και πάλι από την αρχή χωρίς νόημα και σκοπό. Μια επαφή με απόψεις και περιεχόμενο το οποίο δεν είναι είναι ανάγκη να υιοθετούμε απαραίτητα, με την πληροφορία να περνά από μπροστά μας όπως περνά το τοπίο από το παράθυρο ενός τρένου. Η συνείδηση σε αυτήν την πορεία διατηρεί μια απόσταση από ό,τι βλέπει, όπως ο ταξιδιώτης που κοιτά το τοπίο χωρίς να σταματά σε αυτό.
Πολλές φορές ο νους κουράζεται από τη συνεχή ροή, αλλά δεν αποσύρεται. Συνεχίζει να κοιτά. Κάπως σαν τη γοητεία της κλειδαρότρυπας, όπου μπορούμε αποσωματοποιημένα να παρακολουθούμε ζωές, απόψεις, συγκρούσεις, επιτυχίες ή αποτυχίες άλλων ανθρώπων χωρίς να συμμετέχουμε πραγματικά σε αυτές. Ο νους κινείται έτσι μηχανικά από ερέθισμα σε ερέθισμα, όπως σε μια ατέρμονη συνομιλία όπου κανείς δεν έχει τον χρόνο να μιλήσει πραγματικά, με την εμπειρία αυτή να είναι παθητική παρακολούθηση θεάματος παρά ενεργητική συμμετοχή σε κόσμο και το χειρότερο σενάριο να πραγματοποιείται όταν αυτή η στάση γίνεται συνήθεια.
Η παρακολουθητική αυτή περιέργεια θυμίζει κάτι από την πανοπτική λογική που περιέγραψε ο Michel Foucault. Στο πανοπτικό, η εξουσία λειτουργεί επειδή το υποκείμενο αισθάνεται ότι μπορεί να παρακολουθείται ανά πάσα στιγμή. Στη σύγχρονη ψηφιακή εκδοχή, όμως, συμβαίνει κάτι σχεδόν αντίστροφο: δεν παρακολουθούμαστε μόνο, παρακολουθούμε και παρακολουθούμαστε οικειοθελώς. Τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργούν ένα είδος συλλογικού πανοπτικού, όπου όλοι είναι ταυτόχρονα θεατές και εκτεθειμένοι. Κοιτάζουμε και μας κοιτούν, συχνά χωρίς σαφή διάκριση ανάμεσα στα δύο.
Σε αυτή τη συνθήκη, η παρακολούθηση αποκτά μια σχεδόν κοινωνική λειτουργία. Μέσα από τη θέαση των άλλων, συγκροτείται ένα αίσθημα κανονικότητας για το τι θεωρείται επιτυχία, τι αποτυχία, τι επιθυμητό και τι αποδεκτό, διαμορφώνοντας σταδιακά μια μορφή συλλογικής ρύθμισης του βλέμματος. Ο άνθρωπος δεν παρακολουθεί μόνο για να γνωρίζει, να συγκρίνει και να ταξινομεί. Παρακολουθεί για να τοποθετήσει τον εαυτό του μέσα σε ένα κοινό πεδίο ζωών.
Αυτή η «παρακολουθητική περιέργεια» δεν είναι ακόμη ακολούθηση. Είναι όμως το έδαφος μέσα στο οποίο η ακολούθηση μπορεί να αναδυθεί. Γιατί μέσα από τη συνεχή θέαση και αξιολόγηση, ορισμένες φωνές αρχίζουν να ξεχωρίζουν, ορισμένες αφηγήσεις αποκτούν κύρος και ορισμένες ερμηνείες γίνονται πιο πειστικές από άλλες. Η περιέργεια έτσι μετατρέπεται σταδιακά σε εμπιστοσύνη και η παρακολούθηση σε προσανατολισμό.
Ο followism μπορεί να γίνει κατανοητός σε τρία επίπεδα που αφορούν τη γνώση, την ύπαρξη και την πολιτική εμπειρία, πέρα από την ύπαρξη του στον εικονικό κόσμο. Στο γνωσιακό επίπεδο, η πραγματικότητα παύει να βιώνεται ως κάτι που συνδιαμορφώνεται και εμφανίζεται ως κάτι που πρέπει να ακολουθηθεί. Η γνώση υποβιβάζεται σε πληροφορία, με τον κόσμο να μοιάζει ήδη οργανωμένος σε δεδομένα, ροπές και ερμηνείες, φαινομενικά κινητικός, μα εκπληκτικά στάσιμος. Η σκέψη δεν σαρώνει τα γεγονότα( τα οποία προσφέρονται έτοιμα), αλλά τα συναντά μέσα από έτοιμα πλαίσια κατανόησης. Ο κίνδυνος πέρα από το προβάδισμα της ημιμάθειας, δεν είναι μόνο η άγνοια του βάθους και της πολλαπλότητας των ερμηνειών, αλλά η προκαταβολή της ερμηνείας, αφού πριν προλάβει κανείς να απορήσει, υπάρχει ήδη ένας χάρτης που του δείχνει πού να σταθεί.
Στο υπαρξιακό επίπεδο, ο followism εκδηλώνεται ως αλλαγή ρυθμού ζωής. Το υποκείμενο μαθαίνει να κινείται μέσα σε ροές που προηγούνται από αυτό , μέσα από ειδοποιήσεις, προθεσμίες και συνεχείς ενημερώσεις. Η δράση μετατοπίζεται από την πρωτοβουλία στο “καλά τα λέει”, με τον άνθρωπο να αδυνατεί να βιώσει τον χρόνο ως χώρο κατοίκησης, αλλά ως κάτι που πρέπει να προλάβει και τη ζωή του να γίνεται συγχρονισμός με εξωτερικούς και τις περισσότερες φορές αλλότριους ρυθμούς. Προσαρμοστικότητα θα ακούσετε τους τεχνοκράτες να το λένε.
Στο πολιτικό επίπεδο, η ιστορία βιώνεται περισσότερο ως σειρά εξελίξεων παρά ως πεδίο θεσμίσεων. Η συμμετοχή μετατοπίζεται από τη δημιουργία κοινών μορφών στην παρακολούθηση της πολιτικής ως διαρκούς γεγονότος. Από την πολιτική ως τρόπο συγκρότησης της ζωής μας, στην πολιτική ως ανάθεση στο Κόμμα, στον Σωτήρα, στον ειδικό. Οι κοινωνίες μέσα σε αυτή τη διαδικασία ενώ αντιδρούν, σχολιάζουν και παίρνουν θέση, δυσκολεύονται χαρακτηριστικά να συγκροτήσουν σταθερούς χώρους συλλογικής κατανόησης και δράσης. Ο followism θα λέγαμε ότι απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ως απάθεια και αλλοτρίωση, μοιάζοντας περισσότερο με πάθος χωρίς μορφή, συμμετοχή χωρίς κοινό τόπο. Χαλαρότητα χωρίς ευθύνη. Μετακίνηση, χωρίς ρίζα.
Σε αυτές τις συνθήκες διάχυσης και κατακερματισμού της δημόσιας σφαίρας, είναι εύλογο να εμφανίζονται πρόσωπα-κόμβοι που συγκεντρώνουν προσδοκίες ή αγανάκτηση. Άλλοτε ως φωνές δικαιοσύνης, άλλοτε ως ερμηνευτές της συγκυρίας, άλλοτε ως «λύσεις» ουρανοκατέβατες. Με αυτόν τον τρόπο όμως η πολιτική μορφή αντικαθίσταται ουσιαστικά από συγκινησιακή ευθυγράμμιση γύρω από πρόσωπα, με τον άνθρωπο να προτιμά ν’ ακολουθηθεί αυτούς τους σταθερούς κόμβους αντί να χτίζει διαδικασίες.
Ο followism δεν είναι ιδεολογία που επιβάλλεται από κάποια κέντρα, ούτε συνειδητή επιλογή. Δεν είναι καν απαραίτητα στάση που υιοθετεί κανείς. Πιθανότατα όμως, αποτελεί περισσότερο μια μορφή υποκειμενικότητας που αναδύεται σε συνθήκες επιτάχυνσης, υπερπληροφόρησης και αλγοριθμικής οργάνωσης της εμπειρίας και όπως συμβαίνει με κάθε ιστορική μορφή υποκειμένου, δεν επιβάλλεται αναγκαστικά με βία από έξω, αλλά διαμορφώνεται μέσα από τους ρυθμούς ζωής, τις τεχνικές υποδομές και τους τρόπους με τους οποίους γίνεται αντιληπτή η πραγματικότητα.
Σήμερα, σε μια εποχή όπου η εμπειρία οργανώνεται όλο και περισσότερο ως ροή δεδομένων και γεγονότων, ο followism επιχειρεί να ονομάσει μια ουσιαστική μετατόπιση στη συγκρότηση του σύγχρονου τόσο ατομικού, όσο και συλλογικού υποκειμένου. Αυτή της πράξης σε συγχρονισμό και της σκέψης σε προσανατολισμό μέσα σε ήδη διαμορφωμένες ροές νοήματος. Μιλάμε εδώ για απώλεια ελευθερίας; Όχι με την κλασική έννοια. Θα λέγαμε περισσότερο ότι έχουμε να κάνουμε με μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο βιώνεται ο χρόνος και η δυνατότητα δράσης. Ο κόσμος δηλαδή εμφανίζεται ως κάτι που ήδη κινείται σε ένα αυστηρά οριοθετημένο πεδίο δυνατοτήτων που το υποκείμενο μαθαίνει να κινείται αναγκαστικά, αν δεν θέλει να μείνει “πίσω” μαζί του. Ελεύθερος να υπακούς πιο απλά.
Στις κοινωνίες της πειθαρχίας για παράδειγμα, η ελευθερία εμφανιζόταν ως αντίσταση σε κανόνες και περιορισμούς. Στον σύγχρονο κόσμο, όμως, η εμπειρία δεν οργανώνεται κυρίως μέσα από απαγορεύσεις, αλλά μέσα από επιλογές, ροές πληροφορίας και συνεχείς δυνατότητες προσαρμογής. Με αυτόν τον τρόπο η ελευθερία δεν περιορίζεται. Γίνεται όμως διαχειρίσιμη. Και η εξουσία; Η εξουσία εξοπλίζει με νέα κανόνια το κάστρο της, που μοιάζουν περισσότερο με παγωτά πυραύλους, στους κατοίκους της παγκόσμιας Αυτοκρατορίας, αφού η ποιμαντική έννοια της ενισχύεται ακόμη και από αυτούς που υποτίθεται ότι την πολεμούν, αφού μάλλον επιδιώκουν να λειτουργούν συνειδητά ή ασυνείδητα ως καθοδηγητές.
Το άτομο λοιπόν καλείται διαρκώς να επιλέξει, να προσαρμοστεί, να συγχρονιστεί. Να ενημερωθεί, να ανταποκριθεί, να τοποθετηθεί. Ελευθερία η δύναμη να αλλάξεις τον κόσμο λέγαμε κάποτε. Σήμερα μάλλον αντιλαμβανόμαστε την “ελευθερία” ως την ικανότητα αυτή που θα κάνει το υποκείμενο να κινηθεί αποτελεσματικά μέσα σε αυτόν.Η ακολούθηση – των απελευθερωτών;- επομένως γίνεται ένας από τους βασικούς τρόπους άσκησης της, με την αυτονομία να εκφράζεται περισσότερο ως μια σειρά επιλογών προσανατολισμού. Ηττοπάθεια ή ρεαλισμός; Η επιλογή όπως και να ‘χει αντικαθιστά την πράξη και ο συγχρονισμός την πρωτοβουλία και την ενσώματη μάζωξη.
Μπορούμε άραγε να διατηρήσουμε χώρους και χρόνους όπου η σκέψη δεν περιορίζεται στο followism ; Μπορεί να γίνει ξανά εμπειρία, διάλογος και πράξη; Η σκέψη χρειάζεται χρόνο για να ωριμάσει, όπως και η κοινή κατανόηση χρειάζεται τόπους συνάντησης για να υπάρξει. Χωρίς αυτούς τους χρόνους και αυτούς τους τόπους, η γνώμη μπορεί να διαμορφώνεται γρήγορα μεν, όχι απαραίτητα βαθιά δε. Πώς θέλουμε να στεκόμαστε λοιπόν μέσα σε έναν κόσμο ροών; Ως followers που συγχρονίζονται με αυτό που ήδη κινείται ή ως άνθρωποι που μπορούν ακόμη να χτίζουν από κοινού μορφές ζωής και κατανόησης;
Αν ο followism είναι η υποκειμενικότητα της επιτάχυνσης, τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς η απόρριψη της τεχνικής ή η νοσταλγία ενός πιο αργού κόσμου. Χρειάζεται κάτι πιο συγκεκριμένο και αυτό είναι η δημιουργία χώρων και χρόνων όπου η ταχύτητα της εμπειρίας καμπυλώνεται διαφορετικά. Όπου η σκέψη δεν χρειάζεται να συγχρονιστεί αμέσως με τη ροή των γεγονότων, αλλά μπορεί να παραμείνει για λίγο στην απορία, στη συζήτηση, στη συνάντηση. Εκεί όπου η διάρκεια επιστρέφει ως προϋπόθεση κατανόησης και η πράξη δεν ταυτίζεται με την άμεση αντίδραση, αλλά με τη θέσμιση μορφών όσο το δυνατόν μεγαλύτερης αντοχής και ευλυγισίας.
Η επιβράδυνση σε αυτόν τον κόσμο, δεν είναι οπισθοδρόμηση, ούτε καθυστέρηση στο πεδίο της μάχης, αλλά μια αναγκαία ανάσα μέσα σε αυτόν. Ένας όρος ελευθερίας, για να μην πούμε βασική προϋπόθεσή της. Χωρίς τέτοιους χρόνους, η σκέψη δυστυχώς υποβιβάζεται σε σχόλιο και η συμμετοχή σε θυμική κραυγή. Με αυτούς, μπορεί να ξαναγίνει δημιουργία κοινών μορφών. Βέβαια για να συμβεί αυτό,χρειάζεται υπομονή, επιμονή και δέσμευση. Να μην περιμένουμε άμεση ικανοποίηση, να έχουμε εμπιστοσύνη σε αυτό που είμαστε και θέλουμε να γίνουμε αλλά και ανοχή στις ματαιώσεις ( πράγματα που μαθαίνουμε στα παιδιά στο Νηπιαγωγείο εντωμεταξύ) .Χαρακτηριστικά που απουσιάζουν σήμερα;
Η συνθήκη του followism αφορά όμως εξίσου και εκείνους που βρίσκονται στο κέντρο των ροών. Εννοώ τους ανθρώπους που επηρεάζουν, ερμηνεύουν, συγκεντρώνουν βλέμματα και προσδοκίες. Η επιθυμία να είναι κανείς διαρκώς αρεστός στο κοινό του, μπορεί να μετατραπεί σε μια νέα μορφή εξάρτησης. Όπως κάθε μορφή εξουσίας, έτσι και η επιρροή δεν κατευθύνεται μόνο προς τα έξω, αλλά επιστρέφει ποικιλοτρόπως και ταυτοχρόνως και προς σε εκείνον που την ασκεί. Ο influencer, όπως παντός φύσεως συγκεντρωτικός μηχανισμός, όπως και ο ηγεμόνας σε παλαιότερες εποχές, κινδυνεύει να εξουσιάζεται από αυτό που εξουσιάζει: από την ανάγκη της αποδοχής, από τον ρυθμό της προσοχής, από το βλέμμα των άλλων. Όταν συμβαίνει αυτό, οι σχέσεις και οι ιδέες τείνουν και μέσα από άλλη μια προοπτική να παγώνουν σε στατικές μορφές, αντί να μένουν ανοιχτές και δυναμικές, άρα ανοιχτές και δημιουργικές.
Μπορούμε να επαναφεύρουμε κοινούς τόπους; Τόπους όπου η σκέψη δεν προηγείται ούτε ακολουθεί απλώς, αλλά γεννιέται ανάμεσα στους ανθρώπους; Τόπους όπου ο χρόνος δεν είναι μόνο ροή που μας παρασύρει, σ’ ένα ατέλειωτο κυνήγι συναρμογών, αλλά το πεδίο μέσα στο οποίο μπορούμε ακόμη να πράττουμε μαζί; Δύσκολο, ναι! Μα, απολύτως εφικτό.
Φιλικά και ανοιχτά,
Γιώργος Λούκας