Τσιάπας: Η αφύπνιση – 30 χρόνια από την εξέγερση των ζαπατίστας

0

Μια τρυφερή ματιά, γεμάτη αγάπη και βαθιά γνώση των πραγματικοτήτων των ιθαγενών λαών της Τσιάπας, πριν την εξέγερση του 1994. Από τον Λουίς Χερνάντες Ναβάρρο – συνοδοιπόρο στον αγώνα των ζαπατίστας 30 χρόνια τώρα, αρχισυντάκτης γνώμης της εφημερίδας La Jornada και πρώην σύμβουλος του EZLN. Μετάφραση: Ε.Μ.

Αφιερωμένο στον Jtotik Miguel

Μια νύχτα γεμάτη αστέρια στην έδρα του δήμου Σαν Πέδρο ντε Τσεναλό (Τσιάπας, Μεξικό), ο ιερέας Μιγκέλ Τσαντώ μοιραζόταν μερικά ποτηράκια και μια χαλαρή συζήτηση με μερικούς νέους από το κέντρο της χώρας. Τα τραγούδια της Τζουλιέτε Γκρέκο που έπαιζαν σε ένα παλιό πικ-απ ανταγωνίζονταν τον ήχο των γρύλων και των πουλιών της νύχτας….

Ήταν Αύγουστος του 1976. Ο πάτερ Μιγκελίτο, όπως χαϊδευτικά τον αποκαλούσαν οι πιστοί του, έδειχνε στους ξένους ένα ρεπορτάζ του περιοδικού Alarma!, που τον κατηγορούσε ότι οργάνωνε όργια με τους νεαρούς Ευρωπαίους backpackers που επισκέπτονταν την ενορία του. “Ο πατέρας Μιγκέλ πιστεύει στους χίπηδες”, έγραφε το δημοσίευμα. Το εβδομαδιαίο περιοδικό ήταν μια μικρή απόδειξη, ανάμεσα σε πολλές άλλες, τoυ εκφοβισμού του οποίου ήταν ήδη θύμα εκείνο τον καιρό εκ μέρους των καξκλάνες(1), που έβλεπαν με κακό μάτι την αφοσίωσή του στους ιθαγενείς τσοτσίλες. Δήμαρχος ήταν ο Χασίντο Αρίας. Ο ιερέας γεννήθηκε στη Νορμανδία της Γαλλίας το 1930 και άσκησε το λειτούργημά του ως εργάτης-ιερέας. Το 1965, κι αφού παρακολούθησε σεμινάρια με τον Ιβάν Ίλιτς(2), έφτασε στην Τσιάπας. Όταν έφθασε στο Τσεναλό – διηγήθηκε στους ξένους εκείνη την υγρή νύχτα – υπήρχαν τρεις καθολικισμοί: εκείνος των μιγάδων, που δεν είχε καμία σχέση με τον αληθινό καθολικισμό, επειδή είναι ευκολότερο “για μια καμήλα να περάσει από το μάτι μιας βελόνας παρά για έναν πλούσιο να μπει στη Βασιλεία των Ουρανών”· αυτός των ινδιάνων, με τα ήθη και τα έθιμά τους· και εκείνος του ιερωμένου, ο δικός του, αρχικά ξένος προς τους άλλους δύο. Ωστόσο, πολύ πολύ γρήγορα -τους εξομολογήθηκε-, η αγάπη για τον λαό του τον έκανε πεδράνο(3), τον οδήγησε να μιλήσει τη γλώσσα τους και να κάνει δικές του τις βαθύτερες πεποιθήσεις των τσοτσίλες.

Στα τέλη του 1992, οι πεδράνος κινητοποιήθηκαν για να απελευθερώσουν μερικούς αδίκως φυλακισμένους συντρόφους τους. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 12 Οκτωβρίου, μια ομάδα μελών της Εθνικής Ιθαγενικής Αγροτικής Ένωσης «Εμιλιάνο Ζαπάτα» (AΝCIEZ), μερικοί από αυτούς με τόξα και βέλη, είχαν γκρεμίσει το άγαλμα του κατακτητή Ντιέγκο δε Μασαριέγκος κατά τη διάρκεια της πορείας μνήμης για τα 500 χρόνια ιθαγενικής, νέγρικης και λαϊκής αντίστασης. Με αφορμή τη διαδήλωση των κατοίκων του Σαν Πέδρο, η εφημερίδα Cuatro Poder αφιέρωσε οκτώ στήλες της στον ιερέα: “Γάλλος πάστορας ξεσηκώνει το Τσεναλό”. Και παρακάτω, ένα ανώνυμο άρθρο κατήγγειλε: “Ο Μιγκέλ Τσαντώ καθοδηγεί τους αδαείς ιθαγενείς να διαπράττουν φρικαλεότητες”.

Η πίστη του ιερέα στους ανθρώπους του θα του κόστιζε ακριβά. Τον Φεβρουάριο του 1998, λίγους μήνες μετά τη σφαγή του Ακτεάλ(4), κατά την οποία παραστρατιωτικές ομάδες δολοφόνησαν 45 μέλη της ομάδας Λας Αμπέχας που προσεύχονταν για ειρήνη στην εκκλησία του Ακτεάλ στο Τσεναλό, η κυβέρνηση τον απέλασε από τη χώρα. Η λύσσα της κυβέρνησης του Ερνέστο Σεδίγιο ακύρωσε έτσι τη δυνατότητα να συνεχίσει ο πάστορας να ασκεί την ιεροσύνη στην περιοχή, μετά από 32 χρόνια που το έκανε. Πλέον δεν τον κατηγορούσαν για διοργάνωση “χίπικων οργίων”, αλλά για παρέμβαση στην εσωτερική πολιτική της χώρας. Σημάδια των καιρών. Εξοργισμένος και συγκλονισμένος ως τα βάθη της ψυχής του από τη θηριωδία, ο Δον Μιγκέλ είχε το θράσος να πει τα πράγματα με το όνομά τους: “η σφαγή του Ακτεάλ”, είπε, “ήταν ένα κυβερνητικό σχέδιο για να καταστρέψει τις βάσεις στήριξης των ζαπατίστας”.

Από τη Γαλλία, μακριά από τον τόπο όπου χτυπούσε η καρδιά του, έγραψε στους ενορίτες του, θύματα της αντεπαναστατικής βίας: «Γίνετε προφήτες του λαού σας, διατηρώντας την ελπίδα πως μια μέρα θα επιστρέψετε κι εσείς για να ζήσετε ειρηνικά στους τόπους σας με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια».

Το 2022, ο Μιγκέλ Τσαντώ πέθανε στο Σαν Κριστόμπαλ ντε λας Κάσας, όπου μπόρεσε να επιστρέψει μετά από μακρά εξορία. Αποχαιρετώντας τον, οι Λας Αμπέχας του Ακτεάλ του ζήτησαν: “Jtotik Miguel(5), σου ζητάμε να πεις στον Θεό ότι πεθαίνουμε, κι όχι μόνο από ιάσιμες ασθένειες, αλλά από όλα τα σχέδια θανάτου και καταστροφής των πλουσίων και ισχυρών σε συνενοχή με τους πληρωμένους δολοφόνους, το οργανωμένο έγκλημα, τις ναρκομαφίες και με τη συγκατάθεση των κακών κυβερνήσεων, τοπικών, πολιτειακών και ομοσπονδιακών, που βρίσκονται στην εξουσία”.

Η μεταστροφή του ιερέα σε ιθαγενή είναι ένα παράθυρο για να κατανοήσουμε την τεράστια μεταμόρφωση που έζησαν οι ιθαγενείς της Τσιάπας τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Μια μεταμόρφωση στην οποία οι ίδιοι οι εξεγερμένοι ήταν καταλύτες της και από την οποία γεννήθηκε ο Ζαπατιστικός Στρατός Εθνικής Απελευθέρωσης (EZLN)· μια μεταμόρφωση στην οποία οι γηγενείς λαοί του Μεξικού μετατράπηκαν σε υποκείμενα της ίδιας τους της ιστορίας.

 

Η φωτογραφία

Το 1985, ο Φαμπρίτισο Λεόν τράβηξε μια φωτογραφία. Η εικόνα μιλάει από μόνη της. Με τα βαριά σακιά καφέ στις πλάτες τους και τις φυτείες καφέ να απλώνονται στην πλαγιά του βουνού μπροστά τους, τρεις ιθαγενείς τσιαπανέκοι βαδίζουν σκυφτοί για να αφήσουν το φορτίο τους. Είναι το τελευταίο κουβάλημα της ημέρας. Μετά από ατέλειωτο μόχθο μαζεύοντας έναν έναν τους κόκκους, πάνε ν΄ αφήσουν το φορτίο τους στον τσιφλικά πριν δύσει ο ήλιος. Είναι ένας καρπός μαζεμένος με αίμα και ιδρώτα, στέρηση και πόνο.

Η ιστορία που αφηγείται η εικόνα δεν είναι καθόλου ανεκδοτολογική. Αυτό το παρελθόν είναι ακόμα παρόν. Είναι χαραγμένο στο δέρμα και στις αναμνήσεις εκείνων που το υπέφεραν, αλλά και στις καρδιές των παιδιών και των εγγονιών τους.

Στην πολιτεία της Τσιάπας την εξουσία κατείχε «η τσιαπανέζικη φαμίλια», όπως την ονομάζει σε ένα μυθιστόρημα του ο B. Τράβεν. Την αποτελούσαν καταχρηστικοί γαιοκτήμονες που εκμεταλλεύονταν άγρια το εργατικό δυναμικό των ιθαγενών και ασκούσαν το «δικαίωμα της πρώτης νύχτας» στις γυναίκες(6), ασκούσαν εκτεταμένη και ληστρική κτηνοτροφία και αποψίλωναν τα δάση και τις ζούγκλες. Για την προστασία τους και την υποταγή των δυσαρεστημένων, είχαν στη διάθεσή τους λευκοφρουρούς και τις υπηρεσίες του Στρατού. Η μνήμη των κακουχιών που έζησαν στα τσιφλίκια και ο πόνος της φτώχειας στα ορεινά των Λος Άλτος ήταν χαραγμένα στο δέρμα των ιθαγενών. Και εκείνων που τα υπέφεραν ως δουλοπάροικοι στα τσιφλίκια -και που, σε μια σύγχρονη έξοδο, έφυγαν και αποίκησαν τη ζούγκλα-, αλλά και εκείνων που, όπως στο Σιμοχοβέλ, στο Ουιτουπάν ή στο Σάλτο ντε Άγουα, συνέχισαν να τα υφίστανται ακόμη και τη δεκαετία του 80.

Στο σπουδαίο βιβλίο της Justicia Autónoma Zapatista: Zona Selva Tseltal (Αυτόνομη Ζαπατιστική Δικαιοσύνη) η Παουλίνα Φερνάντες Κριστλιέμπ, έγραψε:

«Για εκείνους που γεννήθηκαν και δούλεψαν σε αυτά τα τσιφλίκια, για αυτούς τους ηλικιωμένους άνδρες και γυναίκες αυτό που ακόμα μετράει είναι η ζωώδης μεταχείριση που υπέφεραν, τα μαστιγώματα ως τιμωρία, τα δωδεκάωρα χωρίς αμοιβή, τα χιλιόμετρα από το τσιφλίκι στην πόλη όπου έπρεπε να φτάσουν και απ’ όπου έπρεπε να γυρίσουν κουβαλώντας φορτία στην πλάτη τους…»

Η πικρή εμπειρία της γέννησης και της δουλοπαροικίας στα τσιφλίκια των υψιπέδων της Τσιάπας, η κακοποίηση των γυναικών από τους τσιφλικάδες, αλλά και η έξοδος στη ζούγκλα για να χτίσουν ένα άλλο μέλλον, είναι που γέννησαν την οργή αλλά και τη δέσμευση να αλλάξουν τα πράγματα, τη θέληση να επαναστατήσουν ενάντια σε μια τάξη πραγμάτων όχι μόνο άδικη, αλλά και χωρίς αξιοπρέπεια.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, εκατοντάδες χιλιάδες ιθαγενείς της Τσιάπας, κυρίως τσελτάλες, τσοτσίλες, τσόλες και τοχολαμπάλες, ξεκίνησαν να ανακτούν τη γη, τις καλλιέργειες και τις ζωές τους. Κατέλαβαν μεγάλα τσιφλίκια· δημιούργησαν συνεταιρισμούς για να εμπορεύονται τον καφέ, τα ζώα, το καλαμπόκι και τα χειροτεχνίες τους χωρίς μεσάζοντες (κογιότ = τσακάλι, μεσάζοντας)· προσπάθησαν να ιδρύσουν συνδικάτα για να διαπραγματευτούν καλύτερες συνθήκες εργασίας· ανέκτησαν τις γλώσσες τους· επεδίωξαν να εξασφαλίσουν για τους λαούς τους παροχές και υγεία.

Η τόλμη τους να κεντήσουν τον συλλογικό ιστό της αντίστασης τους έκανε να πληρώσουν ένα πολύ υψηλό τίμημα σε αίμα, φυλακίσεις και διώξεις από την αστυνομία και τον στρατό. Ένα από τα πολλά παραδείγματα: το καλοκαίρι του 1980, στο Βολοντσάν, στο δήμο Σιταλά, οι χωρικοί διέλυσαν τις περιφράξεις και κατέλαβαν χιλιάδες εκτάρια που τα είχαν αδίκως είχαν ιδιοποιηθεί μεγαλογαιοκτήμονες κτηνοτρόφοι. Κυβερνήτης της πολιτείας ήταν ο Χουάν Σαμπίνες Γκουτιέρες. Επιχειρώντας να επαναφέρει τα πράγματα στην τάξη τους, στις 30 Μαΐου του ίδιου χρόνου, μετά από εντολή του, πυρά από τα μακρύκαννα των δυνάμεων της τάξης δολοφόνησαν 50 ιθαγενείς.

Υπό τη συνεχή καταδίωξη των λευκοφρουρών των τσιφλικάδων και των ένστολων πιστολάδων του στρατού, οι ιθαγενείς αναγκάστηκαν να υποβληθούν σε ένα σύγχρονο Γολγοθά για να αναγνωριστεί η κατοχή των εδαφών τους. Διέτρεξαν άσκοπα δημόσιες υπηρεσίες και χτύπησαν πόρτες αξιωματούχων αγροτικής πολιτικής. Σε πορείες-προσκυνήματα περπάτησαν μίλια ασφάλτου από την Τούξλα Γκουτιέρες (πρωτεύουσα της Τσιάπας) ως την Πόλη του Μεξικού. Πολύ συχνά, η νόμιμη οδός αποδείχθηκε άχρηστη γι’ αυτούς. Ο δρόμος του νόμου χρησίμευσε για να τους αρνηθεί τη δικαιοσύνη.

Το μείγμα παλαιών δεινών, διωγμών και ανεπίλυτου αγώνα διευκόλυναν τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία, σε ένα μεγάλο μέρος της Τσιάπας, ενός ιδιότυπου τρίποδου αλληλοσυμπληρούμενου ζώου: παραγωγικές αγροτικές οργανώσεις, ο λόγος του Θεού και ο EZLN, ο τελευταίος ως όργανο για να υπερασπιστούν εαυτούς ενάντια στην κακή κυβέρνηση και την «τσιαπανέζικη φαμίλια». Την 1η Ιανουαρίου 1994, αυτές οι κοινότητες που αγωνίζονταν εδώ και δεκαετίες είπαν “Φτάνει πια!” και πήραν τα όπλα. Δεν ήταν μόνοι τους. Η εξέγερση συνδέθηκε με μια βαθιά εθνική δυσαρέσκεια.

Σημάδια

Το 1991 μια αντι-μεταρρύθμιση του άρθρου 27 του Συντάγματος σκοτείνιασε τον ορίζοντα στην ύπαιθρο και προκάλεσε πολλαπλούς κραδασμούς στον αγροτικό κόσμο. Το άνοιγμα στην αγορά των, μέχρι πρότινος ααδιαπραγμάτευτων, αγροτικών και ιθαγενικών γαιών άνοιξε το κουτί της Πανδώρας που τροφοδότησε την εξέγερση.

“Όσοι δεν φοβούνται, ας προσέλθουν να υπογράψουν”, είπε, αντιγράφοντας τα λόγια του Εμιλιάνο Ζαπάτα, ο τότε πρόεδρος Κάρλος Σαλίνας, σε 268 αγροτικούς ηγέτες, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν και απόγονοι του Caudillo del Sur. Στο προεδρικό μέγαρο του Λος Πίνος, μπροστά σε ένα πορτρέτο του αρχηγού του Απελευθερωτικού Στρατού, του Ζαπάτα, οι ηγέτες των κεντρικών εθνικών ενώσεων κλήθηκαν ένας προς έναν να υπογράψουν το Αγροτικό Μανιφέστο που σφράγιζε το τέλος της αγροτικής αναδιανομής και ενέκρινε την ιδιωτικοποίηση των εχίδος και της κοινοτικής γης. Η ημερομηνία έμεινε χαραγμένη: 1η Δεκεμβρίου 1991.

Πριν αρχίσει η τελετή, μερικοί εκπρόσωποι που μυρίστηκαν την παγίδα, ρώτησαν πού ήταν η τουαλέτα και πήραν δρόμο για να αποφύγουν να υπογράψουν το έγγραφο. Ανάμεσά τους ένας παλιός αγροτικός ηγέτης από την Τσιάπας, ο οποίος, μετά από εκείνη τη μέρα, προτίμησε να εξαφανιστεί από τη δημόσια δράση.

Εκατοντάδες χιλιάδες αγρότες σε όλη τη χώρα, οι οποίοι αγωνίζονταν δεκαετίες για γη, είδαν ως μεγάλη προδοσία τη δέσμευση που ανέλαβαν εκείνη την ημέρα οι ηγέτες τους. Στην Τσιάπας, τα σημάδια συναγερμού χτύπησαν κόκκινο. Ο ζαπατισμός έκανε ένα τεράστιο οργανωτικό άλμα προς τα εμπρός. Οι λαοί συμφώνησαν να ακολουθήσουν τον ένοπλο δρόμο.

Οι πρώτες δημόσιες ενδείξεις για την ύπαρξη των ανταρτών εμφανίστηκαν στις 22 και 23 Μαΐου 1993, όταν ο στρατός βρήκε το στρατόπεδο των ανταρτών στο Λας Καλαμπάσας, στην οροσειρά Κορραλτσέν στη ζούγκλα Λακαντόνα. Στις 24 Μαΐου, οι στρατιώτες περικύκλωσαν την κοινότητα Πατατέ, συγκέντρωσαν τους κατοίκους της στο κέντρο και, χωρίς ένταλμα έρευνας, μπήκαν στα σπίτια. Βρήκαν κάποια λίγα όπλα μικρού διαμετρήματος που χρησιμοποιούνταν για το κυνήγι. Οκτώ ιθαγενείς συνελήφθησαν. Αργότερα συνέλαβαν τυχαία δύο πλανόδιους από τη Γουατεμάλα που πουλούσαν ρούχα. Κατηγορήθηκαν για προδοσία. Η περιοχή στρατιωτικοποιήθηκε και νέοι και άφθονοι πόροι ρίχτηκαν στα προγράμματα καταπολέμησης της φτώχειας. Αλλά ο δρόμος της εξέγερσης είχε χαραχτεί και δε γυρνούσε πίσω.

Σχεδόν 10 χρόνια νωρίτερα, στις 17 Νοεμβρίου 1983, ιδρύθηκε ο Ζαπατιστικός Στρατός Εθνικής Απελευθέρωσης (EZLN). Έξι άτομα, τρεις ιθαγενείς και τρεις μιγάδες, μια γυναίκα και πέντε άνδρες, δημιούργησαν ένα αντάρτικο στρατόπεδο στην Τιέρρα ι Λιμπερτάδ, βαθιά μέσα στο Ντεσιέρτο ντε λα Σολεδάδ («Έρημος της Μοναξιάς»), όπου δεν υπήρχε ούτε μια ψυχή. Εννέα μήνες αργότερα, τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1984, στο απόσπασμα προστέθηκε και ο λοχαγός Μάρκος.

Η άφιξη του λοχαγού Μάρκος στη ζούγκλα συνέπεσε με την εξέλιξη των επαναστάσεων στη Νικαράγουα, το Ελ Σαλβαδόρ και τη Γουατεμάλα. Το Ράδιο Αβάνα, το Ράδιο Σαντίνο και το Ράδιο Φαραμπούντο Μαρτί ακούγονταν και στις πιο απομακρυσμένες κοινότητες της ζούγκλας Λακαντόνα. Συνέπεσε επίσης με μεγάλες κινητοποιήσεις εκπαιδευτικών, αγροτών και ιθαγενών, καθώς και με την αυξανόμενη επιρροή της προοδευτικής εκκλησίας στην περιοχή, με επικεφαλής τον επίσκοπο Σάμουελ Ρουίς.

Ο πρώτος πυρήνας του EZLN συναντήθηκε με εκατοντάδες πολιτικοποιημένες και συνεκτικές κοινότητες, με ένα πλήθος αυθεντικών ιθαγενών ηγετών (πολλοί από αυτούς εκπαιδευμένοι από την εκκλησία της θεολογίας της απελευθέρωσης) χωρίς δεσμούς με το κυβερνόν (επί 70 χρόνια) κόμμα του PRI. Και με κοινωνικές οργανώσεις με όλο και μειούμενη ικανότητα χειραγώγησης. Και με άγρια καταστολή. Ο συνδυασμός του αγώνα για τη γη, της οικειοποίησης της παραγωγικής διαδικασίας και του λόγου του Θεού, συμπληρωματικά το ένα προς το άλλο, δημιούργησαν ένα ισχυρό κοκτέιλ σχέσεων, από το οποίο όμως κάτι έλειπε: παρά τις οργανωτικές ικανότητες, την κατάρτιση και τους αγώνες, οι διακρίσεις, η κακομεταχείριση και ο εξευτελισμός παρέμεναν. Ο ένοπλος δρόμος που προωθήθηκε από τον EZLN, έδωσε στις κοινότητες αυτό που τους είχε αρνηθεί η κυβέρνηση: την ικανοποίηση της επιθυμίας τους για γνώση, την ανασύσταση τους ως λαών, την υπερηφάνεια να είναι αυτοί που ήταν, την επαναστατική αξιοπρέπεια.

Έτσι, έφτασαν μόλις 10 χρόνια για να μετατραπεί, ως άλλος Σπάρτακος, αυτός ο αρχικός πυρήνας των έξι ατόμων σε χιλιάδες. Από το 1992 και μετά, οι κοινότητες άρχισαν να συζητούν και να αποφασίζουν την κήρυξη πόλεμου στην κυβέρνηση. Το κράτησαν μυστικό, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1994, οπότε και ξεσηκώθηκαν.

Αυτό το καλά κρυμμένο μυστικό το φρόντισαν επίσης, πριν και μετά την εξέγερση του 1994, και οι δάσκαλοι του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος που δούλευαν σε σχολεία στα ζαπατιστικά χωριά και είδαν από κοντά πώς φούντωνε ο πυρετός της επανάστασης σε αυτά. Όπως και οι γονείς των μαθητών τους, σιωπούσαν για όσα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια τους.

Ένας από αυτούς δίδασκε, μαζί με άλλους δύο, σε ένα πολυτάξιο σχολείο στο Σαν Μιγκέλ, κοντά στη Λα Γκαρούτσα. Από τότε που σπούδαζε στην Αγροτική Σχολή των Νορμαλίστας της Μακτουμακτσά, άκουγε ότι υπήρχαν ένοπλες ομάδες σε αυτή την πλευρά του ποταμού Λακαντόνα. Κάποιοι πίστευαν ότι επρόκειτο για τα αντάρτικα της Γουατεμάλας. Άλλοι όμως γνώριζαν ότι ο EZ είχε ήδη οργανωθεί και μέσα στις κοινότητες…

Λένε οι δάσκαλοι για εκείνα τα χρόνια:

«Στο Σαν Μιγκέλ είχαν ξεμείνει μόνο οι γυναίκες και τα παιδιά. Οι άνδρες δεν βρίσκονταν πια στην κοινότητα. Είχαν ανέβει στο βουνό. Δεν ήταν γνωστό πότε θα ξεσηκώνονταν ένοπλα, αλλά υπήρχε η βεβαιότητα ότι οργανώνονταν σε αντάρτικο. Είχαν απόλυτο σεβασμό για τους δασκάλους. Μας ζητούσαν να μην πούμε τίποτα. Τα παιδιά της ομάδας ποδοσφαίρου στο γυμνάσιο σταμάτησαν να έρχονται για παιχνίδι. Ήταν φυσιολογικό να εξαφανίζονται. Μετά το 1994, η ποδοσφαιρική ομάδα ονομάστηκε EZLN. Το λογότυπό τους, η φιγούρα του Τσε…

…Η ζωή στις κοινότητες ήταν πολύ οργανωμένη. Οι ζαπατίστας είναι πολύ πειθαρχημένοι, πολύ οργανωμένοι, πολύ τακτικοί. Ο καθένας ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Οι αλλαγές στους νέους ήταν ολοφάνερες. Τα παιδιά είχαν μια πολύ κριτική άποψη για την κοινωνία. Στην παρέλαση στις 20 Νοεμβρίου, φορούσαν παλιακάτε, μπαλακλάβες και κρατούσαν ξύλινα τουφέκια. Έφερναν άλογα. Τα συνθήματά τους ήταν: Ο Ζαπάτα ζει, ο αγώνας συνεχίζεται! Θάνατος στην κακή κυβέρνηση! Ήταν ένα φασαριόζικο πανηγύρι. Τραγουδούσαν αντάρτικα τραγούδια.

Στις συνελεύσεις των συνεταιρισμών των μικρών παραγωγών καφέ, ορισμένοι από τους ηγέτες τους εξαφανίστηκαν από το χάρτη, για να εμφανιστούν ξανά μετά την εξέγερση, όχι πλέον ως καλλιεργητές καφέ αλλά ως ζαπατίστας. Άλλοι (πολλοί από αυτούς νέοι) απουσίαζαν για κάποιο χρονικό διάστημα και επέστρεφαν με μια εκπληκτική πολιτική εκπαίδευση. Διάφοροι άλλοι, συνήθως πολύ δραστήριοι στις συνελεύσεις των ενώσεών τους, καταφανώς κουρασμένοι, έπαψαν να παρεμβαίνουν στις συνεδριάσεις κι αποκοιμόντουσαν ακουμπισμένοι στα σακιά του καφέ. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι χρησιμοποιούσαν τις νύχτες για να εκπαιδευτούν σε άλλα καθήκοντα…»

Οι μεγάλες κεντρικές εθνικές αγροτικές ενώσεις άρχισαν να καταρρέουν εκ των έσω. Γρήγορα μετατράπηκαν σε μισοάδεια κελύφη. Τα στελέχη τους παρέμεναν προσκολλημένοι στα ακρωνύμιά τους, αλλά η πολιτική των μελών τους είχε πάρει πολύ διαφορετικό δρόμο.

Ταυτόχρονα, πλήθος παραγωγών που για χρόνια δέχονταν δάνεια από το κυβερνητικό πρόγραμμα καταπολέμησης της φτώχειας για τη χρηματοδότηση των καλλιεργειών τους και τα επέστρεφαν με θρησκευτική ευλάβεια, σταμάτησαν να τα αποπληρώνουν και χρησιμοποίησαν τους πόρους για άλλα πράγματα. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που πούλησαν τις αγελάδες και τα γουρούνια τους, ούτε εκείνοι που σταμάτησαν να φυτεύουν καλαμπόκι. Ετοιμάζονταν για κάτι μεγάλο. Εν τω μεταξύ, οι κοινότητες ψήφιζαν η μία πίσω από την άλλη υπέρ της κήρυξης πόλεμου στην κακή κυβέρνηση.

Η επικείμενη ένοπλη εξέγερση ήταν μια επίμονη φήμη σε κύκλους της Τσιάπας. Υπήρχε η φήμη ότι θα γινόταν στις 28 Δεκεμβρίου, την Ημέρα των Αθώων Παίδων. Ήταν αβέβαιο αν θα γινόταν, πόσο μεγάλη θα ήταν και ποια μορφή θα έπαιρνε.

Η αστραπή στο σκοτάδι

Μια αστραπή στο σκοτάδι του νεοφιλελευθερισμού του Σαλίνας φώτισε το Μεξικό από τα κάτω τη νύχτα της 31ης Δεκεμβρίου 1993. Με τον ήχο του πρώτου τύμπανου της αυγής, δεκάδες χιλιάδες ιθαγενείς Ζαπατίστας κατέλαβαν στρατιωτικά τις δημοτικές πρωτεύουσες των επτά κύριων πόλεων των Υψιπέδων (Los Altos) και της Ζούγκλας της Τσιάπας.

Ο EZLN είχε μεγαλώσει για χρόνια στη σιωπή, κάτω από τα ραντάρ, μέχρι που έφτασε η στιγμή να εξεγερθεί ένοπλα. Δεν είχαν μείνει εναλλακτικές λύσεις στον ορίζοντα: η αντιμεταρρύθμιση του άρθρου 27 του Συντάγματος έθαβε την αγροτική αναδιανομή και η έναρξη ισχύος της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής μετέτρεπε τη χώρα σε Maquilatitlán(7).

Η κραυγή των Ζαπατίστας !YA BASTA! “Φτάνει πια!” την 1η Ιανουαρίου 1994 συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα και έφτασε στις πιο διαφορετικές γωνιές του πλανήτη. Οι εκφράσεις της ήταν τόσο απροσδόκητες όσο και ποικίλες.

Στο αποκορύφωμα της σύγκρουσης, ο Εθνικός Συντονισμός Οργανώσεων Παραγωγών Καφέ (CNOC), με σημαντική παρουσία στην Τσιάπας, ενεπλάκη στην αναζήτηση ειρηνικής λύσης της σύγκρουσης. Παρόλο που αποτελούνταν κυρίως από ιθαγενείς, τα μέλη του συνήθως δεν αυτοπροσδιορίζονταν ως τέτοιοι. Όμως η εξέγερση ανέτρεψε αυτή τη δυναμική και ξύπνησε μέσα τους μια τεράστια υπερηφάνεια για το ότι ανήκουν στους ιθαγενείς λαούς. Σε μια συνέλευση στην παλιά Σιουδάδ Ρεάλ, ο δάσκαλος Ουμπέρτο Χουάρες, ένας ιθαγενής Μασατέκο πρόεδρος της οργάνωσης, ξεκίνησε απροσδόκητα την ομιλία του στη γλώσσα του, απευθυνόμενος στους παρευρισκόμενους ως “ιθαγενείς αδελφοί”. Η αλλαγή ήταν αξιοπρόσεκτη. Στις συνεδριάσεις οι μικροκαλλιεργητές καφέ αναφέρονταν στους εαυτούς τους ως “σύντροφοι παραγωγοί καφέ”. Παρόμοιες συμπεριφορές γενικεύτηκαν σε ολόκληρη τη χώρα.

Στα τέλη του 1995, φάνηκε να ανοίγει ένα παράθυρο για να αντιμετωπιστεί μέρος του μακρύ καταλόγου των προβλημάτων των ιθαγενών και να αναγνωριστεί συνταγματικά ένα νέο σύμφωνο μεταξύ του κράτους και των ιθαγενών λαών, το οποίο θα αναγνώριζε την ύπαρξή τους και το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση και την αυτονομία. Προς αυτή την κατεύθυνση, στις 16 Φεβρουαρίου 1996 υπογράφηκαν οι Συμφωνίες του Σαν Άντρες για τα Δικαιώματα και τον Πολιτισμό των Ιθαγενών.

Το μεξικανικό κράτος δεν κράτησε ποτέ το λόγο του (και δεν το έχει κάνει ακόμα). Αντίθετα, ενέκρινε μια καρικατούρα συνταγματικής μεταρρύθμισης που αναγνώρισε στους αυτόχθονες λαούς δικαιώματα κάτω από όρους που τα καθιστούσαν ανεφάρμοστα. Χωρίς να ζητήσουν άδεια, σιωπηλά, οι Ζαπατίστας αφοσιώθηκαν στο να εφαρμόσουν στην πράξη αυτό που θα έπρεπε να είχε εγκριθεί με νόμο: την οικοδόμηση της αυτονομίας. Τον Αύγουστο του 2003 ανακοίνωσαν, χωρίς να της δώσουν αυτό το όνομα, τη δημιουργία της Κομμούνας της Λακαντόνα.

Αυτό ήταν πριν από 20 χρόνια. Από τότε, πέρα και έξω από τους θεσμούς και τις αρχές τους (κομματικούς, τους αποκαλούν) και παρά την αντεπαναστατική δράση εναντίον τους, ορίζουν τις δικές τους αρχές, ασκούν τη δικαιοσύνη, οργανώνουν την αγροτική παραγωγή με αυτοδιαχειριζόμενο τρόπο, οργανώνουν την υγεία και την εκπαίδευση στις κοινότητές τους, αναπτύσσουν τις τέχνες και τον αθλητισμό, χωρίς να δέχονται κυβερνητικούς πόρους.

Με χαραγμένη στη συλλογική μνήμη την κόλαση της ζωής στα τσιφλίκια, ο ζαπατισμός έχει διαμορφώσει πολλές γενιές ιθαγενών εξεγερμένων. Παρά το πέρασμα των χρόνων, η χειραφετητική του ροπή και ορμή διατηρούνται με ασυνήθιστο σθένος. Εντός των ευέλικτων συνόρων του, δεν υπάρχει εκμετάλλευση. Η εγκληματική βιομηχανία δεν μπόρεσε να διεισδύσει εκεί. Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει στη χώρα και στον κόσμο χάρη σε αυτή τη χειραφετητική ορμή. Θα αλλάξουν κι άλλα.

Έχουν περάσει τριάντα χρόνια από εκείνο Ya Basta! Από τότε, οι ζαπατίστας όχι μόνο έχουν επιζήσει αλλά έχουν επίσης οικοδομήσει μια από τις πιο καταπληκτικές και εκπληκτικές εμπειρίες αντικαπιταλιστικής αυτοδιακυβέρνησης και αυτοδιαχείρισης. Έχουν ανανεωθεί από γενιά σε γενιά. Αποτελούν μια εξαιρετική μαγιά μιας άλλης κουλτούρας και πηγή έμπνευσης για χιλιάδες αγωνιστές της άλλης παγκοσμιοποίησης σε όλο τον πλανήτη.

1) caxlanes: πλούσιοι λευκοί και μιγάδες

2) Ivan Ilich (1926-2002). Αυστριακός κληρικός που έζησε σε χώρες της Λ.Α., ως ιερωμένος της καθολικής εκκλησίας. Από το 1967 διέρρηξε τις σχέσεις τους με την επίσημη εκκλησία. Το 1961 ίδρυσε στην Κουερναβάκα του Μεξικού το Κέντρο Διαπολιτισμικής Τεκμηρίωσης (CIDOC), στο οποίο οργανώνονταν σεμινάρια στα οποία συμμετείχαν άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο. Άσκησε δριμύτατη κριτική στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία με τα βιβλία του, από τα οποία ξεχωρίζουν το “Κοινωνία χωρίς σχολεία”, “Ενέργεια και ισοτιμία”, “Εργαλεία για τη συμβιωτικότητα”, “Για τις ανάγκες του ανθρώπου σήμερα”.

3) pedranos: οι ιθαγενείς κάτοικοι του San Pedro de Chenalhó, δήμου της Τσιάπας

4) Σφαγή του Acteal: Στις 22 Δεκέμβρη του 1997, 60 παραστρατιωτικοί χρησιμοποιώντας όπλα του μεξικάνικου στρατού, εισέβαλλαν στην εκκλησία της κοινότητας του Ακτεάλ στο Τσεναλό, στην οποία είχαν καταφύγει μέλη της πασιφιστικής, χριστιανικής, φιλοζαπατιστικής οργάνωσης Las Abejas («Οι Μέλισσες») και έσφαξαν 45 γυναίκες, άντρες και παιδιά. Από την πρώτη στιγμή υπεύθυνη για τη σφαγή θεωρήθηκε η μεξικάνικη κυβέρνηση που εξόπλιζε παραστρατιωτικούς εναντίον των ζαπατίστας. 27 χρόνια μετά οι ένοχοι δεν έχουν τιμωρηθεί και μόλις το 2022 αναγνωρίστηκε επίσημα η ενοχή του μεξικάνικου κράτους. Δείτε εδώ.

5) Jtotik: στα ισπανικά «padre», πατέρας. Τη λέξη χρησιμοποιούν οι ιθαγενείς λαοί της Τσιάπας όταν αναφέρονται στον ήλιο. Η αντίστοιχη προσφώνηση για τη σελήνη είναι jmetik

6) “Εl derecho de pernada”: «Το δικαίωμα της πρώτης νύχτας». Το «δικαίωμα» των φεουδαρχών στο Μεσαίωνα και των τσιφλικάδων αργότερα να ξεπαρθενεύουν εκείνοι πρώτοι, τις γυναίκες που δούλευαν ως υπηρέτριες στα τσιφλίκια τους τη νύχτα του γάμου τους. Δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές που να βεβαιώνουν αυτό το «δικαίωμα» για το Μεσαίωνα, ωστόσο στα λατιφούντια της Λ.Α. ήταν μια πραγματικότητα έως πρόσφατα που ισοδυναμούσε με βιασμό των ιθαγενών γυναικών και δικαιολογούσε τους βιασμούς εκ μέρους των γαιοκτημόνων .

7) «Maquilatlán»: κατά το «Μπανανιστάν». Από το maquiladoras, μεγάλες μεταποιητικές βιομηχανίες στο βορρά του Μεξικού, βορειοαμερικανικών κυρίως συμφερόντων, που είναι κράτος εν κράτει, δεν πληρώνουν φόρους και στις οποίες δουλεύουν σε συνθήκες άγρια εκμετάλλευσης, πολίτες μεξικάνοι, κυρίως γυναίκες, από το φτωχό νότο του Μεξικού

Αφήστε ένα σχόλιο

seven + 13 =