Αυτοθέσμιση - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr Eλευθεριακός ψηφιακός τόπος & εκδόσεις Mon, 14 Sep 2026 04:26:43 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0.4 https://www.aftoleksi.gr/wp-content/uploads/2019/10/cropped-logo-web-transparent-150x150.png Αυτοθέσμιση - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr 32 32 231794430 Ποιο είναι το «εμείς» της μαθηματικής κοινότητας; https://www.aftoleksi.gr/2026/09/14/poio-to-emeis-tis-mathimatikis-koinotitas/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=poio-to-emeis-tis-mathimatikis-koinotitas https://www.aftoleksi.gr/2026/09/14/poio-to-emeis-tis-mathimatikis-koinotitas/#respond Mon, 14 Sep 2026 04:26:43 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=23728 Κείμενο: Αντώνιος Χμάντι. Φωτογραφία κειμένου: Συμμετέχοντες στο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών, Ζυρίχη, 1932 (του Johannes Meiner / ETH-Bibliothek, δημόσιο κτήμα). Η πρόσφατη διακήρυξη για την τεχνητή νοημοσύνη και τα μαθηματικά κάνει, ίσως χωρίς να το επιδιώκει πλήρως, ένα βήμα από την επιστημολογία στην πολιτική, επειδή δεν περιορίζεται σε μια κρίση για την ποιότητα της μαθηματικής έρευνας [...]

The post Ποιο είναι το «εμείς» της μαθηματικής κοινότητας; first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Αντώνιος Χμάντι. Φωτογραφία κειμένου: Συμμετέχοντες στο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών, Ζυρίχη, 1932 (του Johannes Meiner / ETH-Bibliothek, δημόσιο κτήμα).

Η πρόσφατη διακήρυξη για την τεχνητή νοημοσύνη και τα μαθηματικά κάνει, ίσως χωρίς να το επιδιώκει πλήρως, ένα βήμα από την επιστημολογία στην πολιτική, επειδή δεν περιορίζεται σε μια κρίση για την ποιότητα της μαθηματικής έρευνας αλλά μιλά για τους «στόχους» και τις «αξίες» της μαθηματικής κοινότητας και ζητά τα προβλήματα που περιγράφει να αντιμετωπιστούν από την ίδια την κοινότητα, τις εταιρείες που αναπτύσσουν αυτές τις τεχνολογίες και, ευρύτερα, από την κοινωνία.[1] Όσο η συζήτηση αφορά το αν ένα σύστημα μπορεί να αποδείξει ένα θεώρημα η λέξη «κοινότητα» μπορεί να λειτουργεί περιγραφικά, όταν όμως η κοινότητα καλείται να αποφασίσει, αποκτά αναγκαστικά πολιτικό περιεχόμενο και τότε τίθεται το ερώτημα ποιο ακριβώς είναι το «εμείς» που επικαλούμαστε.

Η διακήρυξη ξεκίνησε με τις υπογραφές είκοσι πέντε κατόχων του Fields Medal, γεγονός που της έδωσε εξαρχής εξαιρετικό επιστημονικό βάρος και ορατότητα αλλά μέχρι το μεσημέρι της 12ης Σεπτεμβρίου είχε ήδη συγκεντρώσει πάνω από 3.000  υπογραφές από μαθηματικούς και ερευνητές διαφορετικών βαθμίδων και ιδρυμάτων σε όλο τον κόσμο.[1] Η ανησυχία, επομένως, δεν έμεινε στον στενό κύκλο των πλέον αναγνωρισμένων προσώπων του πεδίου, η μετάβαση όμως από είκοσι πέντε υπογραφές σε μερικές χιλιάδες δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα πώς μια επιστημονική κοινότητα μετατρέπεται από σύνολο ατόμων που συμφωνούν σε συλλογικό σώμα ικανό να αποφασίζει.

Στο «Η ελληνική πόλις και η δημιουργία της δημοκρατίας», ο Καστοριάδης εξετάζει ακριβώς τη σχέση ανάμεσα στον δήμο και στους ειδικούς, αναγνωρίζοντας πλήρως την ιδιαίτερη γνώση που απαιτεί μια τέχνη χωρίς όμως να συνάγει από αυτήν κάποιο γενικό δικαίωμα πολιτικής κυριαρχίας. Όταν το ζήτημα αφορά τα κοινά δεν υπάρχει για τον Καστοριάδη «ειδικός των πολιτικών υποθέσεων» ενώ ο κατάλληλος κριτής του ειδικού δεν είναι αναγκαστικά ένας άλλος ειδικός αλλά ο χρήστης· στα δημόσια πράγματα αυτός ο χρήστης είναι η ίδια η πόλις.[2] Ο ειδικός έχει, επομένως, αυθεντία ως προς το αντικείμενο που γνωρίζει, από αυτήν όμως δεν προκύπτει πολιτική εντολή.

Το βήμα του ομιλητή στην Πνύκα, Αθήνα. Ο χώρος όπου συνερχόταν η Εκκλησία του Δήμου.
Φωτογραφία: Mirjanamimi / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0.

Η τεχνική γνώση των εταιρειών και η επιστημονική γνώση των μαθηματικών είναι απαραίτητες σε μια τέτοια συζήτηση αλλά δεν απαντούν στο πολιτικό ερώτημα. Οι συνέπειες των αποφάσεων ξεπερνούν τόσο εκείνους που κατασκευάζουν τα συστήματα όσο και εκείνους που γνωρίζουν καλύτερα το επιστημονικό πεδίο στο οποίο εφαρμόζονται. Η πολιτική νομιμοποίηση πρέπει επομένως να αναζητηθεί αλλού.

Η Άρεντ, στο «Αλήθεια και πολιτική», μας επιτρέπει να τοποθετήσουμε ένα σαφές όριο ανάμεσα στα δύο επίπεδα. Η ορθότητα μιας μαθηματικής απόδειξης ανήκει στο πεδίο της αλήθειας και δεν εξαρτάται από συναίνεση. Η απόφαση όμως για τους θεσμούς, τους πόρους και τους σκοπούς της έρευνας ανήκει στον χώρο της πολιτικής κρίσης, όπου πρέπει να συνυπολογίζονται οι διαφορετικές θέσεις όσων μοιράζονται έναν κοινό κόσμο.[3]

Η ίδια η έκφραση «μαθηματική κοινότητα» κρύβει, αν χρησιμοποιηθεί πολύ εύκολα, τις διαφορές που υπάρχουν στο εσωτερικό της. Ένας μόνιμος καθηγητής και ένας μεταδιδακτορικός ερευνητής με προσωρινή σύμβαση ανήκουν στην ίδια μαθηματική κοινότητα, χωρίς να εισέρχονται στη δημόσια συζήτησή της από την ίδια θέση. Η εργασιακή ασφάλεια, η εγγύτητα στα κέντρα αποφάσεων και κυρίως η δυνατότητα μιας προσωπικής θέσης να αποκτήσει δημόσιο βάρος κατανέμονται εξαιρετικά άνισα· ανάλογες ανισότητες υπάρχουν ανάμεσα σε ισχυρά ιδρύματα και πανεπιστήμια με πολύ λιγότερους πόρους. Η κοινότητα είναι υπαρκτή ως δίκτυο γνώσης και συνεργασίας όχι όμως ήδη συγκροτημένη ως δήμος.

Blackboard under arrest, 2007. Μαυροπίνακας περιφραγμένος με αστυνομική ταινία στη θερινή μαθηματική σχολή του Ali Nesin.
Φωτογραφία: Alexandre Borovik / Wikimedia Commons, CC BY 2.0.

Οι 3.000+ υπογραφές απομακρύνουν εύλογα την εικόνα μιας διακήρυξης που εκφράζει αποκλειστικά την κορυφή της ακαδημαϊκής ιεραρχίας αφού η στήριξή της εξαπλώθηκε μέσα σε ελάχιστο χρόνο πολύ ευρύτερα. Η συγκέντρωση τόσων ατομικών υπογραφών πιστοποιεί μια ήδη ευρεία σύγκλιση και κινητοποίηση, η συγκρότηση διαδικασίας κοινής απόφασης είναι διαφορετικό ζήτημα. Το πολιτικό πρόβλημα αρχίζει ακριβώς όταν η συμφωνία ότι «υπάρχει κάτι που πρέπει να αντιμετωπιστεί» πρέπει να μετατραπεί σε διαδικασία μέσα από την οποία θα αποφασιστεί τι ακριβώς πρέπει να γίνει.

Στο βιβλίο του «Το νόημα του συνομοσπονδισμού», ο Μπούκτσιν διαχωρίζει τη λήψη αποφάσεων από τον συντονισμό τους, επιχειρώντας να απαντήσει σε ένα πρόβλημα κλίμακας που εμφανίζεται κάθε φορά που πολλές επιμέρους κοινότητες χρειάζεται να δράσουν από κοινού. Τα συνομοσπονδιακά συμβούλια, όπως τα περιγράφει, αποτελούνται από δεσμευμένους, υπόλογους και ανακλητούς εντολοδόχους των συνελεύσεων που τους έστειλαν ώστε ο συντονισμός να μη δημιουργεί ένα νέο κέντρο το οποίο με τον χρόνο αποφασίζει ανεξάρτητα από αυτές.[4] Δεν χρειάζεται να μεταφέρουμε αυτούσιο το πολιτειακό του πρότυπο στην επιστημονική ζωή για να κρατήσουμε τη βασική του απαίτηση, ότι η ανάγκη συντονισμού δεν συνεπάγεται αναγκαστικά παραχώρηση της απόφασης.

Κληρωτήριο, Μουσείο Αρχαίας Αγοράς, Αθήνα. Μηχανισμός κλήρωσης πολιτών για τη στελέχωση των λαϊκών δικαστηρίων της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Φωτογραφία: Sharon Mollerus / Wikimedia Commons, CC BY 2.0.

Για τη μαθηματική κοινότητα αυτό θα σήμαινε ότι οι διακηρύξεις, όσο ευρείες και αν γίνονται, δεν αρκούν ως θεσμός συλλογικής απόφασης. Θα έπρεπε να διερευνηθούν μορφές μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι που εργάζονται και σπουδάζουν στα τμήματα και στα ερευνητικά ιδρύματα μπορούν πράγματι να συμμετέχουν στη διαμόρφωση θέσεων ενώ ο αναγκαίος συντονισμός ανάμεσα σε διαφορετικά ιδρύματα και επιστημονικές ενώσεις θα παραμένει ελέγξιμος από εκείνους που εκπροσωπεί. Το αν αυτή η διαδικασία θα πάρει τη μορφή συνελεύσεων, αιρετών και ανακλητών εντολοδόχων ή άλλων θεσμών δεν χρειάζεται να προεξοφληθεί, αν προεξοφλούσαμε τη μορφή πριν υπάρξει η ίδια η συλλογική διαδικασία θα επαναλαμβάναμε με διαφορετικούς όρους το πρόβλημα που θέλουμε να λύσουμε.

Η αυτοκυβέρνηση μιας επιστημονικής κοινότητας έχει βέβαια και ένα σαφές όριο. Όσο μια απόφαση αφορά αποκλειστικά εσωτερικούς κανόνες της μαθηματικής πρακτικής, οι ίδιοι οι μαθηματικοί έχουν προφανώς ειδικό λόγο για αυτήν· όταν όμως οι αποφάσεις αφορούν τη διάθεση μεγάλων υλικών πόρων, την κατεύθυνση τεχνολογιών με συνέπειες πολύ πέρα από τα πανεπιστήμια ή τους όρους υπό τους οποίους η κοινωνία θα εξαρτάται από ιδιωτικές υποδομές, το σώμα των ενδιαφερομένων είναι αναγκαστικά ευρύτερο. Το ίδιο ισχύει ακόμη περισσότερο όταν η ανάπτυξη αυτών των υποδομών απαιτεί ενέργεια, νερό, γη και πρώτες ύλες και μεταφέρει οικολογικά κόστη σε τόπους και πληθυσμούς που δεν συμμετέχουν καθόλου στις αποφάσεις για τη χρήση τους. Η οικολογική διάσταση δεν αποτελεί επομένως κάποιο εξωτερικό όριο που προστίθεται εκ των υστέρων στην τεχνολογική πολιτική αλλά αφορά εξαρχής το ποιος αποφασίζει ποιοι πόροι θα δεσμευτούν, για ποιους σκοπούς και ποιος θα επιβαρυνθεί από αυτή την επιλογή. Ο ειδικός μπορεί να γνωρίζει πολύ περισσότερα για το αντικείμενο της απόφασης χωρίς γι’ αυτό να αποκτά κυριαρχία πάνω σε εκείνους που θα υποστούν τις συνέπειές της.

Η διακήρυξη κατάφερε να είναι μια παρέμβαση που ξεκίνησε από είκοσι πέντε κατόχους του Fields Medal και συγκέντρωσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο χιλιάδες μαθηματικούς από πολύ διαφορετικές θέσεις μέσα στο πεδίο. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει μια πραγματική κοινή ανησυχία. Το δυσκολότερο ζήτημα εμφανίζεται από εδώ και πέρα, όταν η συμφωνία πάνω σε ένα κείμενο θα πρέπει κάποια στιγμή να δώσει τη θέση της σε διαφωνίες για συγκεκριμένες αποφάσεις. Εκεί θα φανεί αν η «μαθηματική κοινότητα» μπορεί να αποκτήσει θεσμούς μέσα στους οποίους να αποφασίζει η ίδια ή αν, κάθε φορά που η συναίνεση τελειώνει, η απόφαση θα επιστρέφει στα εταιρικά κέντρα και στην άτυπη αυθεντία των ισχυρότερων μελών της.

Πηγές

  1. Math and AI, “A Severe Misalignment of AI in Mathematics,” https://mathandai.org/· “Endorsers,” προσπελάστηκε 12 Σεπτεμβρίου 2026.
  2. Cornelius Castoriadis, “The Greek Polis and the Creation of Democracy,” Graduate Faculty Philosophy Journal 9, no. 2 (1983): 79–115, ιδίως 99–100. https://doi.org/10.5840/gfpj1983927.
  3. Hannah Arendt, “Truth and Politics,” in Between Past and Future: Eight Exercises in Political Thought, enlarged ed. (New York: Viking Press, 1968), 227–264, ιδίως 241–242.
  4. Murray Bookchin, “The Meaning of Confederalism,” Green Perspectives, no. 20 (November 1990).

The post Ποιο είναι το «εμείς» της μαθηματικής κοινότητας; first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/09/14/poio-to-emeis-tis-mathimatikis-koinotitas/feed/ 0 23728
Ντ. Χάντερ: Το «προμοτάρισμα» των ιδεών https://www.aftoleksi.gr/2026/08/20/nt-chanter-to-promotarisma-ton-ideon/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=nt-chanter-to-promotarisma-ton-ideon https://www.aftoleksi.gr/2026/08/20/nt-chanter-to-promotarisma-ton-ideon/#respond Thu, 20 Aug 2026 07:31:31 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=23581 Κείμενο: D. Hunter * | Μετάφραση: Έλενα Παγάνη Η αποτυχία της Αριστεράς να προσεγγίσει την εργατική τάξη δεν είναι αποτυχία ιδεών. Είναι αποτυχία μορφής. Οι ιδέες είναι διαθέσιμες στους ανθρώπους στους οποίους δεν καταφέρνει να απευθύνει. Αυτό που δεν είναι διαθέσιμο σε εκείνους –αυτό που η Αριστερά έχει κατ’ εξακολούθηση αποτύχει να προσφέρει– είναι μια [...]

The post Ντ. Χάντερ: Το «προμοτάρισμα» των ιδεών first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: D. Hunter * | Μετάφραση: Έλενα Παγάνη

Η αποτυχία της Αριστεράς να προσεγγίσει την εργατική τάξη δεν είναι αποτυχία ιδεών. Είναι αποτυχία μορφής. Οι ιδέες είναι διαθέσιμες στους ανθρώπους στους οποίους δεν καταφέρνει να απευθύνει. Αυτό που δεν είναι διαθέσιμο σε εκείνους –αυτό που η Αριστερά έχει κατ’ εξακολούθηση αποτύχει να προσφέρει– είναι μια πολιτική κουλτούρα στην οποία να μπορούν να χωρέσουν.

Ο Noah Carter είναι είκοσι ετών, από το Drumchapel στα βορειοδυτικά της Γλασκώβης, και από τα δεκαεννέα του εργάζεται ως συνδικαλιστικός εκπρόσωπος σε σούπερ μάρκετ. Έχει παρακολουθήσει σοσιαλιστικές συνελεύσεις στη Γλασκώβη. Η ετυμηγορία του είναι ξεκάθαρη:

«Έχω πάει σε μερικές σοσιαλιστικές συνελεύσεις στη Γλασκώβη και, για να είμαι ειλικρινής, μπορούν να είναι κάπως υπερβολικές. Η ποσότητα της θεωρίας, το ειδικό λεξιλόγιο, η υπόθεση ότι όλοι έχουν διαβάσει τα ίδια πράγματα. Δεν τα έχω διαβάσει όλα. Κατανοώ την ταξική αντίθεση μέσα από τη δουλειά μου σε ένα σούπερ μάρκετ, όχι διαβάζοντας γι’ αυτήν».

Το «μπορούν να είναι κάπως υπερβολικές» είναι μια προσεκτική διατύπωση. Ο Carter δεν λέει ότι οι συνελεύσεις ήταν λανθασμένες, ούτε ότι οι άνθρωποι που συμμετείχαν σε αυτές ήταν εχθρικοί, ούτε ότι η πολιτική που συζητούσαν ήταν άσχετη με τη δική του κατάσταση. Λέει ότι η μορφή ήταν απρόσιτη – ότι το ειδικό λεξιλόγιο, οι κοινές αναφορές που θεωρούνταν αυτονόητες και η ίδια η κουλτούρα των συνελεύσεων δημιούργησαν ένα φράγμα ανάμεσα στις ιδέες και στους ανθρώπους που θα μπορούσαν περισσότερο να τις αξιοποιήσουν. Και υποδεικνύει μια εναλλακτική μορφή κατανόησης, εξίσου έγκυρη: το να γνωρίζεις την ταξική θέση μέσα από την εργασία σε ένα σούπερ μάρκετ, μέσα από τη συγκεκριμένη καθημερινή εμπειρία του ποιος μπορεί να σου λέει τι να κάνεις και ποιος όχι, δεν είναι κατώτερη μορφή γνώσης. Είναι διαφορετική – και, από ορισμένες απόψεις, ακριβέστερη.

Ο Tunde Ajayi, από το Bulwell του Νότιγχαμ, με δέκα χρόνια εργασίας στο κέντρο διανομής της Amazon, αναλύει πιο συστηματικά αυτή την αποτυχία. Έχει έρθει σε επαφή με σοσιαλιστικές ομάδες που προσπάθησαν να οργανώσουν τους εργαζομένους σε αποθήκες και περιγράφει με ακρίβεια τι ξεχωρίζει τις χρήσιμες από τις άχρηστες παρεμβάσεις:

«Η πιο χρήσιμη επαφή που είχα με την Αριστερά ήταν με ανθρώπους που εμφανίζονταν, ρωτούσαν τι συμβαίνει, άκουγαν την απάντηση και μετά προσέφεραν εργαλεία –νομική γνώση, επαφές με τα μέσα ενημέρωσης, εμπειρία στην οργάνωση– αντί να μου λένε τι σημαίνει η δική μου εμπειρία. Η λιγότερο χρήσιμη ήταν όταν προηγούνταν το θεωρητικό πλαίσιο και ακολουθούσε η πραγματικότητα στον χώρο εργασίας».

Πρώτα το θεωρητικό πλαίσιο, δεύτερη η πραγματικότητα στον χώρο εργασίας. Η σειρά είναι το πρόβλημα. Όταν η Αριστερά εμφανίζεται με ένα ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο και οργανώνει την επαφή της γύρω από την προσαρμογή της πραγματικότητας στον χώρο εργασίας σε αυτό το πλαίσιο, κάνει κάτι που ο εργαζόμενος στην αποθήκη βιώνει αμέσως ως ασέβεια – σαν να υποστηρίζει ότι δεν κατανοεί ο ίδιος τι σημαίνει η κατάστασή του και ότι χρειάζεται έναν εξωτερικό αναλυτή για να την ερμηνεύσει. Ο Ajayi γνωρίζει τι σημαίνει η κατάστασή του. Τη ζει εδώ και δέκα χρόνια. Αυτό που χρειάζεται από την Αριστερά δεν είναι ερμηνεία. Είναι εργαλεία.

Η ίδια αποτυχία σε όλους τους κλάδους

Το μοτίβο που εντοπίζει ο Shaw στα τεχνικά επαγγέλματα των κατασκευών και οι Carter και Ajayi στο λιανικό εμπόριο και τα logistics δεν αφορά έναν συγκεκριμένο κλάδο. Είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο η βρετανική Αριστερά έχει οργανωθεί σε όλους τους τομείς και εμφανίζεται στις αφηγήσεις εργατών ακτιβιστών σε ολόκληρη τη γκάμα, όπου γίνεται λόγος για την οργάνωση από την Αριστερά.

Η Dee, πανεπιστημιακή διδάσκουσα που μπήκε στον χώρο της εκπαίδευσης αφού πρώτα καθάριζε τα κτίρια άλλων ανθρώπων και αγωνίστηκε, ως ανύπαντρη μητέρα στα τριάντα της, για να αποκτήσει πρόσβαση στην εκπαίδευση, είναι η πιο καυστική. Ο θυμός της δεν στρέφεται ενάντια στις ιδέες της Αριστεράς. Στρέφεται ενάντια στη δομική θέση που καταλαμβάνουν οι αριστεροί φορείς μεσοαστικής προέλευσης απέναντι στην εργατική τάξη, την οποία ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν – στον τρόπο με τον οποίο αυτή η θέση παράγει ένα συγκεκριμένο σύνολο αντιλήψεων και συμπεριφορών που καθιστούν σχεδόν αδύνατη την πραγματική αλληλεγγύη:

«Η εμπειρία της εργατικής τάξης φιλτράρεται μέσα από την οπτική των μεσοαστών. Δεν υπάρχουν φωνές της εργατικής τάξης στη δημόσια σφαίρα. Και νομίζω ότι το λάθος της μεσαίας τάξης είναι πως συγχέει το networking με την αλληλεγγύη».

Netowrking αντί για αλληλεγγύη. Η διάκριση αφορά, από τη μία, τη διατήρηση αμοιβαία επωφελών επαγγελματικών σχέσεων –κάτι στο οποίο η μεσοαστική πολιτική κουλτούρα είναι πολύ καλή– και, από την άλλη, τη δέσμευση να στέκεσαι στο πλευρό των ανθρώπων ανεξάρτητα από το αν αυτό προσφέρει επαγγελματικό όφελος – κάτι που η εργατική πολιτική κουλτούρα, στην καλύτερη εκδοχή της, απαιτούσε ιστορικά. Η κουλτούρα της Αριστεράς έχει προσανατολιστεί προς το πρώτο, ενώ χρησιμοποιεί τη γλώσσα του δεύτερου. Οι άνθρωποι της εργατικής τάξης το αντιλαμβάνονται.

Η Sascha, στα μέσα της έκτης δεκαετίας της ζωής της, διατυπώνει το ίδιο σημείο με πιο βιωματικό τρόπο. Έχει ζήσει την ταξική ανάλυση πολύ πριν κάποιος της προσφέρει ένα θεωρητικό πλαίσιο για να την κατανοήσει και η περιγραφή της αποτυχίας της Αριστεράς βασίζεται σε δεκαετίες παρατήρησης της λειτουργίας της από κοντά:

«Νομίζω ότι η θεμελιώδης αδυναμία των ανθρώπων της εργατικής τάξης είναι πως είμαστε υπερβολικά καλοί –στην ουσία, υπερβολικά ανεκτικοί– όταν πρόκειται για ανθρώπους που μας ποδοπατούν και μας φέρονται άσχημα. Ανεχόμαστε πολύ περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε πραγματικά να ανεχόμαστε. Δεν μας αρέσει να δημιουργούμε προβλήματα και δεν θέλουμε να μας θεωρούν αχάριστους».

Αυτό δεν αποτελεί κριτική μιας επικοινωνιακής στρατηγικής της Αριστεράς. Είναι περιγραφή της σχέσης εξουσίας την οποία η επικοινωνιακή στρατηγική της Αριστεράς έχει κατ’ εξακολούθηση αποτύχει να διαταράξει. Ο εργαζόμενος άνθρωπος που είναι υπερβολικά ευγενικός για να κατονομάσει αυτό που του συμβαίνει, που δεν θέλει να θεωρηθεί αχάριστος και που απορροφά τη συγκαταβατικότητα των μεσοαστών πολιτικών παραγόντων χωρίς να την κατονομάζει – αυτό δεν είναι πρόβλημα που η Αριστερά μπορεί να λύσει βρίσκοντας καλύτερη γλώσσα. Είναι πρόβλημα που απαιτεί μια διαφορετική σχέση με την εξουσία μέσα στις ίδιες τις αριστερές οργανώσεις.

Τι αγγίζει τους ανθρώπους

Η περιγραφή του Carter για το τι αγγίζει πραγματικά τους συναδέλφους του στο σούπερ μάρκετ είναι η σαφέστερη θετική διατύπωση για το τι χρειάζεται να κάνει διαφορετικά η Αριστερά στην επικοινωνία της:

«Οι εργαζόμενοι στο κατάστημά μου, οι περισσότεροι, δεν πρόκειται να έρθουν σε μια σοσιαλιστική συνέλευση. Θα ανταποκριθούν σε κάτι που μιλά για αυτό που πραγματικά τους συμβαίνει στη δουλειά αυτή την εβδομάδα. Το πρόγραμμα βαρδιών που αλλάζει συνέχεια. Τις ώρες που μειώθηκαν. Τον διευθυντή που τους κάνει τη ζωή δύσκολη. Το να ξεκινάς από εκεί –από την άμεση εμπειρία της δουλειάς– και να προχωράς προς τη μεγαλύτερη εικόνα είναι ο σωστός τρόπος. Αν ξεκινήσεις από τη μεγάλη εικόνα και κατέβεις στη συγκεκριμένη κατάστασή τους, χάνεις τον κόσμο. Το βλέπω να συμβαίνει».

Το να ξεκινάς από την άμεση εμπειρία της εργασίας και να προχωράς προς τα έξω δεν είναι απλώς μια συμβουλή επικοινωνίας. Είναι αντιστροφή της τυπικής πολιτικής λογικής της Αριστεράς, η οποία ιστορικά ξεκινούσε από τη μεγάλη εικόνα —την ανάλυση του καπιταλισμού, το πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού— και κατέβαινε στη συγκεκριμένη κατάσταση ως παράδειγμα ή εφαρμογή. Ο Carter λέει: αντιστρέψτε τη σειρά. Η άμεση εμπειρία δεν αποτελεί παράδειγμα της ανάλυσης. Είναι η ίδια η ανάλυση. Ξεκινήστε από εκεί και η μεγαλύτερη εικόνα θα ακολουθήσει. Αν ξεκινήσετε από τη μεγάλη εικόνα, έχετε ήδη σηματοδοτήσει ότι η άμεση εμπειρία είναι δευτερεύουσα.

Η Kemi Adeyemi, η οποία εργάζεται για την απελευθέρωση των τρανς ατόμων στο Νότιγχαμ, προερχόμενη από εργατική τάξη, περιγράφει την ίδια αποτυχία στο ειδικό πλαίσιο της τρανς πολιτικής. Η δημόσια συζήτηση διεξάγεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο επίπεδο της αρχής και της πολιτικής – θα πρέπει να επιτρέπεται σε αυτό το άτομο να εισέρχεται σε αυτόν τον χώρο, θα πρέπει να αλλάξει έτσι αυτός ο νόμος. Αυτό που απουσιάζει από τη συζήτηση είναι η άμεση εμπειρία: γιατί οι τρανς άνθρωποι είναι δυσανάλογα φτωχοί, γιατί οι μαύρες τρανς γυναίκες υφίστανται δυσανάλογα συχνά βία, ποιες είναι οι υλικές συνθήκες της ζωής των τρανς ανθρώπων της εργατικής τάξης και τι θα κόστιζε η αλλαγή τους:

«Η δημόσια συζήτηση για τα δικαιώματα των τρανς ατόμων πλαισιώνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου γύρω από το ερώτημα: θα πρέπει να επιτρέπεται σε αυτό το συγκεκριμένο άτομο να εισέρχεται σε αυτόν τον συγκεκριμένο χώρο; Και αυτό που απουσιάζει από αυτό το πλαίσιο είναι: γιατί οι τρανς άνθρωποι είναι δυσανάλογα φτωχοί; Γιατί οι τρανς άνθρωποι είναι δυσανάλογα συχνά άστεγοι; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα είναι ταξικές απαντήσεις και η δημόσια συζήτηση μετά βίας τα αγγίζει».

Η δημόσια συζήτηση τα αγγίζει ελάχιστα επειδή διεξάγεται από ανθρώπους για τους οποίους η άμεση υλική εμπειρία δεν αποτελεί το επείγον ερώτημα – για τους οποίους επείγον είναι το ζήτημα της αρχής. Για την Adeyemi και τους ανθρώπους με τους οποίους εργάζεται, η αρχή δεν μπορεί να διαχωριστεί από την υλική εμπειρία. Το ερώτημα αν μια τρανς έγχρωμη γυναίκα μπορεί να έχει ασφαλή πρόσβαση σε στέγαση, υγειονομική περίθαλψη ή εργασία δεν είναι συνέπεια της αρχής που έρχεται αργότερα. Είναι η ίδια η αρχή, διατυπωμένη με συγκεκριμένο και επείγων τρόπο.

Ο κινηματικός χώρος και η ταξική του διάσταση

Αρκετοί από τους συνεντευξιαζόμενους περιγράφουν την ιδιαίτερη κουλτούρα των αριστερών κινηματικών χώρων ως ταξικό πρόβλημα καθαυτό – όχι επειδή οι χώροι αυτοί είναι εχθρικοί απέναντι στους ανθρώπους της εργατικής τάξης, αλλά επειδή είναι δομημένοι με τρόπους που καθιστούν δομικά δυσκολότερη τη συμμετοχή τους.

Ο Tyler Haines, είκοσι ενός ετών, από το Harehills του Λιντς, ο οποίος οργανώνεται στον χώρο της queer απελευθερωτικής πολιτικής, περιγράφει ότι βρήκε κοινότητα σε ρητά πολιτικούς χώρους και σε διαδικτυακούς χώρους, αλλά ένιωσε εκτός τόπου στους κυρίαρχους queer χώρους του κέντρου της πόλης. Τα ταξικά σημάδια σε αυτούς τους χώρους είναι διακριτικά –τι φοράς, για ποια πράγματα μιλάς, ποια μουσική γνωρίζεις– αλλά είναι υπαρκτά και μεταδίδουν ξεκάθαρα σε κάποιον από το Harehills ότι ο χώρος δεν σχεδιάστηκε για εκείνον. Οι πολιτικοί χώροι που του φάνηκαν πιο χρήσιμοι ήταν εκείνοι που οργανώνονταν γύρω από συγκεκριμένες κοινές υλικές ανάγκες –τη στέγαση, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, τις συνθήκες εργασίας– και όχι γύρω από μια κοινή πολιτισμική ταυτότητα:

«Μερικές φορές έχω νιώσει ότι είμαι η παρουσία της εργατικής τάξης σε ένα δωμάτιο που δεν ξέρει ακριβώς τι να κάνει μαζί μου».

Το δωμάτιο που δεν ξέρει ακριβώς τι να κάνει μαζί σου. Αυτή είναι η εμπειρία της εργατικής τάξης στους αριστερούς κινηματικούς χώρους, διατυπωμένη με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Όχι εχθρότητα. Όχι αποκλεισμός με κάποια τυπική έννοια. Απλώς η ιδιαίτερη αμηχανία του να βρίσκεσαι σε έναν χώρο που δεν έχει σχεδιαστεί για την παρουσία σου – που δεν διαθέτει τους πολιτισμικούς πόρους για να σε προσεγγίσει με τους δικούς σου όρους και που σε αντιμετωπίζει ως ενδιαφέρουσα εξαίρεση αντί ως κεντρικό συμμετέχοντα. Η πολιτική είναι σωστή. Η κουλτούρα είναι λάθος. Και η κουλτούρα, όπως επιμένει ο Shaw, αποτελεί αποτυχία της Αριστεράς.

Η Nyxie, αναρχική από το Λίβερπουλ που οργανώνεται εδώ και χρόνια, περιγράφει την ιδιαίτερη εκδοχή του προβλήματος στους κινηματικούς χώρους όπου συναντώνται διαφορετικές τάξεις. Πολιτικά βρίσκεται σε γενικές γραμμές στην ίδια πλευρά με τους μεσοαστούς ανθρώπους με τους οποίους οργανώνεται κάποιες φορές από κοινού. Αυτό, όμως, δεν κάνει τη συνάντηση άνετη:

«Νιώθω ότι ξενερώνω με ανθρώπους, και νομίζω ότι μεγάλο μέρος αυτού προέρχεται από τον τρόπο με τον οποίο τους αντιλαμβάνομαι. Ακόμη και όταν πρόκειται για ανθρώπους με τους οποίους βρίσκομαι περίπου στην ίδια πολιτική θέση, ανθρώπους που γνωρίζω ότι προέρχονται από ένα πιο μεσοαστικό, πιο προνομιούχο περιβάλλον, μπορεί να είμαι κάπως πιο επιφυλακτική απέναντι στις απόψεις τους».

Πιο επιφυλακτική. Όχι εχθρική, όχι επειδή θεωρεί ότι κάνουν κατ’ ανάγκην λάθος, αλλά επειδή διατηρεί μια βαθύτερη επιφύλαξη την οποία ο μεσοαστός πολιτικός σύμμαχος δεν έχει ακόμη κερδίσει το δικαίωμα να εξαλείψει. Αυτή είναι η υπό όρους λογοδοσία που διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή: η πολιτική αυθεντία κερδίζεται με αποδεδειγμένη αξιοπιστία στον χρόνο και δεν απονέμεται απλώς λόγω ορθών πολιτικών πεποιθήσεων. Ο μεσοαστός σύμμαχος που βρίσκεται ιδεολογικά στη σωστή πλευρά ξεκινά από το μηδέν όσον αφορά την εμπιστοσύνη που απαιτεί η πραγματική οργάνωση. Η Αριστερά έχει την τάση να αντιμετωπίζει την ιδεολογική σύμπλευση ως επαρκή. Δεν είναι.

Το δυσκολάκι

Η διατύπωση του Shaw –ότι «το προμοτάρισμα αυτών των ιδεών» δεν επικοινωνεί με ανθρώπους που θα μπορούσαν περισσότερο να τις αξιοποιήσουν– υποδηλώνει κάτι πιο απαιτητικό από τη βελτίωση της επικοινωνίας. Υποδηλώνει ότι η Αριστερά χρειάζεται να αλλάξει όχι μόνο αυτά που λέει, αλλά αυτό που είναι: την πολιτισμική μορφή των οργανώσεών της, τους τρόπους πολιτικής εμπλοκής που θεωρεί τυπικούς, καθώς και την ταξική σύνθεση των χώρων όπου παράγεται και επικοινωνείται η πολιτική.

Αυτό είναι πραγματικά δύσκολο. Η κουλτούρα της Αριστεράς δεν είναι κάτι παρεμπίπτον σε αυτήν. Έχει οικοδομηθεί επί δεκαετίες από ανθρώπους που δεν πρόκειται να σταματήσουν να συναντιούνται σε κοινοτικά κέντρα, να διαβάζουν θεωρία ή να χρησιμοποιούν το λεξιλόγιο που έχουν αναπτύξει. Το ερώτημα δεν είναι αν αυτή η κουλτούρα θα πρέπει να καταργηθεί –δεν θα πρέπει– αλλά αν θα πρέπει να είναι η μόνη διαθέσιμη κουλτούρα, το άρρητο πρότυπο με βάση το οποίο αξιολογείται κάθε πολιτική εμπλοκή. Η απάντηση που προκύπτει από αυτές τις συνεντεύξεις είναι σαφής. Δεν θα πρέπει. Και το κόστος της συνεχιζόμενης κυριαρχίας της καταβάλλεται από τους ανθρώπους τους οποίους η Αριστερά χρειάζεται περισσότερο να προσεγγίσει.

———————————————————————-

* Ο Χάντερ υπήρξε ως παιδί σεξεργάτης, ως έφηβος εξαρτημένος από το κρακ και αργότερα βίαιος κακοποιός αλλά και κοινωνικός αγωνιστής. Έμαθε γραφή και ανάγνωση στη φυλακή, στα 23 του χρόνια. Σήμερα είναι διδάκτορας Κοινωνιολογίας. Η ίδια του η ζωή, λοιπόν, είναι το εργαλείο που χρησιμοποιεί για να εξετάσει τους τρόπους με τους οποίους οι ταξικές εμπειρίες διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε και κάνουμε πολιτική. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο του CHAV – ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΑΠΟ ΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2022.

The post Ντ. Χάντερ: Το «προμοτάρισμα» των ιδεών first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/08/20/nt-chanter-to-promotarisma-ton-ideon/feed/ 0 23581
Τι είναι αυτενέργεια για τον Colin Ward (απόσπασμα από το Αυθορμητιμός και Οργάνωση, 1975) https://www.aftoleksi.gr/2026/06/06/ti-aytenergeia-ton-colin-ward-apospasma-to-aythormitimos-organosi-1975/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=ti-aytenergeia-ton-colin-ward-apospasma-to-aythormitimos-organosi-1975 https://www.aftoleksi.gr/2026/06/06/ti-aytenergeia-ton-colin-ward-apospasma-to-aythormitimos-organosi-1975/#respond Sat, 06 Jun 2026 07:31:19 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=22971 Κείμενο: Colin Ward. Απόσπασμα από το βιβλίο Αυθορμητιμός και Οργάνωση (εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 1975) του ίδιου και του Murray Bookchin, μτφρ. Νίκος Β. Αλεξίου. Ως Αυτολεξεί, κυκλοφορεί το νέο μας βιβλίο Αρχιτεκτονική, σχεδιασμός & συμμετοχή. Προς μία μετα-εξουσιαστική πόλη του Ward. Οἱ κακές συνήθειες ἐργασίας κι ἡ ἄτσαλη συμπεριφορά ὑπονομεύουν κάθε ἀπόπειρα δημιουργίας συλλογικότητας. Η [...]

The post Τι είναι αυτενέργεια για τον Colin Ward (απόσπασμα από το Αυθορμητιμός και Οργάνωση, 1975) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Colin Ward. Απόσπασμα από το βιβλίο Αυθορμητιμός και Οργάνωση (εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 1975) του ίδιου και του Murray Bookchin, μτφρ. Νίκος Β. Αλεξίου. Ως Αυτολεξεί, κυκλοφορεί το νέο μας βιβλίο Αρχιτεκτονική, σχεδιασμός & συμμετοχή. Προς μία μετα-εξουσιαστική πόλη του Ward.

Οἱ κακές συνήθειες ἐργασίας κι ἡ ἄτσαλη συμπεριφορά ὑπονομεύουν κάθε ἀπόπειρα δημιουργίας συλλογικότητας. Η ἀπρόσεκτη, άτσαλη συμπεριφορά σημαίνει ὅτι δέν ἐνδιαφερόμαστε βαθειά γι’ αὐτό πού κάνουμε ή γιά ἐκείνους μέ τούς ὁποίους τό κάνουμε. Αὐτό μπορεῖ, νά προκαλέσει ἔκπληξη σ’ ἕνα σωρό ἀνθρώπους. Τό γεγονός όμως παραμένει: μιλάμε γιά ἐπανάσταση ἀλλά ἐνεργοῦμε ἀντιδραστικά σε στοιχειώδη επίπεδα.

Ὑπάρχουν δύο βασικά πράγματα τά ὁποῖα κρύβονται πίσω ἀπ’ αὐτές τίς ἀτυχεῖς περιστάσεις:

1) Ἡ ἰδέα τῶν ἀνθρώπων γιά τό πῶς θά συμβεί κάτι (σάν τήν ἐπανάσταση) διαμορφώνει τίς συνήθειες ἐργασίας τους.
2) Τό ταξικό τους ὑπόβαθρο τούς προσφέρει μιά έπιφανειακή άποψη τῆς πολιτικῆς.

Δέ χωρεῖ καμιά ἀμφιβολία πώς ἡ γενιά τῆς Πέψη εἶναι πολιτικά πιό ζωντανή. ᾿Αλλά αὐτή ἡ νέα ἐνέργεια καναλιζάρεται ἀπ’ τούς ὀργανωτές σέ ἀνιαρές συγκεντρώσεις πού ἀναπαράγουν τήν ἱεραρχία τῆς ταξικῆς κοινωνίας. Μετά ἀπό ἕνα διάστημα, ἡ κριτική σκέψη μαραίνεται κι οἱ ἄνθρωποι χάνουν τήν περιέργειά τους. Οἱ συγκεντρώσεις γίνονται μιά ρουτίνα όπως κι ότιδήποτε ἄλλο στή ζωή.

Ἕνας σωρός προβλήματα πού θ’ ἀντιμετωπίσουν οἱ κολλεκτίβες, μποροῦν νά ἐντοπιστοῦν στίς συνήθειες ἐργασίας πού ἀποκτήθηκαν μέσα στό (μαζικό) κίνημα.

Οἱ ἄνθρωποι συνεχίζουν να παίζουν τούς παθητικούς ρόλους μέ τούς ὁποίους έξοικειώθηκαν στίς μεγάλες συγκεντρώσεις. Ἡ ἔμφαση πού δίνεται στη μαζική συμμετοχή σημαίνει ότι τό μόνο πού πρέπει να κάνεις εἶναι νά ἐμφανιστεῖς. Σπάνια προετοιμάζονται οἱ ἄνθρωποι γιά μιά συγκέντρωση, οὔτε αίσθάνονται τήν ἀνάγκη νά τό κάνουν. Συχνά ή κατάσταση αὐτή δέ γίνεται φανερή ἐπειδή ἀκριβῶς οἱ λίγοι ἄνθρωποι πού πραγματικά δουλεύουν (ἐκεῖνοι πού κάνουν τή συγκέντρωση) δημιουργοῦν τήν αὐταπάτη τῆς ὁμαδικῆς ἐπίτευξης.

Επειδή οἱ ἄνθρωποι θεωροῦν βασικά τούς ἑαυτούς τους σάν ἀντικείμενα κι ὄχι σάν ὑποκείμενα, ή πολιτική δραστηριότητα καθορίζεται σάν ἕνα μελλοντικό γεγονός πού εἶναι ἔξω ἀπ’ αὐτούς. Κανείς ἀπ’ αὐτούς δέ θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ότι κάνει τήν ἐπανάσταση κι, ἑπομένως, δέν καταλαβαίνει πώς θά πραγματοποιηθεί.

Η σύντομη διάρκεια τοῦ ἐνδιαφέροντος εἶναι ἕνα ἄσχημο σύμπτωμα τῆς ἄμεσης πολιτικῆς. Ἡ ἔμφαση πού δίνεται στήν ἀντίδραση στήν κρίση, φαίνεται ν’ ἁρπάζει τό πεδίο τῆς προσοχής – στήν πραγματικότητα συχνά δέν ὑπάρχει καθόλου χρονική διάσταση. Αὐτό τό ἄχρονο γίνεται αἰσθητό σάν ἡ συγκοπή τῆς ὑπερδέσμευσης. Πολλοί ἄνθρωποι λένε ότι θα κάνουν πράγματα δίχως πραγματικά να σκεφτούν προσεκτικά ἄν ἔχουν τόν καιρό νά τά κάνουν. Νά ἔχεις καιρό σημαίνει σε τελευταία ἀνάλυση να καθορισεις τί πραγματικά θέλεις να κάνεις. Ὑπερ-δέσμευση εἶναι ὅταν θέλεις να κάνεις τά πάντα, ἀλλά καταλήγεις νά μήν κάνεις τίποτα.

Τ’ αμέτρητα ἄλλα συμπτώματα΄ τῆς περιστασιακῆς πολιτικῆς, ἔλλειψη προετοιμασίας, ἀργοπορία, αἴσθηση ἀνίας σε δύσκολες στιγμές κλπ. – εἶναι ὅλα σημάδια μιᾶς πολιτικής στάσης πού εἶναι καταστρεπτική γιά τήν κολλεκτίβα.

Ἐκεῖνο πού εἶναι σημαντικό είναι ν’ ἀναγνωρίζεις τήν ὕπαρξη αὐτῶν τῶν προβλημάτων καί νά ξέρεις τί τά προκαλεῖ. Αὐτά δέν εἶναι προσωπικά προβλήματα ἀλλά ἱστορικά καθορισμένες στάσεις.

Πολλοί ἄνθρωποι συγχέουν τήν ἐξέγερση ἐνάντια στήν άλλοτριωμένη ἐργασία μέ τήν εἰδική της ιστορική μορφή, μέ τήν ἴδια τήν ἐργασιακή δραστηριότητα. Αὐτή ἡ ἐξέγερση ἐκφράζεται μέ μιά στάση ἐνάντια στήν ἐργασία.

Οἱ στάσεις ἀπέναντι στήν ἐργασία διαμορφώνονται ἀπ’ τίς σχέσεις μας μέ τή παραγωγή δηλαδή, ἀπ’ τήν τάξη. Ἡ τάξη εἶναι ἕνα προϊόν τῶν ἱεραρχικῶν καταμερισμῶν τῆς ἐργασίας (συμπεριλαμβάνοντας κι ἄλλες μορφές ἐκτός ἀπ’ τή μισθωτή ἐργασία). Ὑπάρχουν τρεῖς βασικές σχέσεις πού μπορούν να γεννήσουν στάσεις ενάντια στήν ἐργασία. Ἡ ἐργατική τάξη ἐκφράζει τή στάση της ενάντια στήν ἐργασία σά μιά ἐξέγερση ένάντια στήν ἐργασία πού ἔχει γίνει μονότονη. Γιά τή μεσαία τάξη, ή στάση ενάντια στήν εργασία προέρχεται ἀπ’ τήν ίδεολογία τῆς καταναλωτικής κοινωνίας καί περιστρέφεται γύρω ἀπ’ τόν ἐλεύθερο χρόνο. Το στερεότυπο τοῦ «τεμπέλη ἰθαγενοῦς» ἤ τῆς «φυσικά ἀδύναμης γυναίκας» είναι μιά τρίτη στάση ενάντια στήν ἐργασία, ἡ ὁποία ισχύει για κείνους πού ἀποκλείονται ἀπ’ τή μισθωτή ἐργασία.

Τό ὄνειρο τοῦ αὐτοματισμού (δηλαδή τῆς μή έργασίας) ένισχύει τήν ταξική προκατάληψη. Ἡ μεσαία τάξη εἶναι ἐκείνη πού ἔχει αὐτό τό ὄνειρο, ἀφοῦ ἐπιδιώκει νά ἐπεκτείνει τίς δραστηριότητές της, πού εἶναι προσανατολισμένες στόν ἐλεύθερο χρόνο.

Γιά τήν έργατική τάξη, ὁ αὐτοματισμός σημαίνει ἀπώλεια τῆς δουλειάς της – συνεχή ἀπασχόληση μέ τήν ἀνεργία ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό ἀντίθετο τοῦ ἐλεύθερου χρόνου. Γι’ αὐτούς πού ἔχουν ἀποκλειστεῖ, ὁ αὐτοματισμός δε σημαίνει τίποτα γιατί δε θά ἐφαρμοστεῖ στίς δικές τους μορφές ἐργασίας.

Ὁ αὐτοματισμός τῆς ἐργατικῆς τάξης ἔχει γίνει ἡ ἰδεολογία τῶν ριζοσπαστῶν μετά τήν ἐποχή τῆς σπάνης – ἀπ’ τούς ἀναρχικούς τοῦ περιοδικοῦ Άναρχος ὡς τή νέα έργατική τάξη τῆς S.D.S. Ἡ τεχνολογική ἀλλαγή τούς ἔχει σώσει ἀπ’ τό δίλημμα μιᾶς ταξικῆς ἀνάλυσης πού ποτέ δέν μπόρεσαν να κάνουν. Μέ τήν ἐξάλειψη τῆς ταξικής πάλης ἀπ’ τόν αὐτοματισμό (τόν αὐτοματισμό τῆς ἐργατικής τάξης) οἱ ριζοσπάστες έχουν γίνει ὑπέρμαχοι τῆς κοινωνίας τοῦ ἐλευθέρου χρόνου καί τουριστικών τρόπων ζωῆς.

Αὐτή ἡ στάση ἐνάντια στήν ἐργασία ὁδηγεῖ σέ μιά οὐτοπική ἀντίληψη καί μᾶς ἀπομακρύνει ἀπ’ τή σφαίρα τῆς ἱστορίας. Εμποδίζει τή δημιουργία τῆς συλλογικότητας καί τῆς αὐτενέργειας. Το πρόβλημα πώς να μεταμορφωθεῖ ἡ ἐργασία σε αὐτενέργεια εἶναι κεντρικό γιά τήν κατάργηση τῶν τάξεων καί τήν ἀναδιοργάνωση τῆς κοινωνίας.

Αὐτενέργεια εἶναι ἡ ἀναδημιουργία τῆς συνείδησης (πληρότητα τῆς δραστηριότητας τῆς ἀτομικῆς ζωῆς κάποιου). Ἡ κολλεκτίβα εἶναι ἐκεῖνο πού κάνει δυνατή τήν ἀναδημιουργία, γιατί καθορίζει τήν ἀτομικότητα ὄχι σά μιά ἀτομική εμπειρία ἀλλά σά μιά κοινωνική σχέση. Ἐκεῖνο πού εἶναι σημαντικό να δούμε εἶναι ὅτι ἡ ἐργασία ἀποτελεῖ τή δημιουργία μιᾶς συνειδητής δραστηριότητας μέσα στή δομή τῆς κολλεκτίβας.

Ἕνας ἀπ’ τούς καλύτερους τρόπους πού ὑπάρχουν για την ἀνακάλυψη καί τή διόρθωση στάσεων ἐνάντια στήν έργασία εἶναι διαμέσου τῆς αὐτοκριτικής. Αὐτός προσφέρει ἕνα ἀντικειμενικό πλαίσιο πού ἀφήνει στούς ἀνθρώπους χώρο γιά νά δεχθοῦν καί νά κάνουν κριτικές. Ἡ αὐτοκριτική εἶναι τό ἀντίθετο τῆς αὐτενέργειας γιατί ὁ σκοπός της εἶναι ὄχι να σᾶς ἀπομονώσει, ἀλλά ν’ ἀπελευθερώσει καταπιεσμένες ἱκανότητες. Ή αὐτοκριτική εἶναι μιά μέθοδος γιά τό χειρισμό τῆς γουρουνίσιας συμπεριφορᾶς καί τῆς ἀναπτυσσόμενης συνείδησης.

Γιά νά ξεριζώσει ἀπό μέσα μας τήν κοινωνία καί γιά νά ἐπανακαθορίσει τίς σχέσεις εργασίας μας, ή κολλεκτίβα πρέπει ν’ ἀναπτύξει μιά αἴσθηση τῆς δικῆς της ἱστορίας. Ἕνα ἀπ’ τά δυσκολότερα πράγματα πού ἔχει να κάνει εἶναι νὰ δεῖ τίς πιό στενές σχέσεις – ἐκεῖνες πού συνάπτονται μέσα στά πλαίσια τῆς κολλεκτίβας – ἀπό πολιτική σκοπιά. Η τάση πού ἐπικρατεῖ εἶναι νάναι συναισθηματική ἤ ἐκεῖνο πού ὁ Μάο ὀνομάζει «φιλελεύθερη», στίς σχέσεις ἀνάμεσα σε φίλους. Οἱ κανονισμοί δέν πρέπει πιά ν’ ἀποτελοῦν τό πλαίσιο τῆς πειθαρχίας. Πρέπει νά βασίζεται στήν πολιτική κατανόηση. Μιά ἀπ’ τίς λειτουργίες τῆς ἀνάλυσης εἶναι ὅτι πρέπει νά ἐφαρμόζεται κι ἐσωτερικά.

Ἡ προετοιμασία εἶναι ἕνα ἄλλο μέρος τῆς διαδικασίας πού δημιουργεῖ τή συνέχεια ἀνάμεσα στίς συγκεντρώσεις κι έξασφαλίζει ότι ἡ σκέψη μας δέ γίνεται μιά μερική ἐνέργεια. Επίσης καταπολεμά τήν τάση συλλογῆς ἰδεῶν τοῦ ἀέρα. Ὅπου οἱ συγκεντρώσεις τείνουν νἄναι ἀφηρημένες καί στό βρόντο, ἐννοεῖ ὅπως οἱ ἰδέες πού προτείνονται να μή συνδέονται μέ τή σκέψη (δηλαδή, τήν ἀνάλυση). Σπάνια ὑπάρχει μια σοβαρή ἔρευνα πίσω ἀπ’ ὅτι λέγεται.

Τί νόημα ἔχει αὐτό γιά τήν προετοιμασία μιᾶς συγκέντρωσης; Σημαίνει νά μήν ἔρχεσαι μέ άδεια χέρια ἤ ἄδειο κεφάλι. Ὁ Μάο λέει: «Δίχως ἔρευνα, δέν ἔχεις τό δικαίωμα να μιλᾶς».

Ὑποθέτοντας ότι μιά ὁμάδα ἔχει ἀποφασίσει τί θέλει να κάνει, τό πρώτο βήμα γιά τόν καθένα εἶναι νά ἐρευνήσει. Αὐτό σημαίνει ότι ἀφιερώνεις τό χρόνο νά ἐρευνήσεις πραγματικά τό θέμα, να μαζέψεις το σχετικό υλικό καί νά μπορέσεις νά τό κάνεις προσιτό σ’ ὅλα τά μέλη τῆς κολλεκτίβας.

Τό κίνητρο πού πρέπει να βρίσκεται πίσω από κάθε προετοιμασία πρέπει νάναι ή δημιουργία μιᾶς συνεποῦς ἀνάλυσης. «Πρέπει ν’ ἀντικαταστήσουμε τα κροκοδείλια δάκρυα μέ τόν ἰδρώτα τῆς αὐτοκριτικής», σύμφωνα με μια νέα Κινέζικη παροιμία.

—————————————————————-

Ολόκληρο το βιβλίο ΕΔΩ.

The post Τι είναι αυτενέργεια για τον Colin Ward (απόσπασμα από το Αυθορμητιμός και Οργάνωση, 1975) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/06/06/ti-aytenergeia-ton-colin-ward-apospasma-to-aythormitimos-organosi-1975/feed/ 0 22971
Το Ξεχασμένο Κίνημα Εργατικών Συμβουλίων της Άνοιξης της Πράγας (1968-’69) https://www.aftoleksi.gr/2025/08/20/to-xechasmeno-kinima-ergatikon-symvoylion-tis-anoixis-tis-pragas-1968/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=to-xechasmeno-kinima-ergatikon-symvoylion-tis-anoixis-tis-pragas-1968 https://www.aftoleksi.gr/2025/08/20/to-xechasmeno-kinima-ergatikon-symvoylion-tis-anoixis-tis-pragas-1968/#respond Wed, 20 Aug 2025 11:54:33 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=20753 Στο βιβλίο του It’s Not Over: Learning From the Socialist Experiment, ο Pete Dolack αφηγείται εκ νέου την ιστορία του κινήματος των εργατικών συμβουλίων στην πρώην Τσεχοσλοβακία, το οποίο ξεπήδησε έπειτα από τη σοβιετική εισβολή του 1968: Την εποχή της σοβιετικής εισβολής [τον Αύγουστο του 1968] στην Τσεχοσλοβακία, δύο μήνες μετά τη σύσταση των πρώτων [...]

The post Το Ξεχασμένο Κίνημα Εργατικών Συμβουλίων της Άνοιξης της Πράγας (1968-’69) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Στο βιβλίο του It’s Not Over: Learning From the Socialist Experiment, ο Pete Dolack αφηγείται εκ νέου την ιστορία του κινήματος των εργατικών συμβουλίων στην πρώην Τσεχοσλοβακία, το οποίο ξεπήδησε έπειτα από τη σοβιετική εισβολή του 1968:

Την εποχή της σοβιετικής εισβολής [τον Αύγουστο του 1968] στην Τσεχοσλοβακία, δύο μήνες μετά τη σύσταση των πρώτων εργατικών συμβουλίων, υπήρχαν ίσως λιγότερα από δύο ντουζίνες από αυτά – αν και αυτά συγκεντρώνονταν στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις και ως εκ τούτου αντιπροσώπευαν έναν μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Αλλά το κίνημα απογειώθηκε, και έως τον Ιανουάριο του 1969 υπήρχαν Συμβούλια σε περίπου 120 επιχειρήσεις, που εκπροσωπούσαν περισσότερους από 800.000 εργαζόμενους – περίπου το ένα έκτο των εργαζομένων της χώρας. Αυτό συνέβη παρά τη νέα διάθεση αποθάρρυνσης από την κυβέρνηση, από τον Οκτώβριο του 1968.

Από την αρχή, αυτό ήταν ένα κίνημα βάσης από-τα-κάτω που ανάγκασε το κόμμα, την κυβέρνηση και τις διοικήσεις των επιχειρήσεων να αντιδράσουν. Τα Συμβούλια σχεδίασαν τα δικά τους καταστατικά και τα εφάρμοσαν από την αρχή. Το σχέδιο καταστατικού για το εργοστάσιο Wilhelm Pieck στην Πράγα (ένα από τα πρώτα, που δημιουργήθηκε τον Ιούνιο του 1968) αποτελεί ένα καλό παράδειγμα.

«Οι εργάτες του εργοστασίου W. Pieck (CKD Πράγα) επιθυμούν να εκπληρώσουν ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, δηλαδή το δικαίωμα των εργατών να διαχειρίζονται το δικό τους εργοστάσιο», ανέφερε η εισαγωγή του καταστατικού. «Επιθυμούν επίσης έναν στενότερο δεσμό μεταξύ των συμφερόντων ολόκληρης της κοινωνίας και των συμφερόντων του κάθε ατόμου. Για τον σκοπό αυτό, αποφάσισαν να εγκαθιδρύσουν την εργατική αυτοδιαχείριση».

Όλοι οι εργαζόμενοι που δούλευαν για τουλάχιστον τρεις μήνες, εκτός από τον διευθυντή, είχαν δικαίωμα να συμμετάσχουν, και οι εργαζόμενοι στο σύνολό τους, που ονομάζονταν ως η «Συνέλευση των Εργαζομένων», ήταν το ανώτατο όργανο το οποίο θα λάμβανε όλες τις θεμελιώδεις αποφάσεις. Με τη σειρά της, η Συνέλευση θα εξέλεγε το εργατικό συμβούλιο για να εκτελεί τις αποφάσεις του συνόλου, να διαχειρίζεται το εργοστάσιο και να προσλαμβάνει τον διευθυντή. Τα μέλη του συμβουλίου θα υπηρετούσαν διαδοχικά, θα εκλέγονταν με μυστική ψηφοφορία και θα ήταν ανακλητά. Ο διευθυντής θα επιλεγόταν έπειτα από εξέταση του κάθε υποψηφίου που θα διεξαγόταν από ένα σώμα που αποτελούνταν από την πλειοψηφία των εργαζομένων και μια μειοψηφία από εξωτερικές οργανώσεις.

Ένας διευθυντής θα ήταν ο ανώτατος διαχειριστής, ισοδύναμος με τον διευθύνοντα σύμβουλο μιας καπιταλιστικής εταιρείας. Το εργατικό συμβούλιο θα ήταν το ισοδύναμο ενός διοικητικού συμβουλίου σε μια καπιταλιστική εταιρεία της οποίας οι μετοχές διακινούνται στο χρηματιστήριο. Αυτός ο εποπτικός ρόλος, ωστόσο, θα ήταν ριζικά διαφορετικός: Το εργατικό συμβούλιο θα έπρεπε να αποτελούνταν από εργαζόμενους που ενεργούν προς το συμφέρον των συναδέλφων τους και, θεωρητικά, με γνώμονα και το ευρύτερο καλό της κοινωνίας.

Αντιθέτως, σε μια καπιταλιστική εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο, το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από κορυφαία στελέχη της εταιρείας, τους φίλους του διευθύνοντος συμβούλου, στελέχη από άλλες εταιρείες στις οποίες υπάρχει σύμπνοια συμφερόντων, και ίσως μια ή δύο διασημότητες, και το διοικητικό συμβούλιο έχει υποχρέωση μόνο απέναντι στους κατόχους των μετοχών της εταιρείας. Αν και αυτή η υποχρέωση απέναντι στους μετόχους είναι αρκετά ισχυρή σε ορισμένες χώρες ώστε να κατοχυρώνεται σε νομικά καταστατικά, η ιδιοκτησία των μετοχών κατανέμεται σε τόσους πολλούς που το διοικητικό συμβούλιο συχνά ενεργεί προς το συμφέρον αυτής της ανώτατης διοίκησης, κάτι που μεταφράζεται στην ελάχιστη δυνατή ανεμπόδιστη μεταφορά πλούτου προς τα πάνω. Αλλά σε περιπτώσεις όπου το διοικητικό συμβούλιο τηρεί το νόμιμο καθήκον του και κυβερνά προς το συμφέρον των κατόχων των μετοχών, αυτό το καθήκον σημαίνει απλώς τη μεγιστοποίηση της τιμής των μετοχών με κάθε απαραίτητο μέσο, μη εξαιρουμένων των μαζικών απολύσεων, των μειώσεων μισθών και της αφαίρεσης παροχών από τους εργαζομένους. Σε κάθε περίπτωση, η καπιταλιστική εταιρεία κυβερνάται αντίθετα με τα συμφέροντα του εργατικού δυναμικού της (του οποίου οι συλλογικές προσπάθειες αποτελούν την πηγή των κερδών), σύμφωνα με τον νόμο.

Η Εθνική Συνέλευση επιδίωξε να κάνει νόμο τα καταστατικά

Τα καταστατικά του εργοστασίου Wilhelm Pieck ήταν παρόμοια με τα καταστατικά που εκδίδονταν σε άλλες επιχειρήσεις που δημιουργούσαν εργατικά συμβούλια. Ήταν λογικό να συσταθεί μια εθνική ομοσπονδία συμβουλίων για να συντονίσει το έργο τους και η οικονομική δραστηριότητα να έχει σχέση με το ευρύτερο κοινωνικό συμφέρον. Ενόψει της καταληκτικής ημερομηνίας της κυβέρνησης για τη διαμόρφωση της εθνικής νομοθεσίας που θα έδινε νομική υπόσταση στα συμβούλια, πραγματοποιήθηκε Γενική Συνέλευση των Εργατικών Συμβουλίων στις 9 και 10 Ιανουαρίου 1969 στο Πίλσεν, μια από τις σημαντικότερες βιομηχανικές πόλεις της Τσεχοσλοβακίας (ίσως πιο γνωστή διεθνώς για τις διάσημες μπύρες της). Μια έκθεση 104 σελίδων άφησε πίσω της ένα καλό αρχείο της συνάντησης (ήταν επίσης μαγνητοσκοπημένη). Εκπρόσωποι από όλη την Τσεχία και τη Σλοβακία συγκεντρώθηκαν για να παράσχουν τις απόψεις των συμβουλίων και να βοηθήσουν στην προετοιμασία του εθνικού νόμου.

Οι ηγέτες των συνδικάτων ήταν μεταξύ των συμμετεχόντων στη συνάντηση και υποστήριξαν τους συμπληρωματικούς ρόλους των συνδικάτων και των συμβουλίων (τα συνδικάτα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, συγκάλεσαν τα δύο τρίτα των συμβουλίων). Ένας από τους πρώτους ομιλητές, ένας μηχανικός που ήταν πρόεδρος του τοπικού συνδικάτου του στο Πίλσεν, είπε ότι η καταμερισμός των καθηκόντων αποτελούσε μια φυσική εξέλιξη:

«Για εμάς, η ίδρυση εργατικών συμβουλίων συνεπάγεται ότι θα μπορέσουμε να επιτύχουμε ένα καθεστώς σχετικής ανεξαρτησίας για την επιχείρηση, ότι η εξουσία λήψης αποφάσεων θα διαχωριστεί από τις εκτελεστικές εξουσίες, ότι τα συνδικάτα θα έχουν το ελεύθερο να εφαρμόσουν τις δικές τους επιμέρους πολιτικές, ότι σημειώνεται πρόοδος προς την επίλυση του προβλήματος της σχέσης των παραγωγών με αυτό που παράγουν, δηλαδή, αρχίζουμε να λύνουμε το πρόβλημα της αποξένωσης».

Σε αυτή τη συνάντηση εκπροσωπήθηκαν περίπου 190 επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων 101 εργατικών συμβουλίων και 61 προπαρασκευαστικών επιτροπών για τη δημιουργία συμβουλίων. Οι υπόλοιπες ήταν συνδικαλιστικές ή άλλου είδους επιτροπές. Η συνάντηση ολοκληρώθηκε με την ομόφωνη ψήφιση ενός ψηφίσματος 6 σημείων, που περιελάμβανε «το δικαίωμα στην αυτοδιαχείριση ως αναφαίρετο δικαίωμα του σοσιαλιστή παραγωγού».

Το ψήφισμα δήλωνε:

«Είμαστε πεπεισμένοι ότι τα Εργατικά Συμβούλια μπορούν να βοηθήσουν στον εξανθρωπισμό τόσο της εργασίας όσο και των σχέσεων εντός της επιχείρησης και να δώσουν σε κάθε παραγωγό την αίσθηση ότι δεν είναι απλώς ένας υπάλληλος, ένα απλό στοιχείο εργασίας στη διαδικασία παραγωγής, αλλά και ο οργανωτής και ο συνδημιουργός αυτής της διαδικασίας. Γι’ αυτό θέλουμε να τονίσουμε εκ νέου εδώ και τώρα ότι τα συμβούλια πρέπει πάντα να διατηρούν τον δημοκρατικό τους χαρακτήρα και τους ζωτικούς δεσμούς τους με τους εκλογείς τους, αποτρέποντας έτσι τη δημιουργία μιας ειδικής κάστας “επαγγελματικών στελεχών της αυτοδιαχείρισης”».

Αυτός ο δημοκρατικός χαρακτήρας, και η δημοτικότητα της έννοιας, αποδεικνύεται από τη μαζική συμμετοχή — μια έρευνα σε 95 Συμβούλια διαπίστωσε ότι το 83% των εργαζομένων είχαν συμμετάσχει στις εκλογές των συμβουλίων. Πραγματοποιήθηκε μια σημαντική μελέτη σε αυτά τα 95 συμβούλια, που εκπροσωπούσαν τον κατασκευαστικό και άλλους τομείς, και μια ενδιαφέρουσα τάση προέκυψε από τα δεδομένα σχετικά με το υψηλό επίπεδο εμπειρίας που ενσωματώνεται στα εκλεγμένα μέλη των συμβουλίων. Περίπου τα τρία τέταρτα των μελών των συμβουλίων βρίσκονταν στους χώρους εργασίας τους για περισσότερα από δέκα χρόνια, και ως επί το πλείστον για περισσότερα από 15 χρόνια. Περισσότερο από το 70% των μελών των συμβουλίων ήταν τεχνικοί ή μηχανικοί, περίπου το ένα τέταρτο ήταν χειρώνακτες εργάτες και μόνο το 5% προερχόταν από το διοικητικό προσωπικό. Αυτά τα αποτελέσματα αντιπροσωπεύουν έναν ισχυρό βαθμό ψήφου υπέρ αυτών που θεωρούνταν ως οι καλύτεροι υποψήφιοι, όχι ως αποτέλεσμα μιας ψηφοφορίας που οι εργαζόμενοι απλά ψηφίζουν τους φίλους τους ή υποψηφίους σαν αυτούς — επειδή το συμβουλιακό κίνημα ήταν ιδιαίτερα ισχυρό στους τομείς της μεταποίησης, οι περισσότεροι από αυτούς που ψήφισαν για τα μέλη των συμβουλίων ήταν χειρώνακτες εργάτες.

Αυτά τα αποτελέσματα κατέδειξαν υψηλό επίπεδο πολιτικής ωριμότητας εκ μέρους των Τσεχοσλοβάκων εργατών. Μια άλλη ένδειξη αυτής της σοβαρότητας είναι ότι το 29% όσων εκλέχθηκαν σε συμβούλια είχαν πανεπιστημιακή εκπαίδευση, πιθανώς υψηλότερο μέσο επίπεδο εκπαίδευσης από αυτό που κατείχαν τότε οι διευθυντές. Πολλοί διευθυντές στο παρελθόν είχαν τοποθετηθεί στις θέσεις τους μέσω πολιτικών διασυνδέσεων, και η επιθυμία να εξεγερθούν ενάντια στη μερικές φορές ερασιτεχνική διοίκηση έπαιξε ρόλο στο κίνημα των συμβουλίων. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι περίπου τα μισά μέλη των συμβουλίων ήταν επίσης μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι Τσεχοσλοβάκοι εργάτες συνέχισαν να πιστεύουν στον σοσιαλισμό, ενώ απέρριπταν το επιβληθέν σύστημα σοβιετικού τύπου.

Η κυβέρνηση επιδίωξε να αποδυναμώσει τον εργατικό έλεγχο

Η κυβέρνηση συνέταξε ένα νομοθετικό νομοσχέδιο, αντίγραφα του οποίου κυκλοφόρησαν τον Ιανουάριο του 1969, αλλά το νομοσχέδιο δεν κατατέθηκε ποτέ καθώς η σοβιετική πίεση στην ηγεσία του τσεχοσλοβακικού κόμματος εντάθηκε και οι σκληροπυρηνικοί άρχισαν να επιβάλλονται. Το νομοσχέδιο θα άλλαζε το όνομα των εργατικών συμβουλίων σε συμβούλια επιχειρήσεων και θα αποδυνάμωνε ορισμένα από τα καταστατικά που είχαν διαμορφωθεί από τα ίδια τα συμβούλια. Αυτές οι υποχωρήσεις περιελάμβαναν μια πρόταση για άσκηση βέτο από πλευράς του κράτους στην επιλογή διευθυντών επιχειρήσεων, ότι το ένα πέμπτο των συμβουλίων των επιχειρήσεων θα αποτελείται από μη εκλεγμένους εξωτερικούς ειδικούς και ότι τα συμβούλια αυτών που το νομοσχέδιο αναφέρει ως «κρατικές επιχειρήσεις» (τράπεζες, σιδηρόδρομοι και άλλες οντότητες που θα παρέμεναν άμεσα ελεγχόμενες από την κυβέρνηση) θα μπορούσαν να έχουν μόνο μια μειοψηφία μελών που θα εκλέγονται από τους ίδιους τους εργαζομένους και θα επιτρεπόταν κυβερνητικό βέτο στις αποφάσεις των συμβουλίων.

Αυτή η προτεινόμενη υπαναχώρηση αντιμετωπίστηκε με αντιδράσεις. Η καθημερινή συνδικαλιστική εφημερίδα Práce, σε σχόλιό της τον Φεβρουάριο, και ένα ομοσπονδιακό συνέδριο των συνδικάτων, τον Μάρτιο, χαρακτήρισαν και οι δύο το κυβερνητικό νομοσχέδιο «το ελάχιστο αποδεκτό». Σε σχόλιο της Práce, ένας μηχανικός και ακτιβιστής των συμβουλίων, ο Rudolf Slánský ο νεώτερος (γιος του εκτελεσμένου αρχηγού του κόμματος), έθεσε το κίνημα των συμβουλίων στο πλαίσιο του ζητήματος της ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων.

«Η διαχείριση της οικονομίας του έθνους μας είναι ένα από τα κρίσιμα προβλήματα», έγραψε ο Slánský.

«Η βασική οικονομική αρχή στην οποία στηρίζεται ο γραφειοκρατικός-συγκεντρωτικός μηχανισμός διαχείρισης είναι η άμεση άσκηση των λειτουργιών ιδιοκτησίας της εθνικοποιημένης βιομηχανίας. Το κράτος, ή ακριβέστερα διάφορα κεντρικά όργανα του κράτους, αναλαμβάνουν αυτό το καθήκον. Είναι σχεδόν περιττό να υπενθυμίσουμε στον αναγνώστη ένα από τα κύρια μαθήματα του μαρξισμού, δηλαδή ότι αυτός που έχει ιδιοκτησία έχει εξουσία… Η μόνη δυνατή μέθοδος μετατροπής του γραφειοκρατικού-διοικητικού μοντέλου της σοσιαλιστικής μας κοινωνίας σε δημοκρατικό μοντέλο είναι η κατάργηση του μονοπωλίου της κρατικής διοίκησης στην άσκηση των λειτουργιών ιδιοκτησίας και η αποκέντρωσή της προς εκείνους των οποίων το συμφέρον έγκειται στη λειτουργία της σοσιαλιστικής επιχείρησης, δηλαδή στις συλλογικότητες των εργαζομένων των επιχειρήσεων».

Απευθυνόμενος στους γραφειοκράτες που αντιτάχθηκαν στη μείωση του κεντρικού ελέγχου, ο Slánský έγραψε:

«[Α]υτοί οι άνθρωποι αρέσκονται στο να συγχέουν ορισμένες έννοιες. Λένε, για παράδειγμα, ότι αυτός ο νόμος θα σήμαινε τη μετατροπή της κοινωνικής ιδιοκτησίας στο σύνολό της σε ιδιοκτησία μιας ομάδας, παρ’ όλο που σαφώς δεν πρόκειται για ζήτημα ιδιοκτησίας, αλλά μάλλον για το ποιος ασκεί δικαιώματα ιδιοκτησίας στο όνομα ολόκληρης της κοινωνίας, αν είναι ο κρατικός μηχανισμός ή οι σοσιαλιστές παραγωγοί απευθείας, δηλαδή οι συλλογικότητες των επιχειρήσεων».

Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε ένταση μεταξύ των καθηκόντων της εποπτείας και της καθημερινής διαχείρισης. Ένας άλλος σχολιαστής, ένας καθηγητής νομικής, δήλωσε:

«Δεν πρέπει… να θέτουμε τη δημοκρατία και την τεχνική ικανότητα ως αντίθετα, αλλά να αναζητούμε μια αρμονική ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο συνιστωσών… Ίσως θα ήταν καλύτερο να μην μιλάμε για μεταβίβαση λειτουργιών αλλά μάλλον για μεταβίβαση καθηκόντων. Τότε θα είναι απαραίτητο η κατάλληλη μεταβίβαση να υπαγορεύεται από τις ανάγκες και όχι από λογικές δόγματος ή γοήτρου».

Αυτές οι συζητήσεις δεν θα είχαν καμία ευκαιρία να εξελιχθούν.

Τον Απρίλιο του 1969, ο Alexander Dubček αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη θέση του πρώτου γραμματέα του κόμματος και αντικαταστάθηκε από τον Gustáv Husák, ο οποίος δεν έχασε χρόνο και ξεκίνησε την καταστολή. Το νομοσχέδιο απορρίφθηκε τον Μάιο. Οι κυβερνητικοί και κομματικοί αξιωματούχοι ξεκίνησαν μια εκστρατεία κατά των συμβουλίων.

Η κυβέρνηση απαγόρευσε επίσημα τα Εργατικά Συμβούλια τον Ιούλιο του 1970, αλλά μέχρι τότε αυτά είχαν ήδη εξαφανιστεί.

——————————————————

* Το παρόν αποτελεί ένα απόσπασμα από το βιβλίο It’s Not Over: Learning From the Socialist Experiment, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Zero Books. Οι παραπομπές παραλείπονται. Οι πηγές που παραλείπονται και αναφέρονται σε αυτό το απόσπασμα είναι: Robert Vitak, “Workers Control: The Czechoslovak Experience,” Socialist Register, 1971· Oldřich Kyn, “The Rise and Fall of the Economic Reform in Czechoslovakia,” American Economic Review , Μάιος 1970· και διάφορα άρθρα που έχουν ανθολογηθεί στο Vladimir Fišera, Workers’ Councils in Czechoslovakia: Documents and Essays 1968-69, St. Martin’s Press, 1978.

** Διαδικτυακή πηγή: https://www.workerscontrol.net/authors/forgotten-workers%E2%80%99-control-movement-prague-spring

The post Το Ξεχασμένο Κίνημα Εργατικών Συμβουλίων της Άνοιξης της Πράγας (1968-’69) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/08/20/to-xechasmeno-kinima-ergatikon-symvoylion-tis-anoixis-tis-pragas-1968/feed/ 0 20753
Εξατμίζομαι, άρα υπάρχω: Το ιαπωνικό φαινόμενο johatsu & η πολιτική διάσταση του θύματος https://www.aftoleksi.gr/2025/08/17/exatmizomai-ara-yparcho-to-iaponiko-fainomeno-johatsu-amp-politiki-diastasi-thymatos/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=exatmizomai-ara-yparcho-to-iaponiko-fainomeno-johatsu-amp-politiki-diastasi-thymatos https://www.aftoleksi.gr/2025/08/17/exatmizomai-ara-yparcho-to-iaponiko-fainomeno-johatsu-amp-politiki-diastasi-thymatos/#respond Sun, 17 Aug 2025 08:34:59 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=20677 Κείμενο: Δεληγιάννης Κωνσταντίνος, προπτυχιακός φοιτητής Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, ΕΑΠ Στην Ιαπωνία παρατηρείται ένα παράδοξο κοινωνικό φαινόμενο που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει σενάριο σε μια χολιγουντιανή ταινία. Οι Ιάπωνες «εξαφανίζονται», κυριολεκτικά, στην προσπάθειά τους να δραπετεύσουν από την καθημερινότητα. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει τις ρίζες του στη μεταπολεμική Ιαπωνία και συνεχίζεται έως σήμερα. Το [...]

The post Εξατμίζομαι, άρα υπάρχω: Το ιαπωνικό φαινόμενο johatsu & η πολιτική διάσταση του θύματος first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Δεληγιάννης Κωνσταντίνος, προπτυχιακός φοιτητής Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, ΕΑΠ

Στην Ιαπωνία παρατηρείται ένα παράδοξο κοινωνικό φαινόμενο που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει σενάριο σε μια χολιγουντιανή ταινία. Οι Ιάπωνες «εξαφανίζονται», κυριολεκτικά, στην προσπάθειά τους να δραπετεύσουν από την καθημερινότητα. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει τις ρίζες του στη μεταπολεμική Ιαπωνία και συνεχίζεται έως σήμερα. Το ιδιότυπο αυτό φαινόμενο, παρά τη μακροχρόνια διάρκειά του, παρουσιάζει με μικρά σκαμπανεβάσματα, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’90, μια σταθερή τάση. Ο μέσος όρος αυτών των εξαφανίσεων είναι περίπου στις 80.000 ετησίως (Newsbomb.gr, 2025).

Αυτή η σταθερή παρουσία του φαινομένου τις τελευταίες δεκαετίες συνιστά ένδειξη ότι δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη στιγμή της ιαπωνικής ιστορίας, αλλά αντίθετα εκφράζει βαθύτερες ανάγκες των ανθρώπων της. Ωστόσο, αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο δεν είναι τόσο η ίδια η εξαφάνιση, όσο ο τρόπος με τον οποίο αυτή ερμηνεύεται. Σε αρκετά άρθρα παρουσιάζεται ως μια πράξη αντίστασης στον σύγχρονο ιαπωνικό τρόπο ζωής· ως μια σιωπηρή μορφή διαμαρτυρίας απέναντι στην καταπίεση που βιώνεται καθημερινά (Esquire, n.d.).

Ισχύει, όμως, κάτι τέτοιο; Πρόκειται για μια ατομική επανάσταση; Ή μήπως συνιστά μια σύγχρονη ενσάρκωση της ιαπωνικής παράδοσης, διαμορφωμένη μέσα στις σημερινές κοινωνικοϊστορικές συνθήκες;

Παρενθετικά, αξίζει να τονίσω πως το παρόν κείμενο δεν αποτελεί προϊόν συστηματικής έρευνας, ούτε γράφεται από τη σκοπιά κάποιου ειδικού με βαθιά γνώση της ιαπωνικής κουλτούρας. Αντιθέτως, αποτελεί μια προσωπική καταγραφή σκέψεων της στιγμής, με στόχο να αναδυθούν όσο γίνεται νέα ερωτήματα και ανησυχίες γύρω από τις τάσεις των σύγχρονων ανθρώπινων κοινωνιών.

Είναι δόκιμο, θεωρώ, για την καλύτερη προσέγγιση του φαινομένου, να αναδείξουμε πως στην ιαπωνική κοινωνία –στον βαθμό που την κατανοώ– η αίσθηση του κοινωνικού καθήκοντος είναι βαθιά ριζωμένη στους Ιάπωνες. Σε τέτοιο σημείο, ώστε η ατομικότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε στη Δύση, να μοιάζει σχεδόν ανύπαρκτη. Για τον Ιάπωνα, η προσωπική επιθυμία εξαντλείται στην ανάγκη του να αφομοιωθεί πλήρως εντός του κοινωνικού συνόλου.

Χαρακτηριστική είναι μια φράση που χάνεται στα χρόνια της μεσαιωνικής Ιαπωνίας, «Το καρφί που προεξέχει, καρφώνεται» (Davies & Ikeno, 2002).

Η φράση αυτή συμπυκνώνει με ακρίβεια την κοινωνική τάση για εξομάλυνση κάθε ατομικής έκφρασης. Ο Ιάπωνας οφείλει να ενσωματωθεί πλήρως στους σκοπούς της ομάδας, καθώς η κοινωνία δείχνει μηδενική ανοχή στην ιδιαιτερότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η συλλογικότητα λειτουργεί ως καταπιεστικός μηχανισμός απέναντι σε κάθε απόπειρα καλλιέργειας προσωπικής μοναδικότητας.

Επιστρέφοντας στο παρόν και στο φαινόμενο jōhatsu, που κυριολεκτικά μεταφράζεται ως «εξάτμιση»: Άνθρωποι εξαφανίζονται χωρίς κανένα σημάδι πρόθεσης, χωρίς καμία προειδοποίηση. Εγκαταλείπουν από τη μια στιγμή στην άλλη την οικογένειά τους, τους φίλους, τη δουλειά τους. Το εντυπωσιακό, ωστόσο, δεν είναι τόσο η απότομη αποχώρηση, όσο η προσπάθειά τους να αλλάξουν ταυτότητα και να ξεκινήσουν από το μηδέν σε κάποιο άλλο σημείο της Ιαπωνίας (Esquire, n.d.).  

Αναρωτιέμαι, η επανεκκίνηση της ζωής σε κάποιο άλλο σημείο της κοινωνίας, με τους ίδιους όρους συμμετοχής και χωρίς καμία αλλαγή στις κοινωνικές δομές, συνιστά επανάσταση ή, αντιθέτως, πλήρη αποδοχή αυτών των όρων;

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο, ακόμα και αν αλλάξεις όνομα, πόλη ή πρόσωπο, η δομή της κοινωνίας παραμένει αμετάβλητη. Η επανεκκίνηση της ζωής είναι ψευδαίσθηση, αν οι κανόνες του παιχνιδιού δεν μεταβληθούν. Η ελευθερία δεν κατακτάται με απόσυρση, αλλά με παρουσία και διεκδίκηση.

Θεωρώ πως οι Ιάπωνες όχι μόνο αδυνατούν να σταθούν απέναντι στις καταπιεστικές συνθήκες της κοινωνίας, αλλά αντίθετα, όπως και στο παράδειγμα της εξαφάνισης, στοχοποιούν τον ίδιο τους τον εαυτό για κάθε προσωπική αποτυχία. Ο Ιάπωνας τείνει να θεωρεί πως κάθε δυσκολία που συναντά οφείλεται σε προσωπική του ανεπάρκεια και όχι στους θεσμούς που τη γεννούν ή τη συντηρούν. Γι’ αυτό και αποσύρεται σιωπηλά, πραγματοποιώντας έναν συμβολικό, αναίμακτο θάνατο. Έπειτα, αφού έχει «πεθάνει» κοινωνικά, κάνει reset στη ζωή του και συνεχίζει να ζει υπό τις ίδιες συνθήκες, επιβεβαιώνοντας έτσι, έστω και άθελά του, την αξία της παράδοσης.

Η περιοχή Sanya στην πρωτεύουσα Tokyo είναι από τις πιο φτωχές και κακόφημες της τεράστιας πόλης και τόπος διαμονής αρκετών “Johatsu”. Πηγή

Ωστόσο, αυτό που με προβληματίζει είναι κατά πόσο μπορούμε να αποδώσουμε την έλλειψη ριζικής κριτικής στην ιαπωνική κοινωνία, αλλά και στην παράδοση γενικότερα, αποκλειστικά στην κοινωνική πειθαρχία. Δηλαδή, μήπως η απουσία ριζικής αμφισβήτησης πηγάζει από την έλλειψη ανοχής προς την ατομική έκφραση και, κατ’ επέκταση, από τη δυσκολία καλλιέργειας εξατομικευμένης συνείδησης (μιας διάστασης που ο δυτικός κόσμος αναδεικνύει ως θεμελιώδη προτεραιότητα); Ή μήπως πρόκειται για κάτι βαθύτερο;

Θεωρώ πως προϋπόθεση για την ανάπτυξη ριζικής κριτικής απέναντι σε οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα είναι η αναγνώριση του εαυτού μας ως θύματος. Δεν υποτιμώ τη σημασία της δυνατότητας της υποκειμενικής έκφρασης· ωστόσο, υποθέτω πως, κατά κάποιον τρόπο, το ένα προϋποθέτει το άλλο. Παρ’ όλα αυτά, η σχέση ανάμεσα στη θυματοποίηση και την εξατομίκευση δεν θα αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης στο παρόν κείμενο.

Συνεχίζοντας, το θύμα, όταν αποκτά συνείδηση της κατάστασής του, παύει να είναι αντικείμενο αυτοενοχοποίησης. Δεν είναι απλώς δέκτης καταπίεσης, αλλά υποκείμενο που αντιλαμβάνεται ότι οι αποτυχίες του δεν οφείλονται αποκλειστικά στον ίδιο, αλλά ενδεχομένως στους υφιστάμενους κοινωνικούς θεσμούς.

Αυτή η κατάσταση ενδέχεται να αποτελέσει την αφετηρία για τη διαμόρφωση ενός άτυπου, ακόμη ανώριμου, πολιτικού χώρου. Το υποκείμενο, αναγνωρίζοντας την αδικία που υφίσταται, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για κριτική στους κοινωνικούς θεσμούς, γεννώντας ερωτήματα όπως, για ποιον λόγο βρίσκεται σε αυτή τη θέση – γιατί υφίσταται αυτή την αδικία; Και φυσικά, πλήθος άλλων ερωτημάτων που ενδέχεται να διαρρήξουν την κλειστότητα των ετερόνομων θεσμών. Συνεπάγεται, λοιπόν, πως αυτή η αναγνώριση του ρόλου του θύματος δύναται να αποτελέσει μια πρώτη μορφή ρήξης εντός των εκάστοτε ετερόνομων κοινωνιών, καθώς το υποκείμενο αρχίζει να αμφισβητεί ενεργά τη θέση του στον κοινωνικό ιστό.

Ωστόσο, η αναγνώριση του εαυτού μας ως αντικείμενο καταπίεσης δεν συνεπάγεται αυτόματα τη μετάβαση σε πολιτικό υποκείμενο. Είναι πιθανό η αναγνώριση του εαυτού ως θύματος να αποτελεί αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη για την πολιτική ενεργοποίηση.

Άλλωστε, ένα αντίστοιχο φαινόμενο, στο οποίο η έννοια του θύματος είναι συλλογικά αναγνωρισμένη αλλά απουσιάζει η πολιτική δραστηριότητα και η κοινωνική χειραφέτηση, αποτελεί και η περίπτωση της σύγχρονης Ελλάδας. Ο νεοέλληνας συχνά παρουσιάζει τον εαυτό του ως διαρκές θύμα της Ιστορίας, χωρίς όμως αυτή η αναγνώριση να συνοδεύεται από έμπρακτη πολιτική διεκδίκηση. Αυτή τη νεοελληνική στάση έχει αναλύσει σε βάθος ο Άκης Γαβριηλίδης, περιγράφοντας τη θυματική και ταυτόχρονα παθητική ψυχοσύνθεση που χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα. Συνεπώς, η αναγνώριση του εαυτού ως θύματος δεν οδηγεί αναγκαστικά σε πολιτική πράξη, παρά την παρουσία του θυματικού λόγου σε πολλές περιπτώσεις.

Ίσως, τελικά, ο ρόλος του θύματος να αποτελεί μεν ένα πρώτο βήμα προς την πολιτική ενεργοποίηση, ωστόσο από μόνος του δεν επαρκεί. Η αναγνώριση της αδικίας χρειάζεται να πλαισιώνεται από ουσιαστική κριτική των κοινωνικών και θεσμικών πλαισίων που τη γεννούν, από συλλογική ώσμωση ιδεών που συγκλίνουν σε ένα συνεκτικό πολιτικό όραμα και, πάνω απ’ όλα, από τη διάθεση για συλλογική δράση.

Χωρίς αυτή την αγωνιστική δυναμική και το πολιτικό συλλογικό πρόταγμα, καμία πολιτική μεταβολή δεν μπορεί να λάβει χώρα. Το άτομο παραμένει εγκλωβισμένο στον ρόλο του παθητικού θύματος, αδυνατώντας να μεταβεί στο πεδίο της πολιτικής διεκδίκησης.

——————————

Ευχαριστώ πολύ για τη συμβολή τους στο κείμενο τους φίλους Ιωάννη Καψάλη και Νίκο Γκαραγκασίδη, για τον δημιουργικό διάλογο και τις ουσιαστικές παρατηρήσεις τους

Βιβλιογραφία:

Davies, R. J., & Ikeno, O. (2002). The Japanese mind: Understanding contemporary Japanese culture. Tuttle Publishing.

Esquire. (n.d.). Χιλιάδες άνθρωποι εξαφανίζονται κάθε χρόνο στην Ιαπωνία: τι είναι το φαινόμενο Johatsu. https://esquire.com.gr/lifestyle/nea/35932/xiliades-anthropoi-exafanizontai-kathe-xrono-stin-iaponia-ti-einai-to-fainomeno-johatsu

Newsbomb.gr. (2025, 8 Μαΐου). Κάθε χρόνο 80.000 άνθρωποι «εξαφανίζονται» οικειοθελώς – Τι είναι το φαινόμενο «Johatsu». Ανακτήθηκε από https://www.newsbomb.gr/kosmos/story/1647698/kathe-xrono-80000-anthropoi-eksafanizontai-oikeiothelos-ti-einai-to-fainomeno-johatsu

—————————

Φωτογραφία κειμένου: Η περιοχή Kamagasaki στην Οσάκα αποτελεί έναν από τους τόπους που κατοικούν οι “Johatsu”, Shiho Fukada/ Pulitzer Center. Πηγή Εικόνας

The post Εξατμίζομαι, άρα υπάρχω: Το ιαπωνικό φαινόμενο johatsu & η πολιτική διάσταση του θύματος first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/08/17/exatmizomai-ara-yparcho-to-iaponiko-fainomeno-johatsu-amp-politiki-diastasi-thymatos/feed/ 0 20677
Αναρχισμός, ελευθερία, ηθική και εξουσία: Μια συζήτηση με τον συγγραφέα του “Rules without rulers” https://www.aftoleksi.gr/2024/04/11/anarchismos-eleytheria-ithiki-exoysia-mia-syzitisi-ton-syggrafea-quot-rules-without-rulers-quot/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=anarchismos-eleytheria-ithiki-exoysia-mia-syzitisi-ton-syggrafea-quot-rules-without-rulers-quot https://www.aftoleksi.gr/2024/04/11/anarchismos-eleytheria-ithiki-exoysia-mia-syzitisi-ton-syggrafea-quot-rules-without-rulers-quot/#respond Thu, 11 Apr 2024 10:39:53 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=15998 Το παρακάτω κείμενο αποτελεί τη μετάφραση αποσπασμάτων μιας συνέντευξης του Matthew Wilson, ενεργού μέλους του συνεταιριστικού κινήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του: Rules without rulers, possibilities and limits of anarchism, ZERO BOOKS (στην ίδια εκδοτική σειρά βρίσκεται και το βιβλίο του αρχισυντάκτη μας Yavor Tarinski Concepts for a Democratic and [...]

The post Αναρχισμός, ελευθερία, ηθική και εξουσία: Μια συζήτηση με τον συγγραφέα του “Rules without rulers” first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί τη μετάφραση αποσπασμάτων μιας συνέντευξης του Matthew Wilson, ενεργού μέλους του συνεταιριστικού κινήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του: Rules without rulers, possibilities and limits of anarchism, ZERO BOOKS (στην ίδια εκδοτική σειρά βρίσκεται και το βιβλίο του αρχισυντάκτη μας Yavor Tarinski Concepts for a Democratic and Ecological Society). Ο Μάθιου ασκεί έντονη κριτική σε παραδοσιακούς τρόπους με τους οποίους ορισμένοι άνθρωποι υιοθετούν τον αναρχισμό και προτείνει πώς μπορούν να αποφευχθούν κάποια συνήθη ιδεολογικά αδιέξοδα. Τις ερωτήσεις κάνει ο Μαρκ Έβανς, μέλος του δικτύου Real Utopia.

Η κριτική σου στον αναρχισμό επικεντρώνεται σε 3 θεματικές: την ελευθερία, την ηθική και την εξουσία. Σε αυτές αναδεικνύονται μια σειρά προβλημάτων που υπάρχουν στον σύγχρονο αναρχισμό, τα οποία περιγράφεις ως “μη χρήσιμες υποθέσεις” και “μη αμφισβητήσιμες ιδέες”. Αρχικά, θα μπορούσες να συνοψίσεις ποια θεωρείς ως τα κύρια προβλήματα όσον αφορά την αναρχική θέση σχετικά με την έννοια της ελευθερίας;

Νομίζω ότι ο R.H. Tawney συνόψισε πολύ ωραία το θεμελιώδες πρόβλημα της ελευθερίας με ένα απλό ρητό – ελευθερία για τον μεγάλο ψάρι είναι ο θάνατος του μικρού. Τελικά, δηλαδή, οι ελευθερίες συγκρούονται με άλλες ελευθερίες. Πολιτικά, και συναισθηματικά, η ελευθερία είναι προφανώς μια εξαιρετικά ισχυρή λέξη, αλλά αναλυτικά, είναι λίγο πολύ άχρηστη. Είναι ένα κλασικό “κενό σημαίνον” που γεμίζει με διαφορετικές σημασίες, ανάλογα με το ποιος χρησιμοποιεί τον όρο. Αρκεί να κοιτάξετε πόσο συχνά επικαλούνται την ελευθερία άνθρωποι με εντελώς αντίθετες απόψεις από τους αναρχικούς για να δείτε ότι πραγματικά δεν κάνει και πολλή δουλειά ως έννοια από μόνη της, και είναι πάντα φορτωμένη με άλλες ιδέες, μερικές από τις οποίες μπορεί να είναι αρκετά καταδικαστέες.

Ως επί το πλείστον, η απαίτηση της μιας ή της άλλης ελευθερίας είναι στην πραγματικότητα απλώς ένας τρόπος για τους ανθρώπους να προωθήσουν τις δικές τους αξίες, ενώ παράλληλα εμφανίζονται να υπερασπίζονται κάποια καθολική και αδιαμφισβήτητα θετική θέση. Όσοι έχουν τρέλα με τα αμάξια ζητούν ελευθερία από τους ζηλωτές του περιβάλλοντος· οι άνθρωποι που εργάζονται σκληρά πρέπει να είναι ελεύθεροι να πηγαίνουν στη δουλειά τους χωρίς να διαταράσσονται από διαδηλώσεις· οι αγορές πρέπει να είναι ελεύθερες να οργανώνουν αρμονικά τον κόσμο, και ούτω καθεξής…

Τώρα, υπάρχουν δύο τρόποι να σχολιαστεί αυτό: είτε λέμε ότι ορισμένες ελευθερίες δεν είναι πραγματικές – ότι δεν αφορούν πραγματικά την ελευθερία, είτε λέμε ότι υπάρχουν διαφορετικές αξιώσεις της ελευθερίας, και από εκεί και πέρα αναγνωρίζουμε ότι, όπως προτείνει ο Tawney, συχνά θα πρέπει να βρεις έναν τρόπο να αποφασίσεις ανάμεσα σε ανταγωνιστικές ελευθερίες. Η επιλογή ένα δεν είναι πραγματικά βιώσιμη. Σίγουρα δεν πρόκειται να μας οδηγήσει πουθενά παραγωγικά, επειδή απλά δεν πρόκειται ποτέ να συμφωνήσουμε στο ποια είναι η πραγματική ή μη πραγματική έννοια της ελευθερίας. Έτσι, μας μένει η επιλογή δύο, για την οποία πρέπει να κάνουμε σκληρή δουλειά υπερασπιζόμενοι ορισμένες αξίες, ορισμένες πρακτικές, ορισμένες πεποιθήσεις, και να επιχειρηματολογήσουμε γιατί θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων αξιών, πρακτικών, πεποιθήσεων. Το πρόβλημα με αυτό, φυσικά, είναι ότι προσβάλλει την αναρχική μας ευαισθησία, καθώς υποτίθεται ότι είμαστε οι υπερασπιστές της ελευθερίας, όχι οι άνθρωποι που την αφαιρούν από τους άλλους. Αλλά αυτό είναι απλώς θεμελιωδώς ανέντιμο και μας απαλλάσσει από το να πρέπει να προβληματιστούμε σχετικά με το ποια πράγματα θα προστατεύαμε και θα υπερασπιζόμασταν, και ποια πράγματα θα απαγορεύαμε και θα αποτρέπαμε με κάποιο τρόπο.

Σε τελική ανάλυση, κάθε κοινωνία χρειάζεται να κάνει επιλογές σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της – τα πράγματα που επιτρέπει και τα πράγματα που δεν επιτρέπει. Μια κοινωνία μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτή, περισσότερο ή λιγότερο ελεγκτική κ.ο.κ., αλλά καμία κοινωνία δεν μπορεί να βασίζεται σε μια γενική έννοια της “ελευθερίας”.

Χρειάζεται να είμαστε πιο ειλικρινείς ως προς αυτό, καθώς δεν μπορούμε να αποφύγουμε να πάρουμε αυτές τις αποφάσεις – μπορούμε, ωστόσο, να βάλουμε το κεφάλι μας στην άμμο και να προσποιηθούμε ότι δεν κάνουμε αυτές τις αξιακές επιλογές και να πείσουμε τον εαυτό μας ότι μπορούμε απλώς να αποφασίσουμε μεταξύ ελευθερίας και ανελευθερίας. Παρεμπιπτόντως, αυτό ακριβώς κάνει ο φιλελεύθερος καπιταλισμός, επιτρέποντας στους ισχυρούς να περάσουν τις δικές τους αξιακές επιλογές σαν να είναι αντιπροσωπευτικές της ελευθερίας όλων. Το ίδιο πράγμα δηλαδή ξανά – απλή υπεράσπιση της ελευθερίας στην ιδιωτική αυτοκίνηση, της ελευθερίας να ψωνίζεις, της ελευθερίας να συσσωρεύεις πλούτο… Είναι αρκετά καταθλιπτικό για μένα το γεγονός ότι οι αναρχικοί ακολουθούν τόσο συχνά την ίδια λογική, και αν ποτέ δημιουργήσουμε κάτι που να πλησιάζει μια αναρχική κοινωνία, θα ανησυχούσα πολύ για το αν θα το κάναμε χωρίς να έχουμε καταλάβει καλύτερα τι πραγματικά σημαίνει στην πράξη η αφηρημένη αξία της ελευθερίας.

Στη συνέχεια, θα μπορούσες να συνοψίσεις ποια θεωρείς τα κύρια προβλήματα σχετικά με την αναρχική θέση για την ηθική;

Το αναρχικό πρόβλημα με την ηθική είναι στην πραγματικότητα επακόλουθο του προβλήματος με την ελευθερία. Και πάλι, βλέπουμε ακριβώς τα ίδια προβλήματα στον φιλελεύθερο καπιταλισμό, στη θεωρία και στην πράξη. Τελικά, αν πρέπει να αποφασίσουμε μεταξύ ανταγωνιστικών απαιτήσεων για διαφορετικές ελευθερίες, τότε πρέπει να κάνουμε αυτές τις αξιακές κρίσεις, και αν πρόκειται να το κάνουμε αυτό, πρέπει να σκεφτούμε περισσότερο για αυτές τις αξίες – με άλλα λόγια, πρέπει να σκεφτούμε περισσότερο για την ηθική. Δεν θα μπω εδώ σε περισσότερες λεπτομέρειες για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει αυτό, και δεν προσφέρω πραγματικά τη δική μου καθοδήγηση στο βιβλίο- νομίζω ότι αυτό πρέπει να είναι ένα συλλογικό, δημοκρατικό σχέδιο όπου θα αντιμετωπίσουμε τις πιθανότητες των λογικών συγκρούσεων των αξιών και θα βρούμε τον καλύτερο τρόπο για να τις ξεπεράσουμε.

Τέλος, θα μπορούσες να μας πεις με λίγα λόγια ποια θεωρείς ως τα κύρια προβλήματα σχετικά με την αναρχική θέση απέναντι στην εξουσία;

Οι αναρχικές απόψεις για την εξουσία είναι πιο περίπλοκες, ή τουλάχιστον ποικίλουν – υπάρχει λιγότερο μια κοινή γνώμη. Τούτου λεχθέντος, η κοινή λογική γύρω από την ελευθερία και την ηθική που συζητήθηκε παραπάνω τροφοδοτεί σε μεγάλο βαθμό τις αναρχικές αντιλήψεις για την εξουσία, και το συμπέρασμα από αυτό είναι ότι η εξουσία συχνά θεωρείται ως μια ολοκληρωτική δύναμη που κατέχεται από ορισμένα στοιχεία της κοινωνίας -το κράτος, τους καπιταλιστές και ούτω καθεξής- η οποία στη συνέχεια χρησιμοποιείται από αυτά τα στοιχεία για να αρνηθούν την ελευθερία των άλλων.

Αυτό είναι αλήθεια, μέχρι ένα σημείο, αλλά η εξουσία δεν είναι κάτι από το οποίο μπορούμε να απαλλαγούμε, κι αν απαλλαγούμε από το κράτος και τον καπιταλισμό θα εξακολουθούσαμε να έχουμε ζητήματα εξουσίας. Και, θυμούμενοι ότι θα πρέπει ακόμα να κάνουμε κάποιες αξιακές επιλογές σχετικά με τις αντικρουόμενες ελευθερίες, θα θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε την εξουσία μας για να διασφαλίσουμε ότι ορισμένες αποφάσεις θα διατηρηθούν.

Όπως με την ελευθερία και την ηθική, πάρα πολλοί αναρχικοί πιστεύουν σε κάποια δυνατότητα μιας κοινωνίας όπου ο καθένας είναι απλά ελεύθερος να ζήσει τη ζωή που θέλει, και όπου η εξουσία δεν χρησιμοποιείται ποτέ για να περιορίσει την ελευθερία κανενός. Αυτό είναι ένα ισχυρό όραμα που έχει εμπνεύσει τους αναρχικούς για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά δεν βλέπω κανένα εμπειρικό στοιχείο ή θεωρητικό επιχείρημα που να υποδηλώνει ότι αυτό αποτελεί μια δυνατότητα.

Πολλοί αναρχικοί προτείνουν τη λήψη αποφάσεων με συναίνεση ως λύση σε αυτά τα προβλήματα. Εσύ, ωστόσο, επικρίνεις αυτή τη θέση. Θα μπορούσες να μας πεις γιατί; 

Νομίζω ότι υπάρχουν πολλά που πρέπει να ειπωθούν για το ιδανικό της επίτευξης συναίνεσης, και πιστεύω ότι η προσπάθεια για την εξεύρεση μιας απόφασης με την οποία όλοι είναι ευχαριστημένοι μπορεί να είναι εξαιρετικά παραγωγική. Όμως οι ομάδες λήψης αποφάσεων με συναίνεση, τις οποίες έχω παρακολουθήσει, πολύ συχνά, χρησιμοποιούν τις κοινές αντιλήψεις για τις οποίες αναφέρθηκα πιο πάνω, και εκεί είναι που αρχίζει να φαίνεται πώς μπαίνουν στο παιχνίδι ορισμένες από αυτές τις ελαττωματικές ιδέες. Για παράδειγμα, οι συνελεύσεις με συναίνεση θα έχουν πάντα ορισμένους βασικούς κανόνες, ορισμένες κόκκινες γραμμές κ.ο.κ., οι οποίες δεν καλύπτονται από την ίδια τη διαδικασία της συναίνεσης – πολύ συχνά, αυτές περνούν ως προφανείς, ουδέτερες θέσεις που δεν χρειάζεται να συζητηθούν ή να τεθούν προς υπεράσπιση. Έτσι, βλέπουμε τις παραμέτρους συγκεκριμένων αξιών, συγκεκριμένων ιδεών για την ελευθερία, να επιβάλλονται (σιωπηρά ή ρητά) χωρίς να είναι ανοιχτές σε συζήτηση. Τώρα αυτό μπορεί να λειτουργήσει καλά σε μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζονται αυτές τις βασικές αξίες -και πράγματι, συχνά λειτουργεί πολύ καλά- το πρόβλημα είναι όταν οι αναρχικοί πιστεύουν ότι η ίδια διαδικασία θα λειτουργήσει εξίσου καλά σε μια μεγαλύτερη και πιο ποικιλόμορφη κοινότητα.

Φαίνεται αρκετά προφανές ότι μια ομάδα αναρχικών θα δυσκολευόταν να επιτύχει συναίνεση με μια ομάδα ρατσιστών, ή φονταμενταλιστών της ελεύθερης αγοράς ή οτιδήποτε άλλο. Η συναίνεση λειτουργεί πραγματικά μόνο όταν αποκλείεις ορισμένες απόψεις από την αρχή – φυσικά, αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουμε, αλλά θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς ότι το κάνουμε αυτό. Ανατρέχοντας στη συζήτηση που κάναμε για την εξουσία, πρέπει να είμαστε πιο ειλικρινείς σχετικά με το τι συμβαίνει όταν δεν επιτυγχάνεται συναίνεση. Υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα καταθλιπτικά αφελούς σκέψης μέσα στον αναρχισμό που θεωρεί τη συναίνεση ως τον τρόπο επίλυσης αυτών των ζητημάτων σύγκρουσης και εξουσίας – ότι αν απλά συμφωνήσουμε όλοι, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Αλλά αποτελεί απλώς μια φαντασίωση να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι θα αρχίσουν ως διά μαγείας να μοιράζονται όλοι το ίδιο σύνολο βασικών αξιών, και είμαστε αρκετά ανέντιμοι αν δεν σκεφτούμε τι θα κάνουμε όταν οι άνθρωποι σε μια κοινότητα απλά δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε κάποια θεμελιώδη ζητήματα.

Στο βιβλίο μάς προτείνεις μια προ-εικονιστική (prefigurative) προσέγγιση στον τρόπο οργάνωσης ως μια πιο ελπιδοφόρα πορεία προς τα εμπρός για τον αναρχισμό. Θα μπορούσες να μας πεις τι συνεπάγεται αυτό και ποιες θα μπορούσαν να είναι κάποιες από τις προκλήσεις για μια τέτοια προσέγγιση στον τρόπο οργάνωσης;

Στην πραγματικότητα σταμάτησα να χρησιμοποιώ τον όρο προ-εικόνιση, επειδή έχει συνδεθεί τόσο πολύ με μια συγκεκριμένη ανάγνωση της προ-εικονιστικής πρακτικής – μια ανάγνωση για την οποία δεν έχω πραγματικά πολύ χρόνο. Προσωπικά χρησιμοποιώ τον όρο “αναδιοργάνωση”, αλλά όπως και να ‘χει, η βασική ιδέα για μένα είναι ότι πρέπει να αναπτύξουμε μια παράλληλη αντι-εξουσία, ή αντι-ηγεμονία, στο εδώ και τώρα. Για μένα, αυτό σημαίνει να δρούμε μέσα και σε κάθε επίπεδο της κοινωνίας, προσπαθώντας να οργανωθούμε σύμφωνα με διαφορετικές κοινωνικές λογικές – προφανή παραδείγματα είναι η δημιουργία συνεταιρισμών, η δημιουργία δικτύων αλληλοβοήθειας, η λειτουργία λαϊκών συνελεύσεων, η σύνδεση με πιο προοδευτικά δημοτικά σχέδια όπως το μοντέλο του Πρέστον, και ούτω καθεξής.

Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι καινούργιο και θα είναι πολύ οικείο στους αναγνώστες σας, αλλά νομίζω ότι οι συνηθισμένες προεικονιστικές μορφές οργάνωσης πολύ συχνά καταλήγουν στην επιλογή μιας πλευράς ενός άχρηστου διλήμματος: από τη μία πλευρά, έχουμε ένα υπερβολικά “καθαρό” όραμα, όπου ο συμβιβασμός θεωρείται απαράδεκτος, οπότε έχουμε αυτά τα ακτιβιστικά “μοναστήρια”, όπου οι άνθρωποι πείθουν τους εαυτούς τους ότι δρουν εντελώς έξω από το σύστημα και ότι δεν εμπλέκονται με τις διεφθαρμένες πρακτικές της αγοράς, ή του κράτους, ή οτιδήποτε άλλο. Η άλλη πλευρά σχεδόν το αντιστρέφει αυτό, και φαίνεται να αγνοεί τις προκλήσεις της προσπάθειας να οργανωθούμε διαφορετικά μέσα στους συστημικούς περιορισμούς που επιβάλλει ο κόσμος στον οποίο ζούμε σήμερα.

Έτσι καταλήγεις σε αυτό που κάποιοι αποκαλούν μετα-πολιτική νοοτροπία, όπου πείθεις τον εαυτό σου ότι ο περιοριστικός παράγοντας είναι η φαντασία των ανθρώπων – εμπνέεις απλώς αρκετούς ανθρώπους να ψωνίζουν τοπικά προϊόντα ή οτιδήποτε άλλο, και η δουλειά σου έχει τελειώσει.

Νομίζω πως πρέπει να βαδίσουμε στην αμήχανη μέση οδό: να πιέζουμε όσο περισσότερο μπορούμε, αναγνωρίζοντας ότι το σύστημα θα μας πολεμήσει και αναγνωρίζοντας ότι θα κάνουμε συμβιβασμούς. Προφανώς, πολλά από αυτά καθοδηγούνται από το όραμά μας για έναν καλύτερο κόσμο – αν θέλουμε έναν κόσμο που τίποτα να μη θυμίζει το κράτος ή την αγορά, τότε αυτή η μορφή οργάνωσης πιθανόν να μοιάζει πολύ ρεφορμιστική στην αρχή. Προσωπικά, δεν πιστεύω ότι θα απαλλαγούμε ποτέ εντελώς από την αγορά ή το κράτος. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να πανηγυρίσω για κάποιο από αυτά τα πράγματα, αλλά διευκολύνει την ενασχόληση μαζί τους σε κάποιο επίπεδο. Όλα αυτά εγείρουν προφανείς προκλήσεις – αυτό το πάντα παρόν ζήτημα του συμβιβασμού, της ενσωμάτωσης, της περιχαράκωσης των άκρων… αλλά φαίνεται να είναι η καλύτερη ευκαιρία που έχουμε.

Όσον αφορά την προεικονιστική οργάνωση, κάνεις μια σημαντική διάκριση μεταξύ των “αυταρχικών μοντέλων” και του “θετικού οράματος”. Θα μπορούσες να πεις λίγα λόγια για το πώς βλέπεις τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο εννοιών και γιατί πιστεύεις ότι είναι σημαντική για την αριστερή-ελευθεριακή οργάνωση;

Έχω μεγάλο πρόβλημα με τη γενική άρνηση των αναρχικών να περιγράψουν κάποια στοιχεία ενός κόσμου που θα ήθελαν να δουν· αυτό λειτουργεί σαν μία κάρτα εξόδου από τη φυλακή, κάθε φορά που προκύπτουν αμήχανα και δύσκολα ερωτήματα, “δεν ξέρω τι θα έκανε μια αναρχική κοινωνία με τους βιαστές, αυτό θα το αποφάσιζαν οι ίδιοι” – γεγονός στρατηγικά απελπιστικό. Πώς περιμένουμε να εμπνεύσουμε και να πείσουμε τους ανθρώπους να αγωνιστούν για την αλλαγή, αν αρνούμαστε να σκεφτούμε καν για τι είδους κόσμο θα μπορούσαν να αγωνιστούν; Αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο όπλο του καπιταλισμού είναι το γεγονός ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι, όσο κι αν τον αντιπαθούν, δεν υπάρχει βιώσιμη εναλλακτική λύση. Εμείς απλά συνεχίζουμε να βοηθάμε τον καπιταλισμό σε αυτό, αρνούμενοι τη νομιμοποίηση της εξέτασης συγκεκριμένων εναλλακτικών λύσεων σε οποιοδήποτε ουσιαστικό επίπεδο λεπτομέρειας. Οπότε ναι, νομίζω ότι πρέπει οπωσδήποτε να αναπτύξουμε κάποιες ξεκάθαρες ιδέες – για το πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει μια οικονομία, για το πώς θα αντιμετωπίζαμε ζητήματα βίας, πολιτικής διακυβέρνησης και ούτω καθεξής.

Ο φόβος ότι η ανάπτυξη ξεκάθαρων ιδεών θα ήταν μια αυταρχική επιβολή στις μελλοντικές κοινωνίες είναι θεμελιωδώς εσφαλμένος.

Πρώτον, οι μελλοντικές γενιές θα επηρεαστούν από τις αποφάσεις μας έτσι και αλλιώς – όποιες κι αν είναι αυτές· η άρνηση να περιγράψουμε ένα σχέδιο έχει αντίκτυπο στο μέλλον εξίσου, αν όχι περισσότερο, από την προσφορά ενός τέτοιου σχεδίου. Αμφιβάλλω αν αυτές οι μελλοντικές γενιές θα μας ευχαριστήσουν που αρνηθήκαμε να προσφέρουμε στους ανθρώπους μια εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, επειδή δεν θέλαμε να περιορίσουμε τις δικές τους επιλογές να αποφασίσουν πώς θα λειτουργήσει η κοινωνία τους. Δεύτερον, νομίζω ότι είναι αρκετά σαφές ότι μπορούμε και πρέπει να εξετάζουμε πολλαπλά οράματα μιας μελλοντικής κοινωνίας και ότι στην πραγματικότητα όσο περισσότερο το κάνουμε αυτό, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να βρεθούμε όλοι υπόχρεοι σε ένα αυταρχικό όραμα.

Νομίζω ότι υπάρχουν πολλά που πρέπει να ειπωθούν για αυτές τις ιδέες – και όπως είπα παραπάνω, νομίζω ότι μπορούν να αποτελέσουν μέρος ενός ευρύτερου μείγματος δυνατοτήτων από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε, τώρα και στο μέλλον. Νομίζω ότι το πραγματικά σημαντικό ερώτημα είναι πώς σκεφτόμαστε στρατηγικά για το πώς θα φτάσουμε σε έναν κόσμο όπου αυτό το επίπεδο δημοκρατικής πολιτικής είναι δυνατό. Προφανώς δεν πρόκειται να συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά έχει σημασία για το πώς οργανωνόμαστε, αν πιστεύουμε ότι είναι εφικτό σε δέκα χρόνια ή σε εκατό χρόνια – και, φυσικά, έχει σημασία πώς πιστεύουμε ότι θα φτάσουμε σε μια τέτοια κοινωνία. Η ανησυχία μου με αυτού του είδους τα οράματα δεν είναι ότι επιβάλλουν κάτι στο μέλλον, αλλά ότι επιβάλλουν μια συγκεκριμένη νοοτροπία σε εμάς τώρα. Με αυτό εννοώ ότι πέφτουμε στην παγίδα της καθαρότητας όπου απορρίπτουμε οτιδήποτε λιγότερο από αυτό το ιδανικό. Πρώτο ερώτημα λοιπόν, πώς αρχίζουμε να χτίζουμε προς αυτό το όραμα, ιδίως όσον αφορά τη μετάβαση; (Για παράδειγμα, μπορούμε να εργαστούμε για τον ανασχηματισμό του συστήματος που έχουμε – ενισχύοντας τα τοπικά συμβούλια και αποδυναμώνοντας την εθνική κυβέρνηση, ή χρειαζόμαστε μια επαναστατική νέα αρχή;)

Εν πάση περιπτώσει, ναι, νομίζω ότι αυτό προσφέρει έναν πιο ειλικρινή τρόπο σκέψης για μια πραγματικά δημοκρατική πολιτική, ο οποίος αποφεύγει κάποιες από τις αφελείς ιδέες που βλέπουμε σε πολλούς αναρχικούς. Δεν είμαι σίγουρος ότι έχω πειστεί για το επίπεδο δέσμευσης που αναμένεται από τους ανθρώπους -και αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο δεν έχω πειστεί από το parecon (participatory economics = συμμετοχική οικονομία)- αλλά νομίζω ότι αυτό παρέχει ένα καλό επίπεδο βάσης, αν θέλετε, από όπου μπορούμε να σκεφτούμε τα ενδιάμεσα βήματα και από όπου μπορούμε να εξετάσουμε άλλες προτάσεις. Σίγουρα κάνει την απαραίτητη δουλειά για να ξεκινήσουν αυτές οι συζητήσεις, να διαδοθούν οι ιδέες ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να οργανωθεί πολιτικά ο κόσμος.

Το τελευταίο πράγμα που θα πω σχετικά με την ορολογία: θα πρέπει να ασχοληθούμε περισσότερο με το πώς μιλάμε για το σύστημα που έχουμε και όχι μόνο για τις εναλλακτικές λύσεις που θέλουμε. Υποστηρίζω πραγματικά να σταματήσουν οι άνθρωποι να αναφέρονται στο σημερινό μας σύστημα ως δημοκρατία -κάθε φορά που χρησιμοποιούμε τη λέξη, ενισχύουμε την ιδεολογική της δύναμη- και επίσης στερούμε από τον εαυτό μας μια λέξη που θα έπρεπε να διεκδικούμε για τη δική μας πολιτική.

——————————————

ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ:

Υφαίνοντας την ουτοπία: οι συνελεύσεις ως προεικονιστικές συλλογικές πρακτικές ελευθερίας & ισότητας

The post Αναρχισμός, ελευθερία, ηθική και εξουσία: Μια συζήτηση με τον συγγραφέα του “Rules without rulers” first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/04/11/anarchismos-eleytheria-ithiki-exoysia-mia-syzitisi-ton-syggrafea-quot-rules-without-rulers-quot/feed/ 0 15998
Η εποχή της μετα-αλήθειας & η «νέα» κοινωνικο-πολιτική υποκειμενικότητα https://www.aftoleksi.gr/2023/11/29/epochi-tis-meta-alitheias-amp-nea-koinoniko-politiki-ypokeimenikotita/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=epochi-tis-meta-alitheias-amp-nea-koinoniko-politiki-ypokeimenikotita https://www.aftoleksi.gr/2023/11/29/epochi-tis-meta-alitheias-amp-nea-koinoniko-politiki-ypokeimenikotita/#respond Wed, 29 Nov 2023 10:26:39 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=14944 Κείμενο: Θοδωρής Παπαδόπουλος (Κέντρο Ανάλυσης Κοινωνικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Μπαθ, Αγγλία). H EΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑ-ΑΛΗΘΕΙΑΣ KAI Η “ΝΕΑ” ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ Στο σχόλιο αυτό αναλύω γιατί ζούμε όχι απλώς στην εποχή της ΜΕΤΑ-πολιτικής αλλά και (ίσως κυρίως) στην εποχή της ΜΕΤΑ-ΑΛΗΘΕΙΑΣ, με την έννοια ότι η πρώτη συσχετίζεται άμεσα και (ανα)παράγεται από τη δεύτερη. Το [...]

The post Η εποχή της μετα-αλήθειας & η «νέα» κοινωνικο-πολιτική υποκειμενικότητα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Θοδωρής Παπαδόπουλος (Κέντρο Ανάλυσης Κοινωνικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Μπαθ, Αγγλία). H EΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑ-ΑΛΗΘΕΙΑΣ KAI Η “ΝΕΑ” ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ

Στο σχόλιο αυτό αναλύω γιατί ζούμε όχι απλώς στην εποχή της ΜΕΤΑ-πολιτικής αλλά και (ίσως κυρίως) στην εποχή της ΜΕΤΑ-ΑΛΗΘΕΙΑΣ, με την έννοια ότι η πρώτη συσχετίζεται άμεσα και (ανα)παράγεται από τη δεύτερη.

Το 2016, οι εκδόσεις που βγάζουν το διάσημο Λεξικό της Οξφόρδης ανακήρυξαν τη «μετα-αλήθεια» (post-truth) ως διεθνή λέξη της χρονιάς. Ο ορισμός που έδωσαν στη λέξη όταν την πρόσθεσαν στο λεξικό είναι ότι προσδιορίζει αυτό «που σχετίζεται ή δηλώνει περιστάσεις στις οποίες τα αντικειμενικά γεγονότα έχουν λιγότερο επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης από ό,τι οι εκκλήσεις στο συναίσθημα και την προσωπική πεποίθηση». Οι εκδότες είπαν ότι η χρήση του όρου «μετα-αλήθεια» αυξηθηκε μέσα στο 2016 κατά περίπου 2.000% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά. (1)

Για όσες κι όσους ασχολούμαστε σοβαρά με τη δυνατότητα αυθεντικής δημοκρατικής πολιτικής (ως αξία καθ’ εαυτήν και ως διαδικασία) αυτή η έννοια δεν ήρθε ως έκπληξη. Έχουμε, νομίζω, βιώσει εδώ και χρόνια το πέρασμα σε μια εποχή όπου η πιθανότητα ανάδυσης ενός χώρου παραγωγικής πολιτικής επικοινωνίας στη βάση ορθολογικής συζήτησης έχει μειωθεί θεαματικά. Μιλάμε για την πιθανότητα ανάδυσης ενός θεσμικού χώρου αυθεντικής πολιτικής όπου, μέσω του ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΟΥ διαλόγου, δημοκρατικά πολιτικά υποκείμενα θα παράξουν απελευθερωτικές κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές με τις οποίες θα πορευτεί η κοινωνία. Πολιτικές με γνώμονα τα ιδεώδη του διαφωτισμού –την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη– για το κοινό καλό ανθρώπων και φύσης.

Αυτός ο βαθιά πολιτικός διάλογος, για να είναι παραγωγικός για το κοινό καλό, θα πρέπει οι συμμετέχοντες/-ουσες σε αυτόν να έχουν προ-αποδεχτεί ως πλαίσιό του τη θεμελιώδη συμφωνία της δημοκρατικής πολιτικής κοινωνίας. Δηλαδή, ότι ΑΣΧΕΤΑ με το πώς αισθανόμαστε προσωπικά και τι είδους ενδοσκόπηση κάνουμε ως υποκείμενα, συμφωνούμε να ΔΙΑΛΕΧΘΟΥΜΕ ΕΞΩΣΤΡΕΦΩΣ, ισότιμα και με σεβασμό, έχοντας προ-αποδεχτεί ότι η ΣΥΖΗΤΗΣΗ θα διεξαχθεί με ένα δι-υποκειμενικό κριτήριο ποιότητας επιχειρημάτων.

Δηλαδή με ορθολογικούς όρους, στη βάση της σχέσης αρχών-επιχειρημάτων-συμπερασμάτων που συνδέονται λογικά μεταξύ τους.

Όταν αυτή η παραδοχή δεν υφίσταται, τότε είμαστε πλέον στο βασίλειο της ΜΕΤΑ-αλήθειας: κανένα δι-υποκειμενικό κριτήριο δεν διασφαλίζει –έστω και εύθραυστα– την ποιότητα των επιχειρημάτων. Έτσι, η δυνατότητα παραγωγικής πολιτικής επικοινωνίας καταρρέει ακόμα και σαν ενδεχομενικότητα. Αυτό που αναδύεται είναι μια Βαβέλ μονολόγων που εκφέρονται από ναρκισσιστικά/αυτοαναφορικά υποκείμενα εγκλωβισμένα σε ένα γενικευμένο πόλεμο προπαγάνδας.

Η αναζήτηση αλήθειας μεταμορφώνεται σε αγώνα επιβολής συγκινησιακά φορτισμένων αφηγημάτων.

Το κριτήριο αλήθειας -αν υπάρχει- εδράζεται πλέον μόνο ΕΝΔΟΝ. Δεν υπάρχει δι-υποκειμενική αλήθεια αλλά μόνο η δικιά ΜΟΥ αλήθεια και αυτή της “φυλής” μου (tribe) που ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ και ΠΙΣΤΕΥΕΙ -με τη θρησκευτική διάσταση του όρου- τα ίδια με εμένα. Το κριτήριο είναι μόνο μέσα μου: δεν πα’ να λες εσύ ότι ο ήλιος λάμπει και ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ να λάμπει – άμα εγώ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ότι δεν λάμπει, τότε όχι μόνο ΔΕΝ αναγνωρίζω ότι λάμπει αλλά και ΑΠΑΙΤΩ αυτη η λογική μου παράκρουση να αναγνωριστεί από τα αλλά υποκείμενα ως ισότιμη στην επιχειρηματολογική της ποιότητα. Σε αντίθετη περίπτωση -εάν δεν αναγνωριστεί ως τέτοια- κάθε κριτική προς την παράκρουσή μου προσλαμβάνεται ως επίθεση στην προσωπικότητά μου.

Αυτή η ριζική μεταμόρφωση της αλήθειας, η έκπτωσή της σε συγκινησιακό αφήγημα, (ανα)παράγει μια “νέα” κοινωνικο-πολιτική υποκειμενικότητα με ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: η όποια ορθολογική ανταλλαγή επιχειρημάτων στην οποία συμμετέχει δεν βιώνεται ως μια πολιτική εμπειρία ΣΥΝ-ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗΣ επικοινωνίας αλλά, αντίθετα, ως μια συναισθηματική εμπειρία «βίας» και «τραύματος». Για το “νέο” υποκείμενο η αναπόφευκτη «τριβή» του διαλόγου πρέπει να αποφευχθεί πάσει θυσία σαν αίτιο δημιουργίας ψυχικού τραύματος. Και αυτή η θυσία συμπεριλαμβάνει τη θυσία της αρχής της λογικής συνέπειας αρχών-επιχειρημάτων-συμπερασμάτων.

Πρόκειται για ένα «νέο» κοινωνικό ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ που άγεται και φέρεται από ψευδο-ρομαντικά συναισθήματα. Όπου το δικό του τραύμα είναι το απολύτως ανώτερο και το πιο άξιο προσοχής, πέρα και πάνω των τραυμάτων των υπόλοιπων υποκειμένων. Και παραπέρα, το «νέο» κοινωνικο-πολιτικό υποκείμενο «αναγνωρίζει» τα άλλα υποκείμενα-συνομιλητές όχι ως ισότιμους συμπαραγωγούς πολιτικής στο αμφιθέατρο του δημοκρατικού διαλόγου αλλά ως αντιπάλους σε μια αρένα συγκινησιακού ανταγωνισμού όπου λυσσαλέα προσπαθεί να τα ξεδιαλύνει σαν φυλακισμένους με κριτήριο το δίπολο «φίλος-εχθρός» (τη διάκριση που έθεσε ως ούσια της πολιτικής ο φιλόσοφος του ναζισμού Carl Schmitt).

Η συνέπεια είναι ότι το δημόσιο/κοινό συμφέρον, δεν μπορεί “να προσδιοριστεί ούτε κατ’ ελάχιστο ως κάτι το καθολικό, ως υπερβαίνον το ιδιωτικό, με αποτέλεσμα να λείπει εκείνο το συνεκτικό αγαθό, που είναι σε θέση να συντονίσει την κοινωνία και να διασφαλίσει την τάξη της […] Συνακόλουθα, η αναγκαία πολιτική τάξη [θα προσθέσω: σε μια τέτοια ΜΕΤΑ-πολιτική κοινωνία] μπορεί να επιβληθεί μόνο μέσα από τη διαθέσιμη δύναμη ή ισχύ μιας δεδομένης οργανωμένης ομάδας, καθώς η λεγόμενη συναίνεση, σε επίπεδο κοινωνίας, δεν είναι αρκούντως βαθιά, για να λειτουργήσει ως δικαιοκριτικό έρεισμα της πολιτικής τάξης” (2). Η ισχύς, η ωμή βία, συμβολική ή φυσική, επιβάλει την καθολικότητα ως άρνηση του διαλέγεσθαι.

Σε αυτή την εποχή της ΜΕΤΑ-πολιτικής που χαρακτηρίζεται από τον ανηλεή πόλεμο προπαγάνδας μεταξύ ΜΕΤΑ-αληθειών/αφηγημάτων, το “νέο” υποκείμενο αναζητά να προσκολληθεί σε μια ναρκισσιστική “χαρισματική” ηγετική προσωπικότητα ως οπαδός που είναι σε διαρκή ετοιμότητα να υπερασπιστεί την/τον ηγέτη μέχρι και του συμβολικού ή/και πραγματικού θανάτου των «εχθρών», αλλά και της προσωπικής του θυσίας. Κάτω από ειδικές συνθήκες, μάλιστα, μπορεί και το ίδιο να εξελιχθεί σε μια τέτοια ναρκισσιστική ηγετική προσωπικότητα.

Στο κείμενο έβαλα το «νέο» σε εισαγωγικά γιατί, ιστορικά, το υποκείμενο αυτό δεν είναι καθόλου νέο. Αυτή η «νέα» κοινωνικο-πολιτική υποκειμενικότητα δεν είναι παρά η δυναμική επαν-εμφάνιση της πρώτης (ψυχικής) ύλης του ολοκληρωτισμού, ανεξάρτητα με τι πολιτικό-ιδεολογικό ή «ηθικό» περιτύλιγμα προωθείται ο τελευταίος. (3)

Η κυριάρχηση αυτού του υποκείμενου θα σημάνει την αρχή του τέλους του διαφωτισμού, όχι μόνο ως πολιτική ηθική ατομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, αλλά κυρίως ως ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ατομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης.

Για όποια και όποιον αναγνωρίζει στον διαφωτισμό την υπόσχεση για την ανάδυση μια αυθεντικά δημοκρατικής κοινωνίας, η υπεράσπιση της δυνατότητας ΕΞΩΣΤΕΦΟΥΣ πολιτικού διαλόγου που διεξάγεται στη βάση του ορθολογικού δι-υποκειμενικού κριτήριου ποιότητας επιχειρημάτων, δεν είναι απλώς δέον αλλά ΚΑΘΗΚΟΝ.
———————————————————-

(1) Guardian, Tue 15 Nov 2016.
(2) Δημήτρης Τζωρτζόπουλος, “Carl Schmitt: η πολιτική έννοια: φίλου & εχθρού” στο “http://hegel-platon.blogspot.com/2019/03/carl-schmitt.html”
(3) Σε καμία περίπτωση δεν καλώ να προσπαθήσουμε ώστε να ΕΞΟΡΙΣΤΕΙ το συναισθημα απο την πολιτική. Οχι απλώς είναι αδύνατο να γίνει αλλά ούτε και επιθυμητό. Επίσης ούτε προτέινω να υποβαθμιστεί το τραυμα που κουβαλάει η καθεμιά και ο καθένας μας. Τουναντιον, είναι αναπόφευκτο ότι θα επικαθορίσει την “σκοπιά” μας. Αλλα αν ειναι να κανουμε πολιτικά παραγωγική συζητηση αυτός ο διαλογος μπορεί να γίνει μόνο ΕΞΩΣΤΡΕΦΩΣ με βαση ενα δι-υποκειμενικό κριτήριο αξιολόγησης επιχειρημάτων. Ο αυτονομος/δημοκρατικός πολιτικός διαλογος ή θα ειναι παραγωγικός ή δεν θα υπάρξει. Απαιτεί από τα πολιτικά υποκέιμενα που συμμετέχουν σε αυτόν αυτο-περιορισμό και ορθολογική διαύγαση του συναισθηματος και του τραυματος – όχι εξορία τους ή αποφυγή τους. Ο αυτονομος/δημοκρατικός πολιτικός διαλογος είναι ΤΕΧΝΗ που πρέπει να την μαθουμε και να την ασκούμε οπως μαθαίνει κάποια/ος πιάνο. Χρειάζεται να την πάρουμε πάρα πολύ σοβαρά αυτή την Τέχνη και να την υπερασπιστούμε μέχρις εσχάτων. Δεν είναι μια απλή ανταλλαγή απόψεων και πληροφορίας ή μια ψυχαναλυτική άσκηση ενδοσκόπισης. Ούτε πρέπει να αφήσουμε να καταντήσει πασαρέλα να επιδεικνύει ο καθένας/μια πόσο πιο μεγαλο τραυμα είναι το δικό της/του μπας και πληρωθεί σε συμπάθεια και πολιτικό κεφάλαιο. Για να ζήσουμε πραγματικά ελεύθερες/οι ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ να διαυγάσουμε τα συναισθήματά μας όπως έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, να τους δώσουμε φωνή και να τα ακούσουμε προσεκτικά, αλλά σε άλλες στιγμές και χώρους – όχι την ώρα του ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΥ πολιτικού διαλόγου. Και δεν μπορούμε να αφησουμε τα συναισθήματα να ΡΥΘΜΙΣΟΥΝ ενδοσκοπικά τους όρους αυτού του διαλόγου. Αυτό είναι το ελάχιστο για την αυτοπροστασία της πολιτικής συλλογικότητας. Μπορούμε να ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΜΕ όμως ότι σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή θα αφήσουμε τα αισθήματα να μας κυβερνήσουν αλλά αυτό -για να είμαστε συνεπείς- μπορεί να γίνει μόνο αν δι-υποκειμενικά και ορθολογικά συναινεσουμε σε αυτό. Δηλαδή ότι σαν συλλογικότητα ΑΥΤΟ θέλουμε τώρα. Οπότε θα πάρουμε και την ευθύνη των πράξεων που θα ακολουθήσουν όσο υπέροχες ή αποκρουστικές θα είναι αυτές. Εν τέλει, η αυτόνομη/δημοκρατική πολιτική κοινότητα -για την υπερασπιση της ΔΙΚΙΑΣ ΤΗΣ, συλλογικής, υποκειμενικότητας- δεν μπορεί. δεν πρέπει να αφήσει να γίνει το τραύμα ΜΟΥ ή το συναίσθημα ΜΟΥ ή η πίστη ΜΟΥ δικαιολογία για τον ολοκληρωτισμό που θα θελήσω να ΤΗΣ επιβάλω. Έτσι την πατήσαμε με τον ρομαντισμό, που ήταν και είναι υπέροχα σαγηνευτικός αλλά και συνάμα, όπως μας διδαξε η ιστορία, άκρα επικινδυνος. Μια φορά στην ιστορία φτάνει.

Βλ. του ιδίου:

Ας δούμε σοβαρά (και με στοιχεία) την αποχή

The post Η εποχή της μετα-αλήθειας & η «νέα» κοινωνικο-πολιτική υποκειμενικότητα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/11/29/epochi-tis-meta-alitheias-amp-nea-koinoniko-politiki-ypokeimenikotita/feed/ 0 14944
11/07 Βιβλιοπαρουσίαση «Χειραφέτηση, Δημοκρατία & Αποαποικιοποίηση» για το έργο του CLR James https://www.aftoleksi.gr/2023/07/08/11-07-vivlioparoysiasi-cheirafetisi-dimokratia-amp-apoapoikiopoiisi-to-ergo-clr-james/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=11-07-vivlioparoysiasi-cheirafetisi-dimokratia-amp-apoapoikiopoiisi-to-ergo-clr-james https://www.aftoleksi.gr/2023/07/08/11-07-vivlioparoysiasi-cheirafetisi-dimokratia-amp-apoapoikiopoiisi-to-ergo-clr-james/#respond Sat, 08 Jul 2023 09:54:33 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=13682 Οι ελευθεριακές εκδόσεις Αυτολεξεί σας προσκαλούν στην εκδήλωση-παρουσίαση του νέου βιβλίου «Χειραφέτηση, δημοκρατία & αποαποικιοποίηση – 2 συζητήσεις για το έργο του CLR James με τον Matthew Quest» Αφορμή της έκδοσης του πρώτου βιβλίου στα ελληνικά για το έργο του CLR James, στάθηκαν οι συζητήσεις των μελών της συντακτικής ομάδας του Αυτολεξεί με τον ελευθεριακό [...]

The post 11/07 Βιβλιοπαρουσίαση «Χειραφέτηση, Δημοκρατία & Αποαποικιοποίηση» για το έργο του CLR James first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Οι ελευθεριακές εκδόσεις Αυτολεξεί σας προσκαλούν στην εκδήλωση-παρουσίαση του νέου βιβλίου «Χειραφέτηση, δημοκρατία & αποαποικιοποίηση – 2 συζητήσεις για το έργο του CLR James με τον Matthew Quest»
Αφορμή της έκδοσης του πρώτου βιβλίου στα ελληνικά για το έργο του CLR James, στάθηκαν οι συζητήσεις των μελών της συντακτικής ομάδας του Αυτολεξεί με τον ελευθεριακό μελετητή Matthew Quest από τις ΗΠΑ. Ο Quest συγκαταλέγεται στους κορυφαίους μελετητές της κληρονομιάς του Αφρο-Καραϊβικού επαναστάτη και στοχαστή CLR James.
ΘΑ ΜΙΛΗΣΟΥΝ:
》Γιάβορ Ταρίνσκι (συγγραφέας, ακτιβιστής)
》Αλέξανδρος Σχισμένος (δρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας)
》Γιώργος Πουλάδος (μεταφραστής, απόφοιτος ΜΠΣ Δημόσιας Ιστορίας)
》Ο παρευρισκόμενος κόσμος με ερωτήσεις/τοποθετήσεις κ.λπ.
ΤΡΙΤΗ 11/07 στις 20.00 στην ΤΑΡΑΤΣΑ του ΚΟΙΝΟΥ ΤΟΠΟΥ (Πλούτωνος & Υψηλάντου στη Χαραυγή, μετρό: Άγιος Δημήτριος)
Στην κουβέντα μας θα εστιάσουμε στο πώς τόσο οι καθημερινοί άνθρωποι όσο και οι αποικιοκρατούμενοι λαοί υποβαθμίζονται διαχρονικά από την αποστέρηση του δικαιώματός τους στη λαϊκή αυτοκυβέρνηση. Παρ’ όλες τις απαγορεύσεις, από την αρχαιότητα έως και τη μετα-αποικιακή εποχή απλοί άνθρωποι, μέσω της αυτοκαθοριζόμενης απελευθερωτικής τους δραστηριότητας, αγωνίστηκαν για να αναλάβουν οι ίδιοι τα ηνία της κοινωνίας.
Ποιες ήταν οι ιδέες του CLR James που διαμόρφωσαν ένα όραμα για την αφρικανική ήπειρο, την Καραϊβική και την αντίσταση των Αφροαμερικανών στον 20ό αιώνα;
Πώς η εξέλιξη της σκέψης του συνεισφέρει νέες δυνατότητες χειραφέτησης στο σήμερα;
Ποιο ήταν το πολιτικό νήμα που συνέδεσε προσωπικά με μία ιδιαίτερη γνωριμία και συνεργασία τους CLR James και Κορνήλιο Καστοριάδη;
Ο Σι Ελ Αρ Τζέιμς (1901-1989), ή Σίριλ Λάιονελ Ρόμπερτ Τζέιμς, υπήρξε ένας από τους επιδραστικότερους ελευθεριακούς επαναστάτες διανοούμενους τόσο του παναφρικανικού όσο και του διεθνούς εργατικού κινήματος. Καταγόταν από το Τρινιντάντ και είναι συγγραφέας του πιο γνωστού βιβλίου ιστορίας της Αϊτιανής Επανάστασης Μαύροι Ιακωβίνοι, καθώς και του βιβλίου Παγκόσμια Επανάσταση, στο οποίο διερευνά την άνοδο και την πτώση της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το βιβλίο του έτυχε θερμής υποδοχής μεταξύ άλλων από τον Τρότσκι και τον Τζορτζ Όργουελ, ενώ θεωρείται πως θεμελίωσε το τροτσκιστικό ρεύμα παγκοσμίως. Ο Τζέιμς έγινε το στήριγμα των μαύρων ανθρώπων όλου του κόσμου που αναζητούν μια ριζοσπαστική αλλαγή.
Λιγότερο γνωστή, αν και εξαιρετικά σημαντική, ήταν η εγκατάλειψη του Τζέιμς στην πίστη του στην πρωτοπορία και η συμπόρευσή του με την άμεση δημοκρατία και την αυτοδιαχείριση, όπως διαπιστώνεται στην ανάλυσή του για την κλασική Αθήνα και την Ουγγρική Επανάσταση του 1956. Το 1958, ο CLR James μαζί με τον Καστοριάδη και τη Grace Lee Boggs θα εκδώσουν το βιβλίο Facing Reality. Ο Καστοριάδης αναφέρει χαρακτηριστικά πως, ενώ ταξίδευε στο εξωτερικό, ο πρώτος άνθρωπος που μίλησε ποτέ μαζί του για να υποστηρίξει τα οράματα της αρχαίας Αθήνας ήταν ένας μαύρος επαναστάτης από το Τρινιντάντ και ειδικός στο κρίκετ, ο CLR James.
«Η δημοκρατία, η χειραφέτηση των αποικιοκρατούμενων λαών και των εργαζομένων, η καλύτερη παρατήρηση των αυτοδιευθυνόμενων απελευθερωτικών δραστηριοτήτων των απλών ανθρώπων σε όλο τον κόσμο· αυτό είναι το μέλλον που μας κληροδοτεί ο CLR James»
www.aftoleksi.gr | aftoleksi@gmail.com

The post 11/07 Βιβλιοπαρουσίαση «Χειραφέτηση, Δημοκρατία & Αποαποικιοποίηση» για το έργο του CLR James first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/07/08/11-07-vivlioparoysiasi-cheirafetisi-dimokratia-amp-apoapoikiopoiisi-to-ergo-clr-james/feed/ 0 13682
Capitol Hill Autonomous Zone: μία αποτίμηση από την εκκένωση της αυτόνομης ζώνης του Σιάτλ https://www.aftoleksi.gr/2023/07/02/capitol-hill-organised-protest-tria-chronia-tin-ekkenosi-tis-aytonomis-zonis-siatl/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=capitol-hill-organised-protest-tria-chronia-tin-ekkenosi-tis-aytonomis-zonis-siatl https://www.aftoleksi.gr/2023/07/02/capitol-hill-organised-protest-tria-chronia-tin-ekkenosi-tis-aytonomis-zonis-siatl/#respond Sun, 02 Jul 2023 06:24:06 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=13625 Κείμενο/Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Ευθύμης Χατζηθεοδώρου Την 1η Ιούλη του 2020, οι αστυνομικές δυνάμεις της πόλης του Σιάτλ εκκενώνουν την αυτόνομη ζώνη του λόφου Κάπιτολ. Η Capitol Hill Autonomous Zone (CHAZ) ή Capitol Hill Organized Protest (CHOP) υπήρξε για σχεδόν ένα μήνα η λεγόμενη αυτόνομη ζώνη χωρίς αστυνομία, μια κατάληψη γειτονιάς του Σιάτλ που προέκυψε [...]

The post Capitol Hill Autonomous Zone: μία αποτίμηση από την εκκένωση της αυτόνομης ζώνης του Σιάτλ first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο/Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Ευθύμης Χατζηθεοδώρου

Την 1η Ιούλη του 2020, οι αστυνομικές δυνάμεις της πόλης του Σιάτλ εκκενώνουν την αυτόνομη ζώνη του λόφου Κάπιτολ. Η Capitol Hill Autonomous Zone (CHAZ) ή Capitol Hill Organized Protest (CHOP) υπήρξε για σχεδόν ένα μήνα η λεγόμενη αυτόνομη ζώνη χωρίς αστυνομία, μια κατάληψη γειτονιάς του Σιάτλ που προέκυψε μετά από μέρες συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και των δυνάμεων καταστολής με αφορμή τη δολοφονία του George Floyd. Η κατάληψη ξεκίνησε στις 8 Ιούνη όταν η αστυνομία αποχώρησε από το ανατολικό αστυνομικό τμήμα της πόλης. Αφορμή για την εκκένωση υπήρξε μια σειρά από αιματηρές συμπλοκές που προέκυψαν στο χώρο από άτομα της κατάληψης αλλά και απ’έξω.

Τόσο ακτιβιστές του κινήματος Black Lives Matter όσο και άτομα υπέρ της κατάργησης της αστυνομίας βρέθηκαν στη κατάληψη με 3 βασικά αιτήματα, τη μείωση του προϋπολογισμού της αστυνομίας κατά 50%, τη μετατόπιση της χρηματοδότησης αυτής προς γειτονιές με προγράμματα και υπηρεσίες στις παραδοσιακά μαύρες περιοχές της πόλης και την απόσυρση των κατηγοριών από όλους τους συλληφθέντες.

Η ιστορία του CHOP αποτελεί μια πολύ ωραία αφορμή για αναστοχασμό γύρω από τις παραδοσιακές αναρχικές πεποιθήσεις περί της ιδέας της δόμησης μιας ελεύθερης κοινωνίας μέσω του αυθορμητισμού των μαζών. Ακολουθεί η μετάφραση μιας ανάλυσης των προβλημάτων της κατάληψης από την Black Rose Anarchist Federation.

CHOP: Όρια και αποτυχίες

Η δύναμη του κινήματος προήλθε από τις κινητοποιήσεις στους δρόμους και τις άμεσες συγκρούσεις με την αστυνομία και όχι από κάποια συγκεκριμένη οργανωμένη ομάδα, όπως τα σωματεία ενοικιαστών ή τα εργατικά σωματεία ή οι συνελεύσεις στις γειτονιές. Αντίθετα, υπήρχε μια διαφορετική συγκέντρωση ακτιβιστών, οι οποίοι ωστόσο επέδειξαν πραγματική λαϊκή δύναμη. Και το CHOP βοήθησε στην ενδυνάμωση κινημάτων που έκαναν εφικτές άλλες νίκες. Για παράδειγμα, η ψηφοφορία για την απομάκρυνση του συνδικάτου της αστυνομίας του Σιάτλ από το εργατικό συμβούλιο μεταδόθηκε από μια συγκέντρωση στο CHOP, με κυριολεκτικά εκατοντάδες ανθρώπους να παίρνουν μέρος στη συνεδρίαση μέσω Zoom για να πιέσουν το αντιδραστικό εργατικό συμβούλιο να κάνει το σωστό. Tα σχολεία του Σιάτλ ψήφισαν επίσης να απομακρύνουν το SPD από τις εγκαταστάσεις τους. Υπήρχαν νυχτερινές πορείες από τη ζώνη του CHOP στα ανατολικά προς το δυτικό τμήμα στο κέντρο της πόλης, γεγονός που οδήγησε στο να τίθεται το τμήμα σε αποκλεισμό κάθε βράδυ για τη μείωση της αστυνομικής ικανότητας στην πόλη κατά 40% περίπου. Αυτή είναι μια πραγματική πηγή λαϊκής εξουσίας που αναπτύχθηκε στους δρόμους του Σιάτλ (και αλλού).

Ωστόσο, το κίνημα δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη δύναμη του CHOP. Υπάρχουν διάφοροι εσωτερικοί και εξωτερικοί λόγοι γι’ αυτό. Μεταξύ των μεγαλύτερων αποτυχιών που είδαμε ήταν η έλλειψη οργάνωσης, δομής λήψης αποφάσεων, η υποκατάσταση της τακτικής από τη στρατηγική, οι περιορισμοί της οριζόντιας πολιτικής και της πολιτικής των λευκών συμμάχων όταν επρόκειτο για τις πολιτικές ανάγκες του χώρου, η ανάγκη για βελτιωμένες δυνάμεις αυτοάμυνας του κινήματος και εξωτερικής προπαγάνδας, και οι εγγενείς περιορισμοί βιωσιμότητας αυτού του τύπου μαζικής λαϊκής εξέγερσης και κατάληψης.

Απουσία διαδικασίας λήψης αποφάσεων

Το πρώτο σημαντικό πρόβλημα ήταν η αποτυχία μιας πρακτικής υποδομής λήψης αποφάσεων στη ζώνη. Παρόλο που αυτό βελτιώθηκε προς τις τελευταίες μέρες της κατάληψης, γίναμε μάρτυρες πολύ κακού συντονισμού των συνελεύσεων και διαδικασία λήψης αποφάσεων. Τόσο στη πρώτη γενική συνέλευση όσο και για εβδομάδες επόμενων συνελεύσεων, η διαδικασία ήταν ένας χώρος όπου ο καθένας μπορούσε να μιλήσει για οποιοδήποτε θέμα επιθυμούσε. Δεν υπήρχε ημερήσια διάταξη, δεν υπήρχε χρονικό πλαίσιο, δεν ήταν δυνατόν να ακολουθηθούν με ουσιαστικό τρόπο οι θεματικές των διαφόρων ομιλητών. Για το μεγαλύτερο μέρος της κατάληψης, η διαδικασία ήταν συνέλευση μόνο στο όνομα, λειτουργώντας περισσότερο ως “ανοιχτό μικρόφωνο” και όχι ως ένας λειτουργικός χώρος για τη διεξαγωγή πολιτικής δουλειάς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι γενικές συνελεύσεις να αποτελέσουν προνομιακό χώρο για τους ασφαλίτες ή τους δεξιούς διασπαστές να προκαλέσουν διχόνοια μέσω αντιπληροφόρησης. (Μπορείτε να δείτε έναν από αυτούς, το άτομο που συστήνεται ως “MamaBird” στο παρακάτω βίντεο).

Ήμασταν μπροστά σε πολλά τέτοια περιστατικά. Σε ένα από αυτά, το βράδυ που ο δήμαρχος ανακοίνωσε τις προθέσεις του να ανακαταλάβει τη γειτονιά, πραγματοποιήθηκε μια αυτοσχέδια συνέλευση για να ληφθούν αποφάσεις σχετικά με το πως θα δρούσαμε. Μια νεαρή μαύρη γυναίκα κάλεσε τη συνέλευση και προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο να αποφασίσει αν θα κρατούσε το χώρο και αν ναι, πως θα γινόταν αυτό. Επανειλημμένα, ένας ηλικιωμένος μαύρος άνδρας που οπλοφορούσε διέκοπτε και εκτροχίαζε τη συζήτηση. Πολλές φορές, έπαιρνε στα χέρια του το μεγάφωνο και μιλούσε για την εμπειρία του με τον ρατσισμό στις ΗΠΑ, την ανάγκη για ειρήνη και εμπόδιζε τη συνέλευση να προχωρήσει σε κάποια λήψη απόφασης. Αυτό συνέβη όσο νομίζαμε ότι μια επικείμενη έφοδος της αστυνομίας στη γειτονιά θα συνέβαινε και υπήρχαν ακόμη εκατοντάδες υποστηρικτές στο CHOP. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ο άνδρας αυτός ήταν ένας ιδιωτικός ερευνητής και βρέθηκαν φωτογραφίες του παρέα με αστυνομικούς του αστυνομικού τομέα του Σιάτλ. Είναι σαφές ότι η έλλειψη δόμησης και εμπειρίας στο συντονισμό μεγάλου αριθμού κόσμου όχι μόνο επέτρεψε τέτοιου είδους παρεμβάσεις αλλά και επέτρεψε και την πατριαρχική λογική του παραγκωνισμού μιας ταλαντούχας μαύρης γυναίκας που πίεζε για πολιτική σαφήνεια. Υπήρξαν πολλές παρόμοιες στιγμές.

Πλεονεκτήματα και περιορισμοί της οριζοντιότητας και της ατομικής δράσης

Αυτή η συνολική έλλειψη λήψης αποφάσεων σήμαινε επίσης ότι δεν μπορούσε να υπάρξει πολιτική στο χώρο. Αυτό ονομάζουμε ως το πρόβλημα της οριζοντιότητας. Ο καθένας δούλευε πάνω σε ατομικά σχέδια, με ελάχιστη εως μηδαμινή ικανότητα συντονισμού με τα υπόλοιπα για την ανάπτυξη μιας πολιτικής ατζέντας, ή έστω για να συμφωνηθούν κάποια αιτήματα και σκοποί της κατάληψης. Πολυάριθμοι μικροί σχηματισμοί εξέδωσαν ποικίλα σύνολα αιτημάτων. Πολλά ερωτήματα δεν μπορούσαν να απαντηθούν. Ήταν ο σκοπός μας να καταληφθεί και να διεκδικηθεί η γειτονιά ή όχι; Ερωτήματα τόσο προφανή και απλά όσο και το παραπάνω δεν μπορούσαν να διερευνηθούν. Το αποτέλεσμα ήταν να προκύψουν εκατοντάδες μεμονωμένα εγχειρήματα που συνέβαλαν στην άνθηση μιας κινηματικής δραστηριότητας και υπήρξαν κομμάτι του λόγου που βλέπαμε κάποια επαναστατικά χαρακτηριστικά σε αυτές τις στιγμές. Αυτό διευκόλυνε τη μαζική συμμετοχή, καθώς ο καθένας και η καθεμία μπορούσε να φέρει στο χώρο όποιο πάθος και ενδιαφέρον είχε. Ως εκ τούτου, αστικοί λαχανόκηποι, καλλιτεχνικά δρώμενα, νυχτερινές πορείες, μουσικές συναυλίες, προβολές, περιφρουρήσεις, συνελεύσεις, ομάδες συζήτησης και πολλά άλλα συνέβαιναν ταυτόχρονα. Αυτό δεν ήταν κάτι κακό. Συνέβαλε στην ενδυνάμωση του κινήματος. Αλλά πιστεύουμε πως χρειαζόμαστε αυτή την ποικιλομορφία όσο χρειαζόμαστε και έναν τρόπο να συνεγείρουμε αυτές τις δραστηριότητες προς μια ξεκάθαρη πολιτική κατεύθυνση. Γι’αυτό υπήρχε η ανάγκη όχι μόνο για μια πρακτική διευκόλυνσης συντονισμού στις γενικές συνελεύσεις αλλά και για την προστασία και την απομάκρυνση των ανθρώπων που προκαλούσαν αναστάτωση.

Η αποτυχία της πολιτικής των “λευκών συμμάχων”

Το επόμενο σημαντικό πρόβλημα ήταν η σύγχυση και οι περιορισμοί της πολιτικής των “λευκών συμμάχων”. Λευκοί ακτιβιστές στο χώρο της κατάληψης, κυριολεκτικά έψαχναν για οτιδήποτε τους έλεγε οποιοσδήποτε μάυρος να κάνουν, το οποίο θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε, από τυχαίες προσωπικές χάρες μέχρι το να φορούν μπλουζάκια που έγραφαν “αν αρχίσουν πυροβολισμοί σταθείτε πίσω μου”. Αυτή η δυναμική οδήγησε στην ανύψωση των μαύρων ατόμων καθώς και στην αδράνεια των λευκών ακτιβιστών σε στιγμές ανάγκης. Αυτή η λογική της Μαύρης Ηγεσίας σήμαινε πως μια ολόκληρη ποικιλία πολιτικών παραδόσεων και μαύρων προοπτικών τραβούσε τους ανθρώπους προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Τι ακριβώς σήμαινε η υποχώρηση στη Μαύρη Ηγεσία; Έπρεπε να ακούσουμε τις φιλελεύθερες μαύρες φωνές που έκαναν συμμαχίες με την αστυνομία και κατεύθυναν τον κόσμο προς το τέλος της κατάληψης; Σήμαινε άραγε το να ακολουθήσουμε τις μαύρες φωνές που καλούσαν για την ανάπτυξη του μαύρου καπιταλισμού και την αγορά “μαύρων” προιόντων (πολλοί από αυτούς τους ισχυρισμούς διατυπώθηκαν από τοπικούς μαύρους επιχειρηματίες); Έπρεπε να ακολουθήσουμε τις μαύρες φωνές που απέρριπταν την “αυτονομία” της ζώνης χωρίς μπάτσους ή εκείνους που την υποστήριζαν; Αυτή η λογική σήμαινε πως όταν έπαιρναν τον λόγο Μαύροι, μερικοί από τους οποίους ήταν βαλτοί της αστυνομίας, οι λευκοί ακτιβιστές δεν είχαν την δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις βλαβερές συμπεριφορές. Αυτό επιδείνωσε τα υλικοτεχνικά προβλήματα του χώρου. Αλλά είναι επίσης μια ξεκάθαρη ήττα της πολιτικής των λευκών συμμάχων και υπογραμμίζει ότι είναι η ΠΟΛΙΤΙΚΗ που είναι σημαντική να αρθρώνεται και να συζητιέται στο χώρο.

Αυτό δεν σημαίνει πως ο τρόπος συμμετοχής των μη-μαύρων ριζοσπαστών σε ένα κίνημα για την απελευθέρωση των μαύρων είναι ένα απλό ερώτημα. Σίγουρα, όπως όλοι οι αγώνες, απαιτείται πέραν της αλληλεγγύης, ταπεινότητα, διακριτικότητα, σεβασμός και εμπιστοσύνη. Αλλά παρατηρήσαμε ξεκάθαρα την αποτυχία (και την εργαλειοποίηση) της πολιτικής των “λευκών συμμάχων” στη πράξη. Ως αγωνιστές, πρέπει να αρθρώσουμε με σαφήνεια μια θεωρία και πρακτική επαναστατικής αντιρατσιστικής αλληλεγγύης ως εναλλακτική.

Τα μέσα γίνονται σκοπός

Σε αυτό το πολιτικό τέλμα, η ίδια η διατήρηση της κατάληψης έγινε ο μοναδικός στόχος του κινήματος. Το βλέπουμε αυτό ως σαφή αντικατάσταση της τακτικής του κινήματος από τη στρατηγική και ως συνέχιση των αποτυχιών του κινήματος πριν από το CHOP να εργαστεί πάνω σε ζητήματα πολιτικής στρατηγικής. Χωρίς αιτήματα, ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους ή την ικανότητα να ξεπεράσει τις πολιτικές διαφορές, το CHOP περιορίστηκε στον μικρότερο κοινό παρονομαστή του, και αυτός ήταν απλώς η διατήρηση του χώρου. Αυτό συνέβαινε και αλλού στο κίνημα στο Σιάτλ. Οι νυχτερινές πορείες για την κατάληψη του αυτοκινητόδρομου ήταν μια επίδειξη της δύναμης του κινήματος, αλλά όχι μέρος ενός ευρύτερου στρατηγικού πλαισίου και χωρίς σαφή στόχο, κάποια κλιμακούμενη καμπάνια κ.λπ. Η τακτική της κατάληψης είχε γίνει υποκατάστατο της σκληρής δουλειάς για την ανάπτυξη μιας συλλογικής πολιτικής στρατηγικής.

Η Ανάγκη για Συλλογική Αυτοάμυνα και Αποτελεσματική Προπαγάνδα

Ένα από τα πιο ανησυχητικά και σημαντικά διδάγματα από το CHOP είναι η ανάγκη ανάπτυξης καλά οργανωμένης και αποτελεσματικής συλλογικής αυτοάμυνας. Τη νύχτα της Juneteenth (19 Ιούνη), υπήρχαν κυριολεκτικά χιλιάδες άνθρωποι στο χώρο, πολλοί από αυτούς τουρίστες, επισκέπτες ή άτομα που ήταν εκεί για τα πάρτυ. Τις πρώτες πρωινές ώρες, ένας λεκτικός καυγάς κλιμακώθηκε και οδήγησε στον πυροβολισμό ενός νεαρού. Αργότερα εκείνο το βράδυ, ένας άλλος νεαρός μαύρος άνδρας που έφευγε από τη ζώνη δέχθηκε επίθεση και πυροβολήθηκε από έναν όχλο λευκών ανδρών που φώναζαν ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς, και επέζησε. Ο πρώτος πυροβολισμός δεν ήταν αποτέλεσμα πολιτικής βίας πολέμιων της κατάληψης, αλλά βίας που ξεπήδησε μέσα από αυτή. Τις ημέρες που ακολούθησαν, αρκετοί ακόμη πυροβολισμοί έλαβαν χώρα μέσα και γύρω από τη ζώνη. Αν και οι δράστες και τα κίνητρα είναι σε μεγάλο βαθμό ακόμη άγνωστα, φαίνεται πιθανό ότι η πλειονότητα των πυροβολισμών ήταν αποτέλεσμα διαπροσωπικής βίας και αντιποίνων συμμοριών. Όπως έγραψαν τότε οι σύντροφοί μας στο Decriminalize Seattle, όταν ζούμε σε μια βαθιά βίαιη και βαριά οπλισμένη κοινωνία, ήταν πιθανό ότι αυτού του είδους η βία θα εμφανιζόταν στο CHOP. Το τελευταίο μεγάλο περιστατικό αφορούσε ένα όχημα που επιτέθηκε στη ζώνη και πυροβόλησε στο πλήθος. Αφού πέρασε ένα οδόφραγμα, ο οδηγός και ο συνοδηγός πυροβολήθηκαν, σκοτώνοντας τον οδηγό.

Στο CHOP δημιουργήθηκε μια άτυπη ομάδα ασφαλείας, κυρίως ως απάντηση στις απειλές των δεξιών, η οποία συντόνιζε εθελοντές για νυχτερινή βάρδιες, σκοπιές ποδηλατοφόρων και ομάδες περιφρούρησης οδοφραγμάτων. Τα μέλη της Λέσχης Όπλων “John Brown Gun Club” είχαν επίσης συνεχή παρουσία. Από την πρώτη μέρα υπήρχαν συνεχείς απειλές από ακροδεξιές πολιτοφυλακές και ρατσιστικές ομάδες, καθώς και προβοκάτσιες από τα Proud Boys και άλλους. Καθώς ο Τραμπ απειλούσε να παρέμβει, χιλιάδες “πατριώτες” υπέγραψαν για μια εκδήλωση στο Facebook στις 4 Ιουλίου για να εκδιώξουν το CHOP με τη βία και να επιστρέψουν το αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς στην αστυνομία.

Η έλλειψη οργάνωσης στο CHOP οδήγησε επίσης στο διαχωρισμό του θέματος της αυτοάμυνας από το ευρύτερο πολιτικό σχέδιο. Αυτό άφησε το CHOP ιδιαίτερα ευάλωτο σε εσωτερικές συγκρούσεις και σε καβγάδες στους δρόμους που δεν αφορούσαν πάντα μια σαφώς καθορισμένη απειλή. Αυτό σε συνδυασμό με την έλλειψη σαφών παραμέτρων για την αποδεκτή συμπεριφορά στο χώρο, οδήγησε σε μεγάλη σύγχυση και χάος, μερικά από τα οποία θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν το έργο είχε καλύτερη οργάνωση και μεγαλύτερη πολιτική συνοχή. Παρόλο που οι προσπάθειες των ομάδων ασφαλείας ήταν σημαντικές, η εμπειρία αυτή (και η σειρά επιθέσεων σε όλη τη χώρα) αποκάλυψε τη σοβαρή ανάγκη τα κινήματά μας να είναι προετοιμασμένα για αποτελεσματική και υπεύθυνη αυτοάμυνα.

Από πολλές απόψεις, οι πυροβολισμοί αποτέλεσαν την τελική καμπή για το CHOP. Πρώτον, έδιωξαν τους υποστηρικτές από το χώρο, καθώς λίγοι ήταν πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν θανατηφόρα βία για την υποστήριξη μιας κατάληψης με ασαφείς στόχους. Αλλά η βία χρησιμοποιήθηκε επίσης από τους εχθρούς του κινήματος για να δυσφημήσουν το CHOP και το κίνημα Black Lives Matter. Η βία έγινε δικαιολογία για την επανακατάληψη της αστυνομίας και για το ρόλο της αστυνομίας στην κοινωνία γενικότερα. Είναι πιθανό αυτό να μπορούσε να αντιμετωπιστεί με καλύτερη προπαγάνδα προς τα έξω και εσωτερικό αναστοχασμό. Το Decriminalize Seattle έκανε κάποιες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά η συνεχιζόμενη βία κάθε νύχτα, η αυξανόμενη προπαγάνδα της δεξιάς στα μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικές μηχανορραφίες του δημάρχου να χρησιμοποιήσει τη βία στο χώρο ως αφορμή για να διεκδικήσει την κατάληψη πίσω ήταν δύσκολη να ξεπεραστεί.

Εγγενείς Περιορισμοί των Καταλήψεων

Ένα άλλο μειονέκτημα της CHOP ήταν οι εγγενείς περιορισμοί της τακτικής των καταλήψεων χώρων. Οι καταλήψεις δρόμων αυτού του τύπου έχουν συνήθως ένα από τρία πιθανά αποτελέσματα. Το πρώτο είναι να μετατραπεί σε επαναστατικό κίνημα. Όπως η κατάληψη της πλατείας Ταχρίρ, αυτό απαιτεί τη μετακίνηση της αναστάτωσης από τους δρόμους στους χώρους εργασίας και σε άλλους θεσμούς για να επιβληθούν περαιτέρω κρίσεις στις δομές εξουσίας. Η δεύτερη επιλογή είναι να θεσμοθετηθεί, με την έννοια του να παραδοθεί σε μια μη κερδοσκοπική διαχείριση που μπορεί να τιθασεύσει και να ανακατευθύνει τη διασπαστική δύναμη του κινήματος. Η τρίτη επιλογή είναι να συντριβεί με την αναζωπύρωση της βίας του κράτους.

Ανάπτυξη Ισχύος: Συμπέρασμα

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι για να μετατραπεί μια στιγμή με επαναστατικό δυναμική -όπως είδαμε στο CHOP- σε επανάσταση είναι να μεταφερθεί η δύναμη του κινήματος στους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών. Η εξάπλωση από το CHOP στους χώρους εργασίας, στα σχολεία, στα νοσοκομεία και σε άλλους χώρους διακυβέρνησης και διοίκησης θα μπορούσε να εξαπλώσει την ανατρεπτική δύναμη του CHOP και να οικοδομήσει κοινωνική δύναμη έξω από το κράτος. Παρόλο που υπήρξαν στιγμές που οι διοργανωτές προσπάθησαν κάτι τέτοιο (το να διώξουν το συνδικάτο της αστυνομίας από το εργατικό συμβούλιο είναι μια από αυτές, η απομάκρυνση του SPD από τα δημόσια σχολεία ήταν μια άλλη), αυτές ήταν περιορισμένες και κατακερματισμένες. Προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από ακτιβισμό εκτός του χώρου, και πράγματι, η πλειοψηφία του κινήματος BLM στο Σιάτλ ασχολήθηκε με έργο εκτός του CHOP. Η εκκένωση της κατάληψης δεν είναι σε καμία περίπτωση το τέλος της BLM στο Σιάτλ.

Παρ’ όλα αυτά, το CHOP και άλλες στιγμές, όπως η πυρπόληση του αστυνομικού τμήματος της Μινεάπολης, δείχνουν ότι το κίνημα της BLM έχει φτάσει σε υψηλά επίπεδα τον τελευταίο μήνα. Το καθήκον μας ως αναρχικοί επαναστάτες είναι να χτίσουμε πάνω σε αυτή τη δύναμη, κυρίως με την παροχή καλύτερης διευκόλυνσης συναντήσεων, καλύτερης υποδομής του κινήματος και καλύτερων διαδικασιών για τη στρατηγική του κινήματος, την πολιτική και τη λήψη αποφάσεων, και να εξαπλώσουμε αυτό το κίνημα στους θεσμούς που κυβερνούν τις ζωές μας.

ΒΛ. ΣΧΕΤΙΚΑ:

Καλώς ήρθατε στην Αυτόνομη Ζώνη του Κάπιτολ Χιλ: εκεί όπου ο κόσμος του Σιάτλ διαδηλώνει χωρίς την αστυνομία

 

The post Capitol Hill Autonomous Zone: μία αποτίμηση από την εκκένωση της αυτόνομης ζώνης του Σιάτλ first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/07/02/capitol-hill-organised-protest-tria-chronia-tin-ekkenosi-tis-aytonomis-zonis-siatl/feed/ 0 13625
Ανταπόκριση από το φεστιβάλ του δημοκρατικού σχολείου Ataxia School https://www.aftoleksi.gr/2023/04/28/antapokrisi-to-festival-dimokratikoy-scholeioy-ataxia-school/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=antapokrisi-to-festival-dimokratikoy-scholeioy-ataxia-school https://www.aftoleksi.gr/2023/04/28/antapokrisi-to-festival-dimokratikoy-scholeioy-ataxia-school/#respond Fri, 28 Apr 2023 08:47:32 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=13082 ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Το τριήμερο φεστιβάλ συνάντησης και γνωριμίας του σχολείου μας με τους ανθρώπους της τοπικής κοινότητας, με τα παιδιά και τους ενδιαφερόμενους γονείς, με τους ανθρώπους που κατέφθασαν από όλα τα μέρη της Ελλάδας, απομακρυσμένα και μη, με όλες και με όλους εσάς που δώσατε το παρόν, είτε με τη φυσική σας παρουσία είτε [...]

The post Ανταπόκριση από το φεστιβάλ του δημοκρατικού σχολείου Ataxia School first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το τριήμερο φεστιβάλ συνάντησης και γνωριμίας του σχολείου μας με τους ανθρώπους της τοπικής κοινότητας, με τα παιδιά και τους ενδιαφερόμενους γονείς, με τους ανθρώπους που κατέφθασαν από όλα τα μέρη της Ελλάδας, απομακρυσμένα και μη, με όλες και με όλους εσάς που δώσατε το παρόν, είτε με τη φυσική σας παρουσία είτε με τη διαδικτυακή, έλαβε τέλος.

Κάθε ένα από τα εκατοντάδες άτομα που συναντήσαμε μας στήριξε με κάθε δυνατό τρόπο, με όποιο μέσο μπορούσε. Η στήριξη αυτή ξεπέρασε κάθε προσδοκία μας και μας συγκίνησε ιδιαίτερα, δίνοντας μας ταυτόχρονα δύναμη να συνεχίσουμε με ακόμη μεγαλύτερο πάθος και υπομονή το παιδαΡωγικό μας εγχείρημα!

Θέλουμε να ευχαριστήσουμε ιδιαίτερα τις συλλογικότητες του Μικρού Δέντρου, του Μικρού Ντουνιά, του Σπορείου, της ομάδας Βουνού, τα Ψηλά Βουνά, τους ομιλητές και τις ομιλήτριες μας από τον ακαδημαϊκό χώρο, τις παιδαγωγικές ομάδες που κατέφθασαν από όλες τις περιοχές της Αθήνας και όχι μόνο, τις ομάδες γονέων και παιδαγωγών από Άνδρο και Κέρκυρα που ετοιμάζουν νέα εγχειρήματα.

Τέλος, τα πάρα πολλά άτομα – και όσα ενδεχομένως ξεχάσαμε – που βοήθησαν με όποιον τρόπο μπορούσαν, ώστε να λειτουργήσουν όλα εύρυθμα και φυσικά τα ακούραστα κορίτσια μας που πραγματοποίησαν τα εργαστήρια για τους μικρούς μας φίλους και φίλες, τις παιδαγωγούς της φύσης, και τις Μαργαρίτα, Βίκυ και Γιολάντα.

Έτοιμη συνταγή δεν υπάρχει, ούτε θεωρούμε ότι είμαστε κάτοχοι μιας κάποιας στατικής αλήθειας. Στον αναστοχασμό που κάνουμε, ερχόμαστε ήδη αντιμέτωποι και αντιμέτωπες με σημεία που επιδέχονται επανασχεδιασμού και αναπροσαρμογής. Η δική σας στήριξη μας δίνει μια πνοή και κουράγιο για τη συνέχεια. Σε αυτήν την προσπάθεια δεν νιώθουμε μόνες.

Είμαστε όλοι και όλες εμείς που δεν φοβόμαστε την ετερότητα και επιθυμούμε ένα παρόν και ένα μέλλον με αξιοπρέπεια για εμάς και τα παιδιά μας. Για έναν κόσμο ζωντανό, δυνάμει ισότιμο, δημοκρατικό και ελεύθερο από υπερβατικές αυθεντίες.

Ataxia School, Δημοκρατικό Σχολείο του Βουνού
Για τη γη, τη ζωή, τον πολιτισμό


ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

Κείμενο: Γιώργος Λούκας

Ένα σχολείο που ανοίγει. Μια πράξη εν δυνάμει. Μια συνεχή δημιουργία εν κινήσει, χωρίς ένα προκαθορισμένο τέλος, αλλά με σαφείς επιμέρους στοχεύσεις. Μια ιστορική στιγμή για το δημοκρατικό κίνημα, μια ιστορική στιγμή για την παιδαγωγική η οποία μετατοπίζεται σε παιδαΡωγική.

Εκατοντάδες άνθρωποι τόσο από την ευρύτερη περιοχή, όσο και από όλη την Ελλάδα κατέφθασαν στο Στείρι για την πρώτη συνάντηση ελεύθερης παιδαΡωγικής. Μια συνάντηση που θέλουμε να γίνει θεσμός ζυμώσεων, δράσεων και συν-αρθρώσεων.

Τα παιδιά παραμένουν η μοναδική μειονότητα χωρίς φωνή. Κάποιοι άλλοι, μεγάλοι θα ξέρουν πάντα καλύτερα τι είναι καλό γι’ αυτά, αντί γι΄αυτά. Η αιώνια επανάληψη του έργου του καταπιεζομενου- καταπιεστή-. «Κι εμείς τι πάθαμε που πήγαμε σε τέτοια σχολεία; Όλοι τα περάσαμε. Δεν γίνεται αλλιώς… θα πρέπει να μάθουμε να κάνουμε υπομονή..» Έτσι η υπομονή έγινε υποταγή, το «θέλω» συνεχής συμβιβασμός και η πραγματικότητα μια και απαράλλακτη.

«Μάθαμε την υποταγή, τη μια και μοναδική σωστή απάντηση, μάθαμε να μισούμε τη μάθηση, να ανταγωνιζόμαστε σε τεχνητές πίστες τεμαχισμένων γνωστικών αντικειμένων. Μάθαμε να ελέγχουμε τη φαντασία μας, να απορρίπτουμε οτιδήποτε έξω από το προκαθορισμένο ως περιττό και αντιπαραγωγικό.

Θυσιάσαμε τα ταλέντα και τις αγέννητες δυνητικότητες μας και μάθαμε να είμαστε εντάξει με αυτό. Είδαμε τους εαυτούς μας ως ξεκομμένα άτομα τοποθετημένα σ’ έναν άχρονο/α-ιστορικό κόσμο, όπου όλα γίνονται από κάποιους ειδικούς, μεγάλους Άλλους και εμείς πρέπει απλώς να κοιτάμε τη δουλεία μας.

Ο κόσμος μας θα αλλάξει από τις ενεργές επιθυμίες μας, οι οποίες σβήνουν χάριν της προσαρμογής σ’ ένα προκατασκευασμένο χώρο. Για να μείνουν ζωντανές θα πρέπει να παλέψουν με τις αντενεργές δυνάμεις μέσα μας και έξω μας. Γιατί αν από μικροί μαθαίνουμε να επιθυμούμε και να λαχταρούμε τις αλυσίδες μας; Αν επιθυμούμε την σκλαβιά σαν να ήταν η ελευθερία μας, πραγματικά είναι λίγα αυτά που μπορεί να γίνουν στη συνέχεια.
Η ελευθερία δεν είναι ένας ειδυλλιακός τόπος για μόνιμη κατοικία. Η ελευθερία είναι συνεχής περιπλάνηση, ξεβόλεμα, αμφιβολία. Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς προσπάθεια για ισοτιμία. Η προσπάθεια για ισότητα για ‘ μένα είναι η δύναμη της αγάπης που δεν επιθυμεί να κάνει όμοια τα διαφορετικά, αλλά να τα αγκαλιάσει ως αποδεκτά και αναγκαία.

Έτσι ανοίγει ο δρόμος για μια πλουραλιστική Δημοκρατία, όπου οι δημιουργικές ικανότητες των ανθρώπων θα τίθενται στην υπηρεσία της κοινωνίας και η προσωπική ικανοποίηση δεν θα μετατίθεται για το μέλλον, αλλά θα βιώνεται στο παρόν.

O Kαζαντζάκης έλεγε: Η ανώτατη αρετή δεν είναι νά’ σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία.

Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: “Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;” Πολέμα!

Έτσι είναι, αλλά χρειαζόμαστε τις νίκες για να προχωρήσουμε. Για να ανοιχτούν νέα πεδία δράσεων. Για να πάρουμε πίσω τους τόπους που μας πήραν και μας εγκλώβισαν να ζούμε ζωές αλλότριες και ξένες από αυτές που ίσως επιθυμούσαμε. Χρειαζόμαστε νίκες για τα όνειρα που δεν πραγματοποιήσαμε, για τους συνανθρώπους μας που υποφέρουν και στον παροξυσμό της καθημερινότητας δεν προλαβαίνουμε να κοιτάξουμε και να αισθανθούμε. Για τους φίλους που δεν έχουμε πια χρόνο, για όλα αυτά που μπορούσαμε και δεν κάναμε.

Χρειαζόμαστε νίκες, χωρίς μεγάλες αφηγήσεις και Αλήθειες, αλλά και χωρίς το σχετικισμό και τον πνευματικό μεταμοντέρνο αχταρμά. Χρειαζόμαστε μια γλώσσα για να συντονίσει τα σκόρπια κελεύσματα των καιρών. Μια γλώσσα που να ακολουθεί την πράξη σαν μουσική μελωδία των νέων σκοπών και νοημάτων μας.

Η δημιουργία του Ataxia School, Δημοκρατικό σχολείο του Βουνού είναι μια τέτοια νίκη. Ένα βέλος με τόξα που στοχεύουν στο συλλογικό και ατομικό γίγνεσθαι. Μια νίκη των από κάτω, μια συντονισμένη προσπάθεια που αποσκοπεί στη πραγματικά δημόσια παιδεία. Προχωράμε ενάντια, εντός και πέρα στις όποιες προκλήσεις. Η γνώση είναι κοινό αγαθό.

Προχωράμε..γιατί δεν γίνεται κι αλλιώς..

Δημοκρατικό σχολείο του Βουνού,
Για τη ζωή, τη γη, τον πολιτισμό  |  www.ataxiaschool.com  |  #ataxiaschool

The post Ανταπόκριση από το φεστιβάλ του δημοκρατικού σχολείου Ataxia School first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/04/28/antapokrisi-to-festival-dimokratikoy-scholeioy-ataxia-school/feed/ 0 13082