Μαθήματα από την πόλη Cherán

0

Με αφορμή την προσεχή εκδήλωση του Αυτολεξεί το Σάββατο 7 Μάρτη: Τόποι όπου η εξέγερση δεν έμεινε ουτοπία: Αυτόνομες αστικές κοινότητες δημοσιεύουμε ένα κείμενο σύντομης παρουσίασης για το παράδειγμα της Cheran. Παραπάνω πράγματα θα έχουμε τη χαρά να αναλύσουμε από κοντά στην εκδήλωση με τις ομιλήτριες-τές μας! Κείμενο: Samuel Clarke. Μετάφραση: Ηλίας Σεκέρης.

Ο Murray Bookchin, στο θεμελιώδες έργο του στον τομέα της κοινωνικής οικολογίας, Η Οικολογία της Ελευθερίας, άσκησε κριτική στην τάση της ιστορίας να επικεντρώνεται στην «κατάκτηση της εξουσίας», στις αυτοκρατορίες με τους «ναούς, τα μαυσωλεία και τα παλάτια» τους – χώρους που «προκαλούν το βαθιά ριζωμένο μας δέος απέναντι στην εξουσία». Οι συνέπειες αυτής της στάσης, για τον Bookchin, είναι απολύτως σαφείς:

«Κατά τραγικό τρόπο, αυτή η σκιά έχει σε μεγάλο βαθμό αποκρύψει τις τεχνικές και τις πρακτικές των αγροτών και των τεχνιτών στη «βάση» της κοινωνίας: τα εκτεταμένα δίκτυα χωριών και μικρών πόλεων· τα μωσαϊκά από αγροτεμάχια και τους οικιακούς κήπους τους· τις μικρές τους επιχειρήσεις· τις αγορές τους, οργανωμένες γύρω από την ανταλλαγή· τα έντονα βασισμένα στην αμοιβαιότητα συστήματα εργασίας τους· την οξεία αίσθηση κοινωνικότητας· και τις ευχάριστα εξατομικευμένες χειροτεχνίες τους, τους μικτούς κήπους και τους τοπικούς πόρους που παρείχαν την πραγματική συντήρηση και το καλλιτεχνικό έργο των απλών ανθρώπων».

Τα γραπτά των συνηθισμένων βιβλίων ιστορίας σκιαγραφούν μια μάλλον ζοφερή εικόνα της ανθρωπότητας για τους αναρχικούς ή τους ελευθεριακούς σοσιαλιστές. Από τα ανταγωνιζόμενα βασίλεια της Περιόδου των Εμπόλεμων Κρατών της Κίνας (475–221 π.Χ.) έως το «Μοίρασμα της Αφρικής» από τις αυτοκρατορικές δυνάμεις (περίπου 1881–1914), τα χρονικά της ανθρωπότητας μοιάζουν να κατακλύζονται είτε από λατρεία προς, είτε από υποταγή κάτω από, τις μεγάλες αίθουσες της εξουσίας. Όμως είναι κάτω από αυτές τις μεγάλες αίθουσες όπου μπορούμε να βρούμε την πραγματικά αναρχική ιστορία που αναζητούμε: μια ιστορία «βασικών ανθρώπινων συμβάσεων, κοινοτικής αλληλεγγύης και αμοιβαίας φροντίδας», η οποία τείνει να «υπερβαίνει» τις όποιες διαφορές τους και να δρα στο επίπεδο της κοινότητας, παρά στις «πολιτικές ή ημιπολιτικές κορυφές» τους (Bookcihn).

Με άλλα λόγια, όποιο κι αν είναι το πρόσωπο που κάθεται στον θρόνο, στα πόδια του υπάρχει ένα δίκτυο κομμουναλιστικών, βασισμένων στην αμοιβαιότητα χωριών και αγροτικών εγκαταστάσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι κοινωνίες ήταν συγκεντρωτικές ή διοικούνταν από ισχυρές μορφές. Αντίθετα, αν κοιτάξει κανείς πέρα από τα τυπικά σχολικά βιβλία ιστορίας, θα βρει ένα μεγάλο εύρος της ανθρώπινης ιστορίας που οργανώνεται με κομμουναλιστικό και δημοκρατικό τρόπο, είτε στις συνομοσπονδιακές φυλές των Iroquois είτε στα κοινοτικά χωριά του Sulawesi στην Ινδονησία. Παρά τα όσα θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστεύουμε πολλές δυτικές ιστοριογραφίες, η δημοκρατία δεν είναι εφεύρεση των αρχαίων Αθηναίων, αλλά μια παγκόσμια παράδοση που εκτείνεται πίσω εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, χρόνια. Η απροθυμία να διδαχθεί αυτό στο δυτικό κοινό εξηγείται εύστοχα από τον David Graeber:

«Ο πραγματικός λόγος για την απροθυμία των περισσότερων μελετητών να δουν ένα συμβούλιο χωριού στο Sulawensi ή στο Tallensi ως «δημοκρατικό» -πέρα βέβαια από τον απλό ρατσισμό- είναι η απροθυμία να παραδεχτούν ότι άνθρωποι τους οποίους οι Δυτικοί κατέσφαξαν με τέτοια σχετική ατιμωρησία θα μπορούσαν να είναι στο ίδιο επίπεδο με τον Περικλή».

[…] Να είμαστε όμως σαφείς: η δημοκρατία δεν αποτελεί εξαίρεση στην ιστορία, αλλά συχνά (τουλάχιστον σε τοπικό επίπεδο) τον κανόνα.

Είναι αυτές οι παραδόσεις που επηρέασαν επίσης τη σκέψη δύο Νιγηριανών αναρχικών, του Sam Mbah και του Ι.Ε. Igariwey, οι οποίοι στο κοινό τους έργο African Anarchism: The History of a Movement υποστηρίζουν ότι, ενώ ο αναρχισμός «ως αφαίρεση μπορεί πράγματι να είναι απόμακρος για τους Αφρικανούς», οι αναρχικές πρακτικές «δεν είναι καθόλου άγνωστες ως τρόπος ζωής». Η αφρικανική κοινωνία ήταν ως επί το πλείστον κοινοτιστική, όπου «αναπτύχθηκε μια συμβίωση μεταξύ ομάδων που εξασφάλιζαν τα προς το ζην με διαφορετικούς τρόπους». Η πολιτική της οργάνωση, βασισμένη σε αποκεντρωμένες συνελεύσεις και συγκεντρώσεις, δεν αντανακλούσε σε καμία περίπτωση τα συγκεντρωτικά συστήματα που αναπτύχθηκαν αλλού στον κόσμο. Όπως περιγράφουν:

«Τέτοιες συνελεύσεις και συγκεντρώσεις δεν καθοδηγούνταν από κανέναν γνωστό γραπτό νόμο, γιατί απλώς δεν υπήρχαν. Αντίθετα, βασίζονταν σε παραδοσιακά συστήματα πεποιθήσεων, στον αμοιβαίο σεβασμό και σε αυτόχθονες αρχές φυσικού δικαίου και δικαιοσύνης».

Είναι αυτές οι ιστορικές παραδόσεις που μπορούν να λειτουργήσουν ως αχτίδες φωτός μέσα στις κατά τα άλλα ζοφερές εικόνες που έχουμε για το μέλλον. Αν υπάρχουν στον κόσμο αναρχικές πρακτικές που έχουν υπάρξει για περισσότερο χρόνο από τη δική μας καπιταλιστική κόλαση, τότε το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να τις αναζωπυρώσουμε. Δεν χρειάζεται απαραίτητα να χτίσουμε μια νέα, φαινομενικά ξένη ουτοπία· χρειάζεται απλώς να ενθαρρύνουμε τις βαθιά ανθρώπινες αξίες που προϋπήρχαν της σημερινής μας δυστοπίας. […]

Πού εντάσσεται λοιπόν η Τσεράν σε όλα αυτά;

Το Σαν Φρανσίσκο Τσεράν, όπως είναι η πλήρης ονομασία του, είναι μια αυτόχθονη κοινότητα στην πολιτεία Μιτσοακάν του Μεξικού.

Πολιορκημένοι από εγκληματική δραστηριότητα, παράνομη υλοτομία και τις «διαρκείς μηχανορραφίες» των τοπικών πολιτικών κομμάτων, οι εξαντλημένοι κάτοικοι της Τσεράν συγκεντρώθηκαν στις 15 Απριλίου 2011 για να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Έδιωξαν γρήγορα τους παράνομους υλοτόμους που κατέστρεφαν τους φυσικούς τους πόρους, αλλά όταν αυτό τελείωσε, στράφηκαν και εναντίον των δημοτικών αρχών και των σωμάτων επιβολής του νόμου που τους είχαν εγκαταλείψει.

Απομακρύνοντάς τους και αυτούς, οι κάτοικοι της Τσεράν προχώρησαν στη δημιουργία μιας «Γενικής Κοινοτικής Συνέλευσης», χτισμένης από-τα-κάτω, μέσω συνελεύσεων που συγκροτήθηκαν στις τοπικές γειτονιές. Τους λόγους τους τους εξήγησε καθαρά μία κάτοικος, η Josefina Estrada , στους Los Angeles Times:

«Δεν μπορούσαμε πια να εμπιστευτούμε τις αρχές ή την αστυνομία, δεν νιώθαμε ότι μας προστάτευαν ή μας βοηθούσαν. Τους βλέπαμε ως συνεργούς των εγκληματιών».

Η ειρήνη και η ασφάλεια, που προσφέρει στους κατοίκους της Τσεράν αυτή τους η απόφαση, είναι εντυπωσιακές. Η γύρω πολιτεία κατέγραφε μέσα σε έναν χρόνο 180 δολοφονίες σε έναν μόνο μήνα, ενώ στην ίδια την πόλη το μόνο ουσιαστικό έγκλημα περιορίζεται σε καβγάδες μεθυσμένων ή οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Οι παραβάτες αυτοί συνήθως περνούν λίγο χρόνο κρατούμενοι μέχρι να συνέλθουν ή αναλαμβάνουν κοινοτική εργασία, με την τιμωρία σπάνια να ξεπερνά αυτά τα όρια. Το πολιτικό τους ιστορικό, σε σύγκριση με μεγάλο μέρος του Μεξικού, είναι επίσης ιδιαίτερα αξιόλογο, με τα μέλη του συμβουλίου να αμείβονται με μέτριους μισθούς και να λογοδοτούν σε δημοκρατικές συνελεύσεις.

Στα χρόνια πριν από την εξέγερση, περίπου το μισό από τα 59.000 στρέμματα δάσους της Τσεράν είχε υλοτομηθεί παράνομα. Tώρα όμως, με τους υλοτόμους εκτός και με τακτικές περιπολίες στη γη, τα δάση προστατεύονται αποτελεσματικά. Η σημασία αυτού του επιτεύγματος εξηγείται επίσης σε συνέντευξη στους Los Angeles Times:

«Αυτά τα δάση είναι η ίδια μας η ουσία. Μας τα άφησαν οι πρόγονοί μας για να τα προστατεύουμε και να τα φροντίζουμε», αναφέρει ο 41χρονος Francisco Huaroco, μέλος της δασικής περιπολίας, καθώς ο ίδιος και η ομάδα του περνούσαν δίπλα από κορμούς που μαρτυρούσαν την προηγούμενη λεηλασία. «Χωρίς αυτά τα δάση, η κοινότητά μας δεν είναι ολοκληρωμένη, δεν είναι ο εαυτός της».

Αυτές οι θαυμάσιες εξελίξεις θα έπρεπε να εμπνέουν κάθε αριστερό και εύλογα μπορεί να οδηγήσουν κάποιους στο ερώτημα: τι είδους αριστερή επιρροή μπορεί να εντοπιστεί στην Τσεράν; Πρόκειται για ένα σημαντικό ερώτημα, και εξίσου σημαντικό είναι, απαντώντας σε αυτό, να τονιστεί η επίδραση της ίδιας της αυτόχθονης κουλτούρας της Τσεράν στη συγκρότηση της νέας τους κοινότητας. Όπως διατυπώνεται σε άρθρο του Open Democracy:

«Η κοινότητα της Τσεράν κατέχει αυτή την περιοχή ήδη πριν από τη διαδικασία της αποικιοποίησης. Έχει διατηρήσει τους δικούς της θεσμούς για να οργανώνεται στον πολιτικό, πολιτισμικό, οικονομικό και κοινωνικό τομέα, και αυτό αντικατοπτρίζεται στην κοινωνική της δυναμική. Οι κάτοικοι του δήμου έχουν συνδυάσει τις δικές τους πρακτικές με το εθνικό δίκαιο, σε ένα καθεστώς διττής έννομης τάξης».

Παρότι η πόλη έχει αναμφίβολα δεχτεί σοσιαλιστικές επιρροές (όπως φαίνεται, για παράδειγμα, στις τοιχογραφίες του Μεξικανού επαναστάτη Emiliano Zapata), δεν διακρίνεται πουθενά κάποια μαρξιστική εξέγερση, κομμουνιστική πρωτοπορία ή αναρχικοί υποκινητές. Δεν κυματίζουν κόκκινες ή μαύρες σημαίες στην πρώτη γραμμή αυτού του κινήματος· μόνο τα πρόσωπα των ντόπιων που σκέφτηκαν ότι «ως εδώ και μη παρέκει». Και παρότι μπορεί να εμπνεύστηκαν από τις επαναστάσεις του κόσμου, παλιές και σύγχρονες, ήταν η δική τους αυτόχθονη κουλτούρα, οι παραδόσεις και ο τόπος όπου ζουν που έδωσαν ουσία στην εξέγερσή τους και έθεσαν τα θεμέλια της νέας τους κοινότητας. Η Τσεράν έχει, πράγματι, λάβει στήριξη από τη ριζοσπαστική αριστερά διεθνώς, όμως είναι περισσότερο τοπικές συλλογικότητες, όπως το Colectivo Emancipaciones, μια λατινοαμερικανική ομάδα για τα δικαιώματα των ιθαγενών, που της παρείχαν την πιο ουσιαστική υποστήριξη.

Υπάρχουν δύο σημαντικά μαθήματα που μπορούμε να αντλήσουμε από κοινότητες όπως η Τσεράν:

Πρώτον, ότι οφείλουμε να διατηρούμε την ελπίδα μέσα στον φαινομενικά ζοφερό και μη επαναστατικό κόσμο μας. Στιγμές σαν κι αυτές ενισχύουν την αναρχική πεποίθηση ότι οι άνθρωποι μπορούν, στον πυρήνα τους, να είναι αναρχικοί – και με αυτό εννοώ ότι οι άνθρωποι, ως τοπικές κοινότητες, εμπνευσμένοι από τις δικές τους παραδόσεις, τις κοινότητές τους και τους πολιτισμούς τους, θα επιδιώξουν να αυτοκυβερνηθούν και, κατ’ επέκταση, στη σύγχρονη εποχή, να δώσουν τέλος στα δεινά του καπιταλιστικού κράτους.

Δεύτερον, ότι ένα κίνημα δεν χρειάζεται να υψώνει μια αναρχική σημαία για να πετύχει αναρχικά ιδανικά. Αν πιστεύουμε πραγματικά ότι η ανθρωπότητα είναι, στον πυρήνα της, ικανή να φτάσει στην αναρχία, τότε δεν χρειάζεται να επιβάλλουμε ή να απαιτούμε τα κινήματα να συμμορφώνονται με τα πρότυπα που ορίζουν τα δικά μας. Αν πιστεύουμε όντως ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες, όταν τους δοθεί η ευκαιρία, τείνουν προς έναν κοινοτικό τρόπο ζωής, τότε δεν υπάρχει λόγος να στεκόμαστε απ’ έξω υπαγορεύοντας ή ασκώντας άδικη κριτική στην επαναστατική δράση· το μόνο που χρειάζεται είναι να επιδιώκουμε να την εμπνέουμε και να τη στηρίζουμε.

Σκεπτόμενος την Τσεράν, θα πρότεινα ότι οφείλουμε να είμαστε οι πραγματικοί «ριζοσπάστες», όπως το θέτει ο Paulo Freire στον πρόλογο του έργου του Pedagogy of the Oppressed:

«Αυτό το πρόσωπο δεν θεωρεί τον εαυτό του ιδιοκτήτη της ιστορίας ή των ανθρώπων, ούτε απελευθερωτή των καταπιεσμένων· δεσμεύεται όμως, μέσα στην ιστορία, να αγωνιστεί στο πλευρό τους».

Στο σπουδαίο έργο του Freire είναι βαθιά εδραιωμένη η ιδέα ότι οφείλουμε να αναπτύξουμε μια «παιδεία που θέτει προβλήματα», η οποία τοποθετεί τη μαθησιακή διαδικασία στο κέντρο των υλικών συνθηκών του μαθητευόμενου, ή με άλλα λόγια, στο «εδώ και τώρα». Όπως το διατυπώνει ο ίδιος:

«Το σημείο εκκίνησης του κινήματος βρίσκεται στους ίδιους τους ανθρώπους. Όμως, επειδή οι άνθρωποι δεν υπάρχουν αποκομμένοι από τον κόσμο, αποκομμένοι από την πραγματικότητα, το κίνημα πρέπει να ξεκινά από τη σχέση ανθρώπου-κόσμου. Κατά συνέπεια, το σημείο εκκίνησης πρέπει πάντα να είναι οι άνδρες και οι γυναίκες στο «εδώ και τώρα», το οποίο συνιστά την κατάσταση μέσα στην οποία είναι βυθισμένοι, από την οποία αναδύονται και μέσα στην οποία παρεμβαίνουν».

Η πρώτη γραμμή αυτού του αποσπάσματος είναι εδώ ιδιαίτερα σημαντική, γιατί στην Τσεράν είναι πράγματι αλήθεια ότι το σημείο εκκίνησης του κινήματος βρισκόταν στους ίδιους τους ανθρώπους. Οι τοπικοί κοινωνικοί δεσμοί τους, η κληρονομιά τους και η κοινή τους ανθρωπιά παρείχαν το υπόστρωμα για τη νέα τους κοινωνία. Αυτό που ακολούθησε ήταν απλώς η ανάπτυξη μιας κατανόησης των δεινών του καπιταλισμού και των αιτιών τους, κάτι που οδήγησε σε εκείνη τη θαυμάσια μέρα της 15ης Απριλίου 2011. Για εμάς τους ριζοσπάστες, το μόνο που χρειάζεται είναι να θέσουμε το ερώτημα: «γιατί πρέπει τα πράγματα να είναι έτσι;» και, όπου χρειάζεται, να προσφέρουμε τα εργαλεία με τα οποία αυτή η κατάσταση μπορεί να αλλάξει.

Το σημαντικό, όμως, είναι να εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους να οργανώσουν και να αναπτύξουν μόνοι τους την απελευθέρωσή τους. Η παιδεία είναι αναγκαία, η παρέμβαση όχι. Μπορούμε να προσπαθήσουμε να φυτέψουμε τον σπόρο, αλλά δεν πρέπει να καθορίσουμε το πώς θα μεγαλώσει το φυτό.

Αν τα είδη των παραδόσεων για τα οποία μιλούσαν ο Bookchin, ο Graeber, ο Mbah και ο Igariwey, σε συνδυασμό με την επιρροή επαναστατικής σκέψης και πρακτικής από άλλα μέρη του κόσμου, οδήγησαν στην εξέγερση στην Τσεράν, τότε μπορούμε να περιμένουμε ότι θα ακολουθήσουν πολλές τέτοιες εξεγέρσεις. Το καθήκον του ριζοσπάστη, λοιπόν, δεν είναι να προσπαθήσει να πάρει τον έλεγχο ενός κινήματος ούτε να «επιβάλει τον λόγο του» σε αυτό (για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση του Freire), αλλά να εμπλακεί με τους ανθρώπους, να τους εμπνεύσει και να αγωνιστεί μαζί τους – όχι για αυτούς ούτε στη θέση τους. Αυτό που εμείς μπορεί να ονομάζουμε ή να αισθανόμαστε ως αναρχικό κίνημα δεν είναι απαραίτητο να αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιο, όμως αυτό δεν το καθιστά λιγότερο άξιο της στήριξής μας. Αυτό που βλέπουμε στην Τσεράν είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι να παίρνουν την απελευθέρωσή τους στα χέρια τους, μια πράξη που θα έπρεπε να μας γεμίζει ελπίδα.

Αφήστε ένα σχόλιο