Δομική σιωπή: Τσόμσκι, Έπστιν και η αρχιτεκτονική ασυλίας της ελίτ

0

Κείμενο: Richard Pinner, συγγραφέας, ερευνητής και αναπληρωτής καθηγητής εφαρμοσμένης γλωσσολογίας. Μετάφραση: Αντώνης Χ.

Χθες ήταν τα 96α γενέθλια του Τσόμσκι. Από το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη το 2023, δεν έχει εμφανιστεί δημόσια ούτε έχει πραγματοποιήσει ομιλίες. Σύμφωνα με τη δημόσια διαθέσιμη βιογραφία του, υπέστη εγκεφαλικό το 2023 και «δεν μπορεί πλέον να περπατήσει ή να επικοινωνήσει» γεγονός που καθιστά απίθανη οποιαδήποτε επιστροφή του στη δημόσια πνευματική ζωή.

Ως εφαρμοσμένος γλωσσολόγος που δραστηριοποιείται κυρίως στην εκπαίδευση και τη διδασκαλία δεύτερης γλώσσας δεν έχω μεγάλη επικάλυψη με το έργο του Τσόμσκι. Γνωρίζω, ωστόσο ότι στη γλωσσολογία χρησιμοποιούμε τον όρο BC για να αναφερθούμε στην περίοδο «πριν από τον Τσόμσκι» (Before Chomsky) και ότι είναι ο εν ζωή συγγραφέας με τις πιο πολλές αναφορές στον κόσμο. Γνωρίζω επίσης ότι είναι αναρχικός και κοινωνικός φιλόσοφος και, για να είμαι ειλικρινής, αυτή είναι η πλευρά του που βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Το 2014, ο Τσόμσκι επισκέφθηκε το πανεπιστήμιο όπου εργάζομαι (έγραψα σχετικά μια ανάρτηση εδώ). Αυτό που μου έμεινε περισσότερο από το να τον ακούω να μιλάει από κοντά ήταν το πώς κατάφερε να αποκοιμίσει όλους όσοι κάθονταν στην πρώτη σειρά! Οι περισσότεροι ήταν μάλιστα γλωσσολόγοι. Μια συχνά επαναλαμβανόμενη παιδαγωγική ρήση ότι «αν εξακολουθείς να διδάσκεις ό,τι δίδασκες πριν από πέντε χρόνια τότε είτε το πεδίο είναι νεκρό είτε εσύ είσαι νεκρός» αποδίδεται συχνά στον Τσόμσκι αν και χωρίς αποδείξεις. Η ίδια η λακωνική της μορφή καθιστά την απόδοση αμφίβολη. Ο Τσόμσκι δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη κλίση προς τους αφορισμούς· προτιμούσε αντίθετα το είδος των εκτεταμένων αναλυτικών δομών μέσα στις οποίες ακόμη και οι πιο άχρωμες πράσινες ιδέες[1] κατέληγαν να νανουρίζουν ολόκληρα αμφιθέατρα σε μια απαλή νύστα. Η επιμονή αυτής της φράσης μάς λέει λιγότερα για τις ρητορικές συνήθειες του Τσόμσκι και περισσότερα για την πολιτισμική μας τάση να αποδίδουμε εύστοχες, σύντομες βεβαιότητες σε πρόσωπα των οποίων ο πραγματικός λόγος σπάνια τις προσέφερε.

Ωστόσο, καθώς χθες ήταν τα γενέθλιά του, δεν μπορούσα να μην τον σκέφτομαι. Και τότε έμαθα ότι διατηρούσε μακροχρόνιες σχέσεις με τον Τζέφρι Έπστιν. Αυτό με εξέπληξε ιδιαίτερα. Όταν ρωτήθηκε σχετικά το 2023, απάντησε:

«Έχω συναντήσει κάθε είδους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων και μεγάλων εγκληματιών πολέμου. Δεν μετανιώνω που συνάντησα κανέναν από αυτούς». – Τσόμσκι

Μου φαίνεται παράδοξο ότι ο άνθρωπος που επί δεκαετίες στεκόταν ως ο πιο αναγνωρίσιμος κριτικός της εξουσίας παγκοσμίως εμφανίζεται τώρα ως στενός φίλος ενός προσώπου που ενσαρκώνει το ζοφερό κύκλωμα μέσα από το οποίο η βία, το χρήμα και η πρόσβαση σε δίκτυα ισχύος αλληλοσυντηρούνται. Οι πρόσφατες αποκαλύψεις για την προσωπική εγγύτητα του Τσόμσκι με τον Τζέφρι Έπστιν μοιάζουν με μια τσομσκιανή κριτική που ζητά απεγνωσμένα έναν τσομσκιανό συγγραφέα, μόνο που ο συγγραφέας δεν βρίσκεται πουθενά. Ο ριζοσπαστικός ανατόμος των δικτύων της ελίτ ήταν τελικά μέρος τους. Και η σιωπή είναι εκκωφαντική.

Αν η καθοριστική πνευματική συμβολή του Τσόμσκι υπήρξε η κατονομασία της δομικής βίας  -των αόρατων μορφών βλάβης που παράγονται από τα πολιτικά και οικονομικά συστήματα- τότε αυτό που βλέπουμε εδώ είναι το αδελφικό της δίδυμο: η δομική σιωπή.

Ο διανοούμενος και το αρχείο

Η πρόσφατη δημοσιοποίηση αρχειακών ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ του Νόαμ Τσόμσκι και του Τζέφρι Έπστιν προσφέρει μια ασυνήθιστη ευκαιρία να εξεταστούν με εμπειρική ακρίβεια οι μηχανισμοί μέσω των οποίων η πνευματική ζωή εμπλέκεται με τις ίδιες τις δομές στις οποίες επιδιώκει να ασκήσει κριτική. Τα έγγραφα, που εκτείνονται σε διάστημα αρκετών ετών μετά την καταδίκη του Έπστιν το 2008 αποκαλύπτουν μια άνεση και μια κανονικότητα στην αλληλογραφία που συνυπάρχουν δύσκολα με τη δημόσια εικόνα ενός από τους πιο επίμονους επικριτές της συγκεντρωτικής εξουσίας στα τέλη του εικοστού και στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα. Η σημασία τους δεν είναι απλώς βιογραφική. Φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο τα δίκτυα της ελίτ ενσωματώνουν διαφωνούντα πρόσωπα, πώς η κοινωνική εγγύτητα επιβιώνει παρά το δημόσιο σκάνδαλο και πώς η σιωπή λειτουργεί ως δομικό χαρακτηριστικό και όχι ως ατομική ηθική αποτυχία.

Το αρχείο δεν προσφέρει μελόδραμα. Αντίθετα παρέχει κάτι πιο διδακτικό: μια σειρά συζητήσεων στην οποία η πολιτική ανάλυση, η προσωπική οικειότητα και οι πρακτικές-οργανωτικές συζητήσεις συνυπάρχουν με την επίγνωση του εγκληματικού παρελθόντος του Έπστιν. Αυτό που αναδύεται είναι η καθημερινότητα της σχέσης, ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται να εξελίσσεται ανεπηρέαστη από γεγονότα που σε άλλα συμφραζόμενα θα επέβαλλαν αποστασιοποίηση ή καταδίκη. Η ισχύς αυτών των εγγράφων έγκειται ακριβώς στην κοινοτοπία τους. Μας αναγκάζουν να αντιμετωπίσουμε ένα σύστημα στο οποίο τα όρια της φήμης, οι ηθικές διαχωριστικές γραμμές και οι δημόσιες αφηγήσεις είναι πολύ πιο διάτρητες απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.

Υπάρχει ο πειρασμός ιδιαίτερα στον σύγχρονο πολιτικό λόγο να αντιμετωπιστεί αυτή η υπόθεση ως μια ιστορία υποκρισίας. Ωστόσο η υποκρισία είναι μια ηθική κατηγορία και οι ηθικές κατηγορίες όσο ρητορικά ικανοποιητικές κι αν είναι παραμένουν αναλυτικά αδύναμες. Εκείνο που έχει σημασία εδώ δεν είναι αν ένα άτομο ανταποκρίθηκε στην εικόνα που είχε κατασκευαστεί γύρω του αλλά το πώς το κοινωνικό και πνευματικό περιβάλλον των θεσμών της ελίτ κανονικοποιεί σχέσεις που θα φαίνονταν αδιανόητες εκτός αυτών. Αυτά τα έγγραφα δεν αποκαλύπτουν μια αμαρτία ούτε μια κατάρα θεού αλλά μια συνέχεια. Δείχνουν πώς οι διανοούμενοι συμμετέχουν στην κυκλοφορία της νομιμοποίησης, πώς οι ίδιοι εργαλειοποιούνται από άλλους που την επιδιώκουν και πώς η φημολογική-συμβολική οικονομία της ακαδημαϊκής ζωής επιτρέπει σε τέτοιες συζητήσεις να παραμένουν μη αξιοσημείωτες έως ότου μια διαρροή επιβάλει τη δημόσια εξέτασή τους.

Ι. Ανατομία της επαφής: Τι δείχνει πραγματικά το αρχείο

Η χρονολογία είναι αρκετά απλή. Οι πρώτες αναφορές παραπέμπουν σε μια συνάντηση στα χρόνια που ακολούθησαν αμέσως μετά την καταδίκη του Έπστιν το 2008 μια περίοδο κατά την οποία πολλά ιδρύματα και δημόσια πρόσωπα ισχυρίστηκαν ότι είχαν διακόψει κάθε δεσμό μαζί του. Η αλληλογραφία που ακολουθεί δεν διαβάζεται ως το κατάλοιπο μιας παλιάς γνωριμίας αλλά μάλλον ως η συνέχεια μιας ενεργής διανοητικής σχέσης. Οι συνομιλίες εκτείνονται από την διεθνή πολιτική έως τις χρηματοοικονομικές δομές και συχνά διεξάγονται με έναν τόνο οικειότητας που υποδηλώνει αμοιβαία εκτίμηση παρά διαδραστική απόσταση. Οι συζητήσεις περιλαμβάνουν προσωπικές σημειώσεις, συζητήσεις για ταξίδια και προσφορές φιλοξενίας στις διάφορες ιδιοκτησίες του Έπστιν υποδηλώνοντας ότι η σχέση τους υπερέβαινε το αφηρημένο πεδίο των ιδεών.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι μια αχρονολόγητη συστατική επιστολή υπογεγραμμένη κατά τη διάρκεια της θητείας του Τσόμσκι ως Διακεκριμένος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα η οποία επαινεί τον Έπστιν ως μια ενδιαφέρουσα και πολύτιμη παρουσία στους συνεχής πνευματικούς διαλόγους τους. Η ύπαρξη ενός τέτοιου εγγράφου είναι αποκαλυπτική ακριβώς λόγω της περιόδου κατά την οποία γράφτηκε. Μέχρι τότε η ιδιότητα του Έπστιν ως καταδικασμένου δράστη ήταν καθολικά γνωστή και όμως, μέσα σε αυτή την αλληλογραφία φαίνεται να μην ασκεί σχεδόν καμία βαρύνουσα επίδραση. Η κοινωνική και πνευματική σχέση συνεχίζεται απρόσκοπτα, ανεπηρέαστη από τη δυσαρμονία ανάμεσα στη δημόσια αφήγηση και την ιδιωτική συναναστροφή.

Αυτή η συνέχεια είναι το καίριο γεγονός. Μας δείχνει ότι η σχέση δεν αποτέλεσε ούτε ιστορική υποσημείωση ούτε ένα αμφίσημο επεισόδιο. Διατηρήθηκε, εμβαθύνθηκε και απ’  ό,τι φαίνεται δεν προσέκρουσε στις σοβαρές ηθικές επιφυλάξεις που ήδη βάραιναν τον Έπστιν. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι τόσο η ύπαρξη της ίδιας της αλληλογραφίας όσο οι κοινωνικές συνθήκες που την καθιστούσαν μη προβληματική για όσους συμμετείχαν σε αυτήν. Οι συνθήκες αυτές συνιστούν αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί μια μορφή ασυλίας της ελίτ, μια ευρύτερη θωράκιση απέναντι στις κοινωνικές συνέπειες που συνήθως συνοδεύουν τη συναναστροφή με την εγκληματικότητα.

Αυτό που αποκαλύπτει το αρχείο δεν είναι ένα προσωπικό ολίσθημα αλλά ένα άθικτο σύστημα: ένα σύστημα στο οποίο το πνευματικό κύρος, το οικονομικό κεφάλαιο και η κοινωνική πρόσβαση συγκροτούν μια αμοιβαία ενισχυόμενη δομή. Εντός μιας τέτοιας δομής, η το ποινικό μητρώο ενός ατόμου μπορεί να αποδεικνύεται λιγότερο καθοριστικό από τη χρησιμότητα των διασυνδέσεών του, την κυκλοφορία επιρροής που καθιστά δυνατή ή το πολιτισμικό κεφάλαιο που μπορεί να προσδώσει μέσω της συναναστροφής. Αυτό ακριβώς το σύστημα απαιτεί εξέταση, καθώς διαθέτει πολύ μεγαλύτερη ερμηνευτική ισχύ από οποιαδήποτε προσπάθεια να κατασκευαστεί ένα ηθικό πορτρέτο ενός μεμονωμένου συμμετέχοντα.

ΙΙ. Λογική των δικτύων: Γιατί η επαφή επιβιώνει της καταδίκης

Η επιμονή αυτής της σχέσης δεν μπορεί να ερμηνευθεί με αναφορά στην ατομική ψυχολογία ή στις ιδιοσυγκρασιακές ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα. Μια τέτοια προσέγγιση θα παρέβλεπε την ευρύτερη αρχιτεκτονική εντός της οποίας εκτυλίχθηκαν αυτές οι ανταλλαγές μηνυμάτων. Τα κοινωνικά δίκτυα της ελίτ -ακαδημαϊκά, πολιτικά ή οικονομικά- δεν εξαφανίζονται όταν ένα από τα μέλη της περιέρχεται σε δημόσια δυσμένεια. Αντιθέτως, προσαρμόζονται. Αναβαθμονομούνται. Αφομοιώνουν τις νέες πληροφορίες με αξιοσημείωτη ευκολία, εφόσον οι θεμελιώδεις λειτουργίες του δικτύου παραμένουν άθικτες. Εκείνο που για έναν εξωτερικό παρατηρητή εμφανίζεται ως ηθική ρήξη μπορεί στο εσωτερικό του δικτύου να καταγράφεται ως μια διαχειρίσιμη ανωμαλία, ακόμη ένα παράδειγμα συμπεριφοράς που μπορεί να απομονωθεί από την αξία που το άτομο εξακολουθεί να προσφέρει.

Η συνεχιζόμενη παρουσία του Έπστιν σε πνευματικούς κύκλους μετά την καταδίκη του δεν αποτελούσε μυστήριο για όσους τους απάρτιζαν. Ήταν ένα αποτέλεσμα που υπαγόρευε η ίδια η δομή. Ο πλούτος του, η ικανότητά του να συγκεντρώνει πρόσωπα υψηλού κύρους, η δεξιότητά του να αυτοπαρουσιάζεται ως συνομιλητής σε ζητήματα που εκτείνονταν από την διεθνή χρηματοοικονομία έως την επιστημονική καινοτομία, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τον καθιστούσαν πολύτιμο εντός δικτύων που προκρίνουν την πρόσβαση σε δίκτυα ισχύος, την πρωτοτυπία και την επίφαση διορατικότητας. Όσοι συνέχισαν να συναναστρέφονται μαζί του μετά την καταδίκη του δεν ενεργούσαν παράλογα, ενεργούσαν δομικά. Ανταποκρίνονταν σε κίνητρα που προϋπήρχαν: την υπόσχεση συνομιλίας με πρόσωπα επιρροής, την ευκολία ενός άριστα δικτυωμένου διαμεσολαβητή και τη σιωπηρή κατανόηση ότι ο κίνδυνος για δυσφημία μετριάζεται εντός κλειστών κύκλων, όπου το αμοιβαίο όφελος θεωρείται δεδομένο.

Η ευκολία με την οποία διανοούμενοι, συμπεριλαμβανομένου του Τσόμσκι, συνέχισαν να συναναστρέφονται με τον Έπστιν αντανακλά τη φύση των κοινωνικών συστημάτων της ελίτ. Τέτοια συστήματα δεν ρυθμίζονται από τη δημόσια ηθική αλλά από εσωτερικές μορφές νομιμοποίησης. Η νομιμοποίηση σε αυτά τα συμφραζόμενα δεν αντλείται από τον έλεγχο του ευρύτερου κοινού αλλά από τη συνεχή αναγνώριση ομοτίμων, θεσμών και χρηματοδοτών. Όσο ο Έπστιν μπορούσε να συνεχίζει να προσφέρει πρόσβαση σε δίκτυα ισχύος, πόρους ή πνευματικά κίνητρα, το δίκτυο δεν έβρισκε ουσιαστικό λόγο να τον αποβάλει. Εκείνο που, για όσους βρίσκονταν εκτός του δικτύου, θα φαινόταν απολύτως απονομιμοποιητικό, εντός αυτού μετατρεπόταν σε μια διαπραγματεύσιμη λεπτομέρεια η οποία ήταν διαχειρίσιμη μέσω ιδιωτικών εξορθολογισμών και όχι μέσω δημόσιας λογοδοσίας.

Η αλληλογραφία μεταξύ Τσόμσκι και Έπστιν αποκαλύπτει έτσι λιγότερα για τις προσωπικές κρίσεις των εμπλεκομένων προσώπων και περισσότερα για τις ιδιότητες του περιβάλλοντος που συντηρούσε την επαφή τους. Πρόκειται για ένα περιβάλλον στο οποίο οι κοινωνικοί μηχανισμοί ένταξης λειτουργούσαν ανεξάρτητα από (και ορισμένες φορές σε άμεση αντίθεση προς) τις ηθικές προσδοκίες της ευρύτερης κοινωνίας. Σε τέτοια περιβάλλοντα, η ασυλία της ελίτ λειτουργεί λιγότερο ως προνόμιο και περισσότερο ως αυτονόητη παραδοχή: ως η προσδοκία ότι η εγγύτητα προς τον πλούτο και την επιρροή αυτοδικαιολογείται και συνεπώς απαλλάσσεται σε μεγάλο βαθμό από τη συνήθη ηθική κριτική. Αυτή ακριβώς η απόκλιση ανάμεσα στη δημόσια ηθική και στη λογική των δικτύων απαιτεί προσεκτική εξέταση καθώς παρέχει το κλειδί για την κατανόηση του γιατί η σχέση διατηρήθηκε παρά κάθε εξωτερικό σήμα που υποδείκνυε τη διακοπή της.

ΙΙΙ. Δομική σιωπή

Για να αναλυθεί το γιατί αυτή η σχέση δεν προκάλεσε καμία ορατή ρήξη χρειάζεται πρώτα να διευκρινιστεί τι εννοούμε εδώ με τον όρο δομική σιωπή: την οργανωμένη αναστολή της ηθικής κρίσης εντός συστημάτων που εξαρτώνται από τη διατήρηση της συνέχειας. Πρόκειται για μια σιωπή που δεν προκύπτει από φόβο αλλά από λειτουργικότητα. Επιτρέπει στα δίκτυα να διατηρούν τη σταθερότητά τους διασφαλίζοντας ότι οι διαταραχές, όσο ηθικά σημαντικές κι αν φαίνονται, δεν παρεμβαίνουν στην κυκλοφορία της επιρροής.

Υπό αυτή την έννοια η σιωπή που περιέβαλλε την παρουσία του Έπστιν στους πνευματικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους δεν ήταν αφύσικη. Ήταν η αναμενόμενη αντίδραση ενός συστήματος σχεδιασμένου να προτάσσει τη ροή των πόρων και τη νομιμοποίηση έναντι της αξιολόγησης της ατομικής παραβατικότητας. Αυτού του είδους η σιωπή δεν είναι καταναγκαστική. Δεν απαιτεί ρητές συμφωνίες ή συνωμοτικές προθέσεις. Αναδύεται αντιθέτως από τη σιωπηρή κατανόηση ότι η ουσιαστική αντιμετώπιση των συνεπειών των εγκλημάτων του Έπστιν θα επέβαλλε κόστος στο ίδιο το δίκτυο. Η αναγνώριση των ηθικών διαστάσεων της σχέσης θα υποχρέωνε τους συμμετέχοντες να επανεξετάσουν τις δικές τους θέσεις, τις δικές τους εξαρτήσεις και τον βαθμό στον οποίο και οι ίδιοι στηρίζονται σε δομές που κατανέμουν προνόμια με ελάχιστη μέριμνα για τη δημόσια λογοδοσία.

Η δομική σιωπή αποτελεί επομένως ένα συλλογικό “επίτευγμα”. Συνιστά επίσης έναν από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων παράγεται η ασυλία της ελίτ επιτρέποντας σε άτομα και θεσμούς να διαχειρίζονται σκάνδαλα χωρίς να υφίστανται τη ζημιά στη φήμη ή στις σχέσεις που θα επηρέαζε όσους βρίσκονται εκτός τέτοιων δικτύων. Δεν παράγεται μέσω εντολών αλλά μέσω εδραιωμένων συνηθειών, της συνήθειας να ερμηνεύεται η εγκληματικότητα ως ένα λυπηρό αλλά τελικά περιφερειακό γεγονός· της συνήθειας να αντιμετωπίζονται τα ηθικά όρια ως εύκαμπτα· της συνήθειας να θεωρείται ότι η πνευματική δραστηριότητα εκτυλίσσεται σε ένα πεδίο διαχωρισμένο από τις κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις που τη χρηματοδοτούν και τη συντηρούν. Αυτές οι συνήθειες είναι βαθιά ριζωμένες και επιτρέπουν στο δίκτυο να συνεχίζει να λειτουργεί απρόσκοπτα ακόμη και όταν ορισμένα από τα μέλη του έχουν χαρακτηριστεί δημόσια και χωρίς αμφισημία ως παραβάτες της κοινωνικής τάξης.

Η αλληλογραφία που αποκαλύπτεται στο αρχείο καταδεικνύει αυτή τη διαδικασία με εξαιρετική καθαρότητα. Ο τόνος των μηνυμάτων δεν μεταβάλλεται σε απόκριση προς το νομικό παρελθόν του Έπστιν. Δεν καταγράφει δυσφορία, αποστασιοποίηση ή αναβαθμονόμηση. Αντιθέτως διατηρεί μια σταθερότητα που υποδηλώνει ότι τα εγκλήματα δεν θεωρήθηκαν δομικά ουσιώδη. Αποτελούσαν θόρυβο υποβάθρου, έναν παράγοντα εξωτερικό προς τη λογική που διέπει τη σχέση.

Το να χαρακτηριστεί αυτό ως αποτυχία ηθικού σθένους θα σήμαινε την υπεραπλούστευση ενός μηχανισμού που είναι ταυτόχρονα ευρύτερος και απρόσωπος. Η δομική σιωπή δεν αποτελεί ηθικό ελάττωμα αλλά συστημικό φαινόμενο. Αναδύεται εκεί όπου θεσμοί και άτομα εξαρτώνται από δίκτυα των οποίων η σταθερότητα προϋποθέτει την αγνόηση διαταραχών που απειλούν να αποκαλύψουν την υποκείμενη οικονομία των προνομίων. Υπό αυτό το πρίσμα η σιωπή που περιέβαλλε τον Έπστιν δεν συνιστά εξαίρεση αλλά επιβεβαίωση του κανόνα.

Ο διανοούμενος ως έκθεμα

Η διαρκής γοητεία που ασκούν οι διανοούμενοι πηγάζει εν μέρει από την πεποίθηση ότι βρίσκονται σε απόσταση από τους συμβιβασμούς που διαμορφώνουν την πολιτική και την οικονομική ζωή. Το κύρος τους στηρίζεται στην παραδοχή της ανεξαρτησίας: ανεξαρτησία σκέψης, ανεξαρτησία από σχέσεις προστασίας και χρηματοδότησης, ανεξαρτησία από τις πιέσεις που στρεβλώνουν τον δημόσιο λόγο. Ωστόσο το αρχείο υπονομεύει αυτή την παραδοχή. Δείχνει πώς οι διανοούμενοι, ακόμη και εκείνοι των οποίων η φήμη έχει οικοδομηθεί πάνω σε αυστηρές κριτικές της εξουσίας, εμπλέκονται στα ίδια τα συστήματα που αναλύουν, όχι μέσω θεαματικών προδοσιών αλλά μέσω της καθημερινής συμμετοχής.

Ο Έπστιν κατανόησε την αξία των διανοουμένων εντός των δικτύων της ελίτ. Η παρουσία τους τού παρείχε ένα περίβλημα σοβαρότητας, ένα είδος πολιτισμικού κεφαλαίου που δεν μπορεί να αγοραστεί άμεσα αλλά καλλιεργείται μέσω στρατηγικών σχέσεων. Για τον διανοούμενο η ανταλλαγή ήταν αμοιβαία. Η πρόσβαση σε πόρους, ακροατήρια και συνομιλητές διευκολυνόταν από πρόσωπα όπως ο Έπστιν, τα οποία κινούνταν στη διασταύρωση χρηματοοικονομίας, επιστήμης, φιλανθρωπίας και πολιτικής. Η σχέση δεν απαιτούσε ιδεολογική σύμπλευση ή προσωπικό θαυμασμό, απαιτούσε απλώς την αμοιβαία αναγνώριση της χρησιμότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο ο διανοούμενος μετατρέπεται σε έκθεμα, σε μια μορφή της οποίας η συμβολική λειτουργία υπερβαίνει τις προσωπικές του πεποιθήσεις. Το νόημα της σχέσης καθορίζεται λιγότερο από την πρόθεση και περισσότερο από τα ερμηνευτικά σχήματα του ίδιου του δικτύου. Η παρουσία του Τσόμσκι στην τροχιά του Έπστιν δεν συνεπάγεται αποδοχή των πράξεων του τελευταίου. Αποκαλύπτει όμως τους τρόπους με τους οποίους οι φήμες των διανοητών ενσωματώνονται σε συστήματα παραγωγής νομιμοποίησης, συχνά χωρίς οι ίδιοι οι συμμετέχοντες να αντιλαμβάνονται πλήρως την έκταση της ενσωμάτωσής τους.

Δεν πρόκειται για νέο φαινόμενο. Σε όλη τη διάρκεια της νεότερης ιστορίας διανοούμενοι έχουν προσδώσει κύρος σε κράτη, εταιρείες και ευεργέτες των οποίων τα συμφέροντα αποκλίνουν έντονα από τα ιδανικά που οι ίδιοι διακήρυσσαν. Η καινοτομία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έγκειται στο μοτίβο αλλά στη διαφάνεια με την οποία μπορεί πλέον να μελετηθεί. Το αρχείο απογυμνώνει τις αφαιρέσεις. Δείχνει με ασυνήθιστη ακρίβεια πώς η πνευματική αυθεντία κυκλοφορεί μέσα από κοινωνικά και ηθικά επιβαρυμένα δίκτυα. Ο ρόλος του διανοούμενου σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι να αμφισβητεί τα δίκτυα αυτά απ’ έξω αλλά να τα σταθεροποιεί εκ των έσω έστω και ακούσια.

Αυτό που αναδύεται από αυτή την ανάγνωση δεν είναι ένα πορτρέτο διαφθοράς αλλά διαπλοκής. Ο διανοούμενος δεν είναι ούτε μαριονέτα ούτε θύμα. Είναι μέτοχος στις κοινωνικές διαδικασίες που καθιστούν το κύρος του εμφανές και πολύτιμο για τους άλλους. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν υποβαθμίζει τη σημασία του πνευματικού έργου. Αντιθέτως σημαίνει ότι αποδεχόμαστε πως ένα τέτοιο έργο δεν είναι ποτέ απομονωμένο από τις δομές που το συντηρούν.

Συμπέρασμα: Τι απαιτεί το αρχείο

Η δημοσιοποίηση αυτών των εγγράφων προσφέρει την ευκαιρία να επανεξεταστούν όχι μόνο οι πράξεις ενός μεμονωμένου προσώπου αλλά και οι συνθήκες υπό τις οποίες ασκείται η πνευματική ζωή. Η αλληλογραφία μεταξύ Τσόμσκι και Έπστιν αναδεικνύει τα διάτρητα όρια που συχνά θεωρούνται αυτονόητα σταθερά, τα όρια ανάμεσα στη δημόσια ηθική και την ιδιωτική συναναστροφή, ανάμεσα στην κριτική και τη συνενοχή, ανάμεσα στην ανεξαρτησία και την εξάρτηση από δίκτυα επιρροής. Τα όρια αυτά μοιάζουν συμπαγή μόνο όσο οι υποκείμενες δομές παραμένουν αόρατες. Όταν όμως το αρχείο τις καθιστά ορατές οι σχετικές ψευδαισθήσεις καταρρέουν.

Αυτό που αποκαλύπτουν τα έγγραφα είναι ένα σύστημα που επιτρέπει στις σχέσεις να συνεχίζονται απρόσκοπτα παρά τις βαθιές ηθικές επιφυλάξεις. Δείχνουν πώς η σιωπή παράγεται συλλογικά· πώς τα δίκτυα απορροφούν και εξουδετερώνουν πληροφορίες που σε άλλα συμφραζόμενα θα προκαλούσαν καταδίκη· πώς η πνευματική αυθεντία αντί να υφίσταται σε μια αυτόνομη σφαίρα κυκλοφορεί εντός περιβαλλόντων διαμορφωμένων από τον πλούτο, την πρόσβαση σε δίκτυα ισχύος και την αμοιβαία αναγνώριση. Και τέλος δείχνουν πόσο εύκολα ακόμη και οι οξύτεροι επικριτές της εξουσίας μπορούν να ενσωματωθούν στους μηχανισμούς που τη διανέμουν.

Το δίδαγμα δεν είναι ότι οι διανοούμενοι πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρότερα ηθικά πρότυπα ούτε ότι οι αποτυχίες τους θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως λόγοι απαξίωσης. Το δίδαγμα είναι ότι τα συστήματα παραγωγής γνώσης είναι ενσωματωμένα σε δομές που ασκούν πιέσεις πολύ ισχυρότερες από την ατομική πρόθεση. Η κατανόηση αυτών των πιέσεων είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε η κριτική στους διανοούμενους να παραμείνει ουσιαστική. Προϋποθέτει την αναγνώριση του κόστους της συμμετοχής, των δελεασμών της εγγύτητας και της ευκολίας με την οποία η σιωπή κανονικοποιείται.

Τελικά, η αξία του αρχείου έγκειται στην ικανότητά του να φωτίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες οι ιδέες διαμορφώνονται, κυκλοφορούν και νομιμοποιούνται. Προσφέρει μια σπάνια ματιά στην κοινωνική υποδομή που στηρίζει την πνευματική αυθεντία. Το να αγνοηθούν αυτές οι αποκαλύψεις θα σήμαινε την αναπαραγωγή της ίδιας σιωπής που επέτρεψε στις σχέσεις που καταγράφονται εδώ να διατηρηθούν. Το να τις αντιμετωπίσουμε σημαίνει να αρχίσουμε το έργο κατανόησης του τρόπου με τον οποίο μπορεί να αρθρωθεί η διαφωνία μέσα σε συστήματα που επιδιώκουν διαρκώς να την εξημερώσουν.

[1] ΣτΜ: Η φράση «άχρωμες πράσινες ιδέες κοιμούνται μανιωδώς» προέρχεται από τον Τσόμσκι και χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα πρότασης που είναι γραμματικά σωστή αλλά στερείται νοήματος για να αναδείξει τη διάκριση ανάμεσα στη σύνταξη και τη σημασία.

Αφήστε ένα σχόλιο