Στις 6 Ιανουαρίου 2026 πέθανε ο Ούγγρος σκηνοθέτης Béla Tarr, σε ηλικία 70 ετών. Το 2021 αφηγήθηκε τη διαδρομή και το έργο του σε συνέντευξη με τον Arnaud Laporte, στο γαλλικό ραδιόφωνο France Culture. Ακολουθεί ένα μικρό εισαγωγικό κείμενο και η απομαγνητοφωνημένη ελληνική μετάφραση της συνέντευξης. Απομαγνητοφώνηση και μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ.
Ο σκηνοθέτης Béla Tarr, δημιουργός ενός έργου υποβλητικής σκοτεινότητας και ριζοσπαστικής κοινωνικής και αισθητικής στράτευσης, αποκαλύπτει τα στάδια της πορείας του και τη δημιουργική του διαδικασία με αφορμή το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Villa Medici, στο οποίο συμμετέχει ως μέλος της κριτικής επιτροπής. Μια σπάνια κατάθεση λόγου από έναν καλλιτέχνη που επέλεξε συνειδητά να βάλει τέλος στην καλλιτεχνική του δημιουργία.
Η διαδρομή ενός εξεγερμένου
Όλα ξεκινούν για τον Ούγγρο σκηνοθέτη όταν ο πατέρας του τού χαρίζει μια κάμερα 8mm. Με αυτήν, σε ηλικία μόλις 16 ετών, γυρίζει μια πολιτικά στρατευμένη ταινία για μια ομάδα Ρομά εργατών, γεγονός που θέτει άμεσα σε κίνδυνο την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο. Λίγα χρόνια αργότερα, τραβά την προσοχή των στούντιο Béla Balázs και σκηνοθετεί την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, με τίτλο Family Nest (Családi tűzfészek). Πρόκειται για μια υβριδική μυθοπλασία-ντοκιμαντέρ σχετικά με την κρίση της στέγασης.
Χάρη στην επιτυχία αυτής της πρώτης ταινίας, γίνεται δεκτός στην Ανώτατη Σχολή Θεάτρου και Κινηματογράφου της Βουδαπέστης, από την οποία αποφοιτά το 1981. Το 1985, εξόριστος στο Βερολίνο, μετά τη διάλυση της ομάδας των στούντιο Társulás, την οποία είχε συνιδρύσει με άλλους κινηματογραφιστές στην Ουγγαρία, ο Béla Tarr επιβάλλεται σταδιακά στο παγκόσμιο τοπίο της έβδομης τέχνης. Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία, επιβεβαιώνει μέσα από το έργο του μια απαράμιλλη αισθητική ριζοσπαστικότητα.
Σήμερα, το έργο του χαίρει του θαυμασμού μεγάλων δημιουργών όπως ο Martin Scorsese και ο Gus Van Sant και έχει τιμηθεί με βραβεία από πλήθος θεσμών.
Από τον κοινωνικό κινηματογράφο στη μεταφυσική διερεύνηση
Οι πρώτες ταινίες του Béla Tarr, από το Family Nest έως το Almanac of Fall (Őszi almanach, 1985) περνώντας από το The Outsider (Szabadgyalog, 1981), το The Prefab People (Panelkapcsolat, 1982) και το Macbeth (1982), μαρτυρούν μια έντονη στράτευση μέσα από την οποία ο ίδιος πίστευε ότι μπορούσε να αλλάξει την κοινωνία μέσω του κινηματογράφου. Πρόκειται για ιδιότυπα κοινωνικά ψυχοδράματα που μιλούν για την ουγγρική κοινωνία και τη διάλυση των ανθρώπινων σχέσεων, ταινίες βαθιά ριζωμένες στην πραγματικότητα. Η καταγραφή αποτελεί τον πρωταρχικό προσανατολισμό της τέχνης του. Αν και η μεταφυσική διαπερνά το έργο του, ο Béla Tarr υποστηρίζει ότι ο κινηματογράφος δεν είναι υπόθεση της φιλοσοφίας.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Béla Tarr μετριάζει την ουτοπική του ελπίδα να αλλάξει την κοινωνία μέσω του κινηματογράφου και αποφασίζει αντ’ αυτού να μετασχηματίσει την ίδια την κινηματογραφική γλώσσα. Δίνει πλέον προτεραιότητα στη διάρκεια, στα μακρά, ρευστά πλάνα-σεκάνς και στο επιβλητικό, ανθρακί ασπρόμαυρο. Μετεξελισσόμενος σε μια μορφή προφήτη της αποκάλυψης, ο Béla Tarr υπογράφει έργα ολοένα και πιο στοιχειωμένα από την αμείλικτη, αναπόφευκτη καταστροφή.
Η συνάντησή του με τον συγγραφέα László Krasznahorkai [1] υπήρξε καθοριστική. Ο μυθιστοριογράφος γίνεται στη συνέχεια ο βασικός του σεναριογράφος και ο Béla Tarr διασκευάζει αρκετά από τα έργα του.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Béla Tarr υπογράφει το Damnation (Kárhozat, 1988), το Satantango (Sátántangó, 1994) και το Werckmeister Harmonies (Werckmeister harmóniák, 2000). Μια τριλογία της κόλασης, ισάριθμα ταξίδια ως το τέλος του κόσμου, εκεί όπου δεν υπάρχει πια ούτε θεός ούτε ήλιος. Κινηματογραφιστής της ακινησίας, της απελπισίας, της βαθιάς μελαγχολίας και της νύχτας, σκηνοθετεί μεθοδικά το ναυάγιο των προσώπων του. Ακολουθεί το The Man from London (A londoni férfi, 2007), βασισμένος σε μυθιστόρημα του Georges Simenon, και τέλος το The Turin Horse (A torinói ló, 2011), που τιμήθηκε με την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου και σφραγίζει το τέλος της καριέρας του ως σκηνοθέτη. [2]
Συνέντευξη, την Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2021,
στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Villa Medici:
Arnaud Laporte: Καλησπέρα, Béla Tarr. Ο λόγος σας έχει γίνει σπάνιος από τότε που βάλατε τέλος στη δουλειά σας ως σκηνοθέτης. Πριν από δέκα χρόνια, με το The Turin Horse, που τιμήθηκε με την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου, ολοκληρώσατε την κινηματογραφική σας διαδρομή. Αυτό, ωστόσο, δεν σας εμπόδισε να συνεχίσετε να ενδιαφέρεστε ενεργά για την τέχνη, όπως δείχνει και το γεγονός ότι συμμετείχατε ως πρόεδρος της κριτικής επιτροπής στην πρώτη διοργάνωση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Villa Medici στη Ρώμη, όπου ηχογραφούμε αυτή τη συνέντευξη. Αποδεχθήκατε την πρόσκληση του διευθυντή της Villa Medici, του Sam Stourdzé, καθώς το σινεμά εξακολουθεί να σας απασχολεί, αν και δεν παρακολουθείτε πολλές ταινίες – από προσωπική επιλογή;
Béla Tarr: Καταρχάς, η κριτική μας επιτροπή δεν έχει πρόεδρο. Είμαστε όλοι ίσοι. Είμαστε μόνο τρεις [3], γιατί να χρειαζόμαστε πρόεδρο; Και, ευτυχώς, οι οπτικές μας και οι κρίσεις μας συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό. Οι συζητήσεις μας ήταν αυτονόητες και συνοπτικές, γιατί μοιραζόμαστε τις ίδιες απόψεις. Δεν υπήρξαν πραγματικές αντιπαραθέσεις ή συγκρούσεις, ούτε ουσιαστικές διαφωνίες. Αντ’αυτού παραμείναμε ήρεμοι, ειρηνικοί, μετρημένοι. Απλοί άνθρωποι που μοιράζονται έναν κοινό τρόπο θέασης. Είναι κάτι πολύ απλό, αν νιώσεις συγκίνηση ψηφίζεις υπέρ. Αν αντίθετα αισθανθείς ότι έχεις μπροστά σου ένα κατασκευασμένο, ψεύτικο αντικείμενο, αποκομμένο από την πραγματική ζωή, μακριά από τους ανθρώπους, ένα έργο που δεν μαρτυρά παρά μόνο το εγώ του δημιουργού του, τότε… τι ανία! Και πόσο αποσταθεροποιητικό μπορεί να γίνει αυτό.
Arnaud Laporte: Και υπάρχουν εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, ταινίες κάθε χρόνο που πράγματι δεν σας συγκινούν, Béla Tarr;
Béla Tarr: Δεν ξέρω γιατί δεν έχω καμία όρεξη να βλέπω τέτοιου είδους ταινίες…
Όπως έλεγα, κοιτάξτε γύρω σας, παντού υπάρχουν ταινίες και ο κινηματογράφος είναι μια θαυμάσια γλώσσα. Κι όμως, σήμερα επιμένουμε να απαξιώνουμε αυτή τη θαυμάσια γλώσσα. Τη βλέπουμε να ευτελίζεται, να τίθεται στην υπηρεσία της εξουσίας, του εμπορίου. Αυτή η γαμημένη καπιταλιστική μηχανή. Αυτό είναι που απεχθάνομαι και αυτό είναι που αρνούμαι.
Arnaud Laporte: Όταν ξεκινήσατε να κάνετε κινηματογράφο, Béla Tarr, η πρώτη σας ταινία στα 16 σας χρόνια σάς έκλεισε την πόρτα του πανεπιστημίου. Αργότερα, στα 22 σας, με την πρώτη σας ταινία μεγάλου μήκους, το Family Nest, υπήρχε η ιδέα ότι ο κινηματογράφος μπορούσε, αν όχι να αλλάξει τον κόσμο, τουλάχιστον να αποκαλύψει τις αδικίες που τον διαπερνούν.
Béla Tarr: Τι σημαίνει να κάνεις κινηματογράφο; Σημαίνει απλώς να ζεις τη ζωή σου, να διασταυρώνεσαι με πολλά πράγματα, να συναντάς πολλούς ανθρώπους. Και κάποια μέρα να πέφτεις πάνω σε κάτι που σε αγγίζει, που σε συγκινεί. Εκείνη τη στιγμή αρχίζεις να το μετασχηματίζεις. Αυτό το κάτι σε διαπερνά, για να το μοιραστείς με τους άλλους. Όταν ήμουν 22 ετών, ζούσαμε κάτω από ένα καθεστώς βαθιά ψευδές. Το λέγαμε κομμουνισμό αλλά δεν ήταν κομμουνισμός. Ήταν η ταπείνωση ενός λαού χωρίς την παραμικρή ελευθερία. Κι εμείς θέλαμε να αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο. Η οργή και ο ανυπόμονος χαρακτήρας μου με οδήγησαν στη δράση.
Για μένα η κάμερα δεν ήταν παρά ένα εργαλείο δράσης. Εντάξει, ήμασταν πολύ αριστεροί. Θέλαμε να προστατεύσουμε τους πραγματικούς προλετάριους και να τους δείξουμε στην οθόνη τη ζωή όπως είναι πραγματικά. Και φυσικά αυτό δεν άρεσε στους, ας πούμε, κομμουνιστές. Τιμωρήθηκα. Μού αφαιρέθηκε το δικαίωμα να είμαι φοιτητής. Στο τέλος της ημέρας μού ήταν παντελώς αδιάφορο.
Arnaud Laporte: Στη συνέχεια ήρθε η εξορία στο Βερολίνο το 1985. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989. Η επιστροφή στην Ουγγαρία. Θα μπορούσε όμως κανείς να συνοψίσει τον Béla Tarr λέγοντας ότι, εκείνα τα χρόνια, αντί να επιχειρήσετε να αλλάξετε τον κόσμο μέσω του κινηματογράφου, αποφασίσατε να αλλάξετε τον ίδιο τον κινηματογράφο; Και πάνω απ’ όλα, μού φαίνεται πως άλλαξε η ίδια σας η θέαση του κόσμου. Ο αφηγηματικός κινηματογράφος δεν είναι πια η απάντηση. Για εσάς, η απάντηση γίνεται κοσμική. Πώς πρέπει να κατανοήσουμε αυτή τη λέξη;
Béla Tarr: Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά μακρά διαδικασία. Όταν αρχίζεις να προχωράς, ανακαλύπτεις τα κοινωνικά προβλήματα. Κι όταν ήμουν νέος, πίστευα ότι ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος από τη στιγμή που θα βρίσκαμε λύσεις σε αυτά τα προβλήματα. Αυτή ήταν η απάντησή μου, αλλά ήταν λάθος. Συνειδητοποίησα ότι τα προβλήματα είναι βαθύτερα. Θα έλεγα ότι είναι οντολογικά, ασφαλώς. Αργότερα, προχωρώντας, βρίσκεις το δικό σου ύφος. Καθαρίζεις, απογυμνώνεις την έκφρασή σου. Και όσο εισχωρείς όλο και πιο βαθιά στα πράγματα, καταλαβαίνεις ότι τα προβλήματα είναι κοσμικά. Δεν αφορούν απλώς την κοινωνία. Δεν είναι καν οντολογικά, είναι ακόμη πιο βαθιά. Ο κόσμος είναι πραγματικά σάπιος. Κι όμως, φυσικά, διατηρώ την πίστη μου στον άνθρωπο. Πρέπει να γίνει σαφές ότι δεν πρόκειται για μια θέση, ούτε για κάτι του τύπου ξυπνάω το πρωί, έχω μια ιδέα και αποφασίζω να αλλάξω αυτό ή εκείνο. Καθόλου. Όταν κάνεις μια ταινία, μόλις την ολοκληρώσεις, γεννιούνται πολλές νέες ερωτήσεις. Και αυτές οι νέες ερωτήσεις απαιτούν να μην καταφεύγεις στις παλιές απαντήσεις αλλά να προχωράς μπροστά, να βουτάς στο άγνωστο, αναζητώντας νέες απαντήσεις, νέες ενέργειες, νέα μέσα. Έτσι δούλευα. Έτσι σκεφτόμουν. Έτσι συνέβαιναν τα πράγματα.
Arnaud Laporte: Ακριβώς, μού φαίνεται πως αυτή η μεταμόρφωση -γιατί περί αυτού πρόκειται- ξεκινά με την ταινία σας Damnation και στη συνέχεια συνεχίζεται με το Satantango και το Werckmeister Harmonies. Συχνά γίνεται λόγος για αυτές τις ταινίες ως μια τριλογία, αλλά εσείς τις αντιλαμβάνεστε έτσι; Ως μια τριλογία της μεταμόρφωσης;
Béla Tarr: Τα πράγματα γίνονται λίγο-λίγο. Σαν σκάλα. Τη σκάλα την ανεβαίνεις πάντα ένα σκαλοπάτι τη φορά. Όλο αυτό είναι πολύ πρακτικό. Δεν χρειάζεται να γίνεται κανείς υπερβολικά σοφιστικέ. Είναι μια απολύτως πραγματιστική διαδικασία. Απλώς προχωράς. Είχαμε πολλά πράγματα στο μυαλό μας. Παρατηρούσαμε πώς οι άλλοι ζούσαν τη ζωή τους και πώς εμείς τη δική μας. Πρόκειται για ένα είδος αρχής δράσης και αντίδρασης, μια διαρκή εκτροπή.
Arnaud Laporte: Ωστόσο, σε αυτές τις τρεις ταινίες, Béla Tarr, υπάρχει πράγματι αυτό το μοτίβο, αυτή η ανάγκη να επανεγκαταστήσουμε την ύπαρξή μας μέσα σε έναν γυμνό χρόνο, κοσμικό, για άλλη μια φορά και ανιστορικό. Δεν γίνατε φιλόσοφος, ο φιλόσοφος που θα θέλατε να είχατε γίνει, όμως στο έργο σας προβάλλει μια μεταφυσική, της οποίας το όχημα είναι ο κινηματογράφος.
Béla Tarr: Η φιλοσοφία και ο κινηματογράφος είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Δεν μπορούν να συγχωνευτούν. Δεν μπορείς να μεταφράσεις τη φιλοσοφία σε κινηματογράφο. Αν το επιχειρήσεις, θα καταλήξεις σε ένα αποτέλεσμα πολύ εκλεπτυσμένο, αλλά ταυτόχρονα πολύ απομακρυσμένο από την πραγματική ζωή. Η δουλειά σου είναι ακριβώς να δείχνεις τη ζωή όπως είναι, να δείχνεις πώς δρουν οι άνθρωποι, πώς ζούμε την καθημερινότητά μας, τι είναι αυτό που μας κινεί, προς τα πού πηγαίνουμε. Αυτά είναι τα ερωτήματα που έχουν σημασία, οι καταστάσεις μέσα στις οποίες ενεργούμε. Και αυτό είναι όλο. Τίποτα περισσότερο.
Arnaud Laporte: Ναι, όμως η φιλοσοφία και ο κινηματογράφος -τουλάχιστον ο δικός σας κινηματογράφος, Béla Tarr- μας επιτρέπουν να σκεφτόμαστε, να θέτουμε ερωτήματα. Τελικά, το αποτέλεσμα μοιάζει ίδιο.
Béla Tarr: Ναι, αλλά η φιλοσοφία προχωρά με διαφορετικό τρόπο για να προσφέρει απαντήσεις στον καθένα. Ο κινηματογράφος και οι τέχνες γενικότερα λειτουργούν αλλιώς. Εγώ θέλω να αγγίξω την καρδιά σας, θέλω να αγγίξω την ψυχή σας, θέλω όταν βγείτε από την αίθουσα να νιώθετε πιο δυνατοί. Η φιλοσοφία δεν προσφέρει τέτοιες δυνατότητες. Η φιλοσοφία απευθύνεται μόνο στη διάνοια. Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν είναι το ίδιο να αναπνέεις το άρωμα ενός λουλουδιού και να μαθαίνεις από ένα βιβλίο ότι έχει άρωμα. Πρόκειται για δύο απολύτως διαφορετικά πράγματα.
Arnaud Laporte: Το ζήτημα του χρόνου, βέβαια, μού φαίνεται ότι στο έργο σας αντιτίθεται ευθέως στην αφήγηση, δεν υπάρχει πια ιστορία υπάρχει μόνο χρόνος.
Béla Tarr: Ξέρετε, από την Παλαιά Διαθήκη και μετά, επαναλαμβάνουμε διαρκώς τις ίδιες παλιές ιστορίες. Όλα έχουν ήδη παιχτεί στην Παλαιά Διαθήκη, ακόμη και το Ολοκαύτωμα. Οι μητέρες που βιάζονται, οι αδελφοκτονίες. Αν δει κανείς τι συμβαίνει εκεί, δεν μπορεί παρά να σοκαριστεί. Και σήμερα επαναλαμβάνουμε τις ίδιες παλιές ιστορίες. Τίποτα καινούργιο. Και γι’ αυτές τις ιστορίες πιστεύω πως δεν έχουμε πια τίποτα να πούμε. Μπορούμε μόνο να μιλήσουμε για τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζουμε να τις αναπαράγουμε για το πώς επαναλαμβάνουμε, ξανά και ξανά, τις ίδιες παλιές ιστορίες. Δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να επαναλαμβάνουμε όσα αφηγείται η Παλαιά Διαθήκη – το καλύτερο σενάριο στον κόσμο.
Arnaud Laporte: Σε αυτό το εξαιρετικό σενάριο της Παλαιάς Διαθήκης, λοιπόν, υπάρχει μεγάλος χώρος για τα στοιχεία της φύσης και το ίδιο ισχύει και στον κινηματογράφο σας. Αποφασίσατε κάποια στιγμή να μην υπάρχει πια ήλιος στις ταινίες σας;
Béla Tarr: Τώρα σκέφτομαι… Είναι πράγματι, αλήθεια, ότι δεν υπάρχει πια ήλιος; Προσπαθώ να ξαναθυμηθώ τις ταινίες… Όχι, δεν ήταν μια απόφαση εκ μέρους μου. Δεν ήταν σκόπιμο. Αλλά στην πραγματικότητα, δεν ξέρω. Ας πούμε ότι στις τελευταίες ταινίες δεν υπάρχει πια ήλιος, ναι. Όμως υπάρχει βροχή, άνεμος και πολλά άλλα στοιχεία. Υπάρχει ο λόγος. Υπάρχουν πολλά ζώα. Γιατί πιστεύω ότι είμαστε πραγματικά μέρος της φύσης και ότι συνυπάρχουμε με τα ζώα μέσα σε αυτήν. Και έχουμε ευθύνη γι’ αυτό. Αλλά δεν ξέρω γιατί δεν υπάρχει πια ήλιος. Ίσως επειδή, όταν γυρίζεις μια ταινία, ο ήλιος πάντα έρχεται σε αντίθεση με αυτήν. Υποβάλλει ψεύτικες ελπίδες. Δεν μπορώ να σου απαντήσω. Αλλά σίγουρα δεν ήταν μια συνειδητή απόφαση.
Arnaud Laporte: Ο László Krasznahorkai είναι ένας συγγραφέας ιδιαίτερα σημαντικός για εσάς. Έχετε δουλέψει πάνω στο μυθιστόρημά του, το Satantango. Αντλήσατε έμπνευση από το The Melancholy of Resistance (Az ellenállás melankóliája) για το Werckmeister Harmonies. Επίσης, ο ίδιος έχει γράψει για εσάς τα σενάρια των ταινιών Damnation, Almanac of Fall και The Turin Horse. Ας ακούσουμε τι έλεγε στο μικρόφωνο του ραδιοφώνου France Culture τον Απρίλιο του 2018:
László Krasznahorkai: Μπορεί να ακούγεται παράξενο, γιατί εγώ ο ίδιος βλέπω την πραγματικότητα ως κάτι τρομακτικό. Κι όμως, αυτό είναι δυνατό γιατί η ομορφιά είναι εξίσου τρομακτική όσο και γοητευτική. Δεν μιλάμε εδώ για μια ρομαντική ομορφιά, μιλάμε για το σύμπαν. Μπορώ να πω ότι το σύμπαν είναι τέλειο, γιατί πράγματι είναι. Κι έτσι, εγώ -που έχω έναν ρόλο μέσα σε αυτό- δεν μπορώ να διαχωρίσω το σύμπαν από αυτή την ομορφιά. Και κατά συνέπεια δεν μπορώ να αποσπαστώ ούτε από την τελειότητα. Αυτό που ορίζουμε ως ομορφιά μέσα σε μια κοινωνία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που είναι η ομορφιά καθ’ εαυτήν. Επιπλέον, ο ίδιος ο ορισμός της ομορφιάς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εποχή στην οποία ζούμε.
Béla Tarr: Έχει δίκιο, η ομορφιά υπάρχει όμως το ερώτημα είναι τι ακριβώς ονομάζουμε ομορφιά. Για παράδειγμα, εμείς δεν κάνουμε ποτέ ταινίες για ανθρώπους που κοσμούν το εξώφυλλο του Vanity Fair. Στον δικό μας κόσμο, στην πιο οικεία και στοιχειώδη ανθρώπινη συνθήκη, ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι η ομορφιά, μια ομορφιά που υπάρχει ως ανθρώπινη παρουσία. Σήμερα, η ομορφιά έχει τυποποιηθεί, έχει μετατραπεί σε ένα καπιταλιστικό πρότυπο. Κι όμως, εκείνο που χρειάζεται είναι να ξαναβρούμε την ανθρώπινη ομορφιά. Όλοι είναι όμορφοι. Απλώς, ίσως δεν έχουμε πάντοτε το θάρρος να το αντικρίσουμε ή ίσως η λέξη ομορφιά να μην σημαίνει για εμάς το ίδιο πράγμα που σημαίνει για το Vanity Fair.
Arnaud Laporte: Στα πρώτα σας φιλμ γράφατε μόνος σας τα σενάρια, έπειτα ακολούθησε αυτή η συνεργασία με τον László Krasznahorkai, η οποία διήρκεσε μέχρι το The Turin Horse. Τι είναι αυτό που τον καθιστά τόσο πολύτιμο συνεργάτη για εσάς;
Béla Tarr: Καταρχάς, δεν γράφω ποτέ σενάρια. Σημειώνω απλώς κάποιες καταστάσεις και αυτό μου αρκεί. Δεν δουλεύω με σενάριο γιατί ο γραπτός λόγος είναι μια γλώσσα διαφορετική από την εικόνα. Όταν συναντηθήκαμε με τον László μέσα στη δουλειά, όλα ήταν εξαιρετικά απλά. Είχαμε τις ίδιες ιδέες, χρησιμοποιούσαμε τις ίδιες λέξεις. Είναι πραγματικά ένας σπουδαίος συγγραφέας. Το υλικό του είναι οι λέξεις, το δικό μου οι εικόνες. Πρόκειται για δύο διαφορετικές γλώσσες που, στην ουσία, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Κι όμως αυτό που μας ένωνε εκείνον και εμένα ήταν η κοινή μας αίσθηση της πραγματικότητας. Εκείνος έγραφε για μια συγκεκριμένη πραγματικότητα κι εγώ έπρεπε να αναζητήσω αυτή την ίδια πραγματικότητα, την ίδια λογική, με τα μέσα μιας νέας κινηματογραφικής γλώσσας που γεννιόταν ακριβώς από αυτή την πραγματικότητα.
Arnaud Laporte: Υπάρχει επίσης μεγάλη σταθερότητα στους συνεργάτες σας, Béla Tarr: η σύζυγός σας, στο σενάριο και στο μοντάζ, και ο μουσικός Mihály Víg που υπογράφει τον ήχο, έναν ήχο εξαιρετικά πλούσιο στις ταινίες σας. Ας μιλήσουμε πρώτα για την Ágnes Hranitzky, η οποία από το Werckmeister Harmonies αναγράφεται ως συν-σκηνοθέτις. Η δουλειά πάνω στο σενάριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα απαιτητική μαζί σας. Κάθε πλάνο χρειάζεται μακρά προετοιμασία. Πώς δουλεύετε στο πλατό;
Béla Tarr: Κάθε φορά ήταν διαφορετικά, όλα εξαρτώνταν από την κατάσταση των ανθρώπων. Η συνεργασία με τον Mihály, πάντως, είναι πολύ απλή. Πηγαίνει στο στούντιο, ηχογραφεί, επιστρέφει και μου δίνει ένα USB. Και όλα αυτά πριν από τα γυρίσματα, γιατί για μένα η μουσική είναι ένας από τους βασικούς χαρακτήρες της ταινίας και, φυσικά, πρέπει να γνωρίζω τον πρωταγωνιστή μου. Πρέπει να ξέρω τη μουσική προτού αρχίσω να γυρίζω, γιατί τη χρησιμοποιώ ήδη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Η Ágnes, επισήμως, είναι η μοντέρ. Στην πραγματικότητα, όμως, βρίσκεται διαρκώς στο πλατό. Ελέγχει τους ρυθμούς, την εικόνα, την ποιότητα κάθε λεπτομέρειας. Κάποιες φορές διαφωνεί μαζί μου, βλέπει τη σκηνή αλλιώς. Είναι μια συλλογική δουλειά. Ωστόσο, στο πλατό είμαστε κυρίως η Ágnes κι εγώ και βέβαια ο διευθυντής φωτογραφίας και όλη η ομάδα. Ο Krasznahorkai δεν παρευρίσκεται στα γυρίσματα. Ας πούμε ότι περνά πού και πού απλώς για να πει ένα γεια. Μέχρι εκεί. Για εκείνον, αυτός ο χώρος είναι ένας άλλος κόσμος. Άλλωστε κανείς δεν περιμένει από αυτόν να βρίσκεται εκεί, δεν έχει τίποτα να κάνει στο πλατό. Μερικές φορές περνούσε κι ο Mihály, απλώς για μια επίσκεψη. Έτσι γίνονται τα γυρίσματα. Κατά βάθος, ένα γύρισμα είναι πάντα το ίδιο πράγμα, πρέπει να δημιουργήσεις σωστές καταστάσεις, να δημιουργήσεις μια ατμόσφαιρα, μια ένταση, να φτιάξεις σκηνές που να μοιάζουν αληθινές. Αυτή είναι η δουλειά. Αυτό χρειάζεται να κάνεις. Τίποτα περισσότερο.
Arnaud Laporte: Γνωρίζετε ότι η δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας είναι ιδιαίτερα απαιτητική, καθώς η κάμερά σας βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση, μια αργή κίνηση σαν μια μακρά σπείρα. Τι είναι αυτό που προσπαθεί να συλλάβει αυτή η κίνηση από τον κόσμο που κινηματογραφεί;
Béla Tarr: Σε αυτού του είδους τις πολύ μεγάλες λήψεις, πρέπει πρώτα να κατανοήσει κανείς ότι στο εσωτερικό τους πραγματοποιείται ένα είδος μοντάζ. Για παράδειγμα, μπορεί να ξεκινήσω με ένα κοντινό πλάνο, ύστερα να απομακρυνθώ σε ένα γενικό και σε μια τρίτη θέση της κάμερας να σταθώ σε μια λεπτομέρεια. Έτσι, μέσα στο ίδιο το πλάνο συντελείται ένα είδος μοντάζ, όχι όμως στο τραπέζι του μοντάζ. Η ένταση που γεννά το γύρισμα τόσο μακρών πλάνων προσφέρει πολλά. Η ομάδα βρίσκεται σε απόλυτη συγκέντρωση. Οι άνθρωποι είναι μέσα στη συνθήκη. Οι ηθοποιοί αναγκάζονται να παραμένουν εντός της σκηνής, μέσα στον ρόλο τους, όσο η κάμερα συνεχίζει να καταγράφει. Δημιουργείται έτσι μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη εργασίας και αυτό το αγαπώ. Με ενδιαφέρει βαθιά να χορογραφώ την κίνηση της κάμερας. Αν και οφείλω να το παραδεχτώ, στο πλατό είμαι αρκετά αυταρχικός.
Arnaud Laporte: Μιλώντας για χορογραφία, είναι αλήθεια ότι οι γιορτές κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στο έργο σας. Στις ταινίες σας, οι γιορτές είναι συχνά εφιαλτικές, όπως ο διαβολικός χορός στο Satantango ή η μέθη στα μπαρ. Στιγμές που θα μπορούσαν να είναι χαρούμενες, τις ανατρέπετε για να αναδείξετε τη σκοτεινή τους πλευρά. Ποια λειτουργία έχουν τελικά οι γιορτές στις ταινίες σας, Béla Tarr;
Béla Tarr: Ας πούμε ότι όταν κάποιος είναι ευτυχισμένος, η χαρά του για τη ζωή και η ένταση αυτής της χαράς, αποκαλύπτουν την ποιότητα ολόκληρης της ύπαρξής του. Θέλω να πω πως, όταν βλέπουμε τους χαρακτήρες να χορεύουν, μπορούμε να αναγνωρίσουμε εκεί αυτό που είναι η ευτυχία, η αληθινή. Κι όμως, ταυτόχρονα, αυτό σε προετοιμάζει γιατί γνωρίζεις ότι πρόκειται για ένα αδιέξοδο. Κι έπειτα, ομολογώ πως το αγαπώ αυτό. Σχεδόν όλες οι ταινίες μου περιέχουν μια σκηνή χορού, εκτός από τις δύο τελευταίες. Στις υπόλοιπες, ναι. Τώρα που το σκέφτομαι, στο The Man from London υπάρχει επίσης μια σκηνή χορού. Στο The Turin Horse όμως δεν υπάρχει πια.
Arnaud Laporte: Ακριβώς γι’ αυτό, μετά το The Man from London, το 2007, είχατε πει ότι θα κάνατε ακόμη μία ταινία και καμία παραπάνω. Και πράγματι, αυτό συνέβη με το The Turin Horse. Έχετε πει ότι ο κύκλος κλείνει ανάμεσα στο Family Nest, την πρώτη σας ταινία, και στο The Turin Horse. Ίσως αυτό να είναι σαφές για εσάς, όχι όμως κατ’ ανάγκην για έναν θεατή όπως εγώ. Ποιος είναι αυτός ο κύκλος;
Béla Tarr: Σας το είπα: προχωράμε πάντα βήμα-βήμα, ταινία την ταινία. Μπαίνουμε όλο και πιο βαθιά στο ποτάμι. Καθαρίσαμε το ύφος μας, γίναμε πιο δημιουργικοί και φτάσαμε σε ένα σημείο όπου λες: να, τώρα είναι έτοιμο, τελείωσε. Η γλώσσα… η κινηματογραφική γλώσσα έχει πλέον ολοκληρωθεί. Θα μπορούσα να τη χρησιμοποιήσω ξανά οποιαδήποτε στιγμή αλλά δεν θέλω ούτε να σας κουράσω ούτε να σας δώσω την αίσθηση ότι επαναλαμβάνομαι. Δεν θέλω να επιστρέψω σε αυτή τη γλώσσα απλώς για λόγους εμπορίου ή για να κερδίσω τα προς το ζην, όχι. Είναι απλό, όλα έχουν ειπωθεί, πραγματικά. Είναι είτε σ’ αρέσει είτε όχι (take it or leave it), δική σας η επιλογή. Έχει ολοκληρωθεί και κάθε νέα απόπειρα δεν θα ήταν παρά μια επανάληψη, κι αυτό δεν το θέλω και δεν θα το κάνω.
Arnaud Laporte: Άρα, τελικά, υπάρχει για εσάς μια αίσθηση ικανοποίησης που φτάσατε σε αυτή την πληρότητα, στο γεγονός ότι όλα έχουν πλέον ολοκληρωθεί;
Béla Tarr: Απολύτως. Κατά κάποιον τρόπο, δεν δείξαμε ποτέ, ούτε αφήσαμε να κυκλοφορήσει καμία ταινία προτού να είμαστε βέβαιοι ότι ανταποκρινόταν πλήρως σε αυτό που περιμέναμε από την ίδια, αυτό είναι γεγονός. Εκείνο που βλέπετε στην οθόνη είναι ακριβώς αυτό που θέλαμε. Φυσικά, αυτές οι ταινίες είναι όλες διαφορετικές. Οι εποχές ήταν διαφορετικές, δεν είχαμε την ίδια ηλικία. Όμως είναι δικές μας, κι αυτό επίσης είναι γεγονός. Αν δεν σας αρέσουν, δεν πειράζει, πραγματικά. Είναι είτε σ’ αρέσει είτε όχι, κανένα πρόβλημα. Εγώ είμαι χαρούμενος που τις κάναμε. Κατά κάποιον τρόπο, είμαι περήφανος γι’ αυτές και αυτό είναι όλο.
Arnaud Laporte: Ωστόσο, συνεχίζετε να ενδιαφέρεστε για τον κινηματογράφο. Δοκιμάσατε και την παραγωγή, ίσως να μην υπήρχαν αρκετά ενδιαφέροντα πρότζεκτ. Από την άλλη, η διδασκαλία, τα εργαστήρια, τι είναι αυτό που μπορεί κανείς να μεταδώσει στους νέους κινηματογραφιστές;
Béla Tarr: Αφού σταμάτησα να σκηνοθετώ, δεν μπόρεσα παρ’ όλα αυτά να απομακρυνθώ από τον κινηματογράφο. Κάπως έτσι προέκυψε να δουλέψω για μια διεθνή σχολή κινηματογράφου και να συνεργαστώ με νέους δημιουργούς από κάθε γωνιά του κόσμου. Γι’ αυτό μετακόμισα στο Σαράγεβο και εργάστηκα εκεί επί τέσσερα χρόνια. Δούλεψα με νέους από την Ιαπωνία, την Κορέα, τη Σιγκαπούρη, την Ινδία, από τη Λατινική Αμερική – την Κολομβία, τη Βραζιλία, το Μεξικό. Με ανθρώπους από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αγγλία, τη Γαλλία. Ναι, πραγματικά από όλο τον κόσμο. Είναι υπέροχο όταν συνειδητοποιείς πόσο διαφορετικός είναι ο καθένας. Είχαμε, για παράδειγμα, μια απίστευτη νεαρή Γιαπωνέζα -εξαιρετικά ταλαντούχα, λεσβία- και έναν ηλικιωμένο Ισλανδό που έμοιαζε λίγο με αρκούδα. Και αυτοί οι δύο, ο τρόπος με τον οποίο κατάφεραν να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον, να σεβαστούν ο ένας τον άλλον, να αποδεχτούν τις διαφορές τους, ήταν συγκλονιστικός. Μπόρεσαν να δουλέψουν μαζί επειδή βρήκαν κοινό τόπο. Ήξεραν πολύ καλά ότι η κουλτούρα τους ήταν εντελώς διαφορετική όπως και η θρησκεία τους, το χρώμα του δέρματός τους. Κι όμως, ήταν απίστευτο να τους βλέπεις να συνεργάζονται και να δημιουργούν τόσα καινούργια πράγματα.
Συνεχίζω να δουλεύω με νέους ανθρώπους, τους αγαπώ. Κάποιες φορές μαθαίνω κι εγώ πολλά από αυτούς, ιδίως σε ό,τι αφορά τη high-tech γιατί εκεί είμαι πραγματικά πίσω, εντελώς άσχετος, αλλά δεν πειράζει. Εύχομαι να συνεχίσουν να δουλεύουν μαζί, έχουν γίνει μια πραγματική ομάδα. Δημιουργούν πολύ όμορφα πράγματα και, απ’ όσο καταλαβαίνω, θέλουν να συνεχίσουν. Αυτό είναι.
Arnaud Laporte: Θυμάστε τα όνειρά σας ή τους εφιάλτες σας, Béla Tarr;
Béla Tarr: Μερικές φορές. Αλλά όταν ανατέλλει ο ήλιος τα ξεχνάω. Ξεχνάω και τα όνειρά μου και τους εφιάλτες μου. Φυσικά, όπως όλοι, αυτά τα όνειρα επηρεάζονται από το καθημερινό άγχος, τις συγκρούσεις που βιώνεις, την προσωπική ζωή, πολλά πράγματα παίζουν ρόλο. Αλλά δεν είμαι σαν τον Apichatpong Weerasethakul, που κάνει τα όνειρα υλικό της δουλειάς του. Τον σέβομαι βαθιά, τον αγαπώ πολύ και μου αρέσουν οι ταινίες του. Η ερώτησή σας, λοιπόν, ταιριάζει στον Apichatpong, όχι σε μένα.
Arnaud Laporte: Και βλέπετε τις ταινίες σας ως όνειρα, ως εφιάλτες ή ως κάτι άλλο;
Béla Tarr: Όχι. Είναι απλώς ταινίες. Αυτό είναι όλο.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] ΣτΜ: Νόμπελ Λογοτεχνίας 2025.
[2] ΣτΜ: Σκηνοθετεί επίσης τις μικρού μήκους ταινίες Cinemarxism (Cinemarxisme, 1979), Hotel Magnezit (1980), Journey on the Plain (Utazás az Alföldön, 1995) και Prologue (2004), καθώς και τα ντοκιμαντέρ The Last Boat (Utolsó hajó, 1990), Muhamed (2017) και Missing People (2019).
[3] ΣτΜ: Τα άλλα δύο μέλη ήταν η Teresa Castro και η Mati Diop.

