Του Μάκη Σταύρου (μέλους της συλλογικότητας Εναλλακτική Δράση για Ποιότητα Ζωής). Το παρόν κείμενο αποτελεί μέρος της παρουσίασής του για τη 10η Διεθνή Συνάντηση για την Αυτοδιαχείριση στην Αργεντινή (Νοέμβριος 2025).
Οι δυνατότητες που προσφέρει ο τουρισμός
Η ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου του και η γνωριμία με άλλα μέρη, με άλλους πολιτισμούς και ανθρώπους, είτε στη χώρα του είτε σε άλλες χώρες, είναι μια από τις ζωτικές του ανάγκες, τόσο για την αναπαραγωγή της εργασιακής του δύναμης όσο και για τη συναισθηματική του ικανοποίηση. Σημαντικό μέρος αυτών των αναγκών μπορούν να καλύψουν οι εργαζόμενοι και όλοι οι πολίτες με τα ταξίδια. Στη διάρκεια των ταξιδιών έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε καινούργιους πολιτισμούς, να επικοινωνήσουμε με ανθρώπους διαφορετικών περιοχών και κοινωνιών, να ενημερωθούμε για την καθημερινή τους ζωή και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν – όπως και για τους αγώνες που κάνουν για να τα επιλύσουν. Με τον τρόπο αυτό, οι ημέρες των ταξιδιών αποκτούν δημιουργικό περιεχόμενο, οι γνώσεις μας πολλαπλασιάζονται, οι σχέσεις μας με τους κατοίκους άλλων περιοχών γίνονται πιο στενές και δημιουργείται κλίμα φιλίας και αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων και των λαών. Παράλληλα, τα ταξίδια αυτά προσφέρουν τη δυνατότητα τόσο για οικονομική την ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών όσο και για την προβολή της ιστορίας και του πολιτισμού τους, όπως και των υπόλοιπων πλεονεκτημάτων που διαθέτουν (φυσικό περιβάλλον, τοπικά προϊόντα, τρόποι ψυχαγωγίας κ.ά.)
Νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και τουρισμός
Όμως την ανάγκη για ταξίδια, όπως και τις υπόλοιπες ανθρώπινες ανάγκες, ο καπιταλισμός την έχει μετατρέψει σε κερδοσκοπική δραστηριότητα, που στην περίοδο του νεοφιλελευθερισμού μεγενθύνεται επικίνδυνα σε βάρος των τοπικών κοινωνιών, της τοπικής παραγωγής και της τοπικής οικονομίας, σε βάρος των δικαιωμάτων των εργαζομένων στον τουρισμό, σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος, των ιστορικών μνημείων, των παραδοσιακών τρόπων ζωής, αλλά και σε βάρος των ίδιων των επισκεπτών. Οι μόνοι κερδισμένοι είναι μεγάλοι τουριστικοί, εθνικοί ή πολυεθνικοί όμιλοι.
Τα στοιχεία που βλέπουν καθημερινά το φως της δημοσιότητας σχετικά με την κατάσταση στον τουρισμό σε όλο τον κόσμο δείχνουν ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια έκρηξη του αριθμού των τουριστικών μετακινήσεων, με αποτέλεσμα να συνωστίζονται σε πολλές περιοχές πολύ περισσότεροι άνθρωποι από αυτούς που μπορεί κάθε περιοχή να εξυπηρετήσει. Το φαινόμενο αυτό ονομάστηκε υπερτουρισμός και έχει αρχίσει να παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Ορισμένα μόνο στοιχεία και εκτιμήσεις της ITP-International Tourism Partnership (Διεθνής Τουριστική Σύμπραξη) είναι αρκετά ώστε να δείξουν το μέγεθος του προβλήματος: «Το 2016, 1.235 εκατομμύρια ταξιδιώτες διέσχισαν τα διεθνή σύνορα σε ένα μόνο έτος. Μέχρι το 2030, θα φτάσουν τα 1,8 δισεκατομμύρια».
Προβλήματα στην κοινωνία και το περιβάλλον
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί πολλών ειδών προβλήματα, τόσο στην κοινωνία όσο και στο φυσικό περιβάλλον. Η ανάγκη για συνεχώς αυξανόμενες διανυκτερεύσεις, οδηγεί στη δημιουργία νέων μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων κυρίως με τουρισμό “all inclusive”, οι οποίες εξαιτίας της οικονομικής τους δύναμης, μπορούν και παραβιάζουν την περιβαλλοντική νομοθεσία καταπατώντας ελεύθερους χώρους, κυρίως παραλίες, όπως και άλλα φυσικά οικοσυστήματα. Σε πολλές, μάλιστα, περιπτώσεις καταπατώνται ακόμη και προστατευόμενες ζώνες NATURA, όπως και ιστορικοί και αρχαιολογικοί χώροι.
Εκτός, όμως, από τους ελεύθερους χώρους και τα φυσικά οικοσυστήματα που υφίστανται μεγάλες ζημιές, δημιουργούνται και άλλα πολύ σημαντικά περιβαλλοντικά προβλήματα. Ένα από αυτά είναι η διαχείριση των υδάτινων πόρων. Αρκετοί τουριστικοί προορισμοί δεν έχουν επάρκεια διαθέσιμου νερού με αποτέλεσμα να στερούνται το νερό όχι μόνο οι ντόπιοι κάτοικοι για τις καθημερινές τους ανάγκες, όπως και οι μικροί καλλιεργητές, αλλά και οι επισκέπτες. Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν πολλές τουριστικές μονάδες καταναλώνουν νερό για τις πισίνες ή και για γήπεδα γκολφ που διαθέτουν. Ένα άλλο επίσης σημαντικό περιβαλλοντικό πρόβλημα είναι και οι μεγάλες ποσότητες των απορριμμάτων που παράγονται στις τουριστικές περιοχές, γιατί η διαχείρισή τους είναι πολύ δύσκολη, ακόμη και εκεί που γίνεται ανακύκλωση. Η αύξηση των αναγκών για παραγωγή ενέργειας προκαλεί πολύ σοβαρά προβλήματα στο φυσικό περιβάλλον, διότι για την ανεύρεση της αυξημένης ποσότητας ενέργειας πολλαπλασιάζονται οι εξορύξεις ή ο μεγάλος αριθμός των ανεμογεννητριών που βλάπτουν τα οικοσυστήματα, όπως επίσης χτίζονται μεγάλα υδροηλεκτρικά φράγματα που καταστρέφουν ακόμη και πολύ σημαντικούς βιότοπους.
Εκτός από τα προβλήματα που δημιουργεί ο υπερτουρισμός στο φυσικό περιβάλλον, τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει παρουσιαστεί και ένα πολύ μεγάλο κοινωνικό πρόβλημά που προκαλείται από τα καταλύματα βραχυχρόνιας διαμονής (airbnb), των οποίων ο αριθμός αυξάνεται συνεχώς με αποτέλεσμα αφενός να εντείνεται το πρόβλημα της αδυναμίας εξυπηρέτησης των επισκεπτών και παράλληλα οι μόνιμοι κάτοικοι να δυσκολεύονται να βρουν στέγη για μόνιμη κατοικία. Με τον τρόπο αυτό, αλλάζει και η κοινωνική σύνθεση των αστικών κέντρων, γιατί οι μόνιμοι κάτοικοι απομακρύνονται και υποκαθίστανται από ανθρώπους “περαστικούς”, ενώ σταδιακά αλλάζει και η τοπική οικονομία, αφού πολλαπλασιάζονται τα καταστήματα για εστίαση και αναψυχή και μειώνονται οι επιχειρήσεις για τοπικές χρήσεις.
Η υπέρμετρη αυτή τουριστική ανάπτυξη έχει προκαλέσει ήδη στις πιο τουριστικές περιοχές πολλών χωρών έντονες αντιδράσεις, εξαιτίας των οξύτατων προβλημάτων που προκαλεί. Στη Βαρκελώνη, για παράδειγμα, οργανώθηκαν ογκώδεις διαδηλώσεις πολιτών με σύνθημα «Tourists go home». Παρόμοια κινήματα, όπως διαβάζουμε, έχουν οργανωθεί επίσης στην Μαγιόρκα, στην Γρανάδα, στα Κανάρια νησιά κ.ά. Επίσης στη Βενετία, ακτιβιστές ζήτησαν από την ιταλική κυβέρνηση να απαγορεύσει στα κρουαζιερόπλοια να σταματούν στο λιμάνι της πόλης και να περιορίσει τις αφίξεις επισκεπτών, καθώς ο αριθμός τους προκαλεί σοβαρα κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα. Ακόμη και σε λιγότερο γνωστούς και μάλιστα πολύ μικρούς, σε έκταση προορισμούς δημιουργιούνται σοβαρά προβλήματα. Χαρακτηριστικό είναι το Hallstatt, ένα γραφικό παραλίμνιο χωριό στην Αυστρία, που έχει 700 κατοίκους και έως και 10.000 επισκέπτες την ημέρα. Πρόσφατα εξοργισμένοι κάτοικοι έκλεισαν τη σήραγγα που οδηγεί στο χωριό, όπως γράφει ο Economist. Η ίδια κατάσταση παρουσιάζεται και στη χώρα μου, ιδιαίτερα σε διαφημισμένα νησιά, όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη.
Έντονο, επίσης πρόβλημα δημιουργεί ο υπερτουρισμός σε ένα από τα σημαντικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε περιοχής, όπως είναι τα ιστορικά μνημεία και ο πολιτισμός. Και επειδή προέρχομαι από μια χώρα, στην οποία βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως είναι η Ακρόπολη της Αθήνας, γνωρίζω καλά πόσο μεγάλη πίεση δέχονται τα μνημεία της Ακρόπολης, όταν περισσότεροι από 20.000 επισκέπτες περνούν καθημερινά από αυτά. Το ίδιο, βέβαια συμβαίνει με τα ιστορικά μνημεία σε όλο τον κόσμο. Στη χώρα μου πολλές συλλογικότητες έχουμε διαμαρτυρηθεί έντονα για το θέμα αυτό. Αντίστοιχα, όπως διαβάσαμε, στο Παρίσι, το Μουσείο του Λούβρου, έκλεισε για ένα μήνα, με απεργία των εργαζόμενων του μουσείου εξαιτίας της πρωτοφανούς επιδείνωσης των συνθηκών επισκεψιμότητας και εργασίας που δημιουργούσε το πλήθος των τουριστών. Τέλος, ένα ακόμη δείγμα εμπορευματοποίησης και υποβάθμισης του πολιτισμού είναι και η μετατροπή σε εμπόρευμα των ηθών και των εθίμων των τοπικών πληθυσμών και ιδιαίτερα των κοινοτήτων των ιθαγενών (εδώ στη Λατινική Αμερική είναι πού έντονο). Οι πληθυσμοί αυτοί λόγω της οικονομικής ανέχειας, σε πολλές περιπτώσεις δέχονται να μετατρέψουν τα έθιμα, τις παραδόσεις και τις λατρευτικές τελετουργίες τους σε φολκλόρ, για θεαματικό εντυπωσιασμό των τουριστών.
Σημαντικό, επίσης, κοινωνικό θέμα που αφορά και τον τουρισμό είναι η διατροφή. Γιατί, όπως είναι φυσικό, η υπέρμετρη τουριστική ανάπτυξη, που προαναφέρθηκε, απαιτεί μια υπέρμετρη αγροτική παραγωγή. Οι αλυσίδες, λοιπόν, των ξενοδοχείων, δεν απευθύνονται, στην τοπική αγορά για προμήθεια γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, αλλά σε μεγάλες πολυεθνικές που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής αγροτικών προϊόντων, που τους εξασφαλίζουν φθηνά προϊόντα αμφίβολης ποιότητας. Μάλιστα, με τη μελέτη της “Grain Organisation”, που συμπαραστέκεται στους αγώνες μικρών αγροτών κυρίως στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική, υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο “Παγκόσμια αγροβιομηχανία: δυο δεκαετίες λεηλασίας”, μπορούμε να κατανοήσουμε βαθύτερα την ολοκληρωτική πρακτική των πολυεθνικών που θέλουν -και ήδη καταφέρνουν- να ελέγξουν την αγροτική παραγωγή των εθνικών κρατών παραμερίζοντας τους αγρότες-καλλιεργητές. Με τον τρόπο αυτό, χάνονται οι μικροί παραγωγοί, οι συνεταιρισμοί και η τοπική οικονομία εν γένει, με τον τουρισμό να γίνεται η μοναδική και σχεδόν αποκλειστική, οικονομική δραστηριότητα.
Άφησα για το τέλος ένα ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα, γιατί χρειάζεται ξεχωριστή προσοχή. Αναφέρομαι στο ζήτημα των δικαιωμάτων των εργαζομένων στον χώρο του τουρισμού. Και ενώ τα κέρδη των τουριστικών επιχειρήσεων συνεχώς αυξάνονται, καταρρίπτοντας το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, από την άλλη πλευρά, οι αποδοχές των εργαζομένων, μειώνονται, τα δικαιώματα τους περιορίζονται, η αδήλωτη και η ανασφάλιστη εργασία, στις τουριστικές επιχειρήσεις αγγίζει το 60%, ενώ οι συνθήκες εργασίας και διαμονής στις ξενοδοχειακές μονάδες είναι άθλιες. Αυτά ισχύουν στη χώρα μου σύμφωνα με όσα καταγγέλλει η Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Τουριστικά Επαγγέλματα. Είμαι σίγουρος, όμως, ότι συμβαίνουν και σε πολλές άλλες χώρες
Το γενικότερο όμως και πολύ μεγάλο πρόβλημα που θέλω να επισημάνω, κλείνοντας, είναι ο κίνδυνος που υπάρχει για τις μικρές, ιδιαίτερα, χώρες, όπως η χώρα μου: ο τουρισμός να γίνει η αποκλειστική οικονομική δραστηριότητα και να ατονήσει κάθε άλλη παραγωγική δραστηριοτητα με απρόβλεπτους κινδύνους για το μέλλον
Τοπικοποίηση και κοινωνική συμμετοχή
Στον αντίποδα αυτής της υπέρμετρης τουριστικής ανάπτυξης οι λαοί και τα κινήματα οραματίζονται έναν άλλο τουρισμό, που θα εξυπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας και της φύσης και όχι την αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Για να υλοποιηθεί μια παρόμοια πολιτική στον χώρο του τουρισμού, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να συμμετέχουν άμεσα τόσο στον σχεδιασμό όσο και στη λήψη των αποφάσεων όλοι οι ενδιαφερόμενοι φορείς σε κάθε τόπο που δέχεται επισκέπτες.
Είναι χαρακτηριστικό, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ότι ακόμη και στο σημερινό συγκεντρωτικό καπιταλιστικό σύστημα, προκειμένου, έστω και για να αμβλυνθούν σε μικρό βαθμό τα προβλήματα που δημιούργησε ο υπερτουρισμός σε ορισμένες πόλεις όπως στο Παρίσι, στη Βαρκελώνη κ.ά. μεταφέρθηκαν αρμοδιότητες από το κράτος προς τους δήμους, οι οποίοι θέτουν αυστηρά περιοριστικούς όρους. Παράλληλα, στο Παρίσι ο δήμος προσπαθεί να ενθαρρύνει την επιστροφή των κατοίκων στο κέντρο με την αύξηση της κοινωνικής κατοικίας. Στη Βαρκελώνη, η τοπική διοίκηση πήρε απόφαση να σταματήσει την έκδοση αδειών για νέα ξενοδοχεία και ταυτόχρονα απαγόρευσε την αλλαγή αδειών για ενοικιάσεις τουριστικών κατοικιών βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Αυτό το γεγονός αποτελεί μια σαφή ένδειξη όσον αφορά την κατεύθυνση προς την οποία είναι ανάγκη να κινηθεί η πολιτική, όχι μόνο για την επίλυση των προβλημάτων που προκαλεί ο υπερτουρισμός, αλλά και για την εφαρμογή μέτρων που θα συμβάλουν στην ικανοποίηση και των επισκεπτών, αλλά και της κοινωνίας. Και αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από την πολιτική της τοπικοποίησης και της κοινωνικής συμμετοχής. Της διαχείρισης, δηλαδή, όλων των θεμάτων του τουρισμού σε κάθε περιοχή με αποφασιστική συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων φορέων. Γιατί η τοπικοποίηση δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι κοινωνικές συλλογικότητες να επαναπροσδιορίσουν τις προτεραιότητες, να πάρουν από κοινού αποφάσεις και να ελέγξουν την αποτελεσματικότητά τους.
Απαραίτητη, βέβαια, προϋπόθεση για τη συνεργασία και την κοινή δράση των τοπικών φορέων και των συλλογικοτήτων είναι να συμφωνηθεί από όλους ένα κοινό πλαίσιο που θα εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα των τοπικών μικρών επιχειρήσεων και όχι την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου, ενώ παράλληλα θα συμβάλλει στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και των ιστορικών μνημείων.
Με αυτό το σκεπτικό όλοι οι ενδιαφερόμενοι φορείς (τοπικοί ιδιοκτήτες μικρών τουριστικών μονάδων, παραγωγοί προϊόντων, εστιάτορες, οικολογικοί ή πολιτιστικοί φορείς, εκπρόσωποι αυτοδιοίκησης κ.ά.) θα είναι οι μόνοι αρμόδιοι να πάρουν τις αποφάσεις για την τουριστική ανάπτυξη στην περιοχή τους μέσα από ανοιχτές συλλογικές διαδικασίες και με τους εξής στόχους:
α’) Η ενίσχυση της τοπικής οικονομικής δραστηριότητας σε τομείς που κάθε περιοχή επιλέγει και όχι αποκλειστικά σε τουριστικές επιχειρήσεις
β’) Η τόνωση της τοπικής παραγωγής, ιδιαίτερα του πρωτογενή τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία, μελισσοκομία, αλιεία κ.ά.) σε περιοχές που προσφέρονται για αντίστοιχες δραστηριότητες
γ’) Η διασφάλιση συνθηκών στέγασης του μόνιμου πληθυσμού σε προσιτές τιμές
δ’) Η προστασία των φυσικών οικοσυστημάτων (δασών, λιμνών, ποταμών, παραλιών κ.ά.) και η αξιοποίηση των φυσικών πόρων και των πηγών ενέργειας με κριτήριο τις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
ε’) Η προστασία και η αξιοποίηση των ιστορικών μνημείων, των μνημείων του πολιτισμού και των τοπικών παραδόσεων σε όφελος των ντόπιων κατοίκων και των επισκεπτών και
ζ’) Η πλήρης διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζόμενων σε όλους τους κλάδους του τουρισμού.
Προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι στόχοι που προαναφέρθηκαν χρειάζεται να ληφθούν αποφάσεις για τη διαχείριση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών θεμάτων με κριτήριο τις ανθρώπινες ανάγκες και την προστασία της φύσης. Με αυτή την οπτική, η βασική απόφαση αφορά τον αριθμό των επισκεπτων ανά περιοχή σε σχέση με τους μόνιμους κατοίκους. Γιατί υπάρχουν στοιχεία για το ζήτημα αυτό που πραγματικά τρομάζουν. Συγκεκριμένα το 2017, στη Μάλτα και την Κροατία αντιστοιχούσαν σχεδόν 20.000 τουριστικές διανυκτερεύσεις ανά 1.000 κατοίκους! Η Ελλάδα, η χώρα μου, βρισκόταν στην πέμπτη θέση, με 8.291 διανυκτερεύσεις ανά 1.000 κατοίκους. Αυτή είναι η κατάσταση που έχει δημιουργήσει ο νεοφιλελεύθερος υπερτουρισμός. Αν αυτή η κατάσταση επικρατήσει παντού, εύκολα καταλαβαίνει κανείς το μέγεθος του κινδύνου.
Σε κάθε περιοχή, επομένως οι φορείς και οι συλλογικότητες θα πρέπει να προσδιορίσουν πρωταρχικά αυτή τη σχέση και να καθορίσουν μέγιστο αριθμό επισκεπτών που μπορεί να δέχεται η περιοχή. Κριτήρια για τον καθορισμό του μέγιστου αριθμού επισκεπτών θα πρέπει, κατά την άποψή μας να είναι:
-Η διατήρηση και ενίσχυση και άλλων παραγωγικών και οικονομικών δραστηριοτήτων παράλληλα με τον τουρισμό, ώστε να μην επιβληθεί σαν αποκλειστική δραστηριότητα ο τουρισμός.
-Η διασφάλιση της στέγασης των μόνιμων κατοίκων και της δημιουργικής συμβίωσής τους με τους επισκέπτες
-Η διαχείριση των υπαρχόντων φυσικών πόρων και ιδιαίτερα των υδάτινων, ώστε να καλύπτονται όλες οι ανάγκες (οικιακές, παραγωγικές, τουριστικές)
-Η δυνατότητα διαχείρισης των παραγόμενων απορριμμάτων
-Η προστασία των ιστορικών μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων, με καθιέρωση ορίου επισκεπτών
-Η προστασία των φυσικών οικοσυστημάτων κάθε περιοχής
Παράλληλα, χρειάζεται να δημιουργηθούν οι αντίστοιχοι θεσμοί, οι οποίοι αφενός θα διασφαλίζουν τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων και αφετέρου θα έχουν τη δύναμη και να πάρουν αποφάσεις αλλά, κυρίως να εξασφαλίσουν την υλοποίησή τους. Αυτή η διαδικασία έχει αρκετές δυσκολίες, γιατί ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, θερμός υποστηρικτής του υπερτουρισμού, είναι σίγουρο ότι χρησιμοποιώντας τις οικονομικές δυνατότητες που έχει, θα επιχειρήσει να βάλει κάθε είδους εμπόδια με σκοπό να υπονομεύσει μια διαδικασία που θα θίξει τα κέρδη των επιχειρήσεων
Όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Οι καταστροφικές επιπτώσεις του υπερτουρισμού έχουν αρχίσει και κάνουν απειλητική την εμφάνισή τους, ακόμη και για τα καπιταλιστικά κέρδη και όλο και περισσότερο, ακόμη και οι εκπρόσωποι του πολιτικού κατεστημένου είναι αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν αυτή την οδυνηρή πραγματικότητα. Από την άλλη πλευρά τα κινήματα και οι κοινωνικές συλλογικότητες είναι ανάγκη να αξιοποιήσουν και να ενισχύσουν τις εμπειρίες συνεργασιών που έχουν, όπως και την αλληλεγγύη μεταξύ τους ώστε, αφενός να αντισταθούν στις καταστροφικές επιπτώσεις του υπερτουρισμού και αφετέρου να προβάλλουν την αναγκαιότητα του κοινωνικού και συμμετοχικού τουρισμού.
Κλείνοντας, θέλω να επισημάνω ότι η συνεργασία φορέων στον χώρο του τουρισμού δεν είναι κάτι το καινούργιο. Σε πολλές περιοχές υπάρχουν πρωτοβουλίες συνεργασιών για την προώθηση ποιοτικού εναλλακτικού τουρισμού, ακόμη και μέσα στον καπιταλισμό. Οι πιο χαρακτηριστικές είναι αυτές του Εθνικών Πάρκων του Abruzzo στη νότια Ιταλία και του Gran Paradiso στη βόρεια Ιταλία, όπου έχει θεσμοθετηθεί η συνεργασία των φορέων με στόχο την ήπια τουριστική ανάπτυξη σε συνδυασμό με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος
Από όλα αυτά γίνεται φανερό ότι:
α’) Είναι επείγουσα ανάγκη η αλλαγή του τουριστικού μοντέλου του υπερτουρισμού, διότι αποτελεί μεγάλη απειλή και για τις κοινωνίες και για το περιβάλλον.
β’) Το νέο τουριστικό μοντέλο θα πρέπει να στοχεύει στην ικανοποίηση των αναγκών των κατοίκων και των επισκεπτών και στην προστασία του περιβάλλοντος και όχι στην κερδοφορία του κεφαλαίου.
γ’) Για να εφαρμοστεί το μοντέλο αυτό είναι αναγκαία η αποφασιστική συμμετοχή των φορέων και των συλλογικοτήτων σε κάθε περιοχή και η ενίσχυση της συνεργασίας και της αλληλεγγύης μεταξύ τους, διότι είναι σίγουρο ότι ο αγώνας με τα οργανωμένα συμφέροντα των τουριστικών ομίλων θα είναι δύσκολος.