Γαλλία - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr Eλευθεριακός ψηφιακός τόπος & εκδόσεις Thu, 05 Feb 2026 10:54:33 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=6.9.4 https://www.aftoleksi.gr/wp-content/uploads/2019/10/cropped-logo-web-transparent-150x150.png Γαλλία - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr 32 32 231794430 Ανυπότακτη Γαλλία, φασισμός & επανάσταση: Ποιο είναι το επαναστατικό κίνημα στη Γαλλία; (1ο μέρος) https://www.aftoleksi.gr/2026/02/05/anypotakti-gallia-fasismos-amp-epanastasi-poio-to-epanastatiko-kinima-sti-gallia-1o-meros/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=anypotakti-gallia-fasismos-amp-epanastasi-poio-to-epanastatiko-kinima-sti-gallia-1o-meros https://www.aftoleksi.gr/2026/02/05/anypotakti-gallia-fasismos-amp-epanastasi-poio-to-epanastatiko-kinima-sti-gallia-1o-meros/#respond Thu, 05 Feb 2026 10:45:56 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=22041 Δημοσιευμένο στο lundimatin#482, την 1η Ιουλίου 2025. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ. Ακολουθεί το πρώτο μέρος ενός κειμένου που επιχειρεί να ξεδιπλώσει ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί και πώς η αριστερά -δηλαδή η θεσμική αριστερά- κατέστη εκ νέου μια αξιόπιστη υπόθεση για πολλούς ανθρώπους των οποίων οι προσδοκίες υπερβαίνουν εκείνες μιας πιο ήπιας αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού. [...]

The post Ανυπότακτη Γαλλία, φασισμός & επανάσταση: Ποιο είναι το επαναστατικό κίνημα στη Γαλλία; (1ο μέρος) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Δημοσιευμένο στο lundimatin#482, την 1η Ιουλίου 2025. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ.

Ακολουθεί το πρώτο μέρος ενός κειμένου που επιχειρεί να ξεδιπλώσει ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί και πώς η αριστερά -δηλαδή η θεσμική αριστερά- κατέστη εκ νέου μια αξιόπιστη υπόθεση για πολλούς ανθρώπους των οποίων οι προσδοκίες υπερβαίνουν εκείνες μιας πιο ήπιας αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού. Πρόκειται για ένα ερώτημα που ο συγγραφέας επιχειρεί ταυτόχρονα να αντιστρέψει: Πού έχει χαθεί η ανατρεπτική και επαναστατική δύναμη που, έως το 2016, εκδηλωνόταν με επαναλαμβανόμενες εκρήξεις στους δρόμους; Μήπως πλέον ονειρεύεται το Νέο Λαϊκό Μέτωπο;[1] [2]

«Ο δρόμος μας είναι μακρύς και αφήνει ίχνη, ακόμη κι αν αυτά δεν είναι ορατά προς το παρόν ή αγνοούν και περιφρονούν το μονοπάτι μας».
~Υποδιοικητής Μάρκος

Εισαγωγή

Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυκλοφορία του βιβλίου Η συμμορία (La Meute)[3] έχει πυροδοτήσει μια διαμάχη στα μέσα ενημέρωσης γύρω από την Ανυπότακτη Γαλλία (La France Insoumise – LFI)[4]: τον αυταρχικό της χαρακτήρα, τη θέση του μεγάλου αρχηγού Μελανσόν, το ενδεχόμενο -ή την αδυναμία- μιας ένωσης των αριστερών δυνάμεων κ.ο.κ. Τίποτα το απρόσμενο από την πλευρά των ελίτ και των μέσων τους: κάθε αφορμή είναι καλή για να πλήξουν τον εκάστοτε «νούμερο ένα εχθρό».

Στο εσωτερικό της αριστεράς, ωστόσο, από αυτή τη συγκυρία αναδύθηκαν ορισμένες σαφώς πιο ουσιαστικές συζητήσεις: ποια είναι η σχέση ανάμεσα στις μορφές οργάνωσης και τις πολιτικές στρατηγικές, ποια μέσα προδιαγράφουν ποια αποτελέσματα, πώς συγκροτούνται ή αποσυντίθενται οι σχέσεις ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και τον αυταρχισμό[5] κ.λπ.

Δυστυχώς σε όλες αυτές τις συζητήσεις, όπως σχεδόν πάντα, ένα μεγάλο κομμάτι του στρατοπέδου της χειραφέτησης παραμένει περιθωριοποιημένο: οι υπέρμαχοι-ες της επανάστασης, του-ι-ς οποίου-ε-ς θα μπορούσαμε να ορίσουμε για την ώρα συνοπτικά ως εκείνου-ε-ς που θέτουν το ζήτημα της επανάστασης τόσο στο επίπεδο της σκέψης όσο και στο επίπεδο της πράξης[6]. Τα Κίτρινα Γιλέκα, οι αυτόνομοι, οι εξεγερμένοι-ες του Nahel, οι αναρχικοί-ές, οι φεμινίστριες, οι αντιρατσιστές, οι συνδικαλίστριες, οι κουίρ επαναστάτριες… Αυτοί οι άνθρωποι που εδώ και χρόνια δίνουν σάρκα και οστά στον επαναστατικό αγώνα στο πεδίο είναι σχεδόν όλοι (χωρίς καμία έκπληξη) απόντες από τον πολιτικό σχολιασμό, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς. Το πιο παράδοξο όμως είναι αλλού: είναι σιωπηλοί. Σιωπηλοί απέναντι στη «Συμμορία», απέναντι στην Ανυπότακτη Γαλλία, απέναντι στην επιστροφή της αριστεράς, απέναντι στα ερωτήματα για τη συνέχεια των εξεγέρσεών μας κ.λπ. Και αυτή η σιωπή διαρκεί εδώ και αρκετά χρόνια.

Μια σιωπή που έρχεται σε έντονη αντίθεση με όσα διαδραματίστηκαν την προηγούμενη δεκαετία. Πράγματι, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, αναδύθηκε σε πολλές χώρες μια νέα γενιά που έβαλε στο στόχαστρο τις παραδοσιακές οργανώσεις της “αριστεράς” στον ίδιο βαθμό με άλλους συντηρητικούς θεσμούς. Η απόρριψη και συχνά η οργή που διατυπωνόταν, τόσο σε επίπεδο λόγου όσο και πράξης απέναντι σε αυτή την αριστερά η οποία έως τότε κατείχε ηγεμονική θέση στο στρατόπεδο της χειραφέτησης εξηγούνταν συνήθως από το ότι είχε απολέσει κάθε ικανότητα ανατροπής[7] ή ότι είχε ενσωματωθεί και εξημερωθεί εντός της κυρίαρχης πολιτικής τάξης. Συνδικάτα, κόμματα, συλλογικότητες, πολιτικοί ηγέτες, κανείς δεν έμενε στο απυρόβλητο.

Σήμερα αντιθέτως, και ιδίως στη Γαλλία, το επίκεντρο της προσοχής φαίνεται να έχει σταδιακά επιστρέψει προς την παραδοσιακή αριστερά και κυρίως προς εκείνη που αυτοπροσδιορίζεται ως “ριζοσπαστική” με εκφραστή τον Μελανσόν και την Ανυπότακτη Γαλλία. Η μετατόπιση αυτή των τελευταίων ετών έχει φτάσει μάλιστα στο σημείο να οδηγήσει στην εκεί προσχώρηση ενός όχι αμελητέου αριθμού πρώην αυτόνομων[8]. Ένα γεγονός αδιανόητο μέχρι και πριν από λίγα χρόνια, αφού αυτή η ελευθεριακή τάση είχε θέσει -ίσως με τον πιο ρητό τρόπο- ως δηλωμένο πολιτικό στόχο τον «θάνατο της αριστεράς»[9]. Κι ενώ για τα μέσα ενημέρωσης και τη φιλελεύθερη αριστερά κάθε πρόσχημα είναι καλό προκειμένου να αποδυναμωθεί από τα δεξιά το κόμμα του Μελανσόν, στον αντίποδα, στο στρατόπεδο των υποστηρικτών της επανάστασης, ελάχιστες φωνές υψώνονται για να θέσουν υπό αμφισβήτηση αυτή την άνευ όρων προσχώρηση.

Πώς, λοιπόν, μπορεί να εξηγηθεί αυτή η μεταβολή του κλίματος; Ένα αίσθημα κατεπείγοντος απέναντι στην άνοδο του φασισμού; Τα σοκ που προκάλεσαν οι ήττες των εξεγέρσεων; Μια διαδικασία εκφυλισμού ή αντίθετα μια μορφή ωρίμανσης του ελευθεριακού χώρου; Στη σειρά αυτή των 3 κειμένων θα επιχειρήσουμε να στοχαστούμε πάνω στις αιτίες και τις συνέπειες αυτής της επανεμφάνισης της παραδοσιακής αριστεράς ως αποδεκτής λύσης ακόμη και μέσα στους ίδιους τους επαναστατικούς κύκλους.

Στο πρώτο μέρος θα επιστρέψουμε στο ελευθεριακό κίνημα της τελευταίας δεκαετίας στη Γαλλία (1/3). Στη συνέχεια, θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τους βαθύτερους λόγους της επιστροφής της αριστεράς και ειδικότερα της αυταρχικής της εκδοχής ως απάντηση στην κρίση της ελευθεριακής σκέψης μέσα από το πρίσμα της αντεπανάστασης (2/3)[10]. Τέλος, εκκινώντας από τις υπαρκτές δυνάμεις, θα στοχαστούμε μια πιθανή σχέση από-τα-κάτω με την Ανυπότακτη Γαλλία καθώς και τις διαδρομές μέσα από τις οποίες το κίνημά μας θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε αυτό που φιλοδοξεί να είναι: ένα επαναστατικό κίνημα (3/3).

Πραγματικό κίνημα, ελευθεριακό κίνημα (1/3)

Σε αυτό το πρώτο μέρος θα επανέλθουμε στον ελευθεριακό χαρακτήρα του κύκλου των εξεγέρσεων που ζήσαμε. Και στην περίπτωση της Γαλλίας θα προσπαθήσουμε να αναλογιστούμε την πορεία της τάσης που ονομάζεται αυτονομία. Από την άνοδό της μέχρι την παρακμή της.

Το κλίμα της εποχής

Η τελευταία δεκαετία σημαδεύτηκε από ένα κύμα εξεγέρσεων και επαναστάσεων σε κάθε γωνιά του πλανήτη· τόσο πολυάριθμων και μαζικών (αριθμητικά από τις σημαντικότερες στην ιστορία μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα) ώστε να μπορούμε να μιλάμε για μια πραγματική εποχή εξεγέρσεων[11]. Παρότι κάθε συγκείμενο έχει φυσικά τις ιδιαιτερότητές του, μπορούν να εντοπιστούν πολλά κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα σε αυτά τα κινήματα. Ένα από αυτά στο οποίο θα σταθούμε εδώ είναι ο καθοριστικός ρόλος των ελευθεριακών πρακτικών, ιδεών και αγωνιστ-ρι-ών[12].

Ακόμη και όταν οι τελευταίοι-ες δεν βρέθηκαν άμεσα στην ηγεσία ή στην πρωτοβουλία των εξεγέρσεων (όπως στη Βραζιλία, την Τυνησία, την Ελλάδα, την Ισπανία, στα διάφορα κινήματα Occupy[13] ή πιο πρόσφατα στην Ινδονησία) η ίδια η ατμόσφαιρα των εξεγέρσεων αντλούσε ξεκάθαρα από την ελευθεριακή ή αναρχική σκέψη: συγκρούσεις στον δρόμο (συχνά με τη μορφή Black Bloc[14]) και λεγόμενη παρανομία, πρακτικές εδαφικής κατάληψης (κτίρια, πλατείες, γειτονιές, πόλεις), κεντρικότητα της αυτοοργάνωσης, του αυθορμητισμού και της ομάδας συγγένειας (affinity group)[15] ως βασικής μονάδας οργάνωσης, μη δηλωμένες διαδηλώσεις[16], άρνηση της ηγεσίας και της αντιπροσώπευσης, απόρριψη του αυταρχισμού και έμπρακτη οριζοντιότητα, άρνηση ιεράρχησης των αγώνων, χώρος για το χιούμορ και την άγρια τέχνη, επιθυμία για άμεση αλλαγή -όχι παραπομπή της στο αύριο- και φυσικά δυσπιστία έως και ανοιχτή εχθρότητα απέναντι στους θεσμούς της παραδοσιακής αριστεράς κ.λπ.

Ένα σύνολο χαρακτηριστικών που τα συναντήσαμε σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη: στο Χονγκ Κονγκ (2019), στη Μιανμάρ (2020), στη Συρία (2011), στη Λευκορωσία (2020), στο Σουδάν (2018) για να αναφέρουμε μόνο ορισμένα παραδείγματα. Σε αρκετά από αυτά τα κινήματα, η αδυναμία, η απόρριψη ή ακόμη και η πλήρης απουσία της αριστεράς (μαζί με τις περιοριστικές ή/και φολκλορικές μορφές των παραδοσιακών της οργανώσεων) άνοιξε τον δρόμο για την ανάπτυξη μιας πολιτικής της καθημερινότητας μερικώς χειραφετημένης· και ακριβώς γι’ αυτό ικανής, επιτέλους, να επινοήσει εκ νέου μορφές οργάνωσης και ιδέες και, κυρίως, να ξαναγίνει απειλή.

Αν κοιτάξει κανείς προς τα πίσω, και πέρα από το γαλλικό πλαίσιο, γίνεται σαφές ότι, πράγματι, χωρίς όλοι-ες να αυτοπροσδιορίζονται ως αυτόνομοι ή αναρχικές, να υψώνουν μαύρες σημαίες ή να φορούν adidas, κάτι στην κοινή λογική του πραγματικού κινήματος[17] είχαν αναμφίβολα κάτι το ελευθεριακό. Αξίζει να τονιστεί ότι αυτές οι ιδέες και, κυρίως, αυτές οι πρακτικές ξεχείλισαν πολύ πέρα από τους παραδοσιακούς αναρχίζοντες χώρους και εμφανίστηκαν στο εσωτερικό του πραγματικού, μη κομματικού κινήματος[18], σε όλες τις εξεγερμένες του εκφάνσεις[19]. Το ίδιο συνέβη και σε άλλους πολιτικούς χώρους ή κινήματα: στο φεμινιστικό και το queer κίνημα, στο οικολογικό κίνημα, στο κίνημα για την εναλλακτική παγκοσμιοποίηση, στο κουρδικό κίνημα κ.ά. – όλα διαποτίστηκαν από ένα ελευθεριακό ρεύμα. Δεν είναι τυχαίο ότι το PKK και οι Ζαπατίστας, δύο από τις τελευταίες μαζικές επαναστατικές οργανώσεις της εποχής μας, αμφότερες προερχόμενες ιστορικά από τον μαρξισμό-λενινισμό, στράφηκαν ιδεολογικά προς την ελευθεριακή σκέψη.

Ξεπερνώντας κατά πολύ τα μικρά σχήματα ή τις προϋπάρχουσες αναρχικές εμπειρίες, στις πιο προωθημένες εξεγέρσεις αυτό το κλίμα της εποχής πήρε λαϊκή και μαζική μορφή, αγγίζοντας εκείνο που θεωρούμε κατεξοχήν ελευθεριακό ορίζοντα: την ανάδυση μορφών λαϊκής εξουσίας. Δηλαδή τη συγκρότηση χώρων αυτοκυβέρνησης (κομμούνες, caracoles, εδαφικά συμβούλια, λαϊκές συνελεύσεις κ.λπ.) όπου οι άνθρωποι ανέλαβαν στα χέρια τους την εξουσία στην καθημερινότητά τους και στον τόπο τους, χωρίς κανένα κόμμα ή κράτος να τους υπαγορεύει τι πρέπει να κάνουν· χώρων όπου ασκείται, χωρίς αναβολή, η ικανότητα της αυτοκυβέρνησης και η ανάληψη -έστω και μερική- του ελέγχου της ίδιας της ζωής, της καθημερινότητας και της αναπαραγωγής της.

Κάτι τέτοιο συνέβη (ακόμη σε εμβρυακή και συχνά αδέξια μορφή) στις πλατείες της Τύνιδας, της Νέας Υόρκης, του Μαϊντάν, του Ταχρίρ κ.λπ.· στους κυκλικούς κόμβους των Κίτρινων Γιλέκων· στις εδαφικές και φεμινιστικές συνελεύσεις στη Λατινική Αμερική· αλλά και στη Συρία, σε κλίμακα ολόκληρων πόλεων, μέσα από τα τοπικά επαναστατικά συμβούλια στα εδάφη όπου το καθεστώς Άσαντ είχε αποσυρθεί.

Και τέλος, πιθανότατα στην πιο προωθημένη του εκδοχή στο Σουδάν, με τη μορφή επιτροπών αντίστασης οργανωμένων σε επίπεδο ολόκληρων γειτονιών, ικανών όχι μόνο να οργανώσουν την ίδια την επανάσταση αλλά και να επιχειρήσουν να χαράξουν τη συνέχειά της, μέσα από τη συλλογική συγγραφή μιας «Επαναστατικής Χάρτας για την Εξουσία του Λαού»[20]. Εκείνο που μέχρι τότε αποτελούσε έναν μακρινό και συχνά φαντασμαγορικό ορίζοντα για τόσους ελευθεριακούς, υπό το όνομα Κομμούνα[21], πήρε ξαφνικά σάρκα και οστά σε πολλές από τις επαναστάσεις της εποχής μας (συχνά χωρίς οι ίδιοι να το συνειδητοποιούν) και μάλιστα σε μια κλίμακα σπάνιας ιστορικής έντασης.

Ωστόσο, ανίκανες να ασκήσουν διαρκή επιρροή στη συνέχεια των εξεγέρσεων και φτάνοντας στα ίδια τους τα όρια, στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, αυτές οι νέες, εδαφικά ριζωμένες μορφές τοπικής εξουσίας είτε συντρίφθηκαν από την αντεξέγερση είτε παραμερίστηκαν σταδιακά από τις ανακτήσεις τόσο της αριστεράς[22] όσο και της δεξιάς[23] ή, πιο απλά, εξαντλήθηκαν.

Η επιστροφή της άγριας πολιτικής

Οι ελευθεριακές εξεγέρσεις και η ανάδυση εμβρυακών μορφών λαϊκής εξουσίας δεν αποτελούν ιστορική εξαίρεση. Πολλές περίοδοι έχουν γνωρίσει τέτοιου τύπου αποσυντακτικές[24] εκρήξεις, όπου το πραγματικό κίνημα υπερκεράζει τα εμπόδια που έχουν υψωθεί μπροστά του, όχι μόνο από την κατεστημένη εξουσία αλλά και από τη δήθεν αντιπολίτευσή της. Η δεκαετία του ’60–’70 δεν είναι παρά μία από τις πιο γνωστές στιγμές αυτής της δυναμικής, με τη ριζική απόρριψη της σταλινικής και σοβιετικής αριστεράς από μεγάλο τμήμα της νεολαίας και του εργατικού κινήματος.

Η τελευταία δεκαετία, έτσι, σηματοδότησε την επιστροφή αυτού που ο Charles Reeve ονομάζει «άγριο σοσιαλισμό»[25], ο Jean Tible «άγρια πολιτική»[26] ή ο Pacôme Thiellement «οι χωρίς βασιλιά»[27]. Πρόκειται για μορφές έκφρασης της εξέγερσης που επιχειρούν να ζήσουν την επανάσταση εδώ και τώρα, που αρνούνται τη μεσολάβηση θεσμών ακόμη και αριστερών, και που αναδύονται σε αντιπαράθεση τόσο με τον αυταρχισμό και τον συντηρητισμό του συστήματος όσο και με τον ιστορικό του εχθρό στο εσωτερικό του ίδιου του στρατοπέδου: τον σοσιαλισμό των αρχηγών – μια λογική που θεωρεί ότι το πραγματικό κίνημα οφείλει να καθοδηγείται από μια «φωτισμένη» πρωτοπορία (τους αρχηγούς) προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του.

Οι λόγοι για αυτή την επιστροφή του ελευθεριακού κινήματος είναι πολλοί[28] και, παρότι δεν θα τους αναπτύξουμε εδώ διεξοδικά, μπορούμε να σταθούμε σε μία υπόθεση που θεωρούμε κεντρική. Σε πολλές από τις χώρες όπου ξέσπασαν εξεγέρσεις, οι κοινωνίες είχαν ήδη γνωρίσει από πρώτο χέρι «την αριστερά» (σοσιαλιστική, κομμουνιστική, δημοκρατική) στην εξουσία. Και αυτή η εμπειρία συχνά ταυτίστηκε είτε με έναν αυταρχικό εφιάλτη στη ριζοσπαστική της εκδοχή (Συρία, Λευκορωσία, Ουκρανία, Χονγκ Κονγκ, Λιβύη, Καζακστάν) είτε στη φιλελεύθερη εκδοχή της με μια μακρά αλυσίδα προδοσιών και συμβιβασμών με την καπιταλιστική εξουσία (τα «σοσιαλιστικά» κόμματα στη Γαλλία, την Ισπανία, την Ελλάδα κ.λπ., η Convención στη Χιλή, οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ κ.ά.).

Έτσι, με τη λήξη της εφήμερης περιόδου του «τέλους της Ιστορίας» που υποτίθεται ότι σφράγιζε την οριστική νίκη του φιλελευθερισμού και του καπιταλισμού επί του κομμουνισμού αλλά που στην πράξη διήρκεσε, στην καλύτερη περίπτωση, από την πτώση του Τείχους το 1989 έως την εξέγερση των Ζαπατίστας το 1994 και τη στιγμή που οι λαοί εξεγέρθηκαν εκ νέου απέναντι στην άδικη και αβίωτη τάξη της Αυτοκρατορίας, ο κόσμος στράφηκε κυρίως προς τα ελάχιστα διαθέσιμα σημεία αναφοράς που μπορούσαν ακόμη να ενσαρκώσουν την αντίσταση χωρίς να έχουν πλήρως απαξιωθεί: αφενός, τη σκέψη και κυρίως την πρακτική του ελευθεριακού ή αναρχίζοντος κινήματος· Αλλά και τον ισλαμισμό, πολύ πιο συγκροτημένο ιδεολογικά και οργανωτικά και με σαφείς προτάσεις για το «μετά» της εξέγερσης.

Η στάση της μεγάλης πλειονότητας της παγκόσμιας αριστεράς απέναντι σε αυτόν τον κύκλο εξεγέρσεων επιβεβαίωσε, σε μεγάλο βαθμό, την αρχική δυσπιστία. Όταν οι εξεγέρσεις δεν αντλούσαν επαρκώς από τα «κλασικά» αριστερά συμφραζόμενα (κόκκινες σημαίες, παραδοσιακά τραγούδια, καθιερωμένα συνθήματα) η αριστερά υιοθετούσε μια στάση αδιαφορίας (όπως στο Σουδάν και τη Μιανμάρ, πιθανότατα και λόγω ρατσισμού) ή περιφρόνησης (απέναντι στα Κίτρινα Γιλέκα τόσο στο εξωτερικό όσο και στην ίδια τη Γαλλία). Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα η στάση αυτή μετατράπηκε σε ανοιχτά αντεπαναστατική όταν οι ίδιες οι εξεγέρσεις έρχονταν σε σύγκρουση με τα γεωπολιτικά της δόγματα. Έτσι, δεν ήταν σπάνιο η αριστερά να στηρίζει ρητά ή σιωπηρά την αντεπανάσταση στις περιπτώσεις του Χονγκ Κονγκ (2019), του Ιράν (2019, 2022), της Συρίας (2011), του Λιβάνου (2019) ή της Ουκρανίας (2014)[29]. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στη Χιλή (2019), την Ισπανία (2011) ή την Ελλάδα (2011), μια αριστερά που αυτοπαρουσιάστηκε ως ριζοσπαστική, νέα και σε ρήξη με τη φιλελεύθερη εκδοχή της, συνάντησε πολύ μικρότερη αμφισβήτηση μέσα στις εξεγέρσεις, κατορθώνοντας ακόμη και να εμφανιστεί ως συνέχειά τους, εξασφαλίζοντας έτσι πρόσβαση στην εξουσία. Αυτό αναπόφευκτα προσέλκυσε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη διεθνή αριστερά. Ωστόσο, και σε αυτές τις περιπτώσεις, οι νέοι-ες εκλεγμένοι-ες έσπευσαν να μοιάσουν με τους πολιτικούς που διακήρυσσαν ότι πολεμούν: ανίκανοι-ες όχι μόνο να ανατρέψουν αλλά ούτε καν να ραγίσουν το status quo.

Γαλλία: Ακμή και πτώση της αυτονομίας

Ας επιστρέψουμε, όμως, στη γαλλική περίπτωση. Από τις αρχές του αιώνα, η Γαλλία -όπως η Χιλή, το Σουδάν, το Ιράν και τόσες άλλες χώρες- αποτέλεσε πεδίο μιας σταδιακής κλιμάκωσης του πραγματικού κινήματος. 2005: εξέγερση των προαστίων για τον Zyed και τον Bouna[30]. 2006: κίνημα ενάντια στο CPE[31]. 2008–2018: αγώνας ενάντια στο αεροδρόμιο της Notre-Dame-des-Landes και το κίνημα των ZAD[32]. 2016: κίνημα ενάντια στον νόμο για την εργασία[33]. 2016: δολοφονία του Adama Traoré[34]. 2017: βιασμός του Théo[35] και κίνημα ενάντια στην αστυνομική βία. 2017: κίνημα #MeToo. 2017: τα φεμινιστικά κολλάζ ενάντια στις γυναικοκτονίες[36] και πολλά ακόμη. Για πάνω από μια δεκαετία, διαδέχθηκαν το ένα το άλλο κινήματα αμφισβήτησης όλο και πιο εφευρετικά και υπονομευτικά απέναντι στην κατεστημένη τάξη.

Όπως και αλλού, αυτή η σειρά από αγώνες συνοδεύτηκε κι από τη διάχυση ελευθεριακών ιδεών και πρακτικών. Και ένα κίνημα ειδικότερα βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο: το αυτόνομο κίνημα. Η αυτονομία ως πολιτικό ρεύμα είναι εσκεμμένα δύσκολο να οριστεί. Ο όρος χρησιμοποιείται εδώ για να περιγράψει αυτό το πολιτικό ρεύμα του οποίου η ιστορική καταγωγή ανάγεται άμεσα στο ιταλικό αυτόνομο κίνημα της δεκαετίας του ’70[37], και το οποίο συγκροτείται γύρω από ένα σύνολο αρχών, πρακτικών και κωδίκων: αντικρατισμός και αντικαπιταλισμός, ρήξη με τα κόμματα και τα συνδικάτα (που νοούνται ως θεσμοί συμβιβασμένοι με το σύστημα), παρανομία, καταλήψεις, κλοπή και αυτομείωση τιμών[38], άρνηση του διαχωρισμού ανάμεσα στην πολιτική και τη ζωή, πρακτική της εξέγερσης, απόρριψη της ιδεολογίας (τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο) και του αυταρχισμού. Και φυσικά μια βαθιά πίστη στην επανάσταση ως αναγκαία ρήξη, η οποία οφείλει να πραγματώνεται εδώ και τώρα και όχι να αναβάλλεται μέχρι να «ωριμάσουν οι αντικειμενικές συνθήκες» όπως υποστήριζαν πολλές σοσιαλιστικές οργανώσεις του 20ού αιώνα.

Πέρα από τη δική της ιστορία και αισθητική, οι φιλοσοφικές και πολιτικές ρίζες της αυτονομίας διαπλέκονται με τον αναρχισμό και με ορισμένα ετερόδοξα ρεύματα του κομμουνισμού. Φυσικά στο εσωτερικό της αυτονομίας συνυπάρχουν διαφορετικές τάσεις. Οι δύο βασικές γραμμές εκκίνησης ανάγονται αφενός σε αυτό που οι Ιταλοί-ές ονόμαζαν εργατική αυτονομία, μαρξιστική, εργατισμός και αφετέρου στη λεγόμενη διάχυτη αυτονομία, πιο κοντά στον αναρχισμό, τον εξεγερτισμό, τον μεταμοντερνισμό ή τον σιτουασιονισμό. Στη Γαλλία, αυτές οι δύο τάσεις και κυρίως η δεύτερη, ενσαρκώθηκαν ιδιαίτερα στις ZAD, στο cortège de tête[39], στα κείμενα του Comité Invisible[40], στην εμπειρία των δικτύων mutu[41], καθώς και στην άνθηση λαϊκών καντινών, πολιτικών κοινοτήτων, ομάδων συγγένειας κ.ά.

Το ρεύμα της αυτονομίας που γνώρισε τη μεγαλύτερη απήχηση και προβολή τόσο σε εθνικό όσο και εν μέρη σε διεθνές επίπεδο ονομάστηκε από τους επικριτές του «Απελισμός» (Appellisme) σε αναφορά στο ιδρυτικό κείμενο αυτής της τάσης, το Appel[42] [43], γραμμένο το 2003. Αν και η θεωρητική του αφετηρία εντοπίζεται στο περιοδικό Tiqqun (1999)[44], το ρεύμα αυτό έγινε κυρίως γνωστό μέσα από τα τρία βιβλία που υπογράφονται από το Comité Invisible και μέσα από την «υπόθεση του Tarnac»[45]. Για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτέλεσε μία από τις πιο οργανωμένες και μαζικές τάσεις[46] της αυτονομίας.  Παρότι οι ίδιοι οι «απελιστές» αρνούνται κάθε κατηγοριοποίηση και χλευάζουν την ιδέα ότι μπορεί να υπάρχει κάτι όπως ο «απελισμός», μπορούμε ωστόσο να επιχειρήσουμε (αναγκαστικά αποσπασματικά[47]) να περιγράψουμε ορισμένους από τους αρχικούς στόχους που διατυπώνονται στα κείμενα αναφοράς:

  1. την προσπάθεια επανασύνδεσης της κατασκευής και της καταστροφής στο εσωτερικό του αυτόνομου κινήματος,
  2. την επαναφορά της έννοιας της στρατηγικής σε μια περίοδο όπου αυτή απουσίαζε συχνά από ορισμένες αντιεξουσιαστικές ιδεολογίες,
  3. την εκ νέου σκέψη του μακρού χρόνου της επαναστατικής οικοδόμησης, χωρίς επιστροφή σε μια κλασική και άκαμπτη αντίληψη του κόμματος.

Η «καταστροφή της αριστεράς» αποτελούσε τότε λογικό επακόλουθο όλων αυτών. Για να μπορέσουν αυτές οι προοπτικές να επιβληθούν έπρεπε να μπει οριστικό τέλος στην αιώνια επιστροφή της αριστεράς ως της μοναδικής δυνατής διεξόδου των κινημάτων εξέγερσης[48]. Από αυτή τη θέση προέκυπτε μια στρατηγική που συνδύαζε συγκρουσιακές παρεμβάσεις στον δρόμο, τη συγκρότηση στρατηγικών υποκειμένων λόγου και παρέμβασης (αρχικά υπό διαφορετικά ονόματα και σε διαφορετικά συμφραζόμενα και στη συνέχεια σε μεγαλύτερη κλίμακα μέσω του Comité Invisible), την παρεμπόδιση των στιγμών ανασυγκρότησης της αριστεράς, καθώς και τη δημιουργία μιας σειράς χώρων και υλικών μέσων, οργανικά συνδεδεμένων μεταξύ τους από αυτή τη στρατηγική προοπτική.

Για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου, κεντρικής σημασίας υπήρξε η αναζήτηση νέων μορφών οργάνωσης, ιδίως μέσα από κάτι σαν ένα συνωμοτικό κόμμα, ελάχιστα θεσμοποιημένο και μη δημόσιο. Το σχήμα αυτό αποτελούνταν από πολλαπλές πολιτικές συλλογικότητες, παρούσες σε περίπου σαράντα πόλεις στη Γαλλία και διεθνώς. Συμμετέχοντας στους περισσότερους από τους μεγάλους κραδασμούς της περιόδου, από τα κοινωνικά κινήματα στη Γαλλία έως τις εξεγέρσεις στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ και ακόμη και σε χώρες του αραβικού κόσμου, αυτή η εμπειρία, ταυτόχρονα διχαστική[49] και κινητήρια δύναμη για το σύνολο της αυτονομίας, έπαψε να υφίσταται ως οργανωμένη δύναμη το 2018. Η κατάληξή της οφειλόταν σε εσωτερικές αντιφάσεις που οξύνθηκαν από στρατηγικές διαφωνίες γύρω από το τι έπρεπε να ακολουθήσει μετά τη νίκη της ZAD της Notre-Dame-des-Landes· από την είσοδο του φεμινισμού και της διαθεματικότητας στο πεδίο μιας αυτονομίας που έως τότε τα είχε σε μεγάλο βαθμό αποκλείσει· και τέλος από τη ρήξη ανάμεσα στου-ι-ς υποστηρίκτ-ρι-ες μιας μακροπρόθεσμης εδαφικής υπόθεσης και σε εκείνου-ε-ς που προέκριναν μια επιθετική, μητροπολιτική μορφή, ασαφή και ακριβώς γι’ αυτό ελάχιστα ριζωμένη.

Παρά το τέλος αυτής της εμπειρίας, ένα σημαντικό μέρος των ιδεών της, για παράδειγμα μέσα από τον ιστότοπο lundimatin, το μέσο Contre-Attaque, τις εκδόσεις La Tempête, καθώς και η υλική υποδομή που συγκροτήθηκε με την πάροδο των ετών (χώροι, δίκτυα, αγωνιστ-ρι-ές στη Γαλλία και αλλού) εξακολουθούν να υφίστανται. Παράλληλα συναντά κανείς ορισμένα πρώην μέλη αυτής της «συντροφικότητας» σε πλήθος πολιτικών χώρων που επιχειρούν, με δυσκολία, να υπερβούν τα όρια στα οποία προσέκρουσε το επαναστατικό κίνημα (Soulèvements de la Terre, Syndicat de la Montagne limousine κ.ά.).

Η αυτονομία, σε όλες τις εκφάνσεις της, συμμετείχε ενεργά στους περισσότερους αγώνες της περιόδου 2005-2018. Το ευρύ κοινό τη γνώρισε κυρίως μέσα από τις επιθετικές πρακτικές του black bloc ή των antifa. Και παρότι οι σωματικές συγκρούσεις με την αστυνομία και οι καταστροφές σε διαδηλώσεις αποτέλεσαν ένα σημαντικό ακόμη και συστατικό στοιχείο του αυτόνομου κινήματος, δεν ήταν παρά η πιο ορατή και πιο εμπορεύσιμη για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης όψη ενός ευρέος κινήματος με ποικιλία πρακτικών. Η διεύρυνση και οι συναντήσεις με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα πραγματοποιούνταν συχνά στο πλαίσιο παραδοσιακών κινητοποιήσεων που εκκινούσαν από την αριστερά[50] (CPE 2005, κίνημα για τις συντάξεις 2010-2011, νόμος για την εργασία 2016, καταλήψεις πανεπιστημίων το 2018). Εκείνο που προσέλκυσε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας δεν ήταν τόσο τα αιτήματα, όσο οι ίδιες οι πρακτικές, η υπονόμευση της παραδοσιακής ιδίως αριστερής πολιτικής και η ριζοσπαστικότητα των αυτόνομων αγωνιστ-ρι-ών. Πρώτα απ’ όλα, γοητεύτηκε μια νεολαία μεσαίας τάξης των μεγάλων πόλεων, ολοένα και πιο επισφαλής και με ελάχιστες προοπτικές αλλά και τμήματα μιας μεγαλύτερης σε ηλικία μεσαίας ή λαϊκής τάξης, πολιτικοποιημένης προς τα αριστερά, πλην όμως βαθιά απογοητευμένης από την κυβέρνηση Hollande και τις διαδοχικές της υποχωρήσεις και συμβιβασμούς.

Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ανόδου του πραγματικού κινήματος είδαμε την συνδικαλιστική και εκλογική αριστερά, που έως τότε κατείχε ηγεμονική θέση στο πεδίο της κοινωνικής αμφισβήτησης να συρρικνώνεται σταδιακά έως ότου ξεπεράστηκε από αγωνιστ-ρι-ές και εξεγερμένου-ε-ς χωρίς κομματική ένταξη. Μια πληθώρα μικρών ομάδων, πολιτικών συλλογικοτήτων, κύκλων φίλων, μαθητών λυκείου, συναδέλφων, συνδικαλιστ-ρι-ών σε ρήξη με τις ηγεσίες τους διεύρυναν λίγο-λίγο αυτό που προηγουμένως δεν ήταν παρά ένας περιορισμένος χώρος λίγων χιλιάδων ανθρώπων. Και ήταν ακριβώς με αφορμή τον νόμο για την εργασία που οι αυτόνομοι-ες αγωνιστ-ρι-ές (και ειδικότερα το απελιστικό τους ρεύμα) και οι ιδέες τους έγιναν πιο ορατές και πιο ηχηρές στο εσωτερικό της γενικευμένης αμφισβήτησης. Οι τοίχοι γέμισαν με αυτόνομα συνθήματα[51], οι συνελεύσεις στα πανεπιστήμια που συνήθως ελέγχονταν από την παραδοσιακή αριστερά (UNEF[52], NPA[53]) κατέστησαν αδύνατες εξαιτίας των παρεμβάσεών τους, οι αποκλεισμοί ξεκινούσαν ή ενισχύονταν μαζικά από αυτού-έ-ς, ενώ οι δρόμοι, οι άγριες διαδηλώσεις και οι συναντήσεις διαφορετικών ελευθεριακών ρευμάτων κατά τη διάρκεια του Nuit Debout[54] συνέθεταν ένα νέο τοπίο αγώνα. Και φυσικά αναδύθηκε η πιο εμβληματική μορφή αυτών των χρόνων της αυτονομίας: το cortège de tête.

Αρνούμενοι να συνεχίσουν να παρελαύνουν πειθαρχημένα πίσω από τα συνδικάτα και τα κόμματα, αυτόνομοι-ες αγωνίστ-ρι-ες και ανυπότακτοι-ες μαθήτ-ρι-ες πήραν την κεφαλή των πορειών κατά τη διάρκεια του κινήματος ενάντια στον νόμο για την εργασία, με σφοδρές συγκρούσεις, αρχικά με τις περιφρουρήσεις των συνδικάτων και στη συνέχεια με την αστυνομία. Ωστόσο μετά από λίγες διαδηλώσεις τα συνδικάτα εγκατέλειψαν τελικά την κεφαλή και σε πολλές γαλλικές πόλεις γίναμε μάρτυρες πορειών όπου μια κεφαλή εορταστική, επιθετική και χωρίς κομματικές ή συνδικαλιστικές σημαίες, αυτόνομη με την πρωταρχική έννοια του όρου, ήταν δύο ή και τρεις φορές πολυπληθέστερη από το συνδικαλιστικό μπλοκ[55]. Κάθε ένα από αυτά τα κοινωνικά κινήματα και ιδίως εκείνο ενάντια στον νόμο για την εργασία, άφησε πίσω του ένα πλήθος μικρότερων, περισσότερο ή λιγότερο τοπικών κινητοποιήσεων: άγριες απεργίες[56], την άνθηση εκατοντάδων μικροομάδων, καταλήψεις πανεπιστημίων ή άδειων κατοικιών, τη δημιουργία αυτόνομων μέσων ενημέρωσης, λαϊκών καντινών κ.ο.κ.

Κατά τη γνώμη μας, αν η αυτονομία υπήρξε ισχυρή κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας και διογκώθηκε σε τέτοιο βαθμό, αυτό δεν οφειλόταν στο ότι «στρατολόγησε» νέα μέλη ούτε στο ότι διέθετε ιδιαίτερα ισχυρή προπαγάνδα, μεγάλα μέσα ή κάποια εξαιρετικά επεξεργασμένη στρατηγική. Οφειλόταν πρωτίστως στο ότι κατανοούσε και συμμεριζόταν τα αποσυντακτικά αισθήματα της εποχής της: την απόρριψη της πολιτικής των πολιτικών, αριστεράς συμπεριλαμβανομένης. Τη διάθεση για πράξη αντί για ατέρμονη συζήτηση. Την επιθυμία για ρήξη με το status quo: για την ανατροπή καθεστώτων, μικρών βασιλιάδων, πολιτικών και θεσμών. Και στο ότι ήταν σε θέση να μετασχηματίζει σε πράξη ιδέες και τάσεις προς δράση που ήδη υπήρχαν διάχυτες μέσα στην κοινωνία.

Σε αυτό εντοπίζουμε και τον λόγο της πολιτισμικής της επιτυχίας. Τα πιο οργανωμένα τμήματα άσκησαν πράγματι ουσιαστική επιρροή στα συνθήματα και στις κατευθύνσεις αυτών των κινημάτων χωρίς όμως ποτέ να επιχειρήσουν να τα ηγηθούν ή να εμφανιστούν ως εκπρόσωποί τους. Είτε από απόρριψη του πρωτοποριασμού είτε από επίγνωση ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, δεδομένου του βαθμού δυσπιστίας απέναντι σε κάθε μορφή ηγεσίας στο εσωτερικό όλων αυτών των κινημάτων. Θα μπορούσε κανείς να το συνοψίσει λέγοντας ότι το αυτόνομο κίνημα κατόρθωσε, τουλάχιστον εν μέρει, να συγχωνευθεί με το πραγματικό κίνημα και να γίνει όντως το νερό και όχι το ψάρι μέσα στο νερό[57]. Προσφέροντάς μας έτσι μια φευγαλέα ένδειξη του πώς θα μπορούσε να μοιάζει ένα επαναστατικό κίνημα.

Δυστυχώς, τότε όπως και σήμερα, ελάχιστοι-ες αυτόνομοι-ες αγωνιστ-ρι-ές, και εμείς οι ίδιοι-ες ανάμεσά τους, κατανόησαν πλήρως τη θέση που κατείχαν οι ιδέες μας στο εσωτερικό του πραγματικού κινήματος. Και, όπως συνέβη και σε άλλες χώρες (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Βραζιλία όπου οι ελευθεριακοί βρέθηκαν στην απαρχή της εξέγερσης του 2013) αποδείχθηκαν ανίκανοι-ες να δώσουν συνέχεια, να «επιβεβαιώσουν το εγχείρημα» και να καταστούν πραγματικά απειλητικοί-ές για τις ελίτ, όχι περιστασιακά αλλά σε βάθος χρόνου.

Απρόσμενα για πολλούς, η συνέχεια και η εμβάθυνση αυτών των κινημάτων και άρα η πραγματική απειλή, προήλθαν από απρόσμενα εδάφη. Και η έλευση εκείνου που η αυτονομία ανέμενε διαχρονικά, μιας λαϊκής εξέγερσης, σήμανε ταυτόχρονα και το τέλος της αυτονομίας όπως τη γνωρίζαμε.

Μαζικοποίηση και πτώση της αυτονομίας: τα Κίτρινα Γιλέκα[58]

Το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων αποτέλεσε ταυτόχρονα την επιβεβαίωση της προσέγγισης και των πρακτικών της αυτονομίας: μη δηλωμένες διαδηλώσεις, επιθετικότητα, έξοδος από τις παραδοσιακές μορφές διαμαρτυρίας, εδαφικές καταλήψεις, κατασκευή καλυβών, άρνηση της εκπροσώπησης τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά και μια ρητά διατυπωμένη επιθυμία για επανάσταση. Ένα μαζικό, αυτόνομο κίνημα χωρίς κεφαλαίο Α (καθώς δεν συνδεόταν με την ιδεολογία και την ιστορική παράδοση της Αυτονομίας)· αλλά παραδόξως ήταν και η στιγμή που είδαμε τους αυτόνομους να περνούν στην οπισθοφυλακή του πραγματικού κινήματος. Με την έννοια ότι προσπάθησαν περισσότερο να ακολουθήσουν και να κατανοήσουν την εξέγερση, παρά να τη διαμορφώσουν πολιτισμικά και πρακτικά.

Με ελάχιστη παρουσία στους κυκλικούς κόμβους[59], στις δομές ηγεσίας του κινήματος ή στις προτάσεις για τη συνέχειά του (όπως το RIC[60]), οι αυτόνομοι βρέθηκαν αρχικά, όπως και η πλειονότητα της αριστεράς, κυρίως σε μια θέση κριτικής απόστασης[61]. Και παρότι, εδώ κι εκεί, ένα μέρος τους συμμετείχε ενεργά με διαφορετικούς τρόπους (Maison des Peuples του Saint-Nazaire[62], ομάδα του Rungis[63], καλύβες στο Montreuil ή στο Commercy[64], η εμφάνιση του μέσου Cerveaux non disponibles[65], η εφημερίδα Jaune[66] στην Τουλούζη, το καραβάνι των Κίτρινων Γιλέκων στο οροπέδιο της Limousine[67], για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα), η μεγάλη πλειονότητα των αυτόνομων περιορίστηκε στη συμμετοχή στις διαδηλώσεις. Υιοθέτησαν έτσι μια στάση εντυπωσιακά κοντινή σε εκείνη που ιστορικά κατηγορούσαν στους αριστερίστικους χώρους: μια στάση υπεροπτική, άβολη απέναντι στην επαφή με το λαϊκό και το «ακάθαρτο», παγιδευμένη στις ίδιες της τις πρακτικές, καχύποπτη απέναντι στο νέο, χρησιμοποιώντας ένα λεξιλόγιο δυσνόητο και έντονα ιδεολογικό. Ακόμη κι αν οι απελιστές προσχώρησαν ίσως πιο γρήγορα στο κίνημα από τα πρώτα του βήματα[68], ακόμη κι εκείνοι-ες που υποτίθεται ότι ήταν οι πιο «προετοιμασμένοι-ες» για την εξέγερση αφού την είχαν προαναγγείλει[69], άσκησαν τελικά σχεδόν μηδενική επιρροή όταν αυτή πράγματι ξέσπασε. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η δύναμη που είχαν οικοδομήσει τα προηγούμενα χρόνια δεν υπήρχε πια ως τέτοια. Υπονομευμένοι από εσωτερικές διαιρέσεις, παρέμειναν ανίκανοι να προτείνουν μια συντονισμένη και ουσιαστικά αποτελεσματική προσέγγιση του γεγονότος.

Και αν μετά τα πρώτα βήματα του κινήματος προτάθηκαν από την αυτονομία ορισμένες απόπειρες, δύο σημαντικά γεγονότα στα οποία δεν θα επανέλθουμε εδώ αναλυτικά, όπως η απόπειρα της συνέλευσης των συνελεύσεων[70] [71] καθώς και η διαδήλωση στα Ηλύσια Πεδία στις 16 Μαρτίου 2019[72], η αυτονομία δεν κατάφερε να συναντήσει πραγματικά το κίνημα. Δηλαδή να συγκλονιστεί από αυτό και κατά συνέπεια να μετασχηματιστεί από το ίδιο το γεγονός. Μοναδικός τρόπος άλλωστε για να μπορέσει στη συνέχεια να μετασχηματίσει και την ίδια την εξέγερση. Ύστερα από μια δεκαετία ανόδου οι αυτόνομοι βρέθηκαν τότε απογυμνωμένοι, αν όχι αποσβολωμένοι, μπροστά στην πραγματική εμφάνιση ενός εξεγερσιακού κινήματος. Σαν να μην το πίστευε κανείς στ’ αλήθεια πριν το ζήσει.

Αυτό το χαμένο ραντεβού και ο αντίκτυπός του στο ελευθεριακό κίνημα μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, περισσότερο ακόμη και από την πανδημία του Covid που συχνά επικαλείται κανείς για να εξηγήσει την εξέλιξη αυτή, τα Κίτρινα Γιλέκα υπήρξαν η βασική αιτία της παρακμής του οργανωμένου τμήματος του πραγματικού κινήματος που προϋπήρχε αυτών. Σε όλη του την ποικιλομορφία. Πώς συνεχίζει κανείς μετά από αυτό;

Πώς επιστρέφει στις διαδηλώσεις; Πώς κατανοεί αυτή την αδυναμία και αυτή την καθυστέρηση; Ποια ήταν τελικά τα πραγματικά όρια του κινήματος; Δεν είναι τυχαίο ότι το cortège de tête δεν θα επανεμφανιστεί μετά από εκείνη την περίοδο ή, όταν επανεμφανιστεί, θα το κάνει σε μια τελετουργική, ακίνδυνη και άχαρη μορφή.

Αν από εκείνη την ημέρα επιμένει ένα αίσθημα χαμένης ευκαιρίας, δεν χρειάζεται να είμαστε υπερβολικά σκληροί με του-ι-ς εαυτού-έ-ς μας. Οι στιγμές εξέγερσης τέτοιας κλίμακας είναι συχνά απρόβλεπτες και εκ των υστέρων λειτουργούν ως στιγμές βαθιού κλονισμού και ανασύνθεσης των επαναστατικών χώρων. Το ’68 υπήρξε μια τέτοια στιγμή, που οδήγησε στην ανάδυση της αυτονομίας στην Ιταλία, η Άνοιξη των Λαών του 1848 αποτέλεσε αντίστοιχα το έδαφος για τη συγκρότηση ενός οργανωμένου εργατικού κινήματος κ.ο.κ. Σε τέτοιες στιγμές, η θεωρία συχνά διαρρηγνύεται από την πραγματικότητα. Περιμέναμε μια εξέγερση των λαϊκών συνοικιών ή μια καθαρά αντικαπιταλιστική εξέγερση και τελικά αυτό που εκδηλώθηκε ήταν μια λαϊκή ζακερία[73]. Προσδοκούσαμε μια μαζική οικολογική απεργία και αντ’ αυτού εμφανίστηκε ένα κίνημα ενάντια σε έναν λεγόμενο «οικολογικό» φόρο. Νομίζαμε ότι θα ήταν ο «λαός της αριστεράς» που θα ξεσηκωνόταν ενάντια στον καπιταλισμό· όμως ο λαός της αριστεράς απουσίαζε και στη θέση του εξεγέρθηκε ένας «λαός» ούτε αριστερός ούτε δεξιός αλλά παρ’ όλα αυτά βαθιά επαναστατικός, που επιχείρησε να επιτεθεί στο ίδιο το «σύστημα».

Και αν από το εσωτερικό του κινήματος προέκυψαν ελάχιστα έργα, άρθρα ή δημόσιες παρεμβάσεις ικανές να αποτυπώσουν και να επεξεργαστούν αυτά τα ερωτήματα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν έντονες εσωτερικές συζητήσεις και απόπειρες. Τα χρόνια που ακολούθησαν είδαμε να αναδύονται ορισμένα ακόμη αδέξια εγχειρήματα χωρίς ωστόσο ιδιαίτερη επιτυχία, όπως το Akira ή το Acta[74], περιορισμένα από πλήθος εσωτερικών αντιφάσεων και από μια θεωρητική και στρατηγική επεξεργασία που παρέμενε ανολοκλήρωτη.

Με το πέρασμα του χρόνου ωστόσο η στρατηγική σκέψη φάνηκε να επιβραδύνεται και τα τελευταία χρόνια γίναμε μάρτυρες μάλλον μιας αποδυνάμωσης αν όχι μιας διάχυσης της αυτονομίας. Η απουσία ενός κοινού χώρου όπου θα μπορούσε κανείς να συναντηθεί, να συζητήσει και να φανταστεί τη συνέχεια, οδήγησε ένα μέρος των αυτόνομων στο να στραφεί σε ό,τι γνώριζε καλύτερα ή σε ό,τι τους φαινόταν πιο «λογικό» για τη συγκυρία: την οικολογία για ορισμένου-ε-ς, την εδαφική συγκρότηση για άλλου-ε-ς, τον φεμινισμό ή τον διεθνισμό για άλλου-ε-ς. Συχνά αυτό σήμαινε την παραμέριση εκείνου που αποτελούσε τη βασική δύναμη της αυτονομίας: ενός οριζόντιου και επαναστατικού κινήματος που επιτίθεται σε όλες τις όψεις της ζωής και της εξουσίας. Άλλοτε βέβαια επέτρεψε την εμβάθυνση σε πτυχές του αγώνα που προηγουμένως χάνονταν μέσα σε αυτή τη συνολική φιλοδοξία της αυτονομίας να συγκρουστεί με την εξουσία σε όλα τα μέτωπα.

Σήμερα, με αξιοσημείωτη εξαίρεση τα Soulèvements de la Terre[75], που όμως απομακρύνονται σταδιακά από αυτή την παράδοση και στα οποία θα επανέλθουμε αναλυτικότερα στα δύο επόμενα κείμενα, η αυτονομία έχει καταστεί σχεδόν ανύπαρκτη ως συνεκτική δύναμη. Παραμένει εγκλωβισμένη σε μια έλλειψη προοπτικής, στρατηγικού οράματος και κυρίως εφευρετικότητας· της ποιότητας εκείνης που της είχε επιτρέψει την προηγούμενη δεκαετία να ανοίξει μια πραγματική ρωγμή στη μονοτονία του αριστερίστικου τοπίου.

Πέρα από όσου-ε-ς εξακολουθούν να αυτοπροσδιορίζονται ως αυτόνομοι-ες, η μεγάλη πλειονότητα εκείνων που είχαν συμμετάσχει σε όλα αυτά, που είχαν βρεθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μέσα σε αυτό το ισχυρό ελευθεριακό ρεύμα και που κάποια στιγμή είχαν πιστέψει ότι η επανάσταση ήταν δυνατή, επέστρεψαν στη ζωή τους. Εξαντλημένοι από την κούραση, τις δυσκολίες της καθημερινότητας, συχνά απογοητευμένοι από το αποτέλεσμα, ξανά απομονωμένοι, καταθλιπτικοί, βυθισμένοι στον κυνισμό και στο αίσθημα ανημπόριας απέναντι σε έναν κόσμο ολοένα και πιο βίαιο. Συνεχίζουν να συζητούν στο μπαρ ή στη μηχανή του καφέ, να κατεβαίνουν πού και πού σε διαδηλώσεις (όχι όλοι), σχεδόν μηχανικά, χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον. Και όχι άδικα: πώς να πιστέψει κανείς σε μια συνδικαλιστική πορεία ή σε ένα αντιφασιστικό black bloc, όταν έχει ζήσει τα Κίτρινα Γιλέκα;

Κρίση του ελευθεριακού κινήματος και επιμονή του πραγματικού κινήματος

Αν πέρα από τα Κίτρινα Γιλέκα η πανδημία του Covid συνέβαλε αναμφίβολα στην αποδυνάμωση του κινήματος αμφισβήτησης, αυτό δεν άργησε να ανακτήσει δυναμική. Οι δρόμοι ξαναγέμισαν με το κίνημα ενάντια στη μεταρρύθμιση των συντάξεων το 2022 όπου επί μήνες διαδήλωσαν πολλά εκατομμύρια άνθρωποι. Ωστόσο το κίνημα αυτό υπήρξε ταυτόχρονα ενδεικτικό της υποχώρησης της αυτονομίας και της αρχής της επιστροφής με ισχύ της παραδοσιακής αριστεράς. Ήταν ένα μαζικό κίνημα ιδίως στις μικρές και μεσαίες πόλεις, ως καθυστερημένο αποτέλεσμα των Κίτρινων Γιλέκων, όμως τα συνδικάτα παρέμειναν απολύτως κυρίαρχα στις αποφάσεις και επέβαλαν εκ νέου τον ρυθμό και τη μορφή του αγώνα. Σε αντιδιαστολή με τα προηγούμενα χρόνια οι πρακτικές αυτοοργάνωσης και η επινοητικότητα ήταν σχεδόν απούσες. «Η αυτονομία που λείπει» ακουγόταν τότε συχνά.

Αν αυτό το κίνημα ανέδειξε την αδυναμία του ελευθεριακού χώρου, το πραγματικό κίνημα από την πλευρά του δεν άργησε να υπενθυμίσει εκ νέου τις βαθιές ρωγμές και αντιφάσεις τόσο της κοινωνίας όσο και της αριστεράς. Ίσως επηρεασμένα από την εμπειρία των Κίτρινων Γιλέκων, αφού πέρασε αυτό το σχετικά κλασικό και τελικά ακίνδυνο κύμα κινητοποιήσεων τα χρόνια που ακολούθησαν είδαν διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού να εξεγείρονται διαδοχικά ενάντια στο γαλλικό κράτος. Πρώτα, η εξέγερση για τον Nahel τον Ιούνιο του 2023[76], η μεγαλύτερη εξέγερση των λαϊκών συνοικιών στην ιστορία της Γαλλίας ως προς την έντασή της, σχεδόν χίλια δημόσια κτίρια, τράπεζες και σούπερ μάρκετ πυρπολήθηκαν μέσα σε λίγες μόνο νύχτες[77]. Ακολούθησε η εξέγερση στο Kanaky[78] το 2024, η εξέγερση των αγροτών[79] το ίδιο έτος καθώς και το κίνημα στη Μαρτινίκα[80]. Αν και καθένα από αυτά τα κινήματα έφερε τα δικά του όρια[81] και κυρίως αποδείχθηκε ανίκανο να αρθρώσει έστω και μια στοιχειώδη σύγκλιση με τα υπόλοιπα, παραμένουν μια ακολουθία πέντε εξεγέρσεων, λαϊκών εκρήξεων που ξέφυγαν πλήρως από τα θεσμικά, παραδοσιακά και νόμιμα πλαίσια της διαμαρτυρίας, οι οποίες έπληξαν τη Γαλλία την περίοδο 2018-2025. Μια αλληλουχία γεγονότων που καθιστά ορατές τις ολοένα και οξύτερες αντιφάσεις της γαλλικής κοινωνίας και που καθιστά τη Γαλλία, μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μία από τις δυτικές χώρες με το υψηλότερο εξεγερσιακό δυναμικό.

Παρότι η εποχή αυτή φέρει καθαρά τη σφραγίδα της ελευθεριακής σκέψης, πρακτικής και κινηματικής δυναμικής, ανέδειξε ταυτόχρονα και τα όρια, καθώς και τα αδιέξοδα του ίδιου του κινήματος. Δυσκολία να συνδιαλλαγεί με ό,τι δεν είναι «καθαρό», δηλαδή με ό,τι δεν μοιράζεται τους ίδιους κώδικες, τις ίδιες λέξεις, την ίδια σημαία· αδυναμία σύνδεσης των εξεγερμένων μεταξύ τους· διασπορά και έλλειψη ικανότητας συντονισμού και συλλογικής αξιοποίησης δυνάμεων· απουσία συνεκτικού σχεδίου παρέμβασης· αφέλεια ως προς τις προθέσεις και τις δυνατότητες παρέμβασης άλλων κομματικών ή παραταξιακών δυνάμεων· και τέλος, αδυναμία συγκρότησης μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής τόσο εντός των κινημάτων όσο και εκτός αυτών.

Ακολουθώντας τον David Graeber, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το ελευθεριακό κίνημα στη Γαλλία όπως και αλλού αιφνιδιάστηκε από το σοκ της ίδιας του της πολιτισμικής νίκης. Ένα κίνημα που είχε συγκροτηθεί ως μη-ηγεμονικό βρέθηκε να γίνεται ηγεμονικό στο εσωτερικό του στρατοπέδου της χειραφέτησης. Μη γνωρίζοντας τι να κάνει με αυτή τη δύναμη όπως έχει συμβεί τόσες φορές στην ιστορία, οι ελευθεριακοί άφησαν την εξουσία σε εκείνους που δεν διστάζουν να την ασκήσουν, την ακροδεξιά ή τη «ριζοσπαστική» αριστερά και υποχώρησαν σε πιο οικεία και πιο διαχειρίσιμα πεδία: μικρές συλλογικότητες, ενώσεις, επιμέρους αγώνες ή τοπικές κοινότητες.

Όσον αφορά ειδικότερα την αυτονομία η εξέγερση των Κίτρινων Γιλέκων και εκείνες που ακολούθησαν αντί να λειτουργήσουν ως στιγμές επιβεβαίωσης, λειτούργησαν μάλλον ως αποκαλυπτικός φακός των πιθανών εκτροπών αυτής της τάσης όταν περιχαρακώνεται στον εαυτό της: ιδεολογικοποίηση ή ταυτοτικοποίηση, υπερβολικά λευκή και ελιτίστικη σύνθεση, εστίαση στη Γαλλία ή ακόμη και στο ίδιο της το τοπικό πλαίσιο, αδυναμία διαλόγου με το λαϊκό ή με τον Άλλο, όποιος κι αν είναι αυτός (ξένος, άνθρωπος μεταναστευτικής καταγωγής, κάτοικος της υπαίθρου κ.λπ.). Εκτροπές που σε πολλές στιγμές μετέτρεψαν το αυτόνομο κίνημα σε ένα απλό «μιλιέ» ανάμεσα σε άλλα· δηλαδή σε κάτι ακίνδυνο, δομημένο πάνω σε άγραφους κανόνες και νόρμες που, στο τέλος της ημέρας αποδεικνύονται συντηρητικές.

Σε πιο γενικό επίπεδο, όλα αυτά τα όρια φωτίζουν μια βαθιά κρίση της ελευθεριακής στρατηγικής και πρακτικής. Μια κρίση που δεν περιορίζεται ούτε στη Γαλλία ούτε στους ελευθεριακούς. Αγγίζει το σύνολο των εξεγέρσεων των τελευταίων ετών οι οποίες παρά την έντασή τους δεν κατάφεραν να αρθρώσουν προοπτικές βαθιών μετασχηματισμών ή πειστικών εναλλακτικών. Τελευταία επιβεβαίωση του ότι η εποχή υπήρξε ελευθεριακή και ότι η κρίση της παρέσυρε μαζί της ολόκληρο το κίνημα των αγώνων που γεννήθηκε από τις εξεγέρσεις μας.

Να ξαναπιάσουμε το νήμα

Τελικά, δεν είναι οι διαδοχικές, φαινομενικές ήττες εκείνες που μας γεννούν περισσότερο το αίσθημα της αποτυχίας. Οι πιο ισχυρές επαναστάσεις χτίζονται πάντοτε πάνω στις ρωγμές που άνοιξαν προηγούμενες απόπειρες και πάνω στα μαθήματα που αυτές παρέδωσαν στου-ι-ς εξεγερμένου-ε-ς, ιδίως στα αδιέξοδα που συνάντησαν. «Οι βαθιές επαναστάσεις καθίστανται δυνατές μέσα από μια σειρά εξεγέρσεων που συναντούν και υπερβαίνουν τα όριά τους, αναζητώντας επίμονα αυτή τη ρήξη»[82]. Η Κομμούνα του Παρισιού στηρίχθηκε στην ήττα του 1848· η ρωσική επανάσταση του 1917 σε εκείνη του 1905 όπου επινοήθηκαν τα σοβιέτ· η σουδανική επανάσταση του 2019 στα φοιτητικά κινήματα του 2013 όπου είχαν ήδη σκιαγραφηθεί οι επιτροπές αντίστασης κ.ο.κ. Καμία από αυτές τις επαναστάσεις δεν υπήρξε ολοκληρωμένη ή απολύτως νικηφόρα· όμως καθεμία, διαδοχικά, υπήρξε βαθύτερη από την προηγούμενη.

Αυτό που μας βαραίνει περισσότερο είναι η αδυναμία, προς το παρόν, του ελευθεριακού κινήματος να μετατρέψει αυτές τις διαδοχικές εξεγέρσεις σε στάδια, σε σκαλοπάτια πάνω στα οποία να οικοδομήσει. Να οικοδομήσει ένα κίνημα ικανό να διατηρείται τόσο στις νίκες όσο και στις ήττες. Ένα ελευθεριακό κίνημα ικανό ξανά και σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα να συγχωνεύεται με το πραγματικό κίνημα των αλλεπάλληλων εξεγέρσεων ώστε να γεννηθεί ένα πραγματικό επαναστατικό κίνημα. Δηλαδή μια δύναμη ή μια «οικολογία», όπως θα έλεγε ο Rodrigo Nunes[83] συνειδητή του εαυτού της, αποτελούμενη από πλήθος οργανώσεων, ομάδων, μέσων, συλλογικοτήτων, συμμοριών, γειτονιών κ.λπ., ενωμένων (αλλά όχι ομοιόμορφων) γύρω από έναν κοινό προσανατολισμό: μια επαναστατική ρήξη και την οικοδόμηση ενός ισότιμου κόσμου.

Δυστυχώς, αυτός δεν είναι σήμερα ο δρόμος που ακολουθούν οι ελευθεριακοί, διασκορπισμένοι από τις ήττες. Και αξιοποιώντας την αποθάρρυνση και το αίσθημα ανημπόριας, έχει ξεκινήσει μια διακριτική αλλά αποφασιστική επιστροφή: η επιστροφή της αριστεράς. Τραγουδώντας το παλιό, γνώριμο ρεφρέν που ενώ προσποιείται ότι γιορτάζει την επανεμφάνιση του πραγματικού κινήματος στην πραγματικότητα μάς καλεί να το οδηγήσουμε πίσω στον «σωστό δρόμο» και μας λέει σε όλε-ου-ς: «Αυτή η νέα πολιτική είναι θαυμάσια, αλλά φαίνεται πως έφτασε στα όριά της· χρειαζόμαστε… την παλιά πολιτική»[84].

Στο επόμενο επεισόδιο θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε: τι εννοούμε όταν μιλάμε για αντεπανάσταση; Ποια είναι τα εργαλεία της; Ποιοι επωφελούνται από τις ήττες μας; Και πώς ακριβώς επέστρεψε η αριστερά με τόση ισχύ;

Lucas Amilcar

lucas_amilcar at riseup.net

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

[1] ΣτΣ: Διστάσαμε να δημοσιεύσουμε αυτό το κείμενο. Συχνά, εκείνα τα σημεία εκφοράς λόγου που  βρίσκονται πιο κοντά μας είναι και αυτά που μάς ενοχλούν περισσότερο. Εδώ, ορισμένες πολιτικές κατηγορίες που επιστρατεύονται για την ανάλυση της εξέλιξης των επαναστατικών τάσεων στον γαλλικό χώρο μάς φαίνονται ελάχιστα λειτουργικές. Αν και τη δεκαετία του ’80 υπήρξαν μικροσκοπικά αυτόνομα μιλιέ σε ορισμένες μεγάλες πόλεις της Γαλλίας, δεν υπήρξε ποτέ «αυτόνομο κίνημα» με την ιστορική έννοια του όρου βλ. σχετικά La Horde d’Or των Moroni και Balestrini ή Autonomie! του Marcello Tari. Όσο για το στερεότυπο του «απελισμού», που επί μακρόν τροφοδότησε τόσο τις αστυνομικές εκθέσεις όσο και τον κινηματικό ανταγωνισμό, θα χρειαστεί κάποτε να αφιερώσουμε χρόνο ώστε να αντλήσουμε τα διδάγματα εκείνα που μας θωρακίζουν εξίσου απέναντι στη μυθοποίηση, τη μυθοπλασία και τη γελοιοποίηση. Τούτων λεχθέντων, το κείμενο του Lucas Amilcar έχει το ουσιαστικό προτέρημα ότι ανοίγει κρίσιμα και φιλόδοξα ερωτήματα· γι’ αυτό και επιλέξαμε τη δημοσίευσή του παρά τις επιμέρους διαφωνίες και παρεξηγήσεις.

[2] ΣτΜ: Nouveau Front populaire – NFP, είναι η εκλογική και πολιτική συμμαχία της γαλλικής αριστεράς που συγκροτήθηκε το 2024 ως απάντηση στην άνοδο της ακροδεξιάς. Ο όρος παραπέμπει συνειδητά στο ιστορικό Λαϊκό Μέτωπο του 1936 επιχειρώντας να ανασυστήσει μια εικόνα “ενότητας” και “λαϊκής σωτηρίας” αυτή τη φορά γύρω από την Ανυπότακτη Γαλλία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, τους Οικολόγους και το ΚΚΓ.

[3] ΣτΜ: Πρόσφατο δημοσιογραφικό έργο γραμμένο από δημοσιογράφους της Libération, εφημερίδας που αυτοπαρουσιάζεται ως αριστερή αλλά έχει εδώ και χρόνια υιοθετήσει σαφώς φιλελεύθερες και θεσμικές θέσεις. Το βιβλίο επικρίνει τη λειτουργία της Ανυπότακτης Γαλλίας εστιάζοντας στον υπερσυγκεντρωτισμό της οργάνωσης και στον ρόλο του Jean-Luc Mélenchon και η κυκλοφορία του αποτέλεσε αφορμή για μια ευρεία μιντιακή επίθεση στη ριζοσπαστική αριστερά.

[4] ΣτΜ:  Πολιτικός σχηματισμός της γαλλικής θεσμικής αριστεράς που ιδρύθηκε το 2016 γύρω από τον Jean-Luc Mélenchon. Αποτελεί προϊόν ανασύνθεσης του Σοσιαλιστικού Κόμματος και της αποσύνθεσης της κυβερνητικής αριστεράς μετά τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των κυβερνήσεων Hollande. Παρά τη ρητορική ρήξης με τον νεοφιλελευθερισμό η LFI διατηρεί μια συγκεντρωτική, προσωποκεντρική, ιεραρχική και εκλογοκεντρική λογική, γεγονός που την καθιστά όχι συνέχεια αλλά ανάχωμα των κινημάτων χειραφέτησης.

[5] Ενδεικτικά, δύο ιδιαίτερα εύστοχα άρθρα:

Joseph Confavreux & Mathieu Dejean, «Après La Meute, quelle stratégie pour La France insoumise ?», Mediapart

Roger Martelli, «La France insoumise face à son destin», Mediapart

[6] Μια αντίληψη που επομένως δεν αποκλείει εκ των προτέρων του-ι-ς αγωνιστ-ρι-ές της Ανυπότακτης Γαλλίας, οι οποίοι-ες αυτοπροσδιορίζονται ως μία από τις συνιστώσες μιας μακρόπνοης «επανάστασης των πολιτών». Θα επανέλθουμε σε αυτό στο τρίτο μέρος του κειμένου.

[7] Η εγκατάλειψη της επαναστατικής προοπτικής από ένα μεγάλο τμήμα του συνδικαλιστικού κινήματος στη Δύση και η μετατροπή του σε εργαλείο συνδιαχείρισης του καπιταλισμού· οι ιστορικοί δεσμοί μεταξύ κοινοβουλευτικών δημοκρατιών και αυταρχισμού· οι αμέτρητοι συμβιβασμοί των σοσιαλιστικών κομμάτων με το καπιταλιστικό σύστημα· η εμμονή στη στρατολόγηση, τα άψυχα συνθήματα χωρίς αντίκρισμα στην πράξη κ.ο.κ.

[8] Υποστηρικτές της αυτονομίας: αυτού του επαναστατικού πολιτικού ρεύματος που θέτει ως στόχο την αυτονομία από τον καπιταλισμό, το κράτος αλλά και από τα κόμματα και τα συνδικάτα.

[9] Θα επανέλθουμε σε αυτό όμως για την αυτονομία η αριστερά θεωρούνταν συχνά εμπόδιο στον δρόμο προς την επανάσταση. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Dionys Mascolo: «Το αντίθετο του να είσαι αριστερός δεν είναι να είσαι δεξιός· είναι να είσαι επαναστάτης».

[10] ΣτΜ: Το δεύτερο μέρος δημοσιεύτηκε στο lundimatin#506 στις 27 Ιανουαρίου 2026 και θα δημοσιευθεί σύντομα μεταφρασμένο στο Αυτολεξεί.

[11] Η διαπίστωση αυτή συναντάται, μεταξύ άλλων, στα βιβλία Révolutions de notre temps / If We Burn του Vincent Bevins και Pour une politique sauvage του Jean Tible.

[12] Ο όρος χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια εκείνων που θεωρούν ότι η επανάσταση όπως και η κοινωνία πρέπει να οργανώνεται από-τα-κάτω και όχι από-τα-πάνω· που αρνούνται να εκχωρήσουν την εξουσία τους σε μια κυβέρνηση, έναν ηγέτη, έναν σύζυγο, έναν εργοδότη ή ένα κράτος· και που υποστηρίζουν ότι η ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ισότητα.

[13] ΣτΜ: Διεθνές κύμα κινημάτων που ξεκίνησε το 2011 (Occupy Wall Street, Occupy London κ.ά.) βασισμένο στην κατάληψη δημόσιων χώρων, στην άμεση δημοκρατία και στην απόρριψη της παραδοσιακής πολιτικής εκπροσώπησης.

[14] ΣτΜ: Τακτική διαδήλωσης και σύγκρουσης που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1980 κυρίως σε αναρχικά και αυτόνομα κινήματα όπου οι συμμετέχοντες δρουν συλλογικά, ντυμένοι στα μαύρα και με καλυμμένα πρόσωπα, προκειμένου να διασφαλίσουν ανωνυμία, αλληλεγγύη και επιχειρησιακή συνοχή απέναντι στην καταστολή.

[15] ΣτΜ: Προέρχεται από την αναρχική παράδοση και δηλώνει μια μικρή, αυτόνομη ομάδα ανθρώπων που βασίζεται σε σχέσεις εμπιστοσύνης και κοινής πολιτικής αντίληψης και λειτουργεί ως βασική μονάδα δράσης χωρίς ιεραρχία ή κεντρική καθοδήγηση.

[16] ΣτΜ: Κινητοποιήσεις που δεν έχουν λάβει επίσημη άδεια από τις αρχές και συγκροτούνται έξω από το θεσμικό πλαίσιο διαμαρτυρίας ως συνειδητή άρνηση της κρατικής ρύθμισης του πολιτικού αγώνα.

[17] Όρος που χρησιμοποιούμε εδώ, ακολουθώντας τη διατύπωση του Μαρξ, για να περιγράψουμε όλου-ε-ς εκείνου-ε-ς που εξεγείρονται με στόχο την κατάργηση της παρούσας κατάστασης πραγμάτων.

[18] Άτομα και συλλογικότητες μη προσδεδεμένες σε συγκεκριμένη ιδεολογία ή σαφώς ορισμένη πολιτική τάση.

[19] Χωρίς αυτό να συνεπάγεται βεβαίως κάποια συστηματική ή γενικευμένη ιδεολογική μεταστροφή προς τις ελευθεριακές τάσεις.

[20] Για την εντυπωσιακή επαναστατική εμπειρία του Σουδάν συνιστούμε την παρακολούθηση του εξαιρετικού μέσου Sudfa Media αλλά κυρίως τη συνάντηση και ακρόαση των Σουδανών επαναστατ-ρι-ών στην εξορία, οι οποίοι-ες είναι πολυάριθμοι-ες στη Γαλλία.

[21] Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η Κομμούνα της Οαχάκα (2006), η εξέγερση στο Όκλαντ (2011) ή το Nuit Debout στη Γαλλία, τα οποία αξιοποίησαν όλα αυτό το πολιτικό και συμβολικό φαντασιακό.

[22] ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην Ελλάδα, Podemos στην Ισπανία, Boric στη Χιλή.

[23] Στρατιωτικό καθεστώς στην Αίγυπτο, τεχνοκρατική διακυβέρνηση στη Σρι Λάνκα, ισλαμιστικά κόμματα στην Τυνησία, ακροδεξιά/φασιστική διακυβέρνηση στη Βραζιλία κ.ο.κ.

[24]  ΣτΜ: Ο όρος αποδίδει το γαλλικό destituantes και χρησιμοποιείται εδώ με τη θεωρητική του σημασία σε αντιδιαστολή με το constituantes (συντακτικές) που παραπέμπει στη συγκρότηση νέας εξουσίας και ιστορικά στη διαδικασία σύνταξης νέου Συντάγματος (constitution). Οι αποσυντακτικές πρακτικές αντίθετα δεν αποσκοπούν στη θεμελίωση μιας νέας θεσμικής τάξης αλλά στην αποδόμηση, την αχρήστευση και την απενεργοποίηση των υφιστάμενων μορφών εξουσίας και θεσμικής διακυβέρνησης.

[25] Charles Reeve, Le Socialisme sauvage Essai sur l’auto-organisation et la démocratie directe dans les luttes de 1789 à nos jours (Ο άγριος σοσιαλισμός. Δοκίμιο για την αυτοοργάνωση και την άμεση δημοκρατία στους αγώνες από το 1789 έως σήμερα), εκδ. L’Échappée.

[26] Βλ. Jean Tible, Politique sauvage, εκδ. Terres de Feu.

[27] Βλ. την ιδιαίτερα εύστοχη ερμηνευτική αφήγηση της ιστορίας της Γαλλίας από τον Pacôme Thiellement, «LEmpire n’a jamais pris fin» (Η Αυτοκρατορία δεν τελείωσε ποτέ), Blast.

[28] Υβριδισμός μεταξύ αναρχιζουσών πρακτικών ακτιβιστών του Νότου και του Βορρά κατά τη διάρκεια του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης· τραυματική εμπειρία από τις εκφυλιστικές πορείες των κλασικών οργανώσεων της αριστεράς του 20ού αιώνα· κεντρική σημασία του διαδικτύου που επιτρέπει την παράκαμψη λειτουργιών άλλοτε μονοπωλιακών για τις παραδοσιακές οργανώσεις· αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων να επιτελέσουν τον ρόλο της διαμεσολάβησης απέναντι σε μια βίαιη και συνολική καπιταλιστική επίθεση κ.ά.

[29] Η εμμονή στο «να έχει κανείς δίκιο» αντί της θεωρητικής αναδιατύπωσης μπροστά στο πραγματικό έχει σε ορισμένες περιπτώσεις δραματικές πολιτικές συνέπειες.

[30] ΣτΜ: Zyed Benna και Bouna Traoré, δύο έφηβοι από τα προάστια του Παρισιού που δολοφονήθηκαν το 2005, καταδιωκόμενοι από την αστυνομία. Ο θάνατός τους πυροδότησε εκτεταμένες εξεγέρσεις στα γαλλικά προάστια, σηματοδοτώντας την επανεμφάνιση μαζικών, μη θεσμικών εξεγέρσεων στη Γαλλία.

[31] ΣτΜ: Contrat Première Embauche, εργασιακό καθεστώς που προωθήθηκε το 2006 και προέβλεπε ευκολότερες απολύσεις για νέους εργαζόμενους. Αποσύρθηκε μετά από μαζικές κινητοποιήσεις φοιτητών και εργαζομένων.

[32] ΣτΜ: Πολυετής αγώνας ενάντια στην κατασκευή αεροδρομίου κοντά στη Νάντη. Οι ZAD (Zones à Défendre) αποτέλεσαν εμβληματικό παράδειγμα εδαφικής κατάληψης, αυτοοργάνωσης και σύγκρουσης με το κράτος. Το έργο ακυρώθηκε το 2018.

[33] ΣτΜ: Μεταρρύθμιση του 2016 που αποδυνάμωσε τα εργασιακά δικαιώματα. Προκάλεσε μαζικές κινητοποιήσεις, απεργίες και συγκρούσεις καθώς και το κίνημα Nuit Debout.

[34] ΣτΜ: Νεαρός μαύρος άνδρας που δολοφονήθηκε το 2016 μετά από σύλληψη από τη γαλλική αστυνομία. Η υπόθεσή του έγινε σύμβολο του αγώνα ενάντια στην αστυνομική βία και τον θεσμικό ρατσισμό.

[35] ΣτΜ: Théo Luhaka, νεαρός άνδρας που υπέστη βίαιο και σεξουαλικό βασανισμό από αστυνομικούς το 2017. Η υπόθεση προκάλεσε νέες εξεγέρσεις και μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στην αστυνομική βία.

[36] ΣτΜ: Φεμινιστική πρακτική που ξεκίνησε το 2017, με ανάρτηση αφισών και συνθημάτων σε δημόσιους χώρους, καταγγέλλοντας τις γυναικοκτονίες και την κρατική αδράνεια.

[37] Για την ιταλική αυτονομία προτείνονται ιδιαιτέρως:

-La Horde d’or. Italie 1968-1977. La grande vague révolutionnaire et créative, politique et existentielle, εκδ. L’Éclat

-Marcello Tari, Autonomie!, εκδ. La Fabrique

-Alessandro Stella, Années de rêves et de plomb, εκδ. Agone

[38] Η αυτομείωση είναι μια αντικαπιταλιστική πολιτική πρακτική που συνίσταται στην επιβολή, με συλλογικό και αγωνιστικό τρόπο, της μείωσης της τιμής ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας ή ακόμη και της δωρεάν πρόσβασης σε αυτά.

[39] ΣτΜ: «Πορεία κεφαλής», ριζοσπαστικό μπλοκ που εμφανίστηκε μαζικά στις πορείες από το 2016 και μετά λειτουργώντας έξω από τη συνδικαλιστική περιφρούρηση και τις θεσμικές διαδρομές των διαδηλώσεων. Συνδύαζε συγκρουσιακές πρακτικές, άρνηση εκπροσώπησης και ισχυρή παρουσία αυτόνομων και αναρχικών ρευμάτων.

[40] ΣτΜ: «Αόρατο Συμβούλιο», ανώνυμο συλλογικό υποκείμενο που έγινε γνωστό μέσα από θεωρητικά και πολιτικά κείμενα όπως LInsurrection qui vient, À nos amis και Maintenant. Τα κείμενα αυτά άσκησαν μεγάλη επιρροή σε διεθνές επίπεδο ιδίως στους κύκλους της αυτονομίας και του εξεγερτισμού.

[41] ΣτΜ: Δίκτυα αλληλοβοήθειας και υλικής υποστήριξης κινημάτων (καντίνες, ταμεία αγώνα, υγειονομική και νομική υποστήριξη) που αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα μετά το 2016, ενσαρκώνοντας την ιδέα της πολιτικής της καθημερινότητας.

[42] ΣτΜ: «Κάλεσμα», σύντομο πολιτικό κείμενο που καλούσε σε ρήξη με τις υπάρχουσες μορφές ζωής και πολιτικής, θέτοντας τις βάσεις για μια στρατηγική αποσυντακτικής εξέγερσης και κοινοτικής ανασύνθεσης.

[43] Για το ιδρυτικό κείμενο αυτής της τάσης, βλ.: https://libcom.org/library/appel

[44] ΣτΜ: Θεωρητικό περιοδικό που κυκλοφόρησε στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Συνδύαζε κριτική της νεωτερικότητας, βιοπολιτική ανάλυση και ελευθεριακές επαναστατικές προτάσεις. Αποτελεί βασικό θεωρητικό υπόβαθρο του «απελισμού». Ο τίτλος Tiqqun (ή Tikkun) προέρχεται από το εβραϊκό תיקון και σημαίνει «επανόρθωση», «διόρθωση» ή «αποκατάσταση». Παραπέμπει στην καμπαλιστική έννοια Tikkun Olam (επανόρθωση του κόσμου) και επιλέχθηκε ως όνομα της ομώνυμης γαλλικής φιλοσοφικής επιθεώρησης για να δηλώσει ένα πρόταγμα ριζικής κριτικής και υπονόμευσης της σύγχρονης κοινωνίας μέσω της επαναοικειοποίησης του νοήματος και της ζωής.

[45] ΣτΜ: Δικαστική και πολιτική υπόθεση που ξέσπασε το 2008 όταν το γαλλικό κράτος κατηγόρησε μέλη ενός αγροτικού κοινοτικού εγχειρήματος στο χωριό Tarnac για «τρομοκρατία». Η υπόθεση κατέρρευσε δικαστικά αλλά χρησιμοποιήθηκε για την ποινικοποίηση της αυτονομίας και των κύκλων γύρω από το Comité Invisible.

[46] Ο πραγματικός αριθμός αυτού του «κόμματος χωρίς κάρτες και μέλη» θα είναι πάντοτε δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί· μπορεί ωστόσο να εκτιμηθεί σε αρκετές εκατοντάδες, ίσως ακόμη και έως περίπου χίλια άτομα.

[47] Πόσω μάλλον αν ληφθεί υπόψη ότι εμείς γνωρίσαμε αυτή την εμπειρία από κοντά μόνο από το 2016 και ποτέ εκ των έσω.

[48] Έκφραση που χρησιμοποιείται συστηματικά από την αριστερά για να δηλώσει ότι κάθε εξέγερση οφείλει να βρει έναν «θεσμικό δρόμο» συνήθως μέσω εκλογικής διεξόδου ή μέσω κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης των αιτημάτων της.

[49] Ως αντίδραση στα θετικά αλλά και αρνητικά φαντασιακά που παρήγαγε μια τάση η οποία διατηρούσε (και διατηρεί) έντονη αδιαφάνεια γύρω από τις μορφές οργάνωσής της και τα στρατηγικά της στοιχήματα, ο «απελισμός» αποτέλεσε αντικείμενο έντονης κριτικής από μεγάλο μέρος της αυτονομίας. Ο όρος «απελιστής» χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται ακόμη ως ανάθεμα για να απαξιώσει κάθε τι που μοιάζει, άμεσα ή έμμεσα, με αυταρχισμό ή «στρατηγισμό».

[50] Μία από τις πολλές αντιφάσεις της αυτονομίας η οποία ενώ κατήγγελλε με σφοδρότητα τα συνδικάτα και την αριστερά εξαρτιόταν σχεδόν αποκλειστικά από τα καλέσματά τους για να κινητοποιηθεί και να συναντήσει νέο κόσμο. Η ίδια αυτή αντίφαση επαναλαμβάνεται σε όλη την περίοδο: η αυτονομία ενώ αρνείται τη διαμεσολάβηση της αριστεράς, ενεργοποιείται συχνά μόνο μέσα από τα δικά της πλαίσια κινητοποίησης.

[51] Βλ. ενδεικτικά: https://paris-luttes.info/hier-il-n-y-avait-plus-de-place-6149?lang=fr

[52] ΣτΜ: Union Nationale des Étudiants de France, ιστορικό φοιτητικό συνδικάτο στη Γαλλία, στενά συνδεδεμένο με την κοινοβουλευτική και συνδικαλιστική αριστερά. Συχνά κατηγορείται από ριζοσπαστικούς χώρους για γραφειοκρατία και λειτουργία ως μηχανισμός ελέγχου των κινητοποιήσεων.

[53] ΣτΜ: Nouveau Parti Anticapitaliste, μικρό κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς στη Γαλλία, προερχόμενο από τροτσκιστικές παραδόσεις. Παρά τον “αντισυστημικό” λόγο του αντιμετωπίζεται από αυτόνομους κύκλους ως τμήμα της θεσμικής αριστεράς.

[54] ΣτΜ: Κίνημα καταλήψεων πλατειών που εμφανίστηκε το 2016 στο πλαίσιο της αντίστασης στον νόμο για την εργασία. Αποτελούσε χώρο συνελεύσεων, συναντήσεων και πειραματισμού με άμεσες, μη θεσμικές μορφές πολιτικής.

[55] Για τη μετάβαση από το Black Bloc στο cortège de tête, βλ.: https://taranis.news/2023/03/black-bloc-le-cote-obscur-de-la-force/

[56] ΣτΜ: Απεργίες που ξεκινούν χωρίς την έγκριση ή τον έλεγχο των επίσημων συνδικαλιστικών οργάνων, συχνά σε ρήξη με τις ηγεσίες τους.

[57] LInsurrection qui vient, εκδ. La Fabrique.

[58] ΣτΜ: Λαϊκό εξεγερσιακό κίνημα που ξέσπασε στη Γαλλία το 2018, αρχικά ενάντια στην αύξηση της φορολογίας στα καύσιμα και εξελίχθηκε σε γενικευμένη αμφισβήτηση της κοινωνικής ανισότητας, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των ελίτ. Χαρακτηρίστηκε από μαζική συμμετοχή εργατικών και λαϊκών στρωμάτων εκτός παραδοσιακών οργανώσεων.

[59] ΣτΜ: Βασικός χώρος οργάνωσης και ζωής του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων. Εκεί στήνονταν καλύβες, συνελεύσεις και μπλόκα, συγκροτώντας εδαφικές μορφές λαϊκής παρουσίας έξω από τα αστικά κέντρα.

[60] ΣτΜ: Référendum dInitiative Citoyenne, αίτημα για δημοψήφισμα λαϊκής πρωτοβουλίας, κεντρικό πολιτικό αίτημα των Κίτρινων Γιλέκων. Αντανακλά τη βαθιά κρίση νομιμοποίησης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη Γαλλία.

[61] Για μια κριτική της «κριτικής στάσης», βλ.: https://paris-luttes.info/la-revolution-pour-ou-contre-11165

[62] ΣτΜ: Σπίτι των Λαών – Saint-Nazaire, κατειλημμένο κτίριο που λειτούργησε ως πολιτικό, κοινωνικό και οργανωτικό κέντρο των Κίτρινων Γιλέκων, συνδέοντας το κίνημα με τοπικά εργατικά και λαϊκά στρώματα.

[63] ΣτΜ: Ομάδα Κίτρινων Γιλέκων που επιχείρησε μπλοκαρίσματα στο μεγάλο χονδρεμπορικό κέντρο τροφίμων του Rungis, σύμβολο της εφοδιαστικής αλυσίδας και της καπιταλιστικής κυκλοφορίας.

[64] ΣτΜ: Πόλεις όπου συγκροτήθηκαν εμβληματικές καλύβες και συνελεύσεις των Κίτρινων Γιλέκων. Ιδιαίτερα το Commercy έγινε σημείο αναφοράς για την προσπάθεια εθνικού συντονισμού του κινήματος από-τα-κάτω.

[65] ΣτΜ: Ανεξάρτητο κινηματικό μέσο που γεννήθηκε μέσα από το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, με στόχο την αντιπληροφόρηση και την αποτύπωση της λαϊκής εμπειρίας της εξέγερσης.

[66] ΣτΜ: Τοπική εφημερίδα των Κίτρινων Γιλέκων, ενδεικτική της προσπάθειας του κινήματος να παράγει τον δικό του λόγο, έξω από τα κυρίαρχα ΜΜΕ.

[67] ΣτΜ: Αγροτική περιοχή της κεντρικής Γαλλίας όπου αναπτύχθηκαν εγχειρήματα σύνδεσης των Κίτρινων Γιλέκων με αγροτικούς και οικολογικούς αγώνες μέσω κινητών καραβανιών και συνελεύσεων.

[68] Βλ. για παράδειγμα: https://lundi.am/Les-amours-jaunes

[69] Ιδίως στο LInsurrection qui vient αλλά και στο Premières mesures révolutionnaires σε συνεργασία με τον Éric Hazan.

[70] ΣτΜ: Assemblée des assemblées, πανεθνική απόπειρα συντονισμού των Κίτρινων Γιλέκων μέσω εκπροσώπων από τοπικές συνελεύσεις. Πραγματοποιήθηκε σε διαδοχικές συναντήσεις (Commercy, Saint-Nazaire κ.ά.) και εξέφρασε την αναζήτηση μιας οριζόντιας, μη κομματικής μορφής συλλογικής απόφασης. Παρά τη συμβολική της σημασία, δεν κατόρθωσε να αποκτήσει σταθερό πολιτικό βάθος ή διαρκή οργανωτική αποτελεσματικότητα.

[71] Πολύ ελπιδοφόρα αρχικά αλλά γρήγορα εγκαταλελειμμένη από πολλούς κόμβους των Κίτρινων Γιλέκων και κατακλυσμένη από ακτιβιστές της αριστεράς που προσχώρησαν καθυστερημένα και χωρίς να έχουν μετασχηματιστεί από το ίδιο το κίνημα.

[72] ΣτΜ: Μία από τις πιο συγκρουσιακές στιγμές του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων, με μαζικές συγκρούσεις, πυρπολήσεις και εκτεταμένες υλικές καταστροφές στο κέντρο του Παρισιού. Για ορισμένους αυτόνομους κύκλους αποτέλεσε απόπειρα ανακατάληψης του κινήματος σε συμβολικό και συγκρουσιακό επίπεδο για άλλους σημάδι των ορίων μιας καθαρά θεαματικής κλιμάκωσης.

[73] ΣτΜ: Ο όρος jacquerie populaire παραπέμπει στις μεσαιωνικές αγροτικές εξεγέρσεις στη Γαλλία (οι λεγόμενες ζακερίες) αυθόρμητες, μαζικές και συχνά ανοργάνωτες εξεγέρσεις των κατώτερων τάξεων ενάντια στην εξουσία και τη φορολογία. Στη σύγχρονη χρήση του, ο όρος δεν έχει υποχρεωτικά υποτιμητική σημασία αλλά χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια λαϊκή εξέγερση που ξεσπά έξω από τις παραδοσιακές πολιτικές οργανώσεις, χωρίς προϋπάρχον ιδεολογικό πρόγραμμα αλλά με έντονο συγκρουσιακό και απονομιμοποιητικό χαρακτήρα.

[74] ΣτΜ: Μικρής διάρκειας πολιτικά εγχειρήματα που εμφανίστηκαν στη Γαλλία μετά το 2019 στο πλαίσιο αναζητήσεων για τη συνέχεια του επαναστατικού κινήματος.

[75] ΣτΜ: Ένα σύγχρονο γαλλικό οικολογικό και αντικαπιταλιστικό κίνημα που συγκροτήθηκε μετά το 2021 συνδυάζοντας πρακτικές πολιτικής ανυπακοής, μαζικής κινητοποίησης και εδαφικών αγώνων ενάντια σε έργα υποδομής και αγροβιομηχανικά συμφέροντα.

[76] ΣτΜ: Μαζική εξέγερση που ξέσπασε μετά τη δολοφονία του 17χρονου Nahel από αστυνομικό στη Ναντέρ. Χαρακτηρίστηκε από εκτεταμένες συγκρούσεις και υλικές καταστροφές σε δεκάδες πόλεις και αποτέλεσε κορυφαία στιγμή της εξέγερσης των λαϊκών και μεταναστευτικών συνοικιών στη σύγχρονη Γαλλία.

[77] Βλ. ενδεικτικά:

https://es.crimethinc.com/2023/08/09/lapprentissage-des-flammes-quelques-enseignements-depuis-les-revoltes-en-france-1

ή

https://lundi.am/Il-n-y-a-plus-rien-a-piller

[78] ΣτΜ: Όνομα που χρησιμοποιούν οι ιθαγενείς Κανάκ για τη Νέα Καληδονία, γαλλική αποικία στον Ειρηνικό. Η εξέγερση του 2024 συνδέεται με την αποικιακή καταπίεση, τη θεσμική ανισότητα και τις απόπειρες του γαλλικού κράτους να μεταβάλει το εκλογικό σώμα εις βάρος του αυτόχθονα πληθυσμού.

[79] ΣτΜ: Μαζικές κινητοποιήσεις και αποκλεισμοί από αγρότες ενάντια στις πολιτικές της ΕΕ και του γαλλικού κράτους, που συνδύαζαν κοινωνική δυσαρέσκεια, οικονομική ασφυξία και απόρριψη της τεχνοκρατικής «πράσινης» μετάβασης.

[80] ΣτΜ: Κοινωνικές εξεγέρσεις στο υπερπόντιο γαλλικό έδαφος της Μαρτινίκας, ενταγμένες σε ένα μακρύ ιστορικό αποικιακής εκμετάλλευσης, κοινωνικών ανισοτήτων και αντιγαλλικών κινητοποιήσεων.

[81] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξέγερση των αγροτών, η οποία τέθηκε σχεδόν άμεσα υπό τον έλεγχο της FNSEA. (ΣτΜ: Fédération nationale des syndicats d’exploitants agricoles, είναι η κυρίαρχη και ιστορικά πιο ισχυρή αγροτική συνδικαλιστική οργάνωση στη Γαλλία στενά συνδεδεμένη με το κράτος, την αγροβιομηχανία και τις ευρωπαϊκές αγροτικές πολιτικές. Λειτουργεί συχνά ως μηχανισμός ελέγχου και θεσμικής ενσωμάτωσης των αγροτικών κινητοποιήσεων, περιορίζοντας τις εξεγέρσεις σε διαχειρίσιμα αιτήματα.)

[82] Révolutions de notre temps – Manifeste internationaliste des Peuples Veulent.

[83] Rodrigo Nunes, Neither Vertical nor Horizontal.

[84] Jasper Bernes και Joshua Clover, όπως αναφέρονται και συζητούνται στο Neither Vertical nor Horizontal.

The post Ανυπότακτη Γαλλία, φασισμός & επανάσταση: Ποιο είναι το επαναστατικό κίνημα στη Γαλλία; (1ο μέρος) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/02/05/anypotakti-gallia-fasismos-amp-epanastasi-poio-to-epanastatiko-kinima-sti-gallia-1o-meros/feed/ 0 22041
Η αντίσταση στην πληροφορικοποίηση της ζωής σημαίνει αντίθεση στο μεγάλο βιομηχανικό σχέδιο του κεφαλαίου https://www.aftoleksi.gr/2025/11/08/antistasi-stin-pliroforikopoiisi-tis-zois-simainei-antithesi-megalo-viomichaniko-schedio-kefalaioy/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=antistasi-stin-pliroforikopoiisi-tis-zois-simainei-antithesi-megalo-viomichaniko-schedio-kefalaioy https://www.aftoleksi.gr/2025/11/08/antistasi-stin-pliroforikopoiisi-tis-zois-simainei-antithesi-megalo-viomichaniko-schedio-kefalaioy/#respond Sat, 08 Nov 2025 11:17:08 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=21366 Κείμενο της γαλλικής ελευθεριακής οργάνωσης Ecran Total που περιλαμβάνει από κτηνοτρόφους μέχρι δασκάλους. Δεν θα ειπωθεί ποτέ αρκετά η σημασία των αγώνων για τους τόπους και των ΖΑD (Ζώνες προς Υπεράσπιση) που έχουν πολλαπλασιαστεί σε όλη τη Γαλλία τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Αυτοί οι αγώνες όχι μόνο ενισχύουν την αντικαπιταλιστική συνείδηση ​​και τις αντικαπιταλιστικές πρακτικές [...]

The post Η αντίσταση στην πληροφορικοποίηση της ζωής σημαίνει αντίθεση στο μεγάλο βιομηχανικό σχέδιο του κεφαλαίου first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο της γαλλικής ελευθεριακής οργάνωσης Ecran Total που περιλαμβάνει από κτηνοτρόφους μέχρι δασκάλους.

Δεν θα ειπωθεί ποτέ αρκετά η σημασία των αγώνων για τους τόπους και των ΖΑD (Ζώνες προς Υπεράσπιση) που έχουν πολλαπλασιαστεί σε όλη τη Γαλλία τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Αυτοί οι αγώνες όχι μόνο ενισχύουν την αντικαπιταλιστική συνείδηση ​​και τις αντικαπιταλιστικές πρακτικές στην κοινωνία, αλλά και αντιτίθενται συγκεκριμένα σε βιομηχανικά έργα που οι υποστηρικτές τους θεωρούσαν «τελειωμένη υπόθεση». Απέτρεψαν πολυάριθμες «μικρές» καταστροφές, σε πολλά μέρη της Γαλλίας, για τους κατοίκους πολλών κοινοτήτων, ποταμών, δασών και δέντρων.

Στην Écran Total [Πλήρη Οθόνη], φέρουμε μια άρνηση που δεν ενσαρκώνεται σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο – έναν υγρότοπο, μια λαϊκή συνοικία, μια ακτή, ένα δάσος, μια κοιλάδα. Αγωνιζόμαστε –ή προσπαθούμε να αγωνιστούμε– ενάντια στην πληροφορικοποίηση του κόσμου: την πληροφορικοποίηση της εργασίας, της καθημερινότητας και των ανθρώπινων σχέσεων, την πληροφορικοποίηση της διοίκησης κ.ο.κ. Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται για ένα τυπικό Μεγάλο Βιομηχανικό Σχέδιο, άχρηστο-επιβλαβές για τους ανθρώπους, αλλά απαραίτητο για το κεφάλαιο, ώστε να συνεχίσει την επέκτασή του. Ένα σχέδιο που δεν αποτελεί αντικείμενο καμίας πολιτικής συζήτησης: έχετε ακούσει ποτέ για μια «δημοκρατική» ή «πολιτική» διαβούλευση, έστω προσχηματική, για το αν θα πρέπει να κατασκευάζονται και να καθίστανται απαραίτητα εκατομμύρια κινητά τηλέφωνα και φορητοί υπολογιστές; Για τη δημιουργία ενός Διαδικτύου των Πραγμάτων και της «τεχνητής νοημοσύνης»; Για την ψηφιοποίηση των δημοσίων υπηρεσιών, όπως της εκπαίδευσης ή της απασχόλησης;

Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι αυτό το μεγάλο έργο προχωρά επίσης επειδή συναντά επιθυμίες, φαντασιώσεις και πόθους μέσα στον πληθυσμό. Οι ψηφιακές τεχνολογίες γίνονται δεκτές με ενθουσιασμό από κάποιους, και αν όχι με ενθουσιασμό, με την αίσθηση ότι δεν θέτουν ένα θεμελιώδες πολιτικό πρόβλημα. Εμείς, ωστόσο, πιστεύουμε πως υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Πιστεύουμε ότι σήμερα δεν μπορεί κανείς να αγωνιστεί ενάντια στην εκμετάλλευση στην εργασία, στον κοινωνικά και οικολογικά καταστροφικό καταναλωτισμό, ή στην πολιτική ανικανότητα, χωρίς να αντιταχθεί και στην ψηφιοποίηση της ζωής μας.

Η επίδραση του ψηφιακού συστήματος στα φυσικά οικοσυστήματα παραμένει -παρά κάποιες ρωγμές στη συναίνεση- ένα από τα μεγάλα ανομολόγητα ζητήματα της εποχής μας, ακόμη και σε αντισυστημικούς κύκλους. Η παραγωγή smartphones και tablets, η κατασκευή ημιαγωγών, RFID chips, κεραιών και μπαταριών είναι εξαιρετικά απαιτητική σε πόρους και καταστροφική, καταναλώνοντας τεράστιες ποσότητες μετάλλων, ενέργειας και νερού. Η ηλεκτρική κατανάλωση που συνδέεται με τη λειτουργία των δικτύων και την αποθήκευση δεδομένων εκρήγνυται, καθώς η ζωή μας απορροφάται ολοένα και περισσότερο από το Διαδίκτυο· και έτσι το ψηφιακό σύστημα συμβάλλει στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου περισσότερο από τις αερομεταφορές. Κι όμως, ποια είναι η «λύση» που προτείνει η πολιτικοβιομηχανική ολιγαρχία για να σωθεί ο πλανήτης και το κλίμα; Η ψηφιοποίηση. Παντού αισθητήρες, μικροτσίπ, λογισμικά και ρομπότ για τον «έλεγχο» της ενέργειας και της ρύπανσης. Plug, baby, plug.

Δεν υπάρχει καμία «Μεγάλη Επαναφορά». Απέναντι στην οικολογική και κοινωνική καταστροφή υπάρχει μια ριζοσπαστικοποίηση του παλιού βιομηχανικού καπιταλιστικού σχεδίου που επιδιώκει να ελέγξει τη φύση και να «εξορθολογήσει» τον άνθρωπο, για κέρδος και εξουσία. Είτε ονομάζεται «ενεργειακή μετάβαση», «αποανθρακοποίηση» ή «έξυπνα δίκτυα ανανεώσιμων πηγών», ο μοχλός αυτής της ριζοσπαστικοποίησης είναι η ψηφιακή τεχνολογία. Λίγοι τόποι θα μείνουν αλώβητοι: ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά, νέοι πυρηνικοί αντιδραστήρες, πολλαπλασιασμός πύργων κινητής τηλεφωνίας, εκρηκτική αύξηση data centers και στη συνέχεια των ορυχείων. Η πρόσφατη ανακοίνωση επαναλειτουργίας ενός παλιού ορυχείου στο Allier για εξόρυξη λιθίου σε μεγάλες ποσότητες σηματοδοτεί μια νέα φάση: θα γίνει όλο και δυσκολότερο να μην βλέπει κανείς τη σύνδεση ανάμεσα στις συγκεκριμένες βιομηχανικές λεηλασίες ορισμένων περιοχών και στο μεγάλο καπιταλιστικό έργο της πλήρους ψηφιοποίησης.

ÉCRAN TOTAL
Αντίσταση στη διαχείριση και τη μηχανοργάνωση της ζωής μας
ενάντια στον βιομηχανικό καπιταλισμό, για την κατασκευή νέων φαντασιακών

 

The post Η αντίσταση στην πληροφορικοποίηση της ζωής σημαίνει αντίθεση στο μεγάλο βιομηχανικό σχέδιο του κεφαλαίου first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/11/08/antistasi-stin-pliroforikopoiisi-tis-zois-simainei-antithesi-megalo-viomichaniko-schedio-kefalaioy/feed/ 0 21366
«Δεν εφευρίσκουμε τίποτα ή μόνο πολύ λίγα»: Ένα πορτρέτο των Les Soulèvements de la Terre και μερικοί προβληματισμοί https://www.aftoleksi.gr/2025/07/28/den-efeyriskoyme-tipota-i-mono-poly-liga-portreto-ton-les-soulevements-de-la-terre-merikoi-provlimatismoi/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=den-efeyriskoyme-tipota-i-mono-poly-liga-portreto-ton-les-soulevements-de-la-terre-merikoi-provlimatismoi https://www.aftoleksi.gr/2025/07/28/den-efeyriskoyme-tipota-i-mono-poly-liga-portreto-ton-les-soulevements-de-la-terre-merikoi-provlimatismoi/#respond Mon, 28 Jul 2025 04:49:37 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=20493 Κείμενο της Myriam Best. Μετάφραση: Αντώνης Χ Οι Les Soulèvements de la Terre (Εξεγέρσεις της Γης) εμφανίστηκαν το 2021, προερχόμενες από τη Zone à Défendre (ZAD, στα ελληνικά: Ζώνη προς Υπεράσπιση) που υπήρχε επί δεκαετίες στη Notre-Dame-des-Landes, έναν δήμο 20 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Νάντης στη δυτική Γαλλία. Για δεκαετίες, μικροκαλλιεργητές που απειλούνταν με έξωση, κάτοικοι, αυτόνομες [...]

The post «Δεν εφευρίσκουμε τίποτα ή μόνο πολύ λίγα»: Ένα πορτρέτο των Les Soulèvements de la Terre και μερικοί προβληματισμοί first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο της Myriam Best. ΜετάφρασηΑντώνης Χ

Οι Les Soulèvements de la Terre (Εξεγέρσεις της Γης) εμφανίστηκαν το 2021, προερχόμενες από τη Zone à Défendre (ZAD, στα ελληνικά: Ζώνη προς Υπεράσπιση) που υπήρχε επί δεκαετίες στη Notre-Dame-des-Landes, έναν δήμο 20 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Νάντης στη δυτική Γαλλία. Για δεκαετίες, μικροκαλλιεργητές που απειλούνταν με έξωση, κάτοικοι, αυτόνομες ομάδες και περιβαλλοντικοί ακτιβιστές αντιστάθηκαν στην κατασκευή ενός ακόμη αεροδρομίου. Αν και κάθε μία από αυτές τις ομάδες είχε διαφορετικά συμφέροντα, πολιτικά κίνητρα και τακτικές, όλες συσπειρώθηκαν γύρω από την ακλόνητη αποφασιστικότητα να αποτρέψουν την υλοποίηση αυτού του περιβαλλοντικά και κοινωνικά καταστροφικού έργου. Παρότι ο αγώνας ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960, η κατάληψη της περιοχής όπου προβλεπόταν να κατασκευαστεί το αεροδρόμιο ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Η δημιουργία των απαραίτητων δομών τροφοδοσίας για τη διατήρηση της μακροχρόνιας κατάληψης της γης, καθώς και η οργάνωση και η αυτοδιαχείρισή τους, αποτέλεσαν τη βάση της ενότητας αυτού του αγώνα. Αυτός ήταν ένας καθοριστικός λόγος για τη νίκη της ZAD, παρά τα χρόνια επεισοδίων κρατικής βίας που έμοιαζαν με πολεμικές επιχειρήσεις.[1]

«Να φέρουμε την οικολογία «πίσω στη γη» – δηλαδή στους συγκεκριμένους αγώνες – σημαίνει να εγκαταλείψουμε την ιδέα της “σωτηρίας του πλανήτη”. Αυτή η υπερηρωική φιλοδοξία είναι πολύ μεγάλη για εμάς.»

Το κίνημα επικεντρώνει τις προσπάθειές του στην ανακατάκτηση των κοινών (γη και νερό) και στην αποδόμηση των επιβλαβών υποδομών του «τεχνοβιομηχανικού καπιταλιστικού συμπλέγματος», όπως οι τεχνητές λίμνες-ταμιευτήρες (mega-basins), οι εγκαταστάσεις παραγωγής σκυροδέματος, και η “αυτοκρατορία Bolloré”[2], που αποτελεί σημαντικό παράγοντα οικολογικής καταστροφής και νεοαποικιακής εκμετάλλευσης, καθώς και βασικό στήριγμα της ανόδου της ακροδεξιάς στη Γαλλία. Ταυτόχρονα το κίνημα οικοδομεί τα θεμέλια μιας προσεκτικής και ουσιαστικής πολιτικής αυτονομίας μέσα από τη μάθηση μέσω της πράξης, χρόνο με τον χρόνο. Αναγνωρίζοντας ότι τέτοιοι στόχοι δεν μπορούν να επιτευχθούν από τη μια μέρα στην άλλη, η στρατηγική του είναι μακροπρόθεσμη. Κεντρικής σημασίας είναι οι προσπάθειες συνεχούς αναστοχασμού και προσαρμογής ώστε να διασφαλίζεται η ανθεκτικότητα τόσο του κινήματος όσο και των μελών του. Η περσινή έκδοση του Premières Secousses – ενός ολοκληρωμένου βιβλίου που καταγράφει την ιστορία, τα κίνητρα, τις φιλοδοξίες, τις σημαντικότερες δράσεις, τα διδάγματα και τους προβληματισμούς του κινήματος (διαθέσιμο επίσης ως podcast στα γαλλικά) – καθώς και η πλούσια τεκμηριωμένη ιστοσελίδα των Εξεγέρσεων της Γης, μαρτυρούν αυτή την προσπάθεια.

«Δρώντας συλλογικά μέσα στις εποχές. Ρίχνοντας όλες τις δυνάμεις μας στη μάχη. Κινώντας γη και ουρανό»

Οι τακτικές στρατηγικές των Εξεγέρσεων της Γης είναι τριπλής φύσης: αποκλεισμοί, αφοπλισμός επιβλαβών υποδομών – μια μορφή σαμποτάζ που έχει μετονομαστεί σε «αφοπλισμό» ώστε να αποδίδεται με μεγαλύτερη ακρίβεια το κίνητρο και οι στόχοι – και καταλήψεις γης. Οι στρατηγικές αυτές δεν εφαρμόζονται διαδοχικά αλλά συχνά επιστρατεύονται ταυτόχρονα και συνδυαστικά. Αποτελούν τους τρόπους δράσης που το ίδιο το κίνημα έχει κρίνει κατάλληλους. Οι δράσεις οργανώνονται γύρω από «εποχές». Κάθε εποχή έχει συγκεκριμένα θεματικά και στρατηγικά σημεία εστίασης, τα οποία προσδιορίζονται μέσα από τα «πρελούδια» – συνελεύσεις στις οποίες συμμετέχουν οι τοπικές επιτροπές, για να συζητήσουν, να προτείνουν και να διαμορφώσουν το συνολικό πλαίσιο της εκάστοτε εποχής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι τοπικές επιτροπές οργανώνουν τις δράσεις τους αυτόνομα και μπορούν να στηρίζονται στην ευρύτερη υποστήριξη του κινήματος, για παράδειγμα στην παροχή τροφής για τους ακτιβιστές κατά τη διάρκεια των αποκλεισμών, στη νομική υποστήριξη, στην επικοινωνία και στην κινητοποίηση πέρα από το τοπικό επίπεδο κ.ο.κ.. Η εθνική (κεντρική) δομή υπάρχει για να συντονίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις προσπάθειες, να προσφέρει υλικοτεχνική στήριξη στις τοπικές δράσεις και να διασφαλίζει την έγκαιρη λήψη αποφάσεων και την ταχεία επικοινωνία όποτε αυτό απαιτείται. Το όργανο αυτό απαρτίζεται από εθελοντές που μπορούν να αφιερώσουν ουσιαστικό χρόνο στο κίνημα, που γνωρίζονται μεταξύ τους από προηγούμενες «εποχές» και που συμμετέχουν οι ίδιοι άμεσα στις δράσεις. Αυτή η αρχή είναι θεμελιώδης, σκοπός της είναι να αποτραπεί η συγκέντρωση γραφειοκρατικής εξουσίας μέσα σε ένα κίνημα που αγωνίζεται για τη συλλογική αυτονομία.

Αποτελεσματική οργάνωση ενάντια στην κρατική βία, τη μεροληπτική δημοσιογραφική κάλυψη και την παράνομη απαγόρευση

Αυτός ο τρόπος λειτουργίας δοκιμάστηκε στην πράξη το 2023 όταν η γαλλική κυβέρνηση απαγόρευσε το κίνημα μετά τη διαδήλωση ενάντια στην τεχνητή λίμνη-ταμιευτήρα στο Σεν-Σολίν, η οποία αντιμετωπίστηκε με εξαιρετικά βίαιη καταστολή από το κράτος. Η νομική ομάδα των Εξεγέρσεων της Γης έδρασε άμεσα, συλλέγοντας και τεκμηριώνοντας μαρτυρίες για την παράνομη χρήση στρατιωτικής βίας από το κράτος ενάντια σε ανθρώπους που ασκούσαν το δικαίωμά τους στη διαμαρτυρία. Η Ligue des Droits de lHomme (στα ελληνικά: Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μια ΜΚΟ που λειτουργεί ως παρατηρητήριο παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το γαλλικό κράτος) κατέγραψε και δημοσιοποίησε μια συνολική εικόνα της κρατικής βίας που ασκήθηκε. Παράλληλα, η νομική ομάδα του κινήματος εργάστηκε ακούραστα για να εντοπίσει και να εξαντλήσει όλα τα διαθέσιμα ένδικα μέσα με στόχο την ανατροπή της διάλυσης (του κινήματος από το κράτος). Την ίδια στιγμή, οι εκπρόσωποι του κινήματος κινητοποιήθηκαν για να απαντήσουν στη δυσφημιστική εκστρατεία που ξεδιπλώθηκε στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, τα οποία αναπαρήγαγαν το αφήγημα του Υπουργείου Εσωτερικών που επιχειρούσε να παρουσιάσει το κίνημα ως «οικοτρομοκρατικό».

Παρόλο που η απόπειρα να τεθεί το κίνημα εκτός νόμου μπορεί να ερμηνευτεί ως στρατηγική αντιπερισπασμού απέναντι στην κρατική βία στο Σεν-Σολίν, στην πράξη είχε το αντίθετο αποτέλεσμα: πυροδότησε σημαντική δημοσιότητα γύρω από το κίνημα, την οποία οι Εξεγέρσεις της Γης αξιοποίησαν προς όφελός τους. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα γράφτηκε και κυκλοφόρησε ένα εισαγωγικό εγχειρίδιο από και για το κίνημα, συγκεντρώνοντας τις φωνές 40 διαφορετικών συλλογικοτήτων και αναδεικνύοντας τους στόχους, την πολυμορφία και τις πρακτικές του. Ξεκίνησε επίσης μια μεγάλη εκστρατεία με το σύνθημα: «Ό,τι φυτρώνει παντού δεν μπορεί να διαλυθεί». Πολλές εξέχουσες προσωπικότητες – διανοούμενοι, καλλιτέχνες και ακτιβίστριες, στη Γαλλία και όχι μόνο – μαζί με 100.000 άτομα, δήλωσαν δημόσια τη στήριξή τους στο κίνημα. Επιπλέον, ιδρύθηκαν 150 τοπικές επιτροπές μετά την ανακοίνωση της απαγόρευσης τον Ιούνιο του 2023. Αυτή η συλλογική και συντονισμένη κινητοποίηση απέφερε καρπούς τέσσερις μήνες αργότερα, όταν τον Νοέμβριο του 2023 το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε παράνομη την απαγόρευση που είχε διατάξει η κυβέρνηση.

«Δεν εφευρίσκουμε τίποτα ή μόνο πολύ λίγα»

Με τα δικά τους λόγια οι Εξεγέρσεις της Γης «δεν εφευρίσκουν τίποτα ή μόνο πολύ λίγα». Αναγνωρίζουν τις αρχαίες ρίζες των αγώνων για την ανακατάκτηση των κοινών και την αποσυναρμολόγηση των καπιταλιστικών υποδομών. Στο Premières Secousses αναφέρονται σε κινήματα αντίστασης όπως οι Λουδίτες και το Movimento Sem Terra (Κίνημα των Ακτημόνων) στη Βραζιλία. Η συμμετοχή της Confédération Paysanne (μια ένωση μικρών αγροτών ενάντια στην παγκοσμιοποίηση με παράδοση στην πολιτική ανυπακοή) από τα πρώτα βήματα του αγώνα στη Notre-Dame-des-Landes είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτές τις επιρροές. Η γνώση των τόπων και η οικολογικά βιώσιμη φροντίδα των κοινών που προσφέρει το δίκτυο των μικροκαλλιεργητών στο κίνημα είναι επίσης θεμελιώδους σημασίας. Η ενίσχυση και η αναβίωση της μικρής αγροτιάς θεωρείται ως αποτελεσματικό μέσο μακροπρόθεσμης προσαρμογής στην κλιματική κρίση, διατήρησης της γης και διασφάλισης της επισιτιστικής αυτάρκειας, αλλά και ως δρόμος για την πολιτική αυτονομία που βασίζεται στη συλλογική φροντίδα των κοινών. Οι βιωμένες πρακτικές αυτονομίας σε εδάφη όπως εκείνα των Ζαπατίστας στην Τσιάπας και του Κουρδικού Κινήματος για την Ελευθερία στη Ροζάβα αποτελούν ακόμη μία σημαντική πηγή έμπνευσης. Ωστόσο, το κίνημα είναι προσεκτικό: αποφεύγει να οικειοποιηθεί ή να εξιδανικεύσει αυτά τα παραδείγματα και εστιάζει αντ’ αυτού στη βιωματική, συλλογική εκμάθηση της πολιτικής αυτονομίας μέσα από τη δράση. Αυτό εκφράζεται μέσα από σταθερούς χώρους μάθησης και αναστοχασμού που διαπερνούν την επιχειρησιακή οργάνωση κάθε «εποχής».

Ενότητα στον αγώνα για έναν απελευθερωμένο κόσμο

Παρόλο που οι δράσεις του κινήματος βασίζονται σε τοπικούς αγώνες, εντάσσονται σε έναν ευρύτερο μετα-καπιταλιστικό και μετα-αναπτυξιακό αγώνα. Το κίνημα στοχεύει στην ανατροπή του πατριαρχικού, αποικιοκρατικού, ρατσιστικού και εξορυκτικού καθεστώτος ανάπτυξης οικοδομώντας ταυτόχρονα έναν νέο κόσμο εδώ και τώρα. Οι δράσεις ενάντια στις τεχνητές λίμνες-ταμιευτήρες αποκάλυψαν ότι η πρόσβαση στο νερό αποτελεί ένα παγκόσμιο ζήτημα άνισης κατανομής που πλήττει κυρίως τον Παγκόσμιο Νότο. Η «εποχή» που αφιερώθηκε στην αντιπαράθεση με τη βιομηχανία σκυροδέματος ανέδειξε τις πολλαπλές της καταστροφές: την εξόρυξη άμμου (κυρίως στον Παγκόσμιο Νότο), τη σφράγιση του εδάφους, τη στήριξη μιας βιομηχανίας κατασκευών με υψηλό ανθρακικό αποτύπωμα και την υποβάθμιση των οικοσυστημάτων. Οι Εξεγέρσεις της Γης αναγνωρίζουν τους περιορισμούς που ενέχουν οι τοπικές δράσεις. Αν και η διακοπή της λειτουργίας μιας μονάδας σκυροδέματος έχει κόστος, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις μπορούν πολύ ευκολότερα να το απορροφήσουν. Επιπλέον, τέτοιου είδους τοπικές παρεμβάσεις δεν επαρκούν για να διαταράξουν τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού αυτών των εταιρειών. Γι’ αυτόν τον λόγο το κίνημα θεωρεί ζωτικής σημασίας την οικοδόμηση διεθνών συμμαχιών ώστε να ενισχυθεί η δυνατότητα παρέμβασης σε ευρύτερη κλίμακα – για παράδειγμα μέσα από τον συντονισμό ταυτόχρονων δράσεων αφοπλισμού με στόχο την διακοπή των παγκόσμιων εφοδιαστικών ροών.

Μερικές σκέψεις

Η ικανότητα των Εξεγέρσεων της Γης να κινητοποιούνται πέρα από τους συνήθεις ακτιβιστικούς κύκλους και να συνδέουν μεταξύ τους ομάδες με διαφορετικά κίνητρα  δίνει νέα πνοή στον συλλογικό αγώνα. Η δύναμή τους να σφυρηλατούν συμμαχίες με τοπικές κοινότητες, συνδικάτα, κλιματικά κινήματα, αντιιμπεριαλιστικές και αντιρατσιστικές συλλογικότητες σε συγκεκριμένους αγώνες βασίζεται στην καλλιέργεια ανθρώπινων σχέσεων και στην οργανική οργάνωση γύρω από κοινούς στόχους. Η ανθεκτικότητα του κινήματος απέναντι στον καλπάζοντα φασισμό είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη. Το κλειδί μοιάζει να βρίσκεται σε μια κοινή κατανόηση ότι η προσκόλληση σε αποσπασματικά αιτήματα, όπως κάνουν πολλά άλλα κινήματα, είναι αδιέξοδη και ότι το κράτος, δέσμιο των καπιταλιστικών συμφερόντων, αδυνατεί να πραγματοποιήσει τον αναγκαίο μετασχηματισμό απέναντι στο μέγεθος των προκλήσεων που έχουμε μπροστά μας. Μια κατανόηση ότι ο καπιταλισμός έχει ως πυρήνα την υποταγή και την εκμετάλλευση του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού – ανθρώπων και μη. Ότι ο νέος κόσμος δεν μπορεί να γεννηθεί μέσα στο πετσί του παλιού. Κι ότι οφείλουμε να «ρίξουμε όλες μας τις δυνάμεις στη μάχη. Να κινήσουμε γη και ουρανό».

Ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο είναι η σαφήνεια. Τι είναι αυτό που επιτρέπει στο κίνημα να οικοδομεί συμμαχίες; Ίσως το γεγονός ότι εκφράζεται με απόλυτη καθαρότητα για την ανάγκη διάλυσης του καπιταλισμού προκειμένου να καταστεί δυνατή η ίδια η ζωή. Ίσως επίσης γιατί παίρνει ξεκάθαρη θέση: είναι ανοιχτά αντιφασιστικό και αντιιμπεριαλιστικό, αναγνωρίζοντας -στο κείμενο Premières Secousses ότι η καταστολή που δέχεται φαίνεται ασήμαντη μπροστά στη συστημική ρατσιστική βία που ασκεί το κράτος εν γένει. Η επίγνωση αυτής της σχετικής προνομιακής θέσης καθιστά αναγκαία τη συμπαράταξη με τις ομάδες που αντιστέκονται σε αυτές τις δομικές αδικίες. Η υπεράσπιση του δικαιώματος στη γη και το νερό και η αλληλεγγύη προς τους καταπιεσμένους αποτελούν θεμέλια της συλλογικής απελευθέρωσης. Ο συνασπισμός Πόλεμο στον Πόλεμο στον οποίο συμμετέχουν οι Εξεγέρσεις της Γης μαζί με άλλες οργανώσεις και άτομα προωθεί αυτούς τους στόχους μέσα από τη δράση του. Καλεί σε αντίσταση ενάντια στον πόλεμο και τον μιλιταρισμό. Ο συνασπισμός «μάχεται ανοιχτά ενάντια στην ακροδεξιά, τον ρατσισμό, την καταστολή, την αποικιοκρατία και την πατριαρχία. Για εμάς, ο πόλεμος είναι η ριζοσπαστικοποιημένη μορφή αυτών των συστημάτων κυριαρχίας». Οι κινητοποιήσεις του έχουν στόχο τη διατάραξη της διεθνούς Έκθεσης Αεροναυπηγικής του Παρισιού, μιας από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές εμπορικές εκθέσεις στον κόσμο. Σε μια εποχή συνεχιζόμενων αποικιοκρατικών γενοκτονιών, άμεσου κινδύνου παγκόσμιας σύρραξης και επέκτασης της πολεμικής οικονομίας, η οργανωμένη αντίσταση για τη διάλυση του βιομηχανικού-στρατιωτικού συμπλέγματος είναι πιο αναγκαία από ποτέ.


Αυτό το άρθρο αποτελεί μέρος μιας σειράς σχετικά με τα κινήματα για κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη παγκοσμίως. Μάθετε περισσότερα και διαβάστε τα άλλα κομμάτια της σειράς εδώ (στα αγγλικά).

Η Myriam Best είναι ακτιβίστρια, ακαδημαϊκός, συγγραφέας και δημοσιογράφος στο ραδιόφωνο. Ενδιαφέρεται για την περιβαλλοντική και κλιματική δικαιοσύνη, την αποσύνδεση[3] και την αποανάπτυξη, τον οικο-φεμινισμό και τις μορφές μιας δίκαιης κοινωνικο-οικολογικής μετάβασης.

[1] ΣτΜ: Στον σύνδεσμο έρευνα για τη χρήση βίας από αστυνομικούς στη Γαλλία από τις Aline Daillère και Salomé Lingle της ΜΚΟ Action des chrétiens pour l’abolition de la torture (ACAT, στα ελληνικά: Δράση Χριστιανών για την Κατάργηση των Βασανιστηρίων).

[2] ΣτΜ: Ο Vincent Bolloré είναι Γάλλος επιχειρηματίας και μεγιστάνας με σημαντική παρουσία σε τομείς όπως τα ΜΜΕ, το εμπόριο και οι πρώτες ύλες. Η εταιρική αυτοκρατορία του περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, συμφέροντα στη βιομηχανία πολυτελών προϊόντων (μέσω της μετοχικής του συμμετοχής στην LVMH, ιδιοκτήτρια της Louis Vuitton), σε λιμάνια και υποδομές στην Αφρική, όπου έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα για νεοαποικιακές πρακτικές και εκμετάλλευση φυσικών πόρων.

[3] ΣτΜ: την αποδέσμευση από τις εξαρτήσεις του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος

The post «Δεν εφευρίσκουμε τίποτα ή μόνο πολύ λίγα»: Ένα πορτρέτο των Les Soulèvements de la Terre και μερικοί προβληματισμοί first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/07/28/den-efeyriskoyme-tipota-i-mono-poly-liga-portreto-ton-les-soulevements-de-la-terre-merikoi-provlimatismoi/feed/ 0 20493
Θυμόμαστε τον Nicolas Trifon (1949-2023) από το θρυλικό περιοδικό Iztok https://www.aftoleksi.gr/2024/08/18/thymomaste-ton-nicolas-trifon-1949-2023-to-thryliko-periodiko-iztok/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=thymomaste-ton-nicolas-trifon-1949-2023-to-thryliko-periodiko-iztok https://www.aftoleksi.gr/2024/08/18/thymomaste-ton-nicolas-trifon-1949-2023-to-thryliko-periodiko-iztok/#respond Sun, 18 Aug 2024 06:59:43 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=16988 Η 18η Αυγούστου είναι μια θλιβερή επέτειος – σηματοδοτεί την ημέρα κατά την οποία ο Nicolas Trifon, συντάκτης του θρυλικού περιοδικού Iztok, μας άφησε το 2023. Επειδή θεωρούμε ότι η συμβολή του στην κατανόηση του ανατολικοευρωπαϊκού αναρχισμού έχει μεγάλη σημασία, δημοσιεύουμε τον ακόλουθο επικήδειο που γράφτηκε από το Union Communiste Libertaire (Ελευθεριακή Κομμουνιστική Ένωση), καθώς [...]

The post Θυμόμαστε τον Nicolas Trifon (1949-2023) από το θρυλικό περιοδικό Iztok first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Η 18η Αυγούστου είναι μια θλιβερή επέτειος – σηματοδοτεί την ημέρα κατά την οποία ο Nicolas Trifon, συντάκτης του θρυλικού περιοδικού Iztok, μας άφησε το 2023. Επειδή θεωρούμε ότι η συμβολή του στην κατανόηση του ανατολικοευρωπαϊκού αναρχισμού έχει μεγάλη σημασία, δημοσιεύουμε τον ακόλουθο επικήδειο που γράφτηκε από το Union Communiste Libertaire (Ελευθεριακή Κομμουνιστική Ένωση), καθώς και μια σημείωση του συντάκτη μας Yavor Tarinski, ο οποίος βρισκόταν σε επαφή μαζί του. Φωτογραφία κειμένου: Nicolas Trifon σε διεθνές αναρχικό συνέδριο στη Βενετία το 1984.

Yavor Tarinski: Ο Nicolas Trifon, γεννημένος στις 29 Μαΐου 1949 στο Βουκουρέστι, ήταν συγγραφέας, εκδότης και κοινωνιο-γλωσσολόγος με καταγωγή από τους Αρμάνους (Βλάχους) και ελευθεριακές πεποιθήσεις. Μετανάστευσε στη Γαλλία και συγκεκριμένα στο Παρίσι, το 1977 για να αποφύγει τη δίωξη λόγω της πολιτικής του δράσης στην κομμουνιστική Ρουμανία. Στο Παρίσι συνέχισε να είναι πολιτικά ενεργός. Για αρκετά χρόνια είχε εκπομπές στον αναρχικό ραδιοσταθμό Libertaire, συνεργαζόταν με το γαλλόφωνο ειδησεογραφικό μέσο Le Courrier des Balkans και ήταν επίσης αρχισυντάκτης του θρυλικού αναρχικού περιοδικού Iztok (Ανατολή) [1979-1991] – ένα περιοδικό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συλλογή και διάδοση πληροφοριών στη Γαλλία για πρωτοβουλίες από τα κάτω και αναρχικές ομάδες στην Ανατολική Ευρώπη, καθώς επίσης και στην παροχή ελευθεριακών αναλύσεων για τα τρέχοντα γεγονότα στις χώρες εκεί. Το περιοδικό επέτρεψε στους αναρχικούς εξόριστους από την Ανατολική Ευρώπη να βγουν από την απομόνωσή τους στη Γαλλία τον 20ό αιώνα λόγω της συστηματικής φίμωσης που τους επιβλήθηκε από τις δογματικές αριστερές τάσεις στη χώρα. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης ήταν μεταξύ αυτών που είχαν επαφή με τον Nicolas Trifon και το περιοδικό. Το Iztok κυκλοφορούσε επίσης και εκδόσεις στα ρουμανικά, βουλγαρικά και πολωνικά.

Ο Nicolas Trifon έχει συγγράψει πολυάριθμα άρθρα και βιβλία για την πολιτική θεωρία, τα Βαλκάνια και ειδικότερα για τους Αρμάνους. Στα έργα του δίνει έμφαση στην αξία της εξέτασης των προεθνικών πραγματικοτήτων από μια μη εθνική προοπτική. Επικαλείται τον Pierre Clastres, αναρωτώμενος αν η παραδοσιακή αρμανική κοινότητα δεν είναι μόνο στερημένη από ένα έθνος, αλλά και ενεργά ενάντια στο έθνος. Η προσέγγισή του Trifon είναι ιστορική, ανθρωπολογική και/ή κοινωνιο-γλωσσική, αλλά πάντα μέσα από τις ελευθεριακές πολιτικές του ιδέες.

Είχα την τιμή να είμαι σε επαφή μαζί του. Η σκέψη του δεν ήταν δογματική, γεγονός που τον οδήγησε να διασταυρωθεί με ανθρώπους όπως ο Καστοριάδης, από τον οποίον και πήρε συνέντευξη για το Iztok (την οποία μεταφράσαμε στα ελληνικά και δημοσιεύσαμε στο Αυτολεξεί). Όπως μου έγραψε σε ένα από τα μηνύματα του: “από την αρχή, η αναρχική μου προσήλωση ήταν πολυδιάστατη, υπάρχει χώρος για αναφορές που μερικές φορές μπορεί να φαίνονται δογματικά ασυμβίβαστες. Για μένα, η πράξη υπερέχει της θεωρίας!” Παρά την μη δογματική του προσέγγιση, παρέμεινε πιστός στις ελευθεριακές αρχές του, γράφοντάς μου ότι αυτές του παρείχαν συνεπή επιχειρήματα ενάντια στον κρατικό κομμουνισμό, του επέτρεψαν να διαχωριστεί σαφώς από αυταρχικές τάσεις (που μερικές φορές εμφανίζονται ως αναρχικές), καθώς και από φιλελεύθερες θέσεις και να εγγραφεί σε μια ιστορική παράδοση. Ήταν πραγματική πηγή έμπνευσης.

Θα λείψει πολύ, αλλά η κληρονομιά του θα ζήσει! Rest in Power!

Ο Nicolas Trifon σε παρουσίαση του βιβλίου του Les Aroumains, un peuple qui s’en va (Acratie)
Ακολουθεί ο επικήδειος που γράφτηκε πέρυσι από τη γαλλική Union Communiste Libertaire με αφορμή το θάνατο του Nicolas Trifon

Ο Nicolas Trifon ήταν ένας Γαλλο-Ρουμάνος Αρμανός (Βλάχος) αναρχικός, που είχε καταφύγει στη Γαλλία όπου και εξέδιδε το περιοδικό Iztok, μια «αναρχική επιθεώρηση για την Ανατολική Ευρώπη» από το 1979 έως το 1991. Γνωστός για την καυστική του ερμηνεία στα πράγματα, έγραφε τακτικά για την εφημερίδα Le Courrier des Balkans.

Στη δεκαετία του 1980, καθώς οι ρωγμές στο σοβιετικό μπλοκ πολλαπλασιάζονταν, μια μικρή γαλλόφωνη επιθεώρηση παρακολουθούσε, από αναρχική σκοπιά, τις αντιεξουσίες, τα σαμιζντάτ, τους κοινωνικούς αγώνες, τα ελεύθερα συνδικάτα, τους αναρχικούς και αριστερούς διαφωνούντες που εμφανίζονταν στην ΕΣΣΔ, στην Πολωνία, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία… Αυτή η έκδοση ήταν το Iztok, μια «αναρχική επιθεώρηση για την Ανατολική Ευρώπη», του οποίου το πρώτο τεύχος στα γαλλικά κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1979 και του οποίου ο Nicolas Trifon ήταν, μέχρι τέλους, μαζί με τους Frank Mintz και Vincent Albouy, ένας από τους κύριους δημιουργούς.

Γεννημένος στη Ρουμανία το 1949, ο Nicolas Trifon ήταν 19 ετών κατά την Άνοιξη της Πράγας και τον Μάιο του 1968 στη Γαλλία. Νεαρός δάσκαλος που έγινε αποκλίνων με μακριά μαλλιά – ένας «κοινωνικός χίπης» σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποιούσε ο Τσαουσέσκου – είχε υποστεί καταστολή και κατάφερε να καταφύγει στη Γαλλία το 1977.

Λίγο μετά την άφιξή του, δραστηριοποιήθηκε στην Organisation Combat Anarchiste (Οργάνωση Αναρχικού Αγώνα, OCA), η οποία το 1979 έπρεπε να συγχωνευθεί στην Union des Travailleurs Communistes Libertaires (Ένωση των Εργατών  Ελευθεριακών Κομμουνιστών, UTCL). Ωστόσο, ο Trifon δεν εντάχθηκε στην ενιαία οργάνωση και αφοσιώθηκε στην έναρξη του Iztok.

Το περιοδικό είχε μεγάλη επιτυχία, τα άρθρα του συχνά μεταφράζονταν στα ιταλικά, γερμανικά, αγγλικά και ισπανικά. Η συλλογικότητα του Iztok («Ανατολή» στα βουλγαρικά) προσπάθησε επίσης να διαδώσει την αναρχική σκέψη στην Ανατολή, με φυλλάδια γραμμένα στα πολωνικά, ουγγρικά, βουλγαρικά και ρουμανικά, αν και η κυκλοφορία τους από την άλλη πλευρά του σιδηρούν παραπετάσματος αποδείχθηκε δύσκολη. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, το αναρχικό κίνημα άρχισε να οργανώνεται στην Ανατολική Ευρώπη και η ομάδα του Iztok έκρινε ότι ο ρόλος της είχε ξεπεραστεί. Η έκδοση έκλεισε με το 20ο τεύχος, τον Ιούνιο του 1991.

Ο Nicolas Trifon εντάχθηκε στο συνδικάτο διορθωτών της CGT το 1985 και εργάστηκε αδιαλείπτως στον ημερήσιο τύπο (Les Echos και Le Parisien libéré). Από το 2005, ξεκίνησε μια τακτική συνεργασία με την εφημερίδα Le Courrier des Balkans (Η Εφημερίδα των Βαλκανίων) και έγινε στυλοβάτης αυτού του μέσου. Την ίδια χρονιά, δημοσίευσε το βιβλίο Les Aroumains, un peuple qui s’en va (Acratie), εξετάζοντας την αρμανική (βλάχικη) μειονότητα της Ρουμανίας από την οποία κατάγονταν.

Όπως γράφει ο Florentin Cassonnet στο Le Courrier des Balkans, ο πόλεμος στην Ουκρανία ήταν η τελευταία δέσμευση του Nicolas Trifon: «Προσπαθώντας να ακουστεί η φωνή των αναρχικών που αντιτίθενται στον ρωσικό ιμπεριαλισμό αλλά και σε όλες τις μορφές εθνικισμού, αναφερόταν στη μορφή του Nestor Machno – ο αναρχικός μαχητής της Ουκρανίας κατά τη διάρκεια του ρωσικού εμφυλίου πολέμου.» [Με τον πόλεμο που εξαπέλυσε η Ρωσία στην Ουκρανία, ο Trifon δημοσίευσε στα ρουμανικά μία μπροσούρα, με τίτλο «Ουκρανία, νέα από το ελευθεριακό μέτωπο», στην οποίο περιλάμβανε κείμενα και συνεντεύξεις με Ουκρανούς αναρχικούς που αντιστέκονται στην εισβολή (συμπεριλαμβανομένης της συνέντευξής μας με αναρχικούς από την Ανατολική Ουκρανία). Με πολλούς τρόπους, αυτό το φυλλάδιο μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μεταθανάτιο τεύχος του Iztok.]

Πάσχοντας από καρκίνο, ο Nicolas Trifon πέθανε στις 18 Αυγούστου 2023. Η μνήμη του χαιρετίστηκε ευρέως.

Το λογότυπο του περιοδικού Iztok
> Αναλυτικό άρθρο για τη ζωή του στα αγγλικά, δημοσιευμένο στο περιοδικό “Contradictions” – A Journal for Critical Thought, Volume 7, number 2 (2023): https://kramerius.lib.cas.cz/

ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ

Καστοριάδης: «Η Ρωσία, πρώτη υποψήφια για μια κοινωνική επανάσταση» (IZTOK no 16, 1988)

#Σαν_σήμερα

The post Θυμόμαστε τον Nicolas Trifon (1949-2023) από το θρυλικό περιοδικό Iztok first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/08/18/thymomaste-ton-nicolas-trifon-1949-2023-to-thryliko-periodiko-iztok/feed/ 0 16988
Η Τάξη βασιλεύει στο Παρίσι (2024) https://www.aftoleksi.gr/2024/07/31/taxi-vasileyei-parisi-2024/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=taxi-vasileyei-parisi-2024 https://www.aftoleksi.gr/2024/07/31/taxi-vasileyei-parisi-2024/#respond Wed, 31 Jul 2024 07:28:59 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=16928 Του Cédric Kheirôn για την εικόνα της πόλης του Παρισιού με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες | «Δεν είναι επομένως μια επιστροφή στο κανονικό που πρέπει να απαιτήσουμε, αλλά ένα άλλο μοντέλο πόλης» Οι εικόνες του περιφραγμένου Παρισιού συγκλονίζουν την κοινή γνώμη. Πολλά ΜΜΕ λυπούνται για αυτό που παρουσιάζουν ως εκτροπή από τη «συνήθη τάξη» της [...]

The post Η Τάξη βασιλεύει στο Παρίσι (2024) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Του Cédric Kheirôn για την εικόνα της πόλης του Παρισιού με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες | «Δεν είναι επομένως μια επιστροφή στο κανονικό που πρέπει να απαιτήσουμε, αλλά ένα άλλο μοντέλο πόλης»

Οι εικόνες του περιφραγμένου Παρισιού συγκλονίζουν την κοινή γνώμη. Πολλά ΜΜΕ λυπούνται για αυτό που παρουσιάζουν ως εκτροπή από τη «συνήθη τάξη» της πόλης, μια εκτροπή που πρέπει να γίνει αποδεκτή στο όνομα του εορτασμού (μια εκπληκτική λογική αντιστροφή).

Δεν είναι όμως το αντίθετο; Αν αυτές οι εικόνες μας συγκλονίζουν, δεν είναι ακριβώς επειδή κάνουν ορατή τη «συνήθη τάξη» της πόλης υπό το καπιταλιστικό καθεστώς; Δεν αποτελούν παρέκκλιση· την εκδηλώνουν με εντυπωσιακό τρόπο και αυτή η επιστροφή της απώθησης είναι τόσο οδυνηρή που προκαλεί θυμό ή άρνηση.

Αυτά που παρουσιάζονται περισσότερο στα ρεπορτάζ είναι τα πλέγματα που χωρίζουν τα πεζοδρόμια, τις γέφυρες, τις πλατφόρμες και τους δρόμους. Πέρα από τις απώλειες για τους εστιάτορες, μια δυσφορία αναδύεται:

Πώς μπορούν να νομιμοποιηθούν οι δημόσιοι χώροι που χωρίζουν έτσι τους ανθρώπους – τους θεωρητικά προικισμένους με ίσα δικαιώματα;

Βέβαια, οι δημόσιοι χώροι λειτουργούσαν ήδη μέσω της διάκρισης. Άνδρες και γυναίκες δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες. Φύλα και σεξιστές, οι δημόσιοι χώροι είναι επίσης μισαναπηρικοί και λειτουργούν σύμφωνα με τις λογικές του φυλετισμού ή της LGBTφοβίας.

Λιγότερο προβεβλημένοι, οι τσιμεντόλιθοι του καναλιού Saint-Martin που στοχεύουν στην αποτροπή κατασκήνωσης καθιστούν την περιοχή μία στρατιωτικοποιημένη γη για τον κανέναν. Αλλά η καπιταλιστική πόλη έχει εργαστεί εδώ και καιρό ώστε να ντροπιάσεινα κάνει αόρατους ή να εκδιώξει τους ανεπιθύμητους.

Έχουν αναπτυχθεί αποκλειστικές λωρίδες στο Παρίσι και τις γύρω περιοχές. Πιασμένος σε μποτιλιάρισμα, ο οδηγός μπορεί να παρατηρήσει μόνο ότι, ακριβώς δίπλα του, μια λωρίδα είναι εντελώς ελεύθερη, αλλά του απαγορεύεται. Και ενώ μια φωτεινή πινακίδα αναγγέλλει ότι το Porte de la Chapelle βρίσκεται στα 32 λεπτά (για πέντε χιλιόμετρα), μια άλλη τον προειδοποιεί ότι η οδήγηση χωρίς άδεια στη λωρίδα «JO 2024» τιμωρείται με πρόστιμο 135 ευρώ. Αυτός ο τύπος διευθέτησης που ταξινομεί τους ανθρώπους σε ροές είναι πολύ λίγο αποδεκτός στη Γαλλία. Ο πρώτος αστικός αυτοκινητόδρομος με διόδια (ο Α14) χρονολογείται μόλις από το 1996 και τέτοιοι δρόμοι εξαπλώνονται με δυσκολία. Αλλά υπάρχουν και οι διακρίσεις με βάση τα χρήματα δεν σταματούν εκεί. Από τότε που δημιουργήθηκε η Ζώνη Χαμηλών Εκπομπών του Μεγάλου Παρισιού, οι περιορισμοί αυξάνονται (Crit’Air 3 έως 1 Ιανουαρίου 2025). Μόλις φτάσετε στο Παρίσι, πρέπει να πληρώσετε για να μπορέσετε να παρκάρετε. Και πέρα από αυτό, πολυάριθμες μελέτες, ιδίως από το Παρατηρητήριο των Ανισοτήτων, καταδεικνύουν διακρίσεις έναντι της κινητικότητας, ιδιαίτερα για τους κατοίκους των εργατικών γειτονιών.

Γενικότερα, ολόκληρα τμήματα του δημόσιου χώρου ιδιωτικοποιήθηκαν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ξεκινώντας από τον Σηκουάνα και τα περίχωρά του για την τελετή έναρξης. Αλλά η αμφισβήτηση για τα «αστικά κοινά» είναι παλιά. Στο Παρίσι, το ήμισυ του αστικού χώρου προορίζεται για αυτοκίνητα, ενώ στο εσωτερικό του Παρισιού το αυτοκίνητο αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 4% των ταξιδιών. Οι τεράστιες διαφημίσεις που εμφανίζονται σε κτίρια υπό ανακαίνιση λειτουργούν ως μία ιδιωτικοποίηση του αστικού τοπίου. Οι ιδιοκτήτες εστιατορίων καταπατούν σε μεγάλο βαθμό τα πεζοδρόμιαμια αυξημένη τάση μετά την πανδημία του COVID, η οποία σχετιζόταν για ένα διάστημα και με τα πάρκα ηλεκτρικών σκούτερ, που πλέον απαγορεύονται, και με τον πολλαπλασιασμό των κινηματογραφικών γυρισμάτων ή των διάφορων εμπορικών εκδηλώσεων (αθλητικές υποδομές, πάρκα και κήποι, δημόσια κτίρια, όχθες ποταμών, μουσεία…). Εμβληματική περίπτωση: η πλατεία μπροστά από τον Πύργο του Άιφελ, που περιβαλλόταν από φράγματα κατά τη διάρκεια του Euro 2016, φράγματα που αντικαταστάθηκαν από ένα πιο αισθητικό μοντέλο, αλλά δεν αφαιρέθηκαν ποτέ από τότε. Μετά την πυρκαγιά της Notre-Dame το 2019, θα μπορούσαμε επίσης να δούμε την αισχρότητα των ιδιωτικών ορέξεων, με ορισμένες προτάσεις που απαιτούν την εκμετάλλευση της ευκαιρίας για αναδιαμόρφωση μεγάλων τμημάτων του Île de la Cité για εμπορικούς σκοπούς.

Σε ένα άλλο επίπεδο, σημειώνεται ο πολλαπλασιασμός των ελέγχων ταυτοτήτων χωρίς κάποιον εύλογο λόγο υποψίας για τη διάπραξη ενός αδικήματος. Επιτρέπεται έτσι στους ανθρώπους να βιώσουν με έναν ευρύτερο τρόπο αυτό που βιώνουν τακτικά ορισμένες κατηγορίες σε καθημερινή βάση.

Ακόμη χειρότερα, οι κωδικοί QR καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση σε ορισμένες περιοχές για μη κατοίκους, εμποδίζοντας αυτό που φαινόταν να είναι μια θεμελιώδης ελευθερία: αυτή της μετακίνησης. Όμως υπάρχουν ήδη κλειστές κατοικήσιμες ζώνες στο Παρίσι. Η πιο γνωστή είναι η Villa Montmorency. Το Παρίσι υπολογίζεται ότι έχει πάνω από εκατό τέτοιες. Και αν η πρωτεύουσα παραμένει συγκριτικά ελάχιστα επηρεασμένη από αυτό το φαινόμενο, ισχυρή ανάπτυξη γνωρίζει στη Γαλλία αυτή η τάση, μαστίζοντας τη Μασσαλία, για παράδειγμα.

Η ιδιαιτερότητα των μέτρων του Παρισιού 2024 είναι ότι συγκεντρώνονται στον χρόνο και στον χώρο και δεν αραιώνονται πλέον· είναι σαφή και όχι σιωπηρά πλέον· είναι υλικά και όχι άυλα πλέον. Το καπιταλιστικό αστικό πεδίο γίνεται ξαφνικά εμφανές και συγκεκριμένο.

Το 1968, ο Henri Lefebvre εξέδωσε το Δικαίωμα στην Πόλη[Le Droit à la ville]. Από τότε, πολλοί ερευνητές, κυρίως ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, συνέχισαν και επικαιροποίησαν τη σκέψη για τη νεοφιλελεύθερη πόλη. Το Παρίσι 2024 παρουσιάζεται ως μια γιγάντια σκηνοθεσία των αναλύσεών τους. Γιατί το Παρίσι 2024 δεν αντιστρέφει το καπιταλιστικό αστικό καθεστώς: το κάνει ορατό.

Όσο για εμάς, επομένως, δεν είναι η επιστροφή στην κανονικότητα που πρέπει να απαιτήσουμε, αλλά ένα άλλο μοντέλο πόλης.

Cédric Kheirôn στο https://lundi.am/L-ordre-regne-a-Paris-2024
Φωτογραφίες: Myr Muratet

The post Η Τάξη βασιλεύει στο Παρίσι (2024) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/07/31/taxi-vasileyei-parisi-2024/feed/ 0 16928
Γαλλία: Κατανόηση του 2024 μέσα από το 2023 https://www.aftoleksi.gr/2024/07/05/gallia-katanoisi-2024-mesa-to-2023/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=gallia-katanoisi-2024-mesa-to-2023 https://www.aftoleksi.gr/2024/07/05/gallia-katanoisi-2024-mesa-to-2023/#respond Fri, 05 Jul 2024 06:00:19 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=16718 Κείμενο: Initiative des étudiant-e-s, travailleurs et travailleuses grecques à Paris «Το βράδυ της Κυριακής, ένας αστυνομικός έστρεψε το όπλο του στο στήθος ενός νεαρού και τον δολοφόνησε εν ψυχρώ στα πλαίσια ενός οδικού ελέγχου». Αυτό δεν είναι απόσπασμα άρθρου γαλλικής εφημερίδας από το καλοκαίρι του 2023. Είναι μία δολοφονία που έλαβε χώρα πριν λίγες εβδομάδες, [...]

The post Γαλλία: Κατανόηση του 2024 μέσα από το 2023 first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Initiative des étudiant-e-s, travailleurs et travailleuses grecques à Paris

«Το βράδυ της Κυριακής, ένας αστυνομικός έστρεψε το όπλο του στο στήθος ενός νεαρού και τον δολοφόνησε εν ψυχρώ στα πλαίσια ενός οδικού ελέγχου».

Αυτό δεν είναι απόσπασμα άρθρου γαλλικής εφημερίδας από το καλοκαίρι του 2023. Είναι μία δολοφονία που έλαβε χώρα πριν λίγες εβδομάδες, την 9η Ιουνίου, την ίδια μέρα που τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών έβαφαν τη βορειοδυτική Ευρώπη στα χρώματα της ακροδεξιάς. Είναι η 17η κρατική δολοφονία στη Γαλλία το 2024 και ακολούθησαν κι άλλες… Μόνο το 2023, ο αριθμός αυτός ανήλθε σε 37 νεκρούς. Η γαλλική αστυνομία συνεχίζει να σκοτώνει νέα παιδιά, τα ονόματα των οποίων δεν μαθαίνουμε ποτέ. Και θα συνεχίσει να το κάνει γιατί στη Γαλλία υπάρχουν πολίτες δύο κατηγοριών. 

Το φθινόπωρο του 2023 κάναμε μία εισήγηση πάνω στη χρονιά που έφτανε στο τέλος της, συγκεκριμένα πάνω στα δύο σημαντικότερα μέχρι τότε γεγονότα της γαλλικής πολιτικής επικαιρότητας: τους αγώνες ενάντια στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και την εξέγερση των προαστίων μετά το θάνατο του νεαρού Ναέλ, τον Ιούνιο του 2023. Αποφασίσαμε να δημοσιεύσουμε το κείμενο της εισήγησης που αφορά τα δύο αυτά κινήματα, τα οποία όμως δεν συναντήθηκαν ποτέ – και δεν θα μπορούσαν άλλωστε, καθώς ο ίδιος ο χώρος των πόλεων τα διαχωρίζει. Διότι η Γαλλία είναι μια χώρα όπου το αποικιοκρατικό της παρελθόν δεν φαίνεται μόνο στις πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις στον Ειρηνικό ωκεανό αλλά αντικατοπτρίζεται επίσης και στη διαρρύθμιση των πόλεών της, ιδιαίτερα του Παρισιού.

Θεωρούμε ότι το περιεχόμενο της εισήγησης αυτής είναι επίκαιρο ένα χρόνο αργότερα, σε αυτή τη διαφορετική συγκυρία, γιατί αναδεικνύει τις ελλείψεις της αριστεράς και του αναρχικού χώρου για κοινωνική δικτύωση και πολιτική γείωση αλλά και τη σημασία του αντιρατσιστικού και κατ’ επέκταση του αντιφασιστικού αγώνα στην μετα-αποικιακή Γαλλία. Θεωρούμε ότι η αδυναμία συγχρονισμού αντι-αποικιακών και ταξικών αγώνων έρχεται να προστεθεί στις αντιλαϊκές πολιτικές της κυβέρνησης Μακρόν και κυρίως στον τρόπο που πέρασε ο νόμος για το συνταξιοδοτικό, ενισχύοντας ταυτόχρονα το αφήγημα της παρουσίασης του ακροδεξιού κόμματος της Λεπέν ως μίας δήθεν αντισυστημικής δύναμης που μπορεί να σταθεί απέναντι στην υπάρχουσα πολιτική εξουσία ως η μοναδική επιλογή για τους οικονομικά αδύναμους Γάλλους πολίτες. Ένα κόμμα που χρησιμοποιεί ρατσιστικές ρητορικές για να δημιουργήσει αποδιοπομπαίους τράγους στα φυλετικοποιημένα άτομα, χρίζοντάς τα υπαίτια για όλες τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές κρίσεις…

Για μας είναι ξεκάθαρο ότι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των γαλλικών βουλευτικών εκλογών, ο μαχητικός αντιφασιστικός αγώνας θα πρέπει να είναι στο επίκεντρο των πολιτικών δράσεων. Στη Γαλλία του σήμερα, ο αντιφασισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον αντι-αποικιακό και αντιρατσιστικό αγώνα άρα και με τους αγώνες των Κανάκ (στην αποικιοκρατούμενη Νέα Καληδονία) αλλά και με εκείνον της απελευθέρωσης της Παλαιστίνης. Παρά την ενοχική ακινησία των γαλλικών κινημάτων απέναντι στο αποικιακό παρελθόν της χώρας και τις συνέπειές του, υπάρχουν κομμάτια του κινήματος στις γαλλικές μητροπόλεις που συναντιούνται και κουβεντιάζουν (π.χ. η συλλογικότητα των sans papier -χωρίς χαρτιά- με το παριζιάνικο pride). Είναι λοιπόν στοίχημα της αριστεράς, του αναρχικού και του αυτόνομου χώρου στη Γαλλία να αναζητήσουν σχέσεις και να οργανώσουν κοινούς αγώνες.

Επιλέγουμε να ανεβάσουμε αυτό το κείμενο σήμερα, μετά από τον πρώτο γύρο των εκλογών και την πολιτική κρίση που επικρατεί στη χώρα. Τώρα που οι συνέπειες της κανονικοποίησης του ακροδεξιού και φασιστικού λόγου από τα μέινστριμ μίντια και τις δεξιές νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις γίνονται εμφανείς. Τώρα που ο φόβος απέναντι στην ακροδεξιά κορυφώνεται και εργαλειοποιείται. Τώρα που αρχίζουν να γίνονται εμφανείς οι συνέπειες της αποριζοσπαστικοποίησης και απομαζικοποίησης του αντιφασιστικού κινήματος, συνέπειες που θα δούμε πρώτα και κύρια στη ζωή και στον θάνατο των φυλετικοποιημένων και φτωχοποιημένων πληθυσμών των αστικών προαστίων. 


Κείμενο εισήγησης, Φθινόπωρο 2023:

Το κίνημα για τις συντάξεις: Νίκες, ήττες και όρια

Η μεταρρύθμιση για τις συντάξεις είναι ένα πλαίσιο που ετοιμάζεται από το 2009 και κατεβάζει το γαλλικό λαό στο δρόμο εδώ και πολλά χρόνια. Εκ πρώτης όψεως, πρόκειται για μετακίνηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη. Με μια δεύτερη ανάγνωση όμως, γίνεται αντιληπτό πώς πρόκειται για το πρώτο βήμα προς την ιδιωτικοποίηση του συνταξιοδοτικού συστήματος, καθώς οι συντάξεις θα εξαρτώνται από τον εκάστοτε φορέα εργασίας, εν ολίγοις την κάθε εταιρεία. Αν το δούμε ιστορικά λοιπόν, η μαζική αντίσταση σε αυτή τη μεταρρύθμιση δεν είναι παρά ο γαλλικός λαός που ζητάει τα ρέστα για τον σκληρό πόλεμο που έχει κηρύξει καιρό τώρα το κεφάλαιο στα κεκτημένα του Μάη του ’68.

Το κίνημα αποκτά πιο ριζοσπαστικά και μάχιμα χαρακτηριστικά μετά τη 16η Μαρτίου 2023, όπου το νομοσχέδιο περνάει με προεδρικό διάταγμα καθώς ο Μακρόν γνωρίζει ότι δεν θα έχει την πλειοψηφία για να το περάσει διαφορετικά. Ο κόσμος που μαζεύεται αυθόρμητα στην πλατεία Concorde, έξω από το κτήριο της Εθνοσυνέλευσης, ξεσηκώνεται. Παρά το γεγονός ότι οι συγκεντρώσεις και οι πορείες κηρύσσονται αυθημερόν παράνομες, ξεκινούν καθημερινά καλέσματα σε διάφορα μέρη του Παρισιού και οι αυθόρμητες διαδηλώσεις εξαπλώνονται. Το βράδυ της 18ης Μαρτίου μια μεγάλη και δυναμική αυθόρμητη πορεία ανεβαίνει μέχρι και γύρω από τη Βαστίλη. Στις 23 Μαρτίου οι κινητοποιήσεις κορυφώνονται, με 800.000 άτομα να διαδηλώνουν στο βόρειο Παρίσι. Το βασικό σύνθημα που ακούγεται στους δρόμους είναι «Grève, blocage, manif sauvage» (Απεργία, μπλοκάρισμα, αυθόρμητες διαδηλώσεις). 

Η αστυνομική βία και καταστολή που είχε ήδη εγκαθιδρυθεί μέσα στο κίνημα των Γιλέκων, βρήκε το έδαφος να εκφραστεί με νέα μέσα: ενεργοποίηση του αντιτρομοκρατικού νόμου για πταίσματα, επιτήρηση και παρακολούθηση με κάμερες, τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου ενόψει Ολυμπιακών Αγώνων, δοκιμές πειραματικών όπλων καταστολής, γενικευμένο φακέλωμα και τυχαίες μαζικές προσαγωγές, όλα πρακτικές και πρωτόκολλα που αναβαθμίστηκαν με τον νόμο καθολικής ασφάλειας. Καθ’ όλο το διάστημα των κινητοποιήσεων, η καταστολή είναι σκληρή, με συχνή πρακτική των λεγόμενων «nasse» (παράνομη περικύκλωση διαδηλωτών χωρίς σημείο διαφυγής με σκοπό ελέγχους και συλλήψεις) αλλά και πολύ πιο βίαιες μεθόδους. Ο κόσμος, όμως, συνεχίζει να κατεβαίνει στους δρόμους και το κίνημα δεν εξασθενεί.

Τα γαλλικά μίντια έρχονται για ακόμα μια φορά να ενισχύσουν την αφήγηση περί παράνομης βίας, χρωματίζοντας τους διαδηλωτές ως «μπαχαλάκηδες» και «μπλακ μπλοκ» και συγκαλύπτοντας συστηματικά την αστυνομική βία. Στο κανάλι BFMTV απαγορεύτηκε μέχρι και η χρήση του όρου «αστυνομική βία». Η κοινοβουλευτική αριστερά μάλιστα, συχνά επικυρώνει αυτές τις ρητορικές.

Παρ’ όλα αυτά, μετά την εφαρμογή του 49.3 (ο νόμος που επέτρεψε στην κυβέρνηση να περάσει το νομοσχέδιο χωρίς ψηφοφορία), βλέπουμε μια ανοχή στις πιο ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες από τον ευρύτερο πληθυσμό αλλά ακόμα και από τα συνδικάτα που μέχρι σήμερα καταδίκαζαν κάθε αυτόνομη πρωτοβουλία που ξέφευγε από τα στενά όρια των οργανωμένων κινητοποιήσεων. Η αντι-βία επικροτείται και ο διαχωρισμός μεταξύ κρατικής-κατασταλτικής και νομιμοποιημένης κινηματικής βίας έχει αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται.

Το αντανακλαστικό απεργία-κινητοποίηση είναι διαδεδομένο στη Γαλλία, όμως, μετά τα Κίτρινα Γιλέκα, ο κόσμος πλέον πιστεύει ότι τα κινήματα μπορούν πραγματικά να φέρουν πολιτικές αλλαγές. Αυτή η αντίληψη συνοδεύεται από εξέλιξη των κινηματικών πρακτικών με αποκεντρωμένες και συχνά παράλληλες δράσεις, αποτελεσματικές και για την αντιμετώπιση της αστυνομικής καταστολής. 

Οι κινητοποιήσεις του 2023 ξεπερνούν κατά πολύ το συνταξιοδοτικό και επεκτείνονται ως αντίσταση ενάντια στο νεοφιλελεύθερο κράτος, πολλές φορές και με ξεκάθαρο αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα. Η συχνότητα και διάρκεια των κινητοποιήσεων, ο πλουραλισμός των δράσεων από τα κάτω, οι γενικές συνελεύσεις, τα μπλοκάζ, η μαζικότητα αλλά και η εμπλοκή της επαρχίας δείχνουν ότι οι παρακαταθήκες των Κίτρινων Γιλέκων παραμένουν ζωντανές. Η φράση «πρέπει να κάνουμε ό,τι κάνανε και τα Κίτρινα Γιλέκα» αναφέρεται συχνά. Παράλληλα, και παρά το γεγονός ότι το νομοσχέδιο πέρασε, δημιουργήθηκαν και νέες παρακαταθήκες που αποτελούν από μόνες τους μία νίκη. Καθιερώθηκαν μέσα/δράσεις/σχέσεις/μέτωπα αγώνα που δεν είχαν ποτέ πριν εδραιωθεί σε τέτοιο βαθμό: αυθόρμητες και παράνομες πορείες, μπλοκάζ, δια-συνδικαλιστικός συνασπισμός, οριζόντιες διαδικασίες. Οι κλάδοι των υπηρεσιών καθαρισμού και των μηχανοδηγών αποδεικνύονται από τους δυναμικότερους, οργανώνοντας αυτόνομες πρωτοβουλίες από τα κάτω που κατάφεραν και συσπείρωσαν γύρω τους από φοιτητές/τριες, μέχρι φεμινιστικές οργανώσεις. Χαρακτηριστικές και τεράστιας συμβολικής σημασίας δράσεις τους, ήταν η έφοδος στην εταιρία ιδιωτικής συνταξιοδότησης BlackRock μαζί με φεμινιστικές ομάδες, αλλά και η έφοδος στα κτίρια του Χρηματιστηρίου του Παρισιού.

Φαινομενικά, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κινηματικό ζενίθ μετά τον Μάη του 68, με μια πρωτοφανή συσπείρωση των μετώπων του αγώνα, και, παρόλο που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη δύναμη που έχουν τα γαλλικά συνδικάτα να συσπειρώνουν, φάνηκε για ακόμα μια φορά ότι δεν τη θέτουν στην υπηρεσία άλλων αγώνων. Οι αντιρατσιστικές και φεμινιστικές πορείες ήταν οι λιγότερο μαζικές εκείνης της περιόδου, με πολλά συνδικάτα να μην καλούν, ενώ στις τεράστιες πορείες των εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων που κινητοποιούνται κατά της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού, κυριαρχεί ο λευκός γαλλικός πληθυσμός. Τα γαλλικά προάστια λείπουν, και γίνεται ξεκάθαρο ότι οι διεκδικήσεις για το συνταξιοδοτικό δεν αφορούν άμεσα τους κατοίκους των προαστίων, καθώς μεγάλα κομμάτια των πληθυσμών αυτών δεν έχουν ούτως ή άλλως πρόσβαση σε νόμιμη/μη-επισφαλή εργασία. Ο κόσμος αυτός θα κατέβαινε στους δρόμους αργότερα μέσα στην ίδια χρονιά, σαν αντίδραση, στο θάνατο.

Η δολοφονία του Ναέλ και η εξέγερση των προαστίων

Στις 27 Ιουνίου 2023, σε έναν από τους δρόμους της γειτονιάς Pablo Picasso, στο δήμο Nanterre, βορειοδυτικά του Παρισιού, ο 17χρονος Ναέλ, Γάλλος με καταγωγή από την Αλγερία, δολοφονείται από αστυνομικά πυρά στα πλαίσια ενός οδικού ελέγχου. Παρά τις προσπάθειες της αστυνομίας για κάλυψη του γεγονότος, βίντεο με το περιστατικό κυκλοφορεί ευρέως στα κοινωνικά δίκτυα. Το βράδυ της ίδιας μέρας η χώρα βρίσκεται σε εξεγερσιακή κατάσταση. Τα βλέμματα όλου του κόσμου στη Γαλλία είναι συγκεντρωμένα στα προάστια και ιδιαίτερα στις λεγόμενες Σιτέ των προαστίων*. Δεκάδες χιλιάδες κόσμος των φυλετικοποιημένων και πολυπολιτισμικών προαστίων εξεγείρεται με εκρηκτική ορμή σε όλη τη χώρα, καταστρέφοντας και πυρπολώντας μέσα σε μόλις πέντε ημέρες περισσότερα κτήρια, αυτοκίνητα, τράπεζες κ.ο.κ., σε σχέση με την εξέγερση των προαστίων του 2005, η οποία κράτησε 21 ημέρες. Ο μέσος όρος ηλικίας των εξεγερμένων είναι 17 χρονών.

Αν και η οικογένεια του Ναέλ καλεί τον κόσμο να ηρεμήσει και ζητάει να τιμωρηθεί ο μπάτσος που διέπραξε τον φόνο, έχοντας την υποστήριξη και κομματιών της αριστεράς αλλά και ορισμένων κατοίκων, ο θυμός είναι μεγάλος. Όσο η εξέγερση μαίνεται, κινητοποιείται κατασταλτικός μηχανισμός 40.000 μπάτσων (αστυνομία, χωροφυλακή, μονάδες αποκατάστασης της τάξης, στρατιωτική αστυνομία, ειδικές αντιτρομοκρατικές μονάδες, ελικόπτερα, drones κ.α.) για την καταστολή της. Γίνονται πάνω από 3500 συλλήψεις μέσα σε μία εβδομάδα. Ο Μακρόν στοχοποιεί τους γονείς των παιδιών και κατηγορεί τα κοινωνικά δίκτυα, ιδιαίτερα το Τwitter και το Snapchat. Ταυτόχρονα, ομάδες νεοφασιστών και νεοναζιστών επιτίθενται στον εξεγερμένο κόσμο, ιδιαίτερα στη Lyon. Συνδικάτα αστυνομικών ζητάνε δημόσια από τον Μακρόν να τους «λύσει τα χέρια», προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον εξεγερμένο κόσμο, λέγοντας πως όλο αυτό που γίνεται είναι «πόλεμος». 

Εκατοντάδες μέλη της αστυνομίας υποστηρίζουν στα κοινωνικά δίκτυα την εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων για τον μπάτσο που δολοφόνησε το παιδί. Το ταμείο οικονομικής στήριξης του δολοφόνου ξεπερνάει το ενάμιση εκατομμύριο ευρώ με συνεισφορές από όλη τη χώρα. Τις επόμενες ημέρες και αφότου έχει επέλθει το εξεγερτικό κύμα, ο Ευρωπαίος επίτροπος Thierry Bréton αναφέρει πως από τις 25 Αυγούστου 2023, όπου και θα ισχύσουν οι νέοι κανόνες για την λογοκρισία των κοινωνικών δικτύων στην ΕΕ, θα λογοκρίνονται όλα τα «καλέσματα για εξέγερση» στη Γαλλία.

Ο κόσμος όμως που βρέθηκε στους δρόμους των γαλλικών προαστίων μετά τη ρατσιστική, κρατική δολοφονία δεν ήταν εκείνος που κατέκλυζε τις πόλεις για το συνταξιοδοτικό. Ο Ναέλ δεν ήταν απλώς ένας ανήλικος Γάλλος. Ήταν Γάλλος με καταγωγή από την Αλγερία (4ης γενιάς), με το παρουσιαστικό του να προδίδει ότι δεν είναι «αυθεντικός», ευκατάστατος Γάλλος, και γι’ αυτό έγινε στόχος μίας ακόμα κρατικής δολοφονίας από έναν ρατσιστή μπάτσο που εκπροσωπεί και προστατεύει ένα εξίσου ρατσιστικό κράτος. Στο Παρίσι, η εξέγερση των προαστίων, σε αντιδιαστολή με τις κινητοποιήσεις για το συνταξιοδοτικό, προδίδει τον βαθιά διαχωρισμένο χαρακτήρα των γαλλικών λαϊκών στρωμάτων, ένα διαχωρισμό που έχει τις ρίζες του στην μετα-αποικιακή Γαλλία του 20ου αιώνα.

Παρίσι – πώς προέκυψε ο χωρικός και ταξικός διαχωρισμός

Η κοινωνική κατοικία στη Γαλλία είναι ένας θεσμός που ξεκίνησε στα πλαίσια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, πάνω στη λογική της «αγοράς που δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες των πληθυσμών για στέγαση». Έτσι, από τη δεκαετία του 1950 και φτάνοντας σε κρεσέντο τη δεκαετία του 1980, η Γαλλία στεγάζει μαζικά άστεγους πληθυσμούς, μεταναστευτικές ροές από τα αποικιακά της εδάφη (τότε αποκαλούμενα Franceafrique) και ιδιαίτερα από την Αλγερία.

Για τους φτωχότερους πληθυσμούς, η κοινωνική κατοικία φέρνει μία νέα μορφή αποκλεισμού. Αρχικά, οι κοινωνικές κατοικίες κατασκευάζονται δίπλα σε βιομηχανικά συγκροτήματα, με το μολυσμένο περιβάλλον να κάνει τους οικισμούς να θυμίζουν παραπήγματα του 19ου αιώνα. Με την επικράτηση, όμως, του μοντερνισμού στην αρχιτεκτονική, τα νέα πολεοδομικά συγκροτήματα τοποθετούνται σε μεγάλες αποστάσεις από τις βιομηχανικές περιοχές και από τα κέντρα των πόλεων. Μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού των λαϊκών τάξεων, με τα οποία οι αστοί δεν θέλουν να αναμειχθούν, αναγκάζονται να στραφούν σε αυτές τις κατοικίες, ανάγκη που τους εξοβελίζει από τη ζωή στην πόλη. Η απουσία υπηρεσιών και κοινοτικής ζωής καθώς και οι τεράστιες αποστάσεις από την πόλη και από τους χώρους εργασίας καθιστούν βασανιστική την καθημερινότητα των κατοίκων. Πολλοί στρέφονται στην παρανομία ή άλλες διεξόδους για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Βασική προϋπόθεση για την ενσωμάτωση των μεταναστευτικών πληθυσμών στη γαλλική κοινωνία και την αναγνώρισή τους ως «Γάλλοι πολίτες» είναι η στέρηση της ταυτότητάς τους. Η απομόνωσή τους όμως σε τεράστια μπλοκ κατοικιών σημαίνει ότι ακόμα και εκείνοι και εκείνες που καταφέρνουν να αφήσουν πίσω τις ταυτότητές τους δεν έχουν καμία ελπίδα για ενσωμάτωση.

Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια εποχή όπου το γαλλικό κοινωνικό κράτος είναι ακόμα κραταιό. Από το 1980 και έπειτα, τα πράγματα αλλάζουν. Η αδυναμία συντήρησης ενός κοινωνικού συστήματος στέγασης οδήγησε σε ένα νέο κύμα δημιουργικής καταστροφής, αφού το κτηριακό απόθεμα δεν κρίνεται άξιο διατήρησης. Τα μεγάλα μπλοκ κατοικιών, που έχουν πλέον μετατραπεί σε σύμβολα φτωχοποίησης και γκετοποίησης, κατεδαφίζονται μαζικά προκειμένου να μεταφερθούν οι κάτοικοι σε νέες κατοικίες, λιγότερο μαζικές και ποιοτικά αναβαθμισμένες καθότι νεότερες. Στη πραγματικότητα οι λαϊκές περιοχές εξευγενίζονται, οι φτωχότεροι πληθυσμοί γκετοποιούνται και πετιούνται εκτός πόλης ή σε ακόμα πιο μακρινά προάστια. «Ο καπιταλισμός ποτέ δεν ξεπερνάει τις κρίσεις του, απλώς τις μετακινεί γεωγραφικά στον χώρο».

Στην επιπλέον απομόνωση του μεταναστευτικού πληθυσμού οδήγησε και η λεγόμενη λαϊσιτέ (διαχωρισμός του κράτους από οποιοδήποτε θρησκευτικό δόγμα). Το 1989, με πρωτοφανή μιντιακή κάλυψη για την εποχή, αναδεικνύεται στη Γαλλία το ζήτημα των θρησκευτικών συμβόλων στο δημόσιο χώρο και κυρίως στα σχολεία. Στα πλαίσια λοιπόν της λαϊσιτέ και με τη συμφωνία της κοινής γνώμης, τα θρησκευτικά σύμβολα απαγορεύονται στα δημόσια κτήρια και υπηρεσίες. Η ανανεωμένη δεξιά και ακροδεξιά χρησιμοποιούν τη λαϊσιτέ και τον αντικληρικαλισμό της γαλλικής εργατικής παράδοσης ως διάκριση ανάμεσα στη λευκή εργατική και μεσαία τάξη (που διατηρεί ακόμα μία καθολική ηθική και αισθητική) και τις φυλετικοποιημένες μουσουλμάνες Γαλλίδες ή μετανάστριες. Με αυτό τον τρόπο σπάνε οι δεσμοί αλληλεγγύης μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων διαφορετικών καταβολών. Έτσι, οι μουσουλμάνες (μαύρες ή μιγάδες) μαθήτριες που φορούν χιτζάμπ στα σχολεία θεωρούνται υποδεέστερες και λιγότερο ελεύθερες από τις λευκές (καθολικές) μαθήτριες, οι μετανάστες της βόρειας Αφρικής υποδεέστεροι από τους Γάλλους ή «γαλλοποιημένους» υπηκόους κ.ο.κ. Αυτή η αντιστροφή του πνεύματος της λαϊσιτέ (ισότητα ανεξαρτήτως θρησκείας, φύλου φυλής, απέναντι στο κράτος και τον νόμο) ξεπερνάει τα στεγανά της δεξιάς, και πιάνει, εκείνη την εποχή, όλο το ιδεολογικό, πολιτικό και κομματικό φάσμα, ενώ χρησιμοποιείται ως όπλο της λευκής άρχουσας τάξης για τη διατήρηση του status quo στο σημερινό μετα-αποικιακό σύστημα.

Η νεοαποικιακή Γαλλία «νιώθει» λιγότερο σημαντική από τη Γαλλία του Charles de Gaulle. Η αλγερινή επανάσταση, τραύμα στην αναπαράσταση μιας δυνατής και ακμαίας σοβινιστικής Γαλλίας, αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα θέμα ταμπού για τον μέσο Γάλλο πολίτη. Εν μέσω της σύγκρουσης του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία (και του βάθους με την Κίνα), η Γαλλία επιλέγει την περαιτέρω στρατιωτικοποίησή της. Η οικονομική δυσχέρεια της Γερμανίας λόγω του πολέμου φαίνεται να βάζει τον Μακρόν και τη Γαλλία σε πιο προνομιακή θέση ως «ανανεωτή» και καθοδηγητή της ΕΕ, μια εικόνα που η γαλλική αστική τάξη θέλει να πουλήσει στους λευκούς της υπηκόους. 

Αυτή η μετατροπή των ταξικών αγώνων σε «πόλεμο πολιτισμών» αποτέλεσε το κύριο αφήγημα πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η άνοδος της ακροδεξιάς στη Γαλλία, αλλά σε μεγάλο βαθμό και το κόμμα του Μακρόν. Η στρατιωτικοποιημένη αστυνομία βλέπει την φυλετικοποιημένη εργατική τάξη ως τον εσωτερικό εχθρό στη Γαλλία, σε μια λογική μιας μεταμοντέρνας συνέχειας του «πολέμου στην Αλγερία» ή των πολέμων «ενάντια στη τρομοκρατία». Νεοφασίστες και νεοναζί κάνουν πορείες με την ανοχή ή και επικρότηση της αστυνομίας,  ενώ παράλληλα διάφοροι στρατιωτικοί καλούν σε παρέμβαση των κατασταλτικών μηχανισμών στα «απολίτιστα» προάστια και τις απομονωμένες Σιτέ. Το αφήγημα που κυριαρχεί αφορά τη «σωτηρία» των (λευκών) Γάλλων από τους «άλλους», οι οποίοι έχουν ταυτιστεί με τη φτώχεια, το περιθώριο και την εγκληματικότητα. Η ενδοταξική αλληλεγγύη προς τα φυλετικοποιημένα άτομα γίνεται στόχος από τη κυβέρνηση του Μακρόν και τον υπουργό εσωτερικών Gérard Darmanin ως ισλαμοαριστερισμός.

Η διαφορά της σύστασης του κόσμου στις κινητοποιήσεις για το συνταξιοδοτικό και σε εκείνες για τον Ναέλ, δείχνει ότι υπάρχει μία διάσπαση των εργατικών και λαϊκών τάξεων που δεν είναι μόνο κοινωνική. Ο ίδιος ο χώρος παρεμβάλλεται προκειμένου να την καταστήσει αποτελεσματικότερη και αυτό είναι εμφανές στο Παρίσι. Στη γενική εικόνα, η μεγάλη διαφορά μεταξύ των φυλετικοποιημένων και πολυπολιτισμικών προαστίων με το όλο και πιο εξευγενισμένο κέντρο είναι πασιφανής. Στις κινητοποιήσεις ενάντια στον νόμο για το συνταξιοδοτικό κινητοποιήθηκαν κυρίως οι λευκοί πληθυσμοί, με τα προάστια να παραμένουν «αμέτοχα». Ο κόσμος που κινητοποιήθηκε βρίσκεται σε μία πιο προνομιακή θέση συγκριτικά με τις εργατικές τάξεις των προαστίων (λευκές και φυλετικοποιημένες), που μαστίζονται από την ανεργία, από την πλήρη επισφάλεια, από την αστυνομική βία και τον θάνατο και πιθανόν να μην πάρουν ποτέ σύνταξη. 

Αντίθετα, στις κινητοποιήσεις για τη δολοφονία του Ναέλ, ο φυλετικοποιημένος κόσμος λαμβάνει ελάχιστη υποστήριξη. Οι αποστάσεις και η έλλειψη κοινωνικών δεσμών μαρτυρούν την επικράτηση ενός ατομικισμού που περιφράσσει τις κοινωνικές σχέσεις, με τη συμβολή φυσικά του χωρικού διαχωρισμού. Ο Ναέλ «δεν ήταν ένας από εμάς» γιατί άμα είσαι λευκός/ή και μένεις στο Παρίσι είναι πάρα πολύ πιθανόν να μην συναντιέσαι ποτέ με φυλετικοποιημένα άτομα των λαϊκών τάξεων.

Οι κάτοικοι των προαστίων βρίσκονται υπό το διαρκές βλέμμα της κοινωνίας, του «μέσου Γάλλου» αλλά και κάθε λογής επιστημόνων ή καλλιτεχνών. Είναι αντικείμενο κοινωνιολογικής μελέτης, ταινιών ή βιβλίων. Κρίνονται για το αν είναι άτομα αρκετά επαναστατικά ή όχι, αν είναι αρκετά εξισλαμισμένα ή όχι, αν ανταποκρίνονται στα κριτήρια μιας χειραφετητικής προοπτικής ή όχι, αν οι θηλυκότητες, οι γυναίκες ή οι φεμινίστριες είναι αρκετά ριζοσπαστικές ή όχι, αν είναι εύκολο να έχει πρόσβαση κανείς (λευκός) στους χώρους τους ή όχι κ.ο.κ. 

Αντίστοιχα, για τον μέσο λάιφσταϊλ αναρχικό, για την αριστερά που πασχίζει ακόμα να εξαργυρώσει το πολιτισμικό της κεφάλαιο, χωρίς όμως να ξεφεύγει από τα στεγανά των πανεπιστημίων, τα προάστια, και πιο συγκεκριμένα η εξέγερση των προαστίων, αποτελούν και αποτελούσαν ανέκαθεν αντικείμενο ηδονοβλεψίας. Σε αυτό συνεισφέρει βέβαια και η φετιχοποίηση και εξωτικοποίησή των προαστίων από αποτυχημένους κινηματογραφιστές της κάθε εποχής. Αντί για αυτό, θα ήταν πιο συνετό να βρει κανείς τους τρόπους για να χτιστούν νέες σχέσεις και πραγματικοί κοινωνικοί δεσμοί.

Φυλετικοποιημένος* – από τον γαλλικό όρο racisé, ο οποίος χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει άτομα που υπόκεινται ρατσισμό βάσει εμφανισιακών, πολιτισμικών ή θρησκευτικών χαρακτηριστικών τους

Cité de banlieue* – Αστική περιοχή της εργατικής τάξης που κατοικείται κυρίως από πληθυσμό με οικονομικές δυσκολίες και πρόσφατη μεταναστευτική καταγωγή.

The post Γαλλία: Κατανόηση του 2024 μέσα από το 2023 first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/07/05/gallia-katanoisi-2024-mesa-to-2023/feed/ 0 16718
Ο Καραγάτσης, η κριτική και η Λε Πεν https://www.aftoleksi.gr/2024/06/25/o-karagatsis-kritiki-le-pen/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=o-karagatsis-kritiki-le-pen https://www.aftoleksi.gr/2024/06/25/o-karagatsis-kritiki-le-pen/#comments Tue, 25 Jun 2024 07:28:42 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=16625 Του Αλέξανδρου Σχισμένου Ντόρος για τον Καραγάτση στα ελληνικά ΜΜΕ. Αφού ασχολήθηκε και η “Καθημερινή” και το Παιδί Χωμενίδης, να πούμε πως ξανά στον δημόσιο διάλογο επιβλήθηκε η κουβέντα των σόσιαλ μίντια – ένδεια των θεσμικών ΜΜΕ και θρίαμβος της ανεξέλεγκτης γνώμης. Φαινόμενο της εποχής μας, θα λέγαμε. Βέβαια, η ‘Καθημερινή’ και το Παιδί Χωμενίδης [...]

The post Ο Καραγάτσης, η κριτική και η Λε Πεν first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Του Αλέξανδρου Σχισμένου

Ντόρος για τον Καραγάτση στα ελληνικά ΜΜΕ. Αφού ασχολήθηκε και η “Καθημερινή” και το Παιδί Χωμενίδης, να πούμε πως ξανά στον δημόσιο διάλογο επιβλήθηκε η κουβέντα των σόσιαλ μίντια – ένδεια των θεσμικών ΜΜΕ και θρίαμβος της ανεξέλεγκτης γνώμης. Φαινόμενο της εποχής μας, θα λέγαμε.

Βέβαια, η ‘Καθημερινή’ και το Παιδί Χωμενίδης έθεσαν το μόνο ανόητο ερώτημα: “Με ποια αισθητικά, ιδεολογικά ή άλλα κριτήρια διαβάζουμε λογοτέχνες άλλων εποχών;”

Το ερώτημα, αν δεν είναι ρητορικό, είναι ανόητο γιατί δεν θα μπορούσαμε να διαβάσουμε λογοτέχνες άλλων εποχών παρά μόνο με τα κριτήρια της εποχής μας. Δηλαδή, τα κριτήρια που χρησιμοποιούμε για να διαβάσουμε το παρελθόν ανήκουν στην εποχή μας, αφού είμαστε η εποχή μας, όσο και τα λογοτεχνικά έργα του παρελθόντος ανήκουν στην εποχή τους και είναι η εποχή τους.

Όχι μόνο αναγκαστικά τα κριτήριά μας ανήκουν στον καιρό μας [τι ταυτολογία, Παιδί μου], αλλά και τα ίδια τα έργα του παρελθόντος μας επιβάλλουν να τα κρίνουμε με βάση τον καιρό μας.

Γιατί; Επειδή επιβίωσαν, με κάποιον τρόπο, ανάμεσα σε τόσα που χάθηκαν. Ο τρόπος που επιβίωσαν αφορά εξίσου την εποχή μας και την περασμένη εποχή, γιατί αυτό είναι το ερώτημα της διαχρονικότητας της λογοτεχνίας. Και η διαχρονικότητα είναι μορφή ιστορικότητας και μόνο από την κριτική ιστορική προοπτική μπορούμε να τα δούμε, συνειδητά ή μη.

Μάλιστα, αν εντοπίζονται σε αυτά τα έργα στοιχεία μισαλλοδοξίας, σεξισμού, ρατσισμού, μισογυνισμού, μισανθρωπίας κ.τ.λ. είναι διπλά αναγκαία η κριτική, διότι αποκαλύπτουν πώς αναπαράχθηκαν και συντηρήθηκαν στο φαντασιακό μας αυτά τα στοιχεία.

Ασφαλώς, στο πεδίο της κριτικής λογοτεχνίας, τα κριτήρια ζητούν να γίνουν “κανονικά”, οπότε, ορθότατα υπάρχει ενδιαφέρον γύρω από το κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο των έργων και την προσωπικότητα των συγγραφέων. Αυτά είναι αναγκαία εργαλεία για την -όποια- κατανόηση της βλέψης των έργων και της πρόσληψής τους, αλλά δεν είναι αναγκαία εργαλεία για την κατεξοχήν απόλαυσή τους από την αναγνώστρια, την ακροάτρια ή τον θεατή.

Υπάρχει φυσικά πιθανότητα παρανάγνωσης ή διαστρεβλωμένης ερμηνείας [“παρανοϊκής κριτικής”] αλλά κυρίως αφορά τα πραγματολογικά ελλείμματα ή τις προφανείς ιδεοληψίες του κριτικού που ξανά όμως, δεν εμποδίζουν την κατεξοχήν απόλαυση των έργων και είναι θεωρητικά και αναλυτικά προβλήματα μελετητών εύκολο να αναδειχτούν από μελετητές.

Και τα ερμηνευτικά μας εργαλεία ανήκουν στην εποχή μας και το ίδιο ερώτημα δεν αφορά μόνο την τέχνη, αλλά κάθε παρελθοντική μορφή πολιτισμού: δηλαδή, με ποια κριτήρια θα κρίνουμε τα αυταρχικά καθεστώτα, τις κρατικές γενοκτονίες, τις ρατσιστικά και μισανθρωπικά στερεότυπα των άλλων εποχών;

Με τα δικά τους, εσώτερα ηθικά κριτήρια, τα εξ ορισμού ρατσιστικά και μισανθρωπικά ή με τα δικά μας;; Αν όχι με τα δικά μας, δεν ακυρώνεται η ίδια η κριτική στάση; Ασφαλώς.

Μήπως η τέχνη είναι αθώα των συνεπειών της; Μα τότε, πώς επιδρά στην κοινωνία; Μήπως δεν επιδρά; Μα τότε, γιατί το συζητάμε;

Αν μιλάμε για τη ‘Γέννηση ενός Έθνους’ του Γκρίφιν ως τεχνικό επίτευγμα, πρέπει να ξεχάσουμε ότι είχε ρατσιστικό περιεχόμενο και προκάλεσε ρητά τη δεύτερη ίδρυση της Κού-Κλουξ-Κλαν;

Ανόητο το ερώτημα που οδηγεί σε βλακώδη συμπεράσματα, άρνησης του αναστοχασμού και της κριτικής ικανότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι τίθεται από συντηρητικούς και αντιδραστικούς κύκλους, δηλαδή κύκλους που συντηρούν ενεργά τις κατεστημένες ανισότητες.

Η γυναικοκτονική πατριαρχία ως κυρίαρχο φαντασιακό συνδέει την εποχή του Καραγάτση με τη δική μας – τη διαφοροποιεί το εύρος και η αιχμή του καταγγελτικού φεμινιστικού λόγου που, επιτέλους, εκφράζεται δημόσια, αλλά παραμένει μειονεκτικός.

Αυτό αποδεικνύεται ιστορικά και από την καθιέρωση και δημοφιλία των έργων του Καραγάτση.

Το πώς κρίνουμε ένα έργο περασμένης εποχής, μας το δείχνει στην ίδια εφημερίδα ένας ώριμος καλλιτέχνης, ο Θ. Τερζόπουλος.

Η “Ορέστεια” του Αισχύλου είναι ένα έργο περασμένης εποχής, ασφαλώς διαχρονικό. Τι απάντηση θα δίναμε στο ανόητο ερώτημα αν αφορούσε την Ορέστεια;

Θα επέλεγα την παρακάτω φράση από τη συνέντευξη του Θόδωρου Τερζόπουλου (που θα ανεβάσει την τριλογία στην Επίδαυρο τον Ιούλη) στην “Κ”:

“Παράδειγμα: έρχεται ο Αγαμέμνων από την Τροία και η γυναίκα του, η Κλυταιμνήστρα, του ετοιμάζει ένα κόκκινο χαλί. Αυτό το κόκκινο χαλί για εμένα είναι 22 σώματα του χορού, ματωμένα, φωτισμένα με κόκκινο φως, 22 νεκροί ή 22 φαντάσματα ή 22 μελλοθάνατοι. Κι αυτό με έβαλε σε άλλες σκέψεις. Eπρεπε να βρω εκείνες τις σημερινές παραμέτρους για να το μεθερμηνεύσω. Το υλικό αυτό «έγιναν» οι πόλεμοι, οι καταστροφές, άρχισα να το βλέπω σαν πρόσφυγας από τη Γάζα.”

Woke Ηράκλειτος:
“τοῖς ἐγρηγορόσιν ἕνα καὶ κοινὸν κόσμον εἶναι, τῶν δὲ κοιμωμένων ἕκαστον εἰς ἴδιον ἀποστρέφεσθαι.” [απ. 89]

[Για τους ξύπνιους ένας και κοινός κόσμος υπάρχει, αλλά κάθε κοιμισμένος ξαναγυρνά στο δικό του ιδιωτικό κόσμο.]

Ας το πω με σαφήνεια. Μπορούμε να ασκούμε δημόσια κριτική για κάθε δημόσιο κείμενο, λογοτεχνικό ή μη, βάσει των ιδεών που εκφράζει πέραν της αισθητικής του αρμονίας. Και κρινόμαστε και εμείς για την κριτική μας. Η υπεράσπιση της “παραδοσιακής αυθεντίας” του συγγραφέα με όρους αποσιώπησης των ιδεών που εκφράζει και λογοκρισίας της ριζοσπαστικής κριτικής είναι το κατεξοχήν πολιτικό εργαλείο που χρησιμοποίησε η αμερικάνικη νέα ακροδεξιά του Τραμπ για να ανέλθει στην εξουσία.

Δεν είναι νέο εργαλείο. Άρχισε από τον 19ο αιώνα, με την αποκατάσταση της μνήμης των ρατσιστών δουλοκτητών Νοτίων και τη δημιουργία του φανταστικού “παραδοσιακού Νότου” που οδήγησε στη θέσπιση των ρατσιστικών νόμων του “Τζιμ Κρόου” και του φυλετικού διαχωρισμού κατά τον 20ο αιώνα.

Ξεκίνησε ξανά τον 21ο αιώνα ως απάντηση στο αίτημα να γκρεμιστούν τα αγάλματα των ρατσιστών δουλοκτητών Νότιων στρατηγών που είχαν εγερθεί στις Νότιες Πολιτείες. Και φούσκωσε ως αντιδραστικό ρεύμα κατά την προεδρία Ομπάμα.

Το χρησιμοποίησε η καμπάνια του Τραμπ το 2016 ρητά, μετά τις υποδείξεις του “λάτρη του Θουκυδίδη” νεοφασίστα Steve Bannon, ο οποίος, πριν καταδικαστεί και εξαφανιστεί από το δημόσιο βίο, συμβούλευσε και τους Ευρωπαίους ακροδεξιούς για τη χρήση των προπαγανδιστικών εργαλείων της alt-right. Η “επανίδρυση”, το rebranding, του κόμματος της Μαρίν Λε Πεν από “Εθνικό Μέτωπο” σε “Εθνικό Συναγερμό” και η υιοθέτηση του προτύπου του “λευκού υπερασπιστή της παραδοσιακής Δυτικής κουλτούρας” βασίστηκαν σε παρόμοιους σχεδιασμούς και αποτέλεσαν κλειδί για την κανονικοποίηση και εκλογική εκτόξευση της ακροδεξιάς.

Στον πυρήνα αυτού του εργαλείου βρίσκεται ο ρητορικός μηχανισμός της αναγωγής στο παράλογο, που συνδέει αναίτια τα κριτικά συμπεράσματα με παράλογες απειλές, όπως το κάψιμο βιβλίων και η κατάργηση της λογοτεχνικής παράδοσης, στο πλαίσιο της παροξυσμικής συνωμοσιολογίας. Πετυχαίνουν έτσι διπλό στόχο: Αποκρύπτουν το πραγματικό περιεχόμενο της κριτικής και δαιμονοποιούν όποια ή όποιον τολμήσει να την κάνει. Ταυτίζουν την κριτική με την καταστροφή, την αποδόμηση με την εξάλειψη, την αμφισβήτηση με τον μηδενισμό κατά τρόπο ώστε να μην απομείνει χώρος για κριτικό αναστοχασμό, δημιουργική αμφισβήτηση και, κυρίως να αποφευχθεί το ιδεολογικό ξεγύμνωμα των κατεστημένων ανισοτήτων και του κυρίαρχου φαντασιακού κομφορμισμού.

Τώρα, με λύπη, βλέπω υποτίθεται ελευθεριακούς, αριστερούς, προοδευτικούς, τέλος πάντων μη συντηρητικούς ανθρώπους να αναπαράγουν πανικόβλητοι τα νεοδεξιά στερεότυπα περί “λογοτεχνικού κανόνα”, “παραδοσιακών ιδεών της εποχής τους”, “απειλή για κάψιμο του Σαίξπηρ”, “ακυρωτική κουλτούρα” κτλ. Και συμμετέχουν στην επίθεση απέναντι σε όσες τολμούν να ασκήσουν κριτική στα Ιερά Είδωλα. Ξεχνώντας ότι η αξία της κριτικής αλλά και της τέχνης είναι το γκρέμισμα των Ιερών Ειδώλων.

Αντιδραστικός είναι όποιος υπερασπίζεται τις κατεστημένες ιεραρχίες και τις θεσμισμένες ανισότητες, λέει ο Corey Robin που μελετά το φαινόμενο στο βιβλίο του The Reactionary Mind.

Η προπαγάνδα της νέας ακροδεξιάς είναι ύπουλη και διαποτίζει με μίσος τον δημόσιο διάλογο. Υπερασπίζεται συγκεκριμένα “Ιερά Τέρατα” και αποκρύπτει το ουσιώδες γεγονός ότι, π.χ. ο Μ. Καραγάτσης ήταν δηλωμένα μισογύνης και ρατσιστής. Και φρόντισε να το δηλώσει γραπτώς. Έγραφε και κριτική θεάτρου, εκτός από “αριστουργήματα” και εκεί, νομίζω, εξέφραζε τις προσωπικές του απόψεις. Ιδού λοιπόν τι έγραφε για το “Ημέρωμα της Στρίγγλας” το 1948:

… υπάρχει ένα μεγάλο ηθικό και κατά τη γνώμη μου αληθέστατο δίδαγμα: ότι η ελεύθερη κι αυθαίρετη υποταγή της γυναίκας στον άντρα αποτελεί την βασικήν ευτυχίαν του γάμου… Φρονώ ότι όλες οι μαθήτριες των Γυμνασίων (οι αυριανές σύζυγοι) θα έπρεπε να ιδούν υποχρεωτικώς το έργο που ανέβασε το Εθνικό Θέατρο. Για να διαλυθούν τα πιθανά φούμαρα του μυαλού τους, ότι η γυναίκα πρέπει να ψήνη το ψάρι στα χείλη του άντρα της για να του αποδείξη πως έχει… περσοναλιτέ!.

Και για το κίνημα των μαύρων στις ΗΠΑ την ίδια χρονιά:
“Αιτία του χάσματος είναι η βιολογική κατωτερότης της μαύρης φυλής. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες μελέτες για να καταλάβουμε αυτή την αλήθεια εμείς οι λευκοί. Η στοιχειώδης παρατήρησις και το ένστικτο αρκούν να μας πείσουν ότι ανήκουμε σε δύο βιολογικούς κόσμους χωριστούς… Είναι αδύνατο σ’ έναν λευκό να συνεννοηθή πνευματικώς και ψυχικώς μ’ έναν μαύρο».

Γιατί δεν τέθηκαν και αυτές οι πληροφορίες στον πρόσφατο δημόσιο διάλογο; Μα διότι ο διάλογος δεν έγινε επί του περιεχομένου της κριτικής στον ίδιο τον συγγραφέα, αλλά, μέσω αντιπερισπασμού, επί του “θράσους” της άσκησης κριτικής στον συγγραφέα. Πού καταλήγουμε; Στην δαιμονοποίηση της κριτικής στάσης ως “ακυρωτικής” στάσης. Μα η απώλεια της κριτικής λειτουργίας στο κοινωνικό πεδίο σημαίνει ακριβώς και την απώλεια της δημιουργικής σχέσης μας με το παρελθόν. Για το οποίο παρελθόν, γράφει ο Καστοριάδης πως “η γνώση του αλλά και η κριτική πού του ασκούμε, αποτελεί τμήμα του αυτοστοχασμού μας. Και τούτο, όχι μόνον επειδή καθιστά φανερή τη σχετικότητα τού παρελθόντος μέσω της γνώσης άλ­λων εποχών, αλλά και επειδή αφήνει να διαφανεί ή σχετικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας μέσω τού στοχασμού πού αφορά σε άλλες ιστορίες, ιστορίες πού ήυαν πράγματι δυνατές, χωρίς όμως να έχουν πραγματοποιηθεί.”

Και, εν τέλει:

Πείτε μου έναν συγγραφέα που η “ακυρωτική κουλτούρα” (sic) σας εμπόδισε να διαβάσετε. Δύσκολο. Η JK Rowling υπέστη πραγματικά “ακυρωτική” καμπάνια έπειτα από τις τρανσφοβικές της δηλώσεις και, όχι μόνο δεν μειώθηκε η προβολή ή οι πωλήσεις των βιβλίων της, αλλά συνέχισε να κάνει τρανσφοβικές δηλώσεις με μεγαλύτερη επιθετικότητα, πίσω από την ασπίδα του “προνομιούχου θύματος.”
Τότε πείτε μου έναν συγγραφέα που η “ακυρωτική κουλτούρα” (sic) σας εμπόδισε να ξεχάσετε ότι υπήρξε μισογύνης, φασίστας ή ρατσιστής. Ιδού το ζόρι.

Αχ, καημένοι Καραγάτση, Καζαντζάκη, Κίπλινγκ, Σελίν, Ουελμπέκ πώς θα μπορέσουν οι αναγνώστες σας να ξαναβρούν την κατασταλτική αθωότητά τους;

Μα, καταδικάζοντας την…. “ακυρωτική κουλτούρα” (sic)


Σκίτσο του Cabu από το 2015, δημοσιευμένο στο Charlie Hebdo, που απεικονίζει τον Μισέλ Ουελμπέκ στην αγκαλιά της Λε Πεν, η οποία του λέει: “Θα είσαι ο Μαρλώ μου” [υπουργός Πολιτισμού στην δεξιά κυβέρνηση Ντε Γκωλ μέχρι τον Μάη του ’68]

The post Ο Καραγάτσης, η κριτική και η Λε Πεν first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/06/25/o-karagatsis-kritiki-le-pen/feed/ 1 16625
Ανάλυση των Lundimatin για τις εκλογές στη Γαλλία & τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης https://www.aftoleksi.gr/2024/06/14/lundimatin-dedomenoy-oti-ethnosyneleysi-dialythei-nomika-proteinoyme-ti-sygkentrosi-mias-genikis-syneleysis/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=lundimatin-dedomenoy-oti-ethnosyneleysi-dialythei-nomika-proteinoyme-ti-sygkentrosi-mias-genikis-syneleysis https://www.aftoleksi.gr/2024/06/14/lundimatin-dedomenoy-oti-ethnosyneleysi-dialythei-nomika-proteinoyme-ti-sygkentrosi-mias-genikis-syneleysis/#respond Fri, 14 Jun 2024 05:56:41 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=16566 Ανάλυση της γαλλικής συλλογικότητας Lundimatin για τις πρόσφατες εξελίξεις στη Γαλλία μετά τις ευρωεκλογές. Σε αυτήν, καλούν σε Γενική Αντι-Συνέλευση δεδομένου της πρόσφατης διάλυσης της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης. Δημοσιευμένο στο lundimatin#432, 11 Ιουνίου 2024 | Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ. | Φωτογραφία κειμένου: Μαθητική συγκέντρωση στη σχολή Henri IV στο Παρίσι αμέσως μετά τα αποτελέσματα [...]

The post Ανάλυση των Lundimatin για τις εκλογές στη Γαλλία & τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Ανάλυση της γαλλικής συλλογικότητας Lundimatin για τις πρόσφατες εξελίξεις στη Γαλλία μετά τις ευρωεκλογές. Σε αυτήν, καλούν σε Γενική Αντι-Συνέλευση δεδομένου της πρόσφατης διάλυσης της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης. Δημοσιευμένο στο lundimatin#432, 11 Ιουνίου 2024 | Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ. | Φωτογραφία κειμένου: Μαθητική συγκέντρωση στη σχολή Henri IV στο Παρίσι αμέσως μετά τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, κατά της ακροδεξιάς και υπέρ της ενότητας του κινήματος. 

Να γίνουμε λαθραίοι·ες·α: δρώντας υπό κάλυψη πέρα από το εξάγωνο[1]

Προτείνουμε Γενική Συνέλευση στις 15 Ιουνίου αντί της ενιαίας συζήτησης που είχε προηγουμένως προταθεί.

Είχαμε προετοιμάσει αυτό το πρόγραμμα συζήτησης για τις 15 Ιουνίου πολύ πριν από τα αποτελέσματα της 9ης Ιουνίου και την συνεπακόλουθη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης[2]. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το νόημα αυτής της διάλυσης. Η λογική που, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, μείωνε το χάσμα μεταξύ των πρωταγωνιστών της καθαρά θεαματικής γιγαντομαχίας μεταξύ του ακραίου-κέντρου και της ακροδεξιάς, είναι έτοιμη να φτάσει στο πιο προχωρημένο της στάδιο: την πλασματική αντιπαράθεση εντός της ίδιας της κυβέρνησης. Με την πιο γενναιόδωρη υπόθεση: ο Μακρόν αποφάσισε να καβαλήσει την τίγρη[3]. Είτε πιστεύει ότι πραγαματικά θα κερδίσει. Είτε θέλει να επιχειρήσει τη “συγκατοίκηση”[4] με το RN[5], προκειμένου να δημιουργήσει προεδρική αντιπολίτευση στην υπουργική κυβέρνηση και να καθιερωθεί ως εναλλακτική πολιτική στον ίδιο. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα μας εξέπληττε που, όπως ήταν απολύτως αναμενόμενο, ο καβαλημένος θα αντικαταστήσει τον καβαλάρη. Αλλά, όπως και να έχει: όταν η τίγρη αφήνεται ελεύθερη, δεν υπάρχει χρόνος να ανησυχείς για τον αφέντη. Όπως θα έλεγε ο Μαρξ, σήμερα οι «συνθήκες» είναι «αντικειμενικά» σκατά οπότε αποφασίσαμε να ριζοσπαστικοποιήσουμε αυτό που διακυβεύεται στη συζήτησή μας. Αυτό που ακολουθεί λοιπόν είναι μια αναθεωρημένη εκδοχή της συγκέντρωσης που προτείνουμε για τις 15 Ιουνίου. Δεδομένου ότι η Εθνοσυνέλευση έχει διαλυθεί νομικά, προτείνουμε τη λαθραία συγκέντρωση μιας Γενικής αντι-Συνέλευσης.

«Στην περίπτωσή μας, το σημαντικό στην δήλωση που δυσάρεστα ακούγεται: «Το φως του δημοσίου συσκοτίζει τα πάντα»[6] έγινε το επίκεντρο του ζητήματος και δεν ήταν παρά η πιο συνοπτική περίληψη των υφιστάμενων συνθηκών.» (H. Arendt, Vies politiques, 1968)

«Τολμώ να ισχυριστώ εδώ ότι η ελευθερία είναι πάντα κρυφή, ότι η αλήθεια και η δικαιοσύνη είναι επίσης κρυφές. Και ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά ομοιώματα και παράγοντες εκφοβισμού μόλις φανερωθούν στη δημόσια σφαίρα». (P. Klossowski, Le 14 juillet, n°3)

«Η διαφορά είναι ότι το λαθραίο δεν σκοτώνει ποτέ: φέρνει ζωή. Μεταμορφώνει, ναι, αλλά πάντα για να δημιουργήσει κάτι ζωντανό…» (Alain Damasio, Les furtifs).

Μια ηλιόλουστη μέρα, με ζεστά σάντουιτς, ποτά, παιχνίδια νωρίς το απόγευμα και συναυλίες το βράδυ, τα οποία είναι φυσικά μια ανοιχτή γιορτή για όλη την οικογένεια και με ελεύθερη οικονομική συνδρομή, διοργανώνουμε μια συζήτηση διάρκειας περίπου τριών ωρών -από τις 16:30 έως τις 19:30- για να εξετάσουμε τις θεωρητικές και πρακτικές ανησυχίες που εγείρουν οι τρέχουσες συγκυρίες. Στις 9 Ιουνίου, η κατάσταση αυτή δραματοποιήθηκε ξαφνικά από τη νομοθετική κίνηση πόκερ του «τρελού» προέδρου.

Έχοντας, τρόπον τινά, τεκμηριώσει την ανάγκη και την διαπίστωση για επανάληψη της επίθεσης, η οποία αποδεικνύεται όλο και πιο συνεπής· έχοντας αποφασίσει να προσδιορίσουμε την πολικότητα της κατάστασης ως ταλαντούμενη μεταξύ φασισμού ή επανάστασης· μας φαινόταν σκόπιμο, μέχρι χθες, να θέσουμε δύο έννοιες βάσει των οποίων θα διατυπώναμε τις θέσεις μας έναντι της κατάστασης της θεαματικής κτηνωδίας των νοοτροπιών: την κατάργηση του δικαίου από το δίκαιο που έχει γίνει faustrechtτο δίκαιο του ισχυρότερου, την αστυνομική εξαγιρωτική αποκτήνωση, την όλο και πιο συχνή εμφάνιση αποβλακωτικών “πολιτικών”[7] πολιτοφυλακών, την άνευ περιεχομένου ιδεολογία περί εθνοταυτοτισμού και αποπολιτισμού[8], την παλινδρόμηση όλων των παλαιών αποικιοκρατικών συμβιβασμών, την αποδοχή από μερίδιο του κοινού των σχιζοφασιστών (εκείνων των φασιστών που κατηγορούν τους εχθρούς τους για φασισμό) και, φυσικά, την στρατιωτική ρήξη ενός ηπειρωτικού-παγκόσμιου πολέμου, με την υπόσχεση να επιβάλει στην Ευρώπη υπέρ βωμών και εστιών την πολεμική οικονομία.

Μέχρι τώρα, μας φαινόταν ότι γινόταν όλο και πιο επείγον να δρούμε κρυφά και πέρα από τα σύνορα του εξαγώνου. Με άλλα λόγια: να γίνουμε λαθραίοι και να κρατάμε τις γραμμές δυνάμεως όπου αυτές διεθνοποιούνται.

Τώρα, μετά την 9η Ιούνη, τη διάλυση και την εξαιρετικά σύντομη εκλογική αναμέτρηση που ανοίγεται, με τη Γαλλία μπαρντελοποιημένη[9] και γαλβανισμένη από το ευρωπαϊκό της σκορ, το μέλλον μας ως λαθραίοι δεν είναι πλέον μια πολιτική σύσταση, αλλά γίνεται μια απόλυτη στρατηγική υποχρέωση για τη συλλογική, φυσική και υπαρξιακή μας επιβίωση. Επιπλέον, η διεθνιστική διάσταση θα γίνεται όλο και πιο έντονη μέρα με τη μέρα, απλώς και μόνο επειδή «εμείς» de facto πλέον δεν ανήκουμε στο «κρατικό-εθνικό κοινωνικό σώμα»- όχι επειδή εμείς το επιθυμούμε, αλλά εξαιτίας της κατασταλτικής ατμόσφαιρας και των κατηγοριών ταύτισής της. Ο «αριστερισμός» δεν είναι πλέον ένα σύνολο πολιτικών ιδεών, αλλά, στα μάτια του αντιπάλου του, το πολιτιστικό φολκλόρ ενός αρχαϊκού λαού που βρίσκεται στα πρόθυρα της εξαφάνισης. Η αργή εθνοταυτοτική σήψη του κοινωνικού κόσμου κορυφώνεται με τον ακατάπαυστα επικαλούμενο «εμφύλιο πόλεμο» και τον «ιμπεριαλιστικό πόλεμο» που φαίνεται να είναι προ των πυλών.

Πριν από τις 9 Ιουνίου, δεν ισχυριζόμασταν ότι προσπαθούσαμε να ανταποκριθούμε σε αυτή την κατάσταση, αλλά προσπαθούσαμε να δούμε τα πράγματα πιο καθαρά – να καταρρίψουμε μερικές ψευδείς αντιθέσεις, να επαναφέρουμε στο προσκήνιο της κοινής νοημοσύνης μερικές γνήσιες πολιτικές διενέξεις. Από την 9η Ιουνίου όμως, το θέμα δεν είναι πλέον αν θα δούμε πιο καθαρά ή ακόμη αν θα ανταποκριθούμε στην κατάσταση – το θέμα είναι να την αποκρούσουμε.

Λαθρότητα

«…ένα μόνο ενδιαφέρον πράγμα επιβάλλει ο τύραννος,
τον υπαινιγμό και την περίφραση…» (Mallarmé, OC, II, 660)

Πρώτα απ’ όλα, ήταν απαραίτητο για «εμάς» να θέσουμε στον εαυτό μας το ερώτημα του δυνητικού μέλοντός μας ως λαθραίοι -οι Tiqqun[10] μιλάνε για τη δημιουργία ζωνών επιθετικής αδιαφάνειας· το Soulèvements de la Terre[11] μιλάει για ζώνες αγώνα υψηλής πυκνότητας– σε ένα πλαίσιο όπου, είτε μας αρέσει είτε όχι, το φως της δημόσιας σφαίρας -το φως της πολιτικής δημοσιότητας-, η έκθεσή μας στην ορατή και αναπαραστατική σκηνή, είναι δίκοπο μαχαίρι. Η μαζική άμεση δράση απαιτεί ασφαλώς δημοσιότητα – αλλά με τον τρόπο αυτό, ταυτόχρονα, εκτίθεται. Και καθώς εκτίθεται, διασχίζει ένα κατώφλι – το κατώφλι της καταστολής. Και η καταστολή είναι εξαντλητική, αποθαρρυντική και τραυματική. Και οι δυνάμεις του Κράτους είναι δυσανάλογες και ασύγκριτα πιο συντριπτικές από τον οποιοδήποτε εθελοντισμό στον κόσμο – εκτός, ίσως, από την πραγματική άσκηση αποτελεσματικού ανταρτοπόλεμου, η οποία προφανώς δεν είναι στην ημερήσια διάταξη. Ταυτόχρονα: χωρίς δημοσιότητα και έκθεση, δεν μπορεί να υπάρξει νομιμοποίηση της πορείας της δράσης, δεν μπορεί να υπάρξει αφηγηματική επανάληψη της πορείας των γεγονότων, δεν μπορεί να υπάρξει ιδανικό άνοιγμα προς τον επαναστατικό ορίζοντα. Γι’ αυτό και, μέσα σ’ αυτό το παράξενο δίλημμα, πέρα από το ζήτημα της μυστικότητας ή της παρανομίας, του στρατού του εγκλήματος και του στρατού των σκιών, του παράνομου-πραγματικού δικτύου της «αντίστασης», η λαθρότητα, το μέλλον μας ως λαθραίοι, επιβάλλεται. Και αυτή η εξέλιξη συνεπάγεται χίλιες μάσκες και χίλιους τρόπους παρουσίασης.

Να γίνουμε λαθραίοι – δεν σημαίνει να αναρωτηθούμε αν πρέπει ή όχι να πάμε στην παρανομία και στη μυστικότητα, κάτι που, ό,τι και να λέμε, έρχεται ούτως ή άλλως, η ποινικοποίηση είναι de facto συστηματική λειτουργία της εξουσίας στο πλαίσιο του Κράτους των εξαιρέσεων και της αντιτρομοκρατίας. Να γίνουμε λαθραίοι δεν σημαίνει ούτε να αναρωτηθούμε αν πρέπει να επαναδραστηριοποιήσουμε τις μυστικές εταιρείες της Ευρώπης του 19ου αιώνα ή αν χρειαζόμαστε ένα υπόγειο κόμμα. Δεν είναι καν ζήτημα της ορατότητας ή της μη ορατότητάς μας. Η λαθρότητα είναι κάτι ορατό μέσα από τα αποτελέσματά της, ακόμη και όταν η ύπαρξή της και η θέση της παραμένουν στο παρασκήνιο.

Να γίνουμε λαθραίοι – σημαίνει να διερωτηθούμε τρία πράγματα συγκεκριμένα:

  • Πώς να θολώνουμε, να καμουφλάρουμε και να σβήνουμε τα ίχνη μας στην εποχή των δεδομένων και της αλγοριθμικής αναγνώρισης·
  • Να περνιέσαι για δίκαιος την ημέρα και ληστής τη νύχτα. Για ποιο λόγο χρησιμοποιούμε την ορατή έκθεση του προσώπου μας – ή πώς το να δείχνουμε τον εαυτό μας είναι ακριβώς ένας τρόπος απόκρυψης του εαυτού μας – για να μην παίξουμε το παιχνίδι των πολεμογενών μέσων ενημέρωσης που κατασκευάζουν τεχνητές διενέξεις για να ακυρώσουν προληπτικά τις μόνες διενέξεις που μετράνε;
  • Πώς να ενεργούμε υπό κάλυψη, όχι σε μια πρόσωπο με πρόσωπο αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του νόμου και της τάξης, όπως σε μια μάχη, αλλά ακριβώς τη στιγμή που αυτές περνούν δύσκολα αλλού.

Ακολουθώντας τις γραμμές της διεθνοποίησης

Ένα ερώτημα μπορεί να φαίνεται προφανές: ποια είναι η σχέση μεταξύ λαθρότητας και διεθνοποίησης; Θεωρητικά, καμία. Στην πράξη, η σχέση τους είναι μόνιμη. Ακολουθούν μερικές εμπειρικές ενδείξεις για τη σχέση τους:

  • Κάθε πολιτική δράση εκ μέρους μας χαρακτηρίζεται ως ξένη. Όταν το Κράτος, ως κέντρο και θηριώδης αντίδραση, καταστέλλει τις σύγχρονες μορφές της αριστεράς, δεν παύει ποτέ να τις χαρακτηρίζει ως ξένες προς το κρατικό-εθνικό κοινωνικό σώμα. Άλλοτε είστε τρομοκράτες, άλλοτε πράκτορες επιρροής, άλλοτε μαριονέτες ενός άλλου Κράτους. Εισάγετε ιδέες από αλλού (cancel culture, woke) ή συγκρούσεις που διαδραματίζονται πολύ μακριά από μας (αυτοδιάθεση της Παλαιστίνης, αυτοδιάθεση των Κανακύ). Είστε αυτονομιστές – η Δημοκρατία σας έχει χάσει. Είστε οι εκπρόσωποι ενός Γαλλιστάν ή μιας γενικής ZAD (Ζώνη Προς Υπεράσπιση). Όταν οργανώνονται διαδηλώσεις μεγάλης κλίμακας, ακούμε τις κρατικές αρχές να προειδοποιούν τον πληθυσμό: «Προσέξτε! θα υπάρχουν Ιταλοί, Γερμανοί και Ισπανοί στην αρχή της πομπής», λες και η εθνικότητα του δράστη κάνει κάποια διαφορά στο πένθος της οικογένειας των βιτρινών.
  • Οποιαδήποτε πολιτική δράση του στρατοπέδου μας είναι de facto διεθνική. Κάποιοι·ες παρατήρησαν πρόσφατα ότι το παλαιστινιακό ζήτημα σηματοδότησε μια μετατόπιση στη συνείδηση της αριστεράς, συμπεριλαμβανομένης και της πιο χλιαρής αριστεράς – μια μετατόπιση από μια καθαρά κυριαρχική σοβινιστική λογική σε μια λογική που είναι ελάχιστα αντιιμπεριαλιστική και μέγιστα επίγεια. Κάποιοι, αν και δεν το βρίσκουμε πολύ σχετικό, έχουν φτάσει στο σημείο να λένε ότι η Γάζα είναι μια τριπλή πολιτική υπόθεση: η αυτοδιάθεση ενός αποικιοκρατούμενου λαού (αντιαποικιοκρατία), η ανασύνθεση του επαναστατικού στρατοπέδου (φοιτητική και πολιτική κινητοποίηση) και η ουσία της παγκόσμιας προβληματικής που συνδέει τον φασισμό, τη γενοκτονία και την οικοκτονία (Andreas Malm, που θέτει τα δύο ζητήματα μαζί). Ο κοινοτισμός και η αυτονομία, ο αντικαπιταλισμός, η υπεράσπιση των αλλοδαπών και των εξόριστων, ο αντιρατσισμός, η οικολογία και ο κομμουνισμός δεν είναι μόνο τοπικοί ή ιδιαίτεροι αγώνες αλλά αγώνες που ταυτόχρονα επηρεάζουν το σύνολο των θέσεων πολλών χωρών του κόσμου.
  • Τα διεθνή γεγονότα έχουν επανεργοποιήσει ιδέες που μέχρι τώρα ήταν απλά σκέψεις. Μετά την εξέγερση των Κανακύ και τη σημερινή καταστροφή της Γάζας που συνοδεύεται από τον εποικισμό της Δυτικής Όχθης, οι έννοιες της γενοκτονίας μέσω εγκατάστασης και αντικατάστασης πληθυσμού επανέκτησαν το αρχικό τους νόημα, αυτό της κριτικής των διαδικασιών αποπολιτισμού (Robert Jaulin) που επιβάλλουν τα αποικιοκρατικά κράτη στις αποικιακές κοινότητες. Με άλλα λόγια: η φαντασιακή αντιστροφή που στοιχειώνει τους μπρουταλιστές στο κέντρο επανατοποθετείται σωστά από την πραγματικότητα της περιφέρειας. Σε μια εποχή που η ακροδεξιά, εξαιρετικά φανατική και σοβινιστική, θέτει συνεχώς την εθνική ταυτότητα ως το όριο της σκέψης και της πρακτικής της, είναι αξιοσημείωτο ότι η αριστερά, αντίθετα, υποστηρίζει την κατάπαυση του πυρός σε μια ξένη γη στην άκρη της Μεσογείου, ή ένα «κοινό πεπρωμένο» στις μακρινές θάλασσες του αρχιπελάγους Κανάκ. Σε μια εποχή που η Ευρώπη είναι υπό αμφισβήτηση – υπάρχουν αυτοί που θέτουν τον διεθνισμό, και αυτοί που θέτουν τον εθνικισμό, με τους φιλελεύθερους στη μέση, πάντα έτοιμους να έχουν ως αποδεκτή κλίμακα την αγορά, ευρωπαϊκή ή παγκόσμια, και οι οποίοι, όπως πάντα, καταλήγουν να μετατρέπουν τη λογική της αγοράς σε λογική του πολέμου, και να αντικαθιστούν τους συμπαθείς σοσιαλδημοκράτες και συντηρητικούς φιλελεύθερους με τα ιμπεριαλιστικά και τα ευθνοταυτοτικά ηπειρωτικά ξαδέλφια τους. Η διάλυση που ακολούθησε στις 9 Ιουνίου είναι μια ακόμη ένδειξη αυτού του γεγονότος, η πιο σκληρή γιατί είναι και η πιο σαφής. Μακροπρόθεσμα, η Ευρώπη θα μπορούσε να γίνει η εφεδρική θέση των εθνοταυτοτικών απέναντι στην πρακτική αποτυχία του κρατικο-εθνικισμού, του οποίου το Brexit θα είναι ένα ταπεινωτικό παράδειγμα.
  • Στην Ευρώπη, η ιδέα του έθνους-κράτους με πλήρη κυριαρχία ανήκει στο παρελθόν. Απομένει η υπόθεση μιας εθνοταυτοτικής Ευρώπης, μιας Ευρώπης της αγοράς και μιας Ευρώπης του κοινοτισμού. Αυτό που απομένει είναι η υπόθεση της επιχειρηματικής, θεαματικής και τεχνολογικής φεουδαρχίας έναντι της υπόθεσης της κομμούνας και των πειραματικών ομοσπονδιών των κοινοτήτων σε όλες τις ηπείρους. Σε κάθε περίπτωση, ο διεθνισμός δεν είναι πλέον τόσο ένα ζήτημα που τίθεται από τα διάκενα μεταξύ των κρατών όσο ένα ζήτημα που τίθεται από τη λήξη του κράτους στη δαγκάνα μεταξύ της οικονομίας, της αγοράς, του πολέμου και του κοινοτισμού.

Είχαμε προγραμματίσει δύο τραπέζια διάρκειας μιάμισης ώρας: το ένα για τη λαθρότητα και τα πρότυπα της, το δεύτερο για τις γραμμές διεθνοποίησης. Αλλά από τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης και την έναρξη μιας εκλογικής αναμέτρησης που πρόκειται να μας εξαφανίσει, προτείνουμε να μην ανησυχούμε ριζικά για τη σειρά της συζήτησης και να πραγματοποιήσουμε μια Γενική Συνέλευση, δομημένη από αυτές τις δύο έννοιες ως παραδείγματα γενικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν, αλλά όχι ως ατζέντα ή ακόμη και ως πρόγραμμα συνεδρίων.

 ——‐—————————————-

✶Όλες οι υποσημειώσεις είναι του μεταφραστή ώστε να γίνονται κατανοητά τα συμφραζόμενα:

[1] Η Μητροπολιτική Γαλλία (σε αντιδιαστολή με την Υπερπόντια Γαλλία) που ανήκει γεωγραφικά στην Ευρώπη και το σχήμα της στον χάρτη μοιάζει με εξάγωνο.

[2] Η γαλλική Εθνοσυνέλευση είναι η απευθείας εκλεγμένη κάτω βουλή του διθάλαμου Γαλλικού Κοινοβουλίου (ενώ η άνω βουλή είναι η Γερουσία και εκλέγεται έμμεσα).

[3] Από την κινεζική παροιμία «Όποιος καβαλάει μια τίγρη δεν την αφήνει εύκολα». Αυτό σημαίνει ότι ένα άτομο αναλαμβάνει την ευθύνη για μια πράξη που δεν μπορεί να την αφήσει χωρίς κίνδυνο ή χωρίς ανεξέλεγκτες ή και καταστροφικές συνέπειες.

[4] O όρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει πρωθυπουργό και πρόεδρο από διαφορετικό κόμμα.

[5] Rassemblement National, Εθνική Συσπείρωση, το κόμμα της Μαρίν Λεπέν.

[6] Αποδίδεται στον M. Heidegger ως «Das Licht des Öffentlichkeit verdunkelt alles».

[7] Σε αντίθεση με τους ένστολους.

[8] Από το décivilisation, όρος που χρησιμόποιησε ο Μακρόν. Συνατάται σε έργα του Norbert Elias τον οποίο υιοθέτησε στα βιβλία του ο ακροδεξιός Renaud Camus.

[9] Από το όνομα του νυν αρχηγού του RN, Τζορντάν Μπαρντελά.

[10] Γαλλο-ιταλική ομάδα συγγραφέων και ακτιβιστών που δημιουργήθηκε το 1999. Με το ποιητικό της ύφος και τη ριζοσπαστική πολιτική της δέσμευση, προσεγγίζει τις καταστασιακές (σιτουασιονιστικές) θεωρίες και ορισμένα ρεύματα που γεννήθηκαν από το κίνημα της Αυτονομίας.

[11] Εξέγερση/ξεσηκωμός της Γης, είναι ένα γαλλικό ριζοσπαστικό περιβαλλοντικό κίνημα που ιδρύθηκε το 2021 και αντιτίθεται σε ορισμένα “αναπτυξιακά” έργα.

The post Ανάλυση των Lundimatin για τις εκλογές στη Γαλλία & τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/06/14/lundimatin-dedomenoy-oti-ethnosyneleysi-dialythei-nomika-proteinoyme-ti-sygkentrosi-mias-genikis-syneleysis/feed/ 0 16566
Από την εργατική στην κοινωνική αυτονομία: Μία εμπερία από το ‘Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα’ (Συνέντευξη) https://www.aftoleksi.gr/2024/05/02/tin-ergatiki-aytonomia-stin-koinoniki-aytonomia-mia-emperia-to-sosialismos-i-varvarotita-synenteyxi/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=tin-ergatiki-aytonomia-stin-koinoniki-aytonomia-mia-emperia-to-sosialismos-i-varvarotita-synenteyxi https://www.aftoleksi.gr/2024/05/02/tin-ergatiki-aytonomia-stin-koinoniki-aytonomia-mia-emperia-to-sosialismos-i-varvarotita-synenteyxi/#respond Thu, 02 May 2024 08:33:28 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=14535 Ο Daniel Blanchard (γνωστός και ως Pierre Canjuers) συζητά για την εμπειρία του ως μέλος του Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (Socialism ou Barbarie ή στο εξής SouB) κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1950 και του 1960 με τον Amador Fernández-Savater. Το SouB, αυτή η επαναστατική συλλογικότητα, που γεννήθηκε το 1948 από τη ρήξη με το [...]

The post Από την εργατική στην κοινωνική αυτονομία: Μία εμπερία από το ‘Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα’ (Συνέντευξη) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Ο Daniel Blanchard (γνωστός και ως Pierre Canjuers) συζητά για την εμπειρία του ως μέλος του Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (Socialism ou Barbarie ή στο εξής SouB) κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1950 και του 1960 με τον Amador Fernández-Savater.

Το SouB, αυτή η επαναστατική συλλογικότητα, που γεννήθηκε το 1948 από τη ρήξη με το τροτσκιστικό κίνημα σχετικά με το, καθοριστικό τότε, ζήτημα της «φύσης της ΕΣΣΔ», ανέλαβε στη συνέχεια την ανάλυση της γραφειοκρατίας ως της εποχικής εμπειρίας που καθόρισε ολόκληρη την πραγματικότητα της Ανατολής καθώς και της Δύσης, και τελικά επεξεργάστηκε επίσης μια κριτική της αλλοτριωμένης καθημερινότητας που ξεπέρασε την ταξική αντίφαση, μια κριτική που συνάντησε έναν ισχυρό απόηχο στον Μάιο του ’68. Ο συγγραφέας, ποιητής και μεταφραστής Blanchard ήταν μέλος του SouB από το 1957 έως το 1965. Και όπως έχει αποδείξει σε διάφορα κείμενα και σε χίλιες συζητήσεις, είναι κάποιος που είναι αρκετά ικανός για μια παθιασμένη και ζωντανή αφήγηση αυτής της ιστορίας, ειρωνικός σε σχέση με τις απεριόριστες φιλοδοξίες του παρελθόντος, αλλά που δεν είναι ούτε μετανοημένος ούτε αποστάτης σε σχέση με την αφοσίωσή του στην κριτική σκέψη, με ένα ιδιαίτερα προσεκτικό βλέμμα για τις λεπτομέρειες που μπορούν πραγματικά να φωτίσουν τη διαδικασία κατασκευής της εμπειρίας, σαν να ήταν οι ραφές ενός κοστουμιού ή «τα κρυμμένα καρφιά και οι αρμοί που πρέπει να ανακαλυφθούν» (Benjamin).

Γιατί SouB; Πώς μπορεί η εμπειρία της οργάνωσης αυτής να μας αφορά σήμερα; Από το 1948 έως το 1967, η εν λόγω συλλογικότητα πέρασε από μια εποχή πλήρους χρεοκοπίας των παραδοσιακών μοντέλων επαναστατικής σκέψης και δράσης, κατά την οποία αναδύθηκαν απροσδόκητα νέοι αγώνες, αρχικά εύθραυστοι, που ήταν εντελώς ασυμβίβαστοι με τα κληρονομημένα θεωρητικά πλαίσια. Επειδή το SouB απέρριψε την πρωτοκαθεδρία του θεωρητικού σχήματος έναντι της πρακτικής εμπειρίας, έθεσε πρώτα απ’ όλα στον εαυτό της το καθήκον να ανακαλύψει πώς να αποκρυσταλλώσει την κινητήρια ιδέα της ομάδας και τη μοναδική της αλήθεια: οι άνθρωποι είναι αυτοί που φτιάχνουν την ιστορία τους. Αυτό είναι το καθήκον να δεις το αόρατο και, ακόμη πιο δύσκολο, να το συνοδεύσεις και να του προσδώσεις αξία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ιστορία της μπορεί να έχει τόσο ισχυρή απήχηση στην εποχή μας: μας μιλά για τη διαδικασία (αυτο)κατασκευής μιας ριζοσπαστικής ματιάς σε μια ιστορική εποχή που χαρακτηρίζεται από την απροσδιοριστία και το άνοιγμα, όπου επιπλέον βρίσκουμε ακριβώς τα πρώτα σημάδια του δαιδαλώδους περάσματος που μας οδηγεί από την αυτονομία των εργαζομένων στην κοινωνική αυτονομία.

Η κριτική είναι κρίση

Amador: Προσπαθήσατε να εξηγήσετε την ιδέα σας για την κριτική σκέψη στην «Κρίση των λέξεων» [1].

Daniel: Νομίζω ότι ένας λόγος ή μια φωνή μπορεί ξαφνικά να γίνει αποτελεσματική και ενεργά “κριτική” ή “επαναστατική” τη στιγμή που μια ορισμένη διαμόρφωση της μεταβαλλόμενης πραγματικότητας της ιστορίας τής προσδίδει τη δύναμη να μαγνητίζει, να αντανακλά και να ενισχύει αναρίθμητες διάσπαρτες φωνές. Με πιο γενικούς όρους, μπορούμε να πούμε ότι ένα κείμενο ή ακόμη και μια πρόταση εμφορείται από το κριτικό πνεύμα όταν η κίνηση που το εμπνέει συντονίζεται με την κίνηση που το αποκαλύπτει στην πραγματικότητα – όταν δηλαδή αναδύεται και παίρνει μορφή ως ανάλογο της κρίσης του πραγματικού.

Amador: Και αυτό συνέβη με το Socialisme ou Barbarie;

Daniel: Είμαι ακόμα πεπεισμένος ότι την εποχή που συνάντησα την ομάδα [1957] και για μερικά χρόνια μετά, η συνεχής κίνηση της εφεύρεσης ιδεών σε συνδυασμό με τις αντιπαραθέσεις αυτών των ιδεών μεταξύ τους και με την πραγματικότητα έκανε τον καθένα από εμάς να αντιληφθεί σε αυτή την περιπέτεια, που ήταν η ζωή της ομάδας, ένα πραγματικό κριτικό πνεύμα. Και νομίζω ότι αυτό ισχύει για πολλούς λόγους, όπως οι επιδράσεις που έχουν ο ένας πάνω στον άλλον σε διαφορετικά επίπεδα. Το θεωρητικό έργο της ομάδας (έργο που δεν πρέπει να διαχωρίζεται από έναν ορισμένο βαθμό πρακτικής εφεύρεσης που εμπνέεται από το ενδιαφέρον για την προσαρμογή των μορφών οργάνωσης και του περιεχομένου της επαναστατικής πολιτικής στο εδώ και τώρα, με το νόημα που η ανάλυσή μας για τη σύγχρονη κοινωνία φάνηκε να δίνει στην Επανάσταση) βρέθηκε τότε βυθισμένο σε μια κρίση του βλέμματος που ορισμένα άτομα έστρεφαν στον κόσμο· μια κρίση, επομένως, που επηρέασε τη σκέψη της και τη ζωή των μελών της, και η οποία δεν είναι παρά η ίδια κρίση που περνάμε κάθε φορά που αναπόφευκτα αναγκαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε τη φοβερή ανάγκη να κοιτάξουμε τα πράγματα “με νηφάλιες αισθήσεις”, όπως λέει ο Μαρξ.

Επιπλέον, το σχέδιο αυτό έφερε προφανώς μια κρίση σε ένα ολόκληρο σώμα παραδεδομένων απόψεων ή κυρίαρχων ιδεών – όσον αφορά τη σύγχρονη ιστορία, την κοινωνία, την οικονομία, την πολιτική κ.λπ. – και ιδίως το μαρξιστικό σώμα. Τελικά, το σχέδιο αυτό δημιουργήθηκε και τροφοδοτήθηκε από την κρίση που η ομάδα εντόπισε στην κοινωνία, μια κρίση της οποίας οι εκδηλώσεις -ιδιαίτερα η Ουγγρική Επανάσταση- θα επικύρωναν και θα έδιναν περαιτέρω κίνητρα για το θεωρητικό έργο της ομάδας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, εκείνη την εποχή, ο λόγος του SouB ήταν αυθεντικά κριτικός, επειδή το οπλοστάσιο εννοιών που χρησιμοποιούσε και τα όπλα των Ούγγρων εξεγερμένων ή της αλγερινής αντίστασης στόχευαν προς την ίδια κατεύθυνση, ενάντια στις ίδιες δυνάμεις του ψεύδους και της κυριαρχίας, του μηδενισμού της σκέψης και της ίδιας της ζωής. Ξαφνικά αυτές οι έννοιες έπαψαν να είναι απλές έννοιες και έγιναν λέξεις, σαν να μπορούσαμε, χάρη σε ένα “ειδικό εφέ”, να τις δούμε να βγαίνουν από το λαιμό των επαναστατών.

Επανεξετάζοντας τα πάντα χωρίς το φόβο της απομόνωσης

Amador: Μου φαίνεται, ωστόσο, ότι αυτό το “ειδικό αποτέλεσμα” που αναφέρετε δεν προέκυψε τυχαία, αλλά είναι το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης διαδικασίας επινόησης νέων τρόπων αντίληψης της κρίσης του πραγματικού, η οποία επέτρεψε στην ομάδα να βιώσει αυτή την κρίση και να της δώσει κατηγορίες και ονόματα. Ας πάμε πίσω στην εποχή που σχηματίστηκε για πρώτη φορά η ομάδα: ποιο ήταν το πρώτο πράγμα στην ομάδα που σας τράβηξε την προσοχή και σας έκανε να θέλετε να μάθετε περισσότερα γι’ αυτήν;

Daniel: Υπήρχε μια πτυχή που ήταν πολύ σημαντική για μένα και νομίζω και για τα περισσότερα μέλη της ομάδας, η οποία ήταν αυτή η εντύπωση ότι βρισκόμαστε σε επαφή με την ίδια τη νεωτερικότητα: ότι βρισκόμαστε εκεί όχι με σκοπό να επαναλαμβάνουμε φόρμουλες εκατοντάδων ετών για να περιγράψουμε την καπιταλιστική κοινωνία, αλλά για να κατανοήσουμε την αλήθεια του τι ήταν η καπιταλιστική κοινωνία στην εποχή μας. Αυτό συνεπαγόταν την κατανόηση της κοινωνίας από τη σκοπιά της δικής μας εμπειρίας, δηλαδή όχι από εκείνη των αφηρημένων σχημάτων, αλλά χάρη σε έναν τρόπο θεωρητικής επεξεργασίας που θα επέτρεπε τη συμβολή που θα μπορούσε να κάνει ο καθένας στο έργο της κατανόησης της σύγχρονης πραγματικότητας.

Amador: Και γιατί θεωρήσατε ότι οι υπάρχουσες φόρμουλες δεν ήταν πλέον έγκυρες;

Daniel: Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μπήκαμε σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση. Η ΕΣΣΔ δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την τροτσκιστική θεωρία, δηλαδή ως ένα εκφυλισμένο εργατικό κράτος, στα μισά του δρόμου μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, αλλά μάλλον ως μια καπιταλιστική κοινωνία νέου τύπου, που χαρακτηριζόταν, αφενός, από την πλήρη συγκέντρωση του κεφαλαίου και την πλήρη συγχώνευσή του με το κράτος και, αφετέρου, από τη συγκρότηση μιας νέας τάξης -της γραφειοκρατίας- η οποία ασκούσε συλλογικά την εξουσία πάνω στα μέσα παραγωγής και το προλεταριάτο.

Όλα αυτά ακούγονται σήμερα σαν μια βυζαντινή διαμάχη για το φύλο των αγγέλων, αλλά παρ’ όλα αυτά ήταν ένα θεωρητικό σημείο στη βάση του οποίου ο Καστοριάδης, ο Λεφόρ και όσοι τους προσχώρησαν ήρθαν σε ρήξη όχι μόνο με τον τροτσκισμό, αλλά και με τον κλασικό μαρξισμό και τελικά με τον μαρξισμό στο σύνολό του. Οι πρώτες εκδηλώσεις αυτής της απόκλισης δημοσιεύτηκαν ήδη στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Socialisme ou Barbarie. Η συντριπτική πραγματικότητα μιας νέας κοινωνίας κατέστησε αναγκαία την ανάλυση της τελευταίας με νέες κατηγορίες. Αυτό είναι το σημείο εκκίνησης. Και η κατηγορία της γραφειοκρατικοποίησης λειτούργησε ως αναλυτική προσέγγιση για το σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, της Δυτικής κοινωνίας. Η κυριαρχία, η καταπίεση και η αλλοτρίωση δεν συνδέονταν πλέον με την καπιταλιστική δομή όπως την είχε αναλύσει ο Μαρξ -τη σχέση μεταξύ των ιδιοκτητών του κεφαλαίου και των προλετάριων- αλλά με τη γραφειοκρατία ως διαχωριστική γραμμή μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων, εκείνων που δίνουν τις εντολές και εκείνων που εκτελούν τις εντολές (σε επιχειρήσεις, κόμματα, συνδικάτα….).

Στη Γαλλία, η έλευση του γκωλικού καθεστώτος εγκαινίασε ένα σχέδιο για τον εξορθολογισμό της γαλλικής κοινωνίας που οδήγησε όχι μόνο στην εκκαθάριση των λόμπι της “ζάχαρης” και των “διυλιστηρίων πετρελαίου”, αλλά κυρίως στη μετατροπή της αποικιοκρατίας σε νεοαποικιακό ιμπεριαλισμό και, όσον αφορά το παραγωγικό σύστημα που νοείται με την ευρύτερη έννοια, σε μια αναδιοργάνωση της εργασίας στο όνομα των επιταγών του ελέγχου και της αποτελεσματικότητας. Πολυάριθμες βιομηχανίες παροχής υπηρεσιών, ιδίως το ταχυδρομείο και οι τράπεζες, μηχανοποιήθηκαν και βιομηχανοποιήθηκαν και οι εργαζόμενοι προλεταριοποιήθηκαν. Ο τυπικός ορισμός της γραφειοκρατικής διαδικασίας και του ελέγχου εφαρμόστηκε στους τομείς της πληροφόρησης και της έρευνας.

Στα πανεπιστήμια, όπου τα πρώτα στάδια του “εκδημοκρατισμού” προκάλεσαν μεγάλη εισροή φοιτητών, το ίδιο πνεύμα “εξορθολογισμού” προκάλεσε καταστροφές, καθώς έτεινε να διαμορφώσει το περιεχόμενο της διδασκαλίας και τα επαγγελματικά προσόντα σύμφωνα με τις ανάγκες του παραγωγικού μηχανισμού για διευθυντικό προσωπικό. Από την κατανάλωση μέχρι τον ελεύθερο χρόνο, από την πληροφόρηση μέχρι τη μετάδοση της γνώσης, από το εργαστήριο μέχρι το εργοστάσιο, τα πάντα έπρεπε να υποταχθούν στις αρχές της εργαλειακής και λειτουργικής λειτουργίας, ένας στόχος παράλογος και ξένος προς τη ζωή των «απλών ανθρώπων».

Τότε επαναπροσδιορίσαμε τη «θεμελιώδη αντίφαση» του καπιταλισμού ως την κρίση και τη σύγκρουση μεταξύ της γραφειοκρατικής κυριαρχίας (της δουλοπρέπειας, του ανορθολογισμού, της αδιαφάνειας) και της αυτονομίας.

Amador: Από τα τέλη της δεκαετίας του ’40 μέχρι τις εξεγέρσεις στην Ανατολή (Βερολίνο 1953, Ουγγαρία 1956), η ομάδα ξεκίνησε μια αυθεντική “διαμονή στην ερημιά”. Αυτό ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί για τη ριζοσπαστικότητα της κριτικής ανάλυσης της γραφειοκρατίας και για τη θέση της σχετικά με την ταξική αυτονομία. Ο ορθόδοξος μαρξισμός, ο οποίος εκείνη την εποχή θεωρούσε τον εαυτό του κριτή του “δικαιώματος να ζει κανείς στον κόσμο”, απέρριπτε απόλυτα και τις δύο υποθέσεις. Είμαι εντυπωσιασμένος από την αποφασιστικότητα της ομάδας, χωρίς καμία απολύτως αναγνώριση ή προβολή. Πού βρήκατε τη δύναμη να παραμείνετε στην πορεία;

Daniel: Δεν ήμουν μέλος του SouB κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, αλλά σύντομα ανακάλυψα ότι ήταν μια πολύ δύσκολη και πικρή περίοδος. Η ομάδα είχε μόνο 15 μέλη. Κοιτάζοντας το ευρετήριο του περιοδικού, μπορείτε να δείτε ότι τα πρώτα τεύχη έβγαιναν μόνο μια φορά τον χρόνο περίπου και ότι κάθε τεύχος ήταν πολύ καλό. Μια αντανάκλαση των δυσκολιών. Νομίζω ότι η δύναμη που κράτησε την ομάδα ενωμένη είχε δύο όψεις. Πρώτον, την απόλυτη πεποίθηση ότι η θεωρητική εργασία ήταν απαραίτητη για την ανασυγκρότηση ενός επαναστατικού κινήματος. Αυτή η ιδέα εκπροσωπήθηκε ίσως πιο χαρακτηριστικά από τους δύο επαναστάτες διανοούμενους, τον Λεφόρ και τον Καστοριάδη. Γι’ αυτούς, η θεωρητική εργασία πρέπει να επιδιώκεται αδιάκοπα, ακόμη και αν δεν έχει άμεση και αισθητή απήχηση στην κοινωνία.

Δεύτερον, το γεγονός ότι αυτοί οι διανοούμενοι συνοδεύονταν στην ομάδα από άλλους ανθρώπους που προσωποποιούσαν απόλυτα τη μορφή του επαναστάτη αγωνιστή, ανθρώπους πολύ αποφασιστικούς και που δεν είχαν εγκαταλείψει τη μαχητικότητά τους ακόμη και κάτω από τις χειρότερες συνθήκες, όπως ο Vega (το ψευδώνυμο του Alberto Maso, ενός Καταλανού που ήταν μέλος του POUM κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου). Δεν πρέπει να φανταστούμε τα μέλη της ομάδας κατά τη διάρκεια αυτής της “παραμονής στην έρημο” ως ποιμένες χωρίς ποίμνιο, αλλά μάλλον ως αγωνιστές και μαχητές. Η ίδια η πικρία με την οποία το σταλινικό κόμμα, και οι “συνοδοιπόροι” του που λειτουργούσαν ως βοηθοί του στο πνευματικό περιβάλλον, έκλεισαν όλα τα πιθανά μέσα διάδοσης μιας επαναστατικής κριτικής της γραφειοκρατίας ήταν ένα ερέθισμα γι’ αυτούς.

Είναι ασφαλώς αξιοθαύμαστο, το γεγονός ότι σε μια περίοδο πλήρους απομόνωσης και έλλειψης πραγματικά δημιουργικών και ουσιαστικών προλεταριακών αγώνων, η κατευθυντήρια ιδέα της ομάδας παρέμεινε, ακόμη και κάτω από αυτές τις συνθήκες, σε επαφή με την ουσιαστική πραγματικότητα της κοινωνίας, μέχρι που ήρθε το σημείο που οι απόψεις της δικαιώθηκαν από τα εξεγερσιακά γεγονότα στην Ανατολική Ευρώπη. Ίσως αυτό να μας έδωσε και ένα αίσθημα διανοητικής κυριαρχίας πάνω στην πραγματικότητα που μας έκανε να είμαστε υπερβολικά σίγουροι για τον εαυτό μας.

Όχι θύμα, αλλά υποκείμενο

Amador: “Πού είναι το προλεταριάτο; Πού μπορεί να βρεθεί, αν οι οργανώσεις που το ίδιο είχε κατασκευάσει δεν το αντιπροσωπεύουν πλέον;” Αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα υποκίνησαν και στήριξαν το πρώτο στάδιο της διανοητικής και αγωνιστικής ιστορίας του SouB. Οι συνήθεις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα εκείνη την εποχή ουσιαστικά όριζαν το προλεταριάτο ως ένα θύμα που υποφέρει παθητικά τις συνθήκες διαβίωσής του, το οποίο χρειάζεται μια εξωτερική ηγεσία για να το εκπαιδεύσει σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσής του και να το οδηγήσει σε έναν διαφορετικό κόσμο κ.λπ. Η απάντηση του SouB, ωστόσο, είναι εντελώς διαφορετική.

Daniel: Σε κάθε περίπτωση, νομίζαμε ότι ήταν ένα ενεργό θύμα! Νομίζω ότι μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορία της ομάδας αν ξεκινήσουμε με αυτό το ερώτημα για το προλεταριάτο και όχι με την ανάλυση της γραφειοκρατίας. Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω. Υπάρχει μια ουσιαστική ιδέα στο SouB που είναι πραγματικά η κινητήρια δύναμη της θεωρητικής παραγωγής της ομάδας: είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που φτιάχνουν την ιστορία και αν υπάρχει κάποια προοπτική για επανάσταση, θα πρέπει να αναζητήσουμε τις πηγές της στην πρακτική των ανθρώπων στην κοινωνία.

Αυτή είναι η ιδέα που στηρίζει τη θεωρητική πορεία της ομάδας καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της. Η γραφειοκρατικοποίηση συνδέεται με αυτό, στον βαθμό που η πρακτική των ανθρώπων στην κοινωνία (ιδιαίτερα στην εργασία τους, κατά την πρώιμη περίοδο της ομάδας) εφιστά την προσοχή και καθιστά ορατό το κεντρικό γεγονός της γραφειοκρατικοποίησης, το οποίο με τη σειρά του μπορεί να εξηγήσει τόσο την κρίση της Δυτικής κοινωνίας όσο και εκείνη των σοβιετικών καθεστώτων. Ο Καστοριάδης το συνόψισε ως εξής:

«Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα για τον καπιταλισμό και την κρίση του με μια βαθιά έννοια παρά μόνο μέσω της πιο ολοκληρωμένης ιδέας του σοσιαλισμού. Διότι όλα όσα έχουμε να πούμε μπορούν τελικά να αναχθούν στο εξής: ο σοσιαλισμός είναι η αυτονομία, η συνειδητή κατεύθυνση που ασκούν οι άνθρωποι πάνω στη ζωή τους – ο καπιταλισμός, ιδιωτικός ή γραφειοκρατικός, είναι η άρνηση αυτής της αυτονομίας και η κρίση του προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ αναγκαστικά ενσταλάζει στους ανθρώπους μια τάση προς την αυτονομία, είναι ταυτόχρονα αναγκασμένος να την καταστέλλει».

Πώς η ομάδα εξέφρασε την ιδέα ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι είναι αυτοί που φτιάχνουν την ιστορία τους; Το πρώτο τεύχος του περιοδικού απάντησε ως εξής: το προλεταριάτο πρέπει να αναγνωριστεί στην ίδια την παραγωγική δραστηριότητα, η οποία είναι μια ορθά δημιουργική δραστηριότητα, όχι μόνο πλούτου για την κοινωνία, αλλά και τεχνικών δεξιοτήτων και αυτοοργάνωσης, τόσο για τους σκοπούς της παραγωγικής διαδικασίας όσο και για την αντίσταση στην εκμετάλλευση, και είναι επομένως δημιουργική μιας εμπειρίας, και επομένως, δυνητικά, της συνείδησης. Η ανάλυσή μας αποκάλυψε τον βαθμό στον οποίο η καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας είχε, στην πραγματικότητα, καταστήσει αδύνατη την παραγωγή. Προκειμένου να ζήσουν και να κερδίσουν τους μισθούς τους, οι εργάτες έπρεπε να παρακούσουν τους κανόνες και, σε μεγάλο βαθμό, να αναλάβουν οι ίδιοι την ευθύνη για την οργάνωση της εργασιακής διαδικασίας. Αυτή η “αντι-οργάνωση” της εργασίας, όπως την ονομάσαμε, ήταν ταυτόχρονα μια οργάνωση αντίστασης ενάντια στις χρονομελέτες και τη γενική καταπίεση που βιώνουν στη δουλειά. Και ως εκ τούτου, μας φάνηκε ότι αποτελούσε τον αρχικό πυρήνα μιας πιθανής αυτοοργάνωσης του αγώνα και, ακόμη περισσότερο, της κοινωνίας στο σύνολό της. Ακόμη και στην εργασία σε γραμμή συναρμολόγησης, όπου οι σχεδιαστές έχουν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να εξαλείψουν την “αντι-οργάνωση” της εργασίας, δεν ήταν δυνατόν να γίνει εντελώς χωρίς την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνεργασία. Όπως εξήγησε ο Καστοριάδης, «οι νέες τεχνολογίες μπορούν να εφαρμοστούν μαζικά μόνο αν συγκεντρωθούν εκατομμύρια εργαζόμενοι, πράγμα που από μόνο του ανοίγει νέες δυνατότητες που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν αν οι εργαζόμενοι δεν συνεργαστούν. [Αυτοί που εργάζονται στις γραμμές συναρμολόγησης] δεν είναι αγράμματοι χωριάτες, αλλά μια μάζα ημι-εξειδικευμένων εργατών, ομοιογενών και πειθαρχημένων από τη δουλειά τους, απαραίτητων για την παραγωγή». Ο καπιταλισμός σύντομα έμαθε για αυτή την ικανότητα αυτοοργάνωσης της εργασίας -αυτό ήταν το επίτευγμα της αμερικανικής βιομηχανικής κοινωνιολογίας- και τη χρησιμοποίησε προς όφελός του.

Amador: Ο Lefort θα γράψει αργότερα: “Το προλεταριάτο είναι το δικό του δημιούργημα και η δική του θεωρία”.

Daniel: Δεν ξέρω αν ο Λεφόρ θα έλεγε ότι το προλεταριάτο είναι “δικό του δημιούργημα”. Στην “Προλεταριακή εμπειρία”, για παράδειγμα, παραδέχεται ότι δεν μπορεί κανείς να αποκηρύξει μια αντικειμενική ανάλυση, όχι μόνο των ιστορικών εξελίξεων που οδήγησαν στη γέννηση του προλεταριάτου -και των οποίων, φυσικά, δεν θα μπορούσε να είναι ο μόνος “δημιουργός”- αλλά και των σημερινών συνθηκών ύπαρξής του, στις οποίες η τεχνική ανάπτυξη και η συγκέντρωση του κεφαλαίου είχαν τεράστια επίδραση. Είναι το ίδιο του το δημιούργημα στον βαθμό που υπάρχει για τον εαυτό του, δηλαδή στο βαθμό που είναι “η δική του θεωρία”. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, όσον αφορά αυτό το σημείο, νομίζω ότι, ακόμη και αν δεν υπήρχε ρητή αντίθεση από την υπόλοιπη ομάδα, αυτή η διατύπωση ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική για τον Λεφόρ. Για τον Καστοριάδη, ή για τον Philippe Guillaume, νομίζω ότι το προλεταριάτο είναι πάνω απ’ όλα δημιουργική δραστηριότητα, ένα δυνητικά αυτόνομο υποκείμενο, και επομένως ένα υποκείμενο για τον εαυτό του, αλλά και αλλοτριωμένο επίσης, καθώς η συνείδηση που διαθέτει για τον εαυτό του πολύ σπάνια επεξεργάζεται ως “δική του θεωρία”. Γι’ αυτό χρειάζεται η οργάνωση των επαναστατών, η οποία, σε έναν οργανικό και μόνιμο διάλογο με το προλεταριάτο, συστηματοποιεί την εμπειρία του και αντλεί από αυτήν τον επαναστατικό ορίζοντα. [2]

Ο λόγος των εργαζομένων

Amador: Αν τα κόμματα και τα συνδικάτα στερούνται το χαρακτηριστικό ότι είναι οι αυθεντικοί εκπρόσωποι του προλεταριάτου και αν υποστηρίζεται ότι το τελευταίο υπάρχει μόνο στον εαυτό του, προκύπτει αμέσως το πρόβλημα της αντίληψης του τι θέλει και τι κάνει το προλεταριάτο και της ανακύκλωσης αυτής της εμπειρίας, της προβολής της, της επικοινωνίας της, της άρθρωσής της. Πώς μπορεί να οργανωθεί αυτή η αντίληψη; Δεν αρκεί απλώς να ακούει κανείς. Πρέπει να επινοηθούν συγκεκριμένοι τρόποι “ακρόασης” και “διαλόγου”. Το SouB ανέλαβε διάφορες προσπάθειες αυτού του είδους για να διερευνήσει συγκεκριμένα αυτή την προλεταριακή εμπειρία και να έρθει οργανωτικά σε επαφή μαζί της: οι λέξεις “Ο λόγος στους εργάτες” κοσμούσαν κάθε τεύχος του περιοδικού, το οποίο περιείχε τις μαρτυρίες των εργατών, τις οποίες η ομάδα απέκτησε απευθείας ή αλλιώς μετέφρασε από άλλες πηγές -περιείχε άμεσες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στα αποκορύφωμα των διαφόρων αγώνων (όπως, για παράδειγμα, η έρευνα που διεξήγαγαν στο Βέλγιο κατά τη διάρκεια των απεργιών του 1961)· ο τύπος της εργατικής τάξης…

Daniel: Η εφημερίδα της εργατικής τάξης θεωρούνταν ως μια διεπαφή (για να χρησιμοποιήσουμε τη σύγχρονη λέξη) μεταξύ της επαναστατικής ομάδας και των εργατών. Επίσης, επέτρεπε ταυτόχρονα πράγματα όπως το να “αφήσει τους εργάτες να μιλήσουν”, να καταγράψει εμπειρίες από πρώτο χέρι και να τις αναλύσει σε βάθος, να παρέμβει στους αγώνες ή ακόμη και να χρησιμεύσει ως οργανωτικός πυρήνας για μια επιτροπή δράσης…. Ήταν ένα εργαλείο αγωνιστικότητας και οργάνωσης αλλά ταυτόχρονα και ένας καθρέφτης, ένα δοχείο για τις μαρτυρίες των εργατών. Αυτές οι μαρτυρίες αποκάλυπταν την πρωτοβουλία που επιδεικνύουν οι εργαζόμενοι, τόσο στην εργασία τους όσο και στους αγώνες τους, την ικανότητά τους για αυτοοργάνωση και την τάση τους για αυτονομία. Ο ρόλος του προλεταριάτου ως φορέα των επαναστατικών δυνατοτήτων της κοινωνίας εντοπίστηκε έτσι στην καθημερινή τους δραστηριότητα στη συγκεκριμένη διαδικασία παραγωγής και όχι στην αφαίρεση των οικονομικών σχέσεων. Και αυτός ο ανατρεπτικός λόγος των εργατών, που επανεγγράφηκε στη συσσωρευμένη εμπειρία των μεγαλύτερων στιγμών του εργατικού κινήματος, παρείχε μια θετική βάση για την κατανόηση της απελευθερωμένης κοινωνίας της εποχής εκείνης – μιας κοινωνίας που εξακολουθούσαμε να αποκαλούμε σοσιαλιστική.

Αυτή ήταν, εν ολίγοις, η αρχή που διέπει τη βαθύτατα καινοτόμο παράκαμψη που έκανε ο Καστοριάδης προκειμένου να αναπτύξει αυτό που ονόμασε “περιεχόμενο του σοσιαλισμού” σε δύο μακροσκελή άρθρα που δημοσιεύτηκαν με αυτόν τον τίτλο στα τεύχη 22 και 23 του περιοδικού. Αν η επαναστατική κριτική ξεκινούσε παραδοσιακά με την ανάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας και των ελαττωμάτων της, προκειμένου να συναγάγει τη φύση και τη δυνατότητα μιας σοσιαλιστικής ή κομμουνιστικής κοινωνίας, ο Καστοριάδης ξεκινάει περιγράφοντας τους θεσμούς και τη λειτουργία της σοσιαλιστικής κοινωνίας, δηλαδή μιας κοινωνίας που είναι πλήρως αυτοδιαχειριζόμενη, μιας τέτοιας κοινωνίας που μπορούμε να προεκτείνουμε με βάση τα πιο προχωρημένα επιτεύγματα του προλεταριάτου στους αγώνες του, εστιάζοντας ιδιαίτερα στα εργατικά συμβούλια της Ουγγρικής Επανάστασης. Στη συνέχεια, στο επόμενο στάδιο, αυτό το θετικό μοντέλο χρησιμοποιείται για να φωτίσει και να αναλύσει όλα όσα είναι λάθος στην υπάρχουσα κοινωνία. Έτσι, οι ιδέες που μπορεί να έχει ο επαναστάτης σχετικά με την κοινωνία στην οποία ζει και την κοινωνία στην οποία φιλοδοξεί να ζήσει, δεν είναι αποτέλεσμα ούτε ουτοπικών ονείρων, ούτε μιας υποτιθέμενης επιστήμης της ιστορίας, αλλά των δημιουργιών του εργατικού κινήματος. Το προλεταριάτο είναι, με την πρακτική του, ο αέναος εφευρέτης της επαναστατικής θεωρίας και το καθήκον των διανοουμένων περιορίζεται στη σύνθεση και τη συστηματοποίησή της.

Amador: Αυτή η προτεραιότητα της εμπειρίας έναντι της ιδεολογίας ως τρόπος λειτουργίας μου φαίνεται πολύ σύγχρονη…

Daniel: Ενώ οι λενινιστικές οργανώσεις διατηρούσαν τους χειρώνακτες και τους διανοούμενους εργάτες αυστηρά διαχωρισμένους σε συγκεκριμένους ρόλους (οι δεύτεροι εκπαίδευαν τους πρώτους σε κάθε περίπτωση), στο SouB αφιερώσαμε ιδιαίτερες προσπάθειες – οι οποίες συχνά ήταν ανεπιτυχείς – για να καταργήσουμε αυτόν τον διαχωρισμό. Για παράδειγμα, η σχέση μεταξύ του Daniel Mothé [3] και του Καστοριάδη ήταν ένα ενδιαφέρον παράδειγμα της συνεργασίας ενός πολύ έξυπνου εργάτη, όπως ήταν ο Mothé, και ενός θεωρητικού όπως ο Καστοριάδης. Οι ιδέες που επεξεργάστηκε ο Καστοριάδης βοήθησαν τον Mothé να κατανοήσει τη δική του πραγματικότητα στο εργοστάσιο. Και ο Mothé ήταν στη συνέχεια σε θέση να αναλύσει την εμπειρία του με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο που με τη σειρά του τροφοδότησε τις θεωρητικές εργασίες του Καστοριάδη. Αλλά ίσως υπερεκτιμάτε, στην πρακτική της θεωρητικής επεξεργασίας μέσα στην ομάδα, “την προτεραιότητα της εμπειρίας έναντι της ιδεολογίας” (κατανοώντας ότι εδώ δεν μιλάμε για ιδεολογία με τη μαρξιστική έννοια του όρου: ένας λόγος της άρχουσας τάξης που προσπαθεί να συγκαλύψει την πραγματικότητα της κυριαρχίας της). Ενώ είναι αλήθεια ότι η επαναστατική θεωρία πρέπει να υιοθετεί την οπτική γωνία του αγώνα γενικά, δεν μπορεί -εκτός από ειδικές περιπτώσεις, όπως αυτή της Ουγγαρίας το 1956- να υιοθετεί την οπτική γωνία των συγκεκριμένων αγώνων. Η οπτική γωνία που υιοθετεί -και αυτή αποτελεί το θεμέλιο της ριζοσπαστικής κριτικής- είναι αυτή του λανθάνοντος και μόνιμου “αγώνα” των ανδρών και των γυναικών για την επανάκτηση του ελέγχου της ζωής τους, για την αυτονομία τους.

Στη βάση αυτού του βασικού και θεμελιώδους αγώνα, η θεωρία αξιολογεί και ενίοτε ασκεί κριτική σε συγκεκριμένους αγώνες. Αυτό είναι πολύ σαφές σε σχέση με τις δραστηριότητές μας κατά τη διάρκεια των βελγικών απεργιών ή των απεργιών που αναλύονται στην τακτική στήλη του περιοδικού “Πώς να αγωνιστείς”. Αυτό που είναι πιο εντυπωσιακό στο φυλλάδιό μας για τις βελγικές απεργίες είναι ότι αυτή η θεωρητική θεώρηση της κοινωνίας και των “κρίσεων” της καθορίζει τις επιλογές των συνομιλητών και τις μαρτυρίες τους για όσα βίωσαν. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ο Mothé, ο Henri Simon ή ο Philippe Guillaume παρέχουν μια περιγραφή της εμπειρίας τους στην εργασία ή του ρόλου των συνδικάτων στους χώρους εργασίας τους, το κάνουν χωρίς την παραμικρή ένδειξη αφέλειας, αλλά μάλλον ως κοινωνικοί-βαρβαρβαριστές αγωνιστές, ως αγωνιστές της αυτονομίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση των “εργατικών απολογισμών” που λάβαμε από τους ξένους συντρόφους των ομάδων, Αλληλογραφία, Νέα και Γράμματα ή Αλληλεγγύη. Ο Danilo Montaldi ήταν αυτός που έφτασε στα πιο ακραία σημεία στην αναζήτηση της τεκμηρίωσης των εμπειριών της βάσης. [4] Στο έργο του Autobiografie della leggera (δηλαδή, μια αυτοβιογραφία των περιθωριακών στοιχείων της δεκαετίας του ’50 και του ’60), δημιούργησε τόσο στενές σχέσεις με τα “υποκείμενα των αυτοβιογραφιών του” που τελικά συμφώνησαν να γράψουν την αυτοβιογραφία τους, δηλαδή να εμπλακούν οι ίδιοι σε μια εργασία αναστοχασμού και, τρόπον τινά, “θεωρητικοποίησης” σχετικά με τη ζωή τους.

Αλλαγή προοπτικής: άνοιγμα σε άλλες δημιουργίες

Amador: Ήσασταν φοιτητής στη Σορβόννη όταν ανακαλύψατε για πρώτη φορά την ομάδα. Ποιο ήταν το προσωπικό σας κίνητρο για να συμμετάσχετε σε μια ομάδα της οποίας η προσοχή και οι προσδοκίες απευθύνονταν κυρίως στο προλεταριάτο των μεταποιητικών βιομηχανιών;

Daniel: Η ομάδα μάς έδωσε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε συγκεκριμένες πτυχές της σύγχρονης πραγματικότητας που δεν είχαμε παρατηρήσει ποτέ μέσα στα όρια των ατομικών μας εμπειριών. Για παράδειγμα, χάρη στην ομάδα γνώρισα αρκετούς εργάτες, οι οποίοι μας ενημέρωσαν για τη φύση της εργοστασιακής εργασίας. Οι Αμερικανοί σύντροφοι είχαν μεγάλη επιρροή πάνω μας, ιδίως η μικρή ομάδα Correspondence [5] (με έδρα το Ντιτρόιτ, δηλαδή στην καρδιά της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας), τα μέλη της οποίας μας είπαν πώς ήταν η ζωή σε αυτές που εκείνη την εποχή ήταν οι πιο σύγχρονες πόλεις του κόσμου. Επιπλέον, λίγο αργότερα δημιουργήθηκε στην Αγγλία η ομάδα Solidarity [6] , με τον Chris Pallis και τον Ken Weller. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν απλοί σύντροφοι και το περιβάλλον τους ήταν το εργοστάσιο της Αγγλίας και της Αμερικής. Για εμάς, αυτές οι εμπειρίες αντιπροσώπευαν (για μένα, για παράδειγμα, έναν μικροαστό που προερχόταν από ένα λίγο πολύ διανοητικό υπόβαθρο και είχε σπουδάσει Ιστορία και λίγη Φιλοσοφία στη Σορβόννη) ένα άνοιγμα σε έναν κόσμο που μας ήταν εντελώς άγνωστος. Και ήταν επιπλέον ένα άνοιγμα που δεν ήταν αφηρημένο αλλά συγκεκριμένο επειδή ήταν συνδεδεμένο με μια εμπειρία αγώνα, όχι απλώς κοινωνιολογία.

Το ενδιαφέρον μας για τον κόσμο των εργατών δεν ήταν σε καμία περίπτωση η άλλη όψη του νομίσματος των ενοχικών συναισθημάτων. Από την πλευρά μου, ήταν ίσως ενσταλαγμένο από την παιδική μου ηλικία στα βουνά κατά τη διάρκεια του πολέμου, η στενή συναναστροφή μου με αγρότες που ήταν πρακτικά νεολιθικοί, και κυρίως λόγω της επιρροής των ιστοριών που έλεγε ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν στην Αντίσταση, όταν εμφανιζόταν στο σπίτι μας κατά καιρούς από το πουθενά· επρόκειτο για σχεδόν μυθικές αφηγήσεις για τις μάχες που έδιναν οι αντάρτες στις βουνοκορφές και στις μυθικές κοιλάδες το 1944, και πάντα θεωρούσα, πέρα από κάθε λογική, αυτές τις σκληρές συνθήκες ύπαρξης, που γεννούν μια ισχυρή αλληλεγγύη και στοιχειώδη κοινωνικότητα, ως την “πραγματική ζωή”. Είχα την εντύπωση ότι έζησα λίγο αυτόν τον μύθο με τον Mothé ειδικότερα – ήταν σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένος μαζί του. Κάποια στιγμή, σκέφτηκα ακόμη και να εγκαταλείψω την καριέρα μου ως “διανοούμενος” και εκείνος μου παρείχε με σοβαρότητα πληροφορίες σχετικά με ευκαιρίες κατάρτισης στα οικοδομικά επαγγέλματα…

Amador: Παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην είναι του γούστου σας, νομίζω ότι θα ήταν ενδιαφέρον να αναφέρουμε σε αυτό το πλαίσιο την ιδέα του Αλέν Μπαντιού για τη “μετατόπιση”. Σε αντίθεση με την πολιτική που αναλαμβάνεται στον “δικό της χώρο” και παραπέμπει σε μια ταυτότητα, η “μετατόπιση” είναι μια έννοια που υποδηλώνει μια “αποτοποθέτηση” ή ένα “ταξίδι”, δηλαδή ένα άνοιγμα άλλων τόπων, άλλων αναφορών, άλλων συμμαχιών, άλλων δημιουργιών και άλλων συνομιλητών στην πολιτική παρέμβαση. Πρωτόγνωρο, απρόβλεπτο, ανήκουστο. Η μετατόπιση ξεκινά πάντα με μια χειρονομία απο-ταύτισης: να αρνείσαι να υποταχθείς στο δικό σου πεπρωμένο που σου επιφυλάσσει η κοινωνική σου θέση και να ανοιχτείς σε άλλους κόσμους, πρακτικές και δημιουργίες. Είναι ασφαλώς αλήθεια ότι σε πολλές περιπτώσεις, αυτή η “μετατόπιση” θα μπορούσε να συνεπάγεται μια θρησκευτική, υπερβατική και θυσιαστική ιδέα του πολιτικού. Σκέφτομαι τις βιογραφίες που σφραγίζονται με το μαοϊκό σύνθημα “υπηρετήστε τον λαό”. Αλλά η “μετατόπιση” θα μπορούσε επίσης να σημαίνει μια απελευθέρωση από τον κοινωνικό ρόλο του καθενός, έναν εμπλουτισμό του ιστού των δεσμών με ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα ήταν γραφτό να συναντήσετε, την ευχαρίστηση της υπέρβασης των ορίων και της δημιουργίας νέων κοινωνικών σχέσεων, ακόμη και την ανάπτυξη της δικής σας φωνής στη συνάντηση με τον “άλλο”, όπως συνέβη στη δική σας περίπτωση.

Daniel:  Όταν πρωτογνώρισα την ομάδα, είχα ήδη ξεπεράσει τους ενδοιασμούς μου σχετικά με το να γίνω καθηγητής Ιστορίας και ήξερα ότι θα έπρεπε να γράψω εργασίες για να περάσω τις εξετάσεις μου στη Σορβόννη. Μπορώ όμως να πω ότι στο SouB έμαθα πραγματικά να γράφω με αυστηρό και μη ακαδημαϊκό τρόπο. Για την ακρίβεια, ήταν ο Guillaume (κάποιος που είχε ζήσει μια ακόμη πιο απίστευτη ζωή από τον Καστοριάδη: είχε ζήσει στα μπουρδέλα της Μασσαλίας και είχε κάνει άπειρα πράγματα -είχε επίσης υπάρξει εργάτης σε εργοστάσιο και, πάνω απ’ όλα, είχε πάντα καλλιεργήσει, ως αυτοδίδακτος, ένα εξαιρετικά γόνιμο πνεύμα, με παθιασμένο ενδιαφέρον για τα επιστημονικά, τεχνολογικά και στρατιωτικά προβλήματα-, έγραφε πράγματα στο περιοδικό που είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα), ο οποίος με ανάγκασε να ξαναγράψω τα άρθρα που μου ανέθετε, και ήταν πιο ακριβής και αυστηρός στην κριτική του από ό,τι ήταν ποτέ μαζί μου οποιοσδήποτε καθηγητής. Τελικά, μετά από τόσα χρόνια που είχαν σπαταληθεί τόσο αντιπαραγωγικά για να συναρμολογήσω σπαρταριστές παραγράφους μιας διατριβής, ώστε η συμμόρφωσή μου να επαληθεύεται από τις εξετάσεις, άρχισα να μαθαίνω πώς να γράφω, δηλαδή να αναγνωρίζω, ανάμεσα στην αυστηρότητα και την εφευρετικότητα που εκφράζει ο γραπτός λόγος, την επικίνδυνη έκταση της ελευθερίας της σκέψης.

Παρά τους “μαοϊκούς” συνειρμούς του όρου, συμφωνώ με όσα είπατε: Επιθυμούσα αυτή τη “μετατόπιση” ως απελευθέρωση από τον κοινωνικό ρόλο στον οποίο ήμουν προορισμένος, ως διακήρυξη της ελευθερίας μου να κινηθώ στην κοινωνία, της ελευθερίας μου να είμαι “άλλος” κ.λπ. Μου φαινόταν ανυπόφορο να αρκεστώ “σε κατ’ οίκον περιορισμό”. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αυτή η επιθυμία ήταν μέρος της βουβής εξέγερσής μου κατά της κοινωνικής τάξης, την οποία θεωρούσα απατηλή. Δεν θέλω να το διατυπώσω με θεωρητικούς όρους, αλλά νομίζω ότι αυτό -το να μην είσαι περιορισμένος σε έναν τόπο, το να μην έχεις έναν τόπο- είναι μια από τις πιο πολύτιμες ελευθερίες του σύγχρονου ανθρώπου.

Η αυτονομία ως αναλυτικό εργαλείο

Amador: Διαβάζοντας τις αναλύσεις που αφιερώσατε σε διάφορους προλεταριακούς αγώνες της εποχής (εργάτες στο Ανατολικό Βερολίνο, Ουγγαρία 1956, εργάτες μετάλλου στη Νάντη, λιμενεργάτες στο Λονδίνο ή στο Λίβερπουλ, εργάτες αυτοκινήτων στο Σικάγο, γαλλικές διαμαρτυρίες κατά του πολέμου στην Αλγερία κ.λπ. ), αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι η μεγάλη αξία που αποδίδετε σε ορισμένες πτυχές του αγώνα που γενικά περνούν απαρατήρητες ή θεωρούνται αρκετά δευτερεύουσες: για παράδειγμα, η σημασία των τοπικών διεκδικήσεων (σε σχέση με θέματα ασφάλειας, υγιεινής ή χρόνου διαλείμματος στη δουλειά) και των ποιοτικών διεκδικήσεων (σχετικά με τις συνθήκες και τη διαχείριση της παραγωγής), η σημασία της “σιωπηλής κριτικής” (αδράνεια, απάθεια απέναντι στη δουλειά) και των άτυπων αγώνων (συνεργασία, αλληλοβοήθεια), κ.λπ. Τι σας οδήγησε να εστιάσετε σε αυτές τις “λεπτομέρειες”;

Daniel: Στον κλασικό μαρξισμό, η σύγκρουση για τη διανομή της υπεραξίας είχε μεγάλη στρατηγική σημασία, διότι, λόγω της τείνουσας πτώσης του ποσοστού κέρδους, ο καπιταλισμός δεν μπορούσε να αυξήσει τους μισθούς παρά μόνο με το κόστος της ίδιας του της καταστροφής. Αλλά στο SouB σημειώσαμε τη μακροπρόθεσμη αύξηση των πραγματικών μισθών, δηλαδή την ικανότητα του καπιταλισμού να αφομοιώνει την ταξική πάλη για τη διανομή της υπεραξίας και να τη χρησιμοποιεί ακόμη και για τον εξορθολογισμό και την υπέρβαση των κρίσεών του. Αυτή η διαπίστωση συνέβαλε σημαντικά στο να μετατοπιστεί το επίκεντρο της ανάλυσής μας για την “κρίση” του καπιταλισμού από το πεδίο της εκμετάλλευσης στο πεδίο της αλλοτρίωσης (γραφειοκρατική κυριαρχία ενάντια στην αυτονομία), ανοίγοντας έτσι τελικά τον δρόμο για την κριτική της καθημερινής ζωής, κατανοητής με την ευρύτερη δυνατή έννοια: από την αστικότητα μέχρι την οικογένεια, από την κατανάλωση μέχρι τη σεξουαλικότητα ή την εκπαίδευση…

Ίσως, όμως, θα έπρεπε να σταματήσω εδώ για να διευκρινίσω αυτή την έννοια της αυτονομίας ώστε να εξηγήσω τον τρόπο με την οποία τη χρησιμοποιήσαμε ως «αναλυτικό εργαλείο» που εφαρμόζεται στους αγώνες και, βαθύτερα, στη σύγχρονη κοινωνία. Όσον αφορά τις συγκρούσεις στον χώρο εργασίας, η αυτονομία νοείται ουσιαστικά ως ανεξαρτησία από τα συνδικάτα. Πιο βαθιά, όμως, μας ενδιέφερε όλα όσα θα μπορούσαν να ενισχύσουν την αυτονομία των εργαζομένων ως τάξη. Ως εκ τούτου, αυτονομία σήμαινε συνοχή, αλληλεγγύη, ισότητα κ.λπ. Υπό αυτή την έννοια, υποστηρίζαμε πάντα τις κατ’ αποκοπή αυξήσεις μισθών, την αντίσταση στις μελέτες του χρόνου και, γενικότερα, όλες εκείνες τις απαιτήσεις που αμφισβήτησαν την εξουσία των εργοδοτών και των γραφειοκρατών και που υπονόμευαν την νομιμότητα του διαχωρισμού μεταξύ των εντολών και εκείνων που εκτελούν τις εντολές. Όχι μόνο επιδιώξαμε να αναγνωρίσουμε τις εκδηλώσεις της αυτονομίας ως μια ουσιαστική –αν και συγκαλυμμένη– πτυχή της κοινωνικής ζωής, αλλά ως εκφράσεις του πιθανού ανοίγματος μιας επαναστατικής προοπτικής. Οι αγώνες που περιελάμβαναν μια αμφισβήτηση των θεμελίων της κυριαρχίας μάς φαίνονται ως πολλά τέτοια ορόσημα στον δρόμο προς έναν επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Έτσι, η ανάλυσή μας για την κοινωνική ζωή είχε ένα θεμελιώδες όραμα, ένα όραμα που ήταν κατά μία έννοια στρατηγικό – αλλά προφανώς όχι στρατηγικό με την έννοια που οι λενινιστές διαφόρων γραμμών κατανοούν τη λέξη.

Για παράδειγμα, δεν εφαρμόσαμε απλοϊκά πάνω στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα ένα κριτήριο επαναστατικής δυναμικής («οι αντιαποικιακοί αγώνες θα είναι ένα βαθύ σοκ για το αποικιακό εγχείρημα στον υπόλοιπο κόσμο», όπως υποστήριξε η στρατηγική άποψη του λενινισμού). Δεν υπήρχε τίποτα τριτο-κοσμικό σε εμάς, σκεφτήκαμε, αντιθέτως, ότι η αποαποικιοποίηση μπορεί να αποτελούσε μια ευκαιρία για τον καπιταλιστικό εξορθολογισμό του σύγχρονου καπιταλισμού και διακρίναμε ξεκάθαρα ότι αυτά τα κινήματα δεν είχαν καμία πιθανότητα να οδηγήσουν σε επανάσταση, όπως καταλαβαίναμε εμείς τη λέξη. Θεωρήσαμε, ωστόσο, ότι σε σχέση με το τι εξέφρασαν αυτά τα κινήματα στο θέμα της αυθόρμητης, «αυτόνομης» εξέγερσης, της διεκδίκησης της αξιοπρέπειας, της πρακτικής υπέρβασης της αποξένωσης του αποικισμένου «αγρίου» και του «πολιτισμένου» αποικιστή, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αφύπνιση της συνείδησης όλων των κυριαρχούμενων λαών —ή να βοηθήσουν να γίνει πιο βαθιά αυτή η συνείδηση ​​όπου ήδη υπήρχε— και στις ανεπτυγμένες κοινωνίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, ήταν ζωτικής σημασίας να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε μια σύνδεση μεταξύ αυτών των κινημάτων και των αγώνων του προλεταριάτου στις αναπτυγμένες χώρες. Οι αναλύσεις του Lyotard για τον πόλεμο της Αλγερίας που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό μπορούν να σας δώσουν μια πολύ ακριβή ιδέα για τη φύση του ενδιαφέροντός μας για τα κινήματα της εθνικής απελευθέρωσης:

«Όταν ένας αποικιοκρατούμενος λαός εγκαταλείπει τα όπλα της κριτικής για την κριτική των όπλων, δεν αρκείται στο να αλλάξει τη στρατηγική του. Καταστρέφει αμέσως και με τα ίδια του τα χέρια την κοινωνία στην οποία ζει, με την έννοια ότι εκμηδενίζει τις κοινωνικές σχέσεις που είναι συστατικές αυτής της κοινωνίας. Αυτές οι σχέσεις υπάρχουν μόνο επειδή οι άνθρωποι που ζουν κάτω από αυτές τις ανέχονται. Από τη στιγμή που οι άνθρωποι ενεργούν συλλογικά έξω από αυτό το πλαίσιο, παράγουν μορφές συμπεριφοράς που δεν έχουν θέση στις παραδοσιακές σχέσεις που διέπουν τα άτομα και τις ομάδες […]. Αυτή η κατάσταση άγχους και αβεβαιότητας απαιτεί μία απόκριση έντονης δραστηριότητας, μία δίψα για εμπειρία και γνώση (επικοινωνία, υποθέσεις και συνεχείς συζητήσεις). Η πιο ασήμαντη λεπτομέρεια της πραγματικότητας εξετάζεται σε σχέση με τα γενικά ερωτήματα. Το μέλλον δεν είναι προκαθορισμένο· όλα είναι πιθανά. Όλα τα προβλήματα αποτελούν ένα “δίκαιο παιχνίδι”: η γη, τα συνδικάτα, η οικογένεια, η θρησκεία, η εκβιομηχάνιση, η γλώσσα, η εκπαίδευση, ο πολιτισμός κ.λπ. Δεν τίθεται μόνο το πρόβλημα της ανεξαρτησίας, αλλά και το πρόβλημα του πώς να ζούμε όταν γίνουμε ανεξάρτητοι. Οι Αλγερινοί διαδήλωσαν για το νόημα της ζωής, όχι για την κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι το νόημα της ζωής».

Κρίση ζωής

Amador: Έρχεται η στιγμή που «πρέπει να διαλέξεις μεταξύ του να παραμείνεις μαρξιστής ή να παραμείνεις επαναστάτης». Η ρήξη σας με τον μαρξισμό βασίστηκε στην κριτική της ιδέας ότι υπάρχει μια κεντρική διαδικασία (εκμετάλλευση), μια κεντρική θέση (το εργοστάσιο) και ένα κεντρικό υποκείμενο (το προλεταριάτο) στην επαναστατική πολιτική. Από τη μια πλευρά, η ομάδα σημείωσε την είσοδο στη σκηνή νέων παικτών (εργάτες με ποιοτικές απαιτήσεις, αποικιοκράτες εργάτες, μαύροι, γυναίκες, φοιτητές…) που δεν εκφράστηκαν μόνο ως θύματα εκμετάλλευσης. Από την άλλη, ξεκίνησε μια κριτική της καθημερινότητας (αστικοποίηση, κατανάλωση, σχέσεις φύλων κ.λπ.), μία ρήξη με τα θέματα της συνείδησης, τη συσσώρευση αντικειμενικών αντιφάσεων κ.λπ. Πώς έκανε η ομάδα αυτό το βήμα από την κριτική της εκμετάλλευσης στην κριτική της αλλοτρίωσης;

Daniel: Ίσως θα πρέπει να περιγράψω την ιστορία του SouB με περισσότερες λεπτομέρειες. Από την αρχή, το SouB ήρθε σε ρήξη με τη μαρξιστική-λενινιστική χυδαιότητα που υποβίβαζε το προλεταριάτο στο κοινωνικοοικονομικό καθεστώς μιας εκμεταλλευόμενης τάξης. Περιορισμένο μέσα σε αυτή την “αντικειμενικότητα”, το προλεταριάτο δεν έχει υποκειμενικότητα, η συνείδησή του δεν μπορεί να ξεπεράσει το επίπεδο της συνδικαλιστικής συνείδησης, δηλαδή περιορίζεται στο να θέτει το ερώτημα του ποσοστού εκμετάλλευσης. Ούτε υποκειμενικότητα, ούτε συνείδηση, ούτε, επομένως, αλλοτρίωση. Η ίδια η συνείδηση αντικειμενοποιείται σε μια υποτιθέμενη αίσθηση της ιστορίας, σε ένα πεπρωμένο που υπαγορεύεται από την ιστορία, το οποίο πρέπει να εκπληρωθεί. Δεν υπάρχει αλλοτρίωση, παρά μόνο με τη μορφή μιας τύφλωσης απέναντι σε αυτό το ιστορικό πεπρωμένο. Μόνο το Κόμμα μπορεί να ξεπεράσει αυτή την τύφλωση χάρη στην επιστήμη, τον Ιστορικό Υλισμό.

Έχοντας επιβεβαιώσει το καταστροφικό αποτέλεσμα αυτής της ιδεολογίας, δηλαδή τη συγκρότηση μιας νέας κοινωνίας που κυβερνάται από μια γραφειοκρατία που προέκυψε από το Κόμμα, η οποία υποτίθεται ότι ενσαρκώνει το προλεταριάτο ως ιστορικό και πολιτικό υποκείμενο, και πίσω από την οποία το προλεταριάτο ουσιαστικά εξαφανίζεται, το SouB ανέλαβε το καθήκον να ανακαλύψει εκ νέου το προλεταριάτο εκεί που συγκροτήθηκε, δηλαδή στις συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής, στην εργασία. Και εκεί, η ομάδα επιβεβαίωσε ότι το προλεταριάτο ήταν αλλοτριωμένο: κάτω από την εκμετάλλευση, επειδή αυτή μειώνει την ανθρώπινη υπόστασή του στον μοναδικό παράγοντα της εργατικής δύναμης και στη χρηματική της αξία, τον μισθό· και επίσης στην εργασία του, επειδή δεν ελέγχει ούτε τους τρόπους ούτε τους στόχους της (μια μορφή αλλοτρίωσης που εκφράζεται με τον διαχωρισμό μεταξύ εκείνων που δίνουν εντολές και εκείνων που εκτελούν τις εντολές), παρ’ όλο που επιδίδεται σε συνεχή αγώνα για να οικειοποιηθεί εκ νέου για τον εαυτό του έναν ορισμένο βαθμό ελέγχου πάνω στη διαδικασία της παραγωγής.

Νομίζω ότι η ιστορία του SouB μπορεί να κατανοηθεί ως μια προσπάθεια να αφιερωθεί βαθύτερη μελέτη σε αυτή την ανάλυση της αλλοτρίωσης και να επεκταθεί σε όλες τις κοινωνικές ομάδες και σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής.

Ο αντίκτυπος αυτής της θεωρητικής αλλαγής προοπτικής ενισχύθηκε, κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, από έναν σημαντικό οικονομικο-κοινωνικό μετασχηματισμό που βρισκόταν τότε σε εξέλιξη: την αυξανόμενη σημασία της πνευματικής εργασίας στη διαδικασία της παραγωγής. Η επιχείρηση, και ιδίως η μεγάλη επιχείρηση, είχε τότε αρχίσει να ενσωματώνει στην οργανωτική της δομή τεράστιες υπηρεσίες για την εφαρμοσμένη και τεχνική επιστημονική έρευνα, για την ορθολογική οργάνωση της εργασίας, για τη διαφήμιση, την επικοινωνία, τις πωλήσεις κ.λπ. Αυτά τα τμήματα υπηρεσιών οργανώνονταν ιεραρχικά, αλλά σε αντίθεση με το κλασικό εργαστήριο παραγωγής δεν τελούσαν υπό στρατιωτική πειθαρχία, αλλά υπό γραφειοκρατική πειθαρχία, με πυραμιδική δομή εξουσίας, θέσεων ευθύνης, μισθών και συμφερόντων των εργαζομένων. Μηχανικοί, τεχνικοί, επιστήμονες, καθηγητές, γιατροί, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, διοικητικοί υπάλληλοι, οικονομολόγοι, σχεδιαστές, οργανωτές….

Δημιουργήθηκαν αναρίθμητες συγκεκριμένες καταστάσεις των οποίων η κριτική ανάλυση μπορούσε να γίνει κυρίως με όρους αλλοτρίωσης. Η αλλοτρίωση σε σχέση με την κοινωνική θέση στην πυραμίδα, τον ανταγωνισμό, τους σκοπούς της επιχείρησης, την κατανάλωση ως ένδειξη κοινωνικής αναγνώρισης ή κύρους κ.λπ. Τα σημεία αυτά χαρακτηρίζονται από μια ορισμένη αμφιθυμία, ακόμη και μια σύγκρουση, μεταξύ μιας απογοήτευσης που θα μπορούσε να φτάσει μέχρι την εξέγερση και της επιθυμίας για ένταξη και την αίσθηση του ανήκειν. Οι νέες απαιτήσεις της οικονομίας για εργαζόμενους με υψηλά προσόντα οδήγησαν σε έναν μαζικό “εκδημοκρατισμό” της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα την τεράστια αύξηση του αριθμού των φοιτητών, οι οποίοι προέρχονταν από ετερογενή περιβάλλοντα, και την όξυνση της σύγκρουσης μεταξύ της “κουλτούρας” που υποτίθεται ότι έπρεπε να αφομοιώσουν και εκείνης του αρχικού τους περιβάλλοντος, μεταξύ της πολιτιστικής λειτουργίας του Πανεπιστημίου και της “κοινωνικής” λειτουργίας του, η οποία υποτάχθηκε απόλυτα στον ωφελιμισμό.

Τότε αρχίσαμε να επανεξετάζουμε ζητήματα όπως το πρόβλημα των σχέσεων των δύο φύλων (με το οποίο ο μαρξισμός ασχολείται εδώ και σχεδόν έναν αιώνα) και το πρόβλημα της νεολαίας (το οποίο έπαιξε έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο εκείνη την περίοδο, ιδιαίτερα στο κίνημα κατά του πολέμου στην Αλγερία, πολύ περισσότερο στο βαθμό που εμείς οι νέοι -που θα μπορούσαμε να επιστρατευτούμε- ήμασταν υποχρεωμένοι να ασχοληθούμε περισσότερο με αυτό το ζήτημα). Σε όλο τον κόσμο, οι φοιτητές συμμετείχαν αποφασιστικά στα ριζοσπαστικά κινήματα εκείνης της εποχής: Θυμάμαι την περίπτωση της Νότιας Κορέας, όπου το φοιτητικό κίνημα κατά της δικτατορίας ήταν εξαιρετικά βίαιο, ή την περίπτωση της Ιαπωνίας, όπου ήμασταν σε επαφή με το μαζικό ριζοσπαστικό φοιτητικό κίνημα γνωστό ως Zengakuren. Φυσικά, θυμάμαι επίσης το αμερικανικό κίνημα και το αγγλικό κίνημα Ban the Bomb Movement, το οποίο αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από νέους ανθρώπους και στο οποίο οι φίλοι μας στην Αλληλεγγύη έπαιξαν σημαντικό ρόλο.

Παρεμπιπτόντως, τα παιδιά του κινήματος Ban the Bomb Movement έκλεψαν από το Υπουργείο Εσωτερικών τα μυστικά σχέδια για την κατασκευή καταφυγίων για την αποκλειστική χρήση από μέλη της κυβέρνησης: χιλιάδες αντίγραφα αυτών των σχεδίων κατασκευάστηκαν και διανεμήθηκαν αμέσως, προκαλώντας ένα μεγάλο σκάνδαλο. Το περιστατικό έγινε γνωστό ως “Κατάσκοποι για την Ειρήνη”. Μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση, το κίνημα κατά των βομβαρδισμών έστειλε τους δράστες αυτής της κλοπής στη Γαλλία ώστε να γλυτώσουν από την αστυνομία. Οι δύο αυτοί άνθρωποι που ήρθαν έμειναν στο σπίτι μου, όπου παρέμειναν καλά κρυμμένοι – αν και η γαλλική αστυνομία παραλίγο να τους συλλάβει επειδή έπιναν κρασί στον δρόμο!

Η ενότητα αυτών των φαινομενικά διαφορετικών ακτιβιστών (προλετάριοι, φοιτητές, γυναίκες, τεχνικοί) επρόκειτο να συνειδητοποιηθεί και να αποκαλυφθεί ταυτόχρονα τον Μάη του ’68. Αυτό φαίνεται από τις αμέτρητες αφηγήσεις εμπειριών από πρώτο χέρι που ακούσαμε στο θέατρο Odeón στο Παρίσι, οι οποίες αποκάλυπταν την κοινή βάση της αποξένωσης και της καταπίεσης που μοιράζονταν όλοι οι φορείς της σύγχρονης κοινωνίας. Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η ευχάριστη έκπληξη που ένιωσαν πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους που ξαφνικά αναγνώρισαν τη δική τους εμπειρία στις εμπειρίες των άλλων.

Amador: Κατά το πρώτο στάδιο του SouB, η ιδέα του προλεταριάτου ως υποκειμένου της Ιστορίας ήταν το επίκεντρο της social-barbaric θεωρίας. Αλλά μετά το 1963, δεν υπάρχει πλέον κανένα υποκείμενο της Ιστορίας: οι ίδιοι οι αγώνες είναι το υποκείμενο. Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε τις “αντικειμενικές αντιφάσεις” του καπιταλισμού: η κύρια αντίφαση είναι υποκειμενική, η απόρριψη ενός τρόπου ζωής υποταγμένου στη γραφειοκρατία και επομένως υποταγμένου στην επανάληψη, τη σιωπή και τη νηπιοποίηση. Κάνοντας αυτό το βήμα, το SouB διαλύθηκε και το 1963 άνοιξε ένα άλλο χάσμα στο εσωτερικό της ομάδας μεταξύ εκείνων που υποστήριζαν τη θέση του Καστοριάδη (η “τάση”) και εκείνων που επέμεναν ότι “το προλεταριάτο εξακολουθεί να είναι η μόνη επαναστατική δύναμη στην καπιταλιστική κοινωνία” (η “αντι-τάση”). Αυτή η “αντι-τάση” υπερασπίστηκε την εγκυρότητα των μισθολογικών αγώνων και επίσης επεσήμανε ότι, αν η αντικειμενική ανάπτυξη του καπιταλισμού δεν προσφέρει μια βάση για την ανάπτυξη της συνείδησης, δεν υπάρχει άλλη λύση από τον βολονταρισμό, τον υποκειμενισμό και τον υπαρξισμό. Στην ίδια κατεύθυνση, ο Lyotard (υποστηρικτής της “αντι-τάσης”) κατήγγειλε το πέρασμά σας “από την εκμετάλλευση στην κρίση της ζωής”.

Daniel: Είναι ασφαλώς αλήθεια ότι πολλές αναλύσεις που έγιναν από το SouB κατά τα τελευταία του χρόνια επέστησαν την προσοχή στην κοινωνικά διαδεδομένη αίσθηση του παραλόγου, την οποία το SouB χαρακτήρισε ως αίσθηση ανεπάρκειας που θα μπορούσε τελικά να βρει πολιτική επεξεργασία στην ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης. Ο διαχωρισμός μεταξύ των δοτών εντολών και εκείνων που εκτελούν τις εντολές, μεταξύ τυπικής και άτυπης οργάνωσης, μεταξύ κανόνων και ζωής, είχε ως αποτέλεσμα έναν παραλογισμό που, με τη μορφή θορύβου στο παρασκήνιο, εκδηλωνόταν επίσης σε χίλιες λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής: η υποχρέωση συμμόρφωσης σε κανόνες που ούτε τηρούνται ευρέως ούτε είναι από μόνοι τους ικανοί να στηρίξουν το σύστημα, ένας εξορθολογισμός της εργασίας που το μόνο που εισάγει είναι περισσότερη αταξία και σύγκρουση, διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με την τεχνολογική και επιστημονική δραστηριότητα που είναι εντελώς εκτός ελέγχου και, ως εκ τούτου, αμαυρώνονται από το παράλογο των απαιτήσεών τους για αυστηρότητα και υπευθυνότητα κ.λπ.

Η σημασία της κρίσης του νοήματος στην κριτική ανάλυση της ομάδας αυξανόταν συνεχώς. Θυμάμαι ότι το βιβλίο Growing Up Absurd, του Paul Goodman, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για εμάς. Ήταν ένα βιβλίο για την εφηβεία, για το ταξίδι προς την ενηλικίωση. Ο Γκούντμαν περιγράφει βαθιά και γλαφυρά πώς το άτομο οδηγείται τότε σε μια κατάσταση χωρίς νόημα γι’ αυτό, μια κατάσταση παράλογη. Ο Lyotard, ο Vega και οι υπόλοιποι μάς κατηγόρησαν ουσιαστικά για την επεξεργασία μιας υπαρξιστικής θεωρίας, χωρίς αναφορά στην ταξική πάλη, την εκμετάλλευση ή το κεφάλαιο. Αυτό είναι ιδιαίτερα περίεργο στην περίπτωση του Lyotard, επειδή πολύ σύντομα άλλαξε στρατόπεδο και τώρα μιλά μόνο με όρους “ύπαρξης”. Αυτή η ιδέα της κρίσης του νοήματος ισχύει σήμερα περισσότερο απ’ ό,τι τότε, αλλά ίσως στο παρελθόν η ευθύνη για αυτή την κατάσταση θα μπορούσε εύκολα να αποδοθεί σε ένα καταπιεστικό σύστημα ή σε κάποια δομικά αίτια. Υπάρχει η καταπίεση των φύλων, ένα αυταρχικό εκπαιδευτικό σύστημα κ.λπ.

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σήμερα ο καθένας έχει αναλάβει το καθήκον να διαχειριστεί τη δική του απουσία νοήματος, να διαχειριστεί τον δικό του παραλογισμό. Αυτή η απουσία νοήματος κατασκευάζεται από το σύστημα ως ουσιώδης πτυχή της λειτουργίας της μηχανής στο σύνολό της (της παραγωγής χρημάτων κ.λπ.)

Από το εργαστήριο στον θάλαμο ηχούς

Amador: Το παράδοξο γεγονός ότι τα μέλη του SouB διαλύθηκαν ένα χρόνο πριν από το 1968 δεν παύει ποτέ να με εκπλήσσει. Τον Μάιο επαληθεύτηκαν πολλές από τις υποθέσεις της ομάδας. Νομίζω ότι αν η αρχική φοιτητική εξέγερση συνάντησε τότε μια τόσο ισχυρή ηχώ-απήχηση στο εργατικό περιβάλλον, αυτό οφειλόταν ακριβώς στο γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις πολεμιόταν η ίδια πραγματικότητα: η οργάνωση όλης της κοινωνικής δραστηριότητας σύμφωνα με το γραφειοκρατικό μοντέλο της αποτελεσματικότητας, της παραγωγικότητας και του ελέγχου. Το γεγονός ότι η γραφειοκρατία ήταν η “κυρίαρχη πρακτική” που πολεμήθηκε τον Μάιο αποκαλύφθηκε επίσης υπό το πρίσμα του γεγονότος ότι οι μορφές της εξέγερσης ήταν οι ίδιες τόσο για τους φοιτητές όσο και για τους εργάτες: αυθορμητισμός, αποκέντρωση, αυτοέκφραση, πρωτοβουλία, ατομική ευθύνη. Εν ολίγοις, η αυτονομία. Πώς εξηγείτε το παράδοξο της διάλυσης της ομάδας στο κατώφλι του γεγονότος που θα επιβεβαίωνε τις αναλύσεις της;

Daniel: Όπως εξήγησα, για την επαναστατική οργάνωση ως τέτοια και όπως την αντιλαμβανόταν το SouB, ήταν ζωτικής σημασίας να εγκαθιδρυθεί μια σχέση διαλόγου με τους αγώνες και γενικότερα με τις κοινωνικές πρακτικές της ρήξης. Ζωτικής σημασίας γιατί, επαναλαμβάνω, οι εκδηλώσεις της βαθιάς “κρίσης” της κοινωνίας, της “θεμελιώδους αντίφασής της”, αποτελούσαν τη μόνη βάση για την κριτική της, αφού είχε απορριφθεί η επιστήμη του νοήματος της ιστορίας και οι ουτοπικές κατασκευές. Αλλά ήταν απαραίτητο αυτές οι εκδηλώσεις να υπάρχουν…

Ούτως ή άλλως, ξεκινώντας από το 1959 (απουσία οποιασδήποτε αντίδρασης της εργατικής τάξης στο πραξικόπημα του Ντε Γκωλ) και ιδιαίτερα μετά το 1962 (το τέλος του πολέμου στην Αλγερία και της αντιπολίτευσης που είχε προκαλέσει σε ένα μέρος της νεολαίας), ο Καστοριάδης και όσοι τον ακολούθησαν πίστευαν ότι μπορούσαν να διακρίνουν μια διαδικασία “ιδιωτικοποίησης” σε εξέλιξη -την απόσυρση των ατόμων από τη δημόσια σφαίρα και την απομόνωσή τους στην ιδιωτική ζωή και την κατανάλωση- που εξουδετέρωνε τις ρητές μορφές αντιπολίτευσης. Για αυτόν τον λόγο, τελικά, πάρθηκε η απόφαση να “ανασταλεί” η έκδοση του περιοδικού και να διαλυθεί ό,τι είχε απομείνει από την ομάδα SouB.

Στην επιστολή που στάλθηκε στους συνδρομητές του περιοδικού, δόθηκε η ακόλουθη εξήγηση για την απόφαση αυτή:

“Σε μια κοινωνία όπου οι ριζοσπαστικές πολιτικές συγκρούσεις αποκρύπτονται, καταπνίγονται και παρασύρονται όλο και περισσότερο, και στις πιο ακραίες μορφές τους είναι ανύπαρκτες, μια πολιτική οργάνωση δεν μπορεί παρά να εκφυλιστεί γρήγορα”.

Εκ των υστέρων, νομίζω ότι η έννοια της “ιδιωτικοποίησης”, που συνάδει με την ανάλυση που κάναμε σε σχέση με τον σύγχρονο καπιταλισμό, υπέφερε από ένα είδος κακοποίησης του θεωρητικού ριζοσπαστισμού. Η θεωρία του “σύγχρονου καπιταλισμού”, η οποία έσπασε τόσο ηχηρά με τα παραδοσιακά μαρξιστικά ή μαρξοειδή σχήματα, χτίστηκε σε έναν τρομερά αδιάβατο μονόλιθο που έριξε μια σκιά πάνω στην εποχή που μας εμπόδισε να δούμε μερικά πολύ σημαντικά πράγματα, τα ίδια πράγματα που κατά κάποιον τρόπο εξηγούν τον Μάη του ’68. Περιοριστήκαμε σε έναν φαύλο κύκλο: ένα θεωρητικό πρόταγμα, που ήθελε να βασίζεται στη συγκεκριμένη εμπειρία της κοινωνίας, αποκρυσταλλώθηκε σε ένα εννοιολογικό σχήμα που έσπασε τον δεσμό που μετέφερε αυτή την εμπειρία και δικαιολόγησε αυτό το κλείσιμο σε μια καθαρά θεωρητική στάση (η οποία, βέβαια, στο πρόσωπο του Καστοριάδη βρήκε στη συνέχεια μια νέα γόνιμη πηγή στις φιλοσοφικές ανακρίσεις). Οι ιδέες μας δεν αποτελούσαν πλέον πραγματικά έναν πολιτικό λόγο, ούτε καν έναν κριτικό λόγο με την έννοια που εννοούσαμε αυτόν τον όρο, δηλαδή έναν λόγο ρήξης. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να αποτελέσει την πηγή ενός τέτοιου λόγου, αν όχι οι πράξεις, οι χειρονομίες και οι λέξεις που, μέσα από αναρίθμητες κοινωνικές σκηνές, μεταβάλλουν και διαταράσσουν την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων; Εν ολίγοις, η επιθυμία να ανοίξει η θεωρία σε ό,τι νέο συρρικνώθηκε και έκλεισε την πόρτα στην πραγματικότητα.

Η στρατευμένη θεωρία (επαναστατική, κριτική, ριζοσπαστική…) δεν είναι μόνο ένα διανοητικό πράγμα, όπως θα έλεγε ο Λεονάρντο, αλλά και ένα κοινωνικό και πολιτικό πράγμα. Αυτό που εννοώ είναι ότι οι σχέσεις παραγωγής της θεωρίας καθορίζουν την πολιτική φύση της παραγόμενης θεωρίας. Στην ακραία περίπτωση, θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι η σύνδεση μεταξύ αυτού που βιώνεται, των εμπειρικών γεγονότων και της έννοιας δεν είναι απλώς μια λογική σύνδεση, αλλά και μια πολιτική σύνδεση. Με αυτή την έννοια, η φόρμουλα του Lefort – “το προλεταριάτο είναι η δική του θεωρία”- συνεπάγεται την απόρριψη της επαναστατικής οργάνωσης ως τέτοιας και όπως την αντιλαμβανόταν ο Καστοριάδης. Το SouB συμμετείχε σε ένα βαθύ θεωρητικό ταξίδι (ως πολιτική κριτική) εφ’ όσον ήμασταν αφοσιωμένοι, όχι απλώς στην “έκφραση”, αλλά στο να ακούμε με πάθος τι είχε να πει η κοινωνία από τα βάθη της. Όταν δεν ακούγαμε πια τίποτα -και νομίζαμε ότι δεν υπήρχε τίποτα να ακούσουμε- τότε η πολιτική μας θεωρία εξαντλήθηκε και σιώπησε. Περιγράφω όλη αυτή τη διαδικασία από μια πολύ υποκειμενική οπτική γωνία στο βιβλίο Crisis of Words.

Αμφισβήτησα την “κλασική” πολιτική πρακτική του SouB υπό το φως του Μάη του ’68. Εκτός από σπάνιες περιπτώσεις -όπως η δραστηριότητα του Henri Simon στην Assurances Générales ή όταν συμμετείχαμε σε διαδηλώσεις- η δράση εκλαμβανόταν ουσιαστικά ως μια μορφή λόγου: ανάλυση μιας κατάστασης, πρόταση δράσεων για συμμετοχή… Αυτό οφειλόταν εν μέρει σε αντικειμενικούς λόγους: η ομάδα ήταν αριθμητικά πολύ αδύναμη και είχε παρουσία σε πολύ λίγες επιχειρήσεις. Πιστεύω όμως ότι αυτή η απομόνωση μέσα στη σφαίρα του λόγου προερχόταν επίσης από μια υπερβολικά διανοητική αντίληψη της συνείδησης, και επομένως της αποξένωσης.

Δεν κατασκευάζει κανείς τη συνείδησή του, ας πούμε, με τη γνώση, δεν ξεπερνάει την αλλοτρίωση με την πληροφόρηση (τουλάχιστον όχι μόνο με την πληροφόρηση), αλλά, κυρίως, με τη δράση και την εμπειρία, με το βάθος του πάθους για το οποίο είναι ικανός ο κάθε άνθρωπος.

Αυτό φαίνεται να είναι προφανές, αλλά για μένα δεν φαινόταν προφανές μέχρι τον Μάιο του ’68. Με αυτή την έννοια, η πολιτική πρακτική του Κινήματος της 22ας Μαρτίου, την οποία κάπως επιτηδευμένα αποκαλούσαν “υποδειγματική δράση”, ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Δεν επρόκειτο για την πραγματοποίηση μιας υποδειγματικής δράσης, αλλά για ένα παράδειγμα που έδειχνε ότι η δράση ήταν δυνατή. “Αν μας φαίνεται σωστό, το κάνουμε”. Ήρθαν σε ρήξη με την ιδέα ότι η δράση είναι προϊόν μιας εξαντλητικής και συνολικής ανάλυσης της πραγματικότητας. Υπέθεσαν την ποικιλομορφία της κοινωνίας: δεν έδωσαν ένα παράδειγμα για το τι πρέπει να γίνει, αλλά ένα παράδειγμα που άνοιγε δυνατότητες, εμπιστευόμενοι τη μεταδοτικότητά του.

Σε εποχές κοινωνικής και πολιτικής ρήξης, η δραστηριότητα των επαναστατών περιοριζόταν πάντα στο να αποτελεί ένα “παγκόσμιο παιχνίδι” που περιλαμβάνει την παραγωγή μιας προσομοίωσης, ένα ανάλογο του παιχνιδιού που υφίσταται πραγματική αλλά υπόγεια ανάπτυξη “σε φυσική κλίμακα”. Και αυτή η in vitro δραστηριότητα μπορεί να αποδειχθεί αρκετά γόνιμη, όπως έχει αποδειχθεί, πιστεύω (τουλάχιστον όσον αφορά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60), από το SouB και την Καταστασιακή Διεθνή. Φτάνει όμως τελικά η στιγμή -ίσως αναπόφευκτα- που αυτό το κλειστό εργαστήριο γίνεται ένας θάλαμος ηχούς μέσα στον οποίο οι κάτοικοί του ερμηνεύουν την αντήχηση των δικών τους λόγων ως φωνών της ιστορίας· είχαν πάψει να ακούν και να “αισθάνονται” τον εαυτό τους να σκέφτεται και, μεθυσμένοι από την ελευθερία, από τον καθαρό αέρα και την ελευθερία του λόγου, εκπέμπουν τις πιο παράλογες ανοησίες σαν μπαλόνι που σκάει.

Για να αποφευχθεί αυτό, νομίζω ότι η κριτική θεωρία πρέπει, μεταξύ άλλων, να παλέψει με τις σκιώδεις περιοχές του πραγματικού, όπως κάθε άτομο πρέπει να συμβιβαστεί με διαύγεια με τις δικές του σκιώδεις περιοχές: το γεγονός ότι ο κόσμος δεν είναι ολοκληρωμένος· την επιστροφή του καταπιεσμένου στην ιστορία (αναφέρομαι στις ιστορικές δυνατότητες που ανά πάσα στιγμή δεν είναι εμφανείς, αλλά δεν έχουν επίσης εκλείψει εντελώς και προχωρούν πλέον σε υπόγειες διαδρομές και μετασχηματίζονται σε επαφή με το πραγματικό, αλλά το μετασχηματίζουν επίσης απαρατήρητα και είναι ικανές με την πρώτη ευκαιρία να επανεμφανιστούν ως το ίδιο το πραγματικό)· τις υποκειμενικές σκιώδεις περιοχές (η επιθυμία θανάτου, η εκούσια δουλεία, η διαγραφή της αρχής της πραγματικότητας που περιγράφει ο Μποντριγιάρ…) κ.λπ. Νομίζω ότι η θεωρητική διαδρομή του SouB δεν τα έλαβε όλα αυτά πολύ υπόψη της και είχε την τάση να περιορίζει άδικα το πραγματικό μέσα σε πολύ στενά μοντέλα, μοντέλα που ήταν ορθολογικά αρκετά ικανοποιητικά, αλλά που δεν έκαναν πρόβλεψη για την κατάργησή τους ή την κατάρρευσή τους.

Έχοντας πει αυτά, νομίζω ότι η ριζοσπαστική, επαναστατική κριτική θεωρία δεν είναι επιστήμη – σκοπός της δεν είναι να παράσχει μια ολοκληρωμένη, ουδέτερη περιγραφή της πραγματικότητας. Είναι μια πολιτική πράξη που πραγματοποιείται προκειμένου να μετασχηματίσει τον κόσμο και επιδιώκει να αποκαλύψει μέσα στο πραγματικό τις δυνατότητες για θετική δράση (όπως ορίζεται από τη θεωρία). Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αφιερωμένη στην αισιοδοξία.

Σε ό,τι με αφορά, αναλαμβάνω την εργασία της κριτικής (δεν είμαι θεωρητικός – απλώς παίρνω από εδώ και από εκεί ό,τι μου φαίνεται σχετικό) κάπως σαν ένα πασκαλιανό στοίχημα: δεν υπάρχει πάνω από μία πιθανότητα στις χίλιες να πραγματοποιηθεί μια θετική μεταμόρφωση του κόσμου, αλλά είναι αυτή η πιθανότητα που με ενδιαφέρει, στην οποία συνεισφέρω την υποστήριξή μου και απ’ την οποία κρατώ σφιχτά το γούστο μου για τη ζωή. Στοιχηματίζω σε αυτή την πιθανότητα, χωρίς να εθελοτυφλώ απέναντι σε άλλες.

Σημειώσεις

[1] Ένα από τα δοκίμια που παρουσιάζονται στο Crisis de palabras: notas a partir de Cornelius Castoriadis y Guy Debord , Μαδρίτη, Acuarela & A. Machado, 2007.

[2] Το SouB ήρθε σε ρήξη με τη λενινιστική παράδοση που βασιζόταν σε μια αντίληψη θυματοποίησης της εργατικής τάξης και επέλεξε την «ταξική αυτονομία» ενάντια στο πρόγραμμα και την ηγεσία οποιουδήποτε επαναστατικού κόμματος. Πώς μπορεί μια οργάνωση επαναστατών αγωνιστών να συμβάλει σε αυτή την αυτονομία, χωρίς να την εκπροσωπεί ή να την οδηγεί; Το 1958, η συζήτηση στο SouB σχετικά με την οργάνωση οδήγησε σε διάσπαση μεταξύ της «πλειοψηφίας» και της «μειοψηφίας». Η συζήτηση αποκαλύπτει διάφορους τρόπους κατανόησης της ενότητας των εργαζομένων και των «διανοουμένων» σε μια συλλογική πρακτική οργάνωσης και δράσης. Από τη μια πλευρά, ο Καστοριάδης (και μαζί του η «πλειοψηφία») είπε: δεν υπάρχουν πάντα αγώνες, άρα οι αγώνες δεν συσσωρεύουν απαραίτητα μνήμη, γλώσσα, ριζοσπαστικότητα· απαιτείται μια οργάνωση που θα τις διατηρήσει και θα τις αναπτύξει, μια οργάνωση «επαναστατών αγωνιστών». Από την άλλη πλευρά, ο Λεφόρ (και η «μειοψηφία») προέβαλλε μια «διευκολυντική πρωτοπορία» που θα συνέβαλε στην «εννοιολόγηση, την υποστήριξη και την επικοινωνία» των εργατικών αγώνων και εμπειριών. «Το εργατικό κίνημα», σύμφωνα με τον Λεφόρ, «δεν θα ακολουθήσει μια επαναστατική πορεία αν δεν κάνει πλήρη ρήξη με τη μυθολογία του κόμματος, προκειμένου να αναζητήσει τις μορφές δράσης του σε πολλαπλές βασικές ομάδες αγωνιστών που θα οργανώσουν ελεύθερα τη δράση τους και που θα διασφαλίζουν, μέσω των αμοιβαίων επαφών τους, των δικτύων πληροφόρησης και των διασυνδέσεών τους, όχι μόνο την αντιπαράθεση, αλλά και την ενότητα των εμπειριών της εργατικής τάξης».

[3] Ο Daniel Mothé, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Jacques Gautrat, εργάστηκε μεταξύ 1950 και 1972 στο εργοστάσιο της Renault της Boulogne-Billancourt ως μηχανικός. Εντάχθηκε στο SouB το 1952. Το 1954, άρχισε να εκδίδει, με τον Gaspard (Raymond Hirzel) ένα δελτίο ταραχής που διανεμήθηκε στο εργοστάσιο: Tribune ouvriére. Οι αναλύσεις του για τις συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων, που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο SouB, αναθεωρήθηκαν και επανεκδόθηκαν σε δύο βιβλία: Journal d’un ouvrier (Minuit, 1959) και Militant chez Renault (Seuil, 1973).

[4] Ο Danilo Montaldi ήταν μια πολύ σημαντική φυσιογνωμία της αντισταλινικής άκρας αριστεράς που έμαθε για το έργο του SouB στην Ιταλία και ήταν ένας από τους πρώτους ανθρώπους που άσκησαν πολιτικές καινοτομίες όπως η inquiesta operaia (έρευνα εργασίας), μια εκδοχή της οποίας ήταν η «μαρτυρία εργαζομένων» που εφαρμόζεται από το SouB. Ήταν ο ιδρυτής της ομάδας που εξέδιδε το περιοδικό Unitá proletaria από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα.

[5] Όπως εξηγεί ο Philippe Gottraux στο Socialisme ou barbarie, un engagement politique et intellectuel dans la France d’aprés guerre (Payot, Lausanne, 1997), οι δεσμοί του SouB με τις Ηνωμένες Πολιτείες σφυρηλατήθηκαν για πρώτη φορά μέσα στα όρια της Τέταρτης Διεθνούς, μεταξύ των αγωνιστών που ίδρυσε το SouB και των αγωνιστών που συγκεντρώθηκαν γύρω από την τάση Johnson-Forest του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Johnson ήταν το ψευδώνυμο του CLR James και ο Forest ήταν το ψευδώνυμο της Raya Dunayevskaya. Αυτή η αριστερή μειονοτική τάση έφυγε από την τροτσκιστική οργάνωση το 1951 και έγινε μια ανεξάρτητη οργάνωση που άρχισε να δημοσιεύει το δελτίο των εργαζομένων Correspondence το 1953. Η αλληλογραφία περιλάμβανε επίσης την παρουσία της Ria Stone (Grace Lee Boggs). Ο Gottraux εφιστά την προσοχή στις παράλληλες τροχιές του SouB και του Correspondence , που ξεκίνησαν και οι δύο από μια κριτική της τροτσκιστικής ερμηνείας της ΕΣΣΔ, μετά πέρασαν από μια περίοδο εργατισμού που χαρακτηριζόταν από την πολύ μεγάλη αξία που αποδίδεται στην εργατική αυτοέκφραση, και που τελικά επέκτειναν την κριτική του καπιταλισμού πέρα ​​από την ταξική εκμετάλλευση, ρίχνοντας το βλέμμα τους στην εμφάνιση νέων αντιφάσεων στην κοινωνία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60.

[6] Η οργάνωση Solidarity for Workers Power, κοινώς γνωστή ως Solidarity, δραστηριοποιήθηκε τόσο στο έδαφος των εργατικών αγώνων όσο και στο πλαίσιο των εκστρατειών που εμφανίστηκαν στην Αγγλία στα τέλη της δεκαετίας του ’50 σε αντίθεση με την ατομική βόμβα. Ο Ken Weller, ένας ενεργός αγωνιστής στο Solidarity, ήταν επίσης διαχειριστής καταστήματος, δηλαδή εκπρόσωπος του εργαστηρίου που εκλεγόταν απευθείας από τους εργάτες. Το 1961 έγραψε ένα άρθρο στο SouB για τη συγκεκριμένη μορφή εργατικής οργάνωσης που είχε εμπλακεί σε αγώνες που έσπασαν το κλασικό πλαίσιο της συνδικαλιστικής αντιπροσώπευσης. Βλέπε Socialisme ou barbarie, un engagement politique et intellectuel dans la France d’aprés guerre, Philippe Gottraux, Payot, Lausanne, 1997. Σχετικά με το ρόλο των διαχειριστών καταστημάτων, βλέπε το άρθρο του Καστοριάδη, στα ισπανικά, “Las huelgas de la automatización en Inglaterra”, δημοσιεύτηκε στο La experiencia del movimiento obrero, Vol. I, Cómo luchar, Βαρκελώνη, Tusquets Editores, 1979. [Σημείωση του Ισπανικού Εκδότη]

The post Από την εργατική στην κοινωνική αυτονομία: Μία εμπερία από το ‘Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα’ (Συνέντευξη) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/05/02/tin-ergatiki-aytonomia-stin-koinoniki-aytonomia-mia-emperia-to-sosialismos-i-varvarotita-synenteyxi/feed/ 0 14535
Οργή λαού για τη δολοφονία του Ναέλ από τη γαλλική αστυνομία https://www.aftoleksi.gr/2023/07/01/orgi-laoy-ti-dolofonia-nael-ti-galliki-astynomia/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=orgi-laoy-ti-dolofonia-nael-ti-galliki-astynomia https://www.aftoleksi.gr/2023/07/01/orgi-laoy-ti-dolofonia-nael-ti-galliki-astynomia/#respond Sat, 01 Jul 2023 09:57:25 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=13616 Καμιά ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη. Οργή και εξέγερση στη Γαλλία για την κρατική δολοφονία του 17χρονου Νάελ. #JusticepourNahel #Nanterre. Του Γιάβορ Ταρίνσκι Ο Μακρόν συνεχίζει να οικοδομεί μια αυταρχική οντότητα που δεν διστάζει να δολοφονεί 17χρονους, να ποινικοποιεί τον οικολογικό ακτιβισμό, να καταργεί τα εργασιακά δικαιώματα και να κατεβάζει τεθωρακισμένα στους γαλλικούς δρόμους όταν κάτι από [...]

The post Οργή λαού για τη δολοφονία του Ναέλ από τη γαλλική αστυνομία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Καμιά ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη. Οργή και εξέγερση στη Γαλλία για την κρατική δολοφονία του 17χρονου Νάελ. #JusticepourNahel #Nanterre.

Του Γιάβορ Ταρίνσκι

Ο Μακρόν συνεχίζει να οικοδομεί μια αυταρχική οντότητα που δεν διστάζει να δολοφονεί 17χρονους, να ποινικοποιεί τον οικολογικό ακτιβισμό, να καταργεί τα εργασιακά δικαιώματα και να κατεβάζει τεθωρακισμένα στους γαλλικούς δρόμους όταν κάτι από αυτά στέκεται εμπόδιο στα σχέδιά του. Το αυταρχικό σχέδιο του Μακρόν δεν αποτελεί απόκλιση από τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Η πολιτική αντιπροσώπευση βασίζεται στη λογική της επαγγελματοποίησης της πολιτικής και του αποκλεισμού της βάσης από την άμεση συμμετοχή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Ακολουθώντας τη λογική της τεχνοκρατίας, το “νεοφυές” κράτος του Μακρόν συνεχίζει στον ίδιο δρόμο, με το αφεντικό να έχει πάντα δίκιο.

Ο αυξανόμενος αυταρχισμός του Μακρόν αποτελεί παράδειγμα για την αναξιοπιστία της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Τον Μάιο του 2022, επανεξελέγη με την υποστήριξη πολλών αριστερών που δεν τον είχαν υποστηρίξει στον πρώτο γύρο, αλλά παροτρύνθηκαν να τον ψηφίσουν στον δεύτερο γύρο για να κρατήσουν μακριά από την εξουσία την ακροδεξιά αντίπαλό του Μαρίν Λεπέν. Στη νικητήρια ομιλία του, το αναγνώρισε αυτό, λέγοντας ότι το αποτέλεσμα “με υποχρεώνει”. Είναι σαφές ότι δεν ψηφίστηκε για να εφαρμόσει ένα τέτοιο αυταρχικό σχέδιο, και το γνωρίζει πολύ καλά και ο ίδιος, αλλά προχωρά ούτως ή άλλως ακάθεκτος σε αυτό, έτοιμος να καταπατήσει κάθε αντίσταση.

Η αστυνομική βία έχει κορυφωθεί. Το 77% των Γάλλων δηλώνει πλέον ότι θεωρεί τον Μακρόν αυταρχικό.

Όμως ο αυταρχισμός του έχει αντιμετωπιστεί με νέες μορφές λαϊκής αντίστασης με τη μορφή μιας σειράς αποκεντρωμένων συγκεντρώσεων που ανακοινώνονται αυθόρμητα για αργά το βράδυ και τις επόμενες ημέρες -είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η προώθηση και η οργάνωση αυτών των συγκεντρώσεων γίνεται συχνά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και έξω από τα παραδοσιακά πολιτικά και συνδικαλιστικά δίκτυα. Και συχνά αυτές οι παλιές γραφειοκρατικές οργανώσεις έρχονται σε αντιπαράθεση με τις νέες εξεγέρσεις και τα κινήματα αντίστασης, όπως συμβαίνει με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα που καταδικάζει τις τελευταίες βίαιες διαδηλώσεις με αφορμή τον θανάσιμο πυροβολισμό ενός 17χρονου αγοριού από την αστυνομία.

Αφού οι διαδηλωτές φτάσουν στις συγκεντρώσεις, σχηματίζουν μικρές ομάδες οι οποίες στη συνέχεια περιφέρονται στην πόλη παίζοντας τη γάτα με το ποντίκι με την αστυνομία, και διαλύονται πριν εμφανιστούν ξανά σε διαφορετικά σημεία. Οι δράσεις αυτές θυμίζουν τις διαδηλώσεις των Κίτρινων Γιλέκων: κάθε μέρα, μια νέα δράση και μια νέα τοποθεσία.

Είναι πολύ σημαντικό να υποστηρίξουμε όλοι τη λαϊκή εξέγερση στη Γαλλία, καθώς ο αυταρχισμός φαίνεται να αυξάνεται σε όλη την Ευρώπη και πέρα από αυτήν. Χρειάζεται γρήγορα να ξεπεράσουμε το φαντασιακό της αντιπροσώπευσης και να επανεφεύρουμε την άμεση δημοκρατία, έτσι ώστε να μπορέσουμε να απο-επαγγελματοποιήσουμε την πολιτική.

Να αφήσουμε τις κοινωνίες να μιλήσουν για τον εαυτό τους και να θεσμοθετήσουν τη ζωή τους από κοινού, σύμφωνα με τα κοινά συμφέροντα και τις επιθυμίες τους, και όχι για τα κέρδη και τη δίψα για εξουσία των ελίτ.

Ανακοίνωση του ReInform:

Στο Παρίσι, στο προάστιο Ναντέρ, το πρωί της 27ης Ιουνίου, ένας ακόμη 17χρονος Γάλλος αλγερινής καταγωγής, ο Naël M, δολοφονήθηκε από επαφή μέσα στο αυτοκίνητό του από αστυνομικό.

Η επίσημη αφήγηση θα ήταν η μη συμμόρφωση στον έλεγχο και η υπεράσπιση του εν ενεργεία αστυνομικού. Αλλά η ύπαρξη ενός βίντεο από έναν περαστικό δεν άφησε περιθώρια στα παπαγαλάκια του συστήματος να βγάλουν για άλλη μια φορά το ρατσιστικό τους παραλήρημα περί κάποιου “επικίνδυνου εγκληματία”. Όχι ότι δεν το επιχειρούν μέσα από τις φωνές των ΜΜΕ, του υπουργού Εσωτερικών ή των “ανεξάρτητων πολιτών” που δίνουν την απαραίτητη κοινωνική νομιμοποίηση στην κλιμάκωση της κατασταλτικής βαρβαρότητας και της εθνικιστικής πολιτικής.

Η βία, ο ρατσισμός, ο εξευτελισμός και οι δολοφονίες από την αστυνομία ειδικά προς τους κατοίκους των εργατικών, φτωχών και έγχρωμων γειτονιών του Παρισιού είναι καθημερινή και κανονικοποιημένη. Δεκατρείς άνθρωποι έχουν δολοφονηθεί μέσα στο 2022 με το πρόσχημα της “αντίστασης κατά της σύλληψης”. Η οργή ξεχειλίζει… Τα γαλλικά γκέτο των εξαθλιωμένων, αόρατων και περιθωριοποιημένων αναδύονται ξανά.

Η κρατική δολοφονία αντιμετωπίστηκε αμέσως με σφοδρές συγκρούσεις στους δρόμους, οι οποίες συνεχίζονται αμείωτες εδώ και μέρες. Οι δρόμοι πολλών πόλεων της Γαλλίας γεμίζουν από την οργή των διαδηλωτών, ανταποδίδοντας ελάχιστα από τη βία που δέχονται. Εμπρησμοί κυβερνητικών κτιρίων, ένοπλες επιθέσεις εναντίον αστυνομικών και οχημάτων είναι η πραγματικότητα τις τελευταίες νύχτες, παρά την απαγόρευση κυκλοφορίας.

Η απάντηση του κράτους: βάναυση καταστολή, συλλήψεις, χημικά, πλαστικές σφαίρες.

Τίποτα δεν μας εκπλήσσει πια. Η αστυνομία είναι υπόδουλη στο κράτος και είναι έτοιμη να σκοτώσει για να υπερασπιστεί τα αφεντικά της. Η δολοφονία του Naël δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, δεν είναι μια “παθογένεια” της Γαλλίας, είναι η απτή έκφραση του ρατσιστικού κράτους, του εθνικιστικού κοινωνικού φαντασιακού και του παγιωμένου σεξισμού σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Δεν μπορεί να αποκοπεί από τη δολοφονία του Εμπούκα από τη Νιγηρία από τα ελληνικά φασιστικά αποβράσματα του Α.Τ. Ομόνοιας, από τον Ρομά Κώστα Φραγκούλη για 20 ευρώ, από τη Zackie Oh από τη μαφία των μαγαζάτορων και των μπάτσων της Ομόνοιας, από τους μετανάστες στο ναυάγιο της Πύλου και πόσους άλλους ανθρώπους των οποίων οι ζωές υποτιμώνται ως ανάξιες να ζήσουν στον υπέροχο, λαμπερό κόσμο του καπιταλισμού, της λευκής υπεροχής και της πατριαρχίας.

Όσα χιλιόμετρα κι αν μας χωρίζουν στον χάρτη, οι καρδιές μας καίγονται μαζί με εκείνες-ους που αγωνίζονται για την απόλυτη αξιοπρέπεια, να περπατούν ελεύθερα.

Η καρδιά μας σφίγγεται σε μια γροθιά στέλνοντας ένα ελάχιστο μήνυμα αλληλεγγύης. Όλοι στους δρόμους.

Κράτος, μπάτσοι, δικαστές, αφεντικά, σεξιστές, δολοφόνοι.

Ας μην αφήσουμε άλλον ένα φόνο να ξεπεραστεί.
Στη μνήμη του Naël και όλων όσων χάθηκαν νωρίς!

The post Οργή λαού για τη δολοφονία του Ναέλ από τη γαλλική αστυνομία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/07/01/orgi-laoy-ti-dolofonia-nael-ti-galliki-astynomia/feed/ 0 13616