Αυτό το κείμενο διαβάστηκε από τον Ρομπέρτο Καλάσο στις 17 Οκτώβρη του 2001 στη Μόσχα, στην αίθουσα του Μουσείου Αρχιτεκτονικής Σούσεφ, το οποίο φιλοξενούσε μια έκθεση αφιερωμένη στον εκδοτικό οίκο Adelphi. Ως κείμενο, πρωτοδημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Adelphiana του ιταλικού εκδοτικού οίκου Adelphi. Στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Παναγιώτη Καλαμαρά και εκδόθηκε ως μπροσούρα από τις εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, το 2004. Σήμερα, δακτυλογραφήθηκε και διασώζεται από τον ιστότοπο Αυτολεξεί ολόκληρη η μπροσούρα. Ευχαριστούμε τον Δημήτρη Μουστάκη για την προσφορά του υλικού.
Θα ήθελα να σας μιλήσω για κάτι το οποίο γενικά εξυπακούεται, αλλά εκ των υστέρων αποδεικνύεται κάθε άλλο παρά προφανές: την τέχνη να εκδίδεις βιβλία. Και κατ’ αρχήν θα ήθελα να σταθώ για μια στιγμή στην έννοια της εκδοτικής δραστηριότητας καθεαυτή, εφόσον μου φαίνεται ότι περιβάλλεται από αρκετές και σημαντικές ασάφειες. Αν ρωτήσεις κάποιον τι είναι ο εκδοτικός οίκος, η συνηθισμένη, αλλά και πιο λογική απάντηση, είναι η ακόλουθη: πρόκειται για έναν δευτερεύοντα κλάδο της βιομηχανίας, ο οποίος επιδιώκει την απόκτηση χρημάτων μέσω της έκδοσης βιβλίων. Και τι θα έπρεπε να είναι ένας καλός εκδοτικός οίκος; Ένας καλός εκδοτικός οίκος είναι αυτός – ας μου επιτραπεί η ταυτολογία- που θεωρητικά εκδίδει, στο μέτρο του δυνατού, μόνο καλά βιβλία. Δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε έναν επιφανειακό ορισμό, βιβλία για τα οποία ο εκδότης αισθάνεται μάλλον υπερηφάνεια, παρά ντροπή. Απ’ αυτή την άποψη, ένας τέτοιος εκδοτικός οίκος δύσκολα θα μπορούσε να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το οικονομικό μέρος της υπόθεσης.
Η έκδοση καλών βιβλίων ποτέ δεν πλούτισε κανέναν. Ή, τουλάχιστον, σε σύγκριση μ’ εκείνον που τυχαίνει να προμηθεύει την αγορά με μεταλλικό νερό, ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή πλαστικές σακούλες. Φαίνεται πως μια εκδοτική επιχείρηση μπορεί να αποкоμίσει σημαντικά κέρδη, μόνο υπό τον όρο τα καλά βιβλία να βυθίζονται ανάμεσα σε πολλά άλλα πράγματα, πολύ διαφορετικά. Όμως όταν αυτά βυθίζονται, μπορεί εύκολα να πνιγούν, κι έτσι να χαθούν εντελώς.
Θα ήταν λοιπόν καλό να θυμόμαστε, ότι η εκδοτική δραστηριότητα σε πολλές περιπτώσεις αποδείχτηκε ένας γρήγορος και ασφαλής δρόμος για την κατασπατάληση και την εξάντληση τροφαντών κληρονομιών. Θα μπορούσαμε επίσης να προσθέσουμε ότι, μαζί με τη roulette και τις cocottes, η ίδρυση ενός εκδοτικού οίκου υπήρξε ανέκαθεν, για έναν νέο ευγενικής καταγωγής, ένας από τους πλέον αποτελεσματικούς τρόπους για να σπαταλήσει την περιουσία του. Αν τα πράγματα έχουν έτσι, αναρωτιόμαστε πώς ο ρόλος του εκδότη κατάφερε, στο πέρασμα των αιώνων, να γοητεύσει τόσους πολλούς ανθρώπους – και να συνεχίζει να θεωρείται σαγηνευτικός, ίσως και μυστηριώδης, ακόμη και σήμερα. Παραδείγματος χάριν, δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε πως δεν υπάρχει τίτλος πιο επίζηλος για κάποιους ισχυρούς της οικονομίας, οι οποίοι συχνά δεν διστάζουν να τον αποκτήσουν, παρά το πανάκριβο τίμημα. Αν αυτά τα άτομα μπορούσαν να δηλώσουν ότι εκδίδουν και όχι παράγουν κατεψυγμένα λαχανικά, ενδεχομένως θα ήταν τρισευτυχισμένα. Μπορούμε λοιπόν να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι, πέρα απ’ το να συνιστά έναν επιχειρηματικό κλάδο, η εκδοτική δραστηριότητα υπήρξε ανέκαθεν ζήτημα γοήτρου, αν όχι για τίποτ’ άλλο, επειδή πρόκειται για ένα είδος επιχείρησης που ταυτοχρόνως είναι και τέχνη. Μια τέχνη με όλες τις έννοιες του όρου και σαφώς μια τέχνη επικίνδυνη, εφόσον για να την ασκήσεις, απαραίτητη προϋπόθεση είναι το χρήμα. Απ’ αυτή την άποψη μπορούμε κάλλιστα να υποστηρίξουμε ότι λίγα πράγματα έχουν αλλάξει από την εποχή του Γουτεμβέργιου.
Ωστόσο, αν διασχίσουμε με το βλέμμα πέντε αιώνες εκδοτικής δραστηριότητας, προσπαθώντας να σκεφτούμε την εκδοτική δραστηριότητα καθεαυτή ως τέχνη, βλέπουμε αμέσως να ξεπροβάλλουν κάθε μορφής παράδοξα. Το πρώτο θα μπορούσε να είναι το εξής: βάσει ποιων κριτηρίων κρίνεται το μεγαλείο ενός εκδότη; Σχετικά μ’ αυτό, όπως συνήθιζε να λέει ένας φίλος μου Ισπανός, «non hay bibliografia», δεν υπάρχει βιβλιογραφία. Μπορούμε να διαβάσουμε προικισμένες και λεπτομερείς μελέτες σε σχέση με τη δραστηριότητα συγκεκριμένων εκδοτών, αλλά σπανίως συναντάμε μια εκτίμηση για το μεγαλείο τους, όπως αντιθέτως φυσικά συμβαίνει όταν πρόκειται για συγγραφείς ή ζωγράφους. Τι θα συνιστούσε, λοιπόν, το μεγαλείο ενός εκδότη; Θα προσπαθήσω ν’ απαντήσω στο ερώτημα με κάποια παραδείγματα.
Το πρώτο και ίσως πιο εύγλωττο, μας πάει πίσω, στις απαρχές της εκδοτικής δραστηριότητας. Με την τυπογραφία συνέβη κάτι, που επαναλήφθηκε πολύ αργότερα, με τη γέννηση της φωτογραφίας. Φαίνεται ότι αυτές οι εφευρέσεις έγιναν από δασκάλους, οι οποίοι αμέσως έφτασαν σε μια ασύγκριτη ποιότητα. Αν θέλουμε να καταλάβουμε την ουσία της φωτογραφίας, αρκεί να μελετήσουμε το έργο του Nadar. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τι θα μπορούσε να είναι ένας μεγάλος εκδοτικός οίκος, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στα βιβλία που τύπωσε ο Άλδος Μανούτιος. Αυτός ήταν ο Nadar της εκδοτικής δραστηριότητας.
Ήταν ο πρώτος που φαντάστηκε τον εκδοτικό οίκο ως μορφή. Και εδώ η λέξη «μορφή» πρέπει να γίνει κατανοητή με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Κατά πρώτο λόγο η μορφή παίζει αποφασιστικό ρόλο στην επιλογή και τη ακολουθία των τίτλων που εκδίδονται. Αλλά η μορφή αφορά επίσης τα κείμενα που συνοδεύουν τα βιβλία, όπως και τον τρόπο με τον οποίο το βιβλίο παρουσιάζεται ως αντικείμενο. Ως εκ τούτου σ’ αυτήν συμπεριλαμβάνεται το εξώφυλλο, ο σχεδιασμός, η σελιδοποίηση, οι γραμματοσειρές, το χαρτί. Ο ίδιος ο Άλδος έγραφε συνήθως με τη μορφή γράμματος ή epistulae, εκείνα τα σύντομα εισαγωγικά κείμενα που αποτελούν τους πρόδρομους όχι μόνο όλων των σύγχρονων εισαγωγών, προλόγων και υστερόγραφων, αλλά και όλων των οπισθόφυλλων, των κειμένων που προορίζονται για τους βιβλιοπώλες και τη διαφημιστική προβολή του βιβλίου. Αυτά αποτέλεσαν την πρώτη ένδειξη του ότι όλα τα βιβλία που εκδίδονται από τον ίδιο εκδότη, μπορούν να θεωρηθούν κρίκοι της ίδιας αλυσίδας, κομμάτια ενός φιδιού από βιβλία, ή μέρη ενός και μόνου βιβλίου, το οποίο αποτελείται απ’ όλα τα βιβλία που εξέδωσε ο συγκεκριμένος εκδότης. Κάτι τέτοιο, προφανώς, αποτελεί τον πιο τολμηρό και φιλόδοξο στόχο για έναν εκδότη, κι αυτό ισχύει εδώ και 500 χρόνια. Κι αν φαίνεται να μοιάζει μ’ ένα ακατόρθωτο εγχείρημα, αρκεί να θυμηθούμε πως και η λογοτεχνία, αν δεν κρύβει μέσα της το αδύνατο, χάνει κάθε μαγεία.
Κάτι ανάλογο πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε για την εκδοτική δραστηριότητα – ή τουλάχιστον για εκείνον τον συγκεκριμένο τρόπο να είσαι εκδότης, κάτι που σαφώς δεν εμφανίστηκε πολύ συχνά στο πέρασμα των αιώνων, αλλά όποτε συνέβη, τα αποτελέσματα είναι αξιομνημόνευτα. Για να δώσω μια ιδέα του τι μπορεί να προκύψει απ’ αυτήν την αντίληψη για την εκδοτική δραστηριότητα, θα εξετάσω εν συντομία δύο βιβλία τυπωμένα από τον Άλδο Μανούτιο. Το πρώτο κυκλοφόρησε πεντακόσια δύο χρόνια πριν, με τον δυσνόητο τίτλο Hypnerotomachia Poliphili, που σημαίνει «Ονειρική ερωτική μάχη». Μα γιατί πράγμα πρόκειται; Ήταν αυτό που σήμερα θ’ αποκαλούσαμε «πρώιμο μυθιστόρημα». Πέρα από την άγνωστη ταυτότητα του συγγραφέα (που μέχρι σήμερα παραμένει αινιγματική), γράφτηκε μ’ ένα είδος φανταστικής γλώσσας, ανάλογη μ’ αυτή του Finnegans Wake, αποτελούμενη μονάχα από αναμείξεις και υβριδισμούς λατινικών και ιταλικών λέξεων. Θα λέγαμε ένα εγχείρημα μάλλον παράτολμο. Αλλά πώς ήταν το βιβλίο; Αποτελείτο από έναν τόμο εικονογραφημένο με υπέροχα χαρακτικά, τα οποία αποτελούσαν ένα τέλειο οπτικό αντίβαρο του κειμένου. Κάτι που είναι ακόμη πιο παράτολμο. Αλλά σ’ αυτό το σημείο πρέπει να προσθέσουμε το εξής: σύμφωνα με τη συντριπτική πλειοψηφία των παθιασμένων με τα βιβλία, αυτό είναι το πιο όμορφο βιβλίο που τυπώθηκε ποτέ. Κάτι που μπορεί να επαληθευτεί από τον καθένα σας, αν ποτέ συμβεί να κρατήσετε ένα αντίτυπο απ’ αυτή την έκδοση, ή έστω, στη χειρότερη περίπτωση, ένα αντίγραφο. Εκείνο το βιβλίο ήταν προφανώς το επίτευγμα μιας ιδιοφυίας, μοναδικό και ανεπανάληπτο. Και ως προς τη δημιουργία του, ο εκδότης είχε κεφαλαιώδη ρόλο. Αλλά δεν πρέπει να πιστέψετε ότι ο Μανούτιος ήταν μέγας μόνο ως ιχνευτής θησαυρών για τους βιβλιόφιλους των επερχόμενων αιώνων.
Το δεύτερο παράδειγμα που τον αφορά, έρχεται από μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση: τρία χρόνια μετά την Hypnerotomachia, το 1502, ο Μανούτιος θα κυκλοφορήσει μια έκδοση του Σοφοκλή, σ’ ένα σχήμα που αυτός όριζε ως parva forma, «μικρή μορφή». Ιδού μια φωτοτυπία της προμετωπίδας και της πρώτης σελίδας. Όπως μπορείτε να δείτε, είναι το πρώτο βιβλίο τσέπης της ιστορίας, το πρώτο paper-back. Κατά λέξη, το πρώτο βιβλίο που μπορούσε να χωρέσει σε μια τσέπη. Επινοώντας ένα βιβλίο τέτοιου σχήματος, ο Μανούτιος θα μεταμορφώσει τις χειρονομίες που συνοδεύουν την ανάγνωση και συνεπώς η ίδια η πράξη του διαβάσματος θ’ αλλάξει ριζικά. Παρατηρώντας την προμετωπίδα μπορείτε να θαυμάσετε την κομψότητα του ελληνικού πλάγιου χαρακτήρα, ο οποίος εδώ χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά και έκτοτε αποτελεί πολύτιμο σημείο αναφοράς. Έτσι ο Μανούτιος κατάφερε να έχει δύο αντίθετα αποτελέσματα: από τη μια πλευρά να φτιάξει ένα βιβλίο όπως το Hypnerotomachia Poliphili, που δεν θα υπάρξει ποτέ αντίστοιχό του και συνιστά περίπου το αρχέτυπο του μοναδικού βιβλίου. Από την άλλη, να φτιάξει ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο, όπως αυτό του Σοφοκλή, το οποίο, αντιθέτως, θα αντιγραφόταν εκατομμύρια φορές παντού, μέχρι και σήμερα.
Δεν θα πω περισσότερα για τον Άλδο Μανούτιο, αφού ήδη βλέπω να σχηματίζεται ένα ερώτημα στο μυαλό σας, ερώτημα που θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: Καλώς, όλα αυτά είναι γοητευτικά και εντάσσονται στο μεγαλείο της ιταλικής Αναγέννησης, αλλά τι σχέση έχουν με μας και τους εκδότες του σήμερα, βυθισμένους στη φουσκωμένη θάλασσα των cd-rom, των κόμβων του Ίντερνετ, των e-book και των dvd – για να μη μιλήσουμε για τις πολυάριθμες αιμομικτικές ενώσεις μεταξύ αυτών των μηχανημάτων; Αν έχετε την υπομονή να με παρακολουθήσετε για λίγο ακόμα, θα προσπαθήσω ν’ απαντήσω σ’ αυτό το ερώτημα, χρησιμοποιώντας ένα άλλο παράδειγμα.
Πράγματι, αν σας έλεγα, χωρίς μισόλογα, πως κατά τη γνώμη μου ένας καλός εκδότης της εποχής μας θα έπρεπε απλώς να προσπαθεί να κάνει ότι έκανε ο Μανούτιος στη Βενετία τον πρώτο χρόνο του δέκατου έκτου αιώνα, θα μπορούσατε να σκεφτείτε ότι αστειεύομαι – ενώ δεν αστειεύομαι καθόλου. Έτσι θα σας μιλήσω για έναν εκδότη του εικοστού αιώνα, ακριβώς για να σας δείξω πώς μπορεί να δράσει κανείς αναλόγως, ακόμη και σ’ ένα πλαίσιο εντελώς διαφορετικό. Λεγόταν Κουρτ Βολφ. Ήταν ένας νεαρός Γερμανός, κομψός, πλούσιος, αλλά όχι τόσο πολύ. Ήθελε να δημοσιεύσει νέα κείμενα υψηλής λογοτεχνικής ποιότητας. Έτσι έφτιαξε μια μάλλον ασυνήθιστη σειρά από φυλλάδια, καθέτου σχήματος, επονομαζόμενη «Der Jüngste Tag», «Η Ημέρα της Κρίσης», τίτλος ο οποίος σήμερα μοιάζει απολύτως κατάλληλος για βιβλία που κυκλοφόρησαν στη Γερμανία, λίγο-πολύ, κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Αν ρίξετε μια ματιά σ’ αυτά τα βιβλία μαύρου χρώματος, ανάλαφρα και αυστηρά, με τους τίτλους κολλημένους πάνω στο εξώφυλλο όπως στα σχολικά τετράδια, θα μπορούσατε να σκεφτείτε: «Έτσι θα πρέπει να είναι ένα βιβλίο για τον Κάφκα». Και πράγματι διάφορα διηγήματα του Κάφκα θα κυκλοφορήσουν σ’ αυτή τη σειρά. Ανάμεσά τους Η μεταμόρφωση, το 1917, με μια υπέροχη γαλάζια ετικέτα κι ένα μαύρο πλαίσιο. Εκείνη την εποχή ο Κάφκα ήταν ένας νεαρός συγγραφέας ελάχιστα γνωστός και υπερβολικά διακριτικός. Αλλά διαβάζοντας τα γράμματα που του έγραψε ο Κουρτ Βολφ, θα αντιληφθείτε αμέσως, από το εξαιρετικό τακτ και τις εκλεπτυσμένες φιλοφρονήσεις του, ότι ο εκδότης ήξερε ποιος ήταν ο συνομιλητής του.
Ο Κάφκα, όμως, σαφώς δεν ήταν ο μόνος νέος συγγραφέας που δημοσίευσε ο Κουρτ Βολφ. Εκείνο το ίδιο 1917, χρονιά μάλλον ταραχώδης για την εκδοτική δραστηριότητα, ο Κουρτ Βολφ θα συγκεντρώσει σ’ ένα ημερολόγιο, το οποίο τιτλοφόρησε Vom Jünsgten Tag, κείμενα μερικών νέων συγγραφέων. Ιδού το ημερολόγιο και ιδού μερικοί από τους συγγραφείς: Φραντς Μπλάι, Άλμπερτ Αϊνστάιν, Γκέοργκ Χάιμ, Φραντς Κάφκα, Έλσε Λασκερ-Σούλερ, Καρλ Στερνχάιμ, Γκέοργκ Τρακλ, Ρόμπερτ Βάλσερ. Είναι τα ονόματα νέων συγγραφέων που, εκείνη τη χρονιά, θα συνευρεθούν υπό τη στέγη του ίδιου νεαρού εκδότη. Και αυτά τα ίδια ονόματα, χωρίς να μπορούμε να αποκλείσουμε κανένα, υπάρχουν στη λίστα των συγγραφέων που πρέπει απαραιτήτως να διαβάσει σήμερα ένας νέος, αν επιθυμεί να μάθει κάτι για τη γερμανόφωνη λογοτεχνία των πρώτων χρόνων του εικοστού αιώνα.
Σ’ αυτό το σημείο η θέση μου θα πρέπει να ξεκαθαριστεί πλήρως. Στην ουσία ο Άλδος Μανούτιος και ο Κουρτ Βολφ δεν έκαναν τίποτα διαφορετικό, παρά την απόσταση τετρακοσίων χρόνων μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα εξασκούσαν την ίδια τέχνη της εκδοτικής δραστηριότητας – μολονότι αυτή η τέχνη μπορεί να περνά απαρατήρητη στα μάτια των περισσοτέρων, συμπεριλαμβανομένων των εκδοτών. Και αυτή η τέχνη θα μπορούσε να εκτιμηθεί σε αμφότερες των περιπτώσεων βάσει των ίδιων κριτηρίων, με πρώτο και καλύτερο ανάμεσά τους τη μορφή: την ικανότητα δηλαδή να υπάρχει ενιαία μορφή σε μια πολλαπλότητα βιβλίων, λες και πρόκειται για τα διαφορετικά κεφάλαια του ίδιου βιβλίου. Και όλα αυτά με τη φροντίδα –μια φροντίδα παθιασμένη και βασανιστική– για το εξώφυλλο του κάθε τόμου, τον τρόπο με τον οποίο αυτός θα παρουσιαστεί. Και τελικά –και σίγουρα αυτό δεν είναι ένα ζήτημα ήσσονος σημασίας– για το πώς αυτό το βιβλίο θα μπορέσει να πουληθεί στον πιο υψηλό αριθμό αναγνωστών.
Περίπου σαράντα χρόνια πριν ο Κλωντ Λεβί-Στρως πρότεινε να θεωρηθεί μία από τις θεμελιώδεις δραστηριότητες του ανθρώπινου είδους –δηλαδή η επεξεργασία των μύθων – ως μια ιδιαίτερη μορφή bricolage, εφόσον οι μύθοι αποτελούνται από στοιχεία ήδη παρόντα, προερχόμενα σε μεγάλο βαθμό από άλλους μύθους. Σ’ αυτό το σημείο προτείνω χαμηλόφωνα να θεωρηθεί και η τέχνη της εκδοτικής δραστηριότητας ως μια μορφή bricolage. Προσπαθείστε να φανταστείτε έναν εκδοτικό οίκο σαν ένα ενιαίο κείμενο αποτελούμενο όχι μόνο από το σύνολο όλων των βιβλίων που έχει κυκλοφορήσει, αλλά και από όλα τα άλλα συστατικά του στοιχεία, όπως τα εξώφυλλα, τα ξεγυρίσματα, τη διαφήμιση, την ποσότητα των αντιτύπων που τυπώνονται και πωλούνται, τις διάφορες εκδόσεις με τις οποίες εμφανίζεται το ίδιο κείμενο. Φανταστείτε μ’ αυτόν τον τρόπο έναν εκδοτικό οίκο και θα βρεθείτε αμέσως σ’ ένα τοπίο πολύ ιδιαίτερο, το οποίο θα μπορούσατε να θεωρήσετε σαν ένα λογοτεχνικό έργο καθεαυτό, ανήκων σ’ ένα συγκεκριμένο είδος. Ένα είδος που καυχιέται για τους μοντέρνους κλασικούς του, όπως, παραδείγματος χάριν, τα απέραντα κτήματα του Gallimard, όπου από τα σκοτεινά δάση και τα έλη της «Série Noire» μπορεί να φτάσει κανείς στα υψίπεδα της «Pléiade», αφού περάσει και από διάφορες μεγαλοπρεπείς πόλεις της επαρχίας ή τουριστικά θέρετρα, που ενίοτε παρομοιάζονται με χωριά Ποτέμκιν από πεπιεσμένο χαρτί, ανεγερθέντα σ’ αυτή την περίπτωση όχι με αφορμή την επίσκεψη της Αικατερίνης, αλλά λόγω της απονομής των λογοτεχνικών βραβείων. Και ξέρουμε καλά ότι όταν ένας εκδοτικός οίκος φτάσει να επεκτείνεται μ’ έναν τέτοιο τρόπο, εύκολα μπορεί ν’ αποκτήσει ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα. Έτσι το όνομα Gallimard ακούγεται μέχρι τα πιο απομακρυσμένα μέρη όπου μπορεί να φτάσει η γαλλική γλώσσα. Ή, μια άλλη εκδοχή θα μπορούσαμε να βρούμε στις αχανείς εκτάσεις των Insel Verlag, που δίνουν την εντύπωση ότι ανήκαν για πολύ καιρό σ’ ένα πεφωτισμένο φεουδαριάτο, το οποίο άφησε τελικά την περιουσία του στους πιο αφοσιωμένους και δοκιμασμένους επιστάτες… Δεν θέλω να επιμείνω κι άλλο πάνω σ’ αυτό, αλλά ήδη βλέπετε με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να κατανοηθούν εξαιρετικά λεπτομερείς χάρτες.
Σκεφτόμενοι τους εκδοτικούς οίκους υπό αυτή την προοπτική, ίσως θα ξεκαθαριζόταν ένα από τα πιο μυστηριώδη σημεία του επαγγέλματός μας: γιατί ένας εκδότης αρνείται να εκδώσει ένα συγκεκριμένο βιβλίο; Γιατί πιστεύει πως αν το κυκλοφορούσε, θα ήταν σαν να εισήγαγε ένα λάθος πρόσωπο σ’ ένα μυθιστόρημα, μια φιγούρα που θα μπορούσε ν’ αποσταθεροποιήσει, ή να εκφυλίσει το σύνολο. Ένα δεύτερο σημείο αφορά το χρήμα και τα αντίτυπα: ακολουθώντας μια τέτοια κατεύθυνση, είμαστε υποχρεωμένοι να σκεφτούμε την άποψη ότι η ικανότητα να κάνει να διαβαστούν (ή, τουλάχιστον, να αγοραστούν) συγκεκριμένα βιβλία είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο της ποιότητας ενός εκδοτικού οίκου. Η αγορά –ή η σχέση μ’ εκείνο το άγνωστο, σκοτεινό ον, που αποκαλείται «το κοινό»– είναι η πρώτη δοκιμασία του εκδότη, με τη μεσαιωνική σημασία του όρου: μια σκληρή δοκιμασία που μπορεί να οδηγήσει στην πυρά σημαντικές ποσότητες χαρτονομισμάτων.
Ωστόσο, θα μπορούσαμε να ορίσουμε την εκδοτική δραστηριότητα κι ως ένα υβριδικό, πολυμεντιακό λογοτεχνικό είδος. Υβριδικό αναμφίβολα είναι. Αλλά και το ότι ανακατεύεται με άλλα media, είναι τώρα πια κάτι το προφανές. Εντούτοις η εκδοτική δραστηριότητα, ως παιχνίδι, παραμένει ουσιαστικά εκείνο το ίδιο παιχνίδι με το οποίο ασχολούνταν ο Άλδος Μανούδιος. Και ο νέος συγγραφέας ενός δυσνόητου βιβλίου, κατά τη γνώμη μας μοιάζει πολύ με τον ακόμη και σήμερα άγνωστο συγγραφέα του μυθιστορήματος που τιτλοφορήθηκε Hypnerotomachia Poliphili. Όσο θα κρατά αυτό το παιχνίδι, είμαι σίγουρος ότι πάντοτε θα υπάρχει κάποιος για να το παίξει με πάθος. Αλλά αν μια μέρα οι κανόνες θα έπρεπε ν’ αλλάξουν ριζικά (και εμείς κάτι τέτοιο ίσως και να το φοβόμαστε), είμαι άλλο τόσο σίγουρος ότι θα μάθουμε να ασκούμε κάποια άλλη δραστηριότητα – και θα μπορέσουμε να ξαναβρεθούμε γύρω από το τραπέζι της roulette, των écarté ή του black jack.
Θα ήθελα να κλείσω μ’ ένα τελευταίο ερώτημα κι ένα τελευταίο παράδοξο. Ποια είναι τα όρια της τέχνης της εκδοτικής δραστηριότητας; Μπορεί να υπάρχει ακόμη και εν τη απουσία συγκεκριμένων, ουσιαστικών της προϋποθέσεων, όπως το χρήμα και η αγορά; Η απάντηση – απροσδόκητα– είναι καταφατική.
Τουλάχιστον αν δούμε ένα παράδειγμα που μας έρχεται από τη Ρωσία. Με την επανάσταση του Οκτώβρη σε πλήρη εξέλιξη, εκείνες τις μέρες που θα αποτελέσουν, σύμφωνα με τον Αλεξάντρ Μπλοκ, «ένα μείγμα άγχους, τρόμου, τιμωρίας, ελπίδας», όταν τα τυπογραφεία είχαν κλείσει επ’ αόριστον και ο πληθωρισμός απογείωνε τις τιμές από λεπτό σε λεπτό, μια ομάδα συγγραφέων – μεταξύ των οποίων ένας ποιητής όπως Χοντάσεβιτς κι ένας στοχαστής όπως ο Μπερντιάεφ, πολύ δε περισσότερο ο μυθιστοριογράφος Μιχαήλ Οσόργκιν, που αργότερα θα αποτελέσει τον χρονικογράφο εκείνων των γεγονότων – σκέφτηκαν ένα εγχείρημα προφανώς τρελλό, ν’ ανοίξουν δηλαδή ένα Βιβλιοπωλείο των Συγγραφέων, το οποίο θα επέτρεπε στα βιβλία, και κυρίως σε συγκεκριμένα βιβλία, να κυκλοφορούν. Γρήγορα, το Βιβλιοπωλείο των Συγγραφέων θα καταστεί, σύμφωνα με τον Οσόργκιν, «το μοναδικό βιβλιοπωλείο στη Μόσχα και σ’ ολόκληρη τη Ρωσία, στο οποίο ο πρώτος τυχόν θα μπορούσε ν’ αποκτήσει ένα βιβλίο “χωρίς εξουσιοδότηση”».
Αυτό που ο Οσόργκιν και οι φίλοι του ήθελαν να φτιάξουν, ήταν ένας μικρός εκδοτικός οίκος. Αλλά οι περιστάσεις το καθιστούσαν αδύνατο. Έτσι χρησιμοποίησαν το Βιβλιοπωλείο των Συγγραφέων ως υποκατάστατο του εκδοτικού οίκου. Όχι πλέον ένας τόπος παραγωγής νέων βιβλίων, αλλά ένα μέρος όπου γίνεται προσπάθεια να φιλοξενηθούν και να κυκλοφορήσουν πολυάριθμα βιβλία – ενίοτε πολύτιμα, άλλοτε συνηθισμένα, συχνά αταίριαστα, πιθανόν προορισμένα να χαθούν – τα οποία το ναυάγιο της ιστορίας τα προσάραξε στους πάγκους του μαγαζιού τους. Είχε σημασία να κρατηθούν στη ζωή ορισμένα πράγματα: να συνεχιστεί η ενασχόληση μ’ εκείνα τα ορθογώνια αντικείμενα από χαρτί, το φυλλομέτρημά τους, η τακτοποίησή τους, η κουβέντα γύρω απ’ αυτά, η ανάγνωσή τους στα διαλείμματα μεταξύ της εκπλήρωσης του ενός ή του άλλου καθήκοντος, τελικά το πέρασμά τους και σε άλλους. Είχε σημασία η ύπαρξη και η διατήρηση μιας τάξης, μιας μορφής: η προσαρμογή της στις ελάχιστες και στοιχειώδεις απαιτήσεις, αυτή ακριβώς είναι η τέχνη της εκδοτικής δραστηριότητας. Κι έτσι συνέβη στη Μόσχα μεταξύ του 1918 και του 1922, με το Βιβλιοπωλείο των Συγγραφέων.
Το οποίο έφτασε στην ακμή της ευγενικής του ιστορίας, όταν οι ιδρυτές του βιβλιοπωλείου αποφάσισαν, δεδομένου ότι η τυπογραφική δραστηριότητα ήταν αδύνατη, να ξεκινήσουν τη δημοσίευση μιας σειράς έργων σ’ ένα μοναδικό χειρόγραφο αντίτυπο. Ο πλήρης κατάλογος αυτών των κυριολεκτικά μοναδικών βιβλίων βρισκόταν στο σπίτι του Οσόργκιν στη Μόσχα, αλλά τελικά χάθηκε. Όμως όντας μυστηριώδης, παραμένει το μοντέλο και το πολικό αστέρι για οποιονδήποτε δοκιμάσει να κάνει τον εκδότη σε δύσκολους καιρούς. Και οι καιροί είναι πάντοτε δύσκολοι.
***
Εκδόσεις για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 1989 – 2003
1989
1. Δημήτρης Ρουσσόπουλος, Lucia Kowaluk, Jean Guy Lag-üe, Η Πόλη και η Ριζοσπαστική Κοινωνική Αλλαγή (μτφ. Πα-ναγιώτης Καλαμαράς – Λήδα Πομόνη).
2. Frank Harrison, John Clark, Stephen Schecter, Εξουσία και ΄Άρνηση (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς – Λήδα Πομόνη).
1990
3. Michael Ferber, Η Επιστημολογία της Αντίστασης (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
4. Marina Padovese – Fabio Santin, Η Ιστορική Σχέση Αναρχίας και Τέχνης (μτφ. Λήδα Πομόνη).
1991
5. Lamberto Borgi, David Coven, Fransesco de Bartolomeis, Στο Νησί της Αλφαβήτου (μτφ. Λήδα Πομόνη).
1992
6. Michel Foucault, Επίσκεψη στη Φυλακή Άττικα, (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
7. Antonio Negri, Η Μηχανή του Χρόνου (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
8. Tomas Ibanez, Για μια Ελευθεριακή Πολιτική Εξουσία (μτφ. Μαρλέν Λογοθέτη).
1993
9. Jean Baudrillard, Οι Μάζες (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
10. René Loureau, Ο Θεσμός υπό ΄Άρνηση (μτφ. Μαρλέν Λογοθέτη).
11. Συλλογικό έργο, 501 Χρόνια Μετά, Οι Κοινωνικοί Αγώνες στις ΗΠΑ Σήμερα (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς – Μαρλέν Λογοθέτη).
1994
12. Noam Chomsky, Η Εξέγερση των Ζαπατίστας (μτφ. Αχιλλέας Καλαμάρας).
13. Adam Cornford, Η Κατεργασία των Κοπράνων (μτφ. Π-ναγιώτης Καλαμαράς).
14. Noam Chomsky, Ο Έλεγχος των ΜΜΕ (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
15. Edward Said, Η Γραφίδα και το Ξίφος (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαρας).
1995
16. Gianluca Lerici, Το Εργαστήρι του Καθηγητή Bad Trip (μτφ. Μαρλέν Λογοθέτη – Αχιλλέας Καλαμάρας).
17. Συλλογικό, 7 Μέρες TV. Οδηγός για να Καταστρέψετε την Τηλεόρασή σας (μτφ. Μαρλέν Λογοθέτη).
18. Συλλογικό, 2η Επίσκεψη στο Νησί της Αλφαβήτου (επιμέλεια Χρήστος Βούλης).
19. Etienne de La Boetie, Πραγματεία Περί της Εθελούσιας Δουλείας (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
20. Noam Chomsky, Τα ΜΜΕ σαν Καθρέφτης της Κοινωνίας (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς – Μαρλέν Λογοθέτη).
21. Kenneth Rexroth – Clifford Harper, Κτηνολογία (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
1996
22. Eduardo Colombo, Περί της Πόλεως και του Πληβειακού Χώρου (μτφ. Αχιλλέας Καλαμάρας).
23. Miguel Garcia, Η Βαρκελώνη Είναι Δική μας (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
24. Frank Harrison, Αναρχισμός και Οργάνωση (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
25. Arcole, Η Διαγώνιος των Αυτονομιών (μτφ. Εύη Παπακωνσταντίνου).
26. Nando Vitale, Τηλεφασισμός (μτφ. Ταμάρα Ρόκι).
27. Noam Chomsky, Η Επικαιρότητα του Αναρχισμού (μτφ. Λήδα Πομόνη).
28. Συλλογικό, 3η Επίσκεψη στο Νησί της Αλφαβήτου (επιμέλεια Χρήστος Βούλης).
1997
29. Gilles Deleuze, Η Κοινωνία του Ελέγχου (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
30. Μιχαήλ Μπακούνιν, Απάντηση Ενός Διεθνιστή στον Τζουζέπε Ματσίνι (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς – Μαρλέν Λογοθέτη).
31. Marco Grispigni, Στο Κατώφλι του Νομαδισμού (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
32. Zygmunt Bauman, Ιστορική Μνήμη και Εργατικό Κίνημα (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
33. Noam Chomsky, Πολιτικός Λόγος και Προπαγάνδα (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
34. Eduardo Colombo, Αναρχισμός και Προλεταριακή Κουλτούρα (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
35. Thomas McDonough, Η Περιπλάνηση και οι Σιτουασιονιστές (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
1998
36. Massimo Cacciari, Μητρόπολις (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
37. Συλλογικό, Μοριακότητες (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
38. Paul Virilio, Από την Επανάσταση των Μεταφορών στην Επανάσταση των Μεταδόσεων (μτφ. Μαρλέν Λογοθέτη).
39. Συλλογικό, 4η Επίσκεψη στο Νησί της Αλφαβήτου (επιμέλεια Χρήστος Βούλης).
40. Todd Gitlin, ΜΜΕ και Κοινωνικά Κινήματα (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
41. Kirckpatrick Sale, Λουδίτες: Η Εξέγερση Ενάντια στο Μέλλον (μτφ. Άρης Αναγνωστόπουλος – Παναγιώτης Καλαμαράς Μαρλέν Λογοθέτη).
42. Banlieus, Γνώση, Κοινωνική Παραγωγή, Μαζική Διανοητικότητα (Παναγιώτης Καλαμαράς – Μαρλέν Λογοθέτη – Εύη Παπακωνσταντίνου).
43. Αντρέας Γιαννακός, Οι Μαύροι Πρίγκηπες.
44. Tomas Pynchon, Είναι Σωστό να Είμαστε Λουδίτες; (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
45. Το Κόμικς του Κόκκινου Ποντικού (επιμέλεια Παναγιώτης Καλαμαράς – Μαρλέν Λογοθέτη).
46. Guy Debord, Πανηγυρικός, Β΄ Τόμος (μτφ. Μαρλέν Λογοθέτη).
1999
47. Pierre Clastres, Ελευθερία, Δυστυχία, Ακατονόμαστο (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
48. Συλλογικό, 5η Επίσκεψη στο Νησί της Αλφαβήτου (επιμέλεια Χρήσιος Βούλης).
49. Primo Moroni, Αυτοδιευθυνόμενα Κοινωνικά Κέντρα (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς – Μαρλέν Λογοθέτη).
50. Sante Notarnicola, Ενδιαφέρον Υλικό (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς – Μαρλέν Λογοθέτη).
51. Nico Berti, Πέρα από τη Δεξιά και την Αριστερά: Αναρχία (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
52. Giorgio Agamben, Τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και η Βιοπολιτική (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς – Μαρλέν Λογοθέτη).
53. Antonio Negri – Aldo Bonomi, Πόλεμος και Παγκοσμιοποίηση (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
54. Συλλογικό, Ο Τυχαίος Θάνατος Ενός Αναρχικού. Η Υπόθεση Giuseppe Pinelli (μτφ. Μαρλέν Λογοθέτη).
2000
55. Συλλογικό, Μεταφορντισμός και Πολιτική (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
56. Noam Chomsky, Σημειώσεις για τον Αναρχισμό (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς – Μαρλέν Λογοθέτη).
57. Συλλογικό, 6η Επίσκεψη στο Νησί της Αλφαβήτου, (Επιμέλεια Χρήστος Βούλης).
58. Robert Paul Wolff, Προς Υπεράσπιση του Αναρχισμού (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
59. Συλλογικό, Αναρχικοί και Εβραίοι (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
60. Antonio Negri, Η Απέραντοσύνη της Επικοινωνίας, Η Περατότητα της Επιθυμίας (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
61. Antonio Negri, Κοινωνικοί Αγώνες σ’ Ένα Συστημικό Περιβάλλον (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
2001
62. Paco Ignacio Taibo II, Τρεις Ιστορίες για Ζαπατίστας εκεί που δεν υπάρχουν Ζαπατίστας (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
63. Saskia Sassen, Το Κράτος και η Παγκόσμια Πόλη (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
64. Toni Negri, Βιοπολιτική και Αντιεξουσία (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
65. Paolo Persichetti Oreste Scalzone, O Aνομολόγητος Εχθρός (μτφ. Μαρλέν Λογοθέτη).
66. Giorgio Agamben, Τι Είναι Ένας Λαός; (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
67. Immaterial Workers of the World, Εγώ θα σου Πω τι να Κάνεις; (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
68. Geronimo, Μπουρλότο και Φωτιά, Η Ιστορία των Γερμανών Αυτόνομων (μτφ. Βαλεντίνα Δερμιτζάκη – Χάρης Λαδής – «Ανάρες»).
69. Antonio Negri – Michael Hardt, Η Εργασία του Διονύσου (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
70. Συλλογικό, 7η Επίσκεψη στο Νησί της Αλφαβήτου, (Επιμέλεια Χρήστος Βούλης).
2002
71. Συλλογικό, Γένοβα, Ιούλης 2001, «Αφέντες του Τίποτα, Υπηρέτες Κανενός (Επιμέλεια Παναγιώτης Καλαμαράς – Μαρλέν Λογοθέτη).
72. Gilles Deleuze, Η Πράξη της Δημιουργίας – Ένστικτα και Θεσμοί (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
73. Paolo Virno, Δεξιοτεχνία και Επανάσταση (Παναγιώτης Καλαμαράς).
74. Benedetto Vecchi, Κόκκινη Ζώνη (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
75. Michael Hardt Antonio Negri, Αυτοκρατορία, Παγκοσμιοποίηση, Δημοκρατία (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
76. Walter Benjamin, Για μια Κριτική της Βίας, (μτφ. Λεωνίδας Μαρσιανός).
77. Συλλογικό, Μιλώντας για τον Ένοπλο Αγώνα (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς – Μαρλέν Λογοθέτη).
78. Peter Both, Η Κατάδοση στον Σύγχρονο Κόσμο (μτφ. ΄Ακης Ασπρογέρακας).
79. Giorgio Agamben, Η Μορφή της Ζωής (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
2003
80. Ανώνυμου, Ένας «Τρομοκράτης» (μτφ. Παναγιώτης Καλα-μαράς).
81. Felix Guattari, Το Αίσθημα της Ευτυχίας Γίνεται Ανατρεπτικό Όταν Είναι Συλλογικό (μτφ. Εύη Παπακωνσταντίνου).
82. Judith Revel, Το Άλλο Πρόσωπο του Πολέμου, (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
83. Renato Curcio, Πέρα από το Κατώφλι, (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
84. Μαρλέν Λογοθέτη, Και Πολιτικό και Έγκλημα. Ο Αδύνατος Συνδυασμός.
85. Toni Negri, Το Πλήθος και η Μητρόπολη (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
86. Augusto Illuminati, Το Νέο Συντακτικό της Στράτευσης, (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
87. Eduardo Colombo, Είμαι Αναρχικός!, (μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς).
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΥΤΟΝNOmediA
Τεύχος 1 – Φθινόπωρο 1993
Τεύχος 2 – Χειμώνας 1994
Τεύχος 3 – Καλοκαίρι 1994
Τεύχος 4 – ΄Ανοιξη 1995
Τεύχος 5 – Φθινόπωρο 1995
Τεύχος 6 – Καλοκαίρι 1996
Τεύχος 7 – Ανοιξη 1997
Τεύχος 8 – Χειμώνας 1997
Τεύχος 9 – ΄Άνοιξη 1998
Τεύχος 10 – Φθινόπωρο 1998
Τεύχος 11 – Καλοκαίρι 1999
Τεύχος 12 – Χειμώνας 1999
Τεύχος 13 – ΄Ανοιξη 2000
Τεύχος 14 – Χειμώνας 2000
Τεύχος 15 – Καλοκαίρι 2001
Τεύχος 16 – Χειμώνας 2001
Τεύχος 17 – Καλοκαίρι 2002
Τεύχος 18 – Καλοκαίρι 2003
