Όταν οι ισχυροί μιλούν για όπλα και αυτοθυσία

0

Κείμενο: Γιώργος Λούκας (εκπαιδευτικός, Ataxia School)

Υπάρχει μια στιγμή στην Ιστορία όπου η γλώσσα παύει να περιγράφει τον κόσμο και αρχίζει να τον προετοιμάζει. Η γλώσσα αυτή δεν είναι πύρινη, συναισθηματική που θα ξεσηκώσει τα πλήθη, όπως σε αλλοτινές εποχές. Με λέξεις μετρημένες, κοστολογημένες, «λογικές» πολιτικοί και ισχυροί των επιχειρήσεων αρχίζουν πλέον να μιλούν ανοιχτά για «αυτοθυσία», «σκληρό ρεαλισμό», «αναγκαία άμυνα» και «εποχή των όπλων».
Ένα «νέο» φαντασιακό αρχίζει δειλά-δειλά να χτίζεται που επιδιώκει να παρουσιάσει τη θυσία όχι ως εξαίρεση, αλλά ως αναπόφευκτο τίμημα μιας δήθεν ελεύθερης ύπαρξης.
Τα λόγια του κ. Δένδια που μιλά για “αυτοθυσία της Ευρώπης” και του κ. Μυτιληναίου που διαπιστώνει ότι «τώρα μιλούν τα όπλα, όχι ο Μπετόβεν και ο Μπαχ» συνιστούν μια σημαντική μετατόπιση. Από την ιδέα του πολιτισμού της Ευρώπης ως κοινού ανθρωπιστικού πεδίου, στον πολιτισμό ως πολυτέλεια που υποχωρεί μπροστά στην “πραγματικότητα” του πολέμου. Και εδώ γεννιέται το κρίσιμο ερώτημα. Θάνατος για ποιον; Και προς όφελος ποιου; Για την «πατρίδα»; Για την «ασφάλεια»; Για την «οικονομία»; Για τη «σταθερότητα»; Ή για τη διατήρηση ενός συστήματος που απαιτεί περιοδικά θυσίες για να συνεχίσει να λειτουργεί;
Ο Walter Benjamin είχε ήδη προειδοποιήσει ότι ο φασισμός αισθητικοποιεί την πολιτική, μετατρέποντας τον πόλεμο σε θέαμα, σε πεπρωμένο, σε αναγκαιότητα με αισθητικό περίβλημα. Σήμερα, δεν βλέπουμε την ίδια μορφή, αλλά μια συγγενή λογική. Τον πόλεμο να παρουσιάζεται ως τεχνοκρατική αυτονόητη επιλογή, ως εργαλείο γεωπολιτικής “ορθολογικότητας”.
Όποτε οι εξουσίες μίλησαν για θυσία, το έκαναν σχεδόν πάντα στο όνομα ενός “υπέρτατου σκοπού”. Η θυσία, όμως, ποτέ δεν ήταν ουδέτερη έννοια. Δεν θυσιάζονται όλοι. Δεν κινδυνεύουν όλοι. Άλλοι σχεδιάζουν και άλλοι πεθαίνουν.
Ίσως να βρισκόμαστε απέναντι σε μια καινούρια μεταφυσική της βίας. Σε μια προσπάθεια εσωτερίκευσης της ιδέας ότι ο θάνατος είναι παιδαγωγικός, ότι η απώλεια είναι ηθικό εργαλείο, ότι η ανθρώπινη ζωή μπορεί να υποταχθεί σε γεωπολιτικούς και οικονομικούς υπολογισμούς.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ναζιστική Γερμανία δεν στηρίχθηκε μόνο στον Χίτλερ ή στο κόμμα, αλλά σε ένα ευρύ πλέγμα βιομηχανικών συμφερόντων που είδαν στο καθεστώς όχι απειλή, αλλά ευκαιρία. Ανακαλώντας αυτή τη μνήμη, δεν επιχειρούμε μηχανιστικές αναλογίες με το σήμερα. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι η αναγνώριση μιας επαναλαμβανόμενης τάσης. Κάθε φορά δηλαδή που ο πόλεμος εισέρχεται στον λόγο της εξουσίας ως αποδεκτή, σχεδόν επιθυμητή συνθήκη, τότε βρισκόμαστε ενώπιον μιας μετάλλαξης του πολιτικού..προς το βάρβαρο.
Χωρίς να θέλουμε να εισέλθουμε σε υστερικές κινδυνολογίες, δεν πρέπει να συνηθίσουμε σε καμία περίπτωση αυτόν τον λόγο. Η Hannah Arendt, μιλώντας για την «κοινοτοπία του κακού», δεν περιέγραψε ένα κακό θορυβώδες και τερατώδες, αλλά ένα κακό που εγκαθίσταται αθόρυβα στη γλώσσα της κανονικότητας. Ένα κακό που δεν κραυγάζει, αλλά διοικεί• που δεν μισεί απαραίτητα, αλλά εκτελεί. Όταν ο θάνατος αρχίζει να γίνεται αποδεκτό ενδεχόμενο πολιτικής στρατηγικής ,όταν παρουσιάζεται ως “αναγκαίο κόστος”, ως δείγμα ωριμότητας ή ως μοίρα που πρέπει απλώς να «διαχειριστούμε», για να μην μείνουμε πίσω στους διεθνείς ανταγωνισμούς, τότε το επικίνδυνο δεν είναι μόνο η απόφαση, αλλά η συνήθεια. Και η συνήθεια είναι πάντα πιο ανθεκτική από τον φόβο.

Αφήστε ένα σχόλιο