«Για την παρέα»: ένα (κάπως) προσωπικό κείμενο για το βιβλίο «Αλλάζοντας τον κόσμο με μία μπάλα»

0

Κείμενο: Γιάννης Περπερίδης, διδάκτωρ Φιλοσοφίας, διδάσκων Φιλοσοφία της Τεχνητής Νοημοσύνης και του Διαδικτύου στο Τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου.

«Για την παρέα»: Ένα (κάπως) προσωπικό κείμενο που γράφεται με αφορμή το βιβλίο του Βασίλη Κωστάκη: Αλλάζοντας τον κόσμο με μία μπάλα (εκδ. Διόπτρα, 2024). [1]

Πριν από μερικές ημέρες παρακολούθησα την παρουσίαση του βιβλίου του φίλου και συνεργάτη μου Βασίλη Κωστάκη, με τίτλο Αλλάζοντας τον κόσμο με μία μπάλα, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα. Μετά το πέρας της παρουσίασης και αφού είχα αποκομίσει πολύ όμορφα συναισθήματα πήρα στα χέρια μου το βιβλίο του, καθώς και η παρουσίαση αλλά και η θεματική με άγγιξαν. Το βιβλίο του Βασίλη καταπιάνεται με πολύ απλό τρόπο και ύφος (κάτι που χρειάζεται μαεστρία και κατάκτηση γνώσης για να επιτευχθεί) με πολλαπλά ζητήματα της εποχής μας όπως την οικολογική καταστροφή, τις πολιτικές αξίες που καταπιέζουν τη δημιουργικότητα και την τέχνη· με ζητήματα ταξικών και έμφυλων ανισοτήτων κ.ά.

Εντούτοις, όπως θα αντιληφθεί η αναγνώστρια και ο αναγνώστης που θα συνεχίσει την ανάγνωση πέραν αυτών των εισαγωγικών παραγράφων, αν και γράφω το κείμενο αυτό εν είδη βιβλιοπαρουσίασης-βιβλιοκριτικής, η παρουσίασή μου θα αφηγηθεί μια ιστορία που θα μπορούσε να τεθεί παράλληλα με αυτές που αφηγείται το βιβλίο του Βασίλη. Παρ’ όλο που η παρουσίαση και η θεματική με «άγγιξαν» και παρά το γεγονός ότι όταν έλαβα το βιβλίο στα χέρια μου δεν ήθελα να ξεκινήσω να το διαβάζω (λόγω του παρελθόντος μου, το οποίο με «καίει» –όπως θα φανεί παρακάτω), όταν ο Βασίλης μου πρότεινε να γράψω κάτι με βάση το βιβλίο του, αυτό το παρελθόν, σαν άλλη λάβα που βρήκε μια χαραμάδα μεταξύ των τεκτονικών πλακών και ξεκίνησε την ανάβασή της προς την επιφάνεια της γης, βρήκε το βήμα και την αφορμή να αρθρωθεί και να επικοινωνηθεί.

Στις επόμενες παραγράφους εκτείνεται, λοιπόν, ένα κείμενο που έχει ως αφορμή το βιβλίο του Κωστάκη και το οποίο μέσα από την αφήγησή του θα σκιαγραφήσει εκτός των άλλων και τους βασικούς άξονες των επιχειρημάτων του συγγραφέως του Αλλάζοντας τον κόσμο με μία μπάλα, δηλαδή: τη συνεργατικότητα, την ύπαρξη δυνατοτήτων βελτίωσης του κόσμου μέσα από την επικοινωνία και τον αλληλοσεβασμό, την πίστωση κάθε «ατομικού επιτεύγματος» στο κοινωνικό σύνολο και την ατροφία των πραγματικά σημαντικών αξιών λόγω του οικονομικού και πολιτικού συστήματος που διαποτίζει κάθε σχέση μεταξύ των ανθρώπων στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Πριν ξεκινήσω, ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να παραθέσω δύο μικρά παραρτήματα – ουσιώδη για τη μετέπειτα ανάπτυξη του υπόλοιπου κειμένου (δεν ξέρω αν θέτω τα παραρτήματα σε σωστή σειρά, ίσως να έβγαζαν νόημα και ανάποδα):

Παράρτημα Ι

Μία συζήτηση με φίλους σε μία ομαδική συνομιλία σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης, περίπου πριν από 2-3 χρόνια (Δεν τη θυμάμαι αυτολεξεί, αλλά μου έχει χαραχθεί το νόημά της και η στιχομυθία πάνω κάτω. Δεν την κάνω «αντιγραφή-επικόλληση»):

Εγώ: «Είδατε αυτό το βίντεο με τον Ibrahimovic, ο οποίος μιλά άσχημα και ειρωνεύεται κάποιους δημοσιογράφους που πάνε να του πάρουν συνέντευξη; Έλεος… εν τω μεταξύ, αν δεν ήταν αυτοί, δεν θα είχε γίνει αυτός που είναι».

Ο φίλος μου (ο οποίος παίζει μπάλα από μικρή ηλικία σε συλλόγους του Πειραιά και της Αθήνας): «Είσαι μυρωδιάς. Λες και τους έχει ανάγκη αυτούς ο Ibra».

[Εξήγηση του επιχειρήματός μου: Αν το ποδόσφαιρο εν συνόλω δεν είχε τη δημοσιότητα που έχει, δεν έπεφταν τα χρήματα που πέφτουν ακριβώς λόγω αυτής της δημοσιότητας (που εν πολλοίς οφείλεται στους/στις δημοσιογράφους που το αναμεταδίδουν και το ερμηνεύουν), αν τα χρήματα αυτά δεν έδιναν τη δυνατότητα σε συλλόγους να έχουν 2-3 προσωπικούς γυμναστές πάνω από τον κάθε παίκτη (όσο πιο «μεγάλο» το όνομα τόσο περισσότεροι οι «γύρω-γύρω») και πολλά ακόμη παρόμοια στοιχεία, τότε, ναι, ο Ibrahomovic και ο οποιοσδήποτε παίκτης που θα έπαιζε ποδόσφαιρο σε ένα χωμάτινο χώρο στο χωριό ή την πόλη του, πράγματι, δεν θα είχε γίνει αυτός που έγινε. Επομένως καλό είναι να αποδίδεται λίγος σεβασμός σε αυτούς που διαμορφώνουν το σύνολο αυτού του πλαισίου μέσα στο οποίο «κάποιος» γίνεται αυτό που είναι].

[Χωρίο του κειμένου του Βασίλη που με εντυπωσίασε και με έκανε να παραθέσω το Παράρτημα Ι:

«Οι επαγγελματίες αθλητές φτάνουν σε τόσο υψηλά επίπεδα απόδοσης, όχι απλώς χάρη στο ατόφιο ταλέντο τους και στη σκληρή προπόνηση, αλλά και εξαιτίας μιας πληθώρας ακόμη λόγων. Όσα καταφέρνουν τα οφείλουν επίσης και στις οικογένειές τους, στους αντιπάλους τους, στα σχολεία στα οποία σπούδασαν και στα οποία πρωτόπαιξαν, σε όσους έπαιξαν και ανέπτυξαν το άθλημα πριν από αυτούς, στους οπαδούς που συνδημιούργησαν τη φιλοσοφία των ομάδων τους, στη δυνατότητα που τους παρέχεται να αθλούνται ήρεμοι, στην ευκολία να ανταπεξέρχονται γρήγορα σε κάθε τραυματισμό, στην άνεση απόκτησης των απαραίτητων ικανοτήτων επικοινωνίας, σκέψης, διαπραγμάτευσης, και η λίστα συνεχίζεται.

Δεν υπάρχει πιο τοξική ιδέα από τον μύθο του αυτοδημιούργητου, του επιτυχημένου που η επιτυχία του είναι αποτέλεσμα μόνο σκληρής προσωπικής δουλειάς, προπόνησης και ταλέντου. Στον πυρήνα του μηνύματος που προσπαθεί αυτό το βιβλίο να επικοινωνήσει βρίσκεται η άποψη ότι τα γκολ, τα καρφώματα, τα τρίποντα, οι μουσικές, τα εμβόλια που εφευρίσκουμε, οι τεχνολογίες που διευκολύνουν τις ζωές μας, όλα αυτά είναι κοινωνικά προϊόντα» (σελ. 32-33)].

Πράγματι, τα πάντα συνιστούν κοινωνικά κατασκευάσματα, κατά τη γνώμη μου. Ακόμη και η τεχνολογία, με την οποία ασχολούμαι ερευνητικά τα τελευταία χρόνια, και την οποία θεωρούμε τυπικά ως εντελώς ουδέτερη σε σχέση με συμφέροντα και πολιτικές αξίες, φαίνεται ότι διαμορφώνεται πρωτίστως από αυτά (από το ευρύτερο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο μιας κοινωνίας και μιας εποχής). Ας τοποθετήσουμε στη θέση των «παικτών» του παραπάνω χωρίου του Βασίλη την τεχνολογία, την οικολογική καταστροφή, την επιστήμη, ή ό,τι άλλο θέλουμε. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Τίποτε, σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι αποκομμένο από το πλαίσιό του, όσο κι αν στη νεωτερικότητα ο άνθρωπος ως το γνωστικό –παντοδύναμο– υποκείμενο θεώρησε ότι μπορεί να θέτει όλα τα υπόλοιπα ως αντικείμενα –αυτή την αλαζονεία δεν εκφράζουν και οι μεγαλο-αστέρες (οποιουδήποτε τομέα, είτε ποδοσφαίρου, είτε εταιριών, είτε τραγουδιού, είτε μόδας) που θεωρούν ότι μπορούν να έχουν ένα προσωπικό τζετ-ταξί αντί για τα μαζικά μέσα μεταφοράς, συμβάλλοντας πολύ περισσότερο στο οικολογικό αποτύπωμα; (αναφέρω εδώ ως παράδειγμα μία συγκεκριμένη περίπτωση που ανταποκρίνεται στις σελ. 65-69 του βιβλίου· θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλές άλλες που αναδεικνύουν αυτή την αλαζονεία)

Παράρτημα ΙΙ

Ποιος είναι αυτός ο «μυρωδιάς» – δηλαδή ποιος είναι ο συγγραφέας του παρόντος κειμένου-παρουσίασης;

Θα παραθέσω εδώ ένα πολύ σύντομο άτυπο βιογραφικό, καθώς έχει σημασία για τα όσα θα πω στη συνέχεια που σχετίζονται με το βιβλίο του Βασίλη και τους κεντρικούς του άξονες – αυτό, άλλωστε, συνιστά το «παρελθόν που με καίει» και που με οδήγησε στο να ανοίξω εν τέλει το βιβλίο και να γράψω το κείμενο που διαβάζετε.

Πρώην παίκτης υδατοσφαίρισης (water polo) του Ολυμπιακού Πειραιώς· αρχηγός επί σειρά ετών στις ομάδες της ηλικίας του (1994)· πρώτος παίκτης που σε ηλικία 14 ετών έπαιξε για λίγα λεπτά στη «μεγάλη ομάδα» (έτσι τη λέγαμε τότε εμείς οι «μικροί») του Ολυμπιακού, όταν άλλαξε η νομοθεσία και επέτρεπε τη συμμετοχή στην πρώτη κατηγορία (Α1) ατόμων κάτω των 18 χρονών· συμμετοχή στα κλιμάκια για την εθνική νέων ανδρών το 2010, μόλις 4 χρόνια αφού ξεκίνησε την υδατοσφαίριση (παλεύοντας για θέση στην εθνική με άτομα που μετρούσαν ήδη 10 χρόνια προπονήσεων και εμπειρίας)· ένας εκ των τεσσάρων ατόμων που ξεκίνησαν ήδη πριν τα 18 τους χρόνια να κάνουν μερικές προπονήσεις την εβδομάδα με την ομάδα ανδρών του Ολυμπιακού. Βραβείο καλύτερης επτάδας σε μία διοργάνωση παίδων· χάλκινο μετάλλιο στο πρωτάθλημα νέων ανδρών με την ομάδα του Ολυμπιακού το 2012 και άλλες διάφορες διακρίσεις.

Μέχρι εδώ, όλα τα παραπάνω συνιστούν κάποια πιο «αντικειμενικά» στοιχεία που αν κανείς κατέγραφε δεδομένα για αυτές τις ηλικίες στον αθλητισμό θα μπορούσαν να είναι καταγεγραμμένα κάπου και να μπορώ να τα παραθέσω ως πηγή. Ωστόσο, όπως είπα, τα παραπάνω συνιστούν «άτυπο» βιογραφικό, το οποίο θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν μονάχα μέσω της προφορικής ιστορίας οι παλαιοί μου συμπαίχτες, καθώς και οι προπονητές μου Δ.Κ. και Γ.Κ.

Θα περάσω τώρα σε μερικά πιο «υποκειμενικά» στοιχεία και μέσω αυτών θα αναφερθώ και σε στοιχεία του βιβλίου του Βασίλη.

Γιατί ένας προπονητής με έκανε αρχηγό στα 13 μου; Τι είδε σε εμένα;

Απάντηση: επειδή ήμουν το παιδί που όταν τελείωνε η προπόνηση μάζευε όλες τις μπάλες και τις έβαζε στο κλουβί (παρ’ όλο που πολλοί με θεωρούσαν τον καλύτερο παίκτη της τότε ακαδημίας), ώστε οι υπόλοιποι συμπαίχτες να πάνε να κάνουν ντουζ (εγώ έκανα στο σπίτι μου για να μην καθυστερώ τον πατέρα μου που με περίμενε στο αμάξι)· επειδή σε αποστολές σε άλλες πόλεις ξυπνούσα μισή ώρα πριν από την ώρα που έπρεπε και πήγαινα πόρτα-πόρτα σε κάθε δωμάτιο της ομάδας μου ώστε να βεβαιωθώ ότι όλοι έχουν ξυπνήσει και θα προλάβουν να είναι στην ώρα τους στη μάζωξη για την πρωινή ομιλία του προπονητή· επειδή κάθε φορά μετά από ένα γκολ που βάζαμε γυρνούσα και παρατηρούσα αν έχει κουραστεί κάποιος και ρωτούσα αν μπορεί να συνεχίσει ή αν θέλει αλλαγή· τέλος, επειδή ποτέ δεν με ένοιαξε να βάλω εγώ το γκολ, αλλά πάντοτε «έβγαζα» τις καλύτερες ασίστ (τελευταία πάσα πριν μπει ένα γκολ), μιας και πρώτο μου μέλημα ήταν η άριστη συνεργασία με τους συμπαίχτες μου. Τα στοιχεία αυτά είναι ακόμη πιο άτυπα και θα μπορούσαν να επιβεβαιωθούν μονάχα από παλαιούς συμπαίχτες μου. Ελπίζω, βέβαια, να τα θυμούνται και οι ίδιοι.

Τι σημασία έχουν, όμως, όλα αυτά; Γιατί, ενώ παρουσιάζω ένα βιβλίο για το ποδόσφαιρο, μιλάω 1ον για εμένα και 2ον για ένα άλλο ομαδικό άθλημα;

1ον, Μιλάω για εμένα γιατί ταυτίζομαι με τον συγγραφέα του βιβλίου ως προς τις αξίες της συνεργατικότητας και της ομαδικότητας και πάντοτε το προφίλ ενός συγγραφέα μιας παρουσίασης είναι σημαντικό για να καθίστανται εμφανείς οι μεροληψίες κατά τη συγγραφή της παρουσίασης. Μεροληπτώ, λοιπόν, υπέρ της συνεργατικότητας, του ομαδικού πνεύματος και της εκτίμησης της δουλειάς της ομάδας ως προς την επίτευξη του γκολ (στοιχεία που με έκαναν αρχηγό μιας ομάδας ήδη από μικρή ηλικία και με έφτασαν μέχρι και τα κλιμάκια της εθνικής Ελλάδος· και γι’ αυτό ήταν απαραίτητο να τα εκθέσω προκαταβολικά, διότι πολλοί σήμερα στον αθλητισμό θα εξέφραζαν την άποψη της μεγιστοποίησης του κέρδους και της φήμης – και συνεπώς θα έγραφαν μία πολύ διαφορετική παρουσίαση του εν λόγω βιβλίου).

2ον, Μιλάω για ένα άλλο ομαδικό άθλημα, διότι το «ποδόσφαιρο είναι τέχνη», όπως διαβάζουμε στον τίτλο του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου του Βασίλη, επειδή κάθε ομαδικό άθλημα συνιστά τέχνη, όπως και η υδατοσφαίριση – και κατ’ επέκταση, κάθε ομαδικό επίτευγμα μπορεί να γίνει αντιληπτό ως τέχνη: όταν μας έβγαινε το σύστημα και έβαζα ένα γκολ και γυρνούσα, έβλεπα πρώτα τους συμπαίχτες μου στην πισίνα (ποτέ προς τον ουρανό, δείτε στη σελ. 28 του βιβλίου του Βασίλη για να καταλάβετε γιατί το τονίζω αυτό) και έπειτα τον πάγκο με τον Δ.Κ. να σφίγγει τη γροθιά του και τα υπόλοιπα παιδιά να χαμογελούν και να είναι έτοιμα να με αλλάξουν επειδή κουράστηκα, ένιωθα τρομερή ευχαρίστηση και πληρότητα.

Την ίδια πληρότητα μπορώ να πω ότι νιώθω σήμερα όταν σε ερευνητικό επίπεδο συνεργάζομαι με άτομα, θέτουμε στόχους και δουλεύουμε όλες/οι μαζί για να τους πετύχουμε και τελικά το καταφέρνουμε – τα αμέτρητα ευχαριστώ που λέω στα mail των ομάδων στις οποίες συμμετέχω μπορούν να μαρτυρήσουν αυτή τη στάση μου. Την ίδια πληρότητα νιώθω όταν μαγειρεύω κάτι από κοινού με την Κλειώ –όταν μας πέτυχαν εκείνα τα νιόκι που ζυμώσαμε μαζί, κάναμε λες και είχαμε πάρει το champions league– ή όταν φτιάχνω κάτι με τους γονείς μου και πετυχαίνει («κολλάμε πέντε» και μου έρχεται να δακρύσω). Ίσως με πείτε ευαίσθητο· αλλά για εμένα αυτή είναι η αξία της συνεργασίας.

Αυτή είναι η τέχνη της ανθρώπινης συνεργασίας· και αυτά τα συναισθήματα, τα οποία σήμερα, καταβροχθίζονται και καταπιέζονται από την αξία της στείρας σκοπιμότητας και της ατομικής κερδοσκοπίας είναι που μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Δεν ξέρω αν μπορούμε να βασίσουμε μία ολόκληρη πολιτική θεωρία ή φιλοσοφία της κοινωνικής μεταβολής πάνω σε αυτό· ξέρω όμως ότι ίσως κάτι θα μπορούσε να αλλάξει αν όλες μας δεν χάναμε ευκαιρία για αλληλοβοήθεια και συνεργασία χωρίς κερδοσκοπική σκοπιμότητα.

Δεν είμαι οπαδός της τέχνης-για-την-τέχνη, για πολιτικούς λόγους. Η τέχνη δεν είναι ουδέτερη. Ακούω θετικά την άποψη του Immanuel Kant ότι η τέχνη (το ωραίο) είναι σκοπιμότητα χωρίς σκοπό, αλλά προσανατολίζομαι περισσότερο στη θεώρηση της τέχνης από τον Theodor Adorno ως μία μορφή αυτο-αναιρούμενης αυτονομίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είμαι οπαδός της συνεργασίας-για-τη-συνεργασία, ένα σχήμα, που κατ’ εμέ παράγει τη σαγήνη, το δέος, τη συγκίνηση και πολλά ακόμη πάθη και συναισθήματα που πυροδοτεί ένα έργο τέχνης. Μέσα από αυτό, θεωρώ, μπορεί να ιδωθεί ο κόσμος (ο συνεργατικός, κοινοτικός και γεμάτος παραγωγική –όχι με την έννοια της αγοράς– ανθρώπινη αλληλεπίδραση κόσμος) ως έργο τέχνης (ένα πρόταγμα που πηγάζει ήδη από τον αγαπημένο μου Herbert Marcuse, με άλλους όρους, ωστόσο). Ένας κόσμος όπου η συνεργασία για το οτιδήποτε έχει αξία αυτή καθ’ εαυτήν και δεν γίνεται με σκοπό να αποκτηθεί κέρδος ή για να επιτευχθεί κάποιο ορόσημο που θα αποφέρει φήμη και άλλα τέτοια καπιταλιστικά (για να το πούμε λαϊκότροπα) είναι ένας άλλος κόσμος. Και είναι ένας κόσμος σαν αυτόν, που κατά τη γνώμη μου, οραματίζεται ο Βασίλης στο βιβλίο του.

Αλλάζει, συνεπώς, ο κόσμος με μια μπάλα, όταν μιλάμε στο πλαίσιο του ομαδικού αθλητισμού, όπως κάνει το βιβλίο του Βασίλη ή η ιστορία μου για την υδατοσφαίριση; Αλλά ας πάμε σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο και να πούμε ότι αλλάζει ο κόσμος μέσα από όλα εκείνα που προηγούνται του «γκολ», δηλαδή, μέσα από την αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους στη βάση της συνεργατικότητας, του σεβασμού και της αλληλοκατανόησης. Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο στόχος του βιβλίου – ή τουλάχιστον, υπό αυτό το πρίσμα το διαβάζω εγώ και θεωρώ ότι αξίζει να διαβαστεί.

Μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Βασίλη, λοιπόν, μην σηκωθείτε, από γραφεία και καναπέδες για να πάτε να πάρετε μια μπάλα να παίξετε· σηκωθείτε και ξεκινήστε να αλληλεπιδράτε με τους συνανθρώπους, να θέτετε κοινούς στόχους και να εφευρίσκετε κοινούς τρόπους για να τους επιτύχετε. Και ας είναι και στόχοι που δεν έχουν κερδοσκοπικό πρόσημο· και ας είναι συνάνθρωποι με τους οποίους δεν μοιράζεστε «το ίδιο αίμα» (αμφιβάλλω αν υπάρχει άνθρωπος, με τον οποίο δεν μοιραζόμαστε το ίδιο αίμα με την πιο κυριολεκτική έννοια του όρου – «Mitakuye Oyasin» αφού… (βλ. σελ. 30-34 στο βιβλίο).

Ας βάλουμε, λοιπόν, γκολ σε ένα γήπεδο χωρίς πίνακα σκορ… έτσι, για την παρέα.

Ή, όπως πολύ όμορφα το λέει ο ίδιος ο Βασίλης στο τέλος του βιβλίου του (σας παροτρύνω να διαβάσετε και όλα τα προηγούμενα, πριν μεταβείτε στην τελευταία αυτή σελίδα του βιβλίου του (σελ. 136)): «Ω ναι, βλέπω τη μέρα αυτή να έρχεται, τη μέρα που θα μας νοιάζει μόνο ότι χορέψαμε μαζί, δίπλα και πάνω από μία μπάλα. Γιατί η ιστορία που γράφουμε εμείς θυμάται μόνο αυτές και αυτούς που αγωνιστήκαν για κάτι ανώτερο. Για την παρέα».

———————————

[1] Παρά τον προσωπικό τόνο του κείμενου και παρά την έκθεση ενός άτυπου βιογραφικού μου, παρακαλώ να μην ληφθεί το παρόν κείμενο ως μία αυτάρεσκη διήγηση του παρελθόντος μου, αλλά ως μία συμφωνία αξιών μεταξύ εμού και του συγγραφέως του βιβλίου, η οποία τελικά αναδεικνύει τις αξίες που, κατά τη γνώμη μου, επιθυμεί να επικοινωνήσει το ίδιο το συγγραφικό πόνημα που παρουσιάζω. Δεν προσπαθώ να πετύχω ο αναγνώστης ή η αναγνώστρια να πει «τι καλό παιδί που ήταν ο Περπερίδης μικρός». Σε καμία περίπτωση σε αυτό το κείμενο τα φώτα δεν είναι στραμμένα πάνω μου, αλλά στη σημασία του βιβλίου για τη δυνατότητα αλλαγής του κόσμου στη βάση αξιών που σήμερα είναι υπαρκτές αλλά σπανίζουν.

Αφήστε ένα σχόλιο

nineteen + 10 =