Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr Eλευθεριακός ψηφιακός τόπος & εκδόσεις Thu, 25 May 2023 11:17:36 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://www.aftoleksi.gr/wp-content/uploads/2019/10/cropped-logo-web-transparent-150x150.png Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr 32 32 231794430 Πότε & πώς η Αποχή συνιστά Πολιτική Πράξη (συμμετοχή, πολιτικές διαδικασίες, αποτελεσματικότητα) https://www.aftoleksi.gr/2023/05/25/amp-pos-apochi-synista-politiki-praxi-symmetochi-politikes-diadikasies-apotelesmatikotita/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=amp-pos-apochi-synista-politiki-praxi-symmetochi-politikes-diadikasies-apotelesmatikotita https://www.aftoleksi.gr/2023/05/25/amp-pos-apochi-synista-politiki-praxi-symmetochi-politikes-diadikasies-apotelesmatikotita/#respond Thu, 25 May 2023 09:58:56 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=13341 Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης Σε κάθε περίοδο εκλογών επανέρχεται το ζήτημα της αποχής, και κατά πόσον αυτή συνιστά μια αποτελεσματική στάση ή όχι. Μάλιστα, είναι συχνό το φαινόμενο αυτή η στάση να αποκαλείται «αντι-»πολιτική ή μη πολιτική, από τους πολιτικούς αντιπάλους του αντιεξουσιαστικού χώρου. Οι απαντήσεις που προτάσσουν οι διάφορες εκφάνσεις του μοναδικού πολιτικού χώρου που είναι [...]

The post Πότε & πώς η Αποχή συνιστά Πολιτική Πράξη (συμμετοχή, πολιτικές διαδικασίες, αποτελεσματικότητα) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης

Σε κάθε περίοδο εκλογών επανέρχεται το ζήτημα της αποχής, και κατά πόσον αυτή συνιστά μια αποτελεσματική στάση ή όχι. Μάλιστα, είναι συχνό το φαινόμενο αυτή η στάση να αποκαλείται «αντι-»πολιτική ή μη πολιτική, από τους πολιτικούς αντιπάλους του αντιεξουσιαστικού χώρου. Οι απαντήσεις που προτάσσουν οι διάφορες εκφάνσεις του μοναδικού πολιτικού χώρου που είναι υπέρ της αποχής, του αντιεξουσιαστικού χώρου, ποικίλουν. Ακριβώς, όμως, επειδή αποτελούν θέσεις που ανάγονται εν τέλει σε συγκεκριμένες μορφές στράτευσης υπέρ συγκεκριμένων συλλογικοτήτων, παρατηρείται το εξής φαινόμενο: τα άτομα που για διάφορους λόγους δεν είναι πια οργανωμένα σε κάποια αναρχική/αντιεξουσιαστική συλλογικότητα, σε κάποια εργατική συλλογικότητα, ή σε κάποια συνέλευση γειτονιάς στην οποία συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό άτομα του α/α χώρου, καταλήγουν με την πάροδο των χρόνων να νιώθουν ότι δεν «ανήκουν» με τη στενή έννοια στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. 

Αυτό αφορά σε μεγάλο βαθμό τη δομή των πολιτικών διαδικασιών του α/α χώρου, σε αντιδιαστολή με τις κομματικές οργανώσεις. Μια κομματική οργάνωση έχει μέλη καθώς και πολιτική περιφέρεια, από την οποία προσπαθεί να αντλήσει μέλη και ψήφους. Η ύπαρξη της ψήφου, δημιουργεί ένα χάσμα ανάμεσα στη στράτευση και τη στήριξη, αλλά και έναν ταυτόχρονο σχετικισμό μεταξύ των δύο. Όσο πιο κοντά βρίσκονται οι εκλογές, τόσο περισσότερο μια κομματική οργάνωση θα προσπαθήσει να κολακέψει την πολιτική της περιφέρεια, δίνοντάς της την αίσθηση ότι η «στήριξη», δηλαδή η ψήφιση, αρκεί για να νιώσει το άτομο της πολιτικής περιφέρειας ότι έχει πολιτική συμμετοχή. Αυτό φυσικά έχει επίπτωση σε όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, όπου η έκκληση της κομματικής οργάνωσης είναι «οργανωθείτε», και όχι «ψηφίστε», αφού οι εκλογές τότε είναι πολύ μακριά.

Το βασικό που προσφέρει η ψήφος στο άτομο που ψηφίζει είναι προσωρινή ανακούφιση από τις τύψεις της έλλειψης στράτευσης, δηλαδή της οργάνωσης ως ουσιώδους πολιτικής συμμετοχής.

Ας έρθουμε τώρα στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Υπάρχουν πάλι συλλογικότητες, αλλά και διαδικασίες όπως οι διάφοροι τύποι συνελεύσεων, που έχουν λίγο διαφορετική δομή – αν και στο επίπεδο απαιτήσεων ως προς την ενασχόληση με αυτές (το πόσο «τρέξιμο» θέλουν), το αποτέλεσμα είναι πάνω κάτω το ίδιο, ενίοτε και περισσότερο, όταν συνδυάζεται με τη συμμετοχή σε κάποιον αυτοδιαχειριζόμενο χώρο ή κατάληψη. Υπάρχουν κι εδώ μέλη και πολιτική περιφέρεια, με τη διαφορά ότι, ενώ είναι αναγκαστικά πιο σαφές και στο τυπικό επίπεδο το ποιο άτομο είναι μέλος μιας πολιτικής συλλογικότητας, στις περιπτώσεις των συνελεύσεων μπορεί να υπάρξει σχετικισμός ως προς τον τρόπο προσδιορισμού των ενεργών μελών. 

Αυτό δεν αφορά τα μέλη που όντως συμμετέχουν, αλλά τα άτομα της πολιτικής περιφέρειας, τα οποία έχουν το περιθώριο, επειδή δεν τα παίρνει κανείς από το χέρι να υπογράψουν μια κάρτα μέλους (όπως στις κομμουνιστικές οργανώσεις), να αποκτούν το περιθώριο συνειδητής σχετικοποίησης της έννοιας της «συμμετοχής». Η μη συμμετοχή στις εκλογές, αφαιρεί το χάσμα μεταξύ στράτευσης και στήριξης, επειδή δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο η «στήριξη» (πέρα από τη στήριξη κάποιων δράσεων), και η στράτευση όμως είναι διαφορετικού τύπου από αυτή που υπάρχει στις κομμουνιστικές οργανώσεις. 

Στον αντιεξουσιαστικό χώρο, στράτευση σημαίνει σταθερή συμμετοχή σε συγκεκριμένες πολιτικές διαδικασίες αυτού του χώρου. Η σχετικοποίηση της έννοιας της συμμετοχής από άτομα της πολιτικής περιφέρειας συλλογικοτήτων και συνελεύσεων του α/α χώρου, αφήνει το περιθώριο για life style αναρχισμό, από τον οποίο το άτομο της πολιτικής περιφέρειας αντλεί μια επιφανειακή ανακούφιση ως προς τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό σε ιδεολογικό επίπεδο, όχι όμως σε πολιτικό, όταν η κοινωνική συνθήκη είναι δύσκολη, όπου το ερώτημα «τι πρέπει να κάνω πολιτικά αυτή τη στιγμή;» επανέρχεται με ένταση, ακυρώνοντας την οποία ανακούφιση είχε βρει το άτομο στο επίπεδο του ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού με ασαφείς όρους, οι οποίοι είναι ασαφείς για το ίδιο λόγω έλλειψης ουσιώδους συμμετοχής.

Πιο συγκεκριμένα, όταν η κοινωνική, οικονομική κ.ά. συνθήκη γίνεται δύσκολη, αυτά τα άτομα κάνουν συνήθως τον εξής εσωτερικό μονόλογο: «Δεν συμμετέχω σε κάποια συλλογικότητα ή συνέλευση εδώ και κάποιο καιρό, δυσκολεύομαι να μπω στη διαδικασία να ψάξω πού να συμμετέχω, θα προτιμούσα να προκύψει από μόνο του κάπως πιο φυσικά για να μη ζοριστώ, αλλά στο ενδιάμεσο νιώθω ότι κάτι πρέπει να γίνει επειδή τα πράγματα πάνε όλο και χειρότερα».

Εδώ ακριβώς, η ψηφοφορία, αυτό το χάπι προσωρινής ανακούφισης από τις τύψεις της έλλειψης πολιτικής συμμετοχής, εμφανίζεται δελεαστική.

1. Λόγοι ανεπαρκούς πολιτικής απεύθυνσης του α/α χώρου

Το ζήτημα είναι να μπορέσουμε να βρούμε τον λόγο για τον οποίο ο α/α χώρος δεν καταφέρνει να πείσει επαρκώς αυτόν τον κόσμο. Αυτός ο λόγος θα είναι ο ίδιος για τον οποίο ο α/α χώρος αδυνατεί να αρθρώσει πειστικό πολιτικό λόγο στο εντελώς «ευρύ» κοινό, το οποίο, λόγω πολιτικής απραξίας, τον ταυτίζει είτε με έναν life style αναρχισμό είτε με μεμονωμένες δράσεις που κυκλοφορούν στον χώρο των social media, και από εκεί αποσπασματικά στα media. 

Ένας λόγος, είναι η ανεπάρκεια των θεωρητικών εργαλείων του αναρχισμού ή αντίστοιχα της αυτονομίας. Επειδή η συγκρότηση μιας πολιτικής θέσης με αναφορά σε πρόσωπα (όπως Bakunin, Kropotkin κ.ά.) γίνεται πρωτίστως σε ιδεολογική βάση, ενώ όταν φτάνουμε στο πολιτικό επίπεδο ο ίδιος ο α/α χώρος έχει «ξεχάσει» να συγκροτήσει μια πολιτική ανάλυση που αναδεικνύει επαρκώς τα αδιέξοδα της αστικής δημοκρατίας αλλά και γενικότερα της αντιπροσώπευσης, ανεξάρτητα από το αν στη συνέχεια, υιοθετώντας κανείς αυτή την ανάλυση, ο μοναδικός πολιτικός χώρος στον οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί, είναι ο α/α χώρος. Πρόκειται για στρατηγικό λάθος ως προς τη συγκρότηση του πολιτικού λόγου, και αφορά κυρίως τη μη επαρκή κατάδειξη του πώς η συμμετοχή στις εκλογές εμποδίζει την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών διεκδίκησης. Δεν επαρκεί, ως απάντηση στην ερώτηση «για ποιο λόγο να μην ψηφίσω;» η επίκληση ενός αναρχικού ιδεώδους, η παράθεση των αντιδραστικών χαρακτηριστικών της σοβιετίας ή η απλή αναφορά της έννοιας της ανάθεσης σε ένα βερμπαλιστικό πλαίσιο (το οποίο επιδέξια έχουν αντιγράψει οι διάφοροι εξωκοινοβουλευτικοί υποστηρίζοντας με νοητικές ακροβασίες ότι η ψήφος μόνο σε αυτούς δεν είναι ανάθεση). Χρειάζεται κάτι πιο ισχυρό ως επιχείρημα, και κάτι πιο σχετικό με τη δομή των πολιτικών διαδικασιών, αντί για την παράθεση ιδεολογικών θέσεων.

Άλλωστε, και στον ίδιο τον αντιεξουσιαστικό χώρο, οι χιλιάδες κόσμου που συμμετείχαν τουλάχιστον από το ’08 και μετά σε διαδικασίες του, δεν το έκαναν επειδή είχαν πειστεί με κάποιο συγκεκριμένο αναρχικό θεωρητικό σχήμα, ή επειδή πίστεψαν ότι μια συγκεκριμένη συλλογικότητα ή μέτωπο συλλογικοτήτων να φέρει την εξέγερση στην Ελλάδα. Σίγουρα, ορισμένες συλλογικότητες ανέπτυξαν τέτοιες ψευδαισθήσεις, κατ’ αντιστοιχία με τις κομμουνιστικές οργανώσεις∙ αυτά συμβαίνουν σε κάθε πολιτικό χώρο. Η μαζική συμμετοχή, όμως, στις πολιτικές διαδικασίες του α/α χώρου υπήρξε τα προηγούμενα χρόνια κυρίως για τους εξής λόγους: 

  1. τη δυνατότητα άμεσης, ισότιμης συμμετοχής και αυτόβουλης προσέλευσης σε ανοιχτές πολιτικές διαδικασίες και το ανθρώπινο κλίμα σε αυτές, στοιχεία εντελώς διαφορετικά από αυτά των διαδικασιών των κομμουνιστών οργανώσεων 
  2. την άμεση παρέμβαση στις γειτονιές και τη συγκρότηση μιας άλλης κοινωνικής πραγματικότητας σε αυτές, με καταλήψεις και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, όχι σε ένα μακρινό μέλλον αλλά σε πραγματικό χρόνο (που κορυφώθηκε στη φάση της απο-Εξαρχειοποίησης με τη συγκρότηση τέτοιων δομών σχεδόν σε κάθε περιοχή της Αττικής) 
  3. τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των διαδικασιών του α/α χώρου σε συνθήκες συγκεκριμένης διεκδίκησης, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει η τάση επικοινωνιακής εξαργύρωσης της κάθε πολιτικής ενέργειας σε εκλογικές διαδικασίες, λόγω της αποχής, εξ ου και η απόλυτη επικέντρωση στην αποτελεσματικότητα των διεκδικήσεων 
  4. την αντιμετώπιση της συγκρότησης κοινωνικών δομών ως αυτοσκοπού και πραγμάτωσης της αυτοοργάνωσης, και όχι απλώς ένα μέσο προσέγγισης νέων μελών, όπως συμβαίνει με τα «στέκια» των κομμουνιστικών οργανώσεων, τα οποία έχουν καθαρά εργαλειακό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να υπολειτουργούν εξαρχής συνήθως
  5. τη μη εξάρτηση της συχνότητας, της έντασης και της αποτελεσματικότητας των πολιτικών διαδικασιών του α/α χώρου από εξωγενείς παράγοντες, όπως οι εκλογές και αντίστοιχα φαινόμενα, γεγονός που βοηθούσε και στη διατήρηση της δυναμικής.

Η συγκρότηση μιας αντιεξουσιαστικής πολιτικής θεώρησης, θα έπρεπε να γίνει με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά πάλης σε συνδυασμό με μια αναλυτική κριτική στην έννοια της αντιπροσώπευσης, όπως αυτή εμφανίζεται στα γραπτά των κλασικών φιλελεύθερων, αλλά και με την ανάδειξη των φιλελεύθερων καταλοίπων στις πολιτικές διαδικασίες των κομμουνιστικών κομμάτων, και μέσα από εκεί να αναδειχθεί ο προβληματικός χαρακτήρας της γενικότερης πολιτικής τους λειτουργίας σε όλες τις πολιτικές διαδικασίες, και όχι μόνο ως προς τη συμμετοχή τους στην εκλογική φενάκη. Η αναζήτηση των θεωρητικών εναλλακτικών σε επαρκείς αναρχικούς συγγραφείς, αν υπάρχουν, θα έπρεπε κανονικά να έπεται των παραπάνω. Τα δύο πρώτα βήματα δεν έχουν γίνει, και η απόδοση ενός μεγαλείου σε συγγραφείς που δεν μπορούν να αντέξουν το βάρος, οδηγεί σε αδύναμο λόγο ως προς την πολιτική απεύθυνση στο ευρύ κοινό, λόγω της κραυγαλέας θεωρητικής ανεπάρκειας, ειδικά συγκεκριμένων «κλασικών θεωρητικών» του αναρχισμού: Αν πάρουμε ως παράδειγμα τον Μπακούνιν, ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν ήταν θεωρητικός, έθεσε ορισμένα καίρια πολιτικά ζητήματα στη εποχή του, κυρίως στην πράξη, και απλώς τα κατέγραψε όπως μπορούσε ως σκέψεις, έχοντας πολύ περιορισμένες δυνατότητες. Αν το Θεός και Κράτος διαβαστεί στα σοβαρά, αποτελεί στην καλύτερη παιδικό ανάγνωσμα. 

Ας μην φοβόμαστε να τα πούμε αυτά, ή και κάποια ακόμη πιο χοντρά: Η ανώτερη θεωρητική συγκρότηση του Μαρξ έναντι του Μπακούνιν, και του Λένιν έναντι του Κροπότκιν, δεν μπορεί να παραβλεφθεί, επειδή δεν μας συμφέρει. Ίσα ίσα, πηγαίνοντας πέρα από αυτήν, μπορούμε να δείξουμε ότι η γενικότερη θεωρητική συγκρότηση των συγκεκριμένων συγγραφέων που είχαν και πολιτική δράση, σε καμία περίπτωση δεν αρκεί ώστε να αποδεχθούμε τις κομμουνιστικές θέσεις σε επίπεδο πολιτικού περιεχομένου, μόνο και μόνο επειδή δεν υπήρξε θεωρητική παραγωγή αντίστοιχου βεληνεκούς την ίδια περίοδο από αντιεξουσιαστική πλευρά. Είναι σαν να πηγαίνει κανείς στο 18ο αιώνα και να αποδέχεται την ανωτερότητα του φιλελευθερισμού επειδή δεν υπήρξε τότε συγκροτημένη κομμουνιστική θεωρία. 

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οι κομμουνιστικές οργανώσεις τού σήμερα έχουν καλύτερη θεωρητική συγκρότηση από τις αντίστοιχες αναρχικές∙ κυρίως έχουν κληρονομήσει ένα σύνολο τσιτάτων και γραφικών συμπεριφορών, όπως και την ψευδαίσθηση ότι η δική τους ηγεσία είναι πιο φωτισμένη από τις άλλες, κάνοντας πιο «επιστημονική» μαρξιστική ανάλυση της πραγματικότητας από αυτές. Το ότι ημερομηνία λήξης του μπολσεβικισμού έχει περάσει, μπορεί να καταδειχθεί με την ανάδειξη της σύγχρονης δομικής ανεπάρκειας των κομμουνιστικών οργανώσεων να συγκροτήσουν οποιαδήποτε εσωτερική δυναμική στο σήμερα∙ όχι με την υποβάθμιση των μαρξικών και των μαρξιστικών εργαλείων μιας άλλης εποχής, ή με την ιεροποίηση αναρχικών θεωρητικών.

Ο λόγος που ο α/α χώρος δεν μπορεί να πείσει επαρκώς πρώην άτομα της περιφέρειάς του, αλλά και το ευρύ κοινό, είναι ότι δεν έχει αναπτύξει μια δομική κριτική της αντιπροσώπευσης, και το πώς αυτή εμποδίζει τις από τα κάτω πολιτικές διαδικασίες διεκδίκησης. Δεν είναι εφικτό να το κάνουμε στη γενική περίπτωση στο πλαίσιο αυτού του κειμένου. Αυτό που μπορούμε όμως να κάνουμε, είναι να δώσουμε μια μικρογραφία αυτής της ανάλυσης εστιάζοντας στην παρούσα πολιτική κατάσταση σε αυτή την περίοδο.

2. Ανάδειξη της ανεπάρκειας των εκλογών

Η πιο δύσκολη περίοδος για να πείσει κανείς ένα άτομο για την απόρριψη των εκλογών ως μέσου είναι μια προεκλογική περίοδος, όπως αυτή που διανύαμε και διανύουμε. Ο προεκλογικός «πυρετός» προκαλεί εκτεταμένη τρικυμία εν κρανίω στο κοινό που κοιτάει «προς τα Αριστερά», και το οποίο μπορεί πολύ εύκολα να δελεαστεί από 4 επιλογές: 

(α) την ψήφο σε μια κεντροαριστερή αντιπολίτευση/κυβέρνηση με μεγάλο ποσοστό, προκείμενου να φύγει ή να μην επανέλθει η επάρατη Δεξιά.

(β) τη «γλυκανάλατη» ψήφο σε κάτι ελαφρώς πιο αριστερό από την κεντροαριστερή αντιπολίτευση/κυβέρνηση, η οποία θα «ασκήσει πίεση» στο μεγαλύτερο κεντροαριστερό αδελφάκι της «προς τα Αριστερά». 

(γ) την «ταξική» ψήφο σε κομμουνιστικές πρωτοπορίες του 0,000001%. 

(δ) την κατά μέσο όρο διατήρηση της παγκόσμιας σταθεράς 5% του ΚΚΕ, με στατιστικό σφάλμα ± 2 μονάδες.

Ο μεγάλος πειρασμός σε αυτό το σημείο είναι να αρχίσουμε να ασκούμε κριτική σε πολιτικούς φορείς που αντιστοιχούν σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες, προκειμένου να καταδείξουμε ότι, αφού αυτές είναι ανεπαρκείς, η μόνη επιλογή που μένει είναι αυτή του α/α χώρου. Αν ή όταν το κάνουμε αυτό, πάντα η συζήτηση αναλώνεται σε επιμέρους και εντελώς αδιάφορες «αναλύσεις», καφενειακού τύπου, περί του τι «είναι» και τι «λένε» κάποιες τις οργανώσεις που υπάγονται στις παραπάνω κατηγορίες.

Ο λόγος για τον οποίο ο εν λόγω πειρασμός πρέπει να αποφευχθεί, είναι μεθοδολογικός: αν προσέξετε, στην παραπάνω κατηγοριοποίηση θεωρείται δεδομένη η διαίρεση του πολιτικού πεδίου με βάση τα αποτελέσματα που προκαλούν οι εκλογές. Από αυτήν απορρέει η ψευδής ταύτιση του «πολιτικού» στοιχείου με το «κομματικό», η οποία αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος, και στην οποία θα επανέλθουμε στη συνέχεια. Αυτό που πρέπει να κάνουμε πρώτα, είναι αναδείξουμε τον ψευδή χαρακτήρα των επιχειρημάτων που παρουσιάζονται από τις κομματικές οργανώσεις προς τους ψηφοφόρους-πελάτες, σε σχέση με το αποτέλεσμα που θα έχει μια ψήφος προς αυτές, αντί να εγκλωβιστούμε σε μια αδιάφορη και αδιέξοδη συζήτηση για επιμέρους οργανώσεις.

2.1. Μορφές και επιχειρήματα των κομματικών οργανώσεων

Η ψήφος προς έναν κεντροαριστερό σχηματισμό, παρουσιάζεται ως βέλτιστη επιλογή με βάση ένα κριτήριο αποτελεσματικότητας, αφού αποτελεί το πιο «σίγουρο» μέσο για να μην επανέλθει/συνεχίσει τη δράση της η «Δεξιά». Η συγκεκριμένη επιλογή, παρουσιάζει επίσης το ελκυστικό χαρακτηριστικό ότι δεν απαιτεί καμία στράτευση με φυσική παρουσία ή γενικότερα εμπλοκή του πελάτη-ψηφοφόρου με τον πολιτικό φορέα. Είναι ανάθεση της μίας φοράς, χωρίς περαιτέρω επικοινωνία.

Οι παραλλαγές της «γλυκανάλατης» ψήφου μπορεί να είναι κάποια πρότερη διάσπαση της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης/κυβέρνησης (π.χ. Μέρα 25, Πλεύση Ελευθερίας τώρα), μέτωπα οργανώσεων με βασική συνιστώσα μια τέτοια διάσπαση (π.χ. ΛΑ.Ε. παλιότερα), ή κάποια οργάνωση/μέτωπο οργανώσεων που έχει ελάχιστα στελέχη από την υπάρχουσα κεντροαριστερή αντιπολίτευση/κυβέρνηση και παίζει το ρόλο του «φτωχού πλην τίμιου» 3-4%, το οποίο ζητά εκλογική ελεημοσύνη, δίνοντας έμφαση στην ηθικολογία, και απευθύνεται κυρίως σε μεσοαστικά στρώματα και παιδιά μεγαλοαστών, παρέχοντάς τους ένα τρόπο να νιώσουν «διαφορετικοί»/εναλλακτικοί στον κοινωνικό τους περίγυρο (ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του 4%).

Σε οργανωτικό επίπεδο, το «φτωχό πλην τίμιο» 4% είναι συνήθως μέτωπο οργανώσεων, αρκετές από τις οποίες είναι γυρολόγοι της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, και κάποιες άλλες θα είναι προσωποκεντρικές οργανώσεις αναγνωρίσιμων ατόμων που συνήθως έχουν αποχωρήσει από τον τρέχοντα κεντροαριστερό φορέα, ή θα μπορούσαν εύκολα να είναι σε αυτόν (π.χ. Κωνσταντόπουλος, Κουβέλης παλιότερα, Λαφαζάνης και Κωνσταντοπούλου πιο πρόσφατα). Πιο σπάνια, εμφανίζεται κάποια μονοπρόσωπη εκλογική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.), της οποίας ηγείται κάποια Βαρουφακοειδής «μεγαλοφυΐα» / «ισχυρή προσωπικότητα», η οποία καταφέρνει να μαζέψει το αντίστοιχο ποσοστό χωρίς να συνταχθεί με άλλες οργανώσεις (π.χ. Βαρουφάκης σήμερα). 

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο, είναι ότι η μονοπρόσωπη πολιτική εταιρεία ενός φωστήρα έχει ελάχιστα οργανωμένα μέλη, και δεν ζητά από τον πελάτη-ψηφοφόρο την εμπλοκή του στην οργάνωση, ενώ δίνει έμφαση στην «επιστημονικότητα» του «προγράμματός» της, η οποία εδράζεται στην αυθεντία του εν λόγω φωστήρα. Ένα μέτωπο με τον αντίστοιχο ρόλο, έχει αθροιστικά λίγα παραπάνω μέλη, και αποτελείται από οργανώσεις που επιδιώκουν να εγγράψουν καινούργια, κυρίως μέσω του αντίστοιχου μειοψηφικού εντός της αριστεράς σχηματισμού στις φοιτητικές εκλογές. 

Η απεύθυνση και των δύο προς πελάτες-ψηφοφόρους έχει δύο μέρη: (1) η ψήφος προς αυτούς παρουσιάζεται ως πιο αποτελεσματική σε σχέση την ψήφο σε οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, αφού η -διαφαινόμενη- παρουσία τους στη Βουλή «θα επηρεάζει περισσότερο τα πράγματα»∙ (2) η ψήφος προς αυτούς παρουσιάζεται ως πιο ηθική σε σχέση με την ψήφο προς τον πιο κεντροαριστερό φορέα, ο οποίος εμφανίζεται να έχει «προδώσει τον λαό» σε κάποια προηγούμενη συνθήκη, και γι’ αυτό το λόγο δεν θα έπρεπε «να τους ξαναεμπιστευτεί ο λαός».

Οι οργανώσεις και τα μέτωπα της «γλυκανάλατης» ψήφου επιδιώκουν πιο έντονα την εγγραφή μελών σε σχέση με τον αντίστοιχο κεντροαριστερό φορέα, αλλά λιγότερο έντονα σε σχέση με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Τα μέλη αυτών των οργανώσεων είναι επιρρεπή στην εξαργύρωση πολιτικών καταστάσεων και ρόλων για την προσωπική τους ανέλιξη, λίγο λιγότερο σχέση με τα αντίστοιχα της πιο κεντροαριστερής, και λίγο περισσότερο σε σχέση με τα -επίδοξα ή υπάρχοντα- επαγγελματικά στελέχη στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. 

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και τη δυνατότητα υπόσχεσης όλο και περισσότερων (αλλά όχι πολλών ή μεγάλων) πιθανών ανταλλαγμάτων προς τον πελάτη-ψηφοφόρο, όπως κινείται κανείς από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά προς την κεντροαριστερά. Στην περίπτωση της «γλυκανάλατης» ψήφου, αυτό συνήθως σημαίνει κάποιο ερευνητικό πρόγραμμα επί πληρωμή στο πανεπιστήμιο, κάποια θέση σε ΜΚΟ ή κάποιο ίδρυμα κ.ά. Αυτή η πρακτική συνιστά υποπερίπτωση της γενικότερης σχέσης που οικοδομείται με τους πελάτες-ψηφοφόρους και τα επαγγελματικά στελέχη, όπου τα στελέχη «λύνουν διάφορα προβλήματα» για τους πελάτες τους, επειδή η οργάνωση έχει (θεσμικές) «άκρες». 

Τα παραπάνω δεν αποτελούν ούτε «ελληνικό φαινόμενο», ούτε φαινόμενο μεμονωμένης «διαφθοράς» προσώπων ή οργανώσεων. Αποτελεί δομικό στοιχείο των διαδικασιών «ανάθεσης», δηλαδή, εν τέλει, της ύπαρξης επαγγελματικών πολιτικών στελεχών, και το οποίο μειώνεται η αυξάνεται ανάλογα με την εγγύτητα μιας οργάνωσης σε θεσμικές θέσεις και συνολικότερα στον κρατικό μηχανισμό και τις μεγάλες πηγές χρηματοδότησης.

Η «ταξική» ψήφος στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά πουλιέται λίγο διαφορετικά στους ψηφοφόρους-πελάτες. Εδώ η αποτελεσματικότητα της ψήφου παρουσιάζεται ως επιχείρημα μόνο σε σχέση με την αποχή (με φιλελεύθερα επιχειρήματα όπως: «η αποχή και τα λευκά πάνε στο πρώτο κόμμα»). Σε δεύτερο επίπεδο η ψήφος σε κάθε τέτοια οργάνωση ή μέτωπο οργανώσεων παρουσιάζεται ως πιο ηθική τόσο σε σχέση με την ψήφο σε κάποιο συγκριτικά πιο δεξιό μόρφωμα (π.χ. Μέρα 25), όσο και σε σχέση με την ψήφο στο ΚΚΕ, με βάση την εκάστοτε ανάλυση που έχει κάθε αριστερή οργάνωση για το ΚΚΕ. Σε σχέση με πιο δεξιές οργανώσεις όπως το Μέρα 25, οι εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις έχουν πιο ενεργή προσπάθεια εγγραφής μελών, γι’ αυτό και η ψήφος σε αυτά παρουσιάζεται και ως «καταγραφή δυναμικής» της ευρύτερης δράσης τους, ενώ αναπαράγεται πολύ έντονα η λογική της αναγωγής των φιλικών σχέσεων σε αιτία «πολιτικής» στήριξης μέσω της ψήφου.

Το ΚΚΕ πουλάει το πακέτο της αποτελεσματικότητας της ψήφου σε αυτό (α) συγκριτικά με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά  (β) συγκριτικά με την αποχή, και της ηθικότερης στάσης της στήριξης σε αυτό, σε σχέση με τα ξεκάθαρα πιο δεξιά μορφώματα (π.χ. Μέρα 25 και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τώρα). Ως προς τη σχέση της οργάνωσης με το ευρύ κοινό, ισχύει περίπου ό,τι και στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Ορισμένες διαφορές είναι ότι το ΚΚΕ ως μεγαλύτερο μαγαζί σε σχέση με τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις έχει περισσότερα επαγγελματικά στελέχη, αλλά και τη δυνατότητα σε ορισμένες περιπτώσεις να βολεύει και εργασιακά κάποια μέλη του, επειδή δεν είναι λίγα τα μέλη και τα άτομα της πολιτικής του περιφέρειας που είναι «μικρά» αφεντικά (η κατηγορία των «μικρών αφεντικών» αποτελεί την συντριπτική πλειοψηφία των αφεντικών στην ελλάδα, αφού η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων είναι μικρομεσαίες). Γι’ αυτό παρατηρείται και το αρκετά αστείο φαινόμενο όπου αφεντικά κάνουν «κομμουνιστική» εκλογική προπαγάνδα στους εργαζόμενούς τους, τουλάχιστον σε αυτούς που δεν πρόσκεινται πολιτικά σε αυτό, αφού συνήθως κάποιοι από τους εργαζόμενούς τους είναι μέλη ή περιφέρεια του ΚΚΕ. Τέλος, το ΚΚΕ έχει πλεονέκτημα του trademark «ΚΚΕ» σε σχέση με τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, πειστήριο «αυθεντικότητας» και «ιστορικότητας».

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις έχουμε κυρίως ένα συνδυασμό αποτελεσματικότητας και ηθικότητας, με διαφορετικά επιχειρήματα στην κάθε περίπτωση.

2.2. Η καλλιέργεια της εικόνας του «υπεύθυνου ψηφοφόρου»

Η ηθική πλευρά της απεύθυνσης των κομματικών οργανώσεων προς το ευρύ κοινό, είναι φτιαγμένη για ανθρώπους που δεν ασχολούνται με πολιτικές διαδικασίες, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς αποτελούν την κοινωνική πλειοψηφία. Και είναι ακριβώς οι ψευδαισθήσεις περί της ψηφοφορίας ως «πολιτικής πράξης», που προωθούν την συνέχιση της απουσίας τους από τις πολιτικές διαδικασίες. Ο πελάτης-ψηφοφόρος καλείται να κάνει μια κοντόφθαλμη επιλογή, αγνοώντας το παρελθόν και το εγγύς μέλλον, προκειμένου να νιώσει καλά με τον εαυτό του, αμέσως μετά την ψηφοφορία, και για λίγες μέρες μετά από αυτή. 

Ακριβώς επειδή δεν κάνει τίποτα πολιτικά γενικώς, όταν έρχεται μια ειδική συνθήκη όπου υποτίθεται ότι «αποφασίζει» και «πράττει πολιτικά», αν προσπεράσει αυτή τη στιγμή χωρίς να «κάνει κάτι», έρχεται αντιμέτωπος με την σύνολη πολιτική του ανυπαρξία. Αντιθέτως, με τη συμμετοχή του στη ψηφοφορία, έχει τη δυνατότητα να ισοσταθμίσει νοερά την πολιτική του ανυπαρξία με μια μεμονωμένη πράξη, η οποία δεν είναι δεσμευτική για τον ίδιο από κει και πέρα, νιώθοντας ότι «έκανε το καθήκον του ως πολίτης».

Προϋπόθεση της παραπάνω συλλογιστικής είναι μια συγκεχυμένη εννοιολόγηση των όρων «πολιτική διαδικασία» και «πολιτική πράξη». Οι πολιτικές πράξεις είναι αποτελέσματα πολιτικών διαδικασιών. Οι πολιτικές διαδικασίες είναι διαδικασίες λήψης αποφάσεων και συντονισμού δράσεων. Οι εκλογές επί της ουσίας δεν αποτελούν πολιτική διαδικασία, επειδή σε αυτές, τα υποκείμενα ούτε αποφασίζουν ούτε δρουν, αλλά αντιθέτως, μεταβιβάζουν τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων και δράσης σε άλλα άτομα και φορείς. Μόνο αυτοί, στη συνέχεια, προβαίνουν σε πολιτικές πράξεις (νομοθετήματα κ.ά.). Αυτό συμβαίνει ακόμα και σε διαδικασίες όπου τα άτομα που έχουν μεταβιβάσει την πολιτική τους ιδιότητα σε άλλους, συμμετέχουν με φυσική παρουσία σε μια ευρύτερη διαδικασία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι συνδικαλιστικές  και φοιτητικές παρατάξεις στις αντίστοιχες γενικές συνελεύσεις των συλλόγων/σωματείων τους.

3. Συμπεράσματα

Οι άνθρωποι καλούνται κάθε φορά να αποφασίσουν αν θέλουν να συμμετέχουν σε πολιτικές διαδικασίες που θα αποφασίζουν οι ίδιοι το περιεχόμενο και τον τρόπο λειτουργία τους, ή σε διαδικασίες που θα μεταβιβάζουν το πολιτικό τους δικαίωμα σε άλλους. Μπορούν βέβαια και να μη συμμετέχουν σε καμία πολιτική διαδικασία. Ο αντιεξουσιαστικός χώρος καλεί σε συμμετοχή στις πολιτικές διαδικασίες, με αποχή από τις εκλογές, οι οποίες τις υποσκελίζουν. Οι κομματικές οργανώσεις καλούν σε συμμετοχή στις εκλογές, και οδηγούν στην αποχή από τις πολιτικές διαδικασίες, στην οποία εθίζουν την πολιτική τους περιφέρεια και αρκετά μέλη τους, αναπαράγοντας την ανάθεση και στο εσωτερικό τους. Υπάρχει και μια τρίτη επιλογή, η αποχή τόσο από τις πολιτικές διαδικασίες, όσο και από τις εκλογές. Δεν είναι δύσκολο να δούμε ποια από τις δύο πρώτες επιλογές οδηγεί σε αυτή.

Το πρόσφατο αποτέλεσμα των εκλογών είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να γίνει αντιληπτό ότι τα πράγματα δεν αλλάζουν μέσω των εκλογών. Όπως δεν θα άλλαζαν αν ήταν ο Σύριζα κυβέρνηση, ή αν ο Βαρουφάκης θα έκανε νέα 10λεπτα shows στη βουλή. Κάθε φορά υπάρχει μια κυβέρνηση, και κάθε φορά περνούν αντιδραστικά νομοσχέδια. Ναι, με δεξιές κυβερνήσεις περνούν περισσότερα συνήθως, τα οποία όμως εμπεδώνονται κυρίως όταν δεν καταργούνται από τις επόμενες, μη δεξιές κυβερνήσεις. 

Το θέμα είναι πότε υπάρχουν συγκεκριμένες ισχυρές πολιτικές διαδικασίες διεκδίκησης που αναγκάζουν κυβερνήσεις να αποσύρουν νομοσχέδια, ή να μην τα εφαρμόσουν ακόμα κι αν τα έχουν ψηφίσει, ή, το κυριότερο, να επιβάλλουν συγκεκριμένες διεκδικήσεις, ως κατακτήσεις, έναντι της εκάστοτε κυβέρνησης. Είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για τον κόσμο που σταμάτησε μετά το ’17-’18 ή μέσα στην πανδημία να συμμετέχει σε τέτοιες διαδικασίες, πιστεύοντας ότι τα πράγματα θα καλυτερεύσουν από μόνα και τους, και ότι «Κούλης είναι σε λίγα χρόνια θα έρθει κάτι άλλο», να ξαναρχίσουν να συμμετέχουν σε αυτές, ή να ξεκινήσουν νέα εγχειρήματα. Το ερώτημα δεν είναι πόσα αντιδραστικά νομοσχέδια πέρασε η ΝΔ ή πόσα ο Σύριζα, αλλά από πότε έχει να αποσυρθεί/μη εφαρμοστεί νομοσχέδιο, λόγω ισχυρής κοινωνικής αντίστασης, που δεν περιορίζεται απλώς σε μια “μεγάλη” πορεία (δηλαδή “κανονική”, με τα πριν το ’15 standards), και μετά τελειώνει. 

Χωρίς συνελεύσεις γειτονιάς δεν θα μείνει ούτε ένα πάρκο σε όλη την Αττική που δεν θα πάθει “ανάπλαση”. Χωρίς φοιτητικό κίνημα που δεν ασχολείται με ανούσιες φοιτητικές εκλογές-πυροτεχνήματα για το ποιος θα αποπειράται καλύτερα το καπέλωμα των γενικών συνελεύσεων στο πανεπιστήμιο, αλλά με συγκεκριμένες διεκδικήσεις μέσα σε αυτό, θα καταλήξουμε άμεσα να μπαινοβγαίνει πανεπιστημιακή αστυνομία και δεν θα κουνιέται φύλλο. 

Χωρίς συνδικαλισμό από τα κάτω που δεν εξαρτάται από επαγγελματίες παραγοντίσκους (μεταξύ των οποίων και οι κομμουνισταράδες που κοιτάνε να γίνουν ισόβια επαγγελματικά στελέχη), δεν θα μείνει κανένα εργασιακό δικαίωμα, και δεν θα βελτιωθεί η κατάσταση. Έχουν διαλυθεί τα τελευταία χρόνια αρκετές γειτονιές (ειδικά του κέντρου), και οι πολιτικές διαδικασίες που αυτές είχαν, όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο, αλλά και στο κεντρικό πολιτικό. Η παρούσα συνθήκη είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να εμπεδώσουμε όλοι ακόμη μια φορά, ότι πρέπει να συμμετέχουμε σε πολιτικές διαδικασίες επειδή μόνο αυτές μπορούν να αλλάξουν το οτιδήποτε, όχι από χόμπι. 

Συνήθως όμως οι άνθρωποι επιλέγουν να αναλάβουν το κόστος των επιλογών που ξέρουν ότι είναι αναγκαίες, κάθε φορά που γίνεται εντελώς σαφές ότι τα πράγματα δεν αλλάζουν αλλιώς. Τώρα είναι ακόμη μία τέτοια συνθήκη, από τις πολλές.

The post Πότε & πώς η Αποχή συνιστά Πολιτική Πράξη (συμμετοχή, πολιτικές διαδικασίες, αποτελεσματικότητα) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/05/25/amp-pos-apochi-synista-politiki-praxi-symmetochi-politikes-diadikasies-apotelesmatikotita/feed/ 0 13341
Το λανθασμένο ερώτημα: «Καταδικάζετε την επίθεση;» https://www.aftoleksi.gr/2021/03/12/to-lanthasmeno-erotima-katadikazete-tin-epithesi/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=to-lanthasmeno-erotima-katadikazete-tin-epithesi https://www.aftoleksi.gr/2021/03/12/to-lanthasmeno-erotima-katadikazete-tin-epithesi/#respond Fri, 12 Mar 2021 09:59:06 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=6131 Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης Όταν μας ζητά κάποιος να καταδικάσουμε μια πράξη ή μια άποψη, πρέπει να έχουμε κατά νου τρία πράγματα: Με ποια ιδιότητα θα καταδικάσουμε εμείς την πράξη· ποια ιδιότητα θα αποδώσουμε στον φορέα της πράξης ως καταδικαστέα· ποια είναι η ιδιότητα αυτού που μας καλεί να καταδικάσουμε την πράξη. Σε πρώτο επίπεδο, η καταδίκη [...]

The post Το λανθασμένο ερώτημα: «Καταδικάζετε την επίθεση;» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης

Όταν μας ζητά κάποιος να καταδικάσουμε μια πράξη ή μια άποψη, πρέπει να έχουμε κατά νου τρία πράγματα: Με ποια ιδιότητα θα καταδικάσουμε εμείς την πράξη· ποια ιδιότητα θα αποδώσουμε στον φορέα της πράξης ως καταδικαστέα· ποια είναι η ιδιότητα αυτού που μας καλεί να καταδικάσουμε την πράξη.

Σε πρώτο επίπεδο, η καταδίκη μιας πράξης δεν συνιστά ούτε πολιτική θέση, ούτε πολιτική πράξη. Αποτελεί μια αποστροφή συνήθως ηθικού τύπου, με την οποία αυτός που καταδικάζει επιδιώκει να αναπαραγάγει τις ιδεολογικές του θέσεις ως σωστές, προωθώντας στην συνέχεια των εαυτό του ως μοναδικό πολιτικό εκφραστή αυτών των θέσεων. Μόνο έτσι μπορεί να διεκδικήσει πολιτικά χαρακτηριστικά, εκ των υστέρων.

Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να καταδικάσει μια πράξη λέγοντας ότι «παραβιάζει το κράτος δικαίου», υπονοώντας ότι αυτή η πράξη αντιτίθεται στο γενικό πνεύμα μιας ιδεολογίας ή ενός συνόλου ιδεολογικών θέσεων (φιλελευθερισμός, κράτος δικαίου κλπ), τις οποίες, αυτός που καταγγέλλει την πράξη, τις θεωρεί θετικές και τις παρουσιάζει ως αυτονόητες. Και κάτι ακόμη: Μέσω της καταδίκης τέτοιων πράξεων θέλει να παρουσιάσει τον εαυτό του ως βασικό εκφραστή αυτής των ιδεολογικών θέσεων, δηλαδή συνήθως του φιλελευθερισμού.

Αυτό γίνεται, «από το κέντρο και προς τα αριστερά» του πολιτικού φάσματος, συνήθως από τις πολιτικές (και πιο συγκεκριμένα, κομματικές) δυνάμεις που κατέχουν ή βρίσκονται πιο κοντά στην θέση του πιο πιθανού διαδόχου της πολιτικής εξουσίας. Στα ελλαδικά συμφραζόμενα, στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Την ίδια λογική ακολουθούν και πολιτικές δυνάμεις που παρουσιάζονται ως αριστερές αλλά αποτελούν πολιτικούς μπαλαντέρ, και μπορούν να πάνε όσο δεξιά απαιτεί η κάθε περίσταση, γι’ αυτό και συνήθως εκφέρουν απόψεις περίπου του ίδιου ύφους με την αξιωματική αντιπολίτευση, έχοντας πάντα ανοιχτή την πόρτα για μια πιθανή μελλοντική συγκυβέρνηση, η οποία από το 3% θα τους φέρει σε κάποιο υπουργείο, ενώ πολιτικά θα αυτοχαρακτηρίζονται ως «εγγυητής σταθερότητας» και «σοβαρή δύναμη» μιας τέτοιας συγκυβέρνησης. Στα ελλαδικά δεδομένα, το Μέρα 25 (η ΔΗΜ.ΑΡ. στο κοντινό παρελθόν).

Οι πολιτικές δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστικές, ακολουθούν μια άλλη τακτική. Καταδικάζουν κάποιες πράξεις χωρίς την επίκληση «αστικών ιδεολογημάτων» (παραθέτω την ξύλινη γλώσσα αυτούσια), αλλά, αντιθέτως, εισάγουν το στοιχείο της συνωμοσιολογίας, και το συνδυάζουν με το στοιχείο της «ελλιπούς οργάνωσης», υπονοώντας, όπως οι πιο κεντρώοι από αυτούς για τον φιλελευθερισμό, ότι  μόνο εκείνοι είναι φορείς και εκφραστές της πραγματικής και σοβαρής οργάνωσης. Στα ελλαδικά δεδομένα, τα παραπάνω συνοψίζονται σε φράσεις όπως η εξής: «Τέτοιες επιθέσεις γίνονται από δυνάμεις που δεν έχουν καμία σχέση με το οργανωμένο λαϊκό κίνημα, ενώ ο ρόλος τους είναι γνωστός».

Το συνομωσιολογικό στοιχείο εδώ έχει τη μορφή της πρακτορολογίας-προβοκατορολογίας. Η παραπάνω θέση υιοθετείται από όλο το κομμουνιστικό φάσμα, με κάποιες οργανώσεις να δίνουν έμφαση και στα δύο στοιχεία (πρακτορολογία, οργάνωση), όπως το ΚΚΕ, άλλες κυρίως στην οργάνωση (πρώην και νυν συνιστώσες της Ανταρσύα, και αντίστοιχων μετώπων του παρελθόντος, αλλά και άλλες μεμονωμένες οργανώσεις), ενώ υπάρχουν και κάποιες που δίνουν έμφαση κυρίως στον πρακτορολογία (τα δύο μλ για παράδειγμα).   

Είδαμε με ποιον τρόπο και για ποιους λόγους καταδικάζουν με διαφορετικούς τρόπους κάποιες πολιτικές δυνάμεις ορισμένες πράξεις, οι οποίες συνήθως σχετίζονται με τη βία. Οι παραπάνω τρόποι καταδίκης είναι στάνταρ για τους φορείς τους, και δεν αφορούν τα επιμέρους περιστατικά, γι’ αυτό και οι ανακοινώσεις που βγαίνουν αποτελούν σχεδόν αντίγραφα των προηγούμενων (αλλάζει η πρώτη παράγραφος που περιγράφει την επικαιρότητα).

Ας επιστρέψουμε στην αρχή του κειμένου. Χρονικά ερχόμαστε αντιμέτωποι πρώτα με το γεγονός ότι κάποιος μας καλεί να καταδικάσουμε μια πράξη που είναι στην επικαιρότητα. Άρα πρώτα πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα «ποιος μας καλεί να καταδικάσουμε;» Η απάντηση είναι απλή: η κυβέρνηση (όποια κι αν είναι, μαζί με τον πολιτικό χώρο που εκπροσωπεί), ό,τι βρίσκεται δεξιότερα αυτής, και τα ΜΜΕ.

Αν δεν υπήρχε η διαρκής προβολή και προπαγάνδιση συγκεκριμένων θέσεων σε σχέση με τέτοια περιστατικά, ελάχιστοι άνθρωποι και οργανώσεις θα ασχολούντο αυθόρμητα με αυτά. Κανείς δεν ασχολείται με τους δεκάδες τραυματισμούς ιδίου μεγέθους που υφίστανται διαδηλωτές σε κάθε πορεία, ούτε με αντίστοιχους και πολύ πιο σπάνιους τραυματισμούς αστυνομικών που γίνονται σχεδόν κάθε χρόνο, παρότι προπαγανδίζονται όποτε συμβαίνουν.

Η έκταση που έχει πάρει αυτό το περιστατικό τώρα, προκύπτει μόνο από το γεγονός ότι η τηλεοπτική ειδησιογραφία κινείται αποκλειστικά σε ακροδεξιά νερά τους τελευταίους μήνες, σε συνδυασμό με την παράλληλη έλλειψη ειδήσεων άλλου τύπου, εν μέσω lock down. Οι ίδιοι τηλεθεατές θα ασχολούντο το πολύ μία μέρα και με τα δύο περιστατικά της Νέας Σμύρνης πριν λίγους μήνες.

Η επικοινωνιακή δύναμη των παραπάνω δημιουργεί ένα κυρίαρχο επικοινωνιακό πεδίο, το οποίο χωνεύει κάθε περιστατικό της καθημερινότητας και το τοποθετεί ως είδηση η οποία, μέσω της μορφής που έχει, φέρει ήδη μέσα της όλους τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να κριθεί.

Για παράδειγμα, η ερώτηση «καταδικάζετε τα περιστατικά βίας στη Νέα Σμύρνη;» έχει ορισμένες υπόρρητες παραδοχές. Πρώτον, ότι το μονοπώλιο της βίας το έχει το κράτος, και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε η κρατική βία να μην αντιμετωπίζεται ποτέ ως βία, αλλά ως «απάντηση σε βία», ή ως «μεμονωμένο περιστατικό απρόκλητης επίθεσης αστυνομικού σε πολίτη». Δεύτερον, ως απόρροια του πρώτου, ότι η αστυνομία είναι πάντα θύμα επιθέσεων και ποτέ θύτης, παρά μόνο τετριμμένα και όχι με την ιδιότητα του αστυνομικού: Όταν ένας αστυνομικός χτυπά ή σκοτώνει κάποιον και αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο περιστατικό, αποκρύπτεται το γεγονός ότι το κάνει επειδή ως αστυνομικός έχει άμεσα τη δυνατότητα να το πράξει όποτε θέλει. Με το να αντιμετωπίζεται ως δήθεν «διαταραγμένος» παύει να αντιμετωπίζεται ως αστυνομικός.       

Επανερχόμαστε στα ερωτήματα που τέθηκαν στην αρχή του κειμένου. Με ποια ιδιότητα καταδικάζει κανείς την πράξη στη Νέα Σμύρνη; Με την ιδιότητα του ατόμου που ανήκει (υποχρεωτικά) στο ιδεολογικό φάσμα στο οποίο κινείται η ερώτηση, η οποία τοποθετεί εκ των προτέρων στο ίδιο φάσμα το υποκείμενο που καλείται να την απαντήσει, προκειμένου να την απαντήσει.

Δηλαδή: Μπαίνεις υποχρεωτικά στον ρόλο του ατόμου που καταδικάζει τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται (εκτός από το κράτος), ώστε να τοποθετηθείς σε σχέση με την ερώτηση «καταδικάζετε τη δολοφονική επίθεση στη Νέα Σμύρνη;», και η ίδια η ερώτηση σε οδηγεί αυτόματα στο να καταδικάσεις το περιστατικό της Νέας Σμύρνης, με την αιτιολόγηση ότι παραβιάζει το κράτος δικαίου.

Ποια ιδιότητα αποδίδει κανείς σε αυτόν που κάνει την πράξη στη Νέα Σμύρνη, όταν την καταδικάζει; Την ιδιότητα του ατόμου που παραβιάζει το πνεύμα του κράτους δικαίου (πριν μιλήσουμε καν για ποινικό δίκαιο). Ακριβώς επειδή αυτός που κάνει την πράξη παρουσιάζεται ως κάποιος που δεν δέχεται το γενικότερο πνεύμα του κράτους δικαίου, που δεν αποδέχεται, δηλαδή, αυτομάτως και μεταφυσικά την φιλελεύθερη ιδεολογία, παρουσιάζεται ως επικίνδυνος.

Επικίνδυνος απέναντι σε ποιον; Στην αστυνομία; Όχι, αυτή σίγουρα «δεν τρομοκρατείται», όπως θα μας διαβεβαίωνε οποιοσδήποτε υπουργός. Μάλλον επικίνδυνος απέναντι στην κοινωνία. Αυτό έχει δύο συνδηλώσεις: Πρώτον, ότι πρέπει να θεωρηθεί αντι-κοινωνικό στοιχείο, και άρα είναι λογικό και αναγκαίο να βγουν τα στοιχεία του στα fora και να ισοπεδωθεί. Δεύτερον, ότι είναι επικίνδυνος για κάθε συγκεκριμένο άτομο της κοινωνίας, άρα και για αυτόν που καλείται να απαντήσει στην ερώτηση προσωπικά.

Με το να καταδικάσει κανείς την πράξη στη Νέα Σμύρνη, νιώθει ασφαλής ιδεολογικά, πολιτικά, και κοινωνικά. Κι αυτό γιατί έτσι προστατεύεται από έναν εχθρό που δεν υπάρχει, χωρίς να κουνηθεί καθόλου από το νοητό σημείο της απόλυτης ισορροπίας ανάμεσα στις διάφορες απόψεις καταδίκης, και στο οποίο σημείο τον έχει τοποθετήσει η ίδια η ερώτηση, χωρίς να το καταλάβει.  

Το περιστατικό στη Νέα Σμύρνη

Ας δούμε τώρα πώς μπορούμε να προσεγγίσουμε το ίδιο το περιστατικό. Κυκλοφορούν τρεις λέξεις στα media: Οπαδοί, αντιεξουσιαστές, μπαχαλάκηδες. Μπορεί κανείς να είναι οπαδός με ή χωρίς πολιτική τοποθέτηση, και αντιεξουσιαστής με ή χωρίς οπαδική τοποθέτηση. Η λέξη «μπαχαλάκιας» δεν είναι ούτε πολιτικός ούτε οπαδικός χαρακτηρισμός, αλλά είναι μια ιδεολογική προσπάθεια να περιγραφεί με ενιαίο (κοινωνικά-πολιτικά) τρόπο το σύνολο των ατόμων που μπορεί να βρίσκονται σε συμπλοκή με την αστυνομία μετά από πορείες.

Οι οπαδοί, ακόμη κι αν περιοριστούμε στους οργανωμένους, δεν είναι κάτι ενιαίο πολιτικά. Υπάρχουν οπαδοί που είναι και αντιεξουσιαστές, αλλά και κάποιοι άλλοι της ίδιας ομάδας που είναι ακροδεξιοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι στα ίδια γήπεδα ανεβαίνουν πανό και για τον Γρηγορόπουλο αλλά και τη Μακεδονία μέσα στην ίδια χρονιά.

Υπάρχουν επίσης οργανωμένοι οπαδοί που είναι υπάλληλοι και συνήθως μπράβοι των αφεντικών των ομάδων, που κάνουν εμπόριο ναρκωτικών, οι οποίοι είναι συνήθως οι ίδιοι και ακροδεξιοί, και έχουν άμεση επαφή και σχέση (φιλική) με την αστυνομία, λόγω των παραπάνω ιδιοτήτων. Αντιθέτως, δεν υπάρχουν αντιεξουσιαστές με κάποια από τις παραπάνω ιδιότητες.

Ο αστυνομικός ως επάγγελμα, και ιδιαίτερα αυτός που είναι στα σώματα καταστολής συγκεντρώσεων και πορειών, έχει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά με τον μπράβο. Μόνο που δεν ελέγχει («φυλά») έναν περιορισμένο χώρο, όπως ένα μαγαζί, ή ένα πρόσωπο, αλλά κάθε χώρο της επικράτειας. Είναι ένας φορητός μπράβος, που προστατεύει γενικά και αόριστα την «τάξη» και την «ασφάλεια», δηλαδή το κράτος.

Από τη στιγμή που δεν υπάρχει είδος οργανωμένου εγκλήματος με το οποίο να μην διαπλέκεται και το οποίο να μην ενισχύει συνειδητά η αστυνομία (ιδίως σε περιοχές όπως τα Εξάρχεια, για να τις ελέγξει), θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αστυνομία είναι μια μορφή οργανωμένου εγκλήματος, και μάλιστα η πιο οργανωμένη μορφή εγκλήματος.  

Κάθε μπράβος γνωρίζει ότι η δουλειά του εμπεριέχει τον κίνδυνο να τραυματιστεί, ή ακόμη και να πεθάνει. Και η απειλή που έχει να αντιμετωπίσει είναι του ιδίου βεληνεκούς με τον ίδιο. Καμία σχέση δηλαδή με τη διαφορά μέσων προστασίας και επίθεσης που υπάρχει στο δίπολο αστυνομικός/διαδηλωτής. Ο αστυνομικός είναι ένας έμμισθος κρατικός μπράβος, ο οποίος είναι δυνάμει δολοφόνος, καθώς όποτε το θελήσει μπορεί να τραβήξει το όπλο του και να σκοτώσει κάποιον διαδηλωτή.

Ο καθένας μας που κατεβαίνει σε οποιαδήποτε διαδήλωση, γνωρίζει ότι ο κάθε παρευρισκόμενος αστυνομικός, αν ήθελε, θα μπορούσε να μας σκοτώσει. Παρ’ όλα αυτά, κάνουμε την επιλογή να κατέβουμε. Σε κάθε πορεία υπάρχουν δεκάδες σοβαροί τραυματισμοί διαδηλωτών, οι οποίοι επιπροσθέτως έχουν να αντιμετωπίσουν και ενδεχόμενη σύλληψη, δίκη, και όλα τα πιθανά επακόλουθα. Ο αστυνομικός έχει να φοβηθεί μόνο την ελάχιστη πιθανότητα να βρεθεί σε κίνδυνο, ενώ όσο σοβαρά και να τραυματίσει κάποιον, θα έχει απλώς να αντιμετωπίσει μια φωτογραφική ΕΔΕ που θα τον αθωώσει.

Ο βασικός τρόπος με τον οποίο κινδυνεύει κάποιες φορές ένας αστυνομικός σε πορεία, είναι όταν τον στέλνει η ίδια η αστυνομία με πολιτικά ρούχα μέσα στην πορεία ή την συγκέντρωση, και τον βάζει να κάνει γνωστή την ταυτότητά του (δείχνει τον ασύρματο ή τον αφήνει να ακουστεί), με σκοπό να αποπροσανατολιστούν τα άτομα που βρίσκονται γύρω από αυτόν, και να μην προσέξουν τη (μηχανοκίνητη ή πεζή) έφοδο που ξεκινούν τα σώματα ασφαλείας την ίδια στιγμή.

Όταν η ίδια η αστυνομία δημιουργεί συνθήκες μάχης σε κάθε πορεία, μέσω του οπλισμού που φέρει και της βίας που ασκεί, είναι πιθανό, κάποια στιγμή, και αρκετά σπάνια, να κινδυνέψει και κάποιος από τους επαγγελματίες μπράβους που την απαρτίζουν. Η διαφορά είναι ότι αυτή είναι η δουλειά τους: να θέτουν την ακεραιότητα και τη ζωή άλλων ανθρώπων σε κίνδυνο.

Κανένας νονός της νύχτας δεν θα τα βάψει μαύρα αν τραυματιστεί ή ακόμη κι αν σκοτωθεί ένας μπράβος του, επειδή είναι αναλώσιμος. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τους αστυνομικούς. Κανένας υπουργούς, αξιωματούχος, ή παρουσιαστής δελτίου δεν ενδιαφέρεται για τη ζωή ενός συγκεκριμένου αστυνομικού. Ενδιαφέρεται μόνο για τα επικοινωνιακά, ιδεολογικά και πολιτικά οφέλη που μπορεί να δημιουργήσει μέσα από το κάθε περιστατικό.

Επανερχόμαστε λοιπόν στο ερώτημα: «Καταδικάζετε;». Όχι, επειδή το ερώτημα που μας θέτετε είναι λανθασμένο.


ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ:

Η νομοθετική αποκατάσταση της αστυνομίας

Κοινωνικός έλεγχος της αστυνομίας -και ακόμη περισσότερα

The post Το λανθασμένο ερώτημα: «Καταδικάζετε την επίθεση;» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2021/03/12/to-lanthasmeno-erotima-katadikazete-tin-epithesi/feed/ 0 6131
Ο Κουφοντίνας στη Νέα Σμύρνη https://www.aftoleksi.gr/2021/03/08/o-koyfontinas-sti-nea-smyrni/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=o-koyfontinas-sti-nea-smyrni https://www.aftoleksi.gr/2021/03/08/o-koyfontinas-sti-nea-smyrni/#respond Mon, 08 Mar 2021 11:20:30 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=6101 Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης Τα καθεστωτικά media παραδίδουν δωρεάν μαθήματα προπαγάνδας σε σχέση με τη Νέα Σμύρνη αυτές τις ώρες. Το Reader.gr γράφει σε ανυπόγραφο κείμενο-ρεπορτάζ [1] ότι «ένας αστυνομικός» (άρα, μεμονωμένο περιστατικό) «υπερέβη ξεκάθαρα τα εσκαμμένα, προσπαθώντας να συλλάβει έναν πολίτη». Εδώ η λέξη «πολίτης» χρησιμοποιείται αντί της λέξης «άνθρωπος» και δηλώνει έμμεσα τον άνθρωπο χωρίς [...]

The post Ο Κουφοντίνας στη Νέα Σμύρνη first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης

Τα καθεστωτικά media παραδίδουν δωρεάν μαθήματα προπαγάνδας σε σχέση με τη Νέα Σμύρνη αυτές τις ώρες.

Το Reader.gr γράφει σε ανυπόγραφο κείμενο-ρεπορτάζ [1] ότι «ένας αστυνομικός» (άρα, μεμονωμένο περιστατικό) «υπερέβη ξεκάθαρα τα εσκαμμένα, προσπαθώντας να συλλάβει έναν πολίτη». Εδώ η λέξη «πολίτης» χρησιμοποιείται αντί της λέξης «άνθρωπος» και δηλώνει έμμεσα τον άνθρωπο χωρίς πολιτικό προσανατολισμό (και όχι ανεξαρτήτως πολιτικού προσδιορισμού), αλλιώς θα χρησιμοποιείτο η λέξη «άτομο» ή «άγνωστος», όπως συνηθίζεται. Πιο κάτω το κείμενο-ρεπορτάζ λέει ότι ο ισχυρισμός της αστυνομίας περί επίθεσης 30 ατόμων «μένει να αποδειχθεί» και πως το κεντρικό ζήτημα είναι ότι στο ενδιάμεσο «η δύναμη της εικόνας και η ισχύς του ξυλοδαρμού ενός πολίτη -ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης- φέρνει σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση».

Σε άρθρο του NEWS 24/7 [2] βλέπουμε στον τίτλο το εξής: «Γκλομπ και χημικά σε απλούς πολίτες». Ποιος δεν είναι «απλός πολίτης» άραγε; Κάποιος που έχει την τάδε πολιτική τοποθέτηση. Αυτόν μάλλον θα μπορούσε δικαιολογημένα να τον ισοπεδώσει η αστυνομία.

Εδώ βλέπουμε πως δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους media, και χωρίς καμία συνεννόηση, αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία συμπληρώνοντας το ένα το άλλο, και μάλιστα τη στιγμή που υποτίθεται ότι στηρίζουν τα θύματα της επίθεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ακριβέστερα, στηρίζουν τους «απλούς πολίτες», μόνο στον βαθμό που δεν είναι «διαδηλωτές», μόνο όταν δέχονται «απρόκλητη επίθεση» από την αστυνομία, και μόνο όταν αυτή καταγράφεται σε video και γίνεται viral. Ο όρος «απρόκλητη επίθεση» είναι επίσης προπαγανδιστικός, επειδή σημαίνει ότι είναι μια επίθεση που δεν προκάλεσαν οι ίδιοι, επιτιθέμενοι πρώτοι στην αστυνομία.

Εδώ έχουμε δύο ιδεολογικά μηνύματα που αναπαράγονται εμμέσως: Πρώτον, ότι η αστυνομία πάντα «απαντά σε προκλήσεις/επιθέσεις» και ποτέ δεν επιτίθεται η ίδια. Δεύτερον, ότι η επίθεση που έγινε στη Νέα Σμύρνη θα μπορούσε υπό άλλες συνθήκες να μην είναι «απρόκλητη», αλλά δικαιολογημένη. Πότε θα ήταν δικαιολογημένη; Όταν οι παρευρισκόμενοι δεν θα ήταν «απλοί πολίτες», αλλά κάτι άλλο.

Με την ΕΔΕ γίνεται προσπάθεια η επίθεση να αντιμετωπιστεί ως μεμονωμένο περιστατικό, και να μην αντιμετωπιστεί ως δομικό χαρακτηριστικό της αστυνομίας και του κράτους. Έτσι λειτουργεί γενικά η αστυνομία, όχι ένας αστυνομικός επειδή είναι δήθεν “διαταραγμένος”, όπως ακούμε μετά από κάθε Γρηγορόπουλο. Έτσι λειτουργεί το κράτος, ανεξάρτητα από το ποιος είναι υπουργός καταστολής, ανεξαρτήτως κυβέρνησης.

Αν το πόρισμα της ΕΔΕ θεωρήσει εκ των υστέρων ως πραγματικό γεγονός τα όσα διαρρέει η αστυνομία, θα είναι όλα εντάξει; Έτσι αναπαράγεται κοινωνικά η αντίληψη του να βλέπει ο καθένας τον εαυτό του μέσα από τα μάτια της εξουσίας. Όταν η εξουσία κάνει κάτι απροκάλυπτα απαράδεκτο που δεν στέκει ούτε καν με φιλελεύθερους όρους, ο τηλεθεατής έχει μάθει να εκτονώνεται ζητώντας από το κράτος να ελέγξει τον εαυτό του μέσω δικαστικής έρευνας, η οποία θα γίνει μεταξύ άλλων σε διάστημα κάποιων χρόνων, και στο μεσοδιάστημα θα αναπαράγεται η αντίληψη ότι «δεν ξέρουμε ακριβώς τι έγινε», επειδή δεν έχει «αποφανθεί ακόμη η δικαιοσύνη».

Η διαφορά σε σχέση με άλλες πολιτικές συγκυρίες είναι ότι αυτή τη στιγμή έχει βγει μπροστά το βαθύ κράτος, το οποίο θα συνεχίσει να υπάρχει και την επόμενη μέρα. Ίσως αποσυρθεί στο παρασκήνιο, για να επανέλθει όποτε χρειαστεί.

Αυτή τη στιγμή το βαθύ κράτος είναι απαραίτητο να βγει μπροστά για να διατηρηθεί η εξουσία, και αυτό κάνει. Αυτό βιώνουμε.

Ο κρατικός μηχανισμός δεν θα σταματήσει ακόμη κι αν έχει νεκρό, και μάλιστα επιδιώκει εδώ και καιρό να έχει νεκρό, τον Δημήτρη Κουφοντίνα. Το θέμα είναι εμείς τι κάνουμε, από τα κάτω, και όχι μέσα από τα μάτια της «τυφλής Δικαιοσύνης», η οποία έχει επιλεκτική τύφλωση, κι όποτε ανοίγει τα μάτια της κοιτά μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της κυρίαρχης ιδεολογίας και εξουσίας.

Αδιάφορο είναι το πολιτικό κόστος που θα έχει η ΝΔ, και το τι θα λένε οι επόμενες δημοσκοπήσεις. Η εξουσία κάνει πίσω μόνο όταν υπάρχει διεκδίκηση. Ζητούμενο είναι να περιοριστεί και εν τέλει να ανατραπεί η εξουσία, απ’ όπου κι αν προέρχεται.

[1] Τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης φέρνουν νέο πονοκέφαλο- Ποια θα είναι η αντίδραση του Μαξίμου, reader.gr, 8/3/21

[2] Νέα Σμύρνη: Άγρια καταστολή – Γκλοπ και χημικά σε απλούς πολίτες, news247.gr, 7/3/21

The post Ο Κουφοντίνας στη Νέα Σμύρνη first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2021/03/08/o-koyfontinas-sti-nea-smyrni/feed/ 0 6101
Η ελευθερία δεν παραχωρείται από το Κράτος https://www.aftoleksi.gr/2020/11/21/eleytheria-parachoreitai-to-kratos/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=eleytheria-parachoreitai-to-kratos https://www.aftoleksi.gr/2020/11/21/eleytheria-parachoreitai-to-kratos/#respond Sat, 21 Nov 2020 09:01:31 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=4743 Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης Υπάρχει ένας κοινωνικός μύθος που η κοινοβουλευτική εξουσία αναπαράγει, προκειμένου να αναπαράγει τον εαυτό της: Η κοινωνική ελευθερία είναι ίση με την ελευθερία που παραχωρεί το Κράτος στους πολίτες, και άρα η κοινωνική με τη θεσμοθετημένη ελευθερία ταυτίζονται. Μεταπολιτευτικά, η ελευθερία που υπάρχει κοινωνικά είναι πάντα μεγαλύτερη από τη θεσμοθετημένη. Αυτό συμβαίνει επειδή [...]

The post Η ελευθερία δεν παραχωρείται από το Κράτος first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης

Υπάρχει ένας κοινωνικός μύθος που η κοινοβουλευτική εξουσία αναπαράγει, προκειμένου να αναπαράγει τον εαυτό της: Η κοινωνική ελευθερία είναι ίση με την ελευθερία που παραχωρεί το Κράτος στους πολίτες, και άρα η κοινωνική με τη θεσμοθετημένη ελευθερία ταυτίζονται.

Μεταπολιτευτικά, η ελευθερία που υπάρχει κοινωνικά είναι πάντα μεγαλύτερη από τη θεσμοθετημένη. Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχουν, πρώτον, συνεχώς ισχυρές πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις, και δεύτερον, επειδή στην καθημερινότητα εμπεδώνεται μια κοινωνική ελευθερία που δεν εξαρτάται από κάποιο θεσμικό πλαίσιο.

Όταν υπάρχουν μαζικές απεργίες και συγκεντρώσεις είναι αδύνατο για μια εξουσία να επιβάλει περιορισμό των συναθροίσεων άνω των τριών ατόμων χωρίς στρατιωτική παρέμβαση, και γενικότερα χωρίς μια μεγάλη πολιτική εκτροπή. Κι όταν ο κόσμος μαζεύεται στις πλατείες και στα πάρκα, δεν το κάνει επειδή είναι νόμιμο ή επειδή συνιστά πολιτική διεκδίκηση, αλλά απλώς επειδή μπορεί να το κάνει, ανεξάρτητα από τη γνώμη οποιασδήποτε εξουσίας.

Επομένως, η θεσμοθετημένη ελευθερία είναι η ελάχιστη ελευθερία που μπορεί να απολαμβάνει κανείς, όχι επειδή είναι θεσμοθετημένη, αλλά επειδή υπάρχει αφενός μια κοινωνική διεκδίκηση, και αφετέρου μια εμπράγματη και ήδη εμπεδωμένη κοινωνική ελευθερία, οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια της κοινωνικής συμπεριφοράς που ορίζεται ως νόμιμη.

Η εμπράγματη κοινωνική ελευθερία των πλατειών, των εκδηλώσεων και εν γένει της κοινωνικής συναναστροφής εγκαθιδρύει, λοιπόν, μια απόσταση ανάμεσα στον εαυτό της και τη θεσμοθετημένη ελευθερία. Είναι αυτή η απόσταση που εμποδίζει την (κοινοβουλευτική ή μη) εξουσία να περιστείλει κάποιες πιο θεμελιώδεις ελευθερίες –ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι θεσμοθετημένες ή απλώς κοινωνικά εμπεδωμένες– και όχι η υποτιθέμενη δημοκρατική φύση αυτών των ελευθεριών.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πολιτική διεκδίκηση δημιουργεί ένα ανάχωμα, μπροστά από την εμπράγματη κοινωνική ελευθερία, μεγαλώνοντας την απόσταση που έχει να διανύσει η εκάστοτε εξουσία, μέχρι να είναι δυνατό γι’ αυτήν να περιστείλει πιο θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως της συγκέντρωσης ή της μετακίνησης.

Όταν δεν υπάρχει ισχυρή πολιτική διεκδίκηση, όπως συμβαίνει σε αυτό το διάστημα που διανύουμε, η απόσταση ανάμεσα στη θεσμοθετημένη και την κοινωνικά εμπεδωμένη ελευθερία εκμηδενίζεται. Τότε, η εξουσία έχει τη δυνατότητα να καταστήσει την κοινωνικά εμπεδωμένη ελευθερία μικρότερη της θεσμοθετημένης, όπως γίνεται αυτή τη στιγμή στην ελλαδική επικράτεια.

Αυτό το γεγονός αναδεικνύει ότι η θεσμοθετημένη ελευθερία είναι ένα κατώφλι που η εξουσία μπορεί να διαβεί ανά πάσα στιγμή, με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει μια κοινωνικά εμπεδωμένη ελευθερία που να είναι μεγαλύτερη από αυτήν. Και αυτό είναι δυνατόν μόνο όταν δεν μπορεί να υπάρξει μια μαζική πολιτική διεκδίκηση, η οποία να λειτουργεί ως ανάχωμα.

Όταν συνεχίζει να μιλά κανείς για τα δημοκρατικά δικαιώματα, ενώ η ελευθερία που υπάρχει είναι μικρότερη από αυτήν που εκείνα διασφαλίζουν, τότε αφ’ ενός παύει να έχει πολιτική αξία αυτό που λέει, αφ’ ετέρου αναδεικνύει μία άλλη φιλελεύθερη ψευδαίσθηση: τη διάκριση των εξουσιών. Αν μια κυβέρνηση δεν εφαρμόζει το σύνταγμα τότε μπορεί να την εμποδίσει η «ανεξάρτητη» δικαστική εξουσία, με μια υποσημείωση: αν θέλει, μπορεί, ίσως, να την εμποδίσει.

Αν η δικαστική εξουσία θέλει να εμποδίσει την παραβίαση του συντάγματος, τότε κηρύσσει την κυβέρνηση παράνομη, και ο στρατός ή άλλοι θεσμοί αναλαμβάνουν, αν θέλουν και το αποφασίσουν, να την εμποδίσουν. Αν η δικαστική εξουσία δεν θέλει να εμποδίσει την παραβίαση του συντάγματος, τότε όλα συνεχίζονται κανονικά. Αυτό ακριβώς, δηλαδή, που γίνεται στο ελληνικό κράτος αυτή τη στιγμή. Η προσφυγή του Μέρα 25 στο ΣτΕ και η απόρριψή της έδειξαν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο το πολιτικό και ιδεολογικό αδιέξοδο όποιου είναι αγκιστρωμένος στη νομιμότητα.

Αυτό που ζούμε αυτή τη στιγμή είναι η πλήρης ιδεολογική κατάρρευση του φιλελευθερισμού, μέσα από την απόλυτη πολιτική πραγμάτωσή του, μέχρι τα έσχατα όριά του. Αυτό που συμβαίνει είναι μια κατάσταση η οποία σύμφωνα με τις βασικές αρχές του φιλελευθερισμού δεν θα μπορούσε να υπάρξει εντός του. Αυτή τη στιγμή, όμως, δεν έχουμε ακόμη δικτατορία –όσο κι αν είναι βολικό και απλούστερο πολιτικά να πούμε ότι έχουμε. Αυτό που ζούμε βρίσκεται εντός των ορίων του φιλελευθερισμού, ή ακριβέστερα, είναι το ίδιο το όριό του.

Στην υπάρχουσα κατάσταση το κράτος εξασκεί σχεδόν όλες τις δυνατότητες που είχε εξαρχής, ακριβώς επειδή είναι Κράτος. Ειδικά όταν τα πράγματα γίνονται δύσκολα, κάθε κρατικός μηχανισμός έχει πάντα ως βασική προτεραιότητα την αναπαραγωγή του εαυτού του, με κάθε κόστος. Αυτό για να το κάνει πρέπει να μην υπάρχει ισχυρή πολιτική διεκδίκηση (ή να την έχει ισοπεδώσει), η οποία όντως δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή, λόγω της πανδημίας. Έτσι, η εξουσία δύναται να επιβάλει περιορισμό των κοινωνικών συναθροίσεων, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει μαζική πολιτική διεκδίκηση. Και, επιβάλλοντας τον περιορισμό των κοινωνικών συναθροίσεων, διατηρεί τη συνθήκη εντός της οποίας δεν μπορεί να υπάρξει μαζική πολιτική διεκδίκηση. Με αυτόν τρόπο, η εξουσία μπορεί να συνεχίζει να περιορίζει την όποια εμπράγματη κοινωνική ελευθερία υπάρχει στην καθημερινότητα. Μόνο έτσι μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ως εξουσία.

Με άλλα λόγια, η εξουσία μπόρεσε να φτάσει μέχρι τον περιορισμό της εμπράγματης κοινωνικής ελευθερίας, επειδή δεν υπήρχε το ανάχωμα της πολιτικής διεκδίκησης. Και μετά, περιορίζοντας τη συγκεκριμένη κοινωνική ελευθερία της συνάθροισης, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της πολιτικής συγκέντρωσης, διατήρησε συνολικά την έλλειψη του αναχώματος της μαζικής πολιτικής διεκδίκησης. Έτσι, διατηρεί και σήμερα τη δυνατότητα να περιορίζει την εμπράγματη κοινωνική ελευθερία και επιβιώνει ως θεσμός.

Σε πλήρη αντίθεση με τον Μάρτιο, αυτή τη στιγμή το «κυρίαρχο καθεστώς μπορεί να προσδιορίσει έναν συγκεκριμένο κοινωνικό, δηλαδή δημόσιο Εχθρό, ο οποίος απειλεί άμεσα την ύπαρξή του» [1]. Αυτός ο Εχθρός θα μπορούσε να περιγραφεί ως εξής: είναι όσοι με τις συγκεντρώσεις τους δήθεν «θέτουν σε κίνδυνο την δημόσια υγεία» και «καταλύουν την κοινωνική ζωή».

Η απειλή είναι πραγματική παρότι δεν είναι ισχυρή, μόνο και μόνο επειδή το Κράτος δεν μπορεί να στηρίξει πουθενά την ύπαρξή του σε πολιτικό επίπεδο, ούτε καν στο Σύνταγμα. Έτσι δεν μπορεί να υποστηρίξει και την καταστολή οποιουδήποτε πολιτικού Εχθρού, παρά μόνο στο πλήρως αντιφατικό επιχείρημα ότι το Κράτος πρέπει να είναι απολύτως κυρίαρχο πολιτικά για να διαχειριστεί υγειονομικά την πανδημία.

Αυτό το επιχείρημα αντιστρέφεται προκειμένου να γίνει πιο πιστευτό: Το Κράτος ισχυρίζεται ότι η πολιτική διεκδίκηση μέσω των συγκεντρώσεων αμφισβητεί την κυριαρχία και την καθολική αποδοχή της υγειονομικής, και όχι της πολιτικής, διαχείρισης της πανδημίας.

Έτσι, ο πολιτικός Εχθρός προσδιορίζεται κοινωνικά, προκειμένου να δημιουργηθεί μια κοινωνική συνθήκη που θα επιτρέπει την πολιτική του εξόντωση: Αυτοί που κάνουν πολιτικές συγκεντρώσεις, ταυτίζονται με αυτούς που συγκεντρώνονται εν γένει, και στη συνέχεια με αυτούς που συνωστίζονται, παρότι η συγκέντρωση και ο συνωστισμός δεν ταυτίζονται ετυμολογικά αλλά και επί της ουσίας, όπως φάνηκε στις πρόσφατες συγκεντρώσεις που έγιναν χωρίς συνωστισμό.

Σε σχέση με την αρχή της πανδημίας, πλέον, είναι εντελώς σαφές ότι η τακτική που ακολουθείται για την αντιμετώπιση της πανδημίας είναι αβάσιμη, αλλά και η χειρότερη που θα μπορούσε να εφαρμοστεί· ότι οι πρόσφατες απαγορεύσεις για το Πολυτεχνείο (και την 6η Δεκέμβρη) δεν αφορούν την καταπολέμηση της πανδημίας· ότι ο προσδιορισμός του κοινωνικού Εχθρού γίνεται με καθαρά ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους.

Νομίζω ότι πλέον είναι σαφής η διαφορά της σημερινής κατάστασης με αυτήν του Μαρτίου και μπορεί να γίνει κατανοητό γιατί τότε δεν είχαμε Κατάσταση Εξαίρεσης, ενώ τώρα έχουμε. Αν υποστηρίξει κανείς ότι τώρα έχουμε ένα Καθεστώς περισσότερης Εξαίρεσης, προβαίνει σε πλήρη σχετικοποίηση της έννοιας. Αν υποστηρίξει ότι εξαρχής είχαμε Κατάσταση Εξαίρεσης, τότε για να εξηγήσει τις πρόσφατες εξελίξεις θα πρέπει να ανακαλύψει κάποια σκοτεινή αιτία, ή να εκτοξεύσει το πυροτέχνημα-πολιτικό πασπαρτού: «τώρα η κυβέρνηση έδειξε το αληθινό της πρόσωπο»· χωρίς πάλι να εξηγεί γιατί αυτό συμβαίνει τώρα, και όχι νωρίτερα.

Ήδη έχουν εφαρμοστεί διαδοχικά lock downs όπου κάθε φορά η εξουσία ισχυρίζεται ότι η πανδημία «υπήρξε καταστροφική και τελείωσε» [2] προσωρινά, αλλά ίσως επανέλθει σε κάποιο διάστημα. Ο συγκεκριμένος προσδιορισμός του κοινωνικού Εχθρού, προέκυψε όταν η ίδια η εξουσία κατάλαβε ότι η τακτική που ακολουθεί είναι αδιέξοδη και αβάσιμη και ότι, από τη στιγμή που δεν παρείχε απολύτως τίποτα στο κοινωνικό σύνολο κι απλώς έκανε τα πράγματα χειρότερα, ο μόνος τρόπος να επιβιώσει ως εξουσία είναι, όπως είπαμε, να αναπαράγει τον εαυτό της με κάθε κόστος (προσλήψεις αστυνομικών αντί γιατρών/νοσηλευτών).

Όποιος είναι εγκλωβισμένος στη νομιμότητα θα περιμένει να έρθει το εμβόλιο, ή μάλλον, η πρώτη παρτίδα λίγων εμβολίων, κατά τον Ιανουάριο (ίσως, ελπίζουμε κάπου εκεί) και μετά θα εύχεται η κυρίαρχη εξουσία να θέλει να επανέλθει στην «κανονικότητα» ή να κάνει εκλογές. Δηλαδή, θα κινηθεί με την ελευθερία που θα του παραχωρήσει το Κράτος, όποια κι αν είναι αυτή.

Η άμεση, όμως, διεκδίκηση και εμπέδωση μιας κοινωνικής ελευθερίας, πολύ πιο ισχυρής από τη θεσμοθετημένη, είναι προϋπόθεση ακόμη και για να υπάρξει θεσμοθετημένη ελευθερία στο μέλλον, η οποία δεν θα καταπατείται. Η θεσμοθετημένη ελευθερία είναι πάντοτε κάτι λιγότερο τόσο σε σχέση με την κοινωνική ελευθερία που διεκδικείται, όσο και με αυτήν που είναι ήδη εμπεδωμένη. Όταν δεν υπάρχει εμπεδωμένη ελευθερία, μένει μόνο η διεκδίκηση κάποιας ελευθερίας, δηλαδή της ελευθερίας εν γένει.

Μια πρώτη απόπειρα για μια τέτοια διεκδίκηση έγινε πανελλαδικά στις 17 Νοέμβρη.

[1] Από το κείμενό μου Πανδημία και Κατάσταση Εξαίρεσης.
[2] Ό.π.

The post Η ελευθερία δεν παραχωρείται από το Κράτος first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2020/11/21/eleytheria-parachoreitai-to-kratos/feed/ 0 4743
Περί επιστημονικής αυθεντίας και επιστημολογίας στην πανδημία https://www.aftoleksi.gr/2020/11/11/peri-epistimonikis-aythentias-epistimologias-stin-pandimia/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=peri-epistimonikis-aythentias-epistimologias-stin-pandimia https://www.aftoleksi.gr/2020/11/11/peri-epistimonikis-aythentias-epistimologias-stin-pandimia/#respond Wed, 11 Nov 2020 11:06:08 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=4645 Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης Όλη η συζήτηση περί επιστημονικής θεμελίωσης και επιστημολογικής κριτικής των μέτρων έχει συγκροτηθεί και πολωθεί με τον εξής τρόπο: Η μία πλευρά αποδέχεται τα μέτρα ως επιστημονικά τεκμηριωμένα, και είτε στηρίζει την εκάστοτε εγχώρια κυβέρνηση είτε της ασκεί κριτική ως προς την οικονομική διαχείριση της πανδημίας. Η άλλη πλευρά προσπαθεί να κάνει μια [...]

The post Περί επιστημονικής αυθεντίας και επιστημολογίας στην πανδημία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης

Όλη η συζήτηση περί επιστημονικής θεμελίωσης και επιστημολογικής κριτικής των μέτρων έχει συγκροτηθεί και πολωθεί με τον εξής τρόπο: Η μία πλευρά αποδέχεται τα μέτρα ως επιστημονικά τεκμηριωμένα, και είτε στηρίζει την εκάστοτε εγχώρια κυβέρνηση είτε της ασκεί κριτική ως προς την οικονομική διαχείριση της πανδημίας. Η άλλη πλευρά προσπαθεί να κάνει μια κριτική στον επιστημονικό λόγο εν γένει, ώστε να αποδομήσει το κύρος του, κι έτσι να «χτυπήσει» ιδεολογικά την κυρίαρχη εξουσία. Θα προσπαθήσω να δείξω γιατί και οι δύο απόψεις είναι λανθασμένες.

Γιατί είναι αβάσιμη η τακτική των γενικών lock downs

Ως προς την πρώτη άποψη, νομίζω ότι αρκεί να δει κανείς τις δύο πρόσφατες έρευνες [1] του Γιάννη Π.Α. Ιωαννίδη, και άλλες δύο συνεντεύξεις που παραχώρησε το τελευταίο διάστημα [2], για να διαπιστώσει ότι δεν ισχύει. Σε γενικές γραμμές, αυτό που λέει ο Ιωαννίδης είναι το εξής:

«Ο πραγματικός αριθμός των κρουσμάτων εκτιμά ότι είναι περίπου 20 φορές μεγαλύτερος από τα διαγνωσμένα παγκοσμίως, δηλαδή ήδη περίπου το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού [3].

[…] Αν μολυνθεί το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού, εκτιμά ότι οι θάνατοι από την πανδημία διεθνώς θα φθάσουν τελικά σχεδόν τα 8,8 εκατομμύρια. Αν το ποσοστό μόλυνσης δεν ξεπεράσει το 30% (κάτι που θεωρεί πιο εύλογο), οι θάνατοι δεν θα ξεπεράσουν τα 4,4 εκατομμύρια. Αν το ποσοστό μολύνσεων ειδικότερα στις ομάδες υψηλού κινδύνου (ηλικιωμένοι κ.α.) περιοριστεί στο 10% του παγκόσμιου πληθυσμού, τότε ακόμη κι αν μολυνθεί το 60% του παγκόσμιου γενικού πληθυσμού, εκτιμά ότι οι θάνατοι δεν θα ξεπεράσουν τα 1,8 εκατομμύρια» [4].

Το ελληνικό κράτος, όλους αυτούς τους μήνες που πέρασαν από το προηγούμενο lock down, απλώς περίμενε να υπερφορτωθεί πάλι το σύστημα υγείας, μην κάνοντας τίποτα στο ενδιάμεσο. Αποτέλεσμα: Πεθαίνουν περισσότεροι άνθρωποι, αλλά σταδιακά, και το διάστημα της οικονομικής κρίσης λόγω Covid παρατείνεται διαρκώς με διαδοχικά lock downs.

Αυτό που δείχνει η έρευνα του Ιωαννίδη είναι ότι με μαζικά τεστ, και στοχευμένα μέτρα μόνο για διαπιστωμένα θετικά κρούσματα (τα οποία λόγω των μαζικών τεστ αυξάνονται πολύ) και για ευπαθείς ομάδες (αποσυμφόρηση γηροκομείων και ΜΜΜ, κλπ), θα είχαμε σίγουρα λιγότερους νεκρούς συνολικά (το πόσο λιγότερους είναι συζητήσιμο, στο πρώτο paper ο Ιωαννίδης δίνει μια συγκεκριμένη εκτίμηση), αλλά και μικρότερη διάρκεια της νέας οικονομικής κρίσης, της ανεργίας και της φτώχειας που δημιουργήθηκαν εν μέσω Covid.

Η τακτική των διαδοχικών lock downs συνιστά μια κατεξοχήν τακτική ανοσίας αγέλης, αν ιδωθεί συνολικά σε όλο το χρονικό διάστημα υλοποίησής της. Βέβαια, όλες οι τακτικές διαχείρισης της πανδημίας είναι αναγκαστικά, αν ιδωθούν μακροπρόθεσμα, τακτικές ανοσίας αγέλης, καθώς μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί εν τέλει προστασία του συνόλου τού πληθυσμού.

Όμως, η τακτική που ακολουθείται, είναι αυτή με τον μεγαλύτερο περιορισμό μετακινήσεων, γι’ αυτό και εμποδίζει στον μέγιστο βαθμό την ανάπτυξη ευρείας ανοσίας (ώστε να προστατευτούν οι ευπαθείς ομάδες και να μην παρατείνεται αορίστως όλη η κατάσταση) και συγχρόνως προκαλεί τα περισσότερα κοινωνικά προβλήματα.

Ακόμη και το εμβόλιο είναι ένας μηχανισμός παροχής καθολικής ανοσίας, μέσω ήπιας και καθολικής νόσησης. Εμβόλιο δεν υπάρχει, κανείς δεν ξέρει ακόμα αν θα μπορέσει να υπάρξει, ή σε πόσο καιρό θα γίνει αυτό. Η βιαστική παραγγελία εμβολίων για τόσο μαζική χρήση, χωρίς εκτεταμένες δοκιμές, μπορεί να έχει επικίνδυνα αποτελέσματα.

Ακόμη κι αν υπάρξει ασφαλές εμβόλιο μέσα στους επόμενους μήνες, ενώ δεν έχει ξαναβγεί εμβόλιο για τόσο μεγάλη χρήση σε τόσο μικρό διάστημα, αυτό θα αποτελέσει καθαρή τύχη για τις κυβερνήσεις και τις τακτικές που αυτές ακολούθησαν από τον Μάρτιο. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκαν την πανδημία θα παραμείνει μια δέσμη διαδοχικών και αβάσιμων στοιχηματισμών.

Τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη απλώς περιμένουν ένα «θαύμα» με την εύρεση ασφαλούς εμβολίου σε ελάχιστο διάστημα, κι αν το «θαύμα» συμβεί, δεν θα το ερμηνεύσουν θεολογικά, αλλά αιτιοκρατικά: Θα μας πουν ότι το είχαν προβλέψει, ότι η επιστήμη θριάμβευσε, και άλλα συναφή. Ο πλήρης κύκλος της πανδημίας εκτιμάται να ολοκληρωθεί το 2024 (4-5 χρόνια συνολικά). Όσο περνά ο καιρός, η διάθεση του εμβολίου είναι πιθανό να γίνει όλο και πιο κοντά στην ολοκλήρωση του πλήρη κύκλου της πανδημίας.

Ανεξάρτητα, όμως, από το ενδεχόμενο εύρεσης του κατάλληλου εμβολίου, απεδείχθη ότι η τακτική που ακολουθήθηκε έως τώρα ήταν καταστροφική και ότι υπήρχαν καλύτερες, ενώ αν είχαν γίνει μαζικά τεστ, αυτό θα είχε αποδειχθεί και νωρίτερα.

Λανθασμένη και βάσιμη επιστημολογική κριτική

Ας εξετάσουμε τώρα την άποψη, με βάση την οποία δημιουργείται μια «πολιτική» επιστημολογική κριτική, ώστε να αποδομηθεί η επιστημονικός λόγος στον οποίο (δήθεν) στηρίζονται οι πολιτικές διαχείρισης της πανδημίας.

Προβαίνουμε σε απίστευτη υπερεκτίμηση και αναβάθμιση της τακτικής που ακολουθείται, όταν λέμε όχι απλώς είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη, αλλά ότι είναι τόσο επιστημονικά τεκμηριωμένη, που η κριτική σε αυτήν αναδεικνύει τις αντιφάσεις του ευρύτερου επιστημονικού οικοδομήματος, αν θεωρεί κανείς ότι υπάρχει ένα τέτοιο συνεκτικό οικοδόμημα, όπου κάθε πεδίο επικοινωνεί με όλα τα άλλα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αν τα κράτη ακολουθούσαν έναν πιο ουσιαστικό και τεκμηριωμένο τρόπο διαχείρισης την πανδημίας, εμείς θα έπρεπε να υπακούσουμε άκριτα σε αυτήν, λόγω της αυθεντίας των ειδικών. Δεν σημαίνει ότι δεν θα υπήρχε ιδεολογικό και επιστημολογικό πρόβλημα. Εδώ, όμως, δεν έχουμε να κάνουμε ούτε καν με μια τέτοια κατάσταση. Θα ήταν πολύ πιο βολικό για κάθε κυβέρνηση να ίσχυε κάτι τέτοιο.

Όταν μια τακτική δεν ευσταθεί ούτε καν με στοιχειώδεις επιστημονικούς όρους, η επιστημολογική κριτική είναι σε δεύτερο επίπεδο, κι αν την φέρουμε σε πρώτο πλάνο και μιλήσουμε αποκλειστικά με βάση αυτήν, συσκοτίζουμε το γεγονός ότι αυτή η τακτική δεν στέκει με πολύ πιο απλούς και κοινωνικά κατανοητούς λόγους από αυτούς που επικαλούμαστε.

Είναι πολύ πιο εύκολο για κάθε πολιτική ομάδα/οργάνωση, για κάθε άνθρωπο που παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο, να φτιάξει ένα σχήμα με έναν ενιαίο και μοναδικό εχθρό: καλή κυβέρνηση, καλή επιστήμη· κακή κυβέρνηση, κακή επιστήμη· καλό κράτος, κακή επιστήμη· κακό κράτος, κακή επιστήμη, και τα λοιπά…

Το σύγχρονο κράτος επικαλείται την επιστήμη για να φτιάξει μια κοινωνική εικόνα του εαυτού του μέσω αυτής. Αυτή η διαδικασία παράγει ή υπάρχει ταυτόχρονα με τη συγκρότηση μιας κυρίαρχης ιδεολογίας περί επιστήμης. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει απαραίτητα μια «καθαρή επιστήμη» που αιωρείται κάπου έξω από την κοινωνία. Ούτε σημαίνει, όμως, ότι δεν υπάρχουν θεωρητικά εργαλεία, είτε τα βαφτίσουμε «επιστημονικά» είτε όχι, για την ισχύ των οποίων δεν μπορούμε να αποφανθούμε με μια ιδεολογικοποιημένη επιστημολογική κριτική στην εξουσία.

Η συλλογιστική την οποία νομίζω ότι πρέπει να ακολουθήσουμε είναι η εξής: Καταδεικνύουμε ότι η ασκούμενη τακτική είναι αντιφατική ακόμη και με αυστηρά επιστημονικούς όρους· αποδομούμε με ιδεολογικούς όρους την εικόνα της επιστήμης που συγκροτεί η κυρίαρχη εξουσία για να συντηρήσει τον εαυτό της (αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι έκανε ο Φουκώ σε μεγάλο βαθμό)· αποδομούμε με επιστημολογικούς όρους το μέρος της επιστήμης ή των θεμελίων αυτής, που καθιστά δυνατή την ύπαρξη της ιδεολογικοποιημένης εικόνας της επιστήμης την οποία η κυρίαρχη εξουσία αναπαράγει προκειμένου να αναπαράγει τον εαυτό της. Κι όταν λέω αποδομούμε, εννοώ προσπαθούμε να αποδομήσουμε, δεν είναι σίγουρο ότι μπορούμε να το κάνουμε.

Όποιος παραλείπει το πρώτο στάδιο και θεωρεί ότι πραγματοποιεί τα δύο τελευταία συγχρόνως, με ένα ενιαίο ιδεολογικό σχήμα, απλώς εξιδανικεύει τα δικά του θεωρητικά εργαλεία, και εν τέλει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι και το πρόβλημα όταν κάποιος αποδίδει στις (θετικές) επιστήμες την έννοια του «μετρήσιμου» ως έσχατο περιεχόμενό τους, προκειμένου να τις απορρίψει, αναπαράγοντας έτσι την ιδεολογική εικόνα που η εξουσία φτιάχνει για την επιστήμη εν γένει.

Αυτή η εικόνα στηρίζεται, σε πρώτο επίπεδο, στην ψευδή αντίληψη ότι κάθε πεδίο των θετικών επιστημών θεμελιώνεται πάνω στη δυνατότητα μέτρησης και φτάνει μέχρι τα όρια των μετρήσεων. Σε δεύτερο επίπεδο, γίνεται το εξής λογικό άλμα: Θεωρείται ότι αυτή η ψευδής θεμελίωση των θετικών επιστημών συγκροτεί ένα επιστημολογικό παράδειγμα δομής για τη θεμελίωση όλων των επιστημονικών πεδίων, και άρα της επιστήμης εν γένει. Σε τρίτο επίπεδο, θεμελιώνει, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το πεδίο της οικονομίας, και στη συνέχεια, το πεδίο της διοικητικής διαχείρισης της οικονομίας. Έτσι, στο τελευταίο επίπεδο, θεμελιώνει το πεδίο της πολιτικής, ως επιστημονικά θεμελιωμένης διακυβέρνησης.

Άρα, η όλη συζήτηση μπορεί να αναχθεί στο εξής ερώτημα: Υπάρχει κάποιο πεδίο των θετικών επιστημών, το όποιο να μην έχει ως θεμέλιο και περιεχόμενο τη μέτρηση; Ναι, υπάρχει, και σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη, είναι τα Μαθηματικά. Επειδή τα μαθηματικά είναι οικοδόμημα θεωρημάτων και προτάσεων που βασίζονται τελικά σε αξιώματα, και όχι συλλογή δεδομένων, δηλαδή όχι συστηματοποίηση ειδικών περιπτώσεων για την κατασκευή γενικών κανόνων ή συμπερασμάτων.

Το πρόβλημα που ανακύπτει τώρα, είναι το εξής: Η Στατιστική θεμελιώνεται (και) στη μέτρηση, αλλά συγχρόνως αποτελεί κλάδο των Μαθηματικών. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κυρίαρχη αντίληψη περί επιστήμης είναι ένας τρόπος να βλέπουμε τα Μαθηματικά μέσα από τα Υπολογιστικά Μαθηματικά και τη Στατιστική, και μετά μέσα από αυτή την εικόνα των Μαθηματικών να συγκροτούμε μια εικόνα περί επιστήμης εν γένει, αποδεχόμενοι τελικά μια συγκεκριμένη εικόνα της οικονομίας και της πολιτικής.

Το κεντρικό ζήτημα με τη διαχείριση της πανδημίας είναι ότι σε αρκετές χώρες δεν έχουν γίνει καν οι απαραίτητες μετρήσεις (μαζικά τεστ) για να μπούμε σε όλη αυτή την συζήτηση. Και εκεί θα έπρεπε να βρίσκεται επικεντρωμένη η πολιτική κριτική.

Η ουσιαστική επιστημολογική συζήτηση είναι η εξής: Μπορεί να υπάρξει τρόπος μαθηματικής θεμελίωσης της Στατιστικής, χωρίς να δημιουργούνται ή να διατηρούνται ιδεολογικές ψευδαισθήσεις περί επιστήμης εν γένει; Μπορούμε να απορρίψουμε τη Στατιστική ως επιστημονικό πεδίο; Πρέπει να απορρίψουμε ένα μέρος της Στατιστικής ως εργαλείο για την άσκηση πολιτικής; Αν αφήσουμε στην άκρη τη μέτρηση, ποιος είναι ο πυρήνας των Μαθηματικών;

Όλη η συζήτηση που αναπαράγεται εδώ και μήνες στηρίζεται στην παραδοχή ότι κάθε κυβέρνηση έχει συγκεκριμένη στρατηγική για τη διαχείριση της πανδημίας, και αυτή είναι σωστή ή λανθασμένη: δηλαδή, πολιτικά σωστή ή λανθασμένη, αλλά επιστημονικά βάσιμη. Άρα, όπως είπαμε, ο καθένας είτε κάνει πολιτική και οικονομολογική κριτική στην κυβέρνηση αποδεχόμενος ότι οι επιλογή του lock down είναι υγειονομικά (επιστημονικά) βάσιμη, είτε προσπαθεί να αποδομήσει με λανθασμένο τρόπο το (δήθεν) επιστημονικό υπόβαθρο των πολιτικών αποφάσεων που επιβάλλονται.

Αυτό γίνεται επειδή είναι προϋπόθεση να πιστεύει κανείς ότι η κυρίαρχη εξουσία ακολουθεί μια συγκεκριμένη στρατηγική, για να έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί και ο ίδιος να συγκροτήσει μια στρατηγική, χρησιμοποιώντας κάποια άλλα, δικά του, θεωρητικά εργαλεία.

Προς απογοήτευση κάθε πολιτικής οργάνωσης, κάθε πολιτικής ομάδας, κάθε παρέας και κάθε ατόμου με τις αντίστοιχες ψευδαισθήσεις, δεν μπορεί να υπάρξει αυτή τη στιγμή στρατηγική διαχείρισης της πανδημίας που να στέκει και πολιτικά και επιστημολογικά, ούτε μια κριτική σε κάθε ενδεχόμενη διαχείριση της πανδημίας που να μην αντιφάσκει, συγχρόνως, ούτε πολιτικά, ούτε επιστημολογικά.

Τα μαζικά τεστ είναι προϋπόθεση για να μπορέσει να ξεκινήσει η επί της ουσίας συζήτηση, αλλά και για να μπορεί να υπάρξει και κάποια συγκεκριμένη, ουσιαστική, και όχι αμήχανη, πολιτική διεκδίκηση. Μέχρι τότε, όλοι υπακούμε στα μέτρα ή τα παραβαίνουμε με βάση το πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να συλληφθούμε, το πόσο φοβόμαστε τον ιό ή τα πρόστιμα, και όχι επειδή έχουμε μια συγκροτημένη και συνεκτική άποψη για το τι γίνεται. Ακόμη κι αν θεωρούμε ότι έχουμε.

Κάτι που μπορούμε να έχουμε ως ελάχιστη κοινή βάση συζήτησης είναι το γεγονός ότι η Σλοβακία έκανε τεστ στον μισό πληθυσμό της μέσα σε ένα μόνο σαββατοκύριακο, καταρρίπτοντας τον μύθο ότι τα μαζικά τεστ δεν είναι εφικτά για οικονομικώς «αδύναμα» κράτη ή ότι απαιτούν πολύ χρόνο [5].

Στην Ελλάδα, αλλά και αλλού, η άρνηση για τη διενέργεια μαζικών τεστ συνδέεται και με το γεγονός ότι, αναπαράγονται οι απόψεις μόνο των λοιμωξιολόγων και όχι των επιδημιολόγων. Μια από τις διαφορές των δύο κλάδων είναι ότι οι επιδημιολόγοι έχουν συνήθως και γνώσεις μαθηματικών.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μπορούν να μελετήσουν την εξέλιξη φαινομένων όπως οι επιδημίες, και όχι να κοιτούν μόνο τα συμπτώματα και κάποιους βασικούς δείκτες που προκύπτουν από την απλή καταγραφή δεδομένων του συστήματος υγείας. Αυτή είναι ίσως και η διαφορά ανάμεσα στην κάθε φορά μεσοπρόθεσμη τακτική την οποία προτείνει η «επιτροπή λοιμωξιολόγων» (στην οποία υπάρχει συντριπτική πλειοψηφία λοιμωξιολόγων και ελάχιστη παρουσία επιδημιολόγων), και τις στρατηγικές που προτείνουν τα επιδημιολογικά μοντέλα, κάνοντας μια προσέγγιση του συνολικού φαινομένου, και όχι απλώς μια ερμηνεία κάποιας δέσμης πρόσφατων στιγμιοτύπων του.

Μπορεί όλες οι επιδημιολογικές στρατηγικές να είναι προβληματικές πολιτικά. Όμως θα ήταν, τουλάχιστον, ένα στέρεο έδαφος διαφωνίας. Όλη η δημόσια συζήτηση έχει ετεροκαθοριστεί από τις πολιτικές αποφάσεις της κυρίαρχης εξουσίας τους τελευταίους μήνες και παραμένει σε λανθασμένη βάση.

Ελπίζω κείμενα όπως το παρόν να συμβάλλουν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] John P. A. Ioannidis, Global perspective of COVID‐19 epidemiology for a full‐cycle pandemic, European Journal of Clinical Investigation, 7/10/20, και John P A Ioannidis, Infection fatality rate of COVID-19 inferred from seroprevalence data, Bulletin of the World Health Organization, 14/10/2020.

[2] Ιωαννίδης για τα μέτρα κατά του κορωνοιού, Sigmatv, 4/11/20, και Ελληνικό Εθνικό Lockdown No2 και SARS-CoV2 / Covid 2019, Cretetv, 6/11/20

[3] Δάφνη Σκαλιώνη, Στο 0,23% η θνητότητα του κορονοϊού παγκοσμίως εκτιμά ο καθηγητής του Στάνφορντ, Γ. Ιωαννίδης, ert.gr

[4] Ό.π.

[5]  Τεστ στον μισό πληθυσμό της σε μία μόνο μέρα έκανε η Σλοβακία, naftemporiki.gr, 1/11/20

The post Περί επιστημονικής αυθεντίας και επιστημολογίας στην πανδημία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2020/11/11/peri-epistimonikis-aythentias-epistimologias-stin-pandimia/feed/ 0 4645