Το λανθασμένο ερώτημα: «Καταδικάζετε την επίθεση;»

0

Γιάννης-Παναγιώτης Βούλγαρης

Όταν μας ζητά κάποιος να καταδικάσουμε μια πράξη ή μια άποψη, πρέπει να έχουμε κατά νου τρία πράγματα: Με ποια ιδιότητα θα καταδικάσουμε εμείς την πράξη· ποια ιδιότητα θα αποδώσουμε στον φορέα της πράξης ως καταδικαστέα· ποια είναι η ιδιότητα αυτού που μας καλεί να καταδικάσουμε την πράξη.

Σε πρώτο επίπεδο, η καταδίκη μιας πράξης δεν συνιστά ούτε πολιτική θέση, ούτε πολιτική πράξη. Αποτελεί μια αποστροφή συνήθως ηθικού τύπου, με την οποία αυτός που καταδικάζει επιδιώκει να αναπαραγάγει τις ιδεολογικές του θέσεις ως σωστές, προωθώντας στην συνέχεια των εαυτό του ως μοναδικό πολιτικό εκφραστή αυτών των θέσεων. Μόνο έτσι μπορεί να διεκδικήσει πολιτικά χαρακτηριστικά, εκ των υστέρων.

Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να καταδικάσει μια πράξη λέγοντας ότι «παραβιάζει το κράτος δικαίου», υπονοώντας ότι αυτή η πράξη αντιτίθεται στο γενικό πνεύμα μιας ιδεολογίας ή ενός συνόλου ιδεολογικών θέσεων (φιλελευθερισμός, κράτος δικαίου κλπ), τις οποίες, αυτός που καταγγέλλει την πράξη, τις θεωρεί θετικές και τις παρουσιάζει ως αυτονόητες. Και κάτι ακόμη: Μέσω της καταδίκης τέτοιων πράξεων θέλει να παρουσιάσει τον εαυτό του ως βασικό εκφραστή αυτής των ιδεολογικών θέσεων, δηλαδή συνήθως του φιλελευθερισμού.

Αυτό γίνεται, «από το κέντρο και προς τα αριστερά» του πολιτικού φάσματος, συνήθως από τις πολιτικές (και πιο συγκεκριμένα, κομματικές) δυνάμεις που κατέχουν ή βρίσκονται πιο κοντά στην θέση του πιο πιθανού διαδόχου της πολιτικής εξουσίας. Στα ελλαδικά συμφραζόμενα, στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Την ίδια λογική ακολουθούν και πολιτικές δυνάμεις που παρουσιάζονται ως αριστερές αλλά αποτελούν πολιτικούς μπαλαντέρ, και μπορούν να πάνε όσο δεξιά απαιτεί η κάθε περίσταση, γι’ αυτό και συνήθως εκφέρουν απόψεις περίπου του ίδιου ύφους με την αξιωματική αντιπολίτευση, έχοντας πάντα ανοιχτή την πόρτα για μια πιθανή μελλοντική συγκυβέρνηση, η οποία από το 3% θα τους φέρει σε κάποιο υπουργείο, ενώ πολιτικά θα αυτοχαρακτηρίζονται ως «εγγυητής σταθερότητας» και «σοβαρή δύναμη» μιας τέτοιας συγκυβέρνησης. Στα ελλαδικά δεδομένα, το Μέρα 25 (η ΔΗΜ.ΑΡ. στο κοντινό παρελθόν).

Οι πολιτικές δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστικές, ακολουθούν μια άλλη τακτική. Καταδικάζουν κάποιες πράξεις χωρίς την επίκληση «αστικών ιδεολογημάτων» (παραθέτω την ξύλινη γλώσσα αυτούσια), αλλά, αντιθέτως, εισάγουν το στοιχείο της συνωμοσιολογίας, και το συνδυάζουν με το στοιχείο της «ελλιπούς οργάνωσης», υπονοώντας, όπως οι πιο κεντρώοι από αυτούς για τον φιλελευθερισμό, ότι  μόνο εκείνοι είναι φορείς και εκφραστές της πραγματικής και σοβαρής οργάνωσης. Στα ελλαδικά δεδομένα, τα παραπάνω συνοψίζονται σε φράσεις όπως η εξής: «Τέτοιες επιθέσεις γίνονται από δυνάμεις που δεν έχουν καμία σχέση με το οργανωμένο λαϊκό κίνημα, ενώ ο ρόλος τους είναι γνωστός».

Το συνομωσιολογικό στοιχείο εδώ έχει τη μορφή της πρακτορολογίας-προβοκατορολογίας. Η παραπάνω θέση υιοθετείται από όλο το κομμουνιστικό φάσμα, με κάποιες οργανώσεις να δίνουν έμφαση και στα δύο στοιχεία (πρακτορολογία, οργάνωση), όπως το ΚΚΕ, άλλες κυρίως στην οργάνωση (πρώην και νυν συνιστώσες της Ανταρσύα, και αντίστοιχων μετώπων του παρελθόντος, αλλά και άλλες μεμονωμένες οργανώσεις), ενώ υπάρχουν και κάποιες που δίνουν έμφαση κυρίως στον πρακτορολογία (τα δύο μλ για παράδειγμα).   

Είδαμε με ποιον τρόπο και για ποιους λόγους καταδικάζουν με διαφορετικούς τρόπους κάποιες πολιτικές δυνάμεις ορισμένες πράξεις, οι οποίες συνήθως σχετίζονται με τη βία. Οι παραπάνω τρόποι καταδίκης είναι στάνταρ για τους φορείς τους, και δεν αφορούν τα επιμέρους περιστατικά, γι’ αυτό και οι ανακοινώσεις που βγαίνουν αποτελούν σχεδόν αντίγραφα των προηγούμενων (αλλάζει η πρώτη παράγραφος που περιγράφει την επικαιρότητα).

Ας επιστρέψουμε στην αρχή του κειμένου. Χρονικά ερχόμαστε αντιμέτωποι πρώτα με το γεγονός ότι κάποιος μας καλεί να καταδικάσουμε μια πράξη που είναι στην επικαιρότητα. Άρα πρώτα πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα «ποιος μας καλεί να καταδικάσουμε;» Η απάντηση είναι απλή: η κυβέρνηση (όποια κι αν είναι, μαζί με τον πολιτικό χώρο που εκπροσωπεί), ό,τι βρίσκεται δεξιότερα αυτής, και τα ΜΜΕ.

Αν δεν υπήρχε η διαρκής προβολή και προπαγάνδιση συγκεκριμένων θέσεων σε σχέση με τέτοια περιστατικά, ελάχιστοι άνθρωποι και οργανώσεις θα ασχολούντο αυθόρμητα με αυτά. Κανείς δεν ασχολείται με τους δεκάδες τραυματισμούς ιδίου μεγέθους που υφίστανται διαδηλωτές σε κάθε πορεία, ούτε με αντίστοιχους και πολύ πιο σπάνιους τραυματισμούς αστυνομικών που γίνονται σχεδόν κάθε χρόνο, παρότι προπαγανδίζονται όποτε συμβαίνουν.

Η έκταση που έχει πάρει αυτό το περιστατικό τώρα, προκύπτει μόνο από το γεγονός ότι η τηλεοπτική ειδησιογραφία κινείται αποκλειστικά σε ακροδεξιά νερά τους τελευταίους μήνες, σε συνδυασμό με την παράλληλη έλλειψη ειδήσεων άλλου τύπου, εν μέσω lock down. Οι ίδιοι τηλεθεατές θα ασχολούντο το πολύ μία μέρα και με τα δύο περιστατικά της Νέας Σμύρνης πριν λίγους μήνες.

Η επικοινωνιακή δύναμη των παραπάνω δημιουργεί ένα κυρίαρχο επικοινωνιακό πεδίο, το οποίο χωνεύει κάθε περιστατικό της καθημερινότητας και το τοποθετεί ως είδηση η οποία, μέσω της μορφής που έχει, φέρει ήδη μέσα της όλους τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να κριθεί.

Για παράδειγμα, η ερώτηση «καταδικάζετε τα περιστατικά βίας στη Νέα Σμύρνη;» έχει ορισμένες υπόρρητες παραδοχές. Πρώτον, ότι το μονοπώλιο της βίας το έχει το κράτος, και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε η κρατική βία να μην αντιμετωπίζεται ποτέ ως βία, αλλά ως «απάντηση σε βία», ή ως «μεμονωμένο περιστατικό απρόκλητης επίθεσης αστυνομικού σε πολίτη». Δεύτερον, ως απόρροια του πρώτου, ότι η αστυνομία είναι πάντα θύμα επιθέσεων και ποτέ θύτης, παρά μόνο τετριμμένα και όχι με την ιδιότητα του αστυνομικού: Όταν ένας αστυνομικός χτυπά ή σκοτώνει κάποιον και αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο περιστατικό, αποκρύπτεται το γεγονός ότι το κάνει επειδή ως αστυνομικός έχει άμεσα τη δυνατότητα να το πράξει όποτε θέλει. Με το να αντιμετωπίζεται ως δήθεν «διαταραγμένος» παύει να αντιμετωπίζεται ως αστυνομικός.       

Επανερχόμαστε στα ερωτήματα που τέθηκαν στην αρχή του κειμένου. Με ποια ιδιότητα καταδικάζει κανείς την πράξη στη Νέα Σμύρνη; Με την ιδιότητα του ατόμου που ανήκει (υποχρεωτικά) στο ιδεολογικό φάσμα στο οποίο κινείται η ερώτηση, η οποία τοποθετεί εκ των προτέρων στο ίδιο φάσμα το υποκείμενο που καλείται να την απαντήσει, προκειμένου να την απαντήσει.

Δηλαδή: Μπαίνεις υποχρεωτικά στον ρόλο του ατόμου που καταδικάζει τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται (εκτός από το κράτος), ώστε να τοποθετηθείς σε σχέση με την ερώτηση «καταδικάζετε τη δολοφονική επίθεση στη Νέα Σμύρνη;», και η ίδια η ερώτηση σε οδηγεί αυτόματα στο να καταδικάσεις το περιστατικό της Νέας Σμύρνης, με την αιτιολόγηση ότι παραβιάζει το κράτος δικαίου.

Ποια ιδιότητα αποδίδει κανείς σε αυτόν που κάνει την πράξη στη Νέα Σμύρνη, όταν την καταδικάζει; Την ιδιότητα του ατόμου που παραβιάζει το πνεύμα του κράτους δικαίου (πριν μιλήσουμε καν για ποινικό δίκαιο). Ακριβώς επειδή αυτός που κάνει την πράξη παρουσιάζεται ως κάποιος που δεν δέχεται το γενικότερο πνεύμα του κράτους δικαίου, που δεν αποδέχεται, δηλαδή, αυτομάτως και μεταφυσικά την φιλελεύθερη ιδεολογία, παρουσιάζεται ως επικίνδυνος.

Επικίνδυνος απέναντι σε ποιον; Στην αστυνομία; Όχι, αυτή σίγουρα «δεν τρομοκρατείται», όπως θα μας διαβεβαίωνε οποιοσδήποτε υπουργός. Μάλλον επικίνδυνος απέναντι στην κοινωνία. Αυτό έχει δύο συνδηλώσεις: Πρώτον, ότι πρέπει να θεωρηθεί αντι-κοινωνικό στοιχείο, και άρα είναι λογικό και αναγκαίο να βγουν τα στοιχεία του στα fora και να ισοπεδωθεί. Δεύτερον, ότι είναι επικίνδυνος για κάθε συγκεκριμένο άτομο της κοινωνίας, άρα και για αυτόν που καλείται να απαντήσει στην ερώτηση προσωπικά.

Με το να καταδικάσει κανείς την πράξη στη Νέα Σμύρνη, νιώθει ασφαλής ιδεολογικά, πολιτικά, και κοινωνικά. Κι αυτό γιατί έτσι προστατεύεται από έναν εχθρό που δεν υπάρχει, χωρίς να κουνηθεί καθόλου από το νοητό σημείο της απόλυτης ισορροπίας ανάμεσα στις διάφορες απόψεις καταδίκης, και στο οποίο σημείο τον έχει τοποθετήσει η ίδια η ερώτηση, χωρίς να το καταλάβει.  

Το περιστατικό στη Νέα Σμύρνη

Ας δούμε τώρα πώς μπορούμε να προσεγγίσουμε το ίδιο το περιστατικό. Κυκλοφορούν τρεις λέξεις στα media: Οπαδοί, αντιεξουσιαστές, μπαχαλάκηδες. Μπορεί κανείς να είναι οπαδός με ή χωρίς πολιτική τοποθέτηση, και αντιεξουσιαστής με ή χωρίς οπαδική τοποθέτηση. Η λέξη «μπαχαλάκιας» δεν είναι ούτε πολιτικός ούτε οπαδικός χαρακτηρισμός, αλλά είναι μια ιδεολογική προσπάθεια να περιγραφεί με ενιαίο (κοινωνικά-πολιτικά) τρόπο το σύνολο των ατόμων που μπορεί να βρίσκονται σε συμπλοκή με την αστυνομία μετά από πορείες.

Οι οπαδοί, ακόμη κι αν περιοριστούμε στους οργανωμένους, δεν είναι κάτι ενιαίο πολιτικά. Υπάρχουν οπαδοί που είναι και αντιεξουσιαστές, αλλά και κάποιοι άλλοι της ίδιας ομάδας που είναι ακροδεξιοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι στα ίδια γήπεδα ανεβαίνουν πανό και για τον Γρηγορόπουλο αλλά και τη Μακεδονία μέσα στην ίδια χρονιά.

Υπάρχουν επίσης οργανωμένοι οπαδοί που είναι υπάλληλοι και συνήθως μπράβοι των αφεντικών των ομάδων, που κάνουν εμπόριο ναρκωτικών, οι οποίοι είναι συνήθως οι ίδιοι και ακροδεξιοί, και έχουν άμεση επαφή και σχέση (φιλική) με την αστυνομία, λόγω των παραπάνω ιδιοτήτων. Αντιθέτως, δεν υπάρχουν αντιεξουσιαστές με κάποια από τις παραπάνω ιδιότητες.

Ο αστυνομικός ως επάγγελμα, και ιδιαίτερα αυτός που είναι στα σώματα καταστολής συγκεντρώσεων και πορειών, έχει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά με τον μπράβο. Μόνο που δεν ελέγχει («φυλά») έναν περιορισμένο χώρο, όπως ένα μαγαζί, ή ένα πρόσωπο, αλλά κάθε χώρο της επικράτειας. Είναι ένας φορητός μπράβος, που προστατεύει γενικά και αόριστα την «τάξη» και την «ασφάλεια», δηλαδή το κράτος.

Από τη στιγμή που δεν υπάρχει είδος οργανωμένου εγκλήματος με το οποίο να μην διαπλέκεται και το οποίο να μην ενισχύει συνειδητά η αστυνομία (ιδίως σε περιοχές όπως τα Εξάρχεια, για να τις ελέγξει), θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αστυνομία είναι μια μορφή οργανωμένου εγκλήματος, και μάλιστα η πιο οργανωμένη μορφή εγκλήματος.  

Κάθε μπράβος γνωρίζει ότι η δουλειά του εμπεριέχει τον κίνδυνο να τραυματιστεί, ή ακόμη και να πεθάνει. Και η απειλή που έχει να αντιμετωπίσει είναι του ιδίου βεληνεκούς με τον ίδιο. Καμία σχέση δηλαδή με τη διαφορά μέσων προστασίας και επίθεσης που υπάρχει στο δίπολο αστυνομικός/διαδηλωτής. Ο αστυνομικός είναι ένας έμμισθος κρατικός μπράβος, ο οποίος είναι δυνάμει δολοφόνος, καθώς όποτε το θελήσει μπορεί να τραβήξει το όπλο του και να σκοτώσει κάποιον διαδηλωτή.

Ο καθένας μας που κατεβαίνει σε οποιαδήποτε διαδήλωση, γνωρίζει ότι ο κάθε παρευρισκόμενος αστυνομικός, αν ήθελε, θα μπορούσε να μας σκοτώσει. Παρ’ όλα αυτά, κάνουμε την επιλογή να κατέβουμε. Σε κάθε πορεία υπάρχουν δεκάδες σοβαροί τραυματισμοί διαδηλωτών, οι οποίοι επιπροσθέτως έχουν να αντιμετωπίσουν και ενδεχόμενη σύλληψη, δίκη, και όλα τα πιθανά επακόλουθα. Ο αστυνομικός έχει να φοβηθεί μόνο την ελάχιστη πιθανότητα να βρεθεί σε κίνδυνο, ενώ όσο σοβαρά και να τραυματίσει κάποιον, θα έχει απλώς να αντιμετωπίσει μια φωτογραφική ΕΔΕ που θα τον αθωώσει.

Ο βασικός τρόπος με τον οποίο κινδυνεύει κάποιες φορές ένας αστυνομικός σε πορεία, είναι όταν τον στέλνει η ίδια η αστυνομία με πολιτικά ρούχα μέσα στην πορεία ή την συγκέντρωση, και τον βάζει να κάνει γνωστή την ταυτότητά του (δείχνει τον ασύρματο ή τον αφήνει να ακουστεί), με σκοπό να αποπροσανατολιστούν τα άτομα που βρίσκονται γύρω από αυτόν, και να μην προσέξουν τη (μηχανοκίνητη ή πεζή) έφοδο που ξεκινούν τα σώματα ασφαλείας την ίδια στιγμή.

Όταν η ίδια η αστυνομία δημιουργεί συνθήκες μάχης σε κάθε πορεία, μέσω του οπλισμού που φέρει και της βίας που ασκεί, είναι πιθανό, κάποια στιγμή, και αρκετά σπάνια, να κινδυνέψει και κάποιος από τους επαγγελματίες μπράβους που την απαρτίζουν. Η διαφορά είναι ότι αυτή είναι η δουλειά τους: να θέτουν την ακεραιότητα και τη ζωή άλλων ανθρώπων σε κίνδυνο.

Κανένας νονός της νύχτας δεν θα τα βάψει μαύρα αν τραυματιστεί ή ακόμη κι αν σκοτωθεί ένας μπράβος του, επειδή είναι αναλώσιμος. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τους αστυνομικούς. Κανένας υπουργούς, αξιωματούχος, ή παρουσιαστής δελτίου δεν ενδιαφέρεται για τη ζωή ενός συγκεκριμένου αστυνομικού. Ενδιαφέρεται μόνο για τα επικοινωνιακά, ιδεολογικά και πολιτικά οφέλη που μπορεί να δημιουργήσει μέσα από το κάθε περιστατικό.

Επανερχόμαστε λοιπόν στο ερώτημα: «Καταδικάζετε;». Όχι, επειδή το ερώτημα που μας θέτετε είναι λανθασμένο.


ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ:

Η νομοθετική αποκατάσταση της αστυνομίας

Κοινωνικός έλεγχος της αστυνομίας -και ακόμη περισσότερα

Αφήστε ένα σχόλιο

five + 18 =