Αντώνιος Καπετάνιος - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr Eλευθεριακός ψηφιακός τόπος & εκδόσεις Mon, 26 Jan 2026 07:30:19 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=6.9.4 https://www.aftoleksi.gr/wp-content/uploads/2019/10/cropped-logo-web-transparent-150x150.png Αντώνιος Καπετάνιος - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr 32 32 231794430 Ο πλημμυρισμός του λεκανοπεδίου της Αττικής: Μια παλιά ιστορία! https://www.aftoleksi.gr/2026/01/26/o-plimmyrismos-lekanopedioy-tis-attikis-mia-palia-istoria/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=o-plimmyrismos-lekanopedioy-tis-attikis-mia-palia-istoria https://www.aftoleksi.gr/2026/01/26/o-plimmyrismos-lekanopedioy-tis-attikis-mia-palia-istoria/#respond Mon, 26 Jan 2026 07:30:19 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=21962 Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο). Από το βιβλίο του ιδίου “ΠΕΡΙ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΜΜΥΡΩΝ. Η κατάσταση των πραγμάτων – Σκέψεις, κρίσεις και απόψεις για την πυρική και πλημμυρική ελληνική πραγματικότητα”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2026. ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΥΔΑΤΙΝΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ Η αθηναϊκή γη κρύβει μέσα της πολλά θαμμένα ρέματα. Είναι αυτά που σταμάτησαν [...]

The post Ο πλημμυρισμός του λεκανοπεδίου της Αττικής: Μια παλιά ιστορία! first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο). Από το βιβλίο του ιδίου “ΠΕΡΙ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΜΜΥΡΩΝ. Η κατάσταση των πραγμάτων – Σκέψεις, κρίσεις και απόψεις για την πυρική και πλημμυρική ελληνική πραγματικότητα”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2026.

ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΥΔΑΤΙΝΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ

Η αθηναϊκή γη κρύβει μέσα της πολλά θαμμένα ρέματα. Είναι αυτά που σταμάτησαν να κυλούν όταν «ανθρώπινες ανάγκες» το επέβαλλαν! Το νερό τους χάθηκε, έσβησε κάπου στην πορεία. Πού και πού όμως, κάμνει εμφάνιση δυναμική, τρομοκρατώντας τον άνθρωπο, τον κάτοικο της πόλης, που τρέχει απελπισμένος και πανικόβλητος να σωθεί. Το νερό αυτό, το «ευλογημένο» σε άλλες περιπτώσεις, τώρα γίνεται «καταραμένο», για τον μικρό και φοβισμένο αστό. Οι πλημμύρες που μαστίζουν τη χώρα καταδείχνουν τη χαμένη ψυχή των ρεμάτων που θάφτηκαν κάτω από χώμα βαρύ κι ασήκωτο, για να στηθούν πάνω του ανθρώπινοι επιτύμβιοι…

Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε διάσταση διαφορετική στην υδατική κατάσταση της πόλης, ανακαλύπτοντας στο βάθος της ύπαρξής της ορισμένα από τα χαμένα ρέματά της. Για να τα γνωρίσουμε έτσι, αλλά και για ν’ αποκαλύψουμε το μέγεθος της ανθρώπινης αστοχίας, αβελτηρίας και αλογίας σε σχέση με τη διαχείριση των αστικών ρεμάτων˙ για να ιδούμε τον άνθρωπο απέναντι στη φύση, απέναντι στην κοινωνία, απέναντι στον άνθρωπο, απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του! Τα αποτελέσματα αυτής της ασυνείδητης τραγικότητας βιώνονται συχνά σήμερα, με τις πλημμύρες που δημιουργούνται μετά από κάθε νεροποντή και τον άνθρωπο να στέκεται αδύναμος μπρος τη φύση, η οποία αντιδρά λόγω ακριβώς της ανισορροπίας που επέφερε ο άνθρωπος στο περιβάλλον του. Στο τέλος, δηλαδή, ο θύτης, αν πρέπει έτσι να λογίσουμε τον άνθρωπο –κι έτσι πρέπει…– μεταπίπτει σε μοιραίο θύμα˙ εν θύμα των ενεργειών του!

Στην Αθήνα υπήρχαν κάποτε τρία κύρια ποτάμια ρεύματα που τη διέσχιζαν («ρυάκια» τα χαρακτήριζαν κατά παράδοση οι Αθηναίοι) και χάριζαν σε αυτήν το κάλλος της ποτάμιας πρωτεύουσας (έκφραση υπερβολής βεβαίως για την «ξηρή» και αλγούσα Αθήνα). Αυτά ήταν ο Κηφισός, ο Ιλισός και ο Ηριδανός (σημειώνεται ότι η έννοια του ποταμού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι σχετική, διότι, πρέπει να δεχθούμε την ύπαρξη σταθερών πηγών ως βάση για τον ορισμό του). Σήμερα κάπου βρίσκονται θαμμένα.

Ο Κηφισός και ο Ιλισός άρχισαν να καλύπτονται από το 1850, για την εξυπηρέτηση «αναγκαίων» πρακτικών σκοπών. Συστηματική κάλυψή τους όμως γίνεται από τη δεκαετία του 1960 και εντεύθεν, με τελευταία αυτήν του 2001, της κάλυψης μεγάλου τμήματος του Κηφισού (προς την οδό Πειραιώς), ο οποίος μετατράπηκε τελικά, κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, σε κλειστό αγωγό. Ο Ηριδανός, ποταμός λιγότερο πλούσιος σε νερά, σε σχέση με τους δυο προηγούμενους και μικρότερος σε μήκος, φαίνεται πως καλύφθηκε πολύ-πολύ παλιά, το έτος 487 π.Χ., με την ανοικοδόμηση της πόλης.

Ο Εμμανουήλ Ροίδης το έτος 1896, στο χρονογράφημά του «Αι εξοχαί των Αθηνών», δίνει την εξής μαρτυρία για τον Hριδανό και τον Κηφισό: «… Μάτην εζήτησα παρά των ημετέρων αρχαιολόγων να μοι υποδείξωσι πού έρρεε το προσφιλές εις τας Αθηναίας παρθένους πολύ και καλόν ύδωρ του Ηριδανού… Κατ’ ουδεμίαν τότε ώραν του έτους έλειπε το ύδωρ εκ του Κηφισσού. Δεν έτυχε μεν να προβώ εις καταμετρήσεις, προς εξακρίβωσιν του βάθους αυτού, κάλλιστα όμως ενθυμούμαι ότι, όταν μεν ήτο ολίγον έβρεχε μέχρι μέσης κνήμης τους πόδας του ίππου μου και όταν ήτο πολύ έφθανε μέχρι των ιδικών μου και πολλάκις έτυχε διερχόμενος τα Σεπόλια να περιπλεχθώ εις αδιέξοδον λαβύρινθον διασταυρουμένων ρυακίων…»

Το πρόβλημα των πηγών των ρεμάτων των Αθηνών τίθεται για πρώτη φορά το έτος 1878. Ο τότε δήμαρχος Αθηναίων Παν. Κυριακός κατέθεσε σχετικό υπόμνημα στον νομάρχη Παπαηλιόπουλο, όπου ανέφερε: «… Θέσεις ή πηγαί, εκ των οποίων προ ολίγων ετών ανέβρυζεν ύδωρ, ως φερ΄ ειπείν ο Ιλισός, και άλλαι πηγαί, ένεκα της γυμνότητος του τόπου δια της καταστροφής των δασών, εστείρευσαν, άλλαι δε τοιαύται μόλις αναβλύζουσι».

Στους τωρινούς καιρούς, η υδατική κατάσταση της πόλης των Αθηνών είναι απογοητευτική. Η πόλη υποφέρει από το νερό (αναφερόμαστε στα υγρά ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα που καταπίπτουν στην πρωτεύουσα), είτε λόγω της έλλειψής του είτε λόγω της υπερπαροχής του (βλ.π. τις πλημμύρες). Τα ρέματά της χάθηκαν κάτω από τόνους μπετόν και ασφάλτου, και δεν μπορούν να συνεισφέρουν στην απαγωγή του κατακλυσμιαίου νερού της βροχής, που γίνεται χειμαρρικό και πλημμυρικό στην πορεία του, ενώ και οι αναβλύζουσες πηγές του παρελθόντος έπαψαν να ρέουν.

Ας κάνουμε, όμως, μιαν απόπειρα χαρτογράφησης των χαμένων υδάτινων δρόμων της πόλης των Αθηνών, για να ιδούμε τι υπήρξε και πώς χάθηκε.

Ο Κηφισός, ως σήμερα τουλάχιστον, παραμένει ανοιχτός από το ρέμα της Χελιδονούς έως το ύψος των Αγίων Αναργύρων και της Ν. Φιλαδέλφειας. Στα σημεία αυτά οι καταπατήσεις των ενεργών παραποταμίων εκτάσεων είναι φαινόμενο σύνηθες. Επιχειρήσεις, εργαστήρια, βιοτεχνίες, οικίες έχουν εγκατασταθεί εκεί και παροχετεύουν τα λύματά τους, καθώς τα αποβλητά τους στην κοίτη του ιστορικού ποταμού ή τον εμποδίζουν/αποκλείουν στην περιοδική ροή του. Από εκεί και πέρα, ο Κηφισός αποτελεί κλειστό αγωγό.

Η κοίτη του θαμμένου Ιλισού, βρίσκεται κάτω από τις οδούς Μιχαλακοπούλου – Β. Κωνσταντίνου – Καλλιρρόης. Το δέλτα του Φαλήρου αποτελεί το σημείο εκβολής του στη θάλασσα. Η περιοχή του ξενοδοχείου «Κάραβελ» ήταν βάλτος του Ιλισού που ανήκε στην ΕΥΔΑΠ και πωλήθηκε επί δικτατορίας σε ιδιώτη. Ρέματα που συνέβαλλαν στον Ιλισό, βρίσκονται κάτω από κεντρικούς δρόμους της Πολυτεχνειούπολης και της Πανεπιστημιούπολης στου Ζωγράφου.

Η κοίτη του Ηριδανού εντοπίζεται σε βάθος έξι μέτρων, στο υπέδαφος των οδών Φιλελλήνων, Όθωνος και Μητροπόλεως. Η κοίτη του είχε την εξής πορεία: από τις υπώρειες του Λυκαβηττού περνούσε το Σύνταγμα και τη Βουλή (με τα νερά του ενίσχυε την πηγή «Μπουμπουνίστρα» στον Εθνικό Κήπο), διέσχιζε εγκαρσίως την οδό Αμαλίας, έστριβε στην Όθωνος και κατηφόριζε τη Μητροπόλεως. Από την πλατεία Μοναστηρακίου, έμπαινε στο Δημοπρατήριο, συνέχιζε στην Αδριανού, στη συνέχεια έρρεε επί της Ερμού, για να εμφανισθεί στον Κεραμικό. Κατόπιν κυλούσε προς την Πειραιώς και στρεφόμενος νότια, ενωνόταν με τον Ιλισό.

Όμως, τα πολλά μικρά ρέματα της Αθήνας, που τα νερά τους έπεφταν στα τρία κύρια ανωτέρω ποτάμια, συνέθεταν ένα νευρώδες υδάτινο πλέγμα, που σήμερα δεν υφίσταται, και τ’ οποίο ήταν αυτό που κρατούσε στέρεα, σταθερή και ζωντανή την πόλη, δίνοντάς της πνοή, ανάσα, αφού απελευθέρωνε ομαλά, διά των υδάτινων διαύλων, τη δύναμη του νερού, σε μία τάξη ροής. Αυτά τα ρέματα, είναι χαμένα σήμερα κάτω από οδούς, κτήρια, πλατείες κ.λπ. Υπολογίζεται, σύμφωνα με την ΕΥΔΑΠ, πως περίπου το 30% αυτών των ρεμάτων είναι καταπατημένα, ενώ το υπόλοιπο είναι σκεπασμένα και ελεύθερα (ΕΥΔΑΠ, 2001).

Αναφέρεται σχετικά η οδόη Ρήγα Φεραίου στη Νέα Φιλαδέλφεια, η οποία είναι χτισμένη πάνω στις όχθες του Κηφισού. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η περιοχή της Νέας Φιλαδέλφειας, πριν εγκατασταθεί εκεί ο προσφυγικός συνοικισμός, ονομαζόταν Ποδονίφτης, από το ομώνυμο ρέμα.

Πάνω σε προσχώσεις, ανάμεσα στα ρέματα Χαλανδρίου και Ποδονίφτη, ήταν χτισμένο το τμήμα του εργοστασίου της Ρικομέξ, που έπεσε σαν χάρτινο στον σεισμό της Αθήνας, τον Σεπτέμβριο του 1999. Η οδός Αιγαίου στον δήμο Βάρης, βρίσκεται πάνω στην κοίτη του ρέματος Κόρμπη. Στο Μενίδι, στις όχθες των ρεμάτων Προφήτης Ηλίας και Εσχατιά βρίσκεται ολόκληρος συνοικισμός. Η οδός Μάρνη και τμήμα της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, βρίσκονται πάνω στο ρέμα Κυγκλόβορος. Τείχος της Χαλυβουργικής, που είχε χτιστεί επί της κοίτης του Ελευσίνιου Κηφισού και τον κρατούσε κλειστόν, είχε ως αποτέλεσμα το έτος 1996 να πλημμυρίσει το Θριάσιο Πεδίο. Τμήμα του ρέματος της Πικροδάφνης τσιμεντοποιήθηκε το έτος 1999, στο ύψος του Δήμου Αγίου Δημητρίου.

Στη Γλυφάδα και στη Βούλα, 11 κύρια ρέματα που ξεκινούν από τον Υμηττό, έχουν θαφτεί και από πάνω τους περνούν πια κεντρικοί δρόμοι. Συγκεκριμένα στη Γλυφάδα ο χείμαρρος Μυστρά αποτελεί την οδό Αθανάτου, οι χείμαρροι Άνω Γλυφάδας, Γλυφάδας και Παπαδόπουλου, συγκλινόμενοι, αποτελούν την οδό Ανθέων και στην προέκταση τις οδούς Περικλέους και Β. Φρειδερίκης, ο χείμαρρος Ανώνυμος αποτελεί την οδό Κρίτωνος, ο χείμαρρος Ίλιδος αποτελεί την οδό Πατριάρχου Γρηγορίου και ο χείμαρρος Ρήγα Φεραίου την οδό Σοφοκλέους και Στράβωνος. Στη Βούλα ο χείμαρρος Λυκορέματος αποτελεί τις οδούς Αγαμέμνονος και Πρίγκιπος Πέτρου, ο χείμαρρος Σμόλικα τις οδούς Σμόλικα και Υμηττού, ο χείμαρρος Χλόης τις οδούς Χλόης και Πειραιώς, ο χείμαρρος Ζαλόγγου τις οδούς Ζαλόγγου και Κεφαλληνίας.

Αν λάβουμε δε υπόψη ότι όλοι αυτοί οι χείμαρροι συγκλίνουν σε μια κλειστή πυκνοδομημένη σήμερα λεκάνη, τότε εύκολα συνειδητοποιούμε γιατί με την πρώτη νεροποντή πλημμυρίζουν αυτές οι περιοχές…

Ο υπόγειος κόσμος των χαμένων ρεμάτων της Αθήνας είναι ιστορικά και οικολογικά/περιβαλλοντικά σημαντικός. Διότι με την ανακάλυψή του, αφενός γνωρίζεται ένας υδάτινος χώρος μεγάλης ιστορικής αξίας (αφού η πορεία κάθε πολιτισμού είναι τελικά συνδεδεμένη με το νερό), αφετέρου, με τη χαρτογράφησή του, καταφαίνεται μια πόλη εύθραυστη και χειμαρρόπληκτη, καταδείχνοντας την περιβαλλοντική σημασία των εν λόγω ρεμάτων. Η οποία σήμερα έχει απωλέσει τις υδάτινες οδούς της κι έμεινε απροστάτευτη και γυμνή μπρος στα στοιχεία της φύσης.

Ο μύθος αναφέρει ότι ο Ποσειδώνας και η Αθηνά αγωνίστηκαν για το ποιος θα δώσει το όνομά του στην πόλη που ίδρυσε ο Θησέας στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Ο Ποσειδώνας πρόσφερε ως δώρο στην πόλη το νερό, ενώ η Αθηνά το ελαιόδενδρο. Νίκησε η Αθηνά και έκτοτε η πόλη αυτή διψά… Είναι, θεωρούμε, ο μύθος δηλωτικός για την ύστερη κατάσταση της πρωτεύουσας, όμως ταυτόχρονα δηλοί και το «πρόβλημα» της πόλης, καθόσον το ελλείπον στοιχείο της, το νερό, είναι αυτό που εκφράζεται εμφατικά στην ξηρότη της, πνίγοντάς την κατά την εκδήλωσή του!

ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ…

«…Κάτου στο δρόμο μιαν αυγή
βλέπω μερμήγκια κι έτρεχαν να μπούνε μες τη γη,
και κράζω: «Τα καημένα!».
«Καλέ, τι με λυπάσαι εμένα;»,
είπε ένας μέρμηγκας σοφός.
«Με μόνη εγώ τη μυρουδιά
και μες στης τρύπας την καρδιά
πιο λεύτερα γυρίζω, παρά εσύ στο φως».
(«Μη με λυπάσαι», Αλέξανδρος Πάλλης)

Η Αθήνα δεν είναι υδάτινη πόλη. Δεν έχει έναν ποταμό να τη διασχίζει, δεν έχει μια λίμνη να την «καθρεπτίζει». Της λείπει αυτό το φυσικό προτέρημα που, κακά τα ψέμματα, δίνει άλλη πνοή στο ξηρό και άψυχο αστικό τοπίο. Κι όμως, ετούτη η νεκρή σήμερα, η χωρίς «νευρώνες» πόλη, ήταν κάποτε ζωντανή. Τότε…, που την έρρεαν 700 κανάλια!!! Τα οποία συνέθεταν ένα πολύπλοκο σύμπλεγμα νευρώνων, που αφενός εκτόνωναν τις ορμές της φύσης, κάμνοντας την πόλη ν’ ανασαίνει, χωρίς συμφορισμούς και ανακοπές, και αφετέρου δίναν ζωή στην πόλη, με το φτερούγισμα του πουλιού στην όχθη του ρέματος, με τη ροή του νερού στην κοίτη του, με το αεράκι που κατέβαινε από τους λόφους της κι ακολουθούσε το ρέμα… Εκείνα τα κανάλια, αλί, τα έχασε! Και σήμερα, μόλις και μετά βίας, της έχουν απομείνει 70, και αυτά σκόρπια, ασυνεχή και λεηλατημένα.

Φοβού το ύδωρ

Βράδυ της 2ας Νοεμβρίου του 1977. Δυόμισι ώρες καταρρακτώδους βροχής, ήταν ικανά για να μετατρέψουν το λεκανοπέδιο της Αττικής σε μια τεράστια λίμνη. Αυτοκίνητα, νοικοκυριά και άνθρωποι παρασύρθηκαν από τα βορβορώδη ορμητικά νερά που κατέκλυσαν την πόλη και χιλιάδες ισόγεια και υπόγεια οικήματα πλημμύρισαν. Οι δυτικές συνοικίες αντιμετώπισαν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Εικοσιοκτώ νεκροί άνθρωποι καταγράφηκαν, εκ των οποίων οι δέκα ήταν μικρά παιδιά! Την άλλη ημέρα, κάτω από τον ηλιόλουστο αττικό ουρανό, θ’ αποκαλυφθεί το μέγεθος της καταστροφής. Στους λιμνασμένους χώρους της πόλης, των οποίων το ύψος του νερού έφτανε έως και τα δυόμισυ μέτρα (!), επέπλεαν σκουπίδια, οικιακά σκεύη, ψόφια ζώα, τρόφιμα που διέφυγαν από τα πλημμυρισμένα καταστήματα και πολλά-πολλά άλλα υλικά. Η κίνηση των ανθρώπων, μόνον με βάρκα ήταν δυνατή, ενώ στον Σαρωνικό κόλπο, κοντά στις εκβολές του Κηφισού, επέπλεαν παρασυρμένα αυτοκίνητα και διάφορα αντικείμενα. Μετά δε από δύο εικοσιτετράωρα, στις ακτές της Αίγινας περισυνελέγησαν δύο πτώματα που ξέβρασε ο Κηφισός.

Το συγκεκριμένο πλημμυρικό φαινόμενο δημιούργησε τη δεύτερη μεγαλύτερη καταστροφή αυτής της μορφής που έπληξε το λεκανοπέδιο της Αττικής μετά τον πλημμυρισμό που συνέβη στις 6 Νοεμβρίου του 1961 στο Μπουρνάζι, τις Τζιτζιφιές και τα Σφαγεία, όπου τότε βρήκαν τραγικό θάνατο τριάντα εννέα άτομα κι έμειναν άστεγα 3.000!

Όμως, το κακό δε σταμάτησε εδώ. Σαράντα μόλις ημέρες αργότερα, νέα ισχυρή νεροποντή έπληξε το λεκανοπέδιο. Αυτή τη φορά το πρόβλημα επικεντρώθηκε στα βόρεια προάστια (Χαλάνδρι, Μαρούσι, Κηφισιά, Αγία Παρασκευή, Νέα Φιλαδέλφεια κ.λπ.) Οι εικόνες της καταστροφής επαναλήφθηκαν. Οι νεκροί που καταγράφηκαν αυτή τη φορά ήταν έξι.

Και στις δύο περιπτώσεις, ως αίτια της καταστροφής προσδιορίστηκαν τα μπαζωμένα και χτισμένα ρέματα, και τ’ αποψιλωμένα και οικοπεδοποιημένα βουνά που περικλύουν το λεκανοπέδιο, καθώς και οι εντός του λόφοι, συνδυασμένα όλα τούτα με την έλλειψη καταλλήλων αντιπλημμυρικών έργων και αποχετευτικού δικτύου για την πρωτεύουσα.

Με έφεση στον πλημμυρισμό

Το λεκανοπέδιο της Αττικής, αν και κεκλιμμένο προς τη θάλασσα, με «έφεση» στον πλημμυρισμό, όσο διατηρούσε τα ρέματά του και τα γύρω βουνά του συντηρούσαν βλάστηση, δεν υπόκειτο στο βάσανο των πλημμυρών. Αυτό, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ίσχυε έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1950, με ορισμένες εξαιρέσεις βέβαια.

Αρκεί να ειπωθεί ότι κατά το χρονικό διάστημα 1850-1950 σημειώθηκαν τέσσερα σοβαρά πλημμυρικά συμβάντα στο λεκανοπέδιο, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1951-2003 σημειώθηκαν σαρανταπέντε!

Ως επισήμανση αναφέρεται ότι, εξαιτίας του παλαιόθεν πλημμυρισμού του λεκανοπεδίου και των προσχώσεων των χειμάρρων του, ενώθηκε η Αθήνα με τον Πειραιά, ο οποίος ήταν κάποτε νησί («…τον τε Πειραιά νησιάζοντα πρότερον και πέραν της ακτής κείμενον…», σημειώνε στα «Γεωγραφικά» ο Στράβων). Μάλιστα ο Ξενοφώντας αναφέρει πως, η αβαθής θάλασσα που κάποτε υπήρχε μεταξύ του Νέου Φαλήρου και του λεγομένου Μεγάλου Λιμένος του Πειραιά, είχε διαμορφωθεί από τις προσχώσεις των χειμάρρων σε λιμνοθάλασσα, η οποία κατά τους ιστορικούς χρόνους είχε μετατραπεί σε τέλμα και ονομαζόταν «Αλίπεδον» (Ξενοφ. Ελλην. 2, 4, 30).

Το «κακό» με τα ρέματα του λεκανοπεδίου άρχισε με την εφαρμογή των πρώτων ρυμοτομικών σχεδίων της πόλης των Αθηνών. Σε αυτά, δε λήφθηκε μέριμνα για την πλήρη και απόλυτη προστασία των ρεμάτων της, παρά μόνον για τα μεγαλύτερα (αναφέρεται, για παράδειγμα, ότι το μικρό αλλά επικίνδυνο ρέμα Κυκλοβόρου, μπαζώθηκε και ασφαλτοστρώθηκε, αποτελώντας σήμερα την οδό Μάρνη). Η άναρχη και αυθαίρετη δόμηση του Μεσοπολέμου, καθώς και η βιαστική και πρόχειρη εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων σε ρεμάτιες και παρεμάτιες περιοχές του λεκανοπεδίου, καθώς και σε αναδασωτέες προστατευτικού χαρακτήρα εκτάσεις, επιδείνωσε το ήδη οξυμένο πλημμυρικό πρόβλημα της πρωτεύουσας.

Παρ’ όλα αυτά, η απόκριση των εναπομεινάντων ρεμάτων ήταν –θα λέγαμε– ικανοποιητική, αν και σοβαροί πλυμμυρισμοί συνέβαιναν και παλιά. Αναφέρεται π.χ. η περίπτωση της 14ης-11-1896, όταν μετά από μια ισχυρή νεροποντή πλημμύρισε ο Ιλισός και πνίγηκαν 17 άνθρωποι, που είχαν κατασκευάσει μικρά αυθαίρετα σπιτάκια κοντά στις όχθες του. Από την τότε καταστροφή δεν γλύτωσαν οι Αρμένιοι πρόσφυγες, που είχαν κατασκηνώσει παρά του Ιλισού, έχοντας έλθει κυνηγημένοι στη χώρα μας μετά από τις σφαγές που υπέστησαν από τους Τούρκους. Η εφημερίδα «Εμπρός» περιέγραφε την τραγική τους κατάσταση: «…Ως γνωστόν, παρά τον μύλον του Πανέση είχον στηθή αρκεταί σκηναί υπό τας οποίας εύρον άσυλον οι δυστυχείς Αρμένιοι οίτινες είχον καταφύγει ενταύθα. Τας σκηνάς ανήρπασεν ο ισχυρός άνεμος, το δε ύδωρ παρέσυρε τα ολίγα ενδύματα και λοιπά είδη πρώτης ανάγκης. Και ήδη άστεγοι και πάλιν οι ατυχείς Αρμένιοι περιέρχονται τας οικίας ζητούντες και καθικετεύοντες να τοις δοθή άσυλον. Η θέα των ανθρώπων τούτων συγκινεί και τον απαθέστερον και σκληρότερον άνθρωπον. Κάθυγροι και με αποστάζοντα εκ του ύδατος τα ράκη, άτινα περιβάλλοντα το σώμα των, τρέμουν εκ του ψύχους και της πείνης…»

Οι επιπτώσεις από κείνους τους πλημμυρισμούς, με θύματα ανθρώπους, γινόταν τραγικές ακριβώς επειδή η κατοίκηση περιοχών του λεκανοπεδίου της Αττικής ήταν βιαστική κι άναρχη, λόγω των κοινωνικών συνθηκών και των εθνικών καταστάσεων, κάτι που επιβάρυνε ή ανέτρεπε τη λειτουργία των φυσικών ρευμάτων της πόλης και δημιουργούσε προβλήματα περιβαλλοντικά και κοινωνικά. Οι μεταπολεμικές δεκαετίες του 1950 και 1960, έφεραν την ολέθρια ανατροπή, όταν με την άναρχη και άλογη δόμηση που σημειώθηκε, η οποία επιδεινούμενη συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες, εξαφανίσθηκαν κάτω από το μπετόν και την άσφαλτο χιλιόμετρα ρεμάτων! Από κείθε και ύστερα η Αθήνα πλημμυρίζει μ’ έναν τακτικό και γνώριμο ρυθμό, που καθιστά το φυσικό φαινόμενο ως αναπότρεπτο και μοιραίο, τ’ οποίο, ως αναγκαίο κακό θα πρέπει να το αντιμετωπίζουμε!

Με απόγνωση ο καθηγητής Δημήτρης Πικιώνης σημείωνε το έτος 1954 για την αφροσύνη των Αθηναίων, σε σχέση με τα δύο ιερά τους ποτάμια: «Τι εκάνατε τον Ιλισό και τον Κηφισό, τα δυο αγιάσματά μου; Εβάλατε μέσα τους τους υπονόμους σας, ερίξατε τα νερά των εργοστασίων σας…» (Πικιώνης Δ., «Γαίας ατίμωσις», περιοδικό. «Τεχνικά Χρονικά», τεύχος 58, έτος 1954).

Σήμερα, λόγω της τσιμεντοποίησης, το 65% των όμβριων υδάτων μένει στην επιφάνεια του εδάφους, ενώ παλαιότερα το 35% πήγαινε στη θάλασσα και το 65% διηθείτο στο έδαφος. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΥΔΑΠ του έτους 2001, από τα 2.900 «κρίσιμα» χιλιόμετρα των ρεμάτων της Αττικής (σε σύνολο 4.154 χιλιομέτρων), τα 450 χιλιόμετρα έχουν καταπατηθεί (!) και μόνον σε 187 χιλιόμετρα έχουν πραγματοποιηθεί τεχνικά έργα αντιπλημμυρικής προστασίας. Το σύνολο, δε, των πραγματοποιηθέντων έργων τέτοιας μορφής, αντιστοιχούν στο 40% σε σχέση με αυτά που απαιτούνται για την αντιπλημμυρική θωράκιση της πρωτεύουσας. Στο λεκανοπέδιο, από τα 685 χιλιόμετρα ρεμάτων, έχουν καταπατηθεί τα 45,5 χιλιόμετρα και έχουν πραγματοποιηθεί έργα σε 78,5 χιλιόμετρα. Στα Μεσόγεια και στο Θριάσιο Πεδίο, από τα 506 και 889 χιλιόμετρα ρεμάτων αντίστοιχα, έχουν καταπατηθεί 99,5 και 88,1 χιλιόμετρα, και έχουν διευθετηθεί 6 και 3 χιλιόμετρα αντίστοιχα. Στη λεκάνη του ανατολικού και βόρειου Σαρωνικού, από τα 243 χιλιόμετρα ρεμάτων, έχουν καταπατηθεί τα 28,9 χιλιόμετρα, ενώ έργα διευθέτησης έχουν πραγματοποιηθεί στα 67,5 χιλιόμετρα. Τέλος, στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά και της Σαλαμίνας, από τα 279 χιλιόμετρα ρεμάτων, έχουν καταπατηθεί τα 31,6 χιλιόμετρα και έχουν διευθετηθεί τα 17.

Ο Κηφισός, κατά την επίσημη αλληλογραφία του ελληνικού κράτους με τον πρόεδρο της Επιτροπής Αναφορών του Ευρωκοινοβουλίου κ. Nino Gemelli τον Δεκέμβριο του 2003 αντιμετωπίζεται, από το ύψος του Περιστερίου μέχρι τις εκβολές του, ως υπόνομος!!! Στο ρέμα Χαλανδρίου, στην Α΄ ζώνη προστασίας του, έχουν καταγραφεί από τους Επιθεωρητές Περιβάλλοντος κέντρα διασκέδασης, κατοικίες και ένα γηροκομείο! Ίδια, ίσως και χειρότερη, είναι η κατάσταση και στ’ άλλα, εναπομείναντα, ρέματα του λεκανοπεδίου (της Πικροδάφνης, του Ασωπού, της Πύρνας, της Αγίας Άννης κ.λπ.)

Ένα φαινόμενο φυσιολογικό

Δε χωρεί αμφιβολία ότι ο πλημμυρισμός στο λεκανοπέδιο της Αττικής, ακριβώς λόγω της γεωμορφολογίας και της φύσης του, της αποδάσωσης των γύρωθε βουνών του, της οικοδόμησης των λόφων του, καθώς και της αιφνίδιας και κατακλυσμιαίας μορφής των κατακρημνισμάτων που σημειώνονται, αποτελεί ένα φαινόμενο που μπορεί να θεωρηθεί ως φυσιολογικό, τ’ οποίο όμως, υπό κανονικές συνθήκες, αυτορυθμίζεται από τους φυσικούς μηχανισμούς που ενυπάρχουν στο λειτουργικό του σύστημα.

Έτσι, τα ρέματα των λόφων του Αιγάλεω, έπεφταν κάποτε κατευθείαν στο λιμάνι του Πειραιά ή έσβηναν στην περιοχή του Κερατσινίου. Άλλα ρέματα του όρους Αιγάλεω, έπεφταν μέσα στον Ελαιώνα κι έσβηναν εκεί. Όλα τα υπόλοιπα ρέματα της δυτικής πλευράς του λεκανοπεδίου, συγκεντρώνονταν στον Κηφισό και απ’ εκεί παροχετεύονταν στον Σαρωνικό κόλπο. Τα ρέματα της βόρειας πλευράς κατέληγαν στον Ποδονίφτη, ο οποίος έσμιγε σε κάποιο σημείο με τον Κηφισό.

Βέβαια, όταν ο Κηφισός «φούσκωνε» από νερά, έπεφτε (κι αυτός) ανεξέλεγκτος στον Ελαιώνα. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο δημοσιογράφος και ιστορικός Γ. Παρασκευόπουλος: «…ο άνευ σχεδόν κοίτης Κηφισός εξεχύνετο εις τον Ελαιώνα, μεταβάλλων αυτόν εις τεναγώδη έκτασιν και καταστρέφων το πλείστον μέρος του…» Για την κατάσταση όμως αυτή, δεν ευθύνονται αποκλειστικά τα ακραία καιρικά φαινόμενα, που κατά εποχές σημειωνόταν. Ευθύνονται και οι ίδιοι οι Αθηναίοι που δεν διαχείριζονταν σωστά το ποτάμι τους (τον Κηφισό) και το παραμελούσαν. Μας πληροφορεί σχετικά ο εγκυρότατος στα στοιχεία που δίνει και στις εκτιμήσεις που κάνει, Βαυαρός αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος: «Ο Κηφισός, που οι αποχετεύσεις του, χρόνια τώρα είχαν παραμεληθεί, σχημάτιζε μέσα στους Ελαιώνες μόνιμα τέλματα…» (Παρασκευόπουλος Π. Γ., «Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1935-1907)», φωτογραφική ανατύπωση της έκδοσης του 1907 από τον Δήμο Αθηναίων, Αθήνα 2001, σελ. 102).

Στην ανατολική πλευρά του λεκανοπεδίου της Αττικής κυριαρχούσε ο Ιλισός, στον οποίο συγκεντρωνόταν όλα τα νερά του Υμηττού. «Η οδός η φέρουσα εις τον Πειραιά διά του Ελαιώνος, ήτο πολύ ελώδης, ως εκ των διακλαδώσεων του τότε Ιλισού», ανέφερε ο Βαυαρός αξιωματικός Χριστόφορος Νέεζερ στ’ απομνημονεύματά του [Νέεζερ Χρ., «Τα πρώτα έτη της ιδρύσεως του ελληνικού βασιλείου», απομνημονεύματα Χριστόφορου Νέεζερ, Αθήνα 1936]. Ενώ, νοτιότερα, τα ρέματα της Νέας Σμύρνης, του Μπραχαμίου και της Αμφιθέας, κατέληγαν απευθείας στη θάλασσα, στην περιοχή από τις Τζιτζιφιές μέχρι τον Άλιμο.

Το λεκανοπέδιο, λοιπόν, αν και χειμαρρόπληκτο, λόγω των πολλών χειμαρρικών ρευμάτων του, «είχε τον τρόπο του» ν’ ανταποκρίνεται σε τούτη τη δύσκολη κατάσταση, και τούτο προέκυπτε από τη φυσική λειτουργία του ως προς την ανταπόκρισή του στις καιρικές συνθήκες. Καθότι τα πολλά ρέματά του ήταν εκείνα που εκτόνωναν την χειμαρρικότητα, αποτελώντας τη λύση στο πλημμυρικό του πρόβλημα, χωρίς εντέλει αυτά να το δημιουργούν. Ήλθε όμως ο άνθρωπος, για ν’ ανατρέψει τα ισχύοντα. Η διατάραξη που υπέστη το εν λόγω περιβάλλον από τη βίαιη και χωρίς λογική ανθρώπινη επέμβαση/παρέμβαση, ήταν τόσο ισχυρή, που οι φυσικοί μηχανισμοί του λεκανοπεδίου κατέληξαν ή υπέστησαν «ανήκεστο βλάβη» (είναι χαρακτηριστικό ότι επί της κοίτης του Ιλισού είχε αναπτυχθεί προσφυγικός οικισμός, ο οποίος κατεδαφίστηκε μόλις το 1967 από τη Χούντα, για να διαπλατυνθεί η οδός Μιχαλακοπούλου και για ν’ ανεγερθεί εκεί ξενοδοχείο!). Για τους παραπάνω λόγους, το πλημμυρικό φαινόμενο στο λεκανοπέδιο της Αττικής εκδηλωνόταν (και συνεχίζει να εκδηλώνεται), ανεξέλεγκτο.

Ύδατα χαρίεντα σε τόπο «κατηφή»

Ως ύδατα χαρίεντα περιγράφονταν από τους ιστορικούς και τους συγγραφείς των αρχαίων χρόνων τα νερά των αττικών ποταμών. Η ομορφιά, δε του τοπίου που προσέφεραν ήταν ιδιαίτερη και απαράμιλλη. Τη μοναδικότητα των αττικών νερών μας δίνει ο Ιππόνικος: «Τα νερά της Αττικής έχουν τη δική τους ομορφιά, που μου φτάνει να γευτώ μια σταγόνα για να τ’ αναγνωρίσω αμέσως» («Προς Δημόνικον», α.5).

Δέστε πως ο Πλάτων στον «Φαίδρο» περιγράφει την παρά του Ιλισού περιοχή και συγκρίνετε την εικόνα εκείνη την ειδυλλιακή, με τη σημερινή: «…τα ύδατα του Ιλισσού χαρίεντα και καθαρά και διαφανή, παρά τα οποία μία πλάτανος αμφιλαφής και υψηλή και κάτω από την πλάτανο πηγή χαριεστάτη μάλα ψυχρού ύδατος και τραγούδια τζιτζικιών και ευωδιασμένο αεράκι και χορτάρι για να ξαπλώσει κανείς…» (Πλάτων, «Φαίδρος», απόδοση: Παναγιώτης Ο. Δοίκος, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2006)..

Ομοίως για τον Κηφισό, δίδεται μια χαρακτηριστική περιγραφή στον Οιδίποδα επί Κολωνώ: «…οι ζωηρές πηγές που απομακρύνονται από το ρεύμα του Κηφισού δεν ελλατώνονται ποτέ, αλλά κυλάνε αδιάκοπα με τα καθαρά τους νερά μέσα στην κοιλάδα που πλαισιώνεται από λόφους και τα νερά τούς γονιμοποιούν αμέσως» (Σοφοκλής, «Οιδίπους επί Κολονώ», απόδοση: Αθηνά Μπαζού, εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2001).

Ο Σατωμπριάν, στις αρχές του 19ου αιώνα, βρήκε την κοίτη του Κηφισού «…εν μέσω κορμών ελαιών, αίτινες περίκεινται αυτώ ωσεί ιτέαι». Σημείωνε σχετικά: «Επεύζευσα τότε, ίνα ασπασθώ τον ρύακα τούτον και πίω εξ αυτού, αλλά μόλις εύρον το αρκούν μοι ύδωρ εν κοιλώματί τινί παρά την όχθην, μετατραπέντος του λοιπού προς άρδευσιν των ελαιώνων» (Σατωβριάνδου, «Οδοιπορικόν εκ Παρισίων εις Ιεροσόλυμα και εξ Ιεροσολύμων εις Παρισίους», τόμος Α΄, μετάφραση Εμμανουήλ Δ. Ροίδη, εκ του τυπογραφείου της Αυγής, Αθήνα 1860).

Η «ευλογία» του Κηφισού ποταμού αποδίδεται και μέσα από την περιγραφή του Henri Belle (αναφέρεται στο έτος 1874): «Έτσι, αυτή η στενή λουρίδα (εννοεί τον Κηφισό) που διασχίζει την αττική πεδιάδα, παρουσιάζει ένα σπάνιο θέαμα, σε ζωηρή αντίθεση με τη γύρω περιοχή, μια ολόφρεσκη πρασινάδα, ένα έδαφος πάντα υγρό, ανθισμένα δένδρα και πολύχρωμη χλόη, που ξεκουράζει το μάτι από τα γκρίζα χρώματα και τις άγονες περιοχές του αττικού τοπίου…» (Belle H., «Ταξίδι στην Ελλάδα 1861-1874», μετάφραση: Λίνα Σταματιάδη, εισαγωγή-σχόλια: Γιάννης Γρυντάκης, εκδόσεις Ιστορητής, Αθήνα 1993).

Ο δε J. L. S. Barthordy το 1803 βρήκε τον Ιλισό υπέροχο αλλά εξαντλημένο, διότι το νερό του αντλούνταν για τις αρδεύσεις των γύρω περιβολιών. Ο ποταμός, λέγει, εκμισθωνόταν με την ώρα και το ημίωρο και οι εκμισθωτές είχαν το δικαίωμα στο χρόνο αυτό να τον εκτρέπουν στα κτήματά τους [Barthordy J., «Ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την Ελλάδα (1803-1804), εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1993].

Ο Γάλλος Εντγκάρ Κινέ, κατά την προχωρημένη άνοιξη του 1829, βρήκε τους Ιλισό και Κηφισό να διαρρέονται από νερά (περισσότερο νερό είχε ο Κηφισός), και σημείωνε ότι πρόκειται για στενούς ποταμούς, οι οποίοι χάνονταν στην πλούσια βλάστησή τους. Μάλιστα, αναφέρεται στις αγριόπαπιες που κολυμπούσαν στις όχθες του Κηφισού και πρόσφεραν ένα εξαίσιο θέαμα (Κινέ Ε., «Η Ελλάδα του 1830 και οι σχέσεις της με την αρχαιότητα», μετάφραση: Λίλα Γκινάκα, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1988).

O Δ. Καμπούρογλου, στο έργο του «Αι παλαιαί Αθήναι» (Αθήνα 1922), σημείωνε για τον Ιλισό: «…Η αποφαλάκρωσις του Υμηττού συνετέλεσε βέβαια, εις το να καταντήση ο Ιλισός χείμαρρος, δεν τον έκαμεν όμως κυρίως τούτο να χάση τα νερά του μέχρι αποξηράνσεως… Αφαιρέσατε από τον Ιλισόν τα χώματα και τα χαλίκια, τα οποία τον έχουν καταχώση κατά διαφόρους πλημμύρας, αποδώσατέ του τα νερά που του ανήκουν, και τότε θα ιδήτε αν έχη ή αν δεν έχη νερόν, λαμβανομένου πάντοτε υπ’ όψιν, ότι ουδέποτε υπήρξε βαθύρρους… Και το σπήλαιον και οι βράχοι κατεκερματίσθησαν, ιδρυθέντος εκεί (παρά του Ιλισού) προχείρου λατομείου, προμηθεύσαντος λίθους δι’ αθλίας τινάς οικδομάς, παρατεταγμένας εις το ύψος καλυπτούσας την γελοιότητά των με τενεκέδες του πετρελαίου, ενώ άϋπνοι οι θολοί κρουνοί του νεροχύτου φιλοδωρούν εις τον Ιλισόν πάσαν αυτών την ρυπαρίαν»

Ο ίδιος, στον «Αναδρομάρη της Αττικής» (Αθήνα 1920), αναφέρει: «Αλλά που να ενεπνεύσθη ο Αριστοφάνης την κωμωδίαν του; Παράν τον Ιλισόν, ακούων τους βατράχους της Καλλιρόης, τους ονοματίσαντας και το σημερινόν Βατραχονήσι; Ή κατά τον Κηφισσόν εις τις μικρές και καθαρώτατες λιμνίτσες που σχηματίζονται ακόμη και τώρα, κάτω από τα πλατάνια και κοντά στους νερομύλους;».

Η φύση δεν εκδικείται, απλά αντιδρά

Πως ορίζεται το ρέμα; Ως πτύχωση της επιφάνειας του εδάφους διά της οποίας συντηρείται η απορροή προς τη θάλασσα των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς, αποτελώντας ταυτόχρονα φυσικό αεραγωγό για την πόλη, διαμορφώντας μαζί με τη πανίδα και τη χλωρίδα που το συνοδεύει, ένα οικοσύστημα που συμβάλλει πολλαπλώς στην ισορροπία του αστικού περιβάλλοντος (πρακτ. Συνεδρ. Σ.τ.Ε. 195 και αποφάσεις 246/2000, 505 και 511 και 673/2001, 602/2002 κ.α.) Στα παραπάνω, που προέρχονται από νομικό κείμενο, προστίθεται και η επιστημονική θεώρηση, που λέγει ότι τα ρέματα θα πρέπει να μένουν ανοιχτά και να μην μετατρέπονται σε κλειστούς αγωγούς, διότι αποτελούν ελεύθερους χώρους και χώρους διέλευσης του αέρα (Γ. Τσακίρης, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα 2001).

Εφόσον, λοιπόν, η παραπάνω λειτουργία του ρέματος, για λόγους ανθρωπογενείς κυρίως, δεν υφίσταται, λογικό επόμενο είναι να υπάρξει πλημμυρισμός στην υποκείμενη περιοχή, στην ανυπεράσπιστη (με δική της ευθύνη) πολιτεία˙ η οποία έτσι, έχει χάσει και τα «προνόμια» (σύμφωνα με τα παραπάνω), που τα ρέματά της προσέφεραν.

Επομένως, ο σημερινός πλημμυρισμός της πόλης αποτελεί συνέπεια ανθρώπινων χειρισμών και δημιουργίας καταστάσεων, κι όχι απόρροια κάποιας φυσιολογικής διαδικασίας. Αυτό ας το κρατήσουμε καλά στο μυαλό μας διότι συνιστά την ευθύνη που ως προς τούτο ο άνθρωπος έχει, με τις πράξεις του και τις ανοχές του. Μια ευθύνη που η συνειδητοποίησή της θα καθορίσει την παραπέρα στάση ζωής μας σε σχέση με τη φύση και το περιβάλλον όπου διαβιούμε.

Το ρέμα, όμως, δεν περιορίζεται στον στενό οπτικό μας ορίζοντα. Σ’ αυτόν που μάθαμε (ή καλλίτερα, που μας έμαθαν) ν’ αντιλαμβανόμαστε και σε αυτόν να λειτουργούμε. Αν κοιτάξουμε λίγο ψηλότερα, στα γύρωθέ μας βουνά, θα διαπιστώσουμε ότι και εκείνα αποτελούν τμήματα ρεμάτων. Διότι, απ’ εκεί θα ξεκινήσει ο μεγάλος όγκος των νερών, για να κυλήσει προς τα κατάντη. Για ν’ ακολουθήσει τα κανάλια και να καταλήξει στη θάλασσα. Όσο πιο γυμνά είναι τα βουνά αυτά, τόσο μεγαλύτερος θα είναι ο όγκος του νερού που θα ρεύσει στα κατάντη (η βλάστηση που λείπει, θ’ απορροφούσε/κρατούσε τη μεγαλύτερη ποσότητα υδάτων) και, κατά συνέπεια, ο πλημμυρισμός που θα επέρχεται κάθε φορά, θα γίνεται μεγαλύτερος και πιο καταστροφικός.

Τα βουνά που περιβάλλουν το λεκανοπέδιο έχουν σε μεγάλο βαθμό απωλέσει τη βλάστησή τους ή αυτή έχει υποβαθμιστεί τόσο, ώστε να μην μπορεί πλέον να επιτελέσει το λειτουργικό της ρόλο. Τα εν λόγω βουνά, με την μορφή που σήμερα παρουσιάζουν, αποτελούν τελικά παράγοντα της κρίσης. Έχει, συγκεκριμένα, παρατηρηθεί ότι εμφανίζεται μεγαλύτερη πλημμυρική απορροή στις λεκάνες απορροής του Υμηττού και της Πεντέλης, όπου η δάσωση των βουνών είναι μικρή, σε σχέση με της Πάρνηθας και του Σαρανταπόταμου, όπου η δάσωση εκεί είναι μεγαλύτερη (Μπαλούτσος, 1997).

Παρατηρώντας, δε, σημεία των βουνών αυτών, διαπιστώνουμε ότι λεκάνες απορροής ρεμάτων –ένα από τα πλέον ενεργά τμήματά τους– έχουν πλήρως αλλοιωθεί, αφού υπέστησαν έως και τον «εκβαρβαρισμό» της δόμησης. Το διανοείστε; Μπορείτε να συλλάβετε το μέγεθος ετούτης της ανοησίας; Δομήθηκαν οι συλλεκτήριες λεκάνες των ρεμάτων και εν συνεχεία αποκλείστηκαν οι δρόμοι διαφυγής των νερών. Δεσμευμένα και εγκλωβισμένα λοιπόν τα ύδατα, πού θα ρεύσουν; Πώς είναι δυνατόν να εκτονωθεί το φαινόμενο; Τ’ αδιέξοδα που εμείς δημιουργήσαμε και τα οποία μας καταδυναστεύουν και μας τιμωρούν, είναι η αιτία του κακού. Κι όχι η «θυμωμένη φύση». Η φύση δεν εκδικείται, όπως κακώς λέγεται. Η φύση λειτουργεί (ή αντιδρά αν θέλετε), βάσει των συνθηκών και των δεδομένων που αντιμετωπίζει, προσπαθώντας νάβρει διέξοδα και ισορροπίες.

Την πόλη αυτή, την Αθήνα, την έχει αδικήσει η φύση ως προς τούτο: δεν της έδωσε νερά και της στέρησε τις εξ αυτών χάρες. Όμως τη γύμνασε ώστε να μπορεί να ζει με αυτή την έλλειψη και να γεύεται την κάθε σταγόνα νερού που τη γη της ποτίζει. Τη γύμνασε ώστε να εκτιμά το λιγοστό που της προσφέρεται και να το φυλάττει ως κάτι πολύτιμο. Τη γύμνασε για να μπορεί να υποδεχτεί την όποια αντίδραση της φύσης, η οποία κάποιες φορές κρίνεται ως οριακή, πλην όμως προκύπτει ως απόρροια μιας λογικής που η ίδια η φύση γνωρίζει και που, αλί, εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε!

Σημείωνε σχετικά ο Ελβετός περιηγητής Charls Schaub (ο οποίος επισκέφτηκε την Ελλάδα τα έτη 1840 και 1862): «Πολύς λόγος έγινε και κατά τους αρχαίους και τους νεώτερους χρόνους περί του αγόνου και ανύδρου εδάφους της Αττικής, αλλά ομολογώ ότι η πραγματικότης υπερέβη παν ότι περί τούτου είχον φανταστεί. Οι αγροί, ιδίως κατά την ακμή του θέρους, είναι τόσον απεξηραμένοι, ώστε παρουσιάζουν όψιν φαιάν». O ίδιος, επίσης, λέγει: «…Εις μίαν χώραν ως η Αττική, μία πηγή είναι πράγμα πολύτιμον και εκείνοι που προβαίνουν εις την κατασκευήν των πρέπει να θεωρούνται ως πραγματικοί ευεργέται» [ στο: Ενεπεκίδης Κ. Π., «Αθηναϊκά-Αττικοβοιωτικά-Δωδεκανησιακά (1810-1980)», εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 1991].

Η αττική γη, η λεπτόγεως γη, μα και η διά τούτο όμορφη, στηρίχτηκε στις λιγοστές της άμυνες και στάθηκε χρόνους ολάκερους, ακεραία και πλήρης. Ο άνθρωπος που ήλθε, ο τραγικός επίγονος, την καταδίκασε σ’ έναν αργό βασανιστικό θάνατο. Την τεμάχισε, την αποσύνθεσε, την αποδυνάμωσε. Της στέρησε τους υδάτινους δρόμους της και την απέκλεισε. Σε αυτή τη γη κατοίκησε, πά σε μιαν εντέλει αδύναμη γη…

Φωτογραφία: «Εις την σχηματισθείσαν λίμνην Τζιτζιφιών…» (εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, φύλλο 23ης-11-1934).

The post Ο πλημμυρισμός του λεκανοπεδίου της Αττικής: Μια παλιά ιστορία! first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/01/26/o-plimmyrismos-lekanopedioy-tis-attikis-mia-palia-istoria/feed/ 0 21962
Tο δόγμα της ανάπτυξης …και η απώλεια του ανθρώπου https://www.aftoleksi.gr/2025/09/24/to-dogma-tis-anaptyxis-kai-apoleia-anthropoy/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=to-dogma-tis-anaptyxis-kai-apoleia-anthropoy https://www.aftoleksi.gr/2025/09/24/to-dogma-tis-anaptyxis-kai-apoleia-anthropoy/#respond Wed, 24 Sep 2025 04:45:35 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=20825 Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο). Η ανάπτυξη καταδυναστεύει τον άνθρωπο! Τη καταδυνάστευση αυτή θα τη δείξουμε κάνοντας μιαν ιστορική αναφορά. Θ’ αναφερθούμε στην περίοδο μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τότε, θυμηθείτε…, λέγονταν πως η ανάπτυξη θα προέλθει από την εκμετάλλευση πηγών, πόρων και αγαθών, που είναι προσφερτά στον άνθρωπο από τη φύση ή [...]

The post Tο δόγμα της ανάπτυξης …και η απώλεια του ανθρώπου first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο).

Η ανάπτυξη καταδυναστεύει τον άνθρωπο! Τη καταδυνάστευση αυτή θα τη δείξουμε κάνοντας μιαν ιστορική αναφορά. Θ’ αναφερθούμε στην περίοδο μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τότε, θυμηθείτε…, λέγονταν πως η ανάπτυξη θα προέλθει από την εκμετάλλευση πηγών, πόρων και αγαθών, που είναι προσφερτά στον άνθρωπο από τη φύση ή που θα δημιουργηθούν από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Υποστηρίζονταν πως η φθηνή πυρηνική ενέργεια και οι μηχανές θ’ απαλλάξουν τον άνθρωπο από περιττές και χρονοβόρες ενέργειες δίνοντάς του τη δυνατότητα για την «καλή» ζωή στα πλαίσια της κοινωνίας των ανθρώπων, ζώντας με την οικογένεια και τους φίλους όμορφες, ξέγνοιαστες στιγμές απόλαυσης, έχοντας τον προσωπικό χρόνο αφιέρωσης στον εαυτό, στους γύρω και στο περιβάλλον του (ας φέρουμε στο νου τις μεταπολεμικές αμερικάνικες διαφημίσεις, που προμοτάριζαν το «αμερικάνικο όνειρο» και παρουσίαζαν οικογένειες, φίλους, ανθρώπους λειτουργούντες στο σύστημα της ανάπτυξης, σε στιγμές ευτυχίας ν’ απολαμβάνουν ξέγνοιαστοι τα προσφερόμενα αγαθά της).
Είναι χαρακτηριστική ως προς τούτο η αποστροφή των λόγων του Charles Darwin, εγγονού του Δαρβίνου, ο οποίος σ’ ένα δοκίμιό του το έτος 1956, σημείωνε με κάποιο σαρκασμό για τα μέλλοντα, σε σχέση με το πώς οι άνθρωποι, έχοντας πολύ ελεύθερο χρόνο, θα βρίσκουν τρόπους για να τον καλύπτουν δημιουργικά: «Είναι άραγε η πλειονότητα της ανθρωπότητας πραγματικά ικανή ν’ αντιμετωπίσει την επιλογή αργόσχολων απολαύσεων ή θα παραστεί ανάγκη να παρασχεθεί στους ενήλικες κάτι σαν τα υποχρεωτικά παιχνίδια των σχολιαρόπαιδων για ν’ απασχολούνται στον ελεύθερο χρόνο τους;» (Darwin Ch., «Η εποχή της σχόλης», magazine «New Scientist», 1956).
Πόσο έξω έπεσαν όλοι κείνοι οι «ρομαντικοί» της ανάπτυξης! Πόσο τραγικά τους διέψευσε η ίδια η ανάπτυξη όταν κλήθηκε να υποστηρίξει τη μεγέθυνση του ανθρώπου! Η ανάπτυξη γίνηκε τόσο σπάταλη, που εξόν από πόρους κι ενέργεια απαίτησε και το χρόνο του ανθρώπου, ο οποίος αφιερώνεται πλέον ολοκληρωτικά σε αυτήν και στα επιτεύγματά της. Ο άνθρωπος στις μέρες μας εργάζεται όλο και περισσότερο, συνεχώς κι ακαταπαύστως, ενώ όταν δεν το κάνει, αφιερώνεται στις προσφορές της ανάπτυξης, κατευθυνόμενος από το marketing για τη συνεχή παραγωγή νέων αγαθών. Χάνει έτσι τον εαυτό του, δαπανούμενος κατ’ ουσίαν στις απαιτήσεις της ανάπτυξης ή στις προσφορές της!
Θυμηθείτε τον Έλληνα της μεσημεριανής σιέστας. Θυμηθείτε τον απλοέλληνα της αυλής, που απολάμβανε τον ίσκιο της κληματαριάς χωρίς άγχη. Θυμηθείτε τη γιαγιά στο κατώφλι με το πλεκτό της ν’ ασκείται με το καλημέρισμά της στην κοινωνία της με τους περαστικούς, με τους γειτόνους, με τους οικείους. Θυμηθείτε τον υπαίθριο άνθρωπο, αυτόν που με κάθε ευκαιρία ξεχύνονταν στη φύση για να γευτεί τις χάρες της, αυτόν που ήθελε το μπαλκόνι, το αίθριο στην πόλη, για να μπορεί να επικοινωνεί με τα φυσικά στοιχεία του αστικού περιβάλλοντος και να προσλαμβάνει αναπνοές φύσης.
Η κοινωνία των ανθρώπων ήταν υπέρτερη της οικονομίας του συστήματος, καθώς θεωρούνταν (και ορθά) πως η οικονομία πρέπει να εξυπηρετεί την κοινωνία, χωρίς να τη θίγει με τον τρόπο που εφαρμόζεται. Η αντίστοιχη, μετά τούτων, διάθεση χρόνου για την ανθρώπινη επαφή ήταν πολυτιμότερη από αυτήν της εργασίας, πέραν φυσικά του απαραίτητου χρόνου που της διατίθετο προκειμένου να εξυπηρετείται ο βασικός κανόνας της αξιοβίωσης των ανθρώπων.
Όλα τούτα όμως, τα έσβησε η μετανεωτερική οικονομική αντίληψη της ζωής. Η φθοροποιός δαπάνη του ανθρώπου στην εργασία για την οικονομία υπολογίζεται πλέον ως η εξ ανάγκη κατάστασή του, μια συνθήκη βίου που την επιβάλλει το κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο ζωής, το αγόμενο από την ελεύθερη αγορά, την προσανατολισμένη στην έννοια της ανάπτυξης. Ο άνθρωπος πια δεν έχει χρόνο για τον εαυτό του και για τους γύρω, για το περιβάλλον και την κοινωνία του, αφού τον σύνολο παραγωγικό χρόνο του τον απαιτεί η εργασία. Κουρασμένος και αποκαμωμένος από την εργασιακή διαπάλη, αισθάνεται κατατονικός και μη δυνάμενος για τους οικείους και τον συνάνθρωπο, για τους γύρω και τα γύρα. Είναι ένας άνθρωπος σε κοινωνική αποδρομή, μα μολοντούτο είναι ένας άνθρωπος σ’ εργασιακή δυναμική. Είναι αφιερωμένος στην εργασία και στην επιτυχία της. Ο ελεύθερος χρόνος του, ο οποίος μπορεί να τον προσδιορίσει κοινωνικά κι ανθρώπινα, έχει κυριολεκτικά υποκλαπεί από την εργασία, την ασκούμενη στα πλαίσια της ανάπτυξης.
Ο ελεύθερος χρόνος του ανθρώπου λοιπόν, όπως τον ευαγγελίζονταν οι «ρομαντικοί» της ανάπτυξης, απεδείχθη μιαν ουτοπία των νεοκαιρών. Την ιδέα μολοντούτο του ελεύθερου χρόνου, τον αφιερωμένο στον άνθρωπο, την εξέθρεψε η ίδια η ανάπτυξη, που όμως απεδείχθη φαύλη ως προς τις διακηρύξεις της!..
*από το τρίτομο πόνημά του Αντωνίου Καπετάνιου “Υλήεσσα Χώρα. Κείμενα ευθύνης για το περιβάλλον”, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2022.

The post Tο δόγμα της ανάπτυξης …και η απώλεια του ανθρώπου first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/09/24/to-dogma-tis-anaptyxis-kai-apoleia-anthropoy/feed/ 0 20825
Ερημοποιούμαστε ως χώρα και ως ψυχές!… https://www.aftoleksi.gr/2024/08/12/erimopoioymaste-os-chora-os-psyches/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=erimopoioymaste-os-chora-os-psyches https://www.aftoleksi.gr/2024/08/12/erimopoioymaste-os-chora-os-psyches/#respond Mon, 12 Aug 2024 06:44:47 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=17023 Kείμενο: Αντώνιος Β. Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος με ειδίκευση στην προστασία των δασών. Περισσότερα κείμενά του διαβάζουμε εδώ. Τα είχαμε πει και παλαιότερα, τα λέμε κάθε χρόνο, που δυστυχώς έχουμε και μια νέα οικολογική καταστροφή στη χώρα λόγω των μεγα-δασοπυρκαγιών που συμβαίνουν, τις σύγχρονες «οικολογικές μας Χιροσίμες». Είναι προφανές, κατάδεικτο, ότι πια το παρόν μοντέλο δασοπυρόσβεσης που εφαρμόζεται, παρά [...]

The post Ερημοποιούμαστε ως χώρα και ως ψυχές!… first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Kείμενο: Αντώνιος Β. Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος με ειδίκευση στην προστασία των δασών. Περισσότερα κείμενά του διαβάζουμε εδώ.

Τα είχαμε πει και παλαιότερα, τα λέμε κάθε χρόνο, που δυστυχώς έχουμε και μια νέα οικολογική καταστροφή στη χώρα λόγω των μεγα-δασοπυρκαγιών που συμβαίνουν, τις σύγχρονες «οικολογικές μας Χιροσίμες». Είναι προφανές, κατάδεικτο, ότι πια το παρόν μοντέλο δασοπυρόσβεσης που εφαρμόζεται, παρά τη γιγάντωσή του σε μέσα και προσωπικό, είναι όχι απλά αναποτελεσματικό, αλλά καταστροφικό. Κι ότι, εξαιτίας και τούτου του γεγονότος, το φυσικό περιβάλλον της Ελλάδας γίνεται κάθε χρονιά και φτωχότερο, οδηγούμενη η χώρα στην ερημοποίησή της!

Πάντα, για κάθε καταστροφικό γεγονός δασοπυρκαγιάς υπάρχει η εύσχημη δικαιολόγηση της κατάστασης: φταίει ο καύσωνας, φταίνε οι άνεμοι, φταίει η “κλιματική κρίση” (όπως νεωτερικώς βαπτίστηκε η κλιματική αλλαγή) – (εξού και οι μεγαπυρκαγιές στη χώρα…), φταίνε οι εμπρηστές, φταίει γενικώς “ο κακός μας ο καιρός” (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Όμως εκείνο που βασικά φταίει είναι η κακή δασοπροστασία-δασοπυρόσβεση, που ξεκινά από το ζήτημα της πρόληψης και φτάνει στο κρίσιμο ζήτημα της κατάσβεσης. Και είναι βασικό να κατανοηθεί πως αυτά τα δύο ζητήματα, η πρόληψη και η καταστολή, είναι αλληλένδετα, και πως πρέπει ν’ ασκούνται από ένα όργανο, που θα έχει και τη συνολική ευθύνη της κατάστασης. Το πώς στην καλή μας την Ελλάδα αυτά κατορθώσαμε με μια έωλη δικαιολογητική λογική να τα διαχωρίσουμε, και να πούμε ότι την πρόληψη ασκεί η δασική υπηρεσία και την καταστολή η πυροσβεστική υπηρεσία, ε αυτό με αφήνει (χρόνους τώρα…) κυριολεκτικά εμβρόντητο (με ταράσσει δε, και με κάμνει να εξανίσταμαι, ως επιστήμονα περί της δασοπροστασίας…)

Μας είπαν, μάλλον θα το ξαναπούν…, να μην κάνουμε “κριτική του καναπέ” (ή “της πολυθρόνας”). Γιατί έτσι αερολογούμε και μόνον κακό κάμνουμε στην ίδια τη φύση. Όμως κρίνουμε διότι γνωρίζουμε ως ειδικοί επιστήμονες, και μάλιστα επί του πεδίου, αφού “μπαρουτοκαπνιστήκαμε” στις δασικές πυρκαγιές, κι όχι “επί του καναπέως”, όπως μας κατηγορούν, κι έχουμε το δικαίωμα και την υποχρέωση να το κάμνουμε, όσο το μπορούμε και μας “αφήνουν να μιλούμε”, διότι πρέπει ν’ αλλάξει αυτή η τραγική κατάσταση. Και ως προς τούτο θεωρούμε ότι η κριτική μας συμβάλλει.

Τι πρέπει να γίνει, λοιπόν; Πρέπει να γίνει κείνο που χρόνους πριν σχεδιάστηκε, και για πολιτικούς λόγους δεν τελεσφόρησε – σήμερα δε, για λόγους “άλογους” δεν βλέπεται ως λύση στο πρόβλημα δασοπροστασίας της χώρας.

Η ίδρυση Ενιαίου Φορέα Δασοπροστασίας, που προβλεπόταν στο άρθρο 37 του νόμου 1845/1989, αποτελεί τον βασικό-κεντρικό πυλώνα της ουσιαστικής δασοπροστασίας. Η λειτουργία του, σύμφωνα με τα τότε προβλεπόμενα, θα είχε κάθετη δομή και την πλήρη ευθύνη για την προστασία των δασών σε όλα τα στάδια της δασοπροστασίας, ήτοι την πρόληψη, τη διαχείριση, την ανάπτυξη, αλλά και τη δασοπυρόσβεση, δηλαδή την αντιμετώπιση όλου του κύκλου κι όλων των παραγόντων που συνδέονται άμεσα και καθοριστικά με την υγεία και την προστασία των δασών.

Στα πλαίσια αυτού του φορέα εντάσσονταν και η ίδρυση του Δασικού Σώματος. Αυτό το Σώμα θα ήταν ένα ανεξάρτητο (της πυροσβεστικής υπηρεσίας) Σώμα, που θ’ ασχολείτο αποκλειστικά με την πρόληψη (οργανώνοντας, σε συνεργασία με τη δασική υπηρεσία, προγράμματα καθαρισμών, διαχείρισης και φύλαξης των δασών) και την καταστολή των δασικών πυρκαγιών.

Κάποτε το Σώμα αυτό δημιουργήθηκε στα χαρτιά, καταργήθηκε όμως στην πράξη! Συγκεκριμένα, με το Προεδρικό Διάταγμα αριθμ. 242/16‐6‐1993, δημοσιευμένο στο ΦΕΚ 107/Α ́/22‐6‐1993, θεσμοθετήθηκε η σύσταση του Δασικού Σώματος (ΔΑ.ΣΩ.), για την προστασία των δασών της χώρας «από κάθε φύσεως κινδύνους και ιδιατέρως από τις πυρκαγιές».

Είναι περιβαλλοντικό το έγκλημα που γίνεται κάθε χρόνο στην Ελλάδα με τις μεγαπυρκαγιές που συμβαίνουν. Και πρέπει ν’ αποδοθούν, επιτέλους, οι διαχρονικές ευθύνες, κατά βάσιν σε πολιτικό επίπεδο, καθώς και σε επιχειρησιακό, για το έγκλημα αυτό!

Η δασοπυρόσβεση που εφαρμόζεται είναι καταστροφική, κι εξ αυτού του λόγου εγκληματική. Τα λέγαμε από θέσεις διοικητικής ευθύνης και τα γράφαμε επί χρόνια. Λέγαμε ότι θα πρέπει να συγκροτηθεί το δασοπυροσβεσικό σώμα, που θα ασχολείται αποκλειστικά με τις δασικές πυρκαγιές, καθώς και με τη δασοπροστασία συνολικά, για να προστατευτεί επιτέλους ο εναπομείναν φυσικός μας πλούτος. Μας αγνοούσαν και μάς επέκριναν μάλιστα για την “αδόκιμη” και “άστοχη”, όπως τη χαρακτήριζαν, επιμονή μας. Τα τραγικά αποτελέσματα των πολιτικών αυτών για το περιβάλλον της χώρας και τις περιουσίες των πολιτών, τα πληρώνουμε δυστυχώς ακριβά κάθε χρονιά όλο και περισσότερο!..

Ερημοποιούμαστε, έτσι, ως χώρα και ως ψυχές…

(Η μεγαπυρκαγιά στον Βαρνάβα Αττικής, που ξεκίνησε την 11η-8-2024, κατακαίει φυσικές αναδασώσεις, δημιουργημένες μετά από προηγούμενη πυρκαγιά – το δάσος εν προκειμένω ΧΑΝΕΤΑΙ…)

——————————————————

ΒΛ. ΣΧΕΤΙΚΑ:

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από τη δασοπυρόσβεση (εν σχέσει με την πυροσβεστική υπηρεσία σήμερα)

Μεσόγειος – Έρημη και πολεμοχαρής

The post Ερημοποιούμαστε ως χώρα και ως ψυχές!… first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/08/12/erimopoioymaste-os-chora-os-psyches/feed/ 0 17023
Ορίζοντας το «δάσος»: Οι πρώτες διατάξεις & η προστασία του https://www.aftoleksi.gr/2024/01/16/orizontas-to-dasos-oi-protes-diataxeis-amp-prostasia/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=orizontas-to-dasos-oi-protes-diataxeis-amp-prostasia https://www.aftoleksi.gr/2024/01/16/orizontas-to-dasos-oi-protes-diataxeis-amp-prostasia/#respond Tue, 16 Jan 2024 10:45:49 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=15318 Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του δασολόγου Αντώνιου Καπετάνιου, Δάσος Είναι… Πώς το δάσος ορίζεται στη δασική νομοθεσία;, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2024, (διαθέτης: https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=65578). Το βιβλίο πραγματεύεται τον ορισμό του δάσους στη δασική νομοθεσία (νομικός ορισμός του δάσους), όπως μέσα από τα κατά καιρούς δασικά νομοθετήματα (το δασικό δίκαιο) αυτό θεωρήθηκε και ορίστηκε, από την [...]

The post Ορίζοντας το «δάσος»: Οι πρώτες διατάξεις & η προστασία του first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του δασολόγου Αντώνιου Καπετάνιου, Δάσος Είναι… Πώς το δάσος ορίζεται στη δασική νομοθεσία;, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2024, (διαθέτης: https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=65578). Το βιβλίο πραγματεύεται τον ορισμό του δάσους στη δασική νομοθεσία (νομικός ορισμός του δάσους), όπως μέσα από τα κατά καιρούς δασικά νομοθετήματα (το δασικό δίκαιο) αυτό θεωρήθηκε και ορίστηκε, από την έναρξη λειτουργίας του νέου ελληνικού κράτους μέχρι και σήμερα.

«Η αντίληψη για το δάσος συντελεί στην προστασία του, και ορίζοντάς το νομικά, το προσδιορίζεις κατά τον τρόπο που το προσλαμβάνεις για να το προστατεύσεις. Συνεπώς η διάταξη ορισμού του δάσους αποτελεί την κορυφαία διάταξη της δασικής νομοθεσίας, και για το λόγο τούτο η πραγμάτευσή της απαιτείται ειδικά και σε βάθος· κάτι που επιχειρείται με το παρόν πόνημα».

«Όποιος δεν φύτεψε ένα δένδρο, δεν πρέπει να ξαπλώνει στη σκιά του».
(Λαϊκή παροιμία)

Ξεκινώντας με την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, διαπιστώνουμε ότι στα νομοθετήματα των Βαυαρών, αρχομένων με το νομοθετικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 1836 «Περί των εις τα δάση γενομένων ανομημάτων», δεν ορίζεται το τι εστί δάσος. Οι Βαυαροί, έχοντας τη νοοτροπία των Βορείων, όντας εξοικειωμένοι με την εικόνα των δασοβριθών τόπων, θεωρούσαν δεδομένη την έννοια του δάσους και μη αμφισβητήσιμη, και επομένως την προστασία τους, και ως εκ τούτου δεν ήταν απαραίτητο να την προσδιορίσουν νομικώς. Αυτή η αντίληψη είναι εμφανής στα νομοθετήματα που συνέταξαν, εμπνεύσεως του νομομαθούς της Αντιβασιλείας Γκέοργκ Μάουρερ, στα οποία χρησιμοποιείται το «δάσος» ως αυτονόητη έννοια· κοινή για τον πολίτη, σύμφωνα με την αντίληψη για το φυσικό περιβάλλον, και προσδιορισμένη σαφώς στην ιδέα και την αντίληψη των Βορείων.

Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός της θεώρησης που υπήρχε για το δάσος από τους Έλληνες, σε σχέση με την αντίστοιχη από τους Βαυαρούς, τούτο που αναφέρεται από τον Μάουρερ στο μνημειώδες έργο του για την Ελλάδα με τον τίτλο «Ο ελληνικός λαός», ότι (σύμφωνα με τα λόγια του) «όταν πρωτοήρθαμε στην Ελλάδα, όλοι μας έλεγαν, κατά την αντίληψη που επικρατούσε, ότι δεν υπάρχουν πουθενά εθνικά δάση, όμως εμείς βρήκαμε τουλάχιστον τρία, από βελανιδιές και οξιές, στη Μεσσηνία, στην Εύβοια και τη Ρούμελη. Για να τα διαφυλάξουμε, τοποθετήσαμε μερικούς νεαρούς Γερμανούς δασολόγους, και με κανονισμό του Υπουργείου των Οικονομικών ρυθμίστηκε και η υλοτομία, γιατί στον τομέα αυτόν δεν υπήρχε πριν κανένας έλεγχος» (Maurer G. L., Ο ελληνικός λαός. Δημόσιο, ιδιωτικό και εκκλησιαστικό δίκαιο από την έναρξη του αγώνα για την ανεξαρτησία ως την 31 Ιουλίου 1834, μετάφραση: Όλγα Ρομπάκη, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1976, σελ. 588).

Σημειώνεται ότι κατά την αντίληψη των Βορείων, δάσος ήταν το αποτελούμενο έδαφος από υψηλή δασική βλάστηση κι όχι από θαμνώδη ή χαμηλή, ενώ οι Έλληνες θεωρούσαν την παντού κείμενη άγρια βλάστηση ως χαρακτηρίζουσα την έκταση σα βοσκότοπο. (…)

Από τα πρώτα λοιπόν νομοθετήματα που συνέταξαν οι Βαυαροί, ήταν και για τα δάση, που συνετάχθησαν στη βάση της γερμανικής περιβαλλοντικής κουλτούρας και κατά το πνεύμα της γερμανικής αυστηρότητας. Έβαλαν, έτσι, δι’ αυτών των νομοθετημάτων τις βάσεις συγκρότησης της δασικής προστασίας της δασικής νομοθεσίας, καθώς και της ανάπτυξης των δασών, σ’ ένα κράτος που τότε δημιουργείτο – τούτο πρέπει να τους το αναγνωρίσουμε…

Είχαν ν’ αντιμετωπίσουν κτητικές και φθαρτικές νοοτροπίες στον ορεινό χώρο, τόσον στη χρήση των εδαφών όσον και των δασών, απορρέουσες από το κακό παρελθόν της σκλαβιάς (περίοδος Τουρκοκρατίας). Έθεσαν, έτσι, υπό την εποπτεία της κρατικής διοίκησης τον ορεινό χώρο και τον οργάνωσαν εξαρχής, όπως φαίνεται και από τη μαρτυρία του Μάουρερ, που αναφέρει, όπως προεκτέθηκε, ότι έφερε Γερμανούς δασολόγους για να καθοδηγήσουν ως προς την προστασία και διαχείριση των ελληνικών δασών. (…)

Για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε ορισμός του δάσους σε νομοθέτημα, κι έκτοτε καθιερώθηκε ως ο αποκαλούμενος «νομικός ορισμός» του δάσους, στο νόμο ΑΧΝ΄ «Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών» της 14ης Ιανουαρίου 1888. Θεωρήθηκε δε απαραίτητο στο παρόν νομοθέτημα να οριστεί η έννοια του δάσους ελλείψει επιστημονικού ορισμού (δεν υπήρχε στην ελληνική πραγματικότητα η επιστήμη της δασολογίας, ακόμα), καθότι η οροθεσία των δασών, που με αυτό το νομοθέτημα επιδιώκονταν, απαιτούσε σαφή προσδιορισμό τους. Μολαταύτα, ακόμα κι όταν θεμελιώθηκε στην Ελλάδα η δασολογική επιστήμη και εμπεριείχετο πλέον ο ορισμός του δάσους σε επιστημονικά συγγράμματα, μετά την ίδρυση της Ανωτέρας Σχολής Δασολογίας το έτος 1917 (στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αρχικά, ενώ κατόπιν μεταφέρθηκε στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης το έτος 1927), συνέχισε ο νομοθέτης να διατυπώνει ορισμό του δάσους (το «νομικό ορισμό»), βασιζόμενος ωστόσο στην επιστήμη, χωρίς όμως και να ταυτίζεται με αυτήν.

Σύμφωνα λοιπόν με τον ορισμό του νόμου ΑΧΝ΄/1888, στο άρθρο 1 του νόμου, «δάσος είναι κάθε επιφάνεια του εδάφους που καλύπτεται εν όλω ή εν μέρει από άγρια ξυλώδη φυτά, οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, προοριζόμενη είτε για την παραγωγή ξυλείας είτε για την παραγωγή άλλων προϊόντων». Ενώ, «δασικά εδάφη είναι οι εντός των δασών ασκεπείς εκτάσεις, οι ασκεπείς κορυφές ορέων και οι πλευρές αυτών, με κατωφέρεια πέραν του 36%». Διαπιστώνουμε, διατρέχοντας τη δασική ιστορία κατά τα επόμενα χρόνια, ότι η διατυπωθείσα εν προκειμένω κατάταξη (δάση και δασικά εδάφη) αποτέλεσε τη βάση ορισμού των δασών για τα ογδόντα περίπου επόμενα έτη λειτουργίας του ελληνικού κράτους!

Φωτογραφία: Σιέστα στο ελληνικό πευκοδάσος. Ελλάδα, δεκαετία 1950 (φωτογραφία: Anna Riwkin).

Το ενδιαφέρον εντούτοις του νόμου εστιάζεται στο άρθρο 2 αυτού, που αναφέρεται στα εδάφη που προορίζονται για το σχηματισμό δάσους, τα οποία βρίσκονται προφανώς εκτός του δάσους, και τα οποία, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη, αποτερματίζονται και οριοθετούνται. Αυτά τα εδάφη προσδιορίζονται επίσης ως «δασικά εδάφη». Τούτο αποτελεί μια νέα διάσταση στη θεώρηση του φυσικού περιβάλλοντος, σε σχέση με τις νοοτροπίες που επικρατούσαν για την «ελεύθερη χρήση» των δασικών εδαφών ή τη μη προστασία των «αγρίων τόπων». Δεικνύει αντίληψη περιβαλλοντική, στην πρωταρχική τουλάχιστον μορφή της, των χρόνων κείνων, οπού ακόμα η προστασία του δάσους δεν είχε ενταχθεί λειτουργικά στην αντίληψη των Ελλήνων. Επίσης δεικνύει θέληση δημιουργίας τάξης στο δασικό (και γενικότερα στο φυσικό) χώρο, κάτι που αποτυπώνεται και στην απαίτηση δέσμευσης εδαφών για τη δημιουργία δάσους, που αργότερα προσδιορίστηκε με την έννοια της αναδασωτέας έκτασης και της αναδάσωσης του εδάφους.

Η έννοια του δάσους στο βασικό τούτο νομοθέτημα αναφέρεται στοχευμένα στην παραγωγή δασικών προϊόντων, κι όχι λειτουργιών του δάσους, ακολουθώντας τη δασοκομική λογική θεώρησης των δασικών περιβαλλόντων. Τα δε δασικά εδάφη τα προσδιορίζει ο νόμος ως η κάθε ακάλυπτη από δασική βλάστηση έκταση, η οποία ευρίσκεται εντός των δασών κι έχει κλίση μεγαλύτερη του 36%. Με εγκύκλιο δε του Πρωθυπουργού και Υπουργού Οικονομικών (που ήταν αρμόδιος τότε για τα δάση) Χαριλάου Τρικούπη, με αριθμ. πρωτ. 15743/15-10-1888, επεξηγήθηκε ότι οι ασκεπείς εκτάσεις με κλίση κάτω του 36% αντιμετωπίζονται ως δάση. Επιπροσθέτως αναφέρονταν ερμηνευτικώς ότι η έννοια της ασκεπούς έκτασης παραπέμπει σε επιφάνεια εδάφους «άνευ καλύψεως οιασδήποτε βλαστήσεως», δηλαδή σε γυμνή επιφάνεια.

Το επίσης σημαντικό στοιχείο που καθορίστηκε με τις συγκεκριμένες διατάξεις, είναι η προστασία των φρυγάνων. Εμείς, ως σύγχρονοι, αποφασίσαμε ότι δεν αξίζει να προστατεύουμε την ταπεινή αυτή βλάστηση, όπως θα δούμε στο σχετικό κεφάλαιο του παρόντος πονήματος που αφορά στα φρύγανα, θεωρώντας ότι δεν έχει περιβαλλοντική προσφορά, ενώ οι πρόγονοί μας, στις αρχικές κείνες διατάξεις περί δασικής προστασίας, την προστάτευαν έχοντας εκτιμήσει τις προσφορές της!

Έτσι, με εγκύκλιο του Πρωθυπουργού και Υπουργού Οικονομικών (που ήταν αρμόδιος τότε για τα δάση) Χαριλάου Τρικούπη το έτος 1888, την αριθμ. 15888/15-12-1888, διευκρινιζόταν ότι, σε σχέση με την εφαρμογή του νόμου ΑΧΝ΄/1888, στην έννοια του δάσους υπήγοντο και τα φρύγανα, καθότι ως ξυλώδης βλάστηση «μπορεί μεν να μην έχουσι μορφήν δάσους, όμως έχουσι τις προσφορές των»!

Δι’ αυτής της θεώρησης, πέραν βεβαίως της πρώιμης οικολογικής διάστασης της έννοιας της φύσης που ανεδείχθη για την ελληνική βλάστηση, αποσκοπείτο και η προστασία της δημόσιας περιουσίας των εκατομμυρίων στρεμμάτων φρυγανικών εκτάσεων της χώρας, που προέκυψαν από τη χρόνια υποβάθμιση των εδαφών, λόγω πυρκαγιών και υπερβόσκησης, και οι οποίες θα ήτο δυνατό να προστατευτούν μόνον αν θεωρούνταν ως δασικού χαρακτήρα! Η σκοπιμότητα της προστασίας των φρυγανικών εδαφών ως δημόσια περιουσία συμβάδιζε με την περιβαλλοντική διάσταση της προστασίας τους ως φυσικών (δασικών) οικοσυστημάτων, η οποία προέκυπτε διά της διαφύλαξης των εδαφών τους από χρήσεις ασύμβατες με τον φυσικό τους ρόλο και τον προορισμό τους, που θα τον αναιρούσαν ή θα τον εξαφάνιζαν.

Στον ορισμό του δάσους του πρώτου δασικού κώδικα, και συγκεκριμένα στο άρθρο 57 του νόμου 3077/1924, υπήρχε η έννοια του δάσους και του δασικού εδάφους, χωρίς άλλον προσδιορισμό έκτασης δασικού χαρακτήρα. Η έννοια της δασικής έκτασης, που μεταγενεστέρως καθιερώθηκε στο νομικό ορισμό του δάσους, δεν υπήρχε στον εν λόγω ορισμό (αυτή εισήχθη με τον επόμενο δασικό κώδικα, το νόμο 4173/1929, και συγκεκριμένα με την παράγραφο 2 του άρθρου 45 του νόμου).

Ο ορισμός του δάσους στον πρώτο δασικό κώδικα, το νόμο 3077/1924, ήταν λιτός και σύντομος, και κατά το μάλλον ή ήττον αντέγραφε ως προς το στοιχείο αυτό το νόμο ΑΧΝ΄/1888. Δάσος, λοιπόν, υφίστατο, με την κάλυψη του εδάφους, εν όλω ή εν μέρει, από άγρια ξυλώδη φυτά, οιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, που προορίζονταν για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων (αγαθών). Κάθε δε άλλη έκταση που ήταν ασκεπής εντός δάσους, ή αποτελούσε κορυφές ορέων ή πλευρές με απότομο κλίση, συνιστούσε δασικό έδαφος.

Ο παρόν ορισμός, παρά τη συντομία του, ήταν σαφής: δάσος, και μόνον δάσος, είναι κάθε επιφάνεια που φέρει άγρια ξυλώδη φυτά (ανεξαρτήτως της συνθέσεώς τους και του είδους τους, καθώς και καλύψεώς τους), ενώ κάθε έκταση που δε φέρει άγρια ξυλώδη φυτά, αλλά βρίσκεται επί αγόνων εδαφών, είναι δασικό έδαφος (που εντάσσεται σε καθεστώς δασοπροστασίας).

Ο ορισμός αυτός, όπως και ο προηγούμενος, του νόμου ΑΧΝ΄/1888, δεν εκφεύγει της δασοκομικής αντίληψης περί της έννοιας του δάσους, όμως δεν μπορούμε να μην παραγνωρίσουμε τη σημασία του σε σχέση με την περιβαλλοντική δασική προστασία των εκτάσεων, η οποία, ορίζοντας το δάσος, πλέον επάγεται με τον ειδικό δασικό νόμο, τον εισαχθέντα ως Κώδικα, και δεν αναφέρεται σε νόμο ειδικού σκοπού, όπως ήταν ο νόμος ΑΧΝ΄/1888, με τον οποίο αποσκοπούνταν η οροθεσία των δασών.

———————————————————
(…) Ο ορισμός του δάσους «βασάνισε» πολύ τη δασική διοίκηση και «βασανίστηκε» πολύ αναλυόμενος στη δασική νομοθεσία. Κατά την περίοδο λειτουργίας του νέου ελληνικού κράτους (μετά την Τουρκοκρατία), από το έτος 1832 που δημιουργήθηκαν οι πρώτοι δασικοί νόμοι και εντεύθεν, έως και σήμερα, η έννοια του δάσους στη δασική νομοθεσία άλλαξε αρκετές φορές, επαναδιατυπωμένος στα κατά καιρούς δασικά νομοθετήματα, σύμφωνα με τις λογικές, τις αντιλήψεις και τις συνθήκες εκάστης εποχής, οδηγώντας έτσι στη δημιουργία ενός ευμετάβλητου κι εντέλει θολού καθεστώτος σε σχέση με τη δασική προστασία, η οποία εν πρώτοις άγεται από τη θεώρηση των εννοιών του δάσους, για τη διαμόρφωση του οικείου προστατευτικού πλαισίου. Και τούτη η κατάσταση, της ασταθούς και αβέβαιας θεώρησης του δάσους στη νομοθεσία που το αφορά, διαμόρφωνε αντίστοιχα αρνητικό περιβάλλον στην ίδια ταύτη τη συνθήκη της προστασίας του!

Είναι, αλήθεια, πράγμα οξύμωρο, τραγικό και συνάμα ανυπόστατο θα λέγαμε, η έννοια του δάσους, που αποτελεί βασική και εδραία έννοια, καθώς κι αξία αμετάβλητη, να μην μπορεί να οριστεί σταθερά, σύμφωνα με την οικολογική συνθήκη, και να μετεωρίζεται η θεώρηση του δάσους σύμφωνα με το κατά πώς το ορίζει η εκάστοτε δασική νομοθεσία.

(…) Υπό αυτό το πρίσμα, κι όπως η ιστορία το καταδείχνει, η νομική διάσταση της έννοιας του δάσους λαμβάνει διάφορες μορφές, σε σχέση με το πώς η επιστήμη της Δασικής Οικολογίας το εννοεί, και παρά το γεγονός ότι η νομική έννοια του δάσους εδράζεται στην επιστημονική.

Η έννοια του δάσους, έτσι, συνεπληρούται με την έννοια της δασικής έκτασης, ενώ στα προστατευτέα από τη δασική νομοθεσία περιβάλλοντα εντάσσονται και μορφές πρασίνου που απαιτούν τη δασική προστασία, όπως τα πάρκα και τα άλση, οι (δημόσιες) χορτολιβαδικές εκτάσεις, οι βραχώδεις και οι πετρώδεις εκτάσεις –ενώ δεν περιλαμβάνονται οι φρυγανικές εκτάσεις, όπως είδαμε στο σχετικό κεφάλαιο του παρόντος, παρά τον σημαντικό περιβαλλοντικό τους ρόλο στον ελληνικό φυσικό χώρο.

Η εν λόγω διάφορη θεώρηση των φυσικών περιβαλλόντων στις δασικές διατάξεις τα ταυτοποιεί και τα κατατάσσει κατά κατηγορία μορφής, και σε σχέση με την προστασία τους. Μολοντούτο, η προστασία τους δεν επέρχεται στο βαθμό που περιβαλλοντικά επιβάλλεται, λόγω του ότι υπεισέρχονται στοιχεία στον ορισμό που ανατρέπουν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό το σκοπό της προστασίας, και υπονομεύουν το διακύβευμα μιας προκύπτουσας εκ του νόμου θετικής περιβαλλοντικής δασικής πολιτικής.

Στοιχεία όπως είναι η ιδιοκτησία, η θέση των χορτολιβαδικών εκτάσεων, η μη συμπερίληψη των φρυγάνων στη δασική βλάστηση κ.ά., «κλέβουν» μέρος της προστασίας των ελληνικών φυσικών περιβαλλόντων!

Λόγω των μεγάλων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων που συνδέονται με τις χρήσεις γης και την ιδιοκτησία στην Ελλάδα, συχνά καταλήγει η ερμηνεία των εννοιών του δάσους, που σε νομικό επίπεδο τίθενται, ν’ απομακρύνει από την επιστημονική διάσταση της θεώρησής τους και από την εν γένει προστασία τους. Επισημαίνεται ότι επιστημονικά γίνεται αποδεκτό ότι όταν ένα δασικό οικοσύστημα υποβαθμίζεται, συνεπεία κυρίως των ανθρωπίνων επιδράσεων, μπορεί να μεταπίπτει σε αραιότερη μορφή δάσους ή σε μορφή χορτολίβαδου, με τη δυνατότητα εξέλιξης και σε πιο σύνθετες δασικές μορφές να μην αποκλείεται.

Η δυναμική των οικοσυστημάτων τα προσδιορίζει κάθε φορά ως προς την εν γένει φύση τους, με την προστασία τους όμως, σε κάθε περίπτωση να είναι δεδομένη, κάτι που από το νομικό ορισμό του δάσους δεν προκύπτει, κατά τον τρόπο και στο βαθμό που επιτάσσεται περιβαλλοντικά, βάσει της οικολογικής συνθήκης λειτουργίας των φυσικών περιβαλλόντων και σύμφωνα με την παρουσία τους και την προσφορά τους.

Κείνο δε που ιστορικά διαπιστώνεται εν σχέσει με τους ορισμούς του δάσους στους ισχύοντες κατά καιρούς δασικούς νόμους, είναι ότι, οι αρχικοί ορισμοί του δάσους στους νόμους αυτούς, που είχαν γενικό χαρακτήρα, περιελάμβαναν στη δασική προστασία κάθε άγριας μορφής βλάστηση, ακόμα και της θεωρούμενης ως «μη βλάστησης» (των γυμνών «άγριων» τόπων).

Ενώ οι μετέπειτα τεχνικοί ορισμοί, ακόμα δε και οι αποκαλούμενοι ως «περιβαλλοντικοί ορισμοί», αφαιρούσαν στοιχεία ή και αντικείμενα της δασικής προστασίας, σύμφωνα με τα καθεστώτα δασικής προστασίας που καθιερώνονταν! Το γεγονός αυτό δηλοί πολλά σε σχέση με την προστασία των φυσικών περιβαλλόντων στη χώρα μας· τότε, επόμενα και σήμερα!

Τελικώς, το δάσος διά του ορισμού του στο ισχύον δασικό δίκαιο προστατεύεται; Η απάντηση είναι πως ναι, όχι όμως στο βαθμό και στο επίπεδο που απαιτείται για την προστασία που επιβάλλεται σύμφωνα με το σημαντικό προορισμό των ελληνικών φυσικών περιβαλλόντων.

Περιβάλλοντα χάνονται και η ελληνική φύση υποβαθμίζεται, με τις απώλειες να δικαιολογούνται στη βάση της λογικής της μη προστασίας που επέρχεται από το ισχύον νομικό καθεστώς αναφοράς της. Υπό αυτή την έννοια η ευθύνη του δασικού δικαίου για το φυσικό περιβάλλον είναι μεγάλη, μια ευθύνη προστασίας μα κι απωλειών!

The post Ορίζοντας το «δάσος»: Οι πρώτες διατάξεις & η προστασία του first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/01/16/orizontas-to-dasos-oi-protes-diataxeis-amp-prostasia/feed/ 0 15318
Καταιγίδα στη χώρα των χειμάρρων https://www.aftoleksi.gr/2023/09/28/kataigida-sti-chora-ton-cheimarron/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=kataigida-sti-chora-ton-cheimarron https://www.aftoleksi.gr/2023/09/28/kataigida-sti-chora-ton-cheimarron/#respond Thu, 28 Sep 2023 09:04:11 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=14309 Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο). Από το βιβλίο του ιδίου ΛΙΘΙΝΟΙ ΤΟΙΧΟΙ. Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2016: Τον τόπο τον ελληνικό, εάν με βιάση τον ιδείς, ξηρό και στερημένο θα τον πεις. Θα τον προσπεράσεις ως άμοιρο διότι αποστερήθη αφθονίας, π’ απορρέει της πλουσιότης του βασικότερου των φυσικών [...]

The post Καταιγίδα στη χώρα των χειμάρρων first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο). Από το βιβλίο του ιδίου ΛΙΘΙΝΟΙ ΤΟΙΧΟΙ. Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2016:

Τον τόπο τον ελληνικό, εάν με βιάση τον ιδείς, ξηρό και στερημένο θα τον πεις. Θα τον προσπεράσεις ως άμοιρο διότι αποστερήθη αφθονίας, π’ απορρέει της πλουσιότης του βασικότερου των φυσικών στοιχείων, του νερού. Μα εάν περισσότερο σ’ αυτόν σταθείς, θα διαπιστώσεις το παράξενό του: ότι πλήγεται από το στοιχείο που −κατά το μάλλον ή ήττον− του λείπει ̇ δηλαδή από το νερό! Η χώρα μας αυλακώνεται, χαρακώνεται, παρασέρνεται από το νερό, παρά το γεγονός ότι με κόπο το έχει! Τι συμβαίνει λοιπόν στη χώρα αυτή την παράξενη, που πνίγεται με νεφέλη λιγοστή, που όμως βίαια εκδηλώνεται; Ας τη δούμε στη φυσική της συνθήκη.

Η Ελλάδα κατά το μέγιστό της ανήκει στη ζώνη των μεσογειακών χωρών που υπάγονται στη ζώνη της λειψυδρίας λόγω ανισοκατανομής των βροχοπτώσεων, των οποίων το 80% πέφτει την περίοδο Οκτωβρίου ‐ Απριλίου. Οι ζώνες λειψυδρίας μπορεί να μεταβληθούν σε ζώνες πλημμυρών, όταν συμβούν καταρρακτώδεις βροχές μικρής διάρκειας (120‐150 χιλ./24ωρο) και τα εδάφη είναι ανοχύρωτα στο νερό. Ο μεσογειακός τύπος κλίματος αυτών των περιοχών, που έχουν μιαν ευρύτερη διάδοση λόγω των ίδιων κλιματικών και περιβαλλοντικών συνθηκών σε συγκεκριμένες περιοχές της γης, χαρακτηρίζεται από ξηρά και με υψηλές θερμοκρασίες καλοκαίρια, στα οποία οι βροχές είναι λιγοστές, μα όταν συμβαίνουν έχουν μεγάλη ραγδαιότητα, καθώς κι από ήπιους χειμώνες, με μικρά ή μεσαία ύψη βροχής.

Η έλλειψη βλάστησης και αντιπλημμυρικών έργων, όπως και η κακοδιαχείριση των εδαφών (συνεχείς πυρκαγιές, υπερβόσκηση, έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα, εκχερσώσεις, εντατική και εξαντλητική καλλιέργεια κ.ά.), αυλακώνει τη χώρα, η οποία γίνεται έτσι χειμαρρική.

Η Ελλάδα είναι χώρα χειμάρρων. Είναι χώρα πεπρωμένη, ουχί γιατί στερείται το υγρό στοιχείο, αλλά γιατί, παρά τ’ ό,τι δεν το έχει σε αφθονία, μολοντούτο παραδέρνεται από την παρουσία του! Τόποι ξεροί, στεγνοί, διψασμένοι, γένονται ευθύς με την πρώτη νεφέλη ρεύματα ακατάστατα, ορμητικά κι επικίνδυνα, που παρασέρνουν το έδαφος και το καταλήγουν στη θάλασσα. Σκελετοί γης μένουν οπίσω, τόποι βραχοποιημένοι, γυμνοί, έρημοι… −ως «νοσήσαντος σώματος οστά», παρομοίαζε ο Πλάτων στον «Τιμαίο & Κριτία» τη γη της Αττικής για τη σκελετοποιημένη της μορφή (αναφέρονταν στον 4ο αιώνα π.Χ.)

Πάνω από 1.000 τέτοιοι ορμητικοί κι επικίνδυνοι χείμαρροι «τρώγουν» την Ελλάδα στα ψηλά της, οι περισσότεροι στην Ευρώπη, αναλογικά με το μέγεθος του ορεινού χώρου, και από τους περισσότερους στις χώρες του κόσμου, αναλογικά και πάλι με το μέγεθος του ορεινού ελληνικού χώρου. Απ’ εκεί, τα χειμαρρικά νερά «αδειάζουν» τη χώρα στα πεδινά της, για να χαθούν στη συνέχεια στη θάλασσα. Και τούτο αποτελεί ένα συνεχές κι ανομολόγητο κακό. Ένα βάσανο και μια καταδίκη για τη χώρα, που επιβάλλεται ν’ αντιμετωπιστεί για τη σωτηρία της.

Μόνη άμυνα λοιπόν σε τούτη την Αποκάλυψη, στον Αρμαγεδώνα τον ελληνικό, η πολύτιμη φυσική βλάστηση, καθώς και τα έργα συγκράτησης της γης και διευθέτησης των χειμαρρικών νερών, που η δασική υπηρεσία κατασκευάζει στον ορεινό χώρο, αντιμετωπίζοντας τη χειμαρρικότητά του.

Στην Ελλάδα κυριαρχεί η κλίση. Το 75% της επιφάνειας της χώρας καλύπτεται από όρη και λόφους. Επί αυτής της επιφάνειας, το 60% είναι εδάφη με έντονες κλίσεις. Σε τούτα πρέπει να προσθέσουμε το ευαίσθητο στην ορμή του νερού γεωλογικό της υπόθεμα, που αποτελείται από ιζηματογενή πετρώματα (μάργες, ψαμμίτες, ψαμμόλιθους, κροκαλλοπαγή και κροκαλλώδη πετρώματα κ.ά.), που καταλαμβάνει το 32,5% της έκτασής της, για να έχουμε έτσι μια πρώτη εικόνα της ευπάθειάς της στο νερό, που μεταφράζεται στην έντονη διαβρωτικότητα και χειμαρρικότητά της.

Το «κακό», όπως υπονοήθηκε, σ’ ό,τι αφορά στο φυσικό δυνάμενο της χώρας επεκτείνεται στον κλιματολογικό παράγοντα, που συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία κι επίταση του φαινομένου της χειμαρρικότητας.

Κατ’ αρχάς ν’ αναφέρουμε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν γενικώς ικανοποιητικά ύψη βροχής, μα παρόλα ταύτα η χώρα εμφανίζεται «ξηρή» και «πάσχουσα»! Τούτο συμβαίνει αφενός διότι υπάρχει άνιση κατανομή των βροχοπτώσεων στην επιφάνειά της, με τη βόρεια και τη δυτική Ελλάδα να εμφανίζουν ετήσιο ύψος βροχής που υπερβαίνει τα 1.000 mm ανά έτος, ενώ στη νότια Ελλάδα και την ανατολική νησιωτική, τα ύψη βροχής είναι αρκετά χαμηλότερα (από 370 mm ανά έτος), αφετέρου η χώρα εμφανίζει μακρά θερινή ξηρή κι άνοβρη περίοδο.

Στις περιοχές της χώρας με χαμηλό ύψος ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων, οι βροχοπτώσεις είναι αιφνίδιες, έντονες και με ραγδαιότητα −καταρρακτώδεις τις λέμε, και κατά τη γλώσσα του λαού, δρόλαπες ή δρολάπια−, μ’ αποτέλεσμα το νερό να μη συγκρατείται και να μην αποθηκεύεται, αλλά να συγκεντρούται σε χειμάρρους κι ορμητικό να διαχέεται πλημμυρίζοντας περιοχές.

Στο αρνητικό αυτό περιβάλλον, έρχεται να προστεθεί η υστερούσα φυσική κάλυψη των εδαφών, η υποβαθμισμένη δασική βλάστηση της χώρας, η θιγμένη ή κατεστραμμένη από πυρκαγιές, εκχερσώσεις κι υπερβόσκηση ̇ μια βλάστηση που ιδιαίτερα στις ξηροθερμικές περιοχές της Ελλάδας εμφανίζεται ελλείπουσα ή υπολειπόμενη, αδυνατώντας στην περίπτωση αυτή να εκπληρώσει τον οικολογικό της ρόλο. Με τούτα συμπληρούται το παζλ της αρνητικής εντροπίας που κατά βάσιν χαρακτηρίζει τα φυσικά αυτά συστήματα της χώρας.

Η φθορά, ως χαρακτηριστικό στοιχείο της παραπάνω κατάστασης, δηλούται με τα χειμαρρικά φαινόμενα που εκδηλώνονται στο φυσικό χώρο. Αυτά έχουν ως βάση δημιουργίας τους παράγοντες φυσικούς, όπως το ευνοϊκό ανάγλυφο και τα έντονα κατακρημνίσματα, αλλά και παράγοντες ανθρωπογενείς, όπως η καταστροφή της φυσικής βλάστησης από τον άνθρωπο, με τη συνεχή επεκτατικότητά του σε περισσότερα εδάφη και την αρνητική λειτουργία του στο φυσικό χώρο.

Η ραγδαία, ριπώδης βροχή λοιπόν, με δύναμη πέφτει στη γης −ωσά να την πυροβολεί!− και την πληγώνει, ξεκινώντας το έργο της φθοράς της. Η γη, χωρίς βαστήγματα −ρίζες φυτών να την κρατούν−, ούτε διαπερατότητα ικανή, παραδίδεται ανυπεράσπιστη στην ανηλεή επίθεση του φυσικού στοιχείου. Υγραίνεται, μαλακώνει και δεν αντέχει το περίσσιο λόγω του νερού βάρος της στην πλαγιά. Αποσυνέχεται, ξεσκάφτεται και παρασέρνεται από το δυνατό νερό, που πια ρέει ορμητικά. Όλος ο τόπος γένεται ροή και καταλήγει σε αύλακες φαρδιούς, που η φύση τούς προνόησε για να δέχονται την ορμή της.

Οι χείμαρροι της γης, με τις όλο ροή φλέβες της, «φουσκώνουν από θυμό κι ένταση για το φθισικό της φύσης», και κάμνουν το γήινο οργανισμό μικρό κι αδύναμο, έρμ(ι)ο των παθών του. Τ’ ατίθασα χειμαρρικά νερά, ακατάσχετα κινούνται παρασέρνοντας τα πάντα στο διάβα τους, και δεν ημερεύουν παρά όταν ξεχυθούν και σκορπίσουν σε μέρη «ακάτεχα».

Κοιτώντας την Ελλάδα από ψηλά, βλέπεις περισσότερο καθαρά την αυλάκωσή της. Η άνωθεν εικόνα της, την αποκαλύπτει, δείχνει κείνο που δε βλέπεται με την ευθεία κι άμεση ματιά: το αδόκητο βάθος της. Ο Maynard Owen Williams, συνεργάτης του National Geographic, είδε την Ελλάδα αυτήν από ψηλά το 1930, και τη φοβήθηκε!

Την κατέγραψε στην έρευνα του περιοδικού με τα εξής λόγια: «Το υδροπλάνο μας ακολουθεί την ακτογραμμή της Πελοποννήσου, με το Χελμό και την Κυλλήνη πέρα από το δεξί φτερό. Εκεί όπου τα βουνά συναντούν τον παραθαλάσσιο κάμπο, απλώνονται γυμνές πλαγιές. Τα ορεινά λιβάδια, οι διαβρωμένες αργιλώδεις κλιτύες και οι εύφορες πεδιάδες χαράσσονται από κοίτες, που άλλοτε είναι κατάξερες κι άλλοτε μετατρέπονται σε ορμητικούς χειμάρρους».

Ο καλός πρόγονος, ο σοφός παππούς, έλεε πως «τ’ ορμητικό χειμάρρι είναι ο θυμός της φύσης για τις αμαρτίες του ανθρώπου πάνωθέ της». Έχει δηλαδή (το χειμάρρι), κατά την ορθή – ορθότατη αντίληψη του γέροντα, την ορμή από τη φύση του, καθώς προορίστηκε να εκφράσει την αντίδραση της γης στην καταπίεσή της από τον κυρίαρχο άνθρωπο και την υποβάθμισή της.

Χρέος μας, ως υπεύθυνοι διαχειριστές, είναι ν’ αποκαταστήσουμε τη ζημιά που γίνηκε (που κάναμε) στη φύση, και να έχουμε στη συνέχεια αρμονική πόρεψη με αυτήν. Εάν την αντιπαλαίψουμε για το (δικαιολογημένο) «θυμό» της, εάν τής αντιπαρατεθούμε, τότε είναι σίγουρο πως θα βγούμε τραγικά χαμένοι.

Είναι χαρακτηριστικά ως προς τούτο −ως προς την αντίδραση της φύσης στις ενέργειες του ανθρώπου−, τα λόγια πάλι του γέροντα, που έλεε διδαχτικά: «…ποτέ μην τα βάλεις με πουλί, θα χάσεις!» Τό ‘λεγε αυτό ξέροντας πως η φύση έχει τους δικούς της κανόνες κι αντιδρά στη βία, όπως εκδηλώνεται με τη μη λελογισμένη πράξη του ανθρώπου που δημιουργεί ανισορροπία, προσπαθώντας να σταθεί σύμφωνα με τους κώδικες λειτουργίας της.

Ο παραπάνω απλός άνθρωπος της γης φαίνεται πως έχει κοινή αντίληψη με τον διανοούμενο συγγραφέα, που λέγει: «Όλοι μιλούν για το ορμητικό ποτάμι που κυλά, κανείς όμως δεν αναφέρεται στη βία των δύο οχθών του που το συμπιέζουν» (Μπέρτολ Μπρεχτ).

Αυτός βλέπει βία στην τιθάσευση της έκφρασης, αποδίδοντάς την συμβολικά ως η φύση που ασφυκτιά κι οδηγεί σε αντίδραση, σε θυμό, ακόμα και σε βία από τον καταπιεσμένο. Είναι μια κατάσταση αυτή φυσιολογική, εκδηλωμένη στα πλαίσια των μηχανισμών που την καθορίζουν εν σχέσει με το γενόμενο.

Οι κώδικες λοιπόν φύσης και ζωής είναι κοινοί, και σε αυτή τη βάση πρέπει ν’ αντιληφθούμε τη σχέση μας με τον κόσμο και να λειτουργήσουμε ανάλογα. Βάζοντας τον εαυτό μας στη θέση του φυσικού στοιχείου γενόμαστε θεωροί της πράξης μας, νοοί ως προς το γίγνεσθαι, κι οπωσδήποτε σοφότεροι σε σχέση με τη διαχείριση των γύρω και γενικότερα του κόσμου μας.

Η παραπάνω ξήγηση της φύσης, επιστημονική ή φιλοσοφική, παράγωγο λαϊκής σοφίας ή διανόησης, διερμηνεύει την αντίδρασή της, π’ αποδείχνει τελικώς ότι το θυμωμένο χειμάρρι δεν αποτελεί άλλο τι, παρά το φυσικό επόμενο στη διαδικασία της υποβάθμισης του τόπου, λόγω της ανισορροπίας που επήλθε στη φύση από τον κακό διαχειριστή άνθρωπο.

The post Καταιγίδα στη χώρα των χειμάρρων first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/09/28/kataigida-sti-chora-ton-cheimarron/feed/ 0 14309
Δασικά οικοσυστήματα και κλιματική αλλαγή https://www.aftoleksi.gr/2023/09/01/dasika-oikosystimata-klimatiki-allagi/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=dasika-oikosystimata-klimatiki-allagi https://www.aftoleksi.gr/2023/09/01/dasika-oikosystimata-klimatiki-allagi/#respond Fri, 01 Sep 2023 13:04:07 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=14056 Η σημερινή κλιματική αλλαγή χαρακτηρίζεται ως ανθρωπογενής, πράγμα που σημαίνει ότι έχει παραχθεί από τα σύγχρονα συστήματα της ιεραρχίας και της ετερονομίας, που συνεχίζουν να έχουν ως οδηγό τους την απεριόριστη ανάπτυξη. Η άρνηση της κλιματικής κρίσης από απλούς ανθρώπους ή, αντίστοιχα, η εργαλειοποίησή της από τις κυβερνήσεις είναι αντιδραστική και κοινωνικά επιζήμια. Παρακάτω παραθέτουμε [...]

The post Δασικά οικοσυστήματα και κλιματική αλλαγή first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Η σημερινή κλιματική αλλαγή χαρακτηρίζεται ως ανθρωπογενής, πράγμα που σημαίνει ότι έχει παραχθεί από τα σύγχρονα συστήματα της ιεραρχίας και της ετερονομίας, που συνεχίζουν να έχουν ως οδηγό τους την απεριόριστη ανάπτυξη. Η άρνηση της κλιματικής κρίσης από απλούς ανθρώπους ή, αντίστοιχα, η εργαλειοποίησή της από τις κυβερνήσεις είναι αντιδραστική και κοινωνικά επιζήμια. Παρακάτω παραθέτουμε ένα άρθρο του Αντώνιου Καπετάνιου, δασολόγου-περιβαλλοντολόγου με ειδίκευση στην προστασία των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος, για την επίδρασή της πάνω στα εναπομείναντα δάση.

ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΑ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ

Βλέποντας τον άνθρωπο, βλέπουμε το πρόβλημα που αυτός δημιουργεί στη γη, και τότε μπορούμε να τον επαναπροσδιορίσουμε σε σχέση με τη γη και τις αξίες της. Ο άνθρωπος, ο ίδιος που ταράζει τη γη, οφείλει να την ηρεμεί και να την επαναφέρει σε ομαλή λειτουργία, αποφεύγοντας στο μέλλον ανάλογες ενέργειες˙ κι όχι να καθησυχάζει για το μη πρόβλημά της όταν αυτό (εκ)δηλώνεται εξόφθαλμα και βασανιστικά ως πρόβλημα. Η φυσική νομοτέλεια συναρτάται με την ανθρώπινη ενέργεια, καθόσον ο άνθρωπος αποτελεί τον συμμέτοχο στο φυσικό σύστημα και μοιραία τον διαχειριστή του, λόγω της δύναμης της διάνοιάς του. Τούτο αποτελεί μια συνθήκη που δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε.

Το ζήτημα είναι να συγκροτείται ο άνθρωπος σε συνετό και εξισορροπιστικό διαχειριστή στο φυσικό σύστημα, κι όχι απλά ν’ αντιμετωπίζει αυτό ως εργαλειακό πεδίο της δραστηριότητάς του.

Ένας κρίσιμος παράγοντας που σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή, επηρεαζόμενος άμεσα και καθοριστικά από αυτήν, είναι η βλάστηση και ιδία η δασική βλάστηση. Η μεταβολή της, δε, συντελεί επιπρόσθετα στην κλιματική αλλαγή, καθώς η συνθήκη του άνθρακα, που συναρτάται με το φαινόμενο του θερμοκηπίου, έχει αναφορά στη δασική βλάστηση της γης.

Ειδικότερα, η ξηρασία μειώνει την παραγωγικότητα των δασών στα ευαίσθητα είδη, ενώ τα ανθεκτικότερα στις ξηροθερμικές συνθήκες είδη υπόκεινται σε μικρότερες συνέπειες. Συγκεκριμένα, θα επηρεαστούν η αναγέννηση και η σύνθεση των δασών.

Η κατανομή των δασών θα μεταβληθεί επίσης, ενώ είδη θα μετακινηθούν βορειότερα ή σε μεγαλύτερα υψόμετρα, καθώς θα επηρεαστούν τα φυσικά όρια εξάπλωσης των δασικών ειδών, λόγω της αλλαγής των θερμότερων και ξηρότερων ορίων εξάπλωσής τους. Ακόμα, ο ανταγωνισμός μεταξύ των φυτικών ειδών θα μεταβληθεί, κάτι που θα έχει αρνητική επίπτωση στη βιοποικιλότητα του πλανήτη, ιδιαίτερα στα μεσογειακού τύπου οικοσυστήματα (Μεσόγειος, Καλιφόρνια, Νότιος Αφρική, Χιλή, Νότιος Αυστραλία κ.λπ.).

Η οικολογική διαταραχή που θα υπάρξει από την κλιματική αλλαγή προκαλείται λόγω της μεταβολής στη δυναμική του άνθρακα. Συγκεκριμένα, η αυξημένη συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα επιδρά στα προϊόντα της φωτοσύνθεσης που καταλήγουν στο έδαφος, ενώ η αύξηση της θερμοκρασίας επηρεάζει την αναπνοή των μικροοργανισμών του εδάφους. Η αύξηση του ρυθμού της φωτοσύνθεσης θα προκαλέσει αύξηση της βιομάζας των δένδρων και συνεπώς αύξηση της παραγώμενης οργανικής ύλης (λόγω αυξημένης φυλλόπτωσης, για τα πλατύφυλλα δασικά είδη), η οποία πρέπει ν’ αποθηκευτεί στο έδαφος και να χουμοποιηθεί. Οι μικροοργανισμοί του εδάφους, καθώς και οι μυκοριζιακοί μύκητες θα έχουν αυξημένη δραστηριότητα, λόγω της αυξημένης βιομάζας, όμως αυτή δεν θά ‘ναι συνεχής, λόγω του προβλήματος που προαναφέρθηκε εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής.

Τα οικολογικά μοντέλα δείχνουν ότι οι ψηλές θερμοκρασίες οδηγούν σε αύξηση του ρυθμού αποικοδόμησης [της διάσπασης οργανικών ενώσεων σε απλούστερες ενώσεις μέχρι ανόργανα υλικά], ιδία στα βόρεια κλίματα όπου υπάρχει μεγάλη ποσότητα αποικοδομήσιμης οργανικής ουσίας, ενώ στη συνέχεια η σταθεροποίηση του άνθρακα μέσω της αντίδρασής του με τα ανόργανα συστατικά των εδαφών θα οδηγήσει σ’ επιβράδυνση αποικοδόμησης της οργανικής ουσίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την άνοδο της θερμοκρασίας, θα δημιουργήσει περισσότερες και μεγάλης κλίμακας πυρκαγιές, κάτι που θα οδηγήσει σε δραματικές απώλειες δασικών οικοσυστημάτων σε όλη την κλίμακα του πλανήτη.

Το βέβαιο είναι ότι τα δασικά οικοσυστήματα θα υποστούν ισχυρή οικολογική διαταραχή λόγω της κλιματικής αλλαγής, η οποία θα τα καθορίσει στη μετέπειτα πορεία τους, επιφέροντας ριζικές αλλαγές στη σύνθεση και τη λειτουργία τους ή και απώλειες.

Το ότι αυξήθηκε η θερμοκρασία στη Γη (γιατί αυξήθηκε −τούτο δε μπορεί ν’ αμφισβητηθεί) είναι πρόβλημα.

Και πρέπει να εγερθεί ο άνθρωπος σε σχέση με αυτό το γεγονός, που είναι δικό του δημιούργημα, και ν’ αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας του στον πλανήτη.

Το κλίμα στη Γη αλλάζει δραματικά και η κλιματική αλλαγή συνίσταται στην εμφάνιση θερμότερων κι άνοβρων ζεστών εποχών, σε σχέση με το παρελθόν, και ιδιαίτερα ψυχρών, κρύων περιόδων, με τα καιρικά φαινόμενα νά ‘ναι αιφνίδια κι ακραία (βροχοπτώσεις, χιονοπτώσεις, παγετός, πλημμύρες κ.ά.), ενώ η θερμοκρασία της Γης σε γενικό επίπεδο παρουσιάζει αύξηση.

Αυτή η ακρότητα των καταστάσεων στη Γη, που συμβαίνει μ’ ευθύνη του διαχειριστή-ανθρώπου, πρέπει ν’ ανησυχεί˙ βαθιά.

(Από το τρίτομο πόνημα “Υλήεσσα Χώρα. Κείμενα ευθύνης για το περιβάλλον”, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2022, https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=62212, https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=62216)

The post Δασικά οικοσυστήματα και κλιματική αλλαγή first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/09/01/dasika-oikosystimata-klimatiki-allagi/feed/ 0 14056
Η κρίση του πλανήτη ως αποτέλεσμα της κρίσης του ανθρώπου https://www.aftoleksi.gr/2023/07/15/krisi-planiti-os-apotelesma-tis-krisis-anthropoy/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=krisi-planiti-os-apotelesma-tis-krisis-anthropoy https://www.aftoleksi.gr/2023/07/15/krisi-planiti-os-apotelesma-tis-krisis-anthropoy/#respond Sat, 15 Jul 2023 10:35:01 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=13740 Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο). Από το βιβλίο του “ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ. Το κοσμοείδωλο της ανάπτυξης και το μέλλον της γης”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2019). «Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι και γινήκανε σαν ξερίχια από τον πολιτισμό! Πάνε τα καλά χρόνια» (Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, Φώτης Κόντογλου) Η κρίση του περιβάλλοντος, με την καταστροφή της [...]

The post Η κρίση του πλανήτη ως αποτέλεσμα της κρίσης του ανθρώπου first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο). Από το βιβλίο του “ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ. Το κοσμοείδωλο της ανάπτυξης και το μέλλον της γης”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2019).

«Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι και γινήκανε σαν ξερίχια από τον πολιτισμό!
Πάνε τα καλά χρόνια»
(Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, Φώτης Κόντογλου)

Η κρίση του περιβάλλοντος, με την καταστροφή της φύσης και την κλιματική αλλαγή, είναι απότοκο της κρίσης του ανθρώπου, η οποία είναι χρόνια και συνεχώς επιδεινούμενη, και φτάνει σήμερα να γίνεται τραγική λόγω της συσσώρευσης της αρνητικής ανθρώπινης δράσης και του αρνητικού κορεσμού του συστήματος της γης. Η συνεχής αύξηση του πληθυσμού της γης, καθώς και η εξέλιξη του ανθρώπου σε σχέση με τον τρόπο ζωής του και τις απαιτήσεις του, στα πλαίσια του επικρατούντος καπιταλιστικού συστήματος διακυβέρνησης, δημιουργεί την οριακότητα του φυσικού συστήματος στο ν’ ανταπεξέλθει στη συνεχή ανθρώπινη πίεση και στην ολοένα αυξανόμενη ανάγκη χρησιμοποίησης φυσικών πόρων κι εκμετάλλευσης των φυσικών στοιχείων. Ο άνθρωπος καταπίπτει ανεπίγνωστα με τον παθολογικό τρόπο λειτουργίας του πάνω στη γη, καθώς η χωρίς όριο λειτουργία του εξαντλεί τα όρια της γης.

Η διαμόρφωση της συγκεκριμένης νοοτροπίας και των συμπεριφορών του ανθρώπου ως προς την αντιμετώπιση της γης, εκκινείται από τον τρόπο σκέψης του και τον τρόπο της πρόσληψης/επεξεργασίας της παραγόμενης γνώσης. Η σκέψη του ανθρώπου σήμερα είναι διαζευκτική, δηλαδή διαχωρίζει και κατανέμει τη γνώση ̇ ταυτόχρονα δε και αναγωγική, δηλαδή ανάγει το πολύπλοκο σε απλό. Τούτη η διττή κατάσταση του νοείν, οδηγεί σε τρόπο του λειτουργείν ανθρωποκεντρικό κι εκμεταλλευτικό της γης. Διότι δε βλέπεται το όλον, το πράξιμο στη γη, αλλά το μερικό, η δραστηριοποίηση στο πεδίο, λειτουργώντας ο άνθρωπος βάσει διαχωρισμένων και κατανεμημένων γνώσεων, έχοντας αποσυνδεθεί από τις θεμελιώδεις και σφαιρικές γνώσεις, αυτές που κατευθύνονται στο επίπεδο της ολότητας. Οι τελευταίες αυτές γνώσεις διαμορφώνουν έναν ολιστικό χαρακτήρα διαχείρισης της γης, κάτι από τ’ οποίο είναι αποστασιοποιημένος ο σημερινός άνθρωπος.

Εστιασμένος κι αναλισκόμενος στη μερική και ειδική γνώση, και συμμετέχοντας στις επιμέρους εκφάνσεις της διαδικασίας παραγωγής, αποκτά νοοτροπία αποστασιοποίησης από την ευθύνη του όλου, πείθοντας τον εαυτό του ότι δεν είναι συμμέτοχος στη γενική βλάβη. Τούτο συμβαίνει, παρά το γεγονός ότι συμμετέχει σε στάδια της διαδικασίας ή γίνεται μάρτυρας της βλάβης που προκύπτει, αδιαφορώντας για το συνολικό αποτέλεσμα. Στον σκεπτικό και λειτουργικό του ορίζοντα δε βρίσκεται η «μεγάλη εικόνα», η Γη, μένοντας στα μέρη της, π’ αποτελούν πεδία εκμετάλλευσης. Και τούτη η νοοτροπία χρησιμοποίησης της γνώσης, της τεχνικής και της εργασίας διαμορφώνει έναν τρόπο ζωής που χαρακτηρίζεται από μονομέρεια και καθίσταται καταστροφικός για τη Γη!

Ζούμε στην εποχή της υπεραφθονίας της πληροφορίας, την οποία διαχειριζόμαστε κατανεμητικά σε γνωστικούς κλάδους, ώστε ειδικώς ν’ αξιοποιείται και να τυγχάνει της πλήρους εκμετάλλευσής της. Δημιουργείται ειδική γνώση, η οποία προσλαμβάνεται κι αξιοποιείται στο επίπεδο του πεδίου της χωρίς όμως τη συνδετική σκέψη που θα έκανε αυτή να διαχέεται και να προβάλλεται στο όλον, ώστε να είναι δυνατός ο αυτοέλεγχος και η αυτοκριτική, βάσει των συνεπειών στην ολότητα. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν ξέρουμε ως ανθρωπότητα προς τα πού πηγαίνουμε!

Η ειδική, κατά μέρος κι αντικείμενο γνώση δεν αφομοιώνεται σ’ ένα γενικό κανονιστικό πλαίσιο, που θ’ αποτελέσει και την κατεύθυνση της ανθρωπότητας προς το μέλλον της. Τα διάφορα πεδία αλληλοεπηρεάζονται μεταξύ τους, χωρίς όμως ν’ αποκαλύπτονται, αφού οι κλειστοί δίοδοι της καινοτομίας και της ευρεσιτεχνίας κρατούν τα δικαιώματα της γνώσης εγκλωβισμένα, έτσι που τα κομμάτια του παζλ να μη συνευρίσκονται και να μη συνδέονται οργανικά, έχοντας συμβατική διασύνδεση, λειτουργούντα στα πλαίσια δεσμεύσεων κι απαγορεύσεων.

Τούτο το γεγονός συντελεί στο να κατευθύνεται η ανθρωπότητα σ’ ένα απροσδιόριστο «άπειρο» σε σχέση με την εξέλιξή της, που διαμορφώνεται στα πλαίσια της οικονομικής ανάπτυξης, με ρυθμούς αφάνταστα γρήγορους ̇ τόσο γρήγορους που και η ίδια η πράξη του ανθρώπου αδυνατεί να τους παρακολουθήσει, ώστε πλέον η πρόβλεψη για το τι έπεται, για το μέλλον στη Γη, να καθίσταται πρακτικά αδύνατη! Σε αυτό το γεγονός συντελούν οι εφαρμοζόμενες πολιτικές, οι οποίες κατευθύνονται από το κερδοσκοπικό σύστημα της αγοράς, που επιδιώκει όλο και πιο άμεσα και μεγαλύτερα οφέλη από την εφαρμογή της γνώσης.

Μήπως, υπό αυτή την έννοια, ο άνθρωπος έχει «χαθεί» στην εξέλιξή του, μήπως κατευθύνεται πλέον από επιλογές που δεν τις ελέγχει, κι έτσι καθίσταται επικίνδυνος για τον εαυτό του, για τον κόσμο, για τον πλανήτη, για τη ζωή στη γη;

Επισημαίνεται (αποσαφηνίζεται αν θέλετε) ότι οι φυσικοί κανόνες δεν αποτελούν κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας του φυσικού συστήματος, αλλά είναι νομοτέλεια. Επομένως, κάθε τι που συμβαίνει στη φύση είναι φυσικό και δεν είναι αποτέλεσμα κανονιστικής λειτουργίας, ενός κανόνα δηλαδή επιβαλλόμενου από τον άνθρωπο ή από τις συνθήκες της ζωής, που όμως τις διαμορφώνει ο άνθρωπος –τούτο, για παράδειγμα, που λέμε, ότι «η φύση αντιδρά» ή ότι «η φύση εκδικείται», είναι φυσικό επόμενο, προκύπτον ως αποτέλεσμα λόγω μιας αντίθετης με τους φυσικούς κανόνες πράξης του ανθρώπου. Τούτη τη διάσταση την είχαν επισημάνει κι εμπεδώσει οι αρχαίοι Έλληνες στα πλαίσια της φιλοσοφίας τους, θεωρώντας ότι η φύση είναι τοποθετημένη με τη μεριά της αλήθειας, ενώ ο ανθρώπινος νόμος με τη μεριά της σύμβασης, άρα της απλής γνώμης. Η φύση είναι το πραγματικό γεγονός, ενώ ο κανόνας του ανθρώπου είναι το φαινομενικό γεγονός. (…)

Ο άνθρωπος σ’ ένα τέτοιο σύστημα, οπού η ολότητα ως αρχή κυριαρχεί, λογίζεται και ο ίδιος μέρος της, έχοντας βεβαίως το ρόλο του διαχειριστή, αλλά του διαχειριστή για το όλον. Τα πρόσωπα στην κοινωνία της ολότητας εμφανίζονται ως ακέραια και μοναδικά, όμως το ενδιαφέρον και τη σημασία τους δεν την αποκτούν ως μονάδες ξεχωριστές, αλλά ως μέρη συνόλου. Δεν καταργούνται ως προσωπικότητες, ως αξίες, αλλά λειτουργούν στα πλαίσια της συνολικής αξίας, της κοινωνίας, έχοντας αναφορά στο όλον. Το ατομικό, το μερικό, αναδεικνυόμενο, προσφέρει/συνεισφέρει αναδεικνύοντας και πλουταίνοντας το όλον. Η ζωή του ανθρώπου βλέπεται στη ζωή της κοινωνίας, αποτελώντας αυτή τον καθρέπτη του. (…)

Πρέπει συνεργατικά να λειτουργήσει ο άνθρωπος, στα πλαίσια της κοινωνίας, χωρίς βεβαίως ν’ απομειώνεται ο ατομικός του ρόλος, η πρωτοβουλία του και η προσωπικότητά του. Αυτά θα εκφράζονται στα πλαίσια της δημιουργίας, που δίδει ποιοτικό πρόσημο στην πρόοδο του συνόλου, λειτουργούσα ως κοινωνία ανθρώπων ̇ κι όχι στην ατομική λειτουργία ως αυθύπαρκτη πράξη και μοναδική ενέργεια.

Λέγει σχετικά ο Αμερικανός μαθηματικός-φιλόσοφος Charles Eisenstein: «Διαφωνώ με εκείνους τους περιβαλλοντολόγους που λένε πως πρέπει να μάθουμε να ζούμε με λιγότερα. Στην πραγματικότητα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με περισσότερα: περισσότερη ομορφιά, περισσότερη τέχνη, περισσότερη μουσική, περισσότερους δεσμούς με την κοινότητα, περισσότερη ικανοποίηση, και με αντικείμενα που θα είναι λιγότερα σε αριθμό αλλά ανώτερα σε χρησιμότητα κι αισθητική. Τα φτηνοπράγματα που γεμίζουν τις ζωές μας σήμερα, όσο μεγάλη κι αν είναι η ποιότητά τους, το μόνο που κάνουν είναι να φτηναίνουν τη ζωή μας» (Eisenstein Ch., «Sacred Economics. Money, gift & society in the age of transition», North Atlantic Books, USA 2011, σελ. 28) − ο Εϊσενστέϊν προτείνει να μην απέχουμε από τον υλισμό, αλλά να τον αγκαλιάσουμε τιμώντας τα πράγματά μας αξιακά, ως αγαθά, αποδίδοντάς τα τη σημασία που τα πρέπει ̇ με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε ένα επίπεδο παραγωγής στη γη και μιαν ισορροπία του μέτρου, γενόμενοι μέτοχοι και καταναλωτές ποιοτήτων, που θα τις διαφυλάττουμε με την αξία του αγαθού, κι όχι να είμαστε υπερκαταναλωτές ανοίκειων κι άχρηστων προϊόντων της βιομηχανικής παραγωγής, που δημιουργούν βουλιμική εξάρτηση με τη χρήση τους.

Πρέπει, εν κατακλείδι, το οικονομείν, κατά την έννοια που το έθεσε ο Αριστοτέλης, ως συμπεριφορά διαχειριστή κι όχι λογιστή, να καθορίσει τον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπου στη γη. Το οικονομείν, ως φιλοσοφία και τρόπος ζωής, πρέπει να μεταφέρεται από τον άνθρωπο σε όλο το σύστημα της γης, καθορίζοντας την πορεία της.

The post Η κρίση του πλανήτη ως αποτέλεσμα της κρίσης του ανθρώπου first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/07/15/krisi-planiti-os-apotelesma-tis-krisis-anthropoy/feed/ 0 13740
Η θερμική νησίδα και το ευεργετικό πράσινο https://www.aftoleksi.gr/2022/08/06/thermiki-nisida-to-eyergetiko-prasino/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=thermiki-nisida-to-eyergetiko-prasino https://www.aftoleksi.gr/2022/08/06/thermiki-nisida-to-eyergetiko-prasino/#respond Sat, 06 Aug 2022 17:33:50 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=10563 Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο). Από το βιβλίο του “ΑΘΗΝΑ, ΖΕΙΣ; Η πόλη που έφυγε, η πόλη που μένει”, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2006). Ας μιλήσουμε για τη θερμική νησίδα. Η δημιουργία της θερμικής νησίδας εμφανίζεται κατά τη θερινή περίοδο στην πρωτεύουσα. Η μεγάλη θερμοαγωγιμότητα και θερμοχωρητικότητα των χρησιμοποιούμενων σήμερα υλικών (άσφαλτος, σκυρόδεμα, [...]

The post Η θερμική νησίδα και το ευεργετικό πράσινο first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο). Από το βιβλίο του “ΑΘΗΝΑ, ΖΕΙΣ; Η πόλη που έφυγε, η πόλη που μένει”, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2006).

Ας μιλήσουμε για τη θερμική νησίδα. Η δημιουργία της θερμικής νησίδας εμφανίζεται κατά τη θερινή περίοδο στην πρωτεύουσα. Η μεγάλη θερμοαγωγιμότητα και θερμοχωρητικότητα των χρησιμοποιούμενων σήμερα υλικών (άσφαλτος, σκυρόδεμα, γυαλί κ.λπ.), τα μετατρέπουν σε τεράστιους θερμοσυσσωρευτές που κάμνουν, κατά τη θερινή περίοδο, το κλίμα της Αθήνας (της σύγχρονης πόλης γενικότερα) εξόχως βασανιστικό, αφού αυτή ομοιάζει κυριολεκτικά με καμίνι. Πιο συγκεκριμένα, τα υλικά κατασκευής των σύγχρονων κτηρίων, ακτινοβολούμενα από τον ήλιο θερμαίνονται, με την επιφάνειά τους να φτάνει σε μια θερμοκρασία της τάξης των 50-60° C, η οποία, συνδυασμένη με τις συνθήκες της θερμοχωρητικότητας και θερμοαγωγιμότητας των υλικών, διαμορφώνουν την κατάσταση του θερμοσυσσωρευτή, με τη δημιουργία της αποκαλούμενης «θερμικής νησίδας» (heat island).

Η λειτουργία του φυσικού θερμοσυσσωρευτή έγκειται στην αποταμίευση θερμότητας κατά τη διάρκεια της ημέρας από τα υλικά και μέσα του περιβάλλοντος και στην απόδοσή της κατά τη διάρκεια της νύχτας. Έχει διαπιστωθεί ότι οι περιοχές της υπαίθρου αποβάλλουν τη θερμότητα που απέκτησαν κατά τη διάρκεια της ημέρας του θέρους το πολύ σε τρεις ώρες από τη δύση του ήλιου, ενώ οι αστικές περιοχές σε επτά τουλάχιστον ώρες. Τούτου δεδομένου, κι έχοντας σε λειτουργία τον φυσικό θερμοσυσσωρευτή, υπολογίστηκε από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία των ΗΠΑ ότι η θερμοκρασία των πόλεων μπορεί ν’ αυξηθεί κατά 3° C κατά τη νύχτα του θέρους, ενώ υπολογίστηκε ότι αυξάνονται σε πέντε από δύο ώρες οι περίοδοι που δεν είναι υποφερτή η ζέστη κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Θερμική νησίδα νοείται όταν στο αστικό περιβάλλον καταγράφονται θερμοκρασίες αέρα τουλάχιστον κατά 2°C υψηλότερες σε σχέση με τις κανονικές τιμές, ενώ το φαινόμενο συνδέεται με τον υψηλό βαθμό δόμησης της περιοχής κι επικάλυψης της επιφάνειας του εδάφους (υπολογίστηκε ότι η κατάσταση της θερμικής νησίδας δημιουργείται όταν, συντρεχουσών και των λοιπών συνθηκών, το 30% της επιφάνειας του εδάφους είναι καλυμμένο από δομικά υλικά). Επίσης, η θερμική νησίδα συνδέεται με την κατανάλωση ενέργειας, κυρίως από τ’ αυτοκίνητα, καθώς και με τις μικροκλιματικές αλλαγές που πραγματοποιούνται με τη λειτουργία των κλιματιστικών μηχανημάτων. Η θερμική νησίδα διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα, συνήθως σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, αν και το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερο προς το τέλος της θερινής περιόδου, διότι τότε έχει ήδη συσσωρευτεί στα υλικά η μεγαλύτερη ποσότητα θερμότητας. Η παραπάνω κατάσταση εξυπηρετείται από την μειωμένη κίνηση του αέρα μέσα στην πόλη, που δεν βοηθά στην πτώση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος, καθώς και από τα σωματίδια της ρύπανσης, τα οποία με τον εγκλωβισμό τους για μεγάλο χρονικό διάστημα στην ατμόσφαιρα, λόγω των θερμοκρασιακών αναστροφών που προκαλούνται από τις υψηλές θερμοκρασίες, συντελούν στη μείωση της διαφάνειας του αέρα.

Είναι, πάντως, λανθασμένη η άποψη ότι η θερμική νησίδα παρατηρείται κυρίως, ή είναι εντονότερη, στην περιοχή του κέντρου της Αθήνας. Έχει παρατηρηθεί με σχετικές μετρήσεις του εργαστηρίου Φυσικής Κτιριακού Περιβάλλοντος του Φυσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, ότι το φαινόμενο είναι εντονότερο στις δυτικές και νότιες περιοχές του λεκανοπεδίου, σε σχέση με το κέντρο. Μάλιστα υπολογίστηκε ότι αυτή η διαφορά μπορεί να είναι της τάξης έως και των 12°C σε σχέση με άλλες περιοχές του λεκανοπεδίου της Αττικής, όπως επί παραδείγματος χάριν συμβαίνει στην περίπτωση του Δήμου Αιγάλεω, που καταναλώνει μέχρι και 41,3 κιλοβατώρες το χρόνο περισσότερη ενέργεια για τη λειτουργία των κλιματιστικών μηχανημάτων, σε σχέση με τον κάτοικο της Ηλιούπολης, που τον επηρεάζει λιγότερο η θερμική νησίδα.

Η θερμοκρασιακή διαφορά περιοχών της πρωτεύουσας, υφίσταται και κατά τη χειμερινή περίοδο, που τότε η διαφορά μεταξύ προαστίων-κέντρου μπορεί να φτάσει τους 8°C. Σε αυτή την περίπτωση, ωφελημένοι είναι οι κάτοικοι του κέντρου, οι οποίοι εξοικονομούν έως και 30% ενέργεια, όμως σ’ ετήσια βάση η κατανάλωση ενέργειας από τα κλιματιστικά είναι σχεδόν διπλάσια στο κέντρο της πόλης απ’ ότι στα προάστιά της.

Μελέτη που διενεργήθηκε το έτος 1996 από τον τομέα Βιοκλιματολογίας του πανεπιστημίου του Βερολίνου και από το Εργαστήριο Γεωργικής Μετεωρολογίας της Γεωπονικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, κατέληξε στο συμπέρασμα πως, η κατά τη θερινή περίοδο μεγαλύτερη θερμοκρασία των 3-4°C στις δυτικές συνοικίες του λεκανοπεδίου, σε σχέση με τις βορειοανατολικές, οφείλεται στο γεγονός ότι το Αιγάλεω όρος, όντας γυμνό και βραχοποιημένο, λειτουργεί ως θερμοσυσσωρευτής, που επηρεάζει την ευρύτερη υποκείμενη αστική περιοχή. Μάλιστα διαπιστώθηκε ότι οι αρνητικές αυτές συνέπειες φτάνουν μέχρι το κέντρο της πρωτεύουσας!

Η λειτουργία της πόλης ως φυσικού θερμοσυσσωρευτή λοιπόν, έγκειται στην αποταμίευση θερμότητας κατά τη διάρκεια της ημέρας από τα υλικά της πόλης (μπετόν, άσφαλτος, γυαλί κ.λπ.) και στην απόδοσή της κατά τη διάρκεια της νύχτας (οι περιοχές που επηρεάζονται από τη θερμική νησίδα είναι λιγότερο ψυχρές τον χειμώνα και πολύ περισσότερο ζεστές το καλοκαίρι). Η θερμότητα που ακτινοβολείται κατά τη νύχτα, δημιουργεί ανοδικά ρεύματα θερμού αέρα, που απλώνονται πάνω από την αστική περιοχή και παραμένουν. Εκεί λοιπόν που θα περίμενε κανείς, όπως παλιά, να έλθει το βραδάκι για να δροσίσει, σήμερα όχι απλώς δεν δροσίζει, αλλά η ζέστη παραμένει, και μάλιστα, συνδυασμένη με την άπνοια και την υγρασία της ατμόσφαιρας, εμφανίζεται εντονότερη και μας τρελαίνει! – ανεξαρτήτως εάν είναι ημέρα ή νύχτα, η θερμοκρασία πλέον διατηρείται σε υψηλές τιμές.

Στοιχείο καθοριστικό ως προς τα παραπάνω, αποτελεί το γεγονός ότι η λυτρωτική θαλάσσια αύρα του καλοκαιριού, δεν φτάνει πια στο εσωτερικό της πρωτεύουσας (η αύρα είναι άνεμος που δημιουργείται από τη διαφορά θερμοκρασίας και κατ’ επέκτασιν πίεσης μεταξύ θάλασσας και ξηράς ή μεταξύ πεδιάδας και όρους, σε χρονικό διάστημα εικοσιτετραώρου, και τούτο διότι η διαφορά πίεσης οδηγεί στο να κινούνται αέριες μάζες κοντά στην επιφάνεια του εδάφους από την ψυχρή στη θερμή περιοχή, ενώ στ’ ανώτερα στρώματα η διεύθυνση του ανέμου να έχει αντίθετη κατεύθυνση, και να δημιουργείται λόγω αυτής της διαφοράς συνεχής κίνηση αερίων μαζών). Οι αέριες μάζες κατευθύνονται από τη θάλασσα προς την ξηρά και μπορούν να εισχωρήσουν έως και σε απόσταση 20-40 χλμ στο εσωτερικό της οδηγώντας σε μείωση της θερμοκρασίας και σε δροσισμό της επιφάνειας επηρεσμού της. Όμως τούτο είναι δυνατό και φυσικά αντιληπτό από τον προσλήπτορα άνθρωπο όταν το ανάγλυφο είναι ομαλό και η διαφορά θερμοκρασίας θάλασσας και ξηράς μεγάλη. Στις περιπτώσεις π.χ. καύσωνα του θέρους στην περίπτωση της πρωτεύουσας, ενώ ικανοποιείται η δεύτερη συνθήκη, δεν ικανοποιείται η πρώτη, καθώς οι κορεσμένες με υδρατμούς δροσερές αέριες της θάλασσας συναντούν κινούμενες προς την ξηρά το έντονο ανάγλυφο των κτηρίων του πυκνοδομημένου μετώπου της πόλης κι αναστέλλεται έτσι η θετική τους λειτουργία σε αυτήν εν σχέσει με τον δροσισμό της.

Η αρνητική παραπάνω κατάσταση οφείλεται στη δομή της πόλης, στη διάταξη και στο ύψος των κτηρίων της (στα ψηλά και κακώς χωροθετημένα κτήριά της), στην κοντινή μεταξύ τους απόσταση, στο «τείχος» των κτηρίων που υψώθηκε μπρος από τη θάλασσα σταματώντας τις ευεργετικές της επιδράσεις στο εσωτερικό της πόλης, στους στενούς, κακώς χωροθετημένους και χωρίς πράσινο δρόμους που «τεμαχίζουν» την πόλη. Καθώς και στο γεγονός, ότι το αστικό πράσινο και τα ρέματα, που θα διευκόλυναν την πορεία αυτή ως φυσικοί αεραγωγοί, ως εξισορροπιστικοί παράγοντες του κλίματος και ως μηχανισμοί καθαρισμού της ατμόσφαιρας, δεν υπάρχουν πια.

Λύση ουσιαστική στο πρόβλημα της θερμικής νησίδας μπορεί να δώσει το αστικό και περιαστικό πράσινο, έχοντας την κατάλληλη εκτατική, χωροταξική και χλωριδική παρουσία και συγκρότηση. Το πράσινο, πέραν του ιδιαιτέρου μικροκλίματος που διαμορφώνει, διατηρεί «υπό σκιάν» τις επιφάνειες που δύνανται να λειτουργήσουν ως θερμοσυσσωρευτές, περιορίζοντας τις αρνητικές τους επιπτώσεις. Το καλοκαίρι η θερμοκρασία σε αστική περιοχή πρασίνου εμφανίζεται κατά 2-3°C χαμηλότερη σε σχέση με τις γύρω «μη πράσινες» περιοχές, και τις νύχτες του χειμώνα υψηλότερη. Εάν το θερμόμετρο στην πόλη δείχνει 39°C υπό σκιάν, τότε η θερμοκρασία σε άλσος της πόλης είναι 36-37°C, σε πάρκο αυτής 37-38°C, σε κεντρικό της δρόμο χωρίς σκίαση 43-45°C, στα Ι.Χ. αυτοκίνητα, ταξί και λεωφορεία χωρίς κλιματισμό που κυκλοφορούν στους δρόμους της 41-42°C, στα διαμερίσματα-ορόφους χωρίς κλιματισμό 31-32°C και στα υπόγεια διαμερίσματα 23-25°C (έχει μετρηθεί κατά το θέρος διαφορά θερμοκρασίας έως και επτά βαθμών Κελσίου στην πλευρά του δρόμου που βρίσκεται ο Εθνικός Κήπος σε σύγκριση με την αντίθετη, που είναι τα κτήρια).

Κείνο που ισχύει είναι ότι οι αστικές περιοχές με δενδρώδη βλάστηση εμφανίζουν διαφορετικές μικρομετεωρολογικές (βιομετεωρολογικές-βιοκλιματικές) συνθήκες σε σχέση με τις αντίστοιχες περιοχές με ποώδη βλάστηση (γκαζόν) ή με τις ακάλυπτες περιοχές από βλάστηση˙ και κατά κανόνα πιο ευνοϊκές για τον άνθρωπο ως προς τη θερμική αίσθησή του. Εκτός από τις χαμηλότερες θερμοκρασίες που παρατηρούνται κάτω από τις κόμες των δενδρωδών ειδών, λόγω της σκίασης και της έντονης εξατμισοδιαπνοής, που έχουν θετική επίδραση στην ανταπόκριση του ανθρώπου στην πόλη κατά τις καλοκαιρινές ζεστές ημέρες, παρατηρείται ότι η υψηλή βλάστηση συντελεί και στη μείωση των θερμοκρασιακών ακροτήτων λόγω της μείωσης της εκπεμπόμενης ακτινοβολίας από το το δενδροκαλυμμένο έδαφος σε σχέση με το καλυμμένο από ποώδη βλάστηση ή με το γυμνό. Τούτο δεικνύεται εκ του γεγονότος ό,τι οι ελάχιστες τιμές θερμοκρασίας παρουσιάζουν σημαντική διαφοροποίηση, ενώ οι μέγιστες εμφανίζουν χρονική υστερήση στην πρώτη περίπτωση εν σχέσει με τις δεύτερες. Αντιστοίχως, ίδια είναι η εικόνα και ως προς τη σύγκριση αραιών δενδροφυτεμένων εκτάσεων εν σχέσει με τις πυκνοφυτεμένες, σε διαφορετική κλίμακα μεγεθών βεβαίως. Ενώ και το ημερήσιο θερμοκρασιακό εύρος στην πρώτη προηγούμενη περίπτωση είναι μεγαλύτερο εν σχέσει με τη δεύτερη. Ειδικότερα, στην αραιώς δενδρώδη περιοχή οι τιμές θερμοκρασίας του αέρα είναι μικρότερες κατά τις βραδινές και τις πρώτες πρωινές ώρες, και μεγαλύτερες κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Επίσης, η φυτεμένη με δενδρώδη είδη αστική περιοχή εμφανίζει μεγαλύτερη σχετική υγρασία εν σχέσει με την περιοχή χλοοτάπητα ή τη γυμνή, συναρτώμενες φυσικά οι τιμές αυτής από την εποχή του έτους. Η ένταση του ανέμου ακόμα, καθώς και οι συνθήκες φωτισμού και ηλιασμού είναι μικρότερες στην πρώτη περίπτωση σε σύγκριση με τη δεύτερη. Γενικώς, οι δενδροφυτεμένες αστικές επιφάνειες παρουσιάζουν εξισορρόπηση των θερμοκρασιακών ακροτήτων, ενώ δημιουργούν συνθήκες αύξησης της σχετικής υγρασίας του περιβάλλοντος, μείωσης του φωτισμού και της έντασης του ανέμου εν σχέσει με τις επιφάνειες με χαμηλή βλάστηση, τις γυμνές ή και τις δομημένες.

Τα φυτά απορροφούν το 80% της ηλιακής ακτινοβολίας και συμβάλλουν αποτελεσματικά στο δρόσισμα της πόλης.

Ο κρύος αέρας είναι βαρύτερος και μένει στο έδαφος, με αποτέλεσμα η θερμοκρασία του αέρα κάτω από τα δένδρα να είναι μέχρι και 14°C χαμηλότερη σε σχέση με αυτή πάνω από την κόμη τους. Μελέτες του Lawrence Berkeley Laboratory έδειξαν ότι οι ημερήσιες μέσες θερμοκρασίες αέρα είναι 2-3°C χαμηλότερες σε γειτονιές με δένδρα, σε σχέση με αντίστοιχες που δεν έχουν δένδρα. Υπολογίζεται ότι η καθαρή θεραπευτική επίδραση ψύξης ενός δένδρου στην πόλη είναι ισοδύναμη με 10 κλιματιστικά μεγέθους δωματίου, που λειτουργούν επί 20 ώρες την ημέρα.

Η βλάστηση των πόλεων λειτουργεί ως μηχανισμός παθητικού δροσισμού τους. Και τούτο διότι τα φυτά και ιδίως τα δενδρώδη είδη, με την εξατμισοδιαπνοή ως βασική διεργασία λειτουργίας τους, επηρεάζουν ενεργειακά το γύρω τους πεδίο, λόγω των μεγάλων ποσών ενέργειας που απαιτούνται για τη μετατροπή του νερού από την υγρή στην αέρια μορφή του. Τούτη η μετατροπή επηρεάζει τοπικά τη θερμοκρασία του αέρα, με αποτέλεσμα τη μεταβολή των κλιματικών συνθηκών λειτουργίας του φυτού, από την οποία μεταβολή επωφελείται ο άνθρωπος, με δημιουργία συνθηκών δροσιμού του που διαμορφώνονται. Ο βαθμός δροσισμού συναρτάται με την έκταση και τον όγκο της βλάστησης (όσο μεγαλύτερες οι τιμές τους τόσο πιο έντονος ο βαθμός δροσισμού), από τη σύνθεση αυτής (όσο συνθετότερη είναι, τόσο πιο αποτελεσματικά τ’ αποτλέσματα του δροσισμού), καθώς και με την πυκνότητα της φυλλικής επιφάνειας (στοιχείο που δεικνύει ότι η συνεχής, κατ’ έτος, κι αυστηρή κλάδευση των δένδρων της πόλης, ιδίως, αυτών των δενδροστοιχιών, λειτουργεί αρνητικά στη βιοκλιματική απόδοσή της). Από έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο Ισραήλ διαπιστώθηκε ότι, μείωση της θερμοκρασίας του αέρα στην πόλη κατά 1 έως 2° C λόγω της αστικής βλάστησης που αναπτύχθηκε, οδηγεί κατά τις μεσημβρινές ώρες στη διάρκεια του θέρους σε αποδεκτές συνθήκες θερμικής άνεσης στις περιοχές αυτές (Swaid et al. 1993).

Το πράσινο, με το μεγάλο πορώδες που διαθέτει, αφήνει το νερό να διεισδύσει στο έδαφος για ν’ αποθηκευθεί, εμποδίζοντας την διά της επιφανείας του ενεργοβόρο εξάτμιση. Συγκρατεί, επίσης, μεγάλο ποσοστό ρυπαντών και μικροσωματιδίων του αέρα, λειτουργώντας ως ένα φυσικό φίλτρο και απορροφά το βλαπτικό διοξείδιο του άνθρακα που παράγεται στην πόλη, με τις δραστηριότητες που ασκούνται σε αυτήν. Ενώ, αποστειρώνει την ατμόσφαιρα από τη βλαπτική μικροχλωρίδα της.

Ένα δένδρο μέσης ηλικίας διαπνέει περίπου 400 λίτρα νερού/24 ώρες, καταναλώντας σε ενέργεια 250.000 kcal περίπου, όση δηλαδή εννιά (9) μέσης απόδοσης συσκευές κλιματισμού, που λειτουργούν επί εικοσιτετράωρο (χωρίς αυτές ν’ απομακρύνουν τη θερμική ενέργεια –αντίθετα την ενισχύουν). Η σχετική υγρασία του αέρα υπολογίζεται ότι είναι κατά 7-14% μεγαλύτερη σε μια αστική περιοχή πρασίνου από τη γύρω περιοχή της. Η συμβολή της βλάστησης συνίσταται στ’ ό,τι αμβλύνει τις υψηλές θερμοκρασίες της θερινής περιόδου και συμβάλλει εξισορροπιστικά στα χειμερινά κλιματικά φαινόμενα. Όμως, οι πολύ υψηλές τιμές σχετικής υγρασίας του αέρα, λειτουργούν ανασταλτικά σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών και κάνουν τη ζέστη αφόρητη, ενώ παράλληλα εμποδίζουν τον αυτοκαθαρισμό της ατμόσφαιρας. Είναι λάθος, για παράδειγμα, να δημιουργούμε υδάτινους χώρους στην πόλη, χωρίς να τους συνδιάζουμε με επαρκές πράσινο, ώστε να διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερο μικροκλίμα, διότι η εξάτμιση των νερών λόγω της ζέστης, αυξάνει σε μεγάλο βαθμό τη σχετική υγρασία του συγκεκριμένου περιβάλλοντος.

Μια άλλη σημαντική προσφορά του αστικού πρασίνου, η οποία όμως παραβλέπεται, είναι η λειτουργία του ως φυσικού ιονιστή του αέρα. Τα φυτά είναι φορτισμένα αρνητικά και δεσμεύουν τα θετικά ιόντα, που δεν ωφελούν ψυχολογικά τον άνθρωπο, ενώ ταυτοχρόνως απωθούν τ’ αρνητικά, που έχουν θετική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό. Έτσι, ετούτα μπορούν να προσληφθούν από τον άνθρωπο, αφού είναι διαθέσιμα. Επιπλέον, τα πράσινα μέρη των φυτών, με την επίδραση του φωτός ενός ορισμένου μήκους κύματος, εκπέμπουν ηλεκτρόνια που ιονίζουν τον αέρα.

Γενικότερα, το αστικό και περιαστικό πράσινο επιδρούν θετικά στην υγεία του ανθρώπου, τόσον από παθολογικής απόψεως όσον και από ψυχολογικής. Εξάλλου η μία από τις προηγούμενες καταστάσεις είναι συναρτώμενη της άλλης, έτσι που το άτομο προσλαμβάνοντας το περιβάλλον θετικά να λειτουργεί σε αυτό υγιώς, κάτι που πέραν του σώματος έχει ανταπόκριση και στην ψυχολογία αλλά και στο πνεύμα του. Σύμφωνα με μελέτη που διεξήχθη από ερευνητές της Ιατρικής Σχολής Norwich του Πανεπιστημίου της East Anglia κι ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2018, σε εξαιρετικά μεγάλο δείγμα περισσότερων από 290 εκατομμυρίων ατόμων από διάφορες χώρες της γης, σε όλα τα πλάτη της, διαπιστώθηκε ότι πληθυσμοί που ζουν σε αστικές περιοχές με περισσότερους χώρους πρασίνου δηλώνουν πως έχουν καλύτερη υγεία. Η ερευνητική ομάδα μελέτησε στοιχεία από 20 χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Βρετανίας, των ΗΠΑ, της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Αυστραλίας και της Ιαπωνίας – στην τελευταία το «Shinrin yoku» ή αλλιώς η «δασοθεραπεία» αποτελεί πολύ δημοφιλή πρακτική.

Από τα συμπεράσματα της παραπάνω μελέτης προέκυψε ότι, το να περνά κάποιος χρόνο σε χώρους πρασίνου ή το να ζει κοντά στη φύση συνδέεται με πολλαπλά, διαφορετικά και σημαντικά οφέλη για την υγεία του. Η επαφή με τη φύση μειώνει τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2, για καρδιαγγειακά νοσήματα, πρόωρο θάνατο, πρόωρη γέννα, ενώ αυξάνει και τη διάρκεια και ποιότητα του νυχτερινού ύπνου. Συγχρόνως τ’ άτομα που ζουν κοντά στη φύση εμφανίζουν μειωμένη διαστολική αρτηριακή πίεση, καρδιακό παλμό και στρες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένα από τα άκρως ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας ήταν πως η επαφή με τη φύση μειώνει σημαντικά τα επίπεδα κορτιζόλης στο σάλιο, που πρόκειται για έναν από τους κύριους δείκτες στρες. Αποδεικνύεται το λοιπόν περίτρανα από τα παραπάνω ότι το «πράσινο φάρμακο» είναι το καλύτερο φάρμακο για την υγεία του ανθρώπου.

ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ:

Κλιματική & στεγαστική κρίση: Οι ζεστές μέρες είναι ακόμη πιο ζεστές για τους φτωχούς έγχρωμους στις ΗΠΑ

The post Η θερμική νησίδα και το ευεργετικό πράσινο first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2022/08/06/thermiki-nisida-to-eyergetiko-prasino/feed/ 0 10563
Οι δενδροστοιχίες και η σημασία τους στην πόλη https://www.aftoleksi.gr/2021/08/14/oi-dendrostoichies-simasia-toys-stin-poli/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=oi-dendrostoichies-simasia-toys-stin-poli https://www.aftoleksi.gr/2021/08/14/oi-dendrostoichies-simasia-toys-stin-poli/#respond Sat, 14 Aug 2021 11:12:55 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=7669 Αντώνιος Β. Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο) Δενδροστοιχία είναι η συστοιχία δένδρων κατά μήκος διαδρομών στον αστικό ιστό και στην ύπαιθρο. Αποτελεί δομικό φυσικό στοιχείο του χώρου στον οποίο ορίζεται, προσδιορίζοντας λειτουργικά αυτόν εν σχέσει με τον ρόλο της. Συνιστά γραμμικό πράσινο τ’ οποίο διασυνδεόμενο με το λοιπό πράσινο της πόλης (πάρκα, άλση, νησίδες [...]

The post Οι δενδροστοιχίες και η σημασία τους στην πόλη first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Αντώνιος Β. Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο)

Δενδροστοιχία είναι η συστοιχία δένδρων κατά μήκος διαδρομών στον αστικό ιστό και στην ύπαιθρο. Αποτελεί δομικό φυσικό στοιχείο του χώρου στον οποίο ορίζεται, προσδιορίζοντας λειτουργικά αυτόν εν σχέσει με τον ρόλο της. Συνιστά γραμμικό πράσινο τ’ οποίο διασυνδεόμενο με το λοιπό πράσινο της πόλης (πάρκα, άλση, νησίδες πρασίνου, πλατείες, κήπους κ.λπ.) ή με τα λοιπά φυσικά στοιχεία του υπαίθριου περιβάλλοντος (περιαστικό πράσινο, ρέματα, αγροί, δάση κ.λπ.) συγκροτεί –ανάλογα– αστικές ή υπαίθριες φυσικές παρουσίες με λειτουργική συμμετοχή στο οικοσύστημα αναφοράς.

Οι δενδροστοιχίες αποτελούν την περισσότερο παραγνωρισμένη μορφή πρασίνου, αφού δεν υπολογίζονται στον πολλαπλό ρόλο τους και γενικότερα στην προσφορά τους ως πράσινο. Τα δένδρα των δενδροστοιχιών ασφυκτιούν στα στενά πεζοδρόμια της πόλης ή βανδαλίζονται, κακοποιούνται και χωρίς λόγο πληγώνονται. Ακόμα, δεν δίνεται σε αυτά η δυνατότητα της σωστής ανάπτυξης λόγω του περιορισμένου λειτουργικού χώρου που τους αναλογεί στην πόλη, γι’ αυτό και η κλάδευσή τους, αυστηρή και καταστρεπτική, είναι συχνή (ετήσια σε πολλά από αυτά) με αποτέλεσμα, λόγω της διαρκούς τέτοιας επέμβασης του ανθρώπου στην κόμη τους, να οδηγούμαστε σε κακομορφίες, πρόωρες γηράνσεις και σε ξηράνσεις.

Μένουμε στο γεγονός των συνεχών κλαδεύσεων των δένδρων των δενδροστοιχιών, καθώς και της αποκοπής κλάδων τους για πρακτικούς, χρηστικούς ή άλλους λόγους, καθώς συνιστά αυτό μείζον ζήτημα για τη λειτουργία και την υγεία των ίδιων των δένδρων. Τα εν λόγω δένδρα, κυρίως τα δασικά καθώς και τα περισσότερα καλλωπιστικά, δεν πρέπει να κλαδεύονται αφού το φύλλωμά τους αποτελεί το παραγωγικό τους δυναμικό και την πηγή όλων των ευεργετικών τους επιδράσεων στον άνθρωπο. Αφαιρώντας μέρος της κόμης των δένδρων, περιορίζεται η λειτουργική τους δυνατότητα κι αναστέλλεται ή αναιρείται η παραπάνω ευεργετική τους προσφορά. Οι πληγώσεις που δημιουργούνται με την αποκοπή κλάδων οδηγούν στην ενεργοποίηση τραυματοπαρασίτων των φλοιών, που με τη σειρά τους οδηγούν σε προσβολές και τελικά σε ξηράνσεις. Με τις κλαδεύσεις και τις αποκοπές μειώνεται η ζωτικότητα του δένδρου ως συνόλου διότι απομακρύνεται ένα σημαντικό μέρος των αφομοιωτικών του οργάνων.

Όσο πιο συχνές είναι οι αποκοπές κλάδων και όσο πιο έντονα γίνονται, τόσο περισσότερες πληγές δημιουργούνται στα δένδρα με αποτέλεσμα να δίνεται η ευκαιρία σε χιλιάδες μύκητες και βακτήρια να προσβάλλουν αυτά. Το μη κλάδεμα συμβάλλει στον μακρύτερο χρόνο που διατηρούνται τα δένδρα υγιή.

Εστιάζοντας στις αστικές δενδροστοιχίες εν σχέσει με τη συμμετοχή τους στο οικοσύστημα της πόλης, κι αντίστοιχα στην προσφορά τους στον πολίτη αυτής κατά την αστική κατοίκηση, προσδιορίζουμε τον ρόλο τους ως εξής:

  1. Περιβαλλοντικός/οικολογικός ρόλος των δενδροστοιχιών. Οι δενδροστοιχίες συμμετέχουν στο αστικό πράσινο αποτελώντας γραμμικά φυσικά του στοιχεία δια των οποίων διασυνδέεται το πράσινο της πόλης έτσι ώστε δια της οικοσυστηματικής της λειτουργίας να παρέχεται μια σύνολη περιβαλλοντική προσφορά με θετική ανταπόκριση στον πολίτη.
  2. Βιοκλιματικός/υγιεινός ρόλος των δενδροστοιχιών. Οι δενδροστοιχίες, εν συνδυασμώ με το λοιπό αστικό πράσινο, δημιουργούν μικροκλίμα, μετριάζουν τις ακραίες θερμοκρασίες και συμβάλλουν στον δροσισμό της πόλης κατά τη θερινή περίοδο, μειώνουν το φαινόμενο της θερμικής νησίδας, καθαρίζουν τον αέρα, μετριάζουν την απορροή των ομβρίων υδάτων, λειτουργούν ως φυσικά κλιματιστικά και ως φυσικοί ιονιστές του αέρα κ.λπ.
  3. Χωροτακτικός/λειτουργικός ρόλος των δενδροστοιχιών. Οι δενδροστοιχίες δημιουργούν πράσινες διαδρομές στην πόλη, κατευθύνσεις και πορείες που συμβάλλουν στο υγιές αίσθημα του πολίτη. Συνοδεύοντας (οι δενδροστοιχίες) τις οδικές αστικές διαδρομές δημιουργούν περιβάλλοντα συνέχειας στην πορεία του πολίτη, συμβάλλοντας στη θετική του αίσθηση για το γύρω, ενώ παράλληλα ορίζουν λειτουργικά κι όχι απλώς αισθητικά το πλαίσιο αναφοράς της πόλης στον πολίτη και το αντίστροφο.
  4. Αισθητικός ρόλος των δενδροστοιχιών. Οι δενδροστοιχίες προσθέτουν στην αισθητική της πόλης με το ζωντανό πράσινο των διαδρομών, ταυτόχρονα δε με τα χρώματα και τα αρώματα που προσφέρουν, καθώς και τη σύνολη παρουσία τους, ενεργοποιούν τις πέντε αισθήσεις του ανθρώπου ώστε αυτός να έχει ολοκληρωμένη θετική πρόσληψη του λειτουργικού του χώρου.
  5. Πολιτιστικός ρόλος των δενδροστοιχιών. Οι δενδροστοιχίες είναι διασυνδεδεμένες με τον αστικό πολιτισμό του ανθρώπου, και γενικότερα με τον τρόπο που συμμετέχει στην πόλη και εκφράζεται σε αυτήν. Δενδροστοιχίες πόλεων αποτελούν εμβληματικές παρουσίες αυτής ή τοπόσημα, χαρακτηρίζοντάς τες εν σχέσει με το πολιτιστικό τους προφίλ. Κάποιες δενδροστοιχίες μπορεί να έχουν και ιστορική αξία, όπως αυτή των πλατάνων στην οδό Όθωνος στην Κηφισιά.
  6. Κοινωνικός ρόλος των δενδροστοιχιών. Οι δενδροστοιχίες, όπως και κάθε πράσινο, έχουν κοινωνική αναφορά, καθώς συμμετέχουν ως στοιχεία του αστικού χώρου στο κοινωνικό γίγνεσθαι, αναλόγως βέβαια και με τον τρόπο που από κάθε κοινωνία προσλαμβάνονται. Ορίζονται οι δενδροστοιχίες, στα πλαίσια της συμμετοχής τους στο αστικό πράσινο, ως στοιχεία διεκδίκησης των κοινών κατά τη συμμετοχική δράση των πολιτών, οι οποίοι επιζητούν στο πράσινο ποιότητες κι αξίες κατά την κατοίκησή τους στο άστυ.

Προστατεύονται νομικά οι δενδροστοιχίες; Ποιος επιλαμβάνεται εάν θιγούν;

Η προστασία τους είναι αμφίβολη, καθώς δεν είναι ορισμένη. Προστατεύονταν από τη δασική υπηρεσία μέχρι το έτος 2003, που με τις διατάξεις του νόμου 3208/2003 τής αφαιρέθηκε η συγκεκριμένη αρμοδιότητα. Έτσι, διασπάστηκε, αντιεπιστημονικά και ανυπόστατα, το λειτουργικό αντικείμενο της εν λόγω υπηρεσίας, αφού εξακολουθεί να έχει την αρμοδιότητα της προστασίας των πάρκων και των αλσών, όχι όμως και των δενδροστοιχιών που έχουν φυσική διασύνδεση με αυτά. Το παράδοξο είναι ότι ενώ αφαιρέθηκε αυτή η αρμοδιότητα από τη δασική υπηρεσία δεν αποδόθηκε με διάταξη του ιδίου ή έτερου νόμου σε κάποια άλλη! Έκτοτε η προστασία τους μετεωρίζεται! Η διαχείρισή τους μολοντούτο είναι ορισμένη και ασκείται από τον οικείο δήμο. Ο Έλληνας είχε κατά το παρελθόν πηγαία την αίσθηση στο να ορίζει τις διαδρομές του με φυσική σκιά. Είχε ανάγκη να πορεύεται δια της φύσης διότι η φυσική του αίσθηση το επιζητούσε. Σήμερα «κατατρέχουμε» με τον τρόπο που λειτουργούμε τις δενδροστοιχίες, ενώ πάψαμε και να τις δημιουργούμε, δηλοποιούμενοι με τον τρόπο αυτόν, καθώς και με άλλους, στην αποστασιοποιητική μας σχέση με τα γύρα!..

The post Οι δενδροστοιχίες και η σημασία τους στην πόλη first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2021/08/14/oi-dendrostoichies-simasia-toys-stin-poli/feed/ 0 7669
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από τη δασοπυρόσβεση (εν σχέσει με την πυροσβεστική υπηρεσία σήμερα) https://www.aftoleksi.gr/2021/08/08/anamniseis-ti-dasopyrosvesi-en-schesei-tin-pyrosvestiki-ypiresia-simera/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=anamniseis-ti-dasopyrosvesi-en-schesei-tin-pyrosvestiki-ypiresia-simera https://www.aftoleksi.gr/2021/08/08/anamniseis-ti-dasopyrosvesi-en-schesei-tin-pyrosvestiki-ypiresia-simera/#respond Sun, 08 Aug 2021 15:33:21 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=7618 Kείμενο: Αντώνιος Β. Καπετάνιος, δασολόγος με ειδίκευση στην προστασία των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος. Δούλεψα για τα δάση της Αιγιάλειας και, πέραν της λύπης που με διακατέχει ως άνθρωπο η απώλεια των φυσικών τούτων οικοσυστημάτων, με πονά προσωπικά το γεγονός ότι καίγονται λόγω και της ειδικής σχέσης που είχα με τα συγκεκριμένα περιβάλλοντα, ζώντας τα [...]

The post ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από τη δασοπυρόσβεση (εν σχέσει με την πυροσβεστική υπηρεσία σήμερα) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Kείμενο: Αντώνιος Β. Καπετάνιος, δασολόγος με ειδίκευση στην προστασία των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος.

Δούλεψα για τα δάση της Αιγιάλειας και, πέραν της λύπης που με διακατέχει ως άνθρωπο η απώλεια των φυσικών τούτων οικοσυστημάτων, με πονά προσωπικά το γεγονός ότι καίγονται λόγω και της ειδικής σχέσης που είχα με τα συγκεκριμένα περιβάλλοντα, ζώντας τα λειτουργικά ως δασολόγος της πράξης. Δίνω εν προκειμένω, μέσα από την αφήγηση της συμμετοχής μου στη δασοπυρόσβεση, σ’ ένα παλαιότερο κείμενό μου, το πώς τα προστατεύαμε και τον αγώνα που κάναμε (και μαζί την αγωνία που είχαμε…) για τη διατήρησή τους.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΑΣΟΠΥΡΟΣΒΕΣΗ
(…η διαφορά στη φιλοσοφία και στον τρόπο αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών, της δασικής υπηρεσίας -τότε- εν σχέσει με την πυροσβεστική υπηρεσία -σήμερα)

Τη δασοπυρόσβεση την πρόλαβα για 6 χρόνια, όντας υπάλληλος (δασολόγος) στο Δασαρχείο Αιγίου, όταν αυτή βρισκόταν ακόμα στην αρμοδιότητα της δασικής υπηρεσίας και πριν μεταφερθεί στην πυροσβεστική υπηρεσία. Ήμουν πρωτοδιορισμένος ως δημόσιος υπάλληλος στη συγκεκριμένη θέση, και τολμώ να πω πως η με τόσο έντονο τρόπο ένταξή μου στο σύστημα της διοίκησης, με την ενασχόλησή μου με υπεύθυνη θέση σ’ έναν τομέα κρίσιμο, δύσκολο κι επίπονο, όπως η δασοπυρόσβεση σε Δασαρχείο Α΄ επικινδυνότητας σε σχέση με τις πυρκαγιές, υπήρξε για μένα αφενός συγκλονιστική, αφετέρου διδακτική.

Θα έλεγα πως κείνα τα (δυστυχώς λίγα) χρόνια κατά τα οποία βίωσα τις έντονες καταστάσεις της δασοπυρόσβεσης, ήταν από τα πιο μεστά δημοσιοϋπαλληλικά μου χρόνια, όλο διδαχές κι εμπειρίες˙ ήταν ένα ανεπανάληπτο σχολείο διοίκησης, γνώσης στο πεδίο και πρακτικής εφαρμογής. Τα χρόνια κείνα συνετέλεσαν, εμμέσως πλην σαφώς, και στη διαμόρφωση ενός χαρακτήρα και μιας κουλτούρας αναφορικά με την ευθύνη για το περιβάλλον και τα κοινά πράγματα, και τον τρόπο που αισθάνεσαι και λειτουργείς προσπαθώντας για τα πράγματα αυτά, όντας ευρισκόμενα εν κινδύνω.

Βεβαίως, το αρνητικό είναι ότι, με τη μεταφορά της δασοπυρόσβεσης στην πυροσβεστική υπηρεσία εχάθη όλη κείνη η πολύτιμη εμπειρία, η μεταβιβαζόμενη ανεκτίμητη γνώση της δασοπυρόσβεσης κατά την πρακτική εφαρμογή της, που είχε μια συνέχεια στο επίπεδο της διοίκησης, παρά τα όποια προβλήματά της −ήταν ένα μοιραίο πολιτικό σφάλμα κείνο, που δυστυχώς συνετελέσθη σε βάρος της φύσης! Αυτή η γνώση δεν αποκτάται στα πανεπιστημιακά έδρανα, καθώς εκεί σπουδάζεις το αντικείμενο και μεθοδεύεσαι ως προς αυτό, παίρνεις δηλαδή επιστήμη, αλλά προσλαμβάνεται με την άσκηση στο πεδίο και την εμπειρία της πράξης, που αφορά στην άσκηση της επιστήμης, κάτι που είναι εξόχως σημαντικό και δύσκολο.

Ας είναι… Έμεινε όμως σ’ εμάς που βιώσαμε καταστάσεις μέσα από τη δασοπυρόσβεση, η πολύτιμη σχέση μας με το φυσικό στοιχείο στο επίπεδο της διακινδύνευσής του, κάτι που οδήγησε στη συγκρότησή μας ως προς το περιβαλλοντικό γίγνεσθαι, που πλάστηκε κι από τη σχέση αυτή, αποτελώντας μοναδική παρακαταθήκη για την παραπέρα πορεία μας!

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος» η δασοπυρόσβεση για εμάς. Το όλο γεγονός δεν διαρκούσε μόνο κατά την κρίσιμη αντιπυρική περίοδο, μα και τον υπόλοιπο χρόνο δουλεύαμε προετοιμαζόμενοι για τη δασοπυρόσβεση. Αναλόγως των πιστώσεων, πραγματοποιούντο έργα πρόληψης και δασοπροστασίας, καθώς κι αποκατάστασης στις περιοχές που προσβλήθηκαν από φωτιές. Έπρεπε να συντηρηθεί ο δασοπυροσβεστικός εξοπλισμός για να είναι «ετοιμοπόλεμος» για τον αντιπυρικό αγώνα, να προετοιμαστούν τα μέσα και οι εγκαταστάσεις που αφορούσαν στον αντιπυρικό αγώνα (τα πυροσβεστικά οχήματα, τα πυροφυλάκια, οι σημάνσεις κ.λπ.), να σχεδιαστούν τα πλάνα της ερχόμενης αντιπυρικής περιόδου (τυχόν κλείσιμο με μπάρες δασικών δρόμων, ενημέρωση των τοπικών αρχών και φορέων, καθορισμός του προσλαμβανόμενου εποχιακού προσωπικού και προετοιμασία του κ.λπ.), να πραγματοποιηθούν καθαρισμοί εάν αυτό ήταν δυνατό σύμφωνα με τις διατιθέμενες πιστώσεις κτλ.

Η δασική υπηρεσία δεν είχε δυστυχώς τη δυνατότητα της ολοκληρωμένης στελέχωσής της με μόνιμο δασοπυροσβεστικό προσωπικό, και για το λόγο τούτο προσλάμβανε κάθε χρόνο εποχιακό, τ’ οποίο έπρεπε να εκπαιδεύσει στα θέματα δασοπυρόσβεσης κι ασφάλειας, να το προετοιμάσει στις συνθήκες της πυρόσβεσης και να το εξοικειώσει με το αντικείμενο αυτό, να του γνωρίσει την περιοχή όπου θα δραστηριοποιηθεί και να το εντάξει στο πνεύμα του αντιπυρικού σχεδιασμού, ώστε να λειτουργεί με συγκεκριμένους κανόνες και βάσει πρωτοκόλλου. Τούτα όλα συνιστούσαν μεγάλη ευθύνη για τους έχοντες εμπλοκή στη σχετική διαδικασία, κι απαιτούσαν δαπάνη χρόνου κι ενεργειών, η οποία δε θα υπήρχε εάν το προσωπικό δασοπυρόσβεσης ήταν μόνιμο και κατάλληλα εκπαιδευμένο (με μια βασική δασοπυροσβεστική εκπαίδευση), αξιοποιούμενος ο χρόνος και η ενέργεια που δαπανώνταν για το σκοπό αυτόν σε άλλες παραγωγικές δραστηριότητες κατά στην άσκηση της υπηρεσιακής λειτουργίας. Όμως, αυτή η παράμετρος, που είχε και οικονομική επίπτωση, δε γινόταν αντιληπτή από τις τότε πολιτικές ηγεσίες, οι οποίες επέμεναν σ’ ένα σύστημα άσκησης της δασοπυρόσβεσης, που στον τομέα που προαναφέραμε ήταν δυσλειτουργικό, κοστοβόρο κι αναχρονιστικό!

Υπήρχε «δέσιμο» της δασικής υπηρεσίας με τη δασοπυρόσβεση, καθώς το έργο αυτό λογίζονταν ως μέρος της σύνολης δασικής αποστολής που ασκούσε η εν λόγω υπηρεσία. Ήταν βεβαίως από τις κορυφαίες ενέργειες στο έργο της δασικής υπηρεσίας, χωρίς όμως να είναι ξέχωρη. Ο κάθε δασικός υπάλληλος, σε όποια θέση κι επίπεδο της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας βρισκόταν, λόγιζε την προσφορά του στο έργο της δασοπυρόσβεσης στο πλαίσιο της σύνολης δασικής αποστολής, και δε θεωρούσε αυτό ως κάτι επιπρόσθετο ή, πολύ περισσότερο, ως πάρεργο. Για τον λόγο τούτο, κι όταν πάρθηκε η δασοπυρόσβεση από τη δασική υπηρεσία, υπήρξε ένα κενό στη συνέχειά της, και λογίστηκε ως μαχαιριά στην αποστολή της η μη άσκησή της, της οποίας η πληγή ποτέ δεν επουλώθηκε.

Και κάτι ακόμα, πολύ σημαντικό: ο δασικός υπάλληλος είχε έγνοια για το δάσος, καθώς ζούσε με αυτό μέσα από τη δασική αποστολή του, το ενέτασσε στην καθημερινότητά του και –κατά το μάλλον ή ήττον– το αγαπούσε βαθιά, ειλικρινά κι ένστιχτα, έχοντας αίσθηση για τη φύση κι ορμέμφυτη ενέργεια (αυτά που λέγω αποτελούν τον κανόνα, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και οι αρνητικές εξαιρέσεις). Αυτός (ο δασικός υπάλληλος) δε θα ημπορούσε να λειτουργήσει παθητικά, μαλθακά, μηχανικά ή κι αδιάφορα στο γεγονός της πυρκαγιάς στο δάσος, ενεργώντας κατά την κοινώς εννοούμενη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, αλλά δινόταν ολοκληρωτικά στον αγώνα της δασοπροστασίας, είτε αυτή ασκούνταν στο επίπεδο της πρόληψης είτε της πυρόσβεσης.

Για τον λόγο τούτο και βλέπαμε τον δασικό υπάλληλο να ρίχνεται με πάθος στη φωτιά, να την «παλεύει» χωρίς μολοντούτο να κινδυνεύει αυτός ή τα μέσα του από κείνη, καθώς γνώριζε, είτε σ’ επιστημονικό και τεχνικό επίπεδο είτε σ’ εμπειρικό, να την αντιμετωπίζει. «Δούλευε» τη φωτιά έχοντας τη γνώση της, ξέροντας πώς να την αντιμετωπίσει, παρά τους κινδύνους της. Έμπαινε στην πυρόκαυστη περιοχή και «κτυπούσε» τη φωτιά, την ακολούθουσε στο διάβα της, την πλαγιοκοπούσε και την έφθειρε, τη διάβρωνε, την έσβηνε. Δεν την περίμενε στις οδούς, δεν επαφίονταν στα εναέρια μέσα –ήξερε πως αυτά δε σβήνουν τις φωτιές, παρά τις «ρίχνουν», τις «κατεβάζουν»˙ αυτός τις σβήνει.

Ήξερε να κάνει διαχείριση της φωτιάς, να οργανώνεται και να λειτουργεί επιχειρησιακά σύμφωνα με τις συνθήκες της πυρκαγιάς, με τρόπο άμεσο κι αποτελεσματικό. Βλέπαμε έτσι στην εκδήλωση του συμβάντος το δασικό προσωπικό να παίρνει «θέσεις μάχης» χωρίς ν’ απαιτείται εντολή για να το πράξει. Ήξερε το ρόλο του και την αποστολή του. Βεβαίως, πάντα ο ηγήτορ ήταν παρών, όχι όμως για να υποδείξει, αλλά για να καθοδηγήσει και να κατευθύνει.

Και φυσικά, ως προς τον τέτοιο τρόπο λειτουργίας του δασικού υπαλλήλου δεν ήταν μόνο το αίσθημά του για το δάσος που τον οδηγούσε, που βεβαίως αυτό μετρούσε πολύ, μα και η γνώση του, και η εμπειρία του στο αντικείμενο του δάσους… –στοιχεία που είτε προσλαμβάνονταν είτε καλλιεργούνταν, πάντως για την αφομοίωσή τους απαιτούνταν η επαφή με το φυσικό αντικείμενο, κάτι που ο δασικός υπάλληλος, εκ της φύσεως του επαγγέλματός του, τα κατείχε στο μέγιστο βαθμό! Ο δασικός υπάλληλος γνώριζε την κάθε σπιθαμή της δασικής περιοχής όπου ασκούσε τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, γνώριζε τους δασικούς δρόμους, τα δασικά μονοπάτια, το είδος της βλάστησης που συνθέτει το δασικό οικοσύστημα και πώς αυτή λειτουργεί στη φωτιά. Γνώριζε τα χαρακτηριστικά της δασικής περιοχής, το φυσικό ανάγλυφό της, την τοπογραφία της, και μπορούσε με τον εμπειρικό, τεχνικό ή κι επιστημονικό μηχανισμό της γνώσης και της πρακτικής να τα συνδυάζει με τα χαρακτηριστικά της φωτιάς, κι αναλόγως να λειτουργεί. Ζούσε και δούλευε στο δάσος, και μπορούσε να κινηθεί άνετα στα γνώριμά του μέρη, χωρίς να κινδυνεύει να εγκλωβιστεί, να χαθεί ή να καταπέσει στα γκρεμνά του. Γνώριζε πώς να ενεργεί για ν’ αντιμετωπίσει τη φωτιά, καθώς γνωρίζοντας το δάσος ήξερε και πώς η φωτιά συμπεριφέρεται σε αυτό (την πορεία της και την ταχύτητά της σύμφωνα με το είδος και την πυκνότητα της βλάστησης, τους στροβιλισμούς του αέρα στο δάσος κ.λπ.) Ο δασικός υπάλληλος λειτουργούσε στο φυσικό του αντικείμενο και είχε συνολική αντίληψη του χώρου –και κείνο που μπορώ να πω είναι ότι από τους παλιούς εμπειρικούς δασικούς υπαλλήλους, τους δασοφύλακες, έμαθα πολλά σε σχέση με τον τρόπο που έπρεπε να κινούμαι στο πεδίο και ν’ αντιμετωπίζω το γεγονός της φωτιάς.

Δεν ανιστορώ με αυτά που λέγω, ούτε παρελθοντολογώ, ούτε εξιδανικεύω, αλλά δείχνω ένα παρελθόν στην πραγματική του διάσταση, που εχάθη ανεπίγνωστα, ώστε ν’ αποτελέσει οδηγό για ένα νέο μέλλον. Έχω μπροστά μου την εικόνα όλων κείνων των συναγωνιστών στον αγώνα υπέρ του δάσους στη δασική υπηρεσία, στο πώς λειτουργούσαν και συνέπρατταν απέναντι στο «κακό» της φωτιάς, που δεν έπρεπε να έλθει –και σε αυτό το επίπεδο κατά πρώτον εστίαζαν–, μα σαν έλθει έπρεπε να κατασταλεί με όλες τις δυνάμεις και με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Και με αυτό το backround λειτουργώ. Η φιλοσοφία της δασικής υπηρεσίας τότε, όταν ασκούσε τη δασοπυρόσβεση, που εντάσσονταν στο όλο σύστημα της στρατηγικής της στον τομέα αυτόν, ήταν η εξής: έριχνε όλες τις δυνάμεις της στην κατάσβεση της δασικής πυρκαγιάς διότι θεωρούσε, και πολύ ορθά, όπως αποδείχτηκε κι από την κατοπινή πορεία των πραγμάτων, ότι καταστέλλοντας αυτήν, δουλεύοντας δηλαδή στο πεδίο της κρίσης, μειώνεις τις πιθανότητες δημιουργίας νέων κρίσεων, που συνεπάγονταν καταστροφή ανθρώπινων περιουσιών ή απώλειας ανθρώπινων ζωών, αφού δε θα δινόταν η δυνατότητα στη φωτιά να δημιουργήσει πρόβληματα τέτοιου επιπέδου με την επέκτασή της.

Το motto που σήμερα χρησιμοποιείται ευρέως, ότι «δεν κινδυνεύουν (ή κινδυνεύουν) οικισμοί, ανθρώπινες ζωές και περιουσίες από τη φωτιά», ως στοιχείο κρισιμότητας της κατάστασης ή επιπέδου του γεγονότος, δε χρησιμοποιούνταν τότε από τη δασική υπηρεσία, στο βαθμό (τουλάχιστον) που σήμερα χρησιμοποιείται, καθώς η στόχευση ήταν να κατασταλθεί η πυρκαγιά για να μη συμβεί αυτό. Βρισκόταν δηλαδή η δασική υπηρεσία σ’ επίπεδο ενεργειών, στρατηγικής και διαχείρισης της πυρκαγιάς μπροστύτερα από αυτό που σήμερα αναδεικνύεται. Σε περίπτωση δε που κάτι τέτοιο ήταν αναπότρεπτο (να κινδυνεύσει δηλαδή οικισμός κ.λπ.), ανατίθονταν στην πυροσβεστική υπηρεσία, που συνέδραμε στο έργο της δασοπυρόσβεσης, η αποστολή της προστασίας του οικισμού κ.λπ., καθώς είχε και τη σχετική εμπειρία και τεχνογνωσία στις οικιστικές πυρκαγιές, κι ήταν γνώστης των διαδικασιών που επάγονται αυτών των πυρκαγιών (διαδικασίες κατάσβεσης, εκκένωσης, διάσωσης, προστασίας υποδομών κτλ.) Η δασική υπηρεσία μπορούσε να συνεχίσει τη δασοπυρόσβεση, για να περιοριστούν οι όποιες απώλειες αυτού του επιπέδου με την εξέλιξη της φωτιάς και την επιδείνωση της κατάστασης. Μετακίνηση των δυνάμεων της δασικής υπηρεσίας στον οικισμό κ.λπ. γίνονταν υπό συνθήκες ακραίου γεγονότος, που τέτοιες κατά την εποχή που αυτή δασοπυρόσβενε ήταν λιγοστές. Εξάλλου, λιγοστές ήταν τότε και οι καταστροφές οικισμών, πολύ περισσότερο δε ανθρώπινων ζωών, ως θυμάτων της φωτιάς, σε σχέση με σήμερα… (πρέπει να κάνω προσπάθεια για ν’ ανακαλέσω στη μνήμη μου κάποιες τέτοιες περιπτώσεις).

Υπήρχε άλλη φιλοσοφία διαχείρισης κι αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών σε σχέση με σήμερα, μια φιλοσοφία που εμπεριείχε πέρα από την ειδική τεχνογνωσία της δασοπυρόσβεσης, τη διαφορετική οργάνωση του αντιπυρικού αγώνα, αλλά και το συναισθηματισμό των ασχολούμενων με αυτήν, λόγω της επαφής τους με το αντικείμενο της φύσης, κάτι που δεν πρέπει να παραβλέπουμε, να το περιγελούμε ή να το θεωρούμε γραφικότητα, καθώς έδινε μεγάλη ζωτικότητα και κουράγιο στο έργο τους, κι έκαμε την προσπάθειά τους περισσότερο δυνατή, δυναμική κι αποτελεσματική. Ένοιωθαν οι δασικοί υπάλληλοι πως πάλευαν για την υπεράσπιση ενός αγαθού και για την προάσπιση μιας αξίας.

Υπήρχε, ακόμα, η λογική της γρήγορης κι άμεσης καταστολής, για την αντιμετώπιση του περιστατικού εν τη γενέσει του, όπως επίσης και της ευθείας προσβολής της φωτιάς επιγείως (σημαντική ως προς τούτο ήταν η συνεισφορά των δασοκομάντος, που κακώς δε χρησιμοποιήθηκαν κατόπιν, όπως και της χρήσης εκσκαπτικών μηχανημάτων και μπουλντοζών, που χρησιμοποιούνταν πολύ από τη δασική υπηρεσία, για την προσέγγιση των εστιών της φωτιάς με τη διάνοιξη διόδων επικοινωνίας των πεζοπόρων τμημάτων προς αυτές).

Ενώ, στον παράγοντα της πρόληψης δίνονταν μεγίστη σημασία και δαπανώνταν μεγάλο μέρος των δυνάμεων της δασικής υπηρεσίας για την άσκησή της. Για το λόγο τούτο θεωρούνταν σημαντική η λειτουργία των πυροφυλακίων, καθώς επίσης και των περιπόλων στα δάση, μεικτών (της δασικής υπηρεσίας, της αστυνομίας και του στρατού) ή μη (μόνο δασικών υπαλλήλων).

Θυμούμαι τον «άγραφο νόμο» που τότε επικρατούσε, που ήταν: «να μην καπνίζει ούτε φούρνος»! Για το λόγο τούτο, κι ιδιαίτερα όταν οι συνθήκες για την έκρηξη πυρκαγιάς ήταν κρίσιμες, δε στεκόμασταν λεπτό, κινούμασταν διαρκώς στους δασικούς δρόμους, επιτηρούσαμε στην ύπαιθρο, περιπολούσαμε στα χωριά, κι είχαμε συνεχή επικοινωνία διά ασυρμάτου για την επόπτευση των περιοχών και τον έλεγχο της κατάστασης. Δεν είναι τυχαίο ότι τότε δεν είχαμε μεγα-πυρκαγιές, όπως συμβαίνει σήμερα, ούτε το επίπεδο των ζημιών που σήμερα υπάρχουν –κι ας μην τ’ αποδίδουμε όλα για τη σημερινή ακραία κατάσταση των πυρκαγιών στην κλιματική αλλαγή, καθώς η διαφορετική αντιμετώπιση στον τομέα της ενεργού πρόληψης, της διαφορετικής διαχείρισης κι οργάνωσης του αντιπυρικού αγώνα, καθώς και του μοντέλου και της φιλοσοφίας κατάσβεσης, θα μπορούσε να έχει εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα και σήμερα, και μάλλον γι’ αυτό πρέπει να κοιτάξουμε πίσω, στο παρελθόν…

Ήλθαν οι Ουκρανοί δασοπυροσβέστες στη Βόρεια Εύβοια και είδα χρήση σκαπανικών και επινώτιων πυροσβεστήρων για την κατάσβεση της φωτιάς. Είχα χρόνια να τα δω, από τότε που η δασοπυρόσβεση ήταν στη δασική υπηρεσία! Στη φωτογραφία: απόσπασμα του πεζοπόρου δασοπυροσβεστικού σώματος των ΗΠΑ επί τω έργω -αυτό που επιδιώκετο να δημιουργηθεί και στην Ελλάδα με το Προεδρικό Διάταγμα αριθ. 242/16‐6‐1993, δημοσιευμένο στο ΦΕΚ 107/Α ́/22‐6‐1993, που όμως δεν συστάθηκε ποτέ διότι η δασοπυρόσβεση μεταβιβάστηκε στην πυροσβεστική υπηρεσία, με όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα, που τραγικά βιώνονται κάθε καλοκαίρι κι ιδιαίτερα το φετινό…

Δέστε το εξής περιστατικό, που είναι χαρακτηριστικό του τρόπου λειτουργίας των τότε εμπλεκόμενων υπηρεσιών κατάσβεσης των δασοπυρκαγιών (της δασικής υπηρεσίας, που είχε την ευθύνη της κατάσβεσης, και της πυροσβεστικής υπηρεσίας που συνέδραμε). Συνέβη επί της παλαιάς οδού Αιγίου-Πατρών, σε πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο πευκοδάσος τού πάνω μέρους της οδού (και κάτω από την εθνική οδό). Ειδοποιηθήκαμε και φθάνοντας εκεί βρίσκουμε όχημα της πυροσβεστικής υπηρεσίας στην άκρη της οδού που περίμενε, χωρίς μάλιστα να έχει απλώσει εγκατάσταση. Η φωτιά έκαιγε στο βάθος της πευκόφυτης επικλινούς έκτασης. Αμέσως τα οχήματα της δασικής υπηρεσίας έστησαν εγκατάσταση κι άρχισαν να επιχειρούν προσεγγίζοντας τη φωτιά στο δύσκολο επικλινές έδαφος και πλαγιοκοπώντας την. Πλησιάζω τους πυροσβέστες που μας κοιτούσαν και τους ζητώ να συνδράμουν. Μου απαντούν πως οι διαταγές που έχουν είναι να περιμένουν επί της οδού τη φωτιά για να επιχειρήσουν. Τους ανταπαντώ πως εάν φτάσει η φωτιά στην οδό θα είναι ήδη αργά, καθώς αυτή θα έχει δυναμώσει γενόμενη επικόρυφη και θα περάσει στην από κάτω πλευρά του πρανούς, που έχει επίσης πευκοδάσος και καταλήγει στη θάλασσα. Τους λέγω ότι είναι επιτακτική ανάγκη στο συγκεκριμένο χρόνο και σημείο να «κτυπήσουμε» τη φωτιά διότι είναι οι καταλληλότερες συνθήκες αντιμετώπισής της, καθώς η φωτιά έχει «εγκλωβιστεί» στο συγκεκριμένο μέρος λόγω ττου αναγλύφου της περιοχής κι ότι δεν πρέπει να την αφήσουμε να εξελιχθεί. Αρνήθηκαν και πάλι να συνδράμουν.

Ο διάλογος έγινε έντονος, δεδομένης και της κατάστασης, και τότε, ως εκ του θαύματος, καταφθάνει στο σημείο ένα πυροσβεστικό όχημα της αεροπορικής βάσης Ανδραβίδας ή Αράξου (δεν είμαι σίγουρος για την προέλευσή του…), που επέστρεφε από μεγάλη πυρκαγιά στην οποία συνέδραμε στην Αττική, συνοδευόμενο από αξιωματικό. Με ρώτησε ο αξιωματικός το τι συμβαίνει και του εξήγησα. Απευθύνθηκε στους πυροσβέστες, οι οποίοι τού απάντησαν ότι, κοντολογίς, «θέλω να τους βάλω στο στόμα της φωτιάς και ότι θα τους κάψω», καθώς κι ότι οι διαταγές που έχουν είναι να περιμένουν εκεί. Τους ζήτησε τότε κι αυτός να συνδράμουν, θεωρώντας ορθή την ενέργειά μου. Στην άρνησή τους ζήτησε τα στοιχεία τους λέγοντάς τους πως εάν δεν υπακούσουν θα τους αναφέρει. Μπρος σε αυτή την εξέλιξη και παίρνοντας άλλες εντολές, μετά την επαφή τους με το κέντρο, οι πυροσβέστες υπάκουσαν και συνέδραμαν. Με τη βοήθεια και του στρατιωτικού πυροσβεστικού, που ήταν γεμάτο και λειτούργησε ως δότης, η φωτιά σβήστηκε.

Δεν υπήρχε ωράριο τότε. Ένα εσωτερικό καθήκον μάς καλούσε να είμαστε επί ποδός, σε συνεχή επιφυλακή. Ακόμα κι όταν δε βρισκόμασταν σε υπηρεσία, κυκλοφορούσαμε μ’ έναν ασύρματο αρχικά και μ’ ένα κινητό στη συνέχεια, από κείνα τα πρώτα που μοιάζαν με ασύρματο, μήπως μας καλέσουν για περιστατικό. Θυμούμαι μια φορά που έφυγα για σαββατοκύριακο στα πάτρια εδάφη, στο Βόλο, και μόλις έφτασα στον προορισμό μου ενημερώθηκα για πυρκαγιά στην Αιγιάλεια. Επικοινώνησα με την υπηρεσία και μου απάντησαν ότι με χρειάζονται. Επέστρεψα αμέσως, και «ρίχτηκα» στον αγώνα της φωτιάς, αν και προερχόμουν από συνεχές ταξίδι οκτώ ωρών (στο «πήγαινε» και στο «έλα» της διαδρομής).

Δεν ευφησυχάζαμε, δουλεύαμε τη φωτιά με σκαπανικά (τσαπί και φτυάρι) στο όριο καμένο-άκαφτο, για να την «πνίξουμε», μειώνοντας ή απομονώνοντας τους παράγοντες που διέπουν το τρίγωνο της φωτιάς, ήτοι το οξυγόνο, τη θερμότητα και την καύσιμη ύλη, για την κατάσβεσή της. Δουλεύαμε επίσης τη φωτιά το βράδυ, που έπεφτε ο αέρας και οι συνθήκες ήταν ευνοϊκότερες για την κατάσβεσή της˙ κάτι που δυστυχώς, όπως παρατηρώ, δε γίνεται σήμερα! Χρησιμοποιούσαμε γι’ αυτό προβολείς ή τα φώτα των αυτοκινήτων, ή εφόσον είχε φεγγάρι, δουλεύαμε με το φως του. Θυμούμαι μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση πυρκαγιάς με δυνατό άνεμο, που ξέσπασε αργά το απόγευμα σε δυσπρόσιτη περιοχή στην Κουνινά της Αιγιάλειας (αν δεν με απατά η μνήμη μου), και δόθηκε από τα ΜΜΕ ως κρίσιμο περιστατικό που ανησύχησε πολύ. Μας πήρε το σκοτάδι αλλά δεν καμφθήκαμε. Ως είμασταν συνηθισμένοι, δουλέψαμε το βράδυ. Χρησιμοποιήσαμε μπουλντόζα, η οποία με προβολείς διάνοιξε δίοδο και προσεγγίσαμε την εστία της φωτιάς με επίγειες δυνάμεις, και με τα ευέλικτα οχήματά μας (τα unimog και τα dakota) κάναμε κατάσβεση. Την «χτυπήσαμε» τη φωτιά και τη σβήσαμε. Τις πρωινές ώρες κατέφθασαν «ανήσυχοι» οι πολιτικοί άρχοντες της περιοχής και ο νομάρχης, για να ενημερωθούν και να «επιληφθούν» του συμβάντος, όπως συνήθως το έπρατταν, αλλά φωτιά δεν υπήρχε!

Η φύλαξη της φωτιάς, με παράλληλη κατάσβεση όλων των μικροεστιών στα καμένα, αποτελούσε μεγάλη ευθύνη για εμάς, καθώς ήταν απαγορευτικό να υπάρξει αναζωπύρωση ή μετάδοση της φωτιάς υπό καθεστώς φύλαξης της καμένης έκτασης. Εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε, είχες την επόμενη μέρα να υποστείς τις συνέπειες μιας ΕΔΕ (ένορκης διοικητικής εξέτασης), ή ενός ενδεχόμενου εισαγγελικού ελέγχου, με ό,τι αυτό συνεπάγονταν˙ η απόδοση ευθυνών ήταν ένα μοιραίο επακόλουθο. Αντιστοίχως, εάν η φωτιά σού «ξέφευγε» από τον τομέα όπου ήσουν υπεύθυνος, είχες επίσης μεγάλη πιθανότητα να ελεγχθείς. Υπό αυτή την έννοια, τότε ως δασική υπηρεσία λειτουργούσαμε πιο αυστηρά και από σώμα ασφαλείας στον τομέα αυτόν, καθώς σήμερα δεν αποτελεί λόγο εκκίνησης μιας τέτοιας διαδικασίας ελέγχου, από μόνο του το γεγονός που προαναφέραμε.

Είναι χαρακτηριστικό το εξής περιστατικό, που αφορά σε μια περίπτωση ελέγχου. Στη φωτιά της Ζήριας Αχαΐας, στην περιοχή ευθύνης του Δασαρχείου Πατρών, όπου συνδράμαμε με τη δασοπυροσβεστική δύναμη του Δασαρχείου Αιγίου έχοντας την ευθύνη της κατάσβεσης στην αντιπυρική ζώνη στην κορυφή του βουνού, ήλθε με «τρελή» ταχύτητα η φωτιά και κυριολεκτικά μάς «καπάκωσε» ξεπερνώντας την αντιπυρική λωρίδα και, περνώντας στην απέναντι πλευρά του βουνού, επεκτάθηκε περαιτέρω. Κινδυνεύσαμε και μάλιστα έπιασε φωτιά ένα όχημα του Δασαρχείου Πύργου που επιχειρούσε στην αντιπυρική λωρίδα κι επίσης συνέδραμε. Και τούτα συνέβησαν έχοντας λάβει επιπρόσθετα μέτρα αποτροπής μετάδοσης της φωτιάς, καθώς αυξήσαμε με μπουλντόζες το πλάτος της αντιπυρικής λωρίδας, κόψαμε όλα τα κρασπεδικά στην αντιπυρική λωρίδα πεύκα, κατευθύναμε τα πυροσβεστικά αεροσκάφη να κάνουν συνεχείς ρίψεις στο ανοδικό μέτωπο της φωτιάς, για να την «κατεβάσουμε». Μα παρόλα ταύτα η φωτιά πέρασε –άλλη μια απόδειξη ότι οι αντιπυρικές ζώνες δεν είναι αποτελεσματικές σε ακραίες συνθήκες πυρκαγιάς. Μπαρουτοκαπνισμένοι κι εξαντλημένοι κατόπιν, έχοντας πάνω από έξι μέρες στη φωτιά, μάθαμε σαν τα πράγματα ηρέμησαν πως ο τότε πολιτικός προϊστάμενός μας, ψάχνοντας προφανώς για εξιλαστήρια θύματα, μας θεώρησε υπεύθυνους για την επέκταση της φωτιάς και ζητήθηκε ο διοικητικός μας έλεγχος! Αυτή ήταν δυστυχώς η επιβράβευση για τον αγώνα μας!..

Μιλώντας για όλα τούτα, έχω μπροστά μου την εικόνα του τότε δασάρχη Αιγίου, του Παναγιώτη Γυφτόπουλου, του απόντα σήμερα από τη ζωή, με τον οποίο μπορώ να πω πως είχα πολλές διαφωνίες σε υπηρεσιακό επίπεδο, αλλά στον τομέα της δασοπυρόσβεσης και γενικότερα του αντιπυρικού αγώνα θα πω ειλικρινώς κι ευθαρσώς πως ήταν εξαιρετικός –τον παραδεχόμουν. Ήταν πρωτοστάτης στη φωτιά, βρισκόταν στην πρώτη γραμμή κάθε φορά, του πυρός!, δίνονταν ψυχή τε και σώματι στην προσπάθεια για την προστασία των δασών από την πύρινη λαίλαπα. Είχε πάθος με τη φωτιά κι έλεγε: «όλοι πάνω της (της φωτιάς), θα τη φάμε…». Κι ορμούσε μπροστά πρώτος, και φορές τον έβλεπες να παρασύρεται και ν’ αρπάζει τη μάνικα κάνοντας πέρα τον δασοπυροσβέστη, πραγματοποιώντας αυτός την κρίσιμη κατάσβεση. Οργάνωνε, συντόνιζε, αγωνίζονταν, πολεμούσε. Όρθιος σε όλα τα πόστα, από στρατιώτης μέχρι στρατηγός. Μπράβο του!.. Και τον θυμούμαι ότι, ακόμα και στις χαλαρές στιγμές του, να τον απασχολεί η δασοπυρόσβεση και ν’ ασχολείται με αυτήν. Έτσι, σαν έπαιρνε το βαρκάκι του και ξανοίγονταν στον Κορινθιακό, παρατηρούσε από τη θάλασσα με τα κυάλια την ηπειρωτική Αιγιάλεια, ειδοποιώντας με τον ασύρματο για τα σημεία που εντόπιζε ότι κάπνιζαν για να επέμβουμε. Τέτοιο το πάθος του, η έγνοια του, η αγωνία του, η ανησυχία του, η φροντίδα του… Περιπολία λοιπόν (εποπτεία αν θέλετε) των δασών της περιοχής διά θαλάσσης! Μια πρωτοτυπία, μοναδική κι ανεπανάληπτη!.. –τουλάχιστον η Αιγιάλεια είχε αυτό το προνόμιο, να τη διατρέχει οριζοντίως η θάλασσα και νάχει ορίζοντα προς αυτήν η περιφέρειά της…

Στάθηκα με τις παραπάνω ενθύμησες σε κάποιες αλλοτινές στιγμές του έντονου μα όμορφου και διδαχτικού παρελθόντος. Στιγμές της υπηρεσιακής μου πορείας που σχετίστηκαν με τη δασοπυρόσβεση, που τότε την ασκούσε η δασική υπηρεσία, και οι οποίες στάθηκαν καθοριστικές για τη συνέχειά μου. Απ’ όλες όμως κείνες τις στιγμές, από τις δυνατές εικόνες του παρελθόντος, μία είναι αυτή που βαθιά με χαρακώνει και πολύ με λυπεί: η τελική στιγμή! Ήταν τότε, την επόμενη χρονιά που μεταφέρθηκε η δασοπυρόσβεση στην πυροσβεστική υπηρεσία, που κάηκε το μοναδικό οικοσύστημα του Βουραϊκού, αυτό που με περισσή προσπάθεια και συνεχή προσοχή το φυλάγαμε. Πολύ η προσπάθειά μας για τη διαφύλαξή του, διότι ξέραμε ότι η φωτιά σε αυτό, που δημιουργεί συνθήκες τούνελ, θα ήταν δύσκολο να κατασβεστεί εάν συμβεί. Όμως συνέβη μετά από εμάς, όταν τη δασοπυρόσβεση δεν την ασκούσαμε…

Σαν πήγα κατόπιν να καταγράψω την πυρκαγιά, για να κηρυχθεί η έκταση του Βουραϊκού ως αναδασωτέα, λύγισα! Τότε δάκρυσα για τη φύση συναισθανόμενος τον άδικο χαμό της, φορτισμένος μάλλον κι από την άδικη αντιμετώπιση της δασικής υπηρεσίας, που δεν υπολογίστηκε ο σημαντικός αγώνας της ενάντια στη φωτιά όλα τα προηγούμενα χρόνια, κι απετάχθη, αλί, ως μη δυνάμενη στον ρόλο της αυτόν!

The post ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από τη δασοπυρόσβεση (εν σχέσει με την πυροσβεστική υπηρεσία σήμερα) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2021/08/08/anamniseis-ti-dasopyrosvesi-en-schesei-tin-pyrosvestiki-ypiresia-simera/feed/ 0 7618