Για τη Χάνα Άρεντ ο ολοκληρωτισμός βασίζεται στη μοναξιά

0

Πού μπορεί να οδηγήσει η μοναξιά; Η Χάνα Άρεντ απολάμβανε την απομόνωσή της, αλλά πίστευε ότι η μοναξιά μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους ευάλωτους στον ολοκληρωτισμό. Η Samantha Rose Hill, που υπογράφει το παρόν κείμενο, είναι η συγγραφέας του βιβλίου Hannah Arendt (2021) και η επιμελήτρια και μεταφράστρια του βιβλίου What Remains: The Collected Poems of Hannah Arendt (2024). Είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας του Μπρούκλιν στη Νέα Υόρκη.

Αυτό που προετοιμάζει τους ανθρώπους για μία ολοκληρωτική κυριαρχία στον μη ολοκληρωτικό κόσμο είναι το γεγονός ότι η μοναξιά, που κάποτε ήταν μια οριακή εμπειρία που συνήθως υφίστατο σε ορισμένες οριακές κοινωνικές συνθήκες όπως τα γηρατειά, έχει γίνει μια καθημερινή εμπειρία…

~ Από τις Απαρχές του ολοκληρωτισμού (1951) της Χάνα Άρεντ

«Παρακαλώ γράφετε τακτικά, αλλιώς θα πεθάνω εδώ έξω». Η Χάνα Άρεντ συνήθως δεν ξεκινούσε τις επιστολές προς τον σύζυγό της με αυτόν τον τρόπο, αλλά την άνοιξη του 1955 βρέθηκε μόνη σε μια «έρημο». Μετά την έκδοση του βιβλίου Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού, προσκλήθηκε να εργαστεί ως επισκέπτρια λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Μπέρκλεϊ. Δεν της άρεσε η πνευματική ατμόσφαιρα εκεί. Οι συνάδελφοί της δεν είχαν αίσθηση του χιούμορ και το σύννεφο του μακαρθισμού κάλυπτε την κοινωνική ζωή. Της είπαν ότι θα υπήρχαν 30 φοιτητές στις προπτυχιακές της τάξεις: υπήρχαν 120 σε καθεμία. Μισούσε να βρίσκεται στο βήμα και να δίνει διαλέξεις κάθε μέρα: «Απλά δεν μπορώ να εκτίθεμαι στο κοινό πέντε φορές την εβδομάδα – με άλλα λόγια, να μην ξεφεύγω ποτέ από το δημόσιο βλέμμα. Νιώθω σαν να πρέπει να ψάχνω τον εαυτό μου». Η μόνη όαση που βρήκε ήταν σε έναν λιμενεργάτη από το Σαν Φρανσίσκο που έγινε φιλόσοφος, τον Έρικ Χόφερ – αλλά δεν ήταν σίγουρη ούτε γι’ αυτόν: είπε στον φίλο της Καρλ Γιάσπερς ότι ο Χόφερ ήταν «το καλύτερο πράγμα που έχει να προσφέρει αυτή η χώρα»· είπε στον σύζυγό της Χάινριχ Μπλύχερ ότι ο Χόφερ ήταν «πολύ γοητευτικός, αλλά όχι έξυπνος».

Η Άρεντ γνώριζε καλά τις περιόδους μοναξιάς. Από μικρή ηλικία, είχε μια έντονη αίσθηση ότι ήταν διαφορετική, μια ξένη, μια παρία, και συχνά προτιμούσε να είναι μόνη της. Ο πατέρας της πέθανε από σύφιλη όταν ήταν επτά ετών. Προσποιήθηκε κάθε είδους ασθένεια για να αποφύγει να πάει στο σχολείο ως παιδί, ώστε να μπορεί να μείνει στο σπίτι. Ο πρώτος της σύζυγος την άφησε στο Βερολίνο μετά την πυρπόληση του Ράιχσταγκ. Ήταν ανιθαγενής για σχεδόν 20 χρόνια. Αλλά, όπως γνώριζε η Άρεντ, η μοναξιά είναι μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης. Όλοι νιώθουν μόνοι από καιρό σε καιρό.

Το να γράφουμε για τη μοναξιά συχνά εμπίπτει σε ένα από τα δύο στρατόπεδα: το υπερβολικά επιεικές ή αυτό της ορθολογικής ιατρικοποίησης που αντιμετωπίζει τη μοναξιά ως κάτι που πρέπει να θεραπευτεί. Και οι δύο προσεγγίσεις αφήνουν τον αναγνώστη λίγο παγωμένο. Η μία βυθίζεται στη μοναξιά, ενώ η άλλη προσπαθεί να την εξαλείψει εντελώς. Και αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι η μοναξιά είναι τόσο δύσκολο να επικοινωνηθεί. Μόλις αρχίζουμε να μιλάμε για τη μοναξιά, μετατρέπουμε μια από τις πιο βαθιά βιωμένες ανθρώπινες εμπειρίες σε αντικείμενο στοχασμού και υποκείμενο λογικής. Η γλώσσα αποτυγχάνει να συλλάβει τη μοναξιά επειδή η μοναξιά είναι ένας καθολικός όρος που εφαρμόζεται σε μια συγκεκριμένη εμπειρία. Ο καθένας βιώνει τη μοναξιά, αλλά τη βιώνει διαφορετικά.

Ως λέξη, η «μοναξιά» είναι σχετικά νέα στην αγγλική γλώσσα. Μία από τις πρώτες χρήσεις της ήταν στην τραγωδία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ Άμλετ, η οποία γράφτηκε γύρω στο 1600. Ο Πολώνιος παρακαλεί την Οφηλία: «Διάβασε αυτό το βιβλίο, αυτή η εμφάνιση μιας τέτοιας ασχολίας μπορεί να χρωματίσει τη μοναξιά σου» (τη συμβουλεύει να διαβάσει ένα βιβλίο προσευχών, ώστε κανείς να μην την υποψιαστεί ότι είναι μόνη της – εδώ η έννοια αφορά το γεγονός ότι δεν βρίσκεται μαζί με άλλους και όχι το άισθημα ότι θα ήθελε να ήταν).

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα, η μοναξιά συχνά αναφερόταν στα κηρύγματα για να τρομάξει τους εκκλησιαζόμενους από την αμαρτία – οι άνθρωποι καλούνταν να φανταστούν τον εαυτό τους σε μοναχικά μέρη όπως η κόλαση ή ο τάφος. Αλλά μέχρι και τον 17ο αιώνα, η λέξη εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται σπανίως. Το 1674, ο Άγγλος φυσιοδίφης John Ray συμπεριέλαβε τη «μοναξιά» σε μια λίστα με λέξεις που χρησιμοποιούνταν σπάνια και την όρισε ως όρο που περιγράφει μέρη και ανθρώπους «μακριά από τους γείτονες». Έναν αιώνα αργότερα, η λέξη δεν είχε αλλάξει πολύ. Στο Λεξικό της Αγγλικής Γλώσσας του Samuel Johnson (1755), ο ίδιος περιέγραψε το επίθετο «μοναχικός» αποκλειστικά με βάση την κατάσταση του να είναι κανείς μόνος (η «μοναχική αλεπού») ή ένα έρημο μέρος («μοναχικοί βράχοι») – όπως ακριβώς ο Σαίξπηρ χρησιμοποίησε τον όρο στο παράδειγμα από τον Άμλετ παραπάνω.

Μέχρι τον 19ο αιώνα, η μοναξιά αναφερόταν σε μια πράξη –τη διάσχιση ενός κατωφλίου ή το ταξίδι σε ένα μέρος έξω από μια πόλη– και είχε λιγότερη σχέση με το συναίσθημα. Οι περιγραφές της μοναξιάς και της εγκατάλειψης χρησιμοποιούνταν για να προκαλέσουν τον τρόμο της ανυπαρξίας στους ανθρώπους, για να τους κάνουν να φανταστούν μια απόλυτη απομόνωση, αποκομμένους από τον κόσμο και την αγάπη του Θεού. Και κατά κάποιο τρόπο, αυτό έχει νόημα. Η πρώτη αρνητική λέξη που είπε ο Θεός για τη δημιουργία του στη Βίβλο εμφανίζεται στη Γένεση αφού δημιούργησε τον Αδάμ: «Και είπε ο Κύριος ο Θεός: “Δεν είναι καλό να είναι μόνος ο άνθρωπος· θα του φτιάξω μία σύντροφο που να του ταιριάζει”».

Ο ολοκληρωτισμός βρήκε έναν τρόπο να μετατρέψει την περιστασιακή μοναξιά σε μια μόνιμη κατάσταση ύπαρξης.

Τον 19ο αιώνα, εν μέσω της νεωτερικότητας, η μοναξιά έχασε τη σύνδεσή της με τη θρησκεία και άρχισε να συνδέεται με κοσμικά συναισθήματα αποξένωσης. Η χρήση του όρου άρχισε να αυξάνεται απότομα μετά το 1800 με την άφιξη της Βιομηχανικής Επανάστασης και συνέχισε την ανοδική του πορεία μέχρι τη δεκαετία του 1990, όπου και σταθεροποιήθηκε, για να αυξηθεί ξανά τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Η μοναξιά απέκτησε χαρακτήρα και αιτία στο έργο του Χέρμαν Μέλβιλ “Bartleby, the Scrivener: A Story of Wall Street” (1853), στους ρεαλιστικούς πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ και στο ποίημα του Τ.Σ. Έλιοτ The Waste Land (1922). Ενσωματώθηκε στο κοινωνικό και πολιτικό τοπίο, ρομαντικοποιήθηκε, ποιητικοποιήθηκε, θρηνήθηκε.

Αλλά στα μέσα του 20ού αιώνα, η Άρεντ προσέγγισε τη μοναξιά διαφορετικά. Για εκείνη, ήταν κάτι που μπορούσε να γίνει και κάτι που βιωνόταν. Τη δεκαετία του 1950, καθώς προσπαθούσε να γράψει ένα βιβλίο για τον Καρλ Μαρξ στο απόγειο του μακαρθισμού, άρχισε να σκέφτεται τη μοναξιά σε σχέση με την ιδεολογία και τον τρόμο. Η Άρεντ πίστευε ότι η ίδια η εμπειρία της μοναξιάς είχε αλλάξει υπό τις συνθήκες ολοκληρωτισμού:

«Αυτό που προετοιμάζει τους ανθρώπους για μία ολοκληρωτική κυριαρχία στον μη ολοκληρωτικό κόσμο είναι το γεγονός ότι η μοναξιά, που κάποτε ήταν μια οριακή εμπειρία που συνήθως υφίστατο σε ορισμένες περιθωριακές κοινωνικές συνθήκες όπως τα γηρατειά, έχει γίνει μια καθημερινή εμπειρία των συνεχώς αυξανόμενων μαζών του αιώνα μας».

Ο ολοκληρωτισμός στην εξουσία βρήκε έναν τρόπο να μετατρέψει την περιστασιακή εμπειρία της μοναξιάς σε μια μόνιμη κατάσταση ύπαρξης. Μέσω της χρήσης της απομόνωσης και του τρόμου, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα δημιούργησαν τις συνθήκες για τη μοναξιά και, στη συνέχεια, εκμεταλλεύτηκαν τη μοναξιά των ανθρώπων μέσω της ιδεολογικής προπαγάνδας.

***

Προτού η Άρεντ φύγει για να διδάξει στο Μπέρκλεϊ, είχε δημοσιεύσει μία μελέτη με θέμα «Ιδεολογία και Τρόμος» (1953), η οποία ασχολούνταν με την απομόνωση, τη μοναξιά και την αποξένωση, σε ένα Festschrift για τα 70ά γενέθλια του Γιάσπερς. Αυτό το δοκίμιο, μαζί με το βιβλίο της Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού, αποτέλεσαν τη βάση για το υπερφορτωμένο μάθημά της στο Μπέρκλεϊ, «Ολοκληρωτισμός». Το μάθημα χωριζόταν σε τέσσερα μέρη: την παρακμή των πολιτικών θεσμών, την ανάπτυξη των μαζών, τον ιμπεριαλισμό και την ανάδυση των πολιτικών κομμάτων ως ομάδες ιδεολογικών συμφερόντων. Στην εναρκτήρια διάλεξή της, πλαισίωσε το μάθημα αναφερόμενη στο πώς η σχέση μεταξύ πολιτικής θεωρίας και πολιτικής έχει γίνει αμφίβολη στη σύγχρονη εποχή. Υποστήριξε ότι υπήρχε μια αυξανόμενη, γενική προθυμία να καταργηθεί η θεωρία και να προάγονται αντ’ αυτού οι απλές απόψεις και οι ιδεολογίες. «Πολλοί», είπε, «νομίζουν ότι μπορούν να απαλλαγούν εντελώς από τη θεωρία, κάτι που φυσικά σημαίνει μόνο ότι θέλουν η δική τους θεωρία, που αποτελεί τη βάση των δικών τους δηλώσεων, να γίνει αποδεκτή ως η αλήθεια του ευαγγελίου».

Η Άρεντ αναφερόταν στον τρόπο με τον οποίο η «ιδεολογία» είχε χρησιμοποιηθεί ως επιθυμία διαχωρισμού της σκέψης από την πράξη – η «ιδεολογία» προέρχεται από τη γαλλική idéologie και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά δεν έγινε δημοφιλής μέχρι τη δημοσίευση του έργου των Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς Η Γερμανική Ιδεολογία (γραμμένο το 1846) και αργότερα του Καρλ Μάνχαϊμ Ιδεολογία και Ουτοπία (1929), το οποίο και σχολίασε για την Die Gesellschaft το 1930.

Το 1958, μια αναθεωρημένη έκδοση του «Ιδεολογία και Τρόμος» προστέθηκε ως νέο συμπέρασμα στη δεύτερη έκδοση του Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού.

Οι Απαρχές είναι ένα έργο 600 σελίδων, χωρισμένο σε τρία μέρη σχετικά με τον αντισημιτισμό, τον ιμπεριαλισμό και τον ολοκληρωτισμό. Καθώς η Άρεντ εργαζόταν πάνω σε αυτό, το κείμενο άλλαζε με την πάροδο του χρόνου, ώστε να ενσωματώσει νέες πληροφορίες για τον Χίτλερ και τον Στάλιν, όπως αναδύονταν από την Ευρώπη. Το αρχικό συμπέρασμα, που δημοσιεύτηκε το 1951, αντανακλούσε το γεγονός ότι, ακόμη κι αν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα εξαφανίζονταν από τον κόσμο, τα στοιχεία του ολοκληρωτισμού θα παρέμεναν. «Οι ολοκληρωτικές λύσεις», έγραψε, «μπορεί κάλλιστα να επιβιώσουν από την πτώση των ολοκληρωτικών καθεστώτων με τη μορφή ισχυρών πειρασμών που θα εμφανίζονται κάθε φορά που φαίνεται αδύνατο να ανακουφιστεί η πολιτική, κοινωνική ή οικονομική δυστυχία με τρόπο αντάξιο του ανθρώπου». Όταν η Άρεντ πρόσθεσε το «Ιδεολογία και Τρόμος» στις Απαρχές το 1958, το περιεχόμενο του έργου άλλαξε. Τα στοιχεία του ολοκληρωτισμού ήταν πολυάριθμα, αλλά στη μοναξιά βρήκε την ουσία της ολοκληρωτικής διακυβέρνησης και το κοινό έδαφος του τρόμου.

Γιατί η μοναξιά δεν είναι προφανής; Η απάντηση της Άρεντ ήταν: επειδή η μοναξιά αποκόπτει ριζικά τους ανθρώπους από την ανθρώπινη επαφή. Η ίδια ορίζει τη μοναξιά ως ένα είδος ερημιάς όπου ένα άτομο αισθάνεται εγκαταλελειμμένο από κάθε κοσμικότητα και ανθρώπινη συντροφικότητα, ακόμα και όταν περιβάλλεται από άλλους. Η λέξη που χρησιμοποίησε στη μητρική της γλώσσα για τη μοναξιά ήταν Verlassenheit – μια κατάσταση εγκαταλελειμμένου ή εγκατάλειψης. Η μοναξιά, υποστήριξε, βρίσκεται «μεταξύ των πιο ριζοσπαστικών και απελπισμένων εμπειριών του ανθρώπου», επειδή στη μοναξιά δεν είμαστε σε θέση να συνειδητοποιήσουμε πλήρως την ικανότητά μας για δράση ως ανθρώπινα όντα. Όταν βιώνουμε μοναξιά, χάνουμε την ικανότητα να βιώσουμε οτιδήποτε άλλο· και, εντός της μοναξιάς, δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε νέα ξεκινήματα.

Ο ολοκληρωτισμός καταστρέφει την ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται, ενώ στρέφει τον καθένα στη μοναχική του απομόνωση ενάντια σε όλους τους άλλους.

Για να δείξει γιατί η μοναξιά είναι η ουσία του ολοκληρωτισμού και το κοινό έδαφος του τρόμου, η Άρεντ διέκρινε την απομόνωση από τη μοναξιά και τη μοναξιά από τη μοναχικότητα. Η απομόνωση, υποστήριξε, είναι μερικές φορές απαραίτητη για τη δημιουργική δραστηριότητα. Ακόμα και η απλή ανάγνωση ενός βιβλίου, λέει, απαιτεί κάποιο βαθμό απομόνωσης. Κάποιος πρέπει σκόπιμα να απομακρυνθεί από τον κόσμο ώστε να δημιουργήσει χώρο για την εμπειρία της μοναχικότητας, αλλά, όταν μείνει μόνος, είναι πάντα σε θέση να γυρίσει πίσω:

«Η απομόνωση και η μοναξιά δεν είναι το ίδιο. Μπορώ να είμαι απομονωμένος – δηλαδή σε μια κατάσταση στην οποία δεν μπορώ να δράσω, επειδή δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να δράσει μαζί μου – χωρίς να νιώθω μόνος· και μπορώ να είμαι μόνος –δηλαδή σε μια κατάσταση στην οποία ως άτομο νιώθω εγκαταλελειμμένος από κάθε ανθρώπινη συντροφιά– χωρίς να είμαι απομονωμένος».

Ο ολοκληρωτισμός χρησιμοποιεί την απομόνωση για να στερήσει από τους ανθρώπους την ανθρώπινη συντροφιά, καθιστώντας αδύνατη τη δράση στον κόσμο, καταστρέφοντας παράλληλα τον χώρο της μοναχικότητας. Ο σιδερένιος δεσμός του ολοκληρωτισμού, όπως τον αποκαλεί Άρεντ, καταστρέφει την ικανότητα του ανθρώπου να κινείται, να δρα και να σκέφτεται, ενώ στρέφει κάθε άτομο στη μοναχική του απομόνωση ενάντια σε όλους τους άλλους και στον εαυτό του. Ο κόσμος γίνεται μια ερημιά, όπου ούτε η εμπειρία ούτε η σκέψη είναι δυνατές.

Τα ολοκληρωτικά κινήματα χρησιμοποιούν την ιδεολογία για να απομονώσουν άτομα. Απομόνωση σημαίνει «να κάνεις ένα άτομο να είναι ή να παραμένει μόνο του ή μακριά από τους άλλους». Η Άρεντ αφιερώνει το πρώτο μέρος του βιβλίου «Ιδεολογία και Τρόμος» αναλύοντας τις «συνταγές των ιδεολογιών» στα βασικά τους συστατικά για να δείξει πώς γίνεται αυτό:

  • Οι ιδεολογίες είναι αποκομμένες από τον κόσμο της βιωμένης εμπειρίας και αποκλείουν τη δυνατότητα νέας εμπειρίας.
  • Οι ιδεολογίες ασχολούνται με τον έλεγχο και την πρόβλεψη της πορείας της ιστορίας.
  • Οι ιδεολογίες δεν εξηγούν τι είναι, εξηγούν τι γίνεται.
  • Οι ιδεολογίες βασίζονται σε λογικές διαδικασίες σκέψης που είναι αποκομμένες από την πραγματικότητα.
  • Η ιδεολογική σκέψη επιμένει σε μια «αληθινότερη πραγματικότητα», η οποία κρύβεται πίσω από τον κόσμο των αισθητών πραγμάτων.

Ο τρόπος που σκεφτόμαστε τον κόσμο επηρεάζει τις σχέσεις που έχουμε με τους άλλους και με τον εαυτό μας. Ενσταλάζοντας ένα μυστικό νόημα σε κάθε γεγονός και εμπειρία, τα ιδεολογικά κινήματα αναγκάζονται να αλλάξουν την πραγματικότητα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους μόλις έρθουν στην εξουσία. Και αυτό σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί πλέον να εμπιστεύεται την πραγματικότητα των δικών του βιωμάτων στον κόσμο. Αντίθετα, διδάσκεται να μην εμπιστεύεται τον εαυτό του και τους άλλους και να βασίζεται πάντα στην ιδεολογία του κινήματος, η οποία πρέπει να είναι σωστή.

Αλλά για να κάνετε τα άτομα ευάλωτα στην ιδεολογία, πρέπει πρώτα να καταστρέψετε τη σχέση τους με τον εαυτό τους και τους άλλους κάνοντάς τα σκεπτικιστικά και κυνικά, έτσι ώστε να μην μπορούν πλέον να βασίζονται στη δική τους κρίση:

Όπως ακριβώς ο τρόμος, ακόμη και στην προ-ολοκληρωτική, απλώς τυραννική του μορφή, καταστρέφει όλες τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, έτσι και η αυτοκατανάλωση της ιδεολογικής σκέψης καταστρέφει κάθε σχέση με την πραγματικότητα. Η προετοιμασία έχει επιτύχει όταν οι άνθρωποι έχουν χάσει την επαφή με τους συνανθρώπους τους καθώς και με την πραγματικότητα γύρω τους· γιατί μαζί με αυτές τις επαφές, οι άνθρωποι χάνουν την ικανότητα τόσο της εμπειρίας όσο και της σκέψης. Το ιδανικό υποκείμενο της ολοκληρωτικής διακυβέρνησης δεν είναι ο πεπεισμένος ναζί ή ο πεπεισμένος κομμουνιστής, αλλά άνθρωποι για τους οποίους η διάκριση μεταξύ γεγονότος και μυθοπλασίας (δηλαδή, η πραγματικότητα της εμπειρίας) και η διάκριση μεταξύ αληθούς και ψευδούς (δηλαδή, τα πρότυπα της σκέψης) δεν υπάρχουν πλέον.

Η οργανωμένη μοναξιά, που προέρχεται από την ιδεολογία, οδηγεί σε τυραννική σκέψη και καταστρέφει την ικανότητα ενός ατόμου να διακρίνει μεταξύ γεγονότος και μυθοπλασίας – να κάνει κρίσεις. Στη μοναξιά, κάποιος δεν είναι σε θέση να διεξάγει μια συζήτηση με τον εαυτό του, επειδή η ικανότητά του να σκέφτεται είναι σε κίνδυνο. Η ιδεολογική σκέψη μάς απομακρύνει από τον κόσμο της βιωμένης εμπειρίας, λιμοκτονεί τη φαντασία, αρνείται την πολλαπλότητα και καταστρέφει τον χώρο μεταξύ των ανθρώπων που τους επιτρέπει να σχετίζονται μεταξύ τους με ουσιαστικούς τρόπους. Και μόλις η ιδεολογική σκέψη ριζώσει, η εμπειρία και η πραγματικότητα δεν επηρεάζουν πλέον τη σκέψη. Αντίθετα, η εμπειρία συμμορφώνεται με την ιδεολογία στη σκέψη. Γι’ αυτό, όταν η Άρεντ μιλά για τη μοναξιά, δεν μιλά μόνο για τη συναισθηματική εμπειρία της μοναξιάς: μιλά για έναν τρόπο σκέψης. Η μοναξιά προκύπτει όταν η σκέψη διαχωρίζεται από την πραγματικότητα, όταν ο κοινός κόσμος έχει αντικατασταθεί από την τυραννία των καταναγκαστικών λογικών απαιτήσεων.

Σκεφτόμαστε με βάση την εμπειρία, και όταν δεν έχουμε πλέον νέες εμπειρίες στον κόσμο για να σκεφτούμε, χάνουμε τα πρότυπα σκέψης που μας καθοδηγούν στη σκέψη για τον κόσμο.

Και όταν κάποιος υποτάσσεται στον αυτοκαταναγκασμό της ιδεολογικής σκέψης, παραδίδει την εσωτερική του ελευθερία να σκέφτεται. Αυτή η υποταγή στη δύναμη της λογικής εξαγωγής είναι που «προετοιμάζει κάθε άτομο στη μοναχική του απομόνωση ενάντια σε όλους τους άλλους» για την τυραννία. Η ελεύθερη κίνηση στη σκέψη αντικαθίσταται από το προωθητικό, μοναδικό ρεύμα της ιδεολογικής σκέψης.

***

Σε ένα από τα ημερολόγια σκέψης της, η Άρεντ ρωτά: «Υπάρχει τρόπος σκέψης που δεν είναι τυραννικός;» (Gibt es ein Denken das nicht Tyrannisches ist?) Ακολουθεί το ερώτημα με τη δήλωση ότι το θέμα είναι να αντισταθούμε στο να παρασυρθούμε από την παλίρροια. Τι επιτρέπει στους ανθρώπους να παρασυρθούν; Η Άρεντ υποστηρίζει ότι ο υποκείμενος φόβος που έλκει κάποιον στην ιδεολογία είναι ο φόβος της αυτοαντίφασης. Αυτός ο φόβος της αυτοαντίφασης είναι ο λόγος για τον οποίο η ίδια η σκέψη είναι επικίνδυνη – επειδή η σκέψη έχει τη δύναμη να ξεριζώσει όλες τις πεποιθήσεις και τις απόψεις μας για τον κόσμο. Η σκέψη μπορεί να διαταράξει την πίστη μας, τις πεποιθήσεις μας, την αίσθηση της αυτογνωσίας μας. Η σκέψη μπορεί να μας απογυμνώσει από όλα όσα θεωρούμε αγαπητά, βασιζόμαστε, θεωρούμε δεδομένα καθημερινά. Η σκέψη έχει τη δύναμη να μας κάνει να καταρρεύσουμε.

Αλλά η ζωή είναι ακατάστατη. Μέσα στο χάος και την αβεβαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, χρειαζόμαστε μια αίσθηση τόπου και νοήματος. Χρειαζόμαστε ρίζες. Και οι ιδεολογίες, όπως οι Σειρήνες στην Οδύσσεια του Ομήρου, μας ελκύουν. Αλλά όσοι υποκύπτουν στο τραγούδι των Σειρήνων της ιδεολογικής σκέψης, πρέπει να απομακρυνθούν από τον κόσμο της βιωμένης εμπειρίας. Με αυτόν τον τρόπο, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους στη σκέψη, επειδή, αν το κάνουν, κινδυνεύουν να υπονομεύσουν τις ιδεολογικές πεποιθήσεις που τους έχουν δώσει μια αίσθηση σκοπού και τόπου. Με απλά λόγια: οι άνθρωποι που προσυπογράφουν την ιδεολογία έχουν σκέψεις, αλλά είναι ανίκανοι να σκεφτούν μόνοι τους. Και αυτή η αδυναμία να σκεφτεί κανείς, να κάνει παρέα στον εαυτό του, να βγάλει νόημα από τις εμπειρίες του στον κόσμο, τους κάνει να νιώθουν μοναξιά.

Το επιχείρημα της Άρεντ σχετικά με τη μοναξιά και τον ολοκληρωτισμό δεν είναι εύκολο να το χωνέψει κανείς, επειδή υπονοεί ένα είδος κανονικότητας σχετικά με τις ολοκληρωτικές τάσεις που απευθύνονται στη μοναξιά: αν δεν είσαι ικανοποιημένος με την πραγματικότητα, αν απαρνείσαι το καλό και απαιτείς πάντα κάτι καλύτερο, αν δεν είσαι διατεθειμένος να έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με τον κόσμο όπως είναι, τότε θα είσαι ευάλωτος στην ιδεολογική σκέψη. Θα είσαι ευάλωτος στην οργανωμένη μοναξιά.

Όταν η Άρεντ έγραψε στον σύζυγό της: «Απλώς δεν μπορώ να εκτίθεμαι στο κοινό πέντε φορές την εβδομάδα – με άλλα λόγια, να μην φεύγω ποτέ από τα δημόσια φώτα. Νιώθω σαν να πρέπει να ψάχνω τον εαυτό μου», δεν παραπονιόταν μάταια για τα φώτα της δημοσιότητας. Η συνεχής έκθεση σε δημόσιο κοινό τής καθιστούσε αδύνατη την παρέα με τον εαυτό της. Δεν μπορούσε να βρει τον ιδιωτικό, αυτοστοχαστικό χώρο που ήταν απαραίτητος για τη σκέψη. Δεν μπορούσε να κατοικήσει τη μοναξιά της.

Αυτό είναι ένα από τα παράδοξα της μοναξιάς. Η μοναχικότητα απαιτεί να είσαι μόνος, ενώ η μοναξιά γίνεται πιο έντονη όταν είσαι παρέα με άλλους. Όσο κι αν βασιζόμαστε στον δημόσιο κόσμο των εμφανίσεων για αναγνώριση, χρειαζόμαστε και το ιδιωτικό βασίλειο της μοναχικότητας για να είμαστε μόνοι με τον εαυτό μας και να σκεφτόμαστε. Και αυτό ακριβώς απογυμνώθηκε από την Άρεντ όταν έχασε τον χώρο να είναι μόνη με τον εαυτό της. «Αυτό που κάνει τη μοναξιά τόσο αφόρητη», είπε, «είναι η απώλεια του εαυτού μας, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί στη μοναχικότητα…»

Στη μοναχικότητα, κάποιος είναι σε θέση να κάνει παρέα στον εαυτό του, να συνομιλήσει με τον εαυτό του. Στη μοναχικότητα, κανείς δεν χάνει την επαφή με τον κόσμο, επειδή ο κόσμος της εμπειρίας είναι πάντα παρών στη σκέψη μας. Για να παραφράσουμε την Άρεντ, παραθέτοντας τον Κικέρωνα: «Ποτέ ένας άνθρωπος δεν είναι πιο δραστήριος από όταν δεν κάνει τίποτα, ποτέ δεν είναι λιγότερο μόνος από όταν είναι μόνος του». Αυτό καταστρέφει η ιδεολογική και η τυραννική σκέψη – την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε με τον εαυτό μας και για τον εαυτό μας. Αυτή είναι η ρίζα της οργανωμένης μοναξιάς.

————————————–

Φωτογραφία κειμένου: Αυτοπροσωπογραφία στο στρατόπεδο (1940), του Felix Nussbaum. Ο Nussbaum υπήρξε ένας εξέχων και αξιοθαύμαστος καλλιτέχνης προτού οι ναζί καταλάβουν την εξουσία το 1933. Στη συνέχεια, εργάστηκε στην εξορία και κρυβόταν πριν δολοφονηθεί στο Άουσβιτς το 1944. Neue Galerie, New York.

Αφήστε ένα σχόλιο