Εθνικισμός/Ακροδεξιά - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr Eλευθεριακός ψηφιακός τόπος & εκδόσεις Sat, 02 May 2026 09:36:33 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=6.9.4 https://www.aftoleksi.gr/wp-content/uploads/2019/10/cropped-logo-web-transparent-150x150.png Εθνικισμός/Ακροδεξιά - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr 32 32 231794430 Ο Μπακούνιν και το εθνικό ζήτημα (Επίμετρο του Serge Cipko, Ελευθεριακή Κουλτούρα,1997) https://www.aftoleksi.gr/2026/05/02/o-mpakoynin-to-ethniko-zitima-epimetro-serge-cipko-eleytheriaki-koyltoyra-1997/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=o-mpakoynin-to-ethniko-zitima-epimetro-serge-cipko-eleytheriaki-koyltoyra-1997 https://www.aftoleksi.gr/2026/05/02/o-mpakoynin-to-ethniko-zitima-epimetro-serge-cipko-eleytheriaki-koyltoyra-1997/#respond Sat, 02 May 2026 07:32:46 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=22639 Του Serge Cipko. Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο βρετανικό ελευθεριακό περιοδικό THE RAVEN, τεύχος 9, Γενάρης 1990. Στα ελληνικά, πρωτοδημοσιεύθηκε ως Επίμετρο ΙΙ στο βιβλίο Μιχαήλ Μπακούνιν: Απάντηση ενός διεθνιστή στον Τζουζέπε Ματσίνι (Αθήνα: εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 1997). Μετάφραση: Μαρλέν Λογοθέτη. Γενική επιμέλεια της έκδοσης: Παναγιώτης Καλαμαράς. Πρώτη ψηφιακή ανάρτηση: Αυτολεξεί. ΟΙ [...]

The post Ο Μπακούνιν και το εθνικό ζήτημα (Επίμετρο του Serge Cipko, Ελευθεριακή Κουλτούρα,1997) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Του Serge Cipko. Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο βρετανικό ελευθεριακό περιοδικό THE RAVEN, τεύχος 9, Γενάρης 1990. Στα ελληνικά, πρωτοδημοσιεύθηκε ως Επίμετρο ΙΙ στο βιβλίο Μιχαήλ Μπακούνιν: Απάντηση ενός διεθνιστή στον Τζουζέπε Ματσίνι (Αθήνα: εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 1997). Μετάφραση: Μαρλέν Λογοθέτη. Γενική επιμέλεια της έκδοσης: Παναγιώτης Καλαμαράς. Πρώτη ψηφιακή ανάρτηση: Αυτολεξεί.

ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ 1848, συχνά αναφέρονται ως η «Άνοιξη των Εθνών» και σωστά, μια και τα γεγονότα του 1848 εξέφρασαν τις προσδοκίες των υποταγμένων εθνών. Αν και η εθνική ανεξαρτησία δεν έγινε πραγματικότητα για τις εθνοτικές ομάδες στην αυστριακή και οθωμανική αυτοκρατορία, η εμπειρία του 1848 έθεσε τις βάσεις για την αποκρυσταλλοποίηση δύο δυνάμεων στην Ευρώπη: του σοσιαλισμού και του εθνικισμού. Αυτά τα δύο ρεύματα συχνά αλληλοκαλύπτονταν, αλλά το «εθνικό ζήτημα» που ενδιέφερε τους επαναστάτες στην Ευρώπη τόσο όσο και η κοινωνική χειραφέτηση, ακόμη κι αν για κάποιους δεν ήταν το κεντρικό ζήτημα, έγινε ένα θέμα που καμμιά σημαντική φυσιογνωμία της Ευρώπης δεν μπόρεσε να αγνοήσει την περίοδο μετά το 1848.

Ήταν κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων του 1848 που ο Μιχαήλ Μπακούνιν, ένας από τους ιδρυτές του σύγχρονου αναρχισμού, απέκτησε τη φήμη του, για να εξελιχθεί αργότερα σε σημαντική φυσιογνωμία των σοσιαλιστικών κύκλων, ένας σοβαρός αντίπαλος του Κ. Μαρξ, με τον οποίο διαφώνησε έντονα πάνω στις αρχές του επαναστατικού δόγματος. Μέσα στις διαφορές που μπήκαν σαν σφήνα ανάμεσα στους δύο, ήταν οι απόψεις τους για το ρόλο του κράτους, ποια συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα προωθούν την επανάσταση, και, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η εξέχουσα θέση μιας εθνικής ομάδας ή ενός εθνοτικού μπλοκ, καθώς εξελίσσεται η ροή των επαναστατικών γεγονότων. Παρότι και οι δυο ήταν διεθνιστές, μεγάλωσαν σε διαφορετικό εθνικό περιβάλλον, ο Μπακούνιν στη Ρωσία και ο Μαρξ στη Γερμανία. Κατά συνέπεια, οι απόψεις τους πάνω σε μια σειρά ζητημάτων είχαν εν μέρει διαμορφωθεί από τις προσωπικές τους εμπειρίες σ’ ένα από τα δύο κράτη. Θα επιστρέψουμε αργότερα με περισσότερες λεπτομέρειες σ’ αυτή την όψη της διαφοράς Μαρξ-Μπακούνιν, αλλά πρώτα είναι αναγκαίο να ανιχνεύσουμε την εξέλιξη των απόψεων του Μπακούνιν πάνω στο «εθνικό ζήτημα», πριν μπορέσουν αυτές να εκτιμηθούν και να συγκριθούν.

Ο Μπακούνιν πρωτοενδιαφέρθηκε για το εθνικό ζήτημα μέσα από τις σχέσεις του με τους Πολωνούς εξόριστους. Έχοντας αφήσει τη Ρωσία το 1840 σε ηλικία 26 χρονών, κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας πέρασε πολύ καιρό στην Ελβετία, τη Γερμανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία, όπου ήρθε σε επαφή με το γαλλικό φεντεραλισμό, τον αριστερό χεγκελιανισμό και τον πολωνικό εθνικισμό των εξορίστων. Για τον Μπακούνιν, η απελευθέρωση της Πολωνίας, που τότε τη μοιράζονταν η Πρωσία, η Αυστρία και η Ρωσία, σήμαινε πολλά για τη χειραφέτηση των λαών της Ρωσίας. Ωστόσο, πίστευε ότι η απελευθέρωση έπρεπε να επιτευχθεί σε συνδυασμό με την απελευθέρωση των Σλάβων γενικότερα. Τον Νοέμβρη του 1847, σ’ ένα συμπόσιο αφιερωμένο στην πολωνική εξέγερση του 1830-’31, κατήγγειλε τον τσαρισμό και κάλεσε τους Πολωνούς και τους άλλους Σλάβους να παλέψουν για την ελευθερία. Στο Σλαβικό Συνέδριο της Πράγας τον Ιούνη του 1848, ως ένας από τους δύο Ρώσους εκπροσώπους, ο Μπακούνιν ανέπτυξε αυτή την αρχή. Πίστευε ότι το συνέδριο της Πράγας προσέφερε την ευκαιρία για την προώθηση της επανάστασης που θα διέλυε την αυστριακή αυτοκρατορία. Απογοητεύτηκε όμως όταν οι εκεί Σλάβοι αντιπρόσωποι, εκπροσωπώντας διάφορες εθνότητες, δεν μπόρεσαν να συμφιλιώσουν τις διαφορές τους και να δράσουν ως ένα ομογενοποιημένο σύνολο προς τον κοινό σκοπό: την απελευθέρωση από την ξένη κυριαρχία μέσω μιας πανσλαβικής προσπάθειας [1].

Οι Τσέχοι εκπρόσωποι, σημείωσε, ενδιαφέρονταν περισσότερο για την εγκαθίδρυση ηγεμονίας επί των Σλάβων σε μια ανασχηματισμένη αυστριακή μοναρχία, οι Πολωνοί ήθελαν να επικρατήσουν των Ουκρανών της Γαλικίας, ενώ οι Σλάβοι υπό την Ουγγαρία, ενδιαφέρονταν μόνο για ό,τι τους αφορούσε άμεσα, τη μαγυαρική κατοχή [2]. Ο Μπακούνιν έκανε έκκληση στους εκπροσώπους να βάλουν στην άκρη τα «περιφερειακά συμφέροντα» και ν’ αγωνιστούν για να πετύχουν την απελευθέρωση σε πανσλαβικό επίπεδο, μια και μόνο μέσω μιας τέτοιας προσπάθειας μπορούσαν οι Σλάβοι που βρίσκονταν υπό τη ρωσική κυριαρχία, όπως κι εκείνοι που βρίσκονταν υπό την πρωσική, αυστριακή, ουγγρική και τουρκική, να κατακτήσουν την πλήρη ελευθερία. Είπε ότι οι ελπίδες για την επίτευξη κερδών μέσα στα πλαίσια μιας ανασχηματισμένης αυστριακής αυτοκρατορίας ήταν όχι μόνο απλοϊκές, αλλά και περιορισμένες προσδοκίες, μια και δήλωναν την εγκατάλειψη των υπολοίπων Σλάβων στη μοίρα τους, στο έλεος των αντίστοιχων κατοχικών καθεστώτων, ενώ, εξάλλου, εξασφάλιζαν τη συνέχεια μιας ξένης (αυστριακής) εξουσίας στα σλαβικά εδάφη. Κατά την άποψή του, δεν ήταν λιγότερο απλοϊκές οι προσδοκίες σλαβικών ομάδων στα Βαλκάνια, που είχαν υποκύψει στην τσαρική πανσλαβική προπαγάνδα, η οποία προσποιούνταν ότι θα απελευθέρωνε αυτές τις ομάδες κάτω από το ρωσικό αυτοκρατορικό λάβαρο. Δε θα υπάρξει καμμιά απελευθέρωση, προειδοποιούσε ο Μπακούνιν τους Σλάβους των Βαλκανίων, μόνο υποδούλωση:

«Δεν υπάρχει θέση για σας στη μήτρα της τσαρικής Ρωσίας, Θέλετε τη ζωή, αλλά εκεί υπάρχει η σιωπή του θανάτου. Επιθυμείτε την ανάσταση, ανύψωση, το διαφωτισμό, την απελευθέρωση, αλλά εκεί υπάρχουν ο θάνατος, το σκοτάδι και η σλαβική δουλεία. Αν μπείτε στη Ρωσία του αυτοκράτορα Νικολάου, θα μπείτε στον τάφο κάθε εθνικής ζωής και κάθε ελευθερίας». [3]

Έτσι, ο Μπακούνιν διαχωρίσθηκε από τον πανσλαβισμό που υποστήριζαν οι τσαρικοί κύκλοι. Το δικό του πρόγραμμα για τη σλαβική ενότητα διατυπώθηκε στις «Βασικές Αρχές της Νέας Σλαβικής Πολιτικής», που γράφτηκε επ’ ευκαιρία του συνεδρίου της Πράγας. Εκεί σημείωνε τη συμβολική φύση του συνεδρίου, που για πρώτη φορά έφερνε μαζί Σλάβους που εκπροσωπούσαν ομάδες ποικίλων εθνοτήτων. Όπως λέει ο Lawerence Orton, οι απόψεις του Μπακούνιν για τη σλαβική ομοσπονδία δεν ήταν πρωτότυπες, μια κι ένα τέτοιο σχήμα είχε ήδη υιοθετηθεί από ομάδες όπως οι Δεκεμβριστές, η Ουκρανική Αδελφότητα Κυρίλλου και Μεθοδίου και οι κύκλοι των Πολωνών εξορίστων. Αλλά αυτό που ξεχωρίζει του πρόγραμμά του από τα άλλα, είναι ο μεσιανικός του τόνος [4]. Παραδείγματος χάριν, ο Μπακούνιν εξιστορεί τη δυσχερή θέση στην οποία περιοδικά βρίσκονταν οι Σλάβοι, αλλά ενθουσιωδώς αναγγέλλει ότι έχει φτάσει η ώρα για να κατακτήσουν τα σλαβικά έθνη αυτό που άλλα ευρωπαϊκά έχουν ήδη πετύχει. Είχαν για πολύ μεγάλο διάστημα, εξηγούσε, υποστεί την ξένη κυριαρχία κι έτσι αυτή η εμπειρία επέτρεπε στα σλαβικά έθνη να είναι ευαίσθητα ως προς την ελευθερία των άλλων.

Ως θύματα μιας ξένης κυριαρχίας και κεντρικής εξουσίας, με όλες τις πολυποίκιλες συνέπειες, ο Μπακούνιν οραματιζόταν τη σωτηρία τους ως μια Σλαβική Ομοσπονδία, η οποία θα μπορούσε να «έχει ως βάση τα έθνη ανεξάρτητων και ελεύθερων λαών» [5]. Αυτή η Ομοσπονδία δεν θα διευθυνόταν από μια «κρατιστική πολιτική», αλλά από ένα Σλαβικό Συμβούλιο, που θα απέκλειε την κυριαρχία μιας σλαβικής ομάδας πάνω στις άλλες και που θα διατύπωνε πολιτικές κοινού συμφέροντος, ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές υποθέσεις. Το Σλαβικό Συμβούλιο θα αναγνώριζε την ανεξαρτησία κάθε σλαβικού έθνους, «το καθένα μπορεί να εγκαθιδρύει θεσμούς προσαρμοσμένους στα έθιμα, τα ενδιαφέροντα και τις συνθήκες, χωρίς να έχει το δικαίωμα επέμβασης το Συμβούλιο» [6]. Αυτό που ο Μπακούνιν είχε στο μυαλό του, ήταν ένα είδος σλαβικής κοινοπολιτείας, «κάθε άτομο που ανήκει σ’ ένα σλαβικό έθνος θα έχει επίσης το δικαίωμα της υπηκοότητας όλων των άλλων εθνών της ίδιας φυλής» [7].

Η άποψη του Μπακούνιν για την Πανσλαβική Ομοσπονδία παρέμεινε η ίδια και στα αναρχικά του χρόνια (από το 1860), όταν ήταν σε θέση να ορίσει πιο ξεκάθαρα τους διεθνιστικούς του στόχους.

Γι’ αυτόν, ο στόχος της πανσλαβικής ενότητας ήταν ουσιαστικός για την αυτοσυντήρηση του σλαβικού γένους, που απειλούνταν απ’ όλες τις μεριές από ξένες αυτοκρατορίες. Αφού ο στόχος της Ομοσπονδίας θα είχε επιτευχθεί, οι σλαβικοί λαοί θα μπορούσαν ν’ασχοληθούν με το έργο της βοήθειας άλλων ομάδων (παραδείγματος χάριν των Μαγυάρων και των Ρουμάνων) που έλιωναν επίσης κάτω από ξένη κυριαρχία, με τελικό στόχο τις ενωμένες σε ομοσπονδία Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, ελεύθερες από τις αυτοκρατορίες και τις δηλητηριώδεις επιπτώσεις τους. Ο Μπακούνιν δεν είχε πει ποτέ που θα βρισκόταν η πρωτεύουσα μιας τέτοιας σλαβικής ομοσπονδίας, αλλά τα μετέπειτα γραπτά του δείχνουν ότι στην προαναρχική του φάση τουλάχιστον, οι συμπάθειές του έκλιναν στη Μόσχα για ένα τέτοιο κέντρο. Κάποια εποχή αποδεχόταν την ιδέα της ύπαρξης ενός καλοκάγαθου τσάρου που θα έπαιρνε την πρωτοβουλία για την εγκαθίδρυση της σλαβικής ομοσπονδίας: «Σε συμμαχία με την Πολωνία και την Ουκρανία, έχοντας σπάσει όλους τους μισητούς γερμανικούς δεσμούς κι έχοντας τολμηρά υψώσει τη σημαία του πανσλαβισμού, θα γίνει ο λυτρωτής ολόκληρου του σλαβικού κόσμου». [8]

Ο προεξέχων ρόλος που έδινε στη Ρωσία, και μάλιστα στην τσαρική, συνέγειρε φυσικά τα μέλη των υποταγμένων εθνοτικών ομάδων σ’ αυτή την αυτοκρατορία [9]. Είναι πιθανό ο Μπακούνιν να σκεφτόταν αυτή την ιδέα εν μέρει, πέρα από τις συγγένειές του με τη ρωσική κουλτούρα, για λόγους πρακτικούς και τακτικούς. Την περίοδο ανάμεσα στις επαναστάσεις του 1848 και την πολωνική εξέγερση του 1863, η σχετική αδράνεια που επικρατούσε στις σλαβικές περιοχές, πιθανόν, μέσα στην ανυπομονησία του, τον έπεισε ότι η περίπτωση του «φιλάνθρωπου τσάρου» ήταν, δεδομένων των συνθηκών, η πλέον αξιόπιστη. Την ίδια περίοδο πρέπει να αναφερθεί ότι ο Μπακούνιν αντιλαμβανόταν πλήρως τις εθνικές ευαισθησίες, υπερασπιζόμενος τα δικαιώματα των ομάδων των οποίων η ύπαρξη δεν είχε αναγνωριστεί από τους επίσημους και πνευματικούς κύκλους. Παραδείγματος χάριν, επέπληττε τον Πολωνό εξόριστο διανοούμενο Joachim Lelewel, επειδή ήθελε να ενσωματώσει τη Λευκορωσία και την Ουκρανία σε παλινορθωμένη Πολωνία [10]. Όχι ότι ο Μπακούνιν θεωρούσε αυτά τα έθνη ρωσικά, μια και πολύ νωρίς, τον Ιανούαριο του 1846, είχε γράψει με λεπτομέρειες στο γαλλικό περιοδικό Le Constitutionel τις ιστορικές συνθήκες που τα έφεραν υπό τη ρωσική κυριαρχία [11].

Κάποια άλλη στιγμή επέκρινε την τσαρική επεκτατική πολιτική και τον εκρωσισμό. Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την Ουκρανία, διερωτήθηκε κατά πόσο ήταν δυνατό για τους Ουκρανούς, μαζί με άλλες εθνότητες, να γίνουν ποτέ Ρώσοι:

«Μπορούν να ξεχάσουν τη γλώσσα τους… τη λογοτεχνία τους, την τοπική κουλτούρα τους, με μια λέξη τη δική τους εστία, για να εξαφανιστούν πλήρως και όπως λέει ο Πούσκιν, “να χαθούν στη ρωσική θάλασσα”;» [12]. Η απάντηση του Μπακούνιν είναι σαφώς όχι.

Κάθε εθνοτική ομάδα έχει το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού και της ανάπτυξης της δικής της κουλτούρας σε μια φυσική βάση. Η ένωση με μια άλλη ομάδα δεν πρέπει να γίνεται μέσω εξαναγκασμού, αλλά, αν παρουσιαστεί αυτή η ανάγκη, εθελουσίως. Το να αναγκαστεί μια εθνοτική ομάδα να προσαρμοστεί στις επιταγές μιας άλλης, δεν θα μπορούσε παρά να τροφοδοτήσει την ενδημική εξέγερση του υποταγμένου μέρους. Το 1862, σε μια διακήρυξή του με τίτλο «Προς τους Ρώσους, Πολωνούς και όλους τους Σλάβους Αδελφούς», επεκτάθηκε σ’ αυτό το ζήτημα:

«Ένα μόνο πράγμα ζητώ: Κάθε φύλο, μεγάλο ή μικρό, να έχει πλήρως την ευκαιρία και το δικαίωμα να δράσει συμφώνως με τη θέλησή του. Αν θέλει να ενωθεί με τη Ρωσία και την Πολωνία, ας το κάνει. Θέλει να γίνει ανεξάρτητο μέλος μιας πολωνικής, ρωσικής ή, εν γένει, σλαβικής ομοσπονδίας; Ας γίνει έτσι. Τελικά, θέλει να χωριστεί ολοκληρωτικά από κάθε άλλο λαό και να ζήσει ως απόλυτα χωριστό κράτος; Τότε ας το ευλογήσει ο θεός! Ας χωρίσει». [13]

Αν κρίνουμε με τα σημερινά δεδομένα, μια τέτοια διακήρυξη μπορεί να φαίνεται αυταπόδεικτη, αλλά ο Μπακούνιν είχε να κάνει με διανοούμενους για τους οποίους αυτές οι απόψεις ήταν δύσκολο να γίνουν κατανοητές. Παραδείγματος χάριν, όταν οι Πολωνοί μετανάστες υπερασπίζονταν την ανεξαρτησία, την περιόριζαν στην Πολωνία, όχι στην Ουκρανία, τη Λευκορωσία ή τη Λιθουανία, τις οποίες επιθυμούσαν να ενσωματώσουν στη χώρα τους. Παρομοίως, ενώ η δημοκρατική ρωσική ιντελιγκέντσια έτεινε υπέρ της πολωνικής ανεξαρτησίας, ήταν απρόθυμη να επεκτείνει την ίδια αρχή στους Ουκρανούς ή τους Λευκορώσους, τους οποίους θεωρούσαν μέλη του ευρύτερου ρωσικού σώματος. Ο Μπακούνιν και ο σύντροφός του Alexander Herzen, του οποίου την άποψη ότι τα εθνικά σύνορα θά ‘πρεπε να αντιστοιχούν στις επιθυμίες των κατοίκων των επηρεαζόμενων περιοχών [14] ασπαζόταν ο Μπακούνιν, ήταν οι σημαντικές εξαιρέσεις αυτού του κανόνα. Γι’ αυτό, η άποψη του Μπακούνιν πρέπει να θεωρηθεί πολύ φωτισμένη για την εποχή του και ήταν με κάποια διάθεση δικαιολόγησης που το 1907 έγραψε ο Π. Κροπότκιν:

«Αν η ρωσική προοδευτική σκέψη έμενε πάντοτε πιστή στην υπόθεση των εθνοτήτων τις οποίες καταπίεζαν τα καθεστώτα της Ρωσίας ή της Αυστρίας, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Μπακούνιν». [15]

Tο 1862-’63 η προσοχή του Μπακούνιν είχε στραφεί προς την Πολωνία. Εκείνη την εποχή είχε παντρευτεί μια γυναίκα πολωνικής καταγωγής, την Antonia Kwiatkowski, το 1858, ενώ ήταν εξόριστος στη Σιβηρία. Όταν δραπέτευσε από τη Σιβηρία το 1861, μετά από πολλά χρόνια φυλακίσεων και εξορίας, για μια ακόμη φορά άρχισε τις επαναστατικές του δραστηριότητες στην Ευρώπη. Με την αμυδρή εμφάνιση της εξέγερσης στην Πολωνία, ο Μπακούνιν ανανέωσε τις επαφές του με τους Πολωνούς μετανάστες. Ωστόσο, δεν μπορούσε να τους πείσει για την άποψή του για την κατεύθυνση που θά ‘πρεπε να πάρει η επικέιμενη εξέγερση. Για τον Μπακούνιν, ο κοινωνικός χαρακτήρας της προ των πυλών εξέγερσης θάπρεπε να έχει το προβάδισμα έναντι της εθνικής της όψης. Μόνο τότε οι χωρικοί, κι όχι μόνο εκείνοι της Πολωνίας, αλλά κι εκείνοι της Ουκρανίας, της Λιθουανίας και άλλων τμημάτων της ρωσικής αυτοκρατορίας, θα μπορούσαν να συμμετάσχουν μ’ όλη τους την καρδιά κι έτσι να πραγματοποιηθεί η επανάσταση [16]. Ο Μπακούνιν συμβούλεψε τους Πολωνούς εξόριστους να τους γίνει μάθημα το 1846, όταν στην αυστριακή επαρχία της Γαλικίας οι Πολωνοί ευγενείς οργάνωσαν μια εξέγερση και ηττήθηκαν όχι από τις αυστριακές αρχές, αλλά από τους ίδιους τους χωρικούς της Γαλικίας, που στράφηκαν εναντίον των ιδιοκτητών της γης τους. Αλλά αυτές οι προειδοποιήσεις ήχησαν σε αυτιά κουφών. Η συνταγή του Μπακούνιν ήταν πολύ ριζοσπαστική.

Η μετά το 1863 περίοδος -δηλαδή η περίοδος μετά την ανεπιτυχή πολωνική εξέγερση- σηματοδοτεί μια νέα φάση της ιδεολογίας του Μπακούνιν. Συνέχισε να ασχολείται με την ανάλυση των εθνικών συγκρούσεων στην Ανατολική Ευρώπη με όρους κοινωνικής επανάστασης, σφυρηλατούμενης από μια πανσλαβική συμμαχία [17], αλλά η έμφασή του στον επαναστατικό πανσλαβισμό είχε οπισθοχωρήσει λίγο προς όφελος ευρύτερων σκοπών. Αυτό μπορεί να οφειλόταν εν μέρει στις όλο και πιο πολλές επαφές του στην εξορία με ξένους επαναστάτες. Έχοντας επισκεφτεί τώρα τις ΗΠΑ και έχοντας ζήσει αρκετό καιρό στην Ελβετία και την Ιταλία, ανάμεσα σε άλλα μέρη, ο Μπακούνιν άρχισε να έχει μια πιο κοσμοπολιτική ματιά, ενώ παραλλήλως ωρίμασε απ’ αυτές τις εμπειρίες. Επιπλέον, είχε έρθει σε επαφή με τους αγώνες των Ιταλών και των Ισπανών, τους οποίους συχνά σύγκρινε με τους Σλάβους. Μέσω των επαφών του στη Βρετανία, είχε ακόμη μάθει για τη σοβαρή κατάσταση των Ιρλανδών και σ’ ένα γράμμα του 1870 σχολίαζε το πόσο είχε ευχαριστηθεί που οι Άγγλοι εργάτες είχαν τελικώς υιοθετήσει το σκοπό των Ιρλανδών [18].

Οι από πρώτο χέρι εμπειρίες του για τα ομοσπονδιακά συστήματα της Ελβετίας και των ΗΠΑ διεύρυναν την άποψή του για το υπόδειγμα του φεντεραλισμού που και ο ίδιος ήθελε να προωθήσει. Επιπλέον, οι επαφές του με τον Μαρξ και τον Ένγκελς από τη μια, και τον Τζουζέπε Ματσίνι, τον διάσημο Ιταλό εθνικιστή, από την άλλη, τον ανάγκασαν να διαμορφώσει μια ιδεολογία που απέκλειε το σωβινισμό, εγγενή στις πλατφόρμες που προωθούσαν και οι δύο πλευρές. Η ιδεολογία στην οποία κατέληξε, ήταν ο αναρχισμός.

Θα εκτιμήσουμε το περιεχόμενό του σε δύο κατευθύνσεις, αλλά ας κάνουμε μια στιγμιαία παύση για να ανακεφαλαιώσουμε τις ημερομηνίες και τα γεγονότα της ρήξης μεταξύ Μαρξ και Μπακούνιν. Αν και οι διαφορές μεταξύ τους πάνε πίσω στο 1840, ο Μπακούνιν, όπως και ο Μαρξ, μπήκαν στη Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων, πιο γνωστή ως Πρώτη Διεθνή. Απογοητευμένος από τις προσπάθειές του να αναγνωριστούν οι αρχές του εκεί, ο Μπακούνιν το 1868 ίδρυσε τη Διεθνή Συμμαχία της Σοσιαλδημοκρατίας, ως ομάδα πίεσης μέσα στην Πρώτη Διεθνή, κάτι που αμέσως προκάλεσε την εχθρότητα του Μαρξ. Ακόμα κι όταν η Συμμαχία διαλύθηκε, ο Μαρξ συνέχισε να θεωρεί τον Μπακούνιν έναν απειλητικό αντίπαλο και οι μεταξύ τους εντάσεις κατέληξαν το 1872 στην εκδίωξη του Μπακούνιν από τη Διεθνή. Ο Μπακούνιν, μαζί μ’ ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων που τον ακολούθησαν, κυρίως από την Ολλανδία, τη Γαλλία, την Ισπανία, το ελβετικό τμήμα της Γιούρα, την Ιταλία και το Βέλγιο, και οι οποίοι απέσυραν τη συμμετοχή από την Πρώτη Διεθνή, συγκάλεσαν το 1872 ένα έκτακτο συνέδριο της Ομοσπονδίας της Γιούρα στον Σαιν Ιμιέρ, και εκεί γεννήθηκε το διεθνές αναρχικό κίνημα. Ανάμεσα στις διαφωνίες μεταξύ του Μαρξ και του Μπακούνιν ήταν ο ρόλος των κοινωνικών στρωμάτων στα επαναστατικά γεγονότα· ο Μαρξ έδινε έμφαση στο βιομηχανικό προλεταριάτο για τη συγκρότηση της πρωτοπορείας, ενώ ο Μπακούνιν έδινε ίση προτεραιότητα στους χωρικούς και σ’ αυτό που Μαρξ αποκαλούσε λούμπεν προλεταριάτο. Το 1870 ο Μπακούνιν έγραψε τα «Γράμματα σ’ ένα Γάλλο Πάνω στην Παρούσα Κρίση», στο αποκορύφωμα του γαλλο-πρωσικού πολέμου.

Αυτά τα «Γράμματα» θεωρούνται η πιο σημαντική του δουλειά, μια και εκεί ανέπτυξε τέτοιες θεωρίες όπως η μετατροπή των πολέμων μεταξύ εθνών σε εμφύλιες συγκρούσεις και τελικά σε κοινωνικές επαναστάσεις, ο σχηματισμός πολιτοφυλακών για την απόκρουση εξωτερικών εισβολέων και μια φεντεραλιστική εναλλακτικη πρόταση απέναντι στο συγκεντρωτικό κράτος. Εκεί, επίσης, ανέπτυξε την εμπιστοσύνη του στις επαναστατικές ικανότητες των χωρικών. Επεσήμανε ότι οι χωρικοί, είτε στη Γαλλία, είτε στην Ανατολική Ευρώπη, «τρέφουν το ολοκληρωτικό και έντονο σοσιαλιστικό μίσος των ανθρώπων της εργασίας εναντίον των ανθρώπων της τεμπελιάς, “τα ανώτερα κατακάθια”» [19], αλλά αυτά τα σοσιαλιστικά πάθη είχαν παραδοσιακά χειραγωγηθεί από τους «αντιδραστικούς». Οι εργάτες της πόλης τείνουν να μην καταδέχονται τους χωρικούς, αλλά αν πρόκειται να πετύχει μια επανάσταση, συμβούλευε ο Μπακούνιν, αυτό το χάσμα πρέπει να γεφυρωθεί, γιατί στην πραγματικότητα τα συμφέροντα των δύο στρωμάτων είναι συμβατά. Το να αγνοηθούν οι χωρικοί, κατέληγε, σημαίνει το σπρώξιμό τους στο στρατόπεδο της αντίδρασης, μια και οι πατερναλιστές αυτοκράτορες είχαν βολικά εκληφθεί απ’ αυτή την ομάδα ως αντιστάθμισμα στους ευγενείς [20]. Παραλλήλως εξίσωνε την «ιστορική αποστολή» του προλεταριάτου, λόγω της υποτιθέμενης ανωτερότητάς του, με την «ιστορική αποστολή» ενός έθνους, που σ’ αυτή την περίπτωση ήταν οι Γερμανοί, να εκπολιτίσουν ένα άλλο, που ήταν οι Γάλλοι:

«Προσέχτε! Οι Γερμανοί ήδη λένε ότι ο γερμανικός προτεσταντικός πολιτισμός είναι κατά πολύ ανώτερος από τους λατινικούς πολιτισμούς εν γένει και από τον γαλλικό πολιτισμό ιδιαιτέρως. Δώστε προσοχή! Οι Γερμανοί μπορεί συντόμως να αισθανθούν ηθικά υποχρεωμένοι να σας εκπολιτίσουν, ακριβώς όπως τώρα μας λένε ότι έχετε καθήκον να εκπολιτίσετε και να χειραφετήσετε βιαίως τους συμπατριώτες σας, τους αδελφούς σας, τους Γάλλους χωρικούς». [21]

Άλλωστε, σημείωνε, αυτή δεν ήταν η δικαιολογία που χρησιμοποίησαν οι Γερμανοί για να νομιμοποιήσουν την κατοχή των Σλάβων και των άλλων λαών; Και κατέληγε:

«Ανοιχτά δηλώνω ότι στις σχέσεις μεταξύ των εθνών όπως και στις σχέσεις μεταξύ των τάξεων, θα βρίσκομαι πάντοτε με το μέρος εκείνων που σκοπεύετε να εκπολιτίσετε μ’ αυτές τις τυρρανικές μεθόδους. Θα ενωθώ μαζί τους στην εξέγερση εναντίον κάθε τέτοιου αλαζονικού εκπολιτιστή, είτε είναι εργάτες, είτε είναι Γερμανοί. Και κάνοντας αυτό, θα υπηρετώ την επανάσταση εναντίον της αντίδρασης». [22]

Ας συγκρίνουμε αυτή την άποψη μ’ εκείνη που προωθούσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, οι οποίοι είχαν καταδικάσει υποταγμένες εθνότητες να μην παίζουν «ιστορικούς» ρόλους:

«Αυτές οι θνήσκουσες εθνότητες, οι Βοημοί, οι Δαλματοί κ.λπ., προσπάθησαν να επωφεληθούν από την παγκόσμια σύγχυση του 1848, προκειμένου να διατηρήσουν το πολιτικό τους status quo του 800 μ.Χ. Η ιστορία 1000 ετών θά ‘πρεπε να τους είχε δείξει ότι μια τέτοια οπισθοδρόμηση είναι αδύνατη. [Θα έπρεπε να είχαν καταλάβει ότι] η φυσική και αναπόφευκτη μοίρα αυτών των θνησκόντων εθνών, είναι να επιτρέψουν να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία διάλυσης και απορρόφησης από τους δυνατούς τους γείτονες». [23]

Ο Ένγκελς, εκπρόσωπος του Μαρξ για τις κεντροευρωπαϊκές υποθέσεις και γενικά για το εθνικό ζήτημα, χώριζε την Ευρώπη σε «ιστορικά» και «μη ιστορικά» έθνη. Σ’ αυτό το σχήμα πραγμάτων τα μη ιστορικά έθνη ήταν καταδικασμένα:

«Πέρα από τους Πολωνούς, τους Ρώσους και το πολύ-πολύ τους Σλάβους της Τουρκίας, κανείς άλλος σλαβικός λαός δεν έχει μέλλον, για τον απλό λόγο ότι όλοι οι άλλοι Σλάβοι στερούνται των βασικών ιστορικών, γεωγραφικών, πολιτικών και βιομηχανικών συνθηκών για μια βιώσιμη ανεξαρτησία. Λαοί που ποτέ δεν είχαν δική τους ιστορία, που έπεσαν στην ξένη κατοχή από τη στιγμή που έφτασαν στο πρώτο, ακατέργαστο επίπεδο πολιτισμού, δεν έχουν την ικανότητα να επιβιώσουν και δε θα είναι ποτέ σε θέση να κατακτήσουν οποιαδήποτε μορφή ανεξαρτησίας». [24]

Εναντίον αυτού του τύπου σωβινισμού παλεύει ο Μπακούνιν, κάτι που τελικά συνέβαλε στη ρήξη με τον Μαρξ και τον Ένγκελς στην Πρώτη Διεθνή. Συχνά σύγκρινε τον σωβινισμό με τις απόπειρες του Βίσμαρκ να ελέγξει τους Σλάβους, και έλεγε ότι οι γερμανικές ομάδες στην Πρώτη Διεθνή ήταν εξίσου προδιατεθειμένες να υποτάξουν τους Σλάβους και Λατίνους που ήταν μέλη της. Έτσι περιγράφει τη ρήξη του με τον Μαρξ, εν μέρει ως εξής:

«Ως Σλάβος, ήθελα την απελευθέρωση του σλαβικού γένους από τον γερμανικό ζυγό. Ήθελα αυτή η απελευθέρωση να έλθει από την Επανάσταση, δηλαδή από την καταστροφή των καθεστώτων της Ρωσίας, Αυστρίας, Πρωσίας και Τουρκίας, και από την αναδιοργάνωση των λαών από τα κάτω προς τα πάνω, μέσω της δικής τους ελευθερίας, με την εγκαθίδρυση της πλήρους οικονομικής και κοινωνικής ισότητος, και όχι μέσω της εξουσίας οποιασδήποτε αρχής, όσο επαναστατική κι αν λέει ότι είναι. Ήδη […] η διαφορά ανάμεσα στα δύο αντίστοιχα συστήματά μας […] είχε καθαρά διαφανεί. Τα ιδανικά μου και οι προσδοκίες μου δεν μπορούσαν παρά να είναι πολύ δυσάρεστες για τον Μαρξ. Πρώτα απ’ όλα, γιατί δεν ήταν δικές του. Δεύτερον, γιατί πήγαιναν αντίθετα με τις πεποιθήσεις των εξουσιαστικών κομμουνιστών. Και τελικά, γιατί, ο ίδιος, όντας ένας Γερμανός πατριώτης, δεν θα μπορούσε τότε να παραδεχθεί, όχι περισσότερο απ’ ό,τι σήμερα, το δικαίωμα των Σλάβων να απελευθερωθούν από το γερμανικό ζυγό – μια και ακόμα, όπως παλιά, πιστεύει ότι οι Γερμανοί έχουν σαν αποστολή να εκπολιτίσουν τους Σλάβους, πράγμα που σημαίνει να τους εκγερμανίσουν είτε με το καλό, είτε με το ζόρι». [25]

Ωστόσο, αν αντιδρούσε στον τύπο του σωβινισμού που αντιπροσώπευαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, ο Μπακούνιν ήταν εξίσου κριτικός απέναντι στον αποκλειστικό εθνικισμό που υποστήριζαν άνθρωποι σαν τον Ματσίνι [26]. Στην εγκύκλιο του «Για την Εθνότητα, το Κράτος και την Ομοσπονδία», προοριζόμενη για τους «Φίλους μου στην Ιταλία», ο Μπακούνιν διακρίνει μεταξύ της «εθνότητας» (που σήμερα θα αποκαλούσαμε «πατριωτισμό») και του «πατριωτισμού» (που στη σημερινή γλώσσα θα αποκαλούσαμε «εθνικισμό»). Την πρώτη την όρισε ως μια φυσική αγάπη για το μέρος και το λαό με τα οποία είναι κάποιος συνδεδεμένος· ο δεύτερος, υποδηλώνει την απόλυτη εξουσία του Κράτους επί των αυτοχθόνων υπηκόων και των υποταγμένων εθνικών ομάδων:

«Η εθνότητα, όπως και η ατομικότητα, είναι ένα φυσικό γεγονός. Δηλώνει το απαράγραπτο δικαίωμα των ατόμων, ομάδων, ενώσεων και περιοχών, στο δικό τους τρόπο ζωής. Είναι το προϊόν μιας μακράς ιστορικής εξέλιξης, μια σύγκλιση των ανθρωπίνων όντων με κοινή ιστορία, γλώσσα και πολιτιστική υποδομή. Και γι’ αυτό θα υπερασπίζομαι πάντοτε την υπόθεση των καταπιεσμένων εθνοτήτων που παλεύουν για να απελευθερωθούν από την κυριαρχία του κράτους». [27]

Όσο για τον εθνικισμό (ή «πατριωτισμό»), θα είναι πάντοτε καταστροφικός για τα λαϊκά και πραγματικά συμφέροντα της χώρας που αυτός υποστηρίζει ότι εξυψώνει και υπηρετεί. Συχνά, χωρίς να θέλει κάτι τέτοιο, είναι φίλος της αντίδρασης – εχθρός της επανάστασης, δηλαδή της χειραφέτησης των εθνών και των ανθρώπων [28]. Για τον Μπακούνιν, κάθε κίνημα για την εθνική απελευθέρωση θά ‘πρεπε να κατευθυνθεί προς κοινωνικούς στόχους, ώστε να εμποδιστεί η μετατροπή του σε αστική επανάσταση. Γιατί, εξηγούσε, αυτό το είδος του εθνικισμού που υιοθετείται από την αστική τάξη, είναι ουσιαστικά οικονομική και εθνική επανάσταση που καθοδηγείται απ’ αυτό το στρώμα και θα έχει τρομερές συνέπειες για τις μάζες:

«Οι μπουρζουάδες αγαπούν τη χώρα τους μόνο γιατί, γι’ αυτούς, η χώρα αντιπροσωπευόμενη από το Κράτος, διαφυλάττει τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προνόμιά τους. Κάθε έθνος που θ’ αρνείται αυτή την προστασία θ’ αποκηρύσσεται απ’ αυτούς. Συνεπώς γι’ αυτή την αστική τάξη, πατρίδα ΕΙΝΑΙ το Κράτος. Οι πατριώτες του Κράτους, γίνονται έξαλλοι εχθροί των λαϊκών μαζών που κουρασμένες απ’ το να θυσιάζονται, να χρησιμοποιούνται σαν παθητικό υποπόδιο των κυβερνητών, εξεγείρονται εναντίον τους». [29]

Έτσι, για τον Μπακούνιν, ποια είναι η λύση; Κατά την άποψή του, η χειραφέτηση όλων των εθνοτήτων και των εργατικών τάξεων θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα σε μια κοινωνική επανάσταση, που θα την ακολουθούσε μια χαλαρή ομοσπονδία των εθνών σε ένα μακρο-επίπεδο. Αυτή η ομοσπονδία, ωστόσο, δε θα ακολουθούσε ούτε το ελβετικό, ούτε το αμερικανικό παράδειγμα. Η Ελβετία, παραδείγματος χάριν, έτεινε προς τη συγκεντροποίηση [30] και ο λαός εκεί, παρά τις επιτυχείς δημοκρατικές επαναστάσεις, ήταν κυρίαρχος de jure αλλά όχι de facto. Η πραγματική εξουσία βρισκόταν στα χέρια μιας τάξης ιδιοκτητών. Η κατάσταση ήταν χειρότερη στις ΗΠΑ όπου το πολιτικό σύστημα είχε εκφυλιστεί σε διεστραμμένη διαφθορά [31]. Όχι, η ομοσπονδία του θα ήταν διαφορετική:

«Η ομοσπονδία θα λειτουργεί με εκλεγμένους λειτουργούς, άμεσα υπεύθυνους απέναντι στο λαό. Δε θα είναι ένα έθνος οργανωμένο από πάνω προς τα κάτω, ή από το κέντρο προς την περιφέρεια. Απορρίπτοντας την επιβαλλόμενη αρχή και τη διοικητική ένωση, θα διευθύνεται από κάτω προς τα πάνω, από την περιφέρεια προς το κέντρο, σύμφωνα με τις αρχές της ελεύθερης ομοσπονδίας. Τα ελεύθερα άτομά της θα σχηματίζουν εθελοντικές ενώσεις, οι ενώσεις της θα σχηματίζουν αυτόνομες κοινότητες, οι κοινότητές της θα σχηματίζουν αυτόνομες επαρχίες, οι επαρχίες της θα σχηματίζουν περιφέρειες και οι περιφέρειες θα ενώνονται ελεύθερα σε χώρες, που με τη σειρά τους, αργά ή γρήγορα, θα δημιουργήσουν την παγκόσμια ομοσπονδία». [32]

Οι απόψεις του Μπακούνιν για το εθνικό ζήτημα δεν έτυχαν ευρείας αποδοχής. Είχε να παλέψει με τις βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις των Ματσινικών από τη μια, και των μαρξιστών από την άλλη, και, πραγματικά, έπρεπε να υποτάξει τις δικές του πανσλαβικές προκαταλήψεις προς χάριν των διεθνιστικών-οικουμενικών σκοπών.

Η υποστήριξή του για την απελεύθερωση των καταπιεσμένων εθνοτήτων άγγιξε ευαίσθητες χορδές σε χώρες σαν την Ουκρανία, όπου οι ακτιβιστές της κοινότητας όπως οι Mikhailo Drahomanov και Ivan Franco, ιδιαιτέρως μετά το θάνατό του, επαναλάμβαναν τις θέσεις του στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα [33] και έφτιαχναν προγράμματα που πήγαιναν πολύ πιο μακριά από τις πεποιθήσεις του Μπακούνιν. Αν έχει ειπωθεί ότι η άποψη του Μπακούνιν ήταν ουσιαστικά ουτοπική και ρομαντική, κι ότι τα γραπτά και οι θεωρίες του δεν είχαν την επιτήδευση αυτών του Μαρξ, έχει επίσης ειπωθεί ότι πολλά από τα γραπτά του αποκαλύπτουν μια πανέξυπνη σκέψη.

Μελετητές υποστήριξαν ότι επηρέασε τη θέση του Λένιν σε μια σειρά ζητήματα [34], συμπεριλαμβανομένης της φεντεραλιστικής αρχής, του δικαιώματος των εθνών στην αυτοδιάθεση και στο κατά πόσο η Ρωσία πληρούσε τις «αντικειμενικές» συνθήκες για την επανάσταση, ζητήματα πάνω στα οποία ο Λένιν ξόδεψε πολύ μελάνι στις διαμάχες του με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Βεβαίως, το καθεστώς που πήρε την εξουσία πάνω στις στάχτες της ρωσικής αυτοκρατορίας δεν είχε σχέση μ’ αυτό που ο Μπακούνιν είχε στο μυαλό του. Προεξόφλησε ότι αυτό το καθεστώς δεν θα ήταν μια δικτατορία των προλεταρίων, αλλά μια δικτατορία των γραφειοκρατών, μια κληρονομιά που σήμερα μας είναι οικεία και έμεινε ο Γκορμπατσώφ να συνδιαλλαγεί μαζί της.

Το 1873 είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου εναντίον του σχηματισμού ενός κράτους εργατών, σύμφωνα με το μαρξιστικό καλούπι. Αυτό το Κράτος, ρωτούσε, θα κυβερνούνταν πράγματι από μια μειοψηφία εργατών, όπως υποστήριζε ο Μαρξ;

«Ναι, ίσως πρώην εργατών, που, μόλις γίνουν κυρίαρχοι των αντιπροσώπων του λαού, θα παύσουν να είναι εργάτες και θα περιφρονούν τις απλές εργατικές μάζες από τα κυβερνητικά υψώματα του Κράτους. Δε θα εκπροσωπούν πια το λαό, αλλά μόνο τους εαυτούς τους και τις απαιτήσεις τους για κυριαρχία πάνω στο λαό. Εκείνοι που αμφιβάλλουν γι’ αυτό γνωρίζουν πολύ λίγο την ανθρώπινη φύση». [35]

Παραπέρα, πόσο ακριβώς παγκόσμιο θα είναι αυτό το μαρξιστικό κράτος; Εδώ, ο Μπακούνιν έβλεπε αυτό που ο Στάλιν αποκαλούσε «Σοσιαλισμός σε μια χώρα»:

«Οποιοσδήποτε λέει Κράτος, απαραιτήτως υπονοεί ένα συγκεκριμένο, περιορισμένο Κράτος, το οποίο, αν είναι μεγάλο, μπορεί πολύ εύκολα να συμπεριλαμβάνει πολλούς διαφορετικούς λαούς και χώρες, αλλά αποκλείει ακόμη περισσότερες. Γιατί, μια και έχει τελειώσει το όνειρο ενός παγκοσμίου Κράτους σαν κι αυτό του Ναπολέοντα και του Καρόλου Ε’, ή όπως ονειρεύτηκε την Παγκόσμιο Εκκλησία η παπωσύνη, και παρά τις διεθνείς φιλοδοξίες που τον βασανίζουν σήμερα, ο χερ Μαρξ θα πρέπει να ικανοποιηθεί από τη διακυβέρνηση ενός μόνο κράτους κι όχι αμέσως πολλών, όταν θα σημάνει η καμπάνα για την πραγματοποίηση των ονείρων του – αν σημάνει ποτέ. Κατά συνέπεια, Κράτος σημαίνει ΕΝΑ Κράτος, κι ΕΝΑ Κράτος επιβεβαιώνει την ύπαρξη ΠΟΛΛΩΝ Κρατών, και ΠΟΛΛΑ Κράτη σημαίνουν ανταγωνισμό, ζήλια και ακατάπαυστο, χωρίς τέλος, πόλεμο. Η απλή λογική επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο και το ίδιο κάνει κι ολόκληρη η ιστορία». [36]

Η ιστορία, πράγματι, το επιβεβαίωσε αυτό, ιδιαιτέρως με τα γεγονότα που κατέληξαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπό το φως της ναζιστικής και της σοβιετικής εμπειρίας (να θυμηθούμε ότι ο Μπακούνιν είχε τονίσει την προσοχή στον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει ο αποκλειστικός εθνικισμός και κυρίως ο γερμανικός) και παρά το κάπως ιδιόρρυθμο ύφος του, το οποίο, για μερικούς, μειώνει την αξία των επιχειρημάτων του, οι οξυδερκείς ιδέες του Μπακούνιν ακόμη και σήμερα χρήζουν προσοχής·

Σημειώσεις

1. The Confession of Mikhail Bakunin (Λονδίνο, 1977), σ. 70.
2. ό.π., σ. 71-74.
3. ό.π., σ. 76.
4. Lawrence Orton, Το Σχέδιο του Μπακούνιν για μια Σλαβική Ομοσπονδία, «Καναδο-αμερικανικές σλαβικές μελέτες», τόμος 5, ν. 1 (Άνοιξη 1974), σ. 112.
5. ό.π., σ. 113.
6. ό.π., σ. 115.
7. ό.π., σ. 115.
8. Arthur Mendel, M. Μπακούνιν: οι Ρίζες της Αποκάλυψης, (Νέα Υόρκη, 1981), σ. 273-274.
9. Βλέπε, παραδείγματος χάριν, Raisa Ivanoba, Drahomanov y suspilnopolitychnomu rusi Rosii ta Ukraini (Κίεβο, 1971), σ. 62-64.
10. Εξομολόγηση, σ. 43.
11. Μέντελ, σ. 200.
12. Εξομολόγηση, σ. 87:
13. Παρατίθεται στο Roman Rosdolsky, Ο Ένγκελς και οι «Μη Ιστορικοί» Λαοί: Το Εθνικό Ζήτημα στην Επανάσταση του 1848, (Γλασκώβη, 1986), σ. 170.
14. M.K. Dziewanowski, Χέρτσεν, Μπακούνιν και η Πολωνική Εξέγερση του 1863, «Επιθεώρηση των Υποθέσεων της Κεντρικής Ευρώπης», ν. 8 (1948/49), σ. 62-63 και σ. 66-67.
15. Παρατίθεται στο Miklos Kun Μπακούνιν και Ουγγαρία 1848-1865, «Καναδο-αμερικανικές σλαβικές μελέτες», τόμος 10, ν. 4 (Χειμώνας 1976), σ. 503.
16. Ντζιεβανόφσκι, σ. 71.
17. Κουν, σ. 505.
18. Arthur Lehning (επιμ.) Ο Μπακούνιν και οι Σχέσεις του με τους Σλάβους, (Λέιντεν, 1974), σ. 321.
19. Sam Dolgoff (επιμ.) Ο Μπακούνιν για τον Αναρχισμό, (Μοντρεάλ, 1980), σ. 190.
20. ό.π., σ. 190-202.
21. ό.π., σ. 203.
22. ό.π., σ. 203.
23. Παρατίθεται στο Roman Szporluk Κομμουνισμός και Εθνικισμός: ο Καρλ Μαρξ Εναντίον του Φρήντριχ Λιστ, (Νέα Υόρκη, 1988), σ. 174.
24. Lawrence Orton Η Ηχώ της «Έκκλησης προς τους Σλάβους (1848) του Μπακούνιν, «Καναδο-αμερικανικές σλαβικές μελέτες», τόμος 10, ν. 4 (Χειμώνας 1976), σ. 499. Για μια εξαίρετη μελέτη των απόψεων του Ένγκελς για το εθνικό ζήτημα δες το βιβλίο του Ροσντόλσκυ που αναφέρθηκε προηγουμένως.
25. Παρατίθεται στο Guy Aldred Τα Γραπτά του Μπακούνιν (Βομβάη, 1974), σ. 84.
26. Ο Μπακούνιν έφτανε να συγκρίνει τον Μαρξ με τον Ματσίνι. Βλέπε Ντόλγκοφ, σ. 306-307.
27. Ντόλγκοφ, σ. 401.
28. ό.π., σ. 106-107.
29. ό.π., σ. 185-186.
30. ό.π., σ. 340.
31. ό.π., σ. 143.
32. ό.π., σ. 98.
33. Βλέπε, παραδείγματος χάριν, Michel Dragomanov Τα Έθνη της Ανατολικής Ευρώπης και ο Διεθνής Σοσιαλισμός, «Σοσιαλιστική Επιθεώρηση», ν. 12 (1880), σ. 501-509, και ν. 13 (1880), σ. 516-525. Για μια σύνοψη των εκτιμήσεων του Ιβάν Φράνκο για τον Μπακούνιν, βλέπε Όρτον (1974), σ. 112.
34. Βλέπε, παραδείγματος χάριν, Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν, «Σύχρονη Εγκυκλοπαίδεια της Ρωσικής και Σοβιετικής Ιστορίας», τόμος 3, σ. 26-27, Μέντελ, σ. 402.
35. Ντόλγκοφ, σ. 331.
36. Άρθουρ Λένινγκ (επιμ.) Μ. Μπακούνιν: Επιλεγμένα Γραπτά, (Λονδίνο, 1973), σ. 264.

The post Ο Μπακούνιν και το εθνικό ζήτημα (Επίμετρο του Serge Cipko, Ελευθεριακή Κουλτούρα,1997) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/05/02/o-mpakoynin-to-ethniko-zitima-epimetro-serge-cipko-eleytheriaki-koyltoyra-1997/feed/ 0 22639
Η άνοδος του αυταρχικού ρεβανσισμού στην ελληνική κοινωνία https://www.aftoleksi.gr/2026/03/13/anodos-aytarchikoy-revansismoy-stin-elliniki-koinonia/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=anodos-aytarchikoy-revansismoy-stin-elliniki-koinonia https://www.aftoleksi.gr/2026/03/13/anodos-aytarchikoy-revansismoy-stin-elliniki-koinonia/#respond Fri, 13 Mar 2026 11:23:12 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=22374 Δεληγιάννης Κωνσταντίνος (Ευρωπαϊκές Σπουδές: Ιστορία, Κοινωνία, Πολιτισμός, ΕΑΠ) Βελόπουλος σε ομιλία του στη Βουλή: «Έρχεστε να επιβάλετε μια νέα θρησκεία για εσάς. Την WOKE θρησκεία. Η WOKE κουλτούρα είναι στην πραγματικότητα μία νέα (κοσμική) θρησκεία. Έχει τις δομές (κοινωνία των πολιτών), έχει τα δόγματα (το φύλο είναι φάσμα), έχει τις τελετές (gay pride), έχει τους [...]

The post Η άνοδος του αυταρχικού ρεβανσισμού στην ελληνική κοινωνία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Δεληγιάννης Κωνσταντίνος (Ευρωπαϊκές Σπουδές: Ιστορία, Κοινωνία, Πολιτισμός, ΕΑΠ)

Βελόπουλος σε ομιλία του στη Βουλή: «Έρχεστε να επιβάλετε μια νέα θρησκεία για εσάς. Την WOKE θρησκεία. Η WOKE κουλτούρα είναι στην πραγματικότητα μία νέα (κοσμική) θρησκεία. Έχει τις δομές (κοινωνία των πολιτών), έχει τα δόγματα (το φύλο είναι φάσμα), έχει τις τελετές (gay pride), έχει τους ιεροεξεταστές (cancel culture) και επιδιώκει να αποβάλει τον χριστιανισμό από τον δημόσιο χώρο, προκειμένου να είναι αυτή ο αποκλειστικός νομέας του… Προσκυνάτε ό,τι δυτικόφερτο και αντιφατικό υπάρχει. Και εμείς με την Δύση είμαστε, αλλά με την υγιή Δύση». (ERTnews, 2024) 

Η χρόνια απουσία δημοκρατικών, προοδευτικών και χειραφετικών κινημάτων στην ελληνική κοινωνία κάθε άλλο παρά νέα κακοδαιμονία είναι· αντιθέτως, συνιστά διαχρονικό στοιχείο της κοινωνικής και πολιτικής της ζωής. Στο νεοελληνικό κράτος, η ώσμωση με τις δημοκρατικές ιδέες υπήρξε δομικά στρεβλή. Κρίνεται απαραίτητο να διευκρινιστεί ότι, όταν αναφέρομαι στις δημοκρατικές ιδέες και τα χειραφετικά κινήματα, δεν εννοώ κάποια παράδοση της άμεσης δημοκρατίας, αλλά αναφέρομαι στην κατάκτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτά διαμορφώθηκαν από τις αγωνιστικές και διεκδικητικές τάσεις των αστικών, εργατικών, φεμινιστικών και οικολογικών κινημάτων στον δυτικό κόσμο στην περίοδο της νεωτερικότητας.

Ιστορικά, η εγχώρια δημοκρατική πολιτική δράση και σκέψη απέτυχε να ριζώσει βαθιά εντός της κοινωνίας. Αντιθέτως, τα δημοκρατικά προτάγματα παρέμειναν περιορισμένα ή εκδηλώθηκαν ως μεμονωμένες εξάρσεις, όπως χαρακτηριστικά συνέβη στα γεγονότα του Πολυτεχνείου το 74΄ ή στην περίοδο των Αγανακτισμένων. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο μετακενώθηκαν οι χειραφετητικές και δημοκρατικές ιδέες από τη δύση στην ελληνική κοινωνία είναι ένα ζήτημα το οποίο απαιτεί συστηματική μελέτη και δεν μπορεί να αποτυπωθεί με ακρίβεια σε μία παράγραφο.

Σε μια περίοδο, λοιπόν, όπου η Δύση διέρχεται βαθιά κρίση και οι δημοκρατικές διεκδικήσεις υποχωρούν παγκοσμίως, η χώρα, ως μόνιμος παρακολουθητής των διεθνών εξελίξεων, μετατρέπεται γρήγορα σε εργαστήριο αντιδημοκρατικού ρεβανσισμού, ο οποίος διαχέεται και αναπαράγεται πλέον από ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Δείγμα αυτής της αυταρχικής έκφρασης αποτελεί η διαδεδομένη ρωσοφιλία ή «πουτινολαγνεία» στην ελληνική κοινωνία, η οποία δεν προέκυψε από κάποια ψύχραιμη γεωπολιτική ανάλυση, αλλά από έναν αφελή αντιδυτικισμό. Η Δύση θεωρείται το “απόλυτο κακό”, καθώς οι αγώνες για πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα θεωρείται ότι έχουν αλλοιώσει τη ψυχική και κοινωνική σύνθεση των ανθρώπων της. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι, στην περίπτωση της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η ρωσική αφήγηση των γεγονότων και η πουτινική προπαγάνδα μονοπωλούν το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινής γνώμης. Για το ρωσόφιλο κοινό, ο Πούτιν συνιστά αντιπροσωπευτικό δείγμα αντίστασης στη «woke ατζέντα» και στον δυτικό εκφυλισμό.

Χαρακτηριστική είναι η ομιλία του Ρώσου ηγέτη στο Valdai Discussion Club τον Οκτώβριο του 2021, όπου καταγγέλλει τη Δύση για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», επειδή επιτρέπει τη διάδοση ιδεών όπως η ρευστότητα του φύλου στα παιδιά (Putin, 2021). Σε άλλες ομιλίες του, κατηγορεί τον δυτικό φιλελευθερισμό -υπό την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι του στενού οικονομικού δόγματος του laissez-faire, το οποίο ούτως ή άλλως ο Πούτιν ασπάζεται- ως μια μορφή ολοκληρωτισμού. Θεωρεί, μάλιστα, πως η Δύση παρήκμασε εξαιτίας της απομάκρυνσής της από τις χριστιανικές αξίες. Αντιθέτως, παρουσιάζει τη Ρωσία ως το προπύργιο των χριστιανικών αξιών και της παραδοσιακής οικογένειας.

Σε αυτό ακριβώς το αντιδυτικό μέτωπο, η γκροτέσκα φιγούρα του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκει πλέον τεράστια αποδοχή εντός των ελληνικών συνόρων. Ο Τραμπ συνιστά για το κοινό αυτό την «πέμπτη φάλαγγα» εντός του δυτικού πολιτικού συστήματος, είναι εκείνος ο «αντισυστημικός» παράγοντας που υπόσχεται να σπάσει τα δεσμά της πολιτικής ορθότητας και της κουλτούρας του «δικαιωματισμού». Σύμφωνα με τον Τραμπ, το κατεξοχήν θύμα του δικαιωματισμού είναι ο λευκός Αμερικανός άνδρας, ο οποίος στοχοποιείται από τους υποστηρικτές μιας «ψευτοπροοδευτικής» ατζέντας, βιώνοντας έτσι μια υποτιθέμενη καταπίεση και έναν ιδιότυπο ρατσισμό. Κατά τη ρητορική αυτή, ο Αμερικανός άνδρας «θηλυκοποιείται» υπό την επίδραση της κουλτούρας των δικαιωμάτων, γεγονός που έχει συνέπειες και στην ισχύ του ίδιου του κράτους, το οποίο αποδυναμώνεται καθώς οι άνδρες του χάνουν τον δυναμισμό τους.

Ο αντιδημοκρατικός παραληρηματικός λόγος του Τραμπ δεν σταματά εδώ, αντίθετα, εντείνεται με τη ρατσιστική και ξενοφοβική του στάση. Όπως είχε δηλώσει σε ομιλίες του, οι πολιτικές συμπερίληψης και προστασίας των μειονοτήτων θα σταματήσουν, υποσχόμενος πως με τη νέα του θητεία «όλα αυτά θα τελειώσουν». Η ακροδεξιά του φύση επιβεβαιώθηκε από την ενίσχυση της αυθαίρετης δράσης της ICE (Υπηρεσία Μετανάστευσης) αμέσως μετά την επανεκλογή του. Ως εκ τούτου, εξηγείται πλήρως το γεγονός ότι καρικατούρες όπως ο Στιβ Μπάνον, σύμβουλος του Τραμπ, εμπνέονται από ιδεολογίες όπως ο “Σκοτεινός Διαφωτισμός” του Γιάρβιν. Έτσι, αυτή η σύγχρονη ακροδεξιά της Alt-Right συνιστά το απόλυτο σύμβολο μιας αυταρχικής και αντιδραστικής αντεπίθεσης, στοχοποιώντας το θεμέλιο του δυτικού κόσμου, τον Διαφωτισμό και τις αξίες τις οποίες δημιούργησε.

Για τους εγχώριους «αντιδυτικούς», η αποκατάσταση της κοινωνικής ισορροπίας μπορεί να επέλθει μονάχα από αυταρχικά καθεστώτα τύπου Πούτιν ή από αντισυστημικές προσωπικότητες όπως ο Τραμπ, οι οποίοι εκφράζουν ξεκάθαρα ακροδεξιές, αυταρχικές και πατριαρχικές αντιλήψεις. Ωστόσο, ενώ παλαιότερα αυτές οι ιδέες εκφράζονταν συνήθως από περιθωριακές ομάδες, το πιο ανησυχητικό χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι αυτή η αντιδημοκρατική και αντιδραστική στροφή της ελληνικής κοινωνίας έχει καταστεί σε μεγάλο βαθμό mainstream.

Ο αυταρχικός λόγος κανονικοποιείται, καθώς ενδύεται πλέον μια μοντέρνα και εκσυγχρονισμένη «κοψιά», όπου γνωστοί YouTubers, influencers και TikTokers με πολύ μεγάλους λογαριασμούς και ψηφιακούς ακόλουθους μετατρέπονται σε οχήματα αντιδημοκρατικών ιδεών. Συνεπώς, στον χώρο των social media, ανάμεσα σε θέματα γυμναστικής, ψυχαγωγίας, διατροφής και γενικότερα ό,τι έχει να κάνει με το lifestyle της εποχής, πλασάρονται και αναπαράγονται αυταρχικές αντιλήψεις. Συναντά κανείς bodybuilders που προτρέπουν τους άνδρες να γίνουν αυθεντικά “alpha males”, προκειμένου να χτίσουν το ισχυρό “mindset” που απαιτείται για ένα γυμνασμένο σώμα, το οποίο θα απολαμβάνει τον ανάλογο σεβασμό μέσα σε μια κοινωνία «αλλοτριωμένων» αντρών.

Ωστόσο, αυτή η αλλοτρίωση του ανδρικού φύλου δεν στηρίζεται μόνο στην απουσία ενός αρρενωπού “mindset”, αλλά και σε «βιολογικούς επιστημονικούς παράγοντες». Όπως τονίζουν, ο σύγχρονος καθιστικός τρόπος ζωής και η κατανάλωση επεξεργασμένου φαγητού «εξαφανίζουν» τους άνδρες, καθώς μειώνουν τα επίπεδα τεστοστερόνης. Ο άνδρας, λοιπόν, παρουσιάζεται ως «είδος προς εξαφάνιση» και μέσα σε αυτή την «ανδρόσφαιρα» καλλιεργείται ένας ιδιότυπος πατριαρχικός εκδικητισμός.

Ακολούθως, σε αυτό το πνεύμα της «πατροπαράδοτης αντρίλας», γνωστός ψευτοδάσκαλος πολεμικών τεχνών δεν χάνει ευκαιρία να ειρωνεύεται τη γυναικεία φύση ως αδύναμη, αναφέροντας πως η γυναίκα, προκειμένου να επιβιώσει, χρειάζεται να βρίσκεται ένας «γνήσιος αρσενικός» δίπλα της, διδάσκοντας παράλληλα τεχνικές αυτοάμυνας. Την ίδια στιγμή, διάφοροι life coaches δίνουν συμβουλές για οικογενειακά προβλήματα, προτρέποντας ως υπόδειγμα το μοντέλο «μαμά στο σπίτι και μπαμπάς κουβαλητής».

Ωστόσο, πέρα από το lifestyle, στο διαδίκτυο έχουν εμφανιστεί πολλά podcast πολιτικής και ιστορίας, τα οποία «ξεπλένουν» την περίοδο της δικτατορίας μέσα από έναν υποτιθέμενο εμπεριστατωμένο λόγο. Παράλληλα, μέσω μιας συστηματικής ιστορικής λαθροχειρίας, στοχοποιούν για όλα τα δεινά της χώρας τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και την περίοδο της Μεταπολίτευσης συλλήβδην.

Σε συνθήκες, λοιπόν, δημοκρατικής και κοσμικής εξάντλησης, το ελληνικό κοινό γέμισε τις αίθουσες για να παρακολουθήσει την ταινία του Σμαραγδή για τον Καποδίστρια, όπου η μεταφυσική αποτύπωση του Κυβερνήτη φαντάζει ως η ιδανική μορφή εξουσίας που απουσιάζει από τη σύγχρονη πολιτική ζωή. Ένα ακόμη στοιχείο το οποίο αποτυπώνει την πνευματική οπισθοδρόμηση και πολιτισμική καχεξία είναι η αύξηση του θρησκευτικού τουρισμού, καθώς τα στοιχεία φανερώνουν ότι τα τελευταία χρόνια οι επισκέψεις στο Άγιο Όρος και σε άλλους χώρους προσκυνήματος παρουσιάζουν εξαιρετικά μεγάλη επισκεψιμότητα.

Τη θρησκευτική αναθέρμανση έρχεται να συμπληρώσει και η ανάγκη της κοινωνίας να συνδεθεί με σύγχρονες μορφές αγίων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Παϊσίου, ο οποίος αποτελεί το πιο διαδεδομένο παράδειγμα αναφοράς του χριστιανικού σημερινού ποιμνίου. Το χριστιανικό ελληνικό κοινό δεν αρκείται στην παλαιότερη χριστιανική του παράδοση, αλλά αναζητά μια πνευματική επικαιροποίηση της πίστης του. Δεν αποτελεί σύμπτωση το ότι, τα προηγούμενα χρόνια η τηλεοπτική σειρά με τη ζωή του Αγίου Παϊσίου είχε τεράστια επιτυχία. Παράλληλα, το YouTube έχει γεμίσει με εκπομπές και αφιερώματα, τα οποία περιστρέφονται γύρω από τον βίο του, με αναφορές στη θαυματουργική του δράση και φυσικά στις προφητείες του. Δείγμα αυτής της «Παϊσιολατρίας» είναι ότι το όνομα του Παϊσίου ακούγεται ολοένα και περισσότερο στα ελληνικά σχολεία, καθώς οι γονείς επιλέγουν να βαφτίσουν τα παιδιά τους με το όνομά του.

Παρατηρείται, λοιπόν, ένας διάχυτος αντιδυτικισμός, ο οποίος εισβάλλει με αντιδημοκρατική μορφή στον καθημερινό λόγο και τις συνήθειες της κοινωνίας, καθορίζοντας σε σημαντικό βαθμό την κυρίαρχη ιδεολογική τάση της χώρας. Πρόκειται για μια νέα ψυχοκοινωνική συνθήκη, η οποία χαρακτηρίζεται από πολιτική και πολιτισμική οπισθοδρόμηση με αυταρχικά, πατριαρχικά, θρησκευτικά και ρατσιστικά χαρακτηριστικά. Η ελληνική κοινωνία διολισθαίνει σε αυτή την κατάσταση, και το πλέον επικίνδυνο σημείο είναι ακριβώς ότι αυτή η συνθήκη δεν βιώνεται ως απώλεια της ελευθερίας, αλλά ως το απαραίτητο αντίδοτο στη σύγχρονη κοινωνική ρευστότητα που δημιούργησε, υποτίθεται, η κουλτούρα των ατομικών και κοινωνικών ελευθεριών.

* Ευχαριστώ πολύ τον φίλο Νίκο Γκαραγκασίδη

——————————————————————

Βιβλιογραφία:

ERTnews. (2024, Φεβρουάριος 15). Κ. Βελόπουλος: Εκτίθεστε με αυτά που λέτε – Γάμος είναι η μάνα, ο πατέρας και τα παιδιά. https://www.ertnews.gr/eidiseis/ellada/politiki/k-velopoulos-ektitheste-me-ayta-pou-lete-gamos-einai-i-mana-o-pateras-kai-ta-paidia/

Putin, V. (2021, October 21). Speech at the Meeting of the Valdai International Discussion Club. Sochi, Russia. Available at: [http://en.kremlin.ru/events/president/news/66975].

The post Η άνοδος του αυταρχικού ρεβανσισμού στην ελληνική κοινωνία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/03/13/anodos-aytarchikoy-revansismoy-stin-elliniki-koinonia/feed/ 0 22374
Χρυσή Αυγή και η ποινική καταστολή: Στρατηγική διάσταση για το κίνημα https://www.aftoleksi.gr/2026/03/05/chrysi-aygi-poiniki-katastoli-stratigiki-diastasi-to-kinima/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=chrysi-aygi-poiniki-katastoli-stratigiki-diastasi-to-kinima https://www.aftoleksi.gr/2026/03/05/chrysi-aygi-poiniki-katastoli-stratigiki-diastasi-to-kinima/#respond Thu, 05 Mar 2026 08:55:56 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=22301 Κείμενο: Αντώνης Χ. Η συζήτηση γύρω από το εφετείο της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής ξεπερνά την απλή ηθική καταδίκη μιας εγκληματικής και φασιστικής οργάνωσης. Η πολιτική και ηθική καταδίκη της παραμένει αδιαπραγμάτευτη και το παρόν κείμενο επικεντρώνεται στην ανάλυση της στρατηγικής σημασίας της ποινικής καταστολής για τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα. Θέτει όμως το ερώτημα [...]

The post Χρυσή Αυγή και η ποινική καταστολή: Στρατηγική διάσταση για το κίνημα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Αντώνης Χ.

Η συζήτηση γύρω από το εφετείο της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής ξεπερνά την απλή ηθική καταδίκη μιας εγκληματικής και φασιστικής οργάνωσης. Η πολιτική και ηθική καταδίκη της παραμένει αδιαπραγμάτευτη και το παρόν κείμενο επικεντρώνεται στην ανάλυση της στρατηγικής σημασίας της ποινικής καταστολής για τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα. Θέτει όμως το ερώτημα αν η ενίσχυση του ποινικού μηχανισμού αποτελεί συμβατό και στρατηγικά ωφέλιμο εργαλείο για ένα χειραφετητικό κίνημα. Αφορά επομένως τον τρόπο με τον οποίο το κίνημα τοποθετείται απέναντι στο ποινικό δίκαιο, στον μηχανισμό της αστικής δικαιοσύνης και στη λογική της καταστολής ως εργαλείου κοινωνικής ρύθμισης. Πρόκειται για ζήτημα στρατηγικής και όχι μόνο πολιτικής συγκυρίας.

Οι νομικές καταδίκες και οι θεσμικές αλλαγές συχνά προκύπτουν μέσα από μακρόχρονους κοινωνικούς αγώνες και πιέσεις. Από το εργατικό δίκαιο μέχρι σύγχρονες υποθέσεις έμφυλης βίας, πολλές θεσμικές εξελίξεις αποτελούν προϊόν συλλογικών διεκδικήσεων. Υπό αυτή την έννοια, μπορούν να θεωρηθούν πραγματικές κοινωνικές κατακτήσεις των από-τα-κάτω. Ωστόσο, στον δημόσιο λόγο εμφανίζονται συχνά δύο αντίρροπες και εξίσου προβληματικές προσεγγίσεις: από τη μία πλευρά μια νομικιστική αντίληψη που αντιμετωπίζει τους νόμους ως αυθύπαρκτες λύσεις, αποκομμένους από τους κοινωνικούς αγώνες που τους παρήγαγαν και από την άλλη πλευρά μια στενή αντιθεσμική στάση που θεωρεί κάθε θεσμική μεταβολή εκ των προτέρων κυριαρχική και αντιδραστική. Η πραγματικότητα βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο θέσεις. Οι νόμοι δεν προκύπτουν αυτόνομα αλλά ούτε αποτελούν ουδέτερα εργαλεία. Διαμορφώνονται μέσα σε συσχετισμούς δύναμης και ενσωματώνουν –συχνά μερικώς και παραμορφωμένα– τις πιέσεις που ασκούν τα κινήματα.

Παράλληλα, η απαίτηση για «καταδίκη με αυστηρές ποινές» είναι αδύνατον να λειτουργεί απομονωμένα. Το ποινικό δίκαιο εφαρμόζει κανόνες γενικά και σταθερά, ανεξάρτητα από τις πολιτικές μας προθέσεις. Παράγει δεσμευτική νομολογία και ερμηνευτικά προηγούμενα. Κάθε αυστηροποίηση, κάθε διεύρυνση ποινικών εννοιών, κάθε αποδοχή ευρείας καταστολής, μετατρέπεται σε εργαλείο γενικής χρήσης. Και ιστορικά αυτό το εργαλείο στρέφεται πολύ συχνότερα όχι απέναντι στην ακροδεξιά αλλά πρωτίστως απέναντι στο οργανωμένο κοινωνικό και πολιτικό ανταγωνιστικό κίνημα, σε συλλογικότητες και συνολικά στον ριζοσπαστικό χώρο. Η αναφορά αυτή είναι κάθε άλλο παρά εξίσωση πολιτικών συλλογικοτήτων με εγκληματικές οργανώσεις. Αντιθέτως αποσκοπεί στην ανάδειξη της ελαστικότητας των ποινικών εννοιών και της δυνατότητάς τους να στραφούν εναντίον διαφορετικών μορφών πολιτικής δράσης ανεξαρτήτως περιεχομένου.

Η ΧΑ δικάζεται επειδή εντάχθηκε νομικά στην κατηγορία της «εγκληματικής οργάνωσης» και σε επιμέρους ποινικά αδικήματα όχι επειδή είναι φασιστική. Το ποινικό δικαστήριο αξιολογεί τυποποιημένες συμπεριφορές και όχι ιδεολογίες. Αυτή η τυπικότητα αποτελεί δομικό στοιχείο του αστικού δικαίου και ακριβώς γι’αυτό η ενίσχυσή της επεκτείνει τη χρήση της πέρα από τον αρχικό «εχθρό». Η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης για παράδειγμα είναι εξαιρετικά ελαστική. Βασίζεται σε αόριστα κριτήρια (δομή, διάρκεια, σκοπός, καταμερισμός ρόλων) τα οποία μπορούν να εφαρμοστούν σε πολιτικές συλλογικότητες, δίκτυα αγώνα και μορφές κινηματικής οργάνωσης. Κάθε επιβεβαίωση αυτής της ερμηνευτικής ευρύτητας σε ανώτερο δικαστικό επίπεδο ενισχύει τη δυνατότητα ποινικοποίησης της πολιτικής δράσης στο μέλλον.

Η κριτική στο ποινικό σύστημα αφορά άμεσα τη στάση απέναντι στα θύματα της φασιστικής βίας. Η αναγνώριση του πόνου και της απώλειας διαχωρίζεται από την αποδοχή της φυλακής ως μοναδικής μορφής δικαίωσης, καθώς η ποινική τιμωρία αδυνατεί να περιορίσει κοινωνικά τη βία και να ανακόψει τη δομική αναπαραγωγή της. Η κοινωνική αποκατάσταση προϋποθέτει βαθύτερους μετασχηματισμούς.

Όταν τα κινήματα επενδύουν μονοσήμαντα και κατεξοχήν στη φυλακή, στις βαριές ποινές και στην παραδειγματική τιμωρία, αποδέχονται έμπρακτα τη βασική ιδεολογία του ποινικού συστήματος: ότι τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα επιλύονται μέσω καταστολής και εγκλεισμού. Νομιμοποιούν τη φυλακή ως «λύση» και το δικαστήριο ως τελικό ρυθμιστή των κοινωνικών συγκρούσεων. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται η κρατική αξίωση μονοπωλίου πάνω στη δικαιοσύνη, την ηθική και τη δημόσια τάξη. Η «δικαιοσύνη» αναλαμβάνει τότε ρόλο τελικού ρυθμιστή συγκρούσεων που στην πραγματικότητα έχουν κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα.

Βεβαίως, η ιστορική καταδίκη της Χρυσής Αυγής προέκυψε μέσα από μία πιο περίπλοκη διαδικασία και μία μακρόχρονη κοινωνική και πολιτική σύγκρουση: μαζική απονομιμοποίηση, αντιφασιστική παρουσία στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και στους δρόμους και όχι μόνο από εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα. Έτσι, το δικαστήριο λειτούργησε εκ των υστέρων, επικυρώνοντας μια ήδη συντελεσμένη κοινωνική ήττα. Η έμφαση στην κοινωνική σύγκρουση αποτελεί ιστορικά επαληθευμένη πρακτική και θεμελιωμένο πολιτικό προσανατολισμό πέρα από θεωρητικές αφαιρέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δικαστική απόφαση είναι ασήμαντη. Σημαίνει όμως ότι η καθοριστική μεταβολή στους συσχετισμούς είχε ήδη παραχθεί στο κοινωνικό πεδίο.

Σε τέτοιες διαδικασίες, οι κυρίαρχοι θεσμοί τείνουν συχνά να απορροφούν τους κοινωνικούς αγώνες, μεταφράζοντάς τους απλώς σε νομικές ρυθμίσεις που περιορίζουν ή αναπλαισιώνουν τους αρχικούς τους στόχους. Όταν το βάρος επιχειρείται να μεταφερθεί από τη συλλογική δύναμη στην κρατική διαχείριση, το κίνημα κινδυνεύει να μετατραπεί από ενεργό υποκείμενο κοινωνικής σύγκρουσης σε διαρκή αιτούντα θεσμικής προστασίας.

Για το κράτος, η παραπομπή της ΧΑ στη δικαιοσύνη συνιστούσε αναδιάταξη της κρατικής στρατηγικής και μετασχηματισμό των μηχανισμών διαχείρισης της κρίσης παρά επιβεβαίωση κάποιας «δικαίωσης του κράτους δικαίου». Όταν η πολιτική διαχείριση αποτυγχάνει ενεργοποιείται η ποινική. Η ποινική καταδίκη μπορεί να αξιολογηθεί ως συγκυριακή επιτυχία χωρίς να μετατρέπεται σε στρατηγικό πρόταγμα. Η διάκριση αυτή είναι αναγκαία ώστε μια στιγμιαία νίκη να μη μετατραπεί σε μόνιμη πολιτική γραμμή.

Το αίτημα αυστηρής καταδίκης στο εφετείο, επομένως, δεν μπορεί να ταυτιστεί αυτόματα με στρατηγική ενίσχυση των θέσεων μάχης του κινήματος. Μπορεί ταυτόχρονα να συμβάλλει:

  • στην ενίσχυση της νομολογιακής ισχύος κατασταλτικών εννοιών,
  • στην κοινωνική αποδοχή της αυστηροποίησης,
  • στην εδραίωση της ιδεολογίας της τιμωρίας ως βασικής απάντησης σε κοινωνικά προβλήματα,
  • και στη διεύρυνση της ποινικής διαχείρισης πολιτικών συγκρούσεων.

Παράλληλα, καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι η απαγόρευση, η καταδίκη και η φυλάκιση αρκούν για να εξαφανίσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο που γεννιέται από υλικές ανισότητες, κρίσεις εκπροσώπησης, ιδεολογική ηγεμονία και κρατική ανοχή.

Ο φασισμός διαλύεται, τελικά, όταν χάνει κοινωνική βάση, πολιτική χρησιμότητα και ιδεολογική απήχηση, όχι απλώς επειδή θεωρείται παράνομος. Η ήττα του γίνεται εμφανής όταν συγκρούεται με κινήματα που παράγουν δικούς τους θεσμούς, αξίες και μορφές συλλογικής ζωής. Όταν καθίσταται κοινωνικά ασύμβατος. Η κριτική στο ποινικό σύστημα συνοδεύεται από σαφή πολιτική κατεύθυνση: ενίσχυση της κοινωνικής αυτοοργάνωσης, σταθερή αντιφασιστική παρουσία, συγκρότηση συλλογικών δομών αλληλεγγύης και πολιτισμικής αντιηγεμονίας. Πρόκειται για συγκεκριμένες πρακτικές και όχι για γενικόλογες διακηρύξεις.

Η πολιτική αυτονομία ενός κινήματος μετριέται από την ικανότητά του να συγκρούεται χωρίς να ενσωματώνεται στους μηχανισμούς καταστολής και από το κατά πόσο μετατρέπει τη δική του ηθική αγανάκτηση σε κοινωνική δύναμη αντί για κρατική ποινική εξουσία. Κάτι μπορεί να είναι συγκυριακά ωφέλιμο και ταυτόχρονα στρατηγικά αποδυναμωτικό. Η ένταξή του στο πρόταγμά μας απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση. Η επιμονή στην καταστολή, ακόμη και «για καλό σκοπό», καταλήγει συχνά να ενισχύει εκείνον που τη διαχειρίζεται: το κράτος. Και αυτό, ιστορικά, στρέφεται πάντοτε εναντίον των από τα κάτω.

Υ.Γ.: Η πιθανότητα κακόπιστης παρερμηνείας δεν αναιρεί την ανάγκη στρατηγικής ανάλυσης. Η κριτική σκέψη διατηρεί την αξία της ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αντίπαλο.

The post Χρυσή Αυγή και η ποινική καταστολή: Στρατηγική διάσταση για το κίνημα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/03/05/chrysi-aygi-poiniki-katastoli-stratigiki-diastasi-to-kinima/feed/ 0 22301
Η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903: Για την (προ)ιστορία του Μακεδονικού Ζητήματος https://www.aftoleksi.gr/2025/12/27/exegersi-ilinten-to-1903-tin-pro-istoria-makedonikoy-zitimatos/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=exegersi-ilinten-to-1903-tin-pro-istoria-makedonikoy-zitimatos https://www.aftoleksi.gr/2025/12/27/exegersi-ilinten-to-1903-tin-pro-istoria-makedonikoy-zitimatos/#respond Sat, 27 Dec 2025 13:44:00 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=21732 Η εξέγερση του Ίλιντεν αποτελεί μια επαναστατική στιγμή του πολυεθνοτικού λαϊκού και αυτόνομου κινήματος ενάντια στα έθνη-κράτη και τους εθνικισμούς στα Βαλκάνια. Κείμενο: Βάσω Νάση* Το δημόσιο ενδιαφέρον στις μέρες μας για το Μακεδονικό, θυμίζει κάτι από τα παλιά. Παρότι δεν βρισκόμαστε στο 1991-1994, ακόμα παρελαύνουν εθνικιστικές φανφάρες, ενδεικτικές για ένα κράτος που θεμελιώθηκε πάνω [...]

The post Η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903: Για την (προ)ιστορία του Μακεδονικού Ζητήματος first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Η εξέγερση του Ίλιντεν αποτελεί μια επαναστατική στιγμή του πολυεθνοτικού λαϊκού και αυτόνομου κινήματος ενάντια στα έθνη-κράτη και τους εθνικισμούς στα Βαλκάνια. Κείμενο: Βάσω Νάση*

Το δημόσιο ενδιαφέρον στις μέρες μας για το Μακεδονικό, θυμίζει κάτι από τα παλιά. Παρότι δεν βρισκόμαστε στο 1991-1994, ακόμα παρελαύνουν εθνικιστικές φανφάρες, ενδεικτικές για ένα κράτος που θεμελιώθηκε πάνω σε εθνικούς μύθους.

Πέραν όμως από τη διαστρέβλωση της ιστορίας και την απόκρυψη ιστορικών γεγονότων, η μελέτη του παρελθόντος μας αποκαλύπτει την πραγματικότητα, μία πραγματικότητα που δεν σχετίζεται με τον σφαγέα ή όχι, Μέγα Αλέξανδρο. Το αν ήταν σφαγέας ή όχι, όχι μόνο δεν αποτελεί την απαρχή του ζητήματος αλλά συσκοτίζει και το σημερινό αδιέξοδο. Αρκεί να εξετάσουμε την ιστορία των δύο προηγούμενων αιώνων, τον καιρό της γέννησης της «αρχής των εθνικοτήτων» και της «αυτοδιάθεσης των λαών».

Τι μας δείχνει η ιστορία

Στην ευρύτερη μακεδονική γεωγραφική περιοχή διαδέχτηκαν συνεχώς ιστορικά η μια αυτοκρατορία την άλλη. Από τον Μ. Αλέξανδρο στους Ρωμαίους και από εκεί στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, μέχρι τον 15ο αι. και την κατάληψή της από τους Οθωμανούς. Με τη βυζαντινή διοίκηση και την τουρκική κατάκτηση, σημειώνονται τεράστιες πληθυσμιακές μεταβολές ακόμη και αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών από μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το 1870 η Υψηλή Πύλη για λόγους πολιτικού συμφέροντος και θέλοντας να εκτονώσει τη διένεξη μεταξύ Βουλγάρων και ελληνικού Πατριαρχείου με ζήτημα την ανεξαρτησία της βουλγαρικής εκκλησίας, ιδρύει με σουλτανικό φιρμάνι τη Βουλγαρική Εξαρχία (αυτοκέφαλη ορθόδοξη Εκκλησία της Βουλγαρίας), η οποία ενσωματώνει δεκατρείς επαρχίες. Το 10ο άρθρο του φιρμανιού προβλέπει εξάπλωση της δικαιοδοσίας της Εξαρχίας, αναφέροντας πως, το σύνολο ή τα δύο τρίτα του πληθυσμού μιας επαρχίας, αν το ζητούσε, μπορούσε να περάσει στην Εξαρχία.

Το γεγονός αυτό θα αποτελέσει την απαρχή της διαμόρφωσης των όρων του μακεδονικού ζητήματος. Με αυτό ξεκινά η προσπάθεια προσεταιρισμού των εδαφών καθώς και του πληθυσμού της περιοχής της Μακεδονίας.

Η διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης το 1876 σχεδιάζει την ίδρυση ενός μελλοντικού βουλγαρικού κράτους μέσω της απόδοσης σε αυτό μεγάλου τμήματος της Μακεδονίας. Τα σχέδια της διάσκεψης επικυρώνονται από τη συνθήκη ειρήνης του Αγίου Στεφάνου το 1878, με την οποία ιδρύεται η «Μεγάλη Βουλγαρία». Ωστόσο, τα προβλεπόμενα της συνθήκης ανατρέπονται από τις αντιδράσεις των Μ. Δυνάμεων και των Βαλκανικών χωρών, με αποτέλεσμα τη συνθήκη του Βερολίνου που πραγματοποιείται το ίδιο έτος, η οποία αναθεωρεί την προκαταρκτική συνθήκη και δημιουργεί μία νέα κατάσταση στα Βαλκάνια. Το συνέδριο ανατρέποντας τις ρυθμίσεις που προβλέπονταν, περιορίζει τα σύνορα της Βουλγαρίας, διαλύει τη «Μεγάλη Βουλγαρία» και θεσπίζει την ίδρυση της βουλγαρικής ηγεμονίας υπό την τουρκική υποτέλεια με δικαίωμα εκλογής ηγεμόνα. Η Ανατολική Ρωμυλία γίνεται αυτόνομη επαρχία και η Μακεδονία, η Θράκη και η Ήπειρος παραμένουν στην Τουρκία. Η Βοσνία και η Ερζεγοβίνη παραχωρούνται στην Αυστρία.

Το συνέδριο του Βερολίνου προκάλεσε πολιτική αναστάτωση και αποτέλεσε αφορμή για την κύρια διαμόρφωση του μακεδονικού ζητήματος. Οι εκκρεμότητες που άφησε για τα συνοριακά ζητήματα και τη διευθέτηση των υπόλοιπων θεμάτων για τις επαρχίες, υποδαυλίζουν συνεχώς την επανάσταση στη Δυτική Μακεδονία και αναταραχές στον μακεδονικό χώρο.

Εκδηλώνονται εξεγέρσεις με βουλγαρική και ελληνική συμμετοχή, που προσδοκούν την οριστική κατάργηση της οθωμανικής εξουσίας και προτάσσουν την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τις οποιεσδήποτε εθνικές διαφορές των χριστιανών.

Μετά τη συνθήκη του Βερολίνου, επόμενο γεγονός που οξύνει τις διαβαλκανικές σχέσεις, αποτελεί η πραξικοπηματική κατάληψη της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885, από βουλγαρικά στρατεύματα. Συχνά παρουσιάζονται βουλγαρικά αντάρτικα σώματα και στον μακεδονικό χώρο, όπου παράλληλα διεκδικεί εδάφη και η Σερβία αλλά και η Ελλάδα. Μετά το 1885 το μακεδονικό ζήτημα δημιουργεί σκληρό ανταγωνισμό.

Ο Χρίστο Τσερνοπέεφ και ο Γιάνε Σαντάνσκι
Ο Χρίστο Τσερνοπέεφ και ο Γιάνε Σαντάνσκι

Το 1893 δημιουργείται η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ ή ВМРО) με βουλγαρομακεδονική πρωτοβουλία. Σύμφωνα με το καταστατικό της, μέλος της θα μπορούσε να γίνει κάθε κάτοικος της ευρωπαϊκής Τουρκίας χωρίς εθνικές, θρησκευτικές ή πολιτικές διακρίσεις. Στόχοι της ήταν η κατάργηση της οθωμανικής εξουσίας, το μοίρασμα της γης των τσιφλικάδων στους ακτήμονες και η δημιουργία μιας ελεύθερης και ανεξάρτητης Μακεδονίας. Μέλη της ΕΜΕΟ, όπως ο Γιάνε Σαντάνσκι που άνηκε στην αναρχική-σοσιαλιστική τάση και ο Χρίστο Τσερνοπέεφ με σοσιαλιστικό παρελθόν, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο αυτονομιστικό μακεδονικό κίνημα.

Το 1895, όμως, παρουσιάζεται το Κομιτάτο των Βερχοβιστών ή Εξωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση, που δημιουργείται από τον βασιλιά Φερδινάνδο και τους ανθρώπους του, Μ. Σαράτωφ και Ι. Γκαρβάνωφ. Πρόκειται για μία δεύτερη, εθνικιστική όμως αυτή τη φορά, τάση που επιθυμεί μετά την εκδίωξη των Οθωμανών, την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία.

Η ΕΜΕΟ προετοιμάζει την εξέγερση του Ίλιντεν. Η επανάσταση που ξεσπά στις 20 Ιουλίου του 1903, κυρίως στις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, ήταν σχεδόν καθολική με τη συμμετοχή του αγροτικού πληθυσμού που αγανακτούσε από την οθωμανική κακοδιοίκηση. Η επανάσταση γενικεύεται και τα βουνά γεμίζουν με χιλιάδες ένοπλους μακεδόνες αγρότες. Το ελληνικό κράτος, εχθρικό προς το Ίλιντεν, συνεργάζεται με τους Οθωμανούς για την κατάπνιξή του με τον πατριαρχικό κλήρο και με πράκτορες της ελληνικής κυβέρνησης να τίθενται στην υπηρεσία του οθωμανικού στρατού. Πυρπολήσεις χωριών, φόνοι και πλιάτσικο ήταν η απάντηση του οθωμανικού κράτους προς την εξέγερση.

Οι Τσεντραλιστές (η αυτονομιστική πτέρυγα της ΕΜΕΟ) πιστεύουν ότι πρέπει να στηριχθούν για βοήθεια στις δικές τους δυνάμεις χωρίς να εξαπατώνται από τις ξένες. Τελικός στόχος των Τσεντραλιστών ήταν η ανεξαρτησία και η βαλκανική ομοσπονδία. Στις 30 Ιουλίου όμως, η εξέγερση πνίγεται στο αίμα και ο οθωμανικός στρατός διώκει τους επαναστάτες.

Μέλη της ένοπλης ομάδας (τσέτα) του αναρχικού οπλαρχηγού (βοεβόδα) Μιχαήλ Γκερτζίκοφ (Mihail Gerdzhikov) στην εξέγερση του Ίλιντεν, 1903.

Η εξέγερση του Ίλιντεν, μία σημαντική προσπάθεια του λαϊκού επαναστατικού μακεδονικού κινήματος, προκαλεί την αντεπαναστατική επέμβαση των ελλήνων μισθοφόρων, η παρουσία των οποίων είχε ήδη ξεκινήσει από τον Μάιο του 1903, όταν ο μητροπολίτης Καστοριάς Καραβαγγέλης ζήτησε με επιστολή του από τον Παύλο Μελά την αποστολή μιας ομάδας ελλήνων μισθοφόρων για να χτυπήσει τα εξαρχικά χωριά της περιοχής του.

Τουρκαλβανοί στρατιώτες, γραικομάνοι, αρβανίτες και κρητικοί μισθοφόροι ενώνονται κάτω από τις διαταγές του Καραβαγγέλη. Τα σώματα περνούν από χωριά στα οποία ο μητροπολίτης εγκαθίσταται με ένοπλη συνοδεία και λειτουργεί με τη βία. Μετά την περιοδεία του Καραβαγγέλη, οι Κρητικοί ακολουθούν τη συμμορία του Βαγγέλη Γεωργίου. Με την εξέγερση του Ίλιντεν όμως, που ξεσπά τον Ιούλιο του 1903, οι άντρες του Καραβαγγέλη και οι κρητικοί κατευθύνονται προς την πόλη της Καστοριάς. Οι κρητικοί έπειτα θα ακολουθήσουν τον οθωμανικό στρατό για να καταδιώξουν τους μακεδόνες επαναστάτες.

Με τον Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908), το ελληνικό κράτος προσπαθεί να καταπνίξει το αυτονομιστικό κίνημα των Μακεδόνων και συμμαχεί με το οθωμανικό καθεστώς. Διατίθενται κονδύλια και ποσότητες όπλων για τη δημιουργία σωμάτων και την αποστολή συμμοριών σε μη ελληνόφωνα μακεδονικά εδάφη για να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό. Έλληνες αξιωματικοί αρχηγοί των συμμοριών σπέρνουν τον θάνατο σε μακεδονικά χωριά σφαγιάζοντας, βιάζοντας, πλιατσικολογώντας. Το 1904 ο Μελάς διορίζεται επικεφαλής των μισθοφορικών σωμάτων με τα οποία περνά τα σύνορα, φθάνει στην Καστοριά και βάλλει ενάντια στους κομιτατζήδες που διεξήγαγαν ανταρτοπόλεμο κατά της οθωμανικής εξουσίας. Η δράση του Μελά, σύμβολο του ελληνικού εθνικισμού, των Ελλήνων οπλαρχηγών και των σωμάτων τους με την αντιμακεδονική πολιτική τους, χαρακτηρίζεται από σφαγές, σφοδρές επιθέσεις σε χωριά και βιαιότητες απέναντι στον μακεδονικό πληθυσμό.

Ο αγώνας συνεχίζεται ως το 1908, όταν θεσπίζεται το τουρκικό σύνταγμα με το κίνημα των Νεότουρκων και επέρχεται παροδική διακοπή των αναταραχών στη Μακεδονία. Από την άνοιξη του 1909, που μπαίνει σε εφαρμογή το θεσμικό έργο των Νεότουρκων, οι οποίοι απέβλεπαν στον εκτουρκισμό όλων των μειονοτήτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ξεσπούν απεργίες από τη Θεσσαλονίκη ως την Κωνσταντινούπολη και από το Αϊδίνι ως τη Βηρυτό. Αρχίζουν να περνούν αντιδραστικά νομοσχέδια όπως ο αφοπλισμός και η διάλυση των χριστιανικών αντάρτικων σωμάτων και η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για όλους τους Οθωμανούς υπηκόους.

Η δράση των Νεότουρκων μέχρι τον Ιούλιο του 1912, όταν και καταρρέει η κυβέρνησή τους έπειτα από σφοδρή λαϊκή αντίδραση, πλήττει τους κατοίκους της Μακεδονίας με αυθαιρεσίες, κακοποιήσεις και γενικότερη επιβάρυνση του, αγροτικού κυρίως, πληθυσμού.

Στον πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο του 1912, ο οθωμανικός στρατός ηττάται από τα συμμαχικά στρατεύματα της Βουλγαρίας, της Σερβίας, της Ελλάδας και του Μαυροβουνίου και επέρχεται η διάλυση της Τουρκίας στην Ευρώπη, γεγονός που προκαλεί αναστάτωση μεταξύ των βαλκανικών κρατών όσον αφορά τον καθορισμό των συνόρων τους. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου, τον Μάιο του 1913, αρχίζουν οι διενέξεις εντός του πρώην βαλκανικού συνασπισμού, με τη δυσαρέσκεια της Βουλγαρίας λόγω της μικρής της κατάκτησης (10%) από το έδαφος της Μακεδονίας. Τον Ιούνιο του 1913, ο βουλγαρικός στρατός επιτίθεται εναντίον των  παλαιών του συμμάχων (Ελλάδα, Σερβία) και ξεσπά ο δεύτερος Βαλκανικός (ή Διασυμμαχικός) Πόλεμος. Στον δεύτερο αυτόν  πόλεμο παίρνουν μέρος ρουμανικά και τουρκικά στρατεύματα, που εισβάλουν στα βουλγαρικά εδάφη ανεξάρτητα από τους συμμάχους.

Οι βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις χάνουν και αποσύρονται από τη Δυτική και Ανατολική Θράκη. Τον Αύγουστο του 1913 υπογράφεται στο Βουκουρέστι Συνθήκη Ειρήνης, ερήμην του πληθυσμού, με το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης να παραβιάζεται καθώς η Βουλγαρία διατηρεί τη Δυτική Θράκη και οι Σέρβοι βελτιώνουν τις θέσεις τους στην Άνω Μακεδονία και στην περιοχή του Κοσυφοπεδίου. Στην Ελλάδα δίνεται ένα τμήμα της Θράκης και η λεγόμενη Αιγαιακή Μακεδονία (ακτές Αιγαίου Πελάγους με τη Θεσσαλονίκη), περιοχή στην οποία κατοικούσαν σύμφωνα με τις απογραφές του 1906, 1.150.000 μουσουλμάνοι, 623.000 ελληνορθόδοξοι και 627.000 βουλγαρορθόδοξοι.

Η εθνογραφική αυτή σύνθεση των πληθυσμών θα ανατραπεί άνωθεν με τη διαδικασία της ανταλλαγής πληθυσμών και τον καταναγκαστικό εξελληνισμό.

Μετά τους Βαλκανικούς και το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ακολουθεί η τριχοτόμηση του ιστορικού και γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας. Οι δύο περιοχές που δεν προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα ονομάστηκαν Νοτιοσλαβική Μακεδονία (ή Μακεδονία του Βαρδάρη) και Βουλγαρική Μακεδονία (ή Μακεδονία του Πίριν), κάτι που οι σημερινοί πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες επίμονα αποκρύπτουν.

Έκτοτε οι Μακεδόνες υφίστανται βίαιο εξελληνισμό, φυλακίσεις και εξοντωτικούς διωγμούς. Υποχρεώνονται να αλλάξουν τα ονόματά τους και τη γλώσσα τους ενώ πάνω από 1.000 χωριά και πόλεις μετονομάζονται στην ελληνική.

Εν τέλει, οι πραγματικές αιτιάσεις του μακεδονικού ζητήματος υπερβαίνουν ονόματα και ‘ιστορικές συνέχειες’. Αυτά αποτελούν απλώς συμπληρώματα δικαίωσης της επιδίωξης για πλήρη κυριαρχία και οικονομική εκμετάλλευση των Βαλκανίων.

——————————————————————–

*Κείμενο επικαιροποιημένο για το Αυτολεξεί. Πρώτη δημοσίευση: Περιoδικό ContAct, τεύχος 10, Νοέμβριος 2007.

**Φωτογραφία κειμένου: Συνάντηση στην οροσειρά του Αίμου των οπλαρχηγών (βοεβόδες) της εξέγερσης του Ίλιντεν, 1903.

ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ:

Κομμάτι της εξέγερσης του Ίλιντεν αποτέλεσε και η δημιουργία της Κομμούνας της Στράντζας:

Η Κομμούνα της Στράντζας και ο Μιχαήλ Γκερτζίκοφ

ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΕΣ. Επαναστατικά προτάγματα στη Βουλγαρία του 19ου & 20ού αιώνα

The post Η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903: Για την (προ)ιστορία του Μακεδονικού Ζητήματος first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/12/27/exegersi-ilinten-to-1903-tin-pro-istoria-makedonikoy-zitimatos/feed/ 0 21732
Από τον φασισμό με στολή, στον νεοφασισμό με φίλτρο στο TikTok https://www.aftoleksi.gr/2025/11/11/ton-fasismo-stoli-ston-neofasismo-filtro-tiktok/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=ton-fasismo-stoli-ston-neofasismo-filtro-tiktok https://www.aftoleksi.gr/2025/11/11/ton-fasismo-stoli-ston-neofasismo-filtro-tiktok/#respond Tue, 11 Nov 2025 07:54:34 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=21391 Κείμενο της συντακτικής ομάδας του ιστότοπου Spanish Revolution. Από τον φασισμό με στολή στον φασισμό των memes Υπάρχει μια άμεση —και επιμελώς εξαγνισμένη— γραμμή που συνδέει το υψωμένο χέρι της δεκαετίας του 1930 με τον αντίχειρα προς τα πάνω του αντιδραστικού influencer. Ο αυταρχισμός δεν έχει εξαφανιστεί: έχει εκσυγχρονιστεί. Έχει μάθει να ποζάρει, να είναι ειρωνικός, να [...]

The post Από τον φασισμό με στολή, στον νεοφασισμό με φίλτρο στο TikTok first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο της συντακτικής ομάδας του ιστότοπου Spanish Revolution.

Από τον φασισμό με στολή στον φασισμό των memes

Υπάρχει μια άμεση —και επιμελώς εξαγνισμένη— γραμμή που συνδέει το υψωμένο χέρι της δεκαετίας του 1930 με τον αντίχειρα προς τα πάνω του αντιδραστικού influencer. Ο αυταρχισμός δεν έχει εξαφανιστεί: έχει εκσυγχρονιστεί. Έχει μάθει να ποζάρει, να είναι ειρωνικός, να φαίνεται αντιφρονών ενώ υπερασπίζεται το πιο άγριο status quo. Το νέο του χαρακώμα δεν είναι στρατώνας ή δημόσια πλατεία, αλλά ένα κανάλι στο YouTube ή ένας λογαριασμός στο X. Εκεί, οι σημαίες δεν υψώνονται, πωλούνται ως προσωπικές μάρκες.

Ο παλιός φασισμός χρειαζόταν πορείες. Ο νέος χρειάζεται μόνο την ιογενή διάδοση. Και οι δύο βασίζονται στο ίδιο πράγμα: φόβο, απογοήτευση και μια υποτιθέμενη «εξέγερση» που στην πραγματικότητα προστατεύει τους ισχυρούς. Ο φασισμός του Φράνκο ή του Μουσολίνι έχτισε την ταυτότητά του στην πειθαρχία και σε μια πολεμοχαρή αισθητική. Ο ψηφιακός νεοφασισμός μεταμφιέζεται σε σαρκασμό, κινηματογραφείται σε μινιμαλιστικά δωμάτια και παραθέτει τον Όργουελ χωρίς να τον έχει διαβάσει. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: υπακοή μεταμφιεσμένη σε ελευθερία.

Ο πολιτικός επιστήμονας Ουμπέρτο ​​Έκο μίλησε για τα χαρακτηριστικά του Ur-Fascism, του αιώνιου φασισμού: μια λατρεία της δράσης για χάρη της δράσης, περιφρόνηση για τον στοχασμό, φόβος για τη διαφορετικότητα και μια έκκληση σε έναν ταπεινωμένο λαό. Όλα αυτά είναι ακόμα εδώ, μόνο που τώρα φοράνε ασύρματα ακουστικά και λένε «ξύπνησε» με περιφρόνηση. Ο 21ος αιώνας δεν χρειαζόταν τους «καφεπουκαμισάδες». Χρειαζόταν μόνο έναν αλγόριθμο που να ανταμείβει το μίσος.

Από τα εγχειρίδια προπαγάνδας των ολοκληρωτικών καθεστώτων, έχουμε περάσει στο συναισθηματικό μάρκετινγκ του ψηφιακού καπιταλισμού. Ο στόχος δεν έχει αλλάξει: να μετατραπεί η απογοήτευση σε πολιτική κατανάλωση. Κάθε εμπρηστικό tweet, κάθε βίντεο στο οποίο ένας «μαχητής της ελευθερίας» χλευάζει τον φεμινισμό ή την ιστορική μνήμη, δεν είναι μια τυχαία σκέψη: είναι ένα ιδεολογικό προϊόν συσκευασμένο για εφήβους, κορεσμένο με ερεθίσματα και χωρίς κοινότητα.

Από τους δικτάτορες στους influencers του μίσους

Οι κληρονόμοι του Φράνκο δεν κάνουν πορείες. Συρρεύονται. Έχουν καταλάβει ότι ο σύγχρονος αυταρχισμός χρειάζεται κάτι περισσότερο από πειθαρχία: χρειάζεται επιθυμία. Έχουν μετατρέψει την υποταγή σε τρόπο ζωής. Πωλούν τους εαυτούς τους ως ελεύθεροι στοχαστές, αλλά επικαλούνται τους ίδιους νεοφιλελεύθερους γκουρού που χρηματοδοτούν δεξαμενές σκέψης αρνητών (της κλιματικής αλλαγής ,της επιστήμης κλπ). Έχουν καταφέρει να μετατρέψουν τα προνόμια σε αισθητική αντίστασης.

Εκεί που κάποτε οι άνθρωποι φώναζαν «Ζήτω η Ισπανία», τώρα λένε «Ζήτω η ελευθερία, γαμώτο». Εκεί που ορκίζονταν πίστη στον ηγέτη, τώρα ορκίζονται στην αγορά. Το «Υπακούω επειδή αγαπώ τη χώρα μου» έχει γίνει «Υπακούω επειδή το Κράτος με καταπιέζει». Αλλά η λογική είναι η ίδια: να υποβιβαστεί η πολιτική σε ένα θέατρο πρωτόγονων συναισθημάτων και φανταστικών εχθρών.

Ο κλασικός φασισμός απευθυνόταν στο έθνος. Ο ψύχραιμος νεοφασισμός απευθύνεται στο άτομο. Και τα δύο χρειάζονται θύματα. Χθες ήταν οι κομμουνιστές, οι Εβραίοι, τα μέλη των συνδικάτων. Σήμερα είναι οι φεμινίστριες, οι μετανάστες και οι περιβαλλοντολόγοι. Η διαφορά είναι ότι τώρα παρουσιάζεται ως «κοινή λογική». Η βία μεταμφιέζεται σε ειρωνεία. Το μίσος εκφράζεται εν μέσω γέλιου.

Πίσω από κάθε «influencer κατά του κατεστημένου» κρύβεται ένα δίκτυο χρηματοδότησης, γεωπολιτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων. Από φιλελεύθερες δεξαμενές σκέψης που παπαγαλίζουν το ευαγγέλιο της Άιν Ραντ μέχρι υπερ-καθολικά ιδρύματα που εξάγουν ομοφοβία με αισθητική της Σίλικον Βάλεϊ. Από κανάλια Twitch μέχρι συναντήσεις σε φόρουμ που χρηματοδοτούνται από την αμερικανική alt-right. Η ρητορική είναι νέα, αλλά το εγχείρημα είναι παλιό: αποπολιτικοποίηση, διαίρεση και έλεγχος.

Σε αυτή τη γενεαλογία, ο Φράνκο δεν είναι ένα φάντασμα του παρελθόντος, αλλά ο πρώτος κρίκος σε μια αλυσίδα που φτάνει μέχρι τους σύγχρονους «μαχητές της ελευθερίας». Αυτοί που καταγγέλλουν την «προοδευτική δικτατορία» ενώ χειροκροτούν το κλείσιμο πανεπιστημίων, τη δικαστική παρενόχληση της δημοσιογραφίας ή τον οικονομικό μιλιταρισμό. Οι λέξεις αλλάζουν, αλλά όχι η παρόρμηση: ο φόβος της συλλογικής ελευθερίας.

Σήμερα, ο αυταρχισμός έχει γίνει σέξι. Μιλάει για κρυπτονομίσματα, αξιοκρατία και αρρενωπότητα. Χρησιμοποιεί την γλώσσα των start-up επιχειρήσεων και πουλάει συμπληρώματα πρωτεΐνης. Δεν επιδιώκει πλέον να τυποποιήσει σώματα, αλλά μυαλά. Δεν θέλει πορείες, θέλει οπαδούς. Και τα καταφέρνει.

Ο φασισμός της εποχής μας δεν έρχεται με μπότες, αλλά με premium συνδρομές.

The post Από τον φασισμό με στολή, στον νεοφασισμό με φίλτρο στο TikTok first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/11/11/ton-fasismo-stoli-ston-neofasismo-filtro-tiktok/feed/ 0 21391
Η κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου στη μουσική (1990-2021): Η περίπτωση του Σαββόπουλου https://www.aftoleksi.gr/2025/10/23/kanonikopoiisi-akrodexioy-logoy-sti-moysiki-1990-2021-periptosi-dionysi-savvopoyloy/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=kanonikopoiisi-akrodexioy-logoy-sti-moysiki-1990-2021-periptosi-dionysi-savvopoyloy https://www.aftoleksi.gr/2025/10/23/kanonikopoiisi-akrodexioy-logoy-sti-moysiki-1990-2021-periptosi-dionysi-savvopoyloy/#respond Thu, 23 Oct 2025 08:38:10 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=21244 Aπόσπασμα από τη διπλωματική του Κ. Κωνσταντινίδη «Εθνικισμός, ναζισμός και alt-right στη δημόσια σφαίρα: Η αισθητικοποίηση και κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου στην μουσική και στην ευρύτερη ελληνική ποπ κουλτούρα (1990-2021)» (Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 2022). Ο Κώστας Κωνσταντινίδης είναι υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Δημοσιεύθηκε στο geniusloci2017.wordpress.com «Τους βλέπεις [...]

The post Η κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου στη μουσική (1990-2021): Η περίπτωση του Σαββόπουλου first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Aπόσπασμα από τη διπλωματική του Κ. Κωνσταντινίδη «Εθνικισμός, ναζισμός και alt-right στη δημόσια σφαίρα: Η αισθητικοποίηση και κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου στην μουσική και στην ευρύτερη ελληνική ποπ κουλτούρα (1990-2021)» (Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 2022). Ο Κώστας Κωνσταντινίδης είναι υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Δημοσιεύθηκε στο geniusloci2017.wordpress.com

«Τους βλέπεις στο μετρό, φυλές αλλόκοτες». Η περίπτωση του Διονύση Σαββόπουλου 

Ο εθνικισμός και ο μεγαλοϊδεατισμός στο έργο του Διονύση Σαββόπουλου φανέρωσε -εκτός από την ιδεολογική συντηρητική μεταστροφή του ίδιου του καλλιτέχνη- και την διάσπαση των απόψεων ενός κομματιού της Αριστεράς της Μεταπολίτευσης απέναντι σε ζητήματα θρησκείας και (πολιτισμικού και μη) εθνικισμού. Ήδη από το 1983 και τον δίσκο του «Τραπεζάκια Έξω» μετατόπισε το κέντρο βάρος της στιχουργικής του από την προσωπική πολιτική εμπειρία, την μείξη των βαλκανικών μουσικών παραδόσεων μέσα στο πνεύμα και την μουσική της Αντικουλτούρας, αλλά και την επαναστατική αλληγορία (Η «Ωδή στον Γ. Καραϊσκάκη» είναι γραμμένη για τον Che Guevara…), στο δόγμα της ελληνικότητας, του ανάδελφου Ελληνισμού και τέλος της ελληνοχριστιανικής διάστασης του πολιτισμού. Στο γνωστό πια τραγούδι του «Τσάμικο» ο Σαββόπουλος μετασχημάτισε την σχέση του με το έθνος και εμφανίστηκε να υπεραμύνεται της μοναδικότητας του απανταχού ελληνισμού. Έχοντας απεκδυθεί κάθε δυτική μουσική επιρροή στο τραγούδι θα τραγουδήσει:

«Ζήτω η Ελλάδα και κάθε τι μοναχικό στον κόσμο αυτό
Ελασσόνα, Λιβαδειά, Μελβούρνη[… ]
Άγιοι Σαράντα, Εσκί Σεχίρ[. ]
Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει,
Κι όποιος δεν καταλαβαίνει
Δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει»

Σε παρόμοια μουσική (Καλαματιανό) και στιχουργική διάθεση θα υμνήσει τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό στο εμβληματικό πια «Ας κρατήσουν οι χοροί»:

«Είτε με τις αρχαιότητες, είτε με ορθοδοξία
Των Ελλήνων οι κοινότητες, φτιάχνουν άλλον Γαλαξία.[. ]
Μα η δική μου έχει όνομα, έχει σώμα και θρησκεία
Και παππού σε μέρη αυτόνομα, μέσα στην Τουρκοκρατία».

Στο τραγούδι αυτό επαναλαμβάνεται η ιστορική ερμηνεία της παθητικής στάσης του έθνους μέσα στους αιώνες που ονομάστηκαν «Τουρκοκρατία», καθώς και το τρίσημο ιστορικό σχήμα του Παπαρρηγόπουλου. Η Επανάσταση του 1821 σύμφωνα με το αφήγημα της Νεοορθοδοξίας, το οποίο υπηρετεί ο Σαββόπουλος, απεκδύεται τον κοινωνικοπολιτικό της μανδύα και παρουσιάζεται έχοντας μία αποκλειστικά εθνικιστική και θρησκευτική ταυτότητα, η οποία παρέμεινε αδρανής αλλά και ακέραιη, από την αρχαιότητα έως σήμερα. Τα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απορρίπτονται συλλήβδην ως μιαρά και σκοταδιστικά, κάτι που αντανακλάται και σε διάφορες τάσεις της βαλκανικής ιστοριογραφίας. Το «Ας κρατήσουν οι χοροί», επελέγη επίσης και ως κεντρικό τραγούδι για το επίσημο κλιπ της Επιτροπής για το ’21, υπεύθυνης για τους εορτασμούς των 200 χρόνων από την έναρξη της Επανάστασης το 2021. Η επιλογή του Παναθηναϊκού Σταδίου και η αισθητική κυριαρχία της αρχαιότητας σε ένα κλιπ που αφορούσε την Επανάσταση του ’21, με σχεδόν μηδενικές αναφορές στο ίδιο το ιστορικό γεγονός, στοχεύοντας κυρίως σε συναισθηματικές αντιδράσεις, δέχτηκε πλήθος αρνητικών κριτικών. Ο ίδιος ο Διονύσης Σαββόπουλος υπήρξε ο μοναδικός εκπρόσωπος του καλλιτεχνικού κόσμου στην Επιτροπή.

Ο Γιάννης Μηλιός και ο μουσικοσυνθέτης Θάνος Μικρούτσικος ήδη από την δεκαετία του 1980 θα στηλιτεύσουν αυτή την αλλαγή πλεύσης του Σαββόπουλου (και όχι μόνο). Η εποχή δεν είναι τυχαία και ο αισθητικοποιημένος εθνικισμός του «Νιόνιου» ήταν απότοκος μίας στροφής του πολιτικού τραγουδιού, το οποίο και ήταν λογοκριμένο και περιθωριοποιημένο κατά την περίοδο της Χούντας. Παρατήρησαν μία σύγκρουση της ελληνικής μουσικής παράδοσης, η οποία και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον κατά την Επταετία από Έλληνες δημιουργούς, ώστε να αποφεύγεται η λογοκρισία (π.χ. Μαρίζα Κωχ), με τις επιρροές από την Δύση, που παρουσιάζονται ως ιμπεριαλιστικές και αποτελέσματα της φθοροποιού «ξενομανίας». Σε αυτό συνετέλεσε και ο ριζωμένος αντι-Αμερικανισμός, εξαιτίας των παρεμβάσεων των ΗΠΑ στα εγχώρια και διεθνή πολιτικά γεγονότα, στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου.

Η επίκληση της «ιθαγένειας» ερχόταν να ενισχύσει μία αίσθηση πολιτισμικής αντίστασης απέναντι στην αλλοτρίωση από τις Δυτικές επιρροές, αλλά και να σημάνει με εμφατικό τρόπο την επιστροφή στις πολιτισμικές ρίζες, μιας επινοημένης λαϊκής αυθεντικότητας, αμόλυντης από τον αστικό πολιτισμό, δημιουργώντας μια περίκλειστη και απόλυτα οριοθετημένη στα γεωγραφικά όρια της ελληνικής επικράτειας μουσική κουλτούρα, αιωνίως αμυνόμενη.

Αυτές οι ιδέες περί του κακόβουλου εχθρού εκ της Εσπερίας που αλλοίωνε την volkisch (εθνολαϊκή) ιδεολογία και την Κultur, η οποία και περιείχε τις αξίες, τις ιδέες και το πνεύμα του έθνους, απόλυτα συνδεδεμένων με τον εδαφικό χώρο που αυτό καταλαμβάνει, απαντώνται επίσης στην ρητορική των Γερμανών διανοητών των αρχών του 20ου αιώνα, αλλά και του Μεσοπολέμου. Το πολιτικό τραγούδι ως μετωνυμία του αντιδικτατορικού αγώνα, βρήκε στην μουσική κουλτούρα της Μεταπολίτευσης το απαραίτητο γόνιμο έδαφος, ώστε να φτάσει στα στόματα όλων, περιθωριοποιώντας ταυτόχρονα τις δυτικές επιρροές σε μία περίοδο μάλιστα που οι διεθνείς εξελίξεις μουσικά ήταν ραγδαίες. Το ελληνικό τραγούδι ως πολιτιστική επιτέλεση, αποκτούσε μία εθνοποιητική λειτουργία, ως μία τέχνη, σύμφωνα με τον Gramsci, που εκφέρεται με γραπτό ή προφορικό λόγο. Αυτή την εθνικιστική διάσταση της μουσικής «παραδοσιοκρατίας» οικειοποιήθηκε μία μερίδα της Αριστεράς και οδήγησε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 σε συγκρούσεις με τα κυρίαρχα δυτικά μουσικά ρεύματα στην ποπ κουλτούρα. Η αναβίωση του ρεμπέτικου, τα «λαϊκά» πανηγύρια στον Λυκαβηττό, το νεολαϊκό τραγούδι (Στράτος Διονυσίου, Νίκος Παπάζογλου κ.ά.), το περιοδικό «Ντέφι» του Τάσου Φαληρέα, μαζί με την στροφή του Θεοδωράκη στην εκκλησιαστική μουσική θα αποτελέσουν το κύριο σώμα του ελληνικού τραγουδιού της εποχής.

Από μουσικολογικής πλευράς ο Σαββόπουλος, από την αρχή της καριέρας του, ως μια ελληνική εκδοχή του Bob Dylan, με εμφανείς επιρροές στα τραγούδια του, ακολουθούσε κατά πόδας τις στιλιστικές μεταστροφές του Αμερικανού τροβαδούρου. Το 1980, o αναγεννημένος Χριστιανός πια Dylan θα κυκλοφορήσει το άλμπουμ Saved, με σαφείς χριστιανικές-βιβλικές-παραβολικές αναφορές, ήδη από το εξώφυλλό του. Ο Σαββόπουλος με την σειρά του εμφανίζεται το 1983 να επικαλείται «του Θεού την χάρη μας φυλάει απ’ τα σουξέ», ενώ δηλώνει πια πως «Δεν είμαι πασόκα δεν είμαι κου-κου-ε, είμαι ό,τι είμαι κι ό,τι τραγουδώ για σε» στο αυτοαναφορικό και εξομολογητικό τραγούδι του «Τον Χειμώνα Ετούτο». Αν και εκ πρώτης απολιτικός ένας τέτοιος στίχος, ωστόσο απέρριπτε μονοσήμαντα μόνο τις αριστερές καταβολές του καλλιτέχνη, χωρίς μία ταυτόχρονη αποκήρυξη δεξιών ή άλλων κομμάτων, επομένως, άφηνε στην φαντασία του ακροατή την ερμηνεία του.

Το Νεοορθόδοξο και ταυτόχρονα Αντιδιαφωτιστικό πνεύμα του ανάδελφου έθνους και της οικουμενικής συμφιλίωσης των Ελλήνων με βάση τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό θα υποστηρίξει στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς, ένας φιλόσοφος με επιρροή στον δημόσιο λόγο έως σήμερα. «Ο Ελληνισμός είναι μια κληρονομιά ζωής και μια στάση ζωής μέσα στην οικουμένη [… ]Αυτή η στάση έχει τις ρίζες της στο Βυζάντιο, στην ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση. Είναι ο ‘άλλος πόλος’ του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, του πολιτισμού της καταναλωτικής βαρβαρότητας και της ηθικιστικής λογοκρατίας», έγραφε στην Νεοελληνική Ταυτότητα, το 1978.

Ο Γιανναράς ανήκε στον κύκλο των Νεοορθοδόξων, όπως τους «βάφτισε» το περιοδικό λόγου Στοχαστής, τον Σεπτέμβριο του 1983, μία ομάδα που μεταξύ άλλων περιλάμβανε και τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Κωστή Μοσκώφ, τον Κώστα Ζουράρι, τον Στέλιο Ράμφο κ.ά., έχοντας ως κοινό παρονομαστή την κριτική στον δυτικό Διαφωτισμό, τις επιρροές της Δύσης γενικότερα, αλλά και την εξύψωση της ελληνικότητας ως «μοναδικής» αρετής. Ταυτόχρονα, κάποιοι εξ’ αυτών επιχείρησαν να βρουν κοινούς τόπους μεταξύ Μαρξισμού και Ορθοδοξίας, κάτι που αποτυπώθηκε και σε διάφορα σχετικά άρθρα στο περιοδικό Αντί το 1983, την χρονιά που κυκλοφόρησε και ο δίσκος Τραπεζάκια Έξω. Γιατί όμως συνδέεται η τάση αυτή με τον εθνικιστικό και ακροδεξιό λόγο;

Ο κοινωνιολόγος Νικόλαος Κουραμπής σημειώνει χαρακτηριστικά στην διατριβή του: «Η ιεροποίηση της ελληνικής φυλής, του χαρακτήρα του νεοέλληνα, της ελληνικής γης, της ελληνικής γλώσσας, του ελληνικού πολιτισμού και η αντίληψη περί παγκόσμιας ελληνοχριστιανικής αποστολής συνιστούν ακραίες κοινωνικές και πολιτικές απόψεις που καλλιεργούν τη διάθεση του αυτοδοξασμού και ταυτόχρονα τον ενισχύουν δημιουργώντας την αίσθηση του συλλογικού εγωϊσμού και ναρκισσισμού. Σε κάποιο βαθμό-ποσοστό ταυτίζεται το ιεροποιημένο στοιχείο με το Απόλυτο θεϊκό και αυτοαπολυτοποιείται. Ο βαθμός ιεροποίησης ανταποκρίνεται στο μέγεθος της ακρότητας και στο μέγεθος έλλειψης αντικειμενικότητας και ρεαλισμού».

Το 1994, κυκλοφόρησε ο δίσκος του Διονύση Σαββόπουλου Μη Πετάξεις Τίποτα. Σε αυτόν παγιώθηκε και κορυφώθηκε η αισθητικοποιημένη και υπερ-ιστορική εθνικιστική στιχουργική, η οποία και ξεκίνησε στα Τραπεζάκια Έξω. Διαφορετικές χρονικότητες εμπλέκονται και κονιορτοποιούνται, ώστε να προκύψει ένα αφήγημα που αντανακλά την νεοορθόδοξη, συντηρητική και εθνιστική ιδεολογικοπολιτική ματιά του καλλιτέχνη, πάνω στα θέματα που απασχολούσαν την κοινή γνώμη της εποχής, όπως η μετανάστευση από τις χώρες του πρώην Ανατολικού μπλοκ, οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία και φυσικά το Μακεδονικό.

«Η ψυχή σου και το όνομά σου ένα, κεραυνών δισκοθήκη πίστας κραδασμός με της Πέλλας τα άλογα λυμένα ο βορράς σου χορεύει πάντα ελληνικός. Της Βεργίνας το ανάκτορο συνδέει με τα κέντρα του ήχου και των ταξιμιών και σαν μαύρο τριαντάφυλλο χορεύει μ’ αετούς στην ακρόπολη των μοναχών.[…]

Απ’ το Ιάσιο μέχρι την Κερύνεια Κι απ’ το μπουμ του 40 στους σύγχρονους ρυθμούς Κι απ’ τα όρη του Ταύρου ως τα δελφίνια της Τεργέστης· κι ως του Εύξεινου τους ασκούς.[…] Ο Βορράς σου ειν’ εκεί στη Λευκωσία. Στον Χρυσόστομο πλάι στην πράσινη γραμμή. Και δεν δέχεται άλλη ομοσπονδία μόνο των Βαλκανίων τη Βυζαντινή»

Στο παραπάνω απόσπασμα από το τραγούδι Ακτίνες του Βορρά διακρίνονται οι εμφανείς αναφορές στο Μακεδονικό. Αρχικά, το σύνθημα «το όνομά μας η ψυχή μας» ήταν αυτό που επανέφερε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία, αλλά ήταν και η κατακλείδα της επιστολής που έστειλαν προς την τότε Ε.Ο.Κ μία ομάδα δημοσίων προσώπων-διανοούμενων-λογίων, μεταξύ αυτών η Μελίνα Μερκούρη, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ και ο Οδυσσέας Ελύτης. Η ελπίδα που αναδεικνύεται μέσα από τους στίχους είναι αυτή της ανασύστασης του χριστιανικού Βυζαντίου, ως ομοσπονδίας των Βαλκανικών λαών, σε παρόμοιο τόνο με το «όταν σβηστεί αυτή η γραμμή στον χάρτη, θα’ ναι Βυζάντιο ξανά». Το Βυζάντιο στις Πρεσθλάβες, από το ίδιο άλμπουμ, χαρακτηρίζεται ως «Θείο», πριν ο Σαββόπουλος καταλήξει μάλλον απαισιόδοξα στο γνωστό αφήγημα περί ανάδελφου έθνους, αλλά και στον δικέφαλο αετό να παρουσιάζεται πλάι στον οθωμανικής κατασκευής Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης:

«Μεσήλιξ τώρα εγώ σε οθόνη έγχρωμη
ξυπνώ με τις Πρεσθλάβες να βουίζουνε.
Οι δείχτες στο ρολόι γυρνούν ανάποδα
στον παιδικό μου εθνικισμό, τον πιο παγκόσμιο.
Κι ακόμη πιο βαθιά στο Θείο Βυζάντιο
στη λάμψη με του Κύριλλου το αλφάβητο
πού μείναμε βρε Πέτρο μου ολομόναχοι;
Παράξενη σιωπή[… ]»

«εκεί στο λούνα παρκ στον Λευκό Πύργο πλάι
το αυγό του αετού, δυο κεφαλές πετάει!»

«Τρέχουν οι ειδήσεις
σαν παραισθήσεις.
Του Φερραίου οι τόποι
στην Ευρώπη.»

Το τελευταίο τετράστιχο φέρει διπλό νόημα, καθότι παρουσιάζει τόσο την προβολή των πολεμικών γεγονότων των Βαλκανίων από τα ειδησεογραφικά πρακτορεία της Ευρώπης, όσο και κομίζει την ελπίδα της ένωσης των Βαλκανίων, με βάση την Χάρτα του Ρήγα και το ελληνοκεντρικό βαλκανικό όραμά του. Η συνέχεια του τραγουδιού φανερώνει μία μάλλον αμήχανη στα όρια της μισαλλοδοξίας στάση απέναντι στους οικονομικούς μετανάστες και πρόσφυγες, που εκείνη την δεκαετία ερχόντουσαν στην Ελλάδα με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής:

«Εδώ Βαλκάνια.
Ρουμάνοι, Σέρβοι, Ρώσοι, Αλβανοί, Ρωμιοί.
Τους βλέπεις στο μετρό φυλές αλλόκοτες
μικροί δερματοκέφαλοι των γκράφιτι
σαν γλόμποι με την γλαύκα στο πηλίκιο
έτη φωτός μακριά απ’ τον Γαλαξία τους
η ακτίνα έχει σβήσει, πουθενά επαφή»

Η αμηχανία του Σαββόπουλου απηχούσε την ευρύτερη αμηχανία της ελληνικής κοινωνίας της δεκαετίας του 1990, η οποία και για πρώτη φορά δέχεται τόσους ανθρώπους, που δεν ενσωματώνονται απευθείας στον εθνικό κορμό, αλλά παραμένουν «ξένοι». Η ιστορικά πολυπολιτισμική ελληνική ταυτότητα για πρώτη φορά αναγκάζει τους Έλληνες να την αντιληφθούν ως τέτοια και να αναστοχαστούν καλύτερα το παρελθόν τους και το μέλλον τους. Το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να είναι πια μονοπολιτισμικό, όμως τα βήματά του ήταν στην καλύτερη περίπτωση διστακτικά. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται και η βασική αντίφαση που διέπει και τον λόγο του Σαββόπουλου. Από την μία η ενσωμάτωση του συνόλου των μεταναστών φαντάζει ως μονόδρομος, ενώ παράλληλα θέτει κόκκινες γραμμές και εμπόδια στην ενσωμάτωσή τους αυτή με περίπλοκες διαδικασίες και νομοθεσίες σχετικά με την απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη.

Οι αμφιλεγόμενες δηλώσεις του για την υποδοχή των μεταναστών, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, κατέδειξαν πως η αμηχανία του ως προς τις «αλλόκοτες φυλές που βλέπεις στο μετρό» παραμένει. Αν και η λέξη «λαθρομετανάστες» ήταν εμπεδωμένη στο ελληνικό λεξιλόγιο και δεν είχε απορριφθεί, ακόμα και αν και ο ίδιος επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, ωστόσο η επιλογή συγκεκριμένων λέξεων που απηχούσαν αμιγώς ρατσιστικές και ακροδεξιές θέσεις («ποντίκια» για τους μετανάστες και «ποντικοπαγίδα» το κέντρο της Αθήνας), αποτέλεσαν αφορμή να κατηγορηθεί από κάποιους ακόμα και πως «ξεπλένει» τις δράσεις της Χρυσής Αυγής, όπως έγινε αντίστοιχα και με τις δηλώσεις του Μίκη Θεοδωράκη στο συλλαλητήριο για την Μακεδονία στην Αθήνα το 2018, για τους Χρυσαυγίτες που «αγαπούν την πατρίδα κάπως εριστικά». Ενδιαφέρον για την έρευνα αυτή παρουσιάζει το ότι στις δηλώσεις του χρησιμοποίησε και έναν παραφρασμένο στίχο του, τον «ήρθε η ώρα να αποφασίσεις αν θα πεθάνεις ή θα ζήσεις» («Οι παλιοί μας φίλοι» από το Φορτηγό, 1966).

Ο Σαββόπουλος, αν και ο ίδιος υποστηρίζει πως τα τραγούδια που γράφει είναι κάτι ανεξάρτητο από τον ίδιο, από την αρχή της καριέρας του είχε ωστόσο επικεντρωθεί στη συγγραφή βιωματικών στίχων, εμπνευσμένων από τις εμπειρίες του σε σχέση με την εγχώρια και διεθνή πολιτική κατάσταση. Επομένως, οι στίχοι σε συνάρτηση με τις εμφανίσεις του και τις δηλώσεις του σε συνεντεύξεις, δίνουν την δυνατότητα να σκιαγραφηθεί η πορεία του καλλιτέχνη και του πολίτη Σαββόπουλου μέσα στις δεκαετίες. Η σχέση με την Αριστερά και τον αντιδικτατορικό αγώνα, με τους εμβληματικούς δίσκους της δεκαετίας του ’70 (Μπάλλος, Βρώμικο Ψωμί, Το Περιβόλι του Τρελού) έδωσε τη θέση της σε μία ιδεολογική και καλλιτεχνική στροφή, που τον ενέταξε τόσο στην ομάδα των Νεοορθοδόξων, όσο και κατά την δεκαετία του ’90 κοντά στις θέσεις του Δικτύου 21, μίας ακόμη ακροδεξιάς ομάδας που απέκτησε νομιμοποίηση μέσα από το Μακεδονικό και τα εθνικά θέματα (Ίμια κ.ά.) τα οποία απασχολούσαν την επικαιρότητα το δεύτερο μισό της δεκαετίας.

Και στην περίπτωση του Δικτύου 21 συναντήθηκαν μέλη από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες (Κώστας Ζουράρις και εδώ και Χρύσανθος Λαζαρίδης του ΚΚΕ Εσωτερικού, καθώς και ο Φαήλος Κρανιδιώτης, ο οποίος εκτός από το ακροδεξιό κόμμα Νέα Δεξιά είχε και σχέσεις με την εθνικιστική πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ). Στην διακήρυξή της διατυπωνόταν ο εθνικιστικός και μεγαλοϊδεατικός στόχος της οργάνωσης: «η αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος, η επαγρύπνηση επί των συμφερόντων των δούλων Ελλήνων» και η «προπαρασκευή της απελευθέρωσης αυτών διά πάσης θυσίας».

Αυτό που κόμιζε, και εν πολλοίς συνεχίζει να κομίζει, ο Σαββόπουλος ήταν η εκλαΐκευση του εθνικιστικού λόγου ομάδων της άκρας Δεξιάς όπως οι Νεοορθόδοξοι ή το Δίκτυο 21, η φαντασίωση της ανασύστασης μιας υπεριστορικής Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως αμιγώς Ελληνικής, η επιστροφή στις «ρίζες» και στην παράδοση του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, ως μία αντιδραστική και Αντιδιαφωτιστική κουλτούρα, που λειτουργούσε ως αντίβαρο στην «ξενομανία».

Τέλος, προώθησε την προγονολατρεία, ως μία εξίσου άχρονη εθνική συνέχεια, αιματολογική και πολιτισμική, που επιθυμεί αφενός την συμπερίληψη, αλλά της βάζει ταυτόχρονα και ανυπέρβλητα εμπόδια. Ο εθνικισμός του Σαββόπουλου είναι ίσως αυτός που ο Hobsbawm τοποθετεί δίπλα σε ευρείες κατηγοριοποιήσεις εθνικισμών, όπως ο παν-σλαβισμός και παν-αφρικανισμός. Μετασχηματισμοί δηλαδή της έννοιας του εθνικισμού, μιας έννοιας απόλυτα δυναμικής και εξελισσόμενης ως ιστορικό φαινόμενο, που βασίζονται σε κριτήρια χρώματος και κουλτούρας, αλλά έχουν αποτύχει ιστορικά στο να συγκροτήσουν κράτη, αντίθετα με τους παραδοσιακούς εθνικισμούς.

———————————————————————————-

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την έρευνα του Κ. Κωνσταντινίδη εδώ (Academia.edu)

The post Η κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου στη μουσική (1990-2021): Η περίπτωση του Σαββόπουλου first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/10/23/kanonikopoiisi-akrodexioy-logoy-sti-moysiki-1990-2021-periptosi-dionysi-savvopoyloy/feed/ 0 21244
Ξεπερνώντας τη Νοσταλγία: Από τις Αποκαλυπτικές Κιβωτούς στους Πολίτες-Επιστάτες https://www.aftoleksi.gr/2025/10/21/xepernontas-ti-nostalgia-tis-apokalyptikes-kivotoys-stoys-polites-epistates/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=xepernontas-ti-nostalgia-tis-apokalyptikes-kivotoys-stoys-polites-epistates https://www.aftoleksi.gr/2025/10/21/xepernontas-ti-nostalgia-tis-apokalyptikes-kivotoys-stoys-polites-epistates/#respond Tue, 21 Oct 2025 10:09:53 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=21107 Κείμενο: Γιάβορ Ταρίνσκι. For English https://towardsautonomyblog.wordpress.com/ Η ανάμνηση των περασμένων πραγμάτων δεν είναι απαραίτητα η ανάμνηση των πραγμάτων όπως ήταν. ~Μαρσέλ Προυστ [1] Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εποχής μας είναι η νοσταλγία. Νοσταλγικά μοτίβα διαμορφώνουν την κυρίαρχη κουλτούρα, με τη μουσική και τις ταινίες να αναπαράγονται όλο και περισσότερο, ενώ οι πολιτικοί ηγέτες [...]

The post Ξεπερνώντας τη Νοσταλγία: Από τις Αποκαλυπτικές Κιβωτούς στους Πολίτες-Επιστάτες first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Γιάβορ Ταρίνσκι. For English https://towardsautonomyblog.wordpress.com/

Η ανάμνηση των περασμένων πραγμάτων δεν είναι απαραίτητα η ανάμνηση των πραγμάτων όπως ήταν.
~Μαρσέλ Προυστ [1]

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εποχής μας είναι η νοσταλγία. Νοσταλγικά μοτίβα διαμορφώνουν την κυρίαρχη κουλτούρα, με τη μουσική και τις ταινίες να αναπαράγονται όλο και περισσότερο, ενώ οι πολιτικοί ηγέτες δίνουν έμφαση σε περασμένα μεγαλεία. Ένα γενικό αίσθημα απώλειας του συλλογικού ορίζοντα για το μέλλον διαπερνά την κοινωνία και απομένουν μονάχα παραμορφωμένες εικόνες του παρελθόντος.

Σε ένα άρθρο σχετικά με αυτό που αποκαλούν «Φασισμό των Εσχάτων Καιρών», η Naomi Klein και η Astra Taylor προσδιορίζουν το έργο που διατυπώνουν οι κυρίαρχες ελίτ και οι βάσεις υποστήριξής τους ως: «[Έ]να όραμα για το μέλλον που ακολουθεί ένα σχεδόν πανομοιότυπο σενάριο, ένα σενάριο στο οποίο ο κόσμος όπως τον ξέρουμε καταρρέει υπό το βάρος του και λίγοι εκλεκτοί επιβιώνουν και ευδοκιμούν σε διάφορα είδη κιβωτών, καταφυγίων και περιφραγμένων “πόλεων ελευθερίας”». [2]

Αυτό το αποκαλυπτικό όραμα δεν προέρχεται από το πουθενά. Αναδύεται μέσα από ένα συγκεκριμένο παγκόσμιο περιβάλλον και από τις συνέπειες της ανθρώπινης δραστηριότητας. Για πολύ καιρό, ένα σύστημα που βασίζεται στη λογική της κυριαρχίας -των ανθρώπων έναντι άλλων ανθρώπων, καθώς και της ανθρωπότητας έναντι της φύσης- έχει βυθίσει τον κόσμο σε μια πολυδιάστατη κρίση που απειλεί να καταστήσει τον πλανήτη ακατοίκητο.

Η κρίση αυτή είναι σύνθετη και αλληλένδετη. Η κυριαρχία, που μετριέται μέσω του κέρδους και της ιδεολογίας της απεριόριστης ανάπτυξης, έχει υποβαθμίσει το περιβάλλον, έχει εξαντλήσει τους πόρους και έχει διαταράξει τις εύθραυστες πλανητικές ισορροπίες. Το αποτέλεσμα είναι η κλιματική κατάρρευση, η εξάπλωση πανδημιών, οι πόλεμοι για σπάνιους πόρους, οι γενοκτονίες -όπως εκείνη της Γάζας- και μια γενικευμένη κοινωνική αποσύνθεση.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν είναι παράξενο που ευδοκιμούν «αποκαλυπτικά» οράματα. Τα επιστημονικά μοντέλα δείχνουν επανειλημμένα ότι, αν η ανθρωπότητα συνεχίσει στην ίδια πορεία, οι συνέπειες θα είναι ολέθριες. Οι κυρίαρχοι, ωστόσο, των οποίων η κερδοσκοπία βρίσκεται στην καρδιά των κρίσεων, κάνουν τα πάντα για να εμποδίσουν κάθε ουσιαστική αλλαγή καθώς μια αλλαγή θα σήμαινε απώλεια κυριαρχίας και προνομίων. Έτσι, τροφοδοτούν το αίσθημα του αναπόφευκτου – την πεποίθηση δηλαδή ότι “τα πράγματα είναι όπως είναι”.

Όπως είναι εύλογο, η απώλεια ελπίδας είναι σχεδόν ακατόρθωτη όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια τόσο δεινή κατάσταση και όταν παράλληλα έχει εκλείψει ο δημόσιος χώρος – εκείνος ο ζωτικός τόπος όπου οι άνθρωποι μπορούν να οργανωθούν, να συζητήσουν και να αναζητήσουν ουσιαστικές λύσεις για την αποτροπή της κρίσης. Με τη λήψη αποφάσεων να έχει συγκεντρωθεί στα χέρια των πολιτικών και επιχειρηματικών ελίτ, οι δυνατότητες θεσμικής δράσης είναι ελάχιστες. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί κανείς να ψηφίσει «πιο πράσινους» υποψηφίους, όμως, όπως έχουν δείξει ολόκληρες δεκαετίες κρατικής περιβαλλοντικής (κακο)διαχείρισης, αυτή η κρατικοκεντρική στρατηγική παράγει ελάχιστα και ασήμαντα αποτελέσματα. [3]

Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο, η απαισιοδοξία και ο κυνισμός κυριαρχούν στο ψυχολογικό τοπίο, τροφοδοτώντας τη νοσταλγία για μια «καλύτερη παλιά εποχή». Η νοσταλγία, όμως, είναι το αντίθετο της ουτοπίας. Αν η ουτοπία στρέφεται προς το μέλλον και εκφράζει ελπίδα και οράματα, η νοσταλγία κλειδώνει το βλέμμα της στο παρελθόν. Και μάλιστα όχι όπως υπήρξε, αλλά όπως επινοείται εκ των υστέρων – σε μορφή κιτς.

Πρόκειται για μια επινόηση που πηγάζει από εγωιστικές ορμές, αναδυόμενη μέσα από συνθήκες ευρείας κοινωνικής αποδυνάμωσης. Η νοσταλγία στηρίζεται έντονα σε εθνικιστικά σχήματα καθώς και στην πίστη σε ισχυρές μεσσιανικές φιγούρες (λόγω της «εκνηπίωσης» ενός πληθυσμού που έχει αποστερηθεί πολιτικής δύναμης), οι οποίες θα φροντίσουν τον υποτιθέμενο «εκλεκτό» λαό, σε αντίθεση με τις ουτοπίες όπου η συλλογική ενδυνάμωση είναι συχνά ο δρόμος προς τα εμπρός.

Ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης υπογραμμίζει αυτή την εσχατολογία της λαχτάρας της νοσταλγίας για τη «χρυσή εποχή», η οποία, όπως όλες οι χρυσές εποχές, είναι, επιπλέον, απολύτως φανταστική και προχωρά στην ιστορία μόνο προχωρώντας προς τα πίσω, επιθυμώντας συνεχώς να επιστρέψει στην εποχή στην οποία, όπως πιστεύει ο νοσταλγός, τα πράγματα (όπως η θεωρία και το πρόγραμμα) ήταν αδιαμφισβήτητα και καθιερωμένα μια για πάντα. [4] Κατά μία έννοια, αυτό που επιβάλλει η νοσταλγία είναι η λογική της ετερονομίας – μια συνθήκη κατά την οποία η κοινωνία δέχεται άκριτα τους νόμους και τους θεσμούς ως προερχόμενους από εξωκοινωνικές πηγές (θεούς, παράδοση, φύση κ.λπ.), αντί αυτοί να αυτοθεσμίζονται από την ίδια την κοινωνία.

Αυτό θέτει ένα σοβαρό πρόβλημα σε περιόδους κρίσης, όπως η δική μας, όταν η κατάσταση απαιτεί μια δραστικού τύπου αλλαγή. Αντί να αφήνει χώρο για τη συλλογική διερεύνηση πιθανών εναλλακτικών λύσεων, η νοσταλγία καλεί την αντιδραστική προσκόλληση στο τεχνητό παρελθόν του συντηρητισμού.

Σε αυτή τη γραμμή σκέψης, ο κοινωνικός οικολόγος Murray Bookchin υποστηρίζει χαρακτηριστικά: «Η υπόθεση ότι αυτό που υπάρχει σήμερα, πρέπει απαραίτητα να υπάρχει, είναι το οξύ που διαβρώνει κάθε οραματική σκέψη». [5]

Η νοσταλγία κινείται στη χρονικότητα της απώλειας, ενώ η ουτοπία στη χρονικότητα της προσδοκίας. Η αντιδραστική φύση της πρώτης πηγάζει από το πένθος για φανταστικά παρελθόντα. Αυτό αποτελεί πρόβλημα επειδή παρέχει εσφαλμένες απαντήσεις σε μια πολύ πραγματική κρίση – την απώλεια οργανικών κοινοτήτων. Με τον καπιταλιστικό καταναλωτισμό και το δόγμα «ανάπτυξη ή θάνατος», η αποξένωση έχει εξαπλωθεί στις κοινωνίες, αποσυνθέτοντας τις γνήσιες κοινοτικές συνδέσεις, αντικαθιστώντας τες με έναν εγωιστικό ανθρωπολογικό τύπο που ασχολείται πρωτίστως με τον εαυτό του. Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου μια κατάσταση απελπισίας και αποδυνάμωσης δημιουργεί αποξενωμένα άτομα που αναπαράγουν περαιτέρω το αίσθημα της απελπισίας και της αποδυνάμωσης.

Μια πιθανή οδός για την υπέρβαση αυτού του αδιεξόδου είναι η ανοικοδόμηση των κοινοτικών σχέσεων μέσω του ανοίγματος ενός γνήσιου δημόσιου χώρου και χρόνου όπου η συλλογική δύναμη μπορεί να ανακτηθεί και να ασκηθεί από όλα τα μέλη της κοινωνίας. Άλλωστε, η θεμελιώδης βάση μιας ουσιαστικής κοινωνίας είναι ότι τα άτομα που την αποτελούν συμμετέχουν ενεργά στη διαχείρισή της και αναλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη για τον τρόπο που λειτουργεί και ενεργεί. Ένα τέτοιο περιβάλλον άμεσης δημοκρατίας αποτελεί το εύφορο έδαφος για τη γέννηση πολιτικών κοινοτήτων που υπερβαίνουν τη λογική του βραχυπρόθεσμου κέρδους και αναγνωρίζουν τη βαθιά διασύνδεση ανάμεσα στο άτομο, το συλλογικό και τον φυσικό κόσμο, του οποίου η ανθρωπότητα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα.

Αν σήμερα η νοσταλγία και η αποξένωση είναι μεταξύ των κύριων δυνάμεων που διατηρούν άθικτο το status quo, διαποτίζοντας έτσι την ερήμωση του κόσμου μας από το κυρίαρχο σύστημα, τότε η αναγέννηση του προτάγματος της άμεσης δημοκρατίας και των κοινών είναι αυτά που μπορούν να βοηθήσουν το 99% του πληθυσμού να αυτο-ενδυναμωθεί και να επιφέρει κρίσιμες αλλαγές. Από μια τέτοια προσέγγιση από-τα-κάτω μπορεί να αναδυθεί ένας συλλογικός ορίζοντας για ένα βιώσιμο μέλλον. Όπως υπογραμμίζει η Χάνα Άρεντ, «η ικανότητα δράσης, η οποία, άλλωστε, είναι η κατεξοχήν πολιτική ικανότητα, μπορεί να υλοποιηθεί μόνο ως μία από τις πολλές και πολλαπλές δυνάμεις της ανθρώπινης κοινότητας». [6]

Παραπομπές:

[1] Larry Christopher: “The Cult of Nostalgia,” PlanetAgora, https://planetagora.medium.com/the-cult-of-nostalgia-5e863816476

[2] Naomi Klein and Astra Taylor: “The End Times,” The Guardian, https://www.theguardian.com/us-news/ng-interactive/2025/apr/13/end-times-fascism-far-right-trump-musk. Βλέπε στα ελληνικά Συνέντευξη της Ναόμι Κλάιν για τον «Φασισμό των έσχατων καιρών»: https://www.aftoleksi.gr/2025/05/08/synenteyxi-tis-naomi-klain-ton-fasismo-ton-eschaton-kairon/

[3] Dimitrios Roussopoulos.  Political Ecology: Beyond Environmentalism (Porsgrunn: New Compass 2015) σ.9.

[4] David Ames Curtis (ed.): The Castoriadis Reader (Oxford: Blackwell, 1997), σ.108.

[5] Murray Bookchin: “The Meaning of Confederalism” in Green Perspectives #20, https://theanarchistlibrary.org/library/murray-bookchin-the-meaning-of-confederalism

[6]  Hannah Arendt: “Amor Mundi: Explorations in the Faith and Thought of Hannah Arendt”, Hannah Arendt Center, https://hac.bard.edu/amor-mundi/quote-of-the-week-2011-11-14

———————————————————————-

Συνέντευξη της Ναόμι Κλάιν για τον «Φασισμό των έσχατων καιρών»

The post Ξεπερνώντας τη Νοσταλγία: Από τις Αποκαλυπτικές Κιβωτούς στους Πολίτες-Επιστάτες first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/10/21/xepernontas-ti-nostalgia-tis-apokalyptikes-kivotoys-stoys-polites-epistates/feed/ 0 21107
Ζακ Ρανσιέρ: «Σήμερα, οι άνθρωποι που τρεφόνται με μίσος από τους δισεκατομμυριούχους κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα» https://www.aftoleksi.gr/2025/09/16/zak-ransier-simera-oi-anthropoi-poy-trefontai-misos-toys-disekatommyrioychoys-kyriarchoyn-sti-dimosia-sfaira/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=zak-ransier-simera-oi-anthropoi-poy-trefontai-misos-toys-disekatommyrioychoys-kyriarchoyn-sti-dimosia-sfaira https://www.aftoleksi.gr/2025/09/16/zak-ransier-simera-oi-anthropoi-poy-trefontai-misos-toys-disekatommyrioychoys-kyriarchoyn-sti-dimosia-sfaira/#respond Tue, 16 Sep 2025 09:52:03 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=20958 Νέα συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ στην αγγλική Le monde. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Ιωάννα Μαραβελίδη. Τη συνέντευξη πήρε ο Nicolas Truong και δημοσιεύτηκε στις 26 Αυγούστου σε μία σειρά συνεντεύξεων όπου στοχαστές του Μάη του ’68 μιλούν για την εποχή Τραμπ. Στην παρούσα συζήτηση, ο φιλόσοφος της χειραφέτησης εξετάζει τις ρίζες της τρέχουσας αντιδραστικής επίθεσης [...]

The post Ζακ Ρανσιέρ: «Σήμερα, οι άνθρωποι που τρεφόνται με μίσος από τους δισεκατομμυριούχους κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Νέα συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ στην αγγλική Le monde. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Ιωάννα Μαραβελίδη. Τη συνέντευξη πήρε ο Nicolas Truong και δημοσιεύτηκε στις 26 Αυγούστου σε μία σειρά συνεντεύξεων όπου στοχαστές του Μάη του ’68 μιλούν για την εποχή Τραμπ. Στην παρούσα συζήτηση, ο φιλόσοφος της χειραφέτησης εξετάζει τις ρίζες της τρέχουσας αντιδραστικής επίθεσης και βλέπει τις σύγχρονες ουτοπικές μικρο-κοινότητες ως τους νέους τρόπους «ζωής με ισότητα».

Ο Ζακ Ρανσιέρ, φιλόσοφος γνωστός για το έργο του σχετικά με τη χειραφέτηση, γεννήθηκε στο Αλγέρι το 1940. Μαθητής του Λουί Αλτουσέρ (1918-1990), ο Ρανσιέρ υπήρξε μέρος της καθοδήγησης μιας ολόκληρης γενιάς διανοουμένων από τον καθηγητή στην École Normale Supérieure, ένα από τα πιο έγκριτα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Γαλλία. Στη συνέχεια, το 1969, άρχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Vincennes. Ο Ρανσιέρ διέκοψε τις σχέσεις του με τον επιστημονικό μαρξισμό στο βιβλίο του La leçon d’Althusser [Το μάθημα του Αλτουσέρ, 1974].

Η εμβάθυνσή του στα αρχεία της ιστορίας και της φιλοσοφίας των Γάλλων εργατών οδήγησε στο έργο του La Nuit des prolétaires: Archives du rêve ouvrier [Η νύχτα των προλετάριων: Το όνειρο των εργατών στη Γαλλία του 19ου Αιώνα, 1981], ένα βιβλίο που καθόρισε μεγάλο μέρος του μεταγενέστερου έργου του. Ο φιλόσοφος υποστηρίζει ότι η χειραφέτηση των καταπιεσμένων δεν εξαρτάται από την αποκάλυψη της τάξης που τους υποτάσσει, αλλά μάλλον από το σπάσιμο των προκαθορισμένων ρόλων και της αντίθεσης ανάμεσα σε χειρωνακτική και πνευματική εργασία.

Οι ιδέες του Ρανσιέρ βρίσκονται στο σταυροδρόμι της πολιτικής και της αισθητικής, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Έχει διαμορφώσει μια φιλοσοφία ριζοσπαστικής δημοκρατίας, όπως φαίνεται στα έργα του La Haine de la démocratie [Μίσος για τη Δημοκρατία, 2005] και La Mésentente [Η διαφωνία, 1995].

Nicolas Truong: Το τρέχον πολιτικό κλίμα κυριαρχείται από την άνοδο του εθνικισμού που βασίζεται στην ταυτότητα. Πώς βλέπει αυτή την παγκόσμια αντεπανάσταση ένας φιλόσοφος που επηρεάστηκε από τα κινήματα χειραφέτησης των δεκαετιών του ’60 και του ’70;

Jacques Rancière: Ο τρόπος σκέψης μου διαμορφώθηκε εκείνα τα χρόνια όπου όλα φαίνονταν πιθανά: η επανεφεύρεση του μαρξισμού με τον Λουί Αλτουσέρ, η συμβολή σε έναν νέο κόσμο ελευθερίας και ισότητας που τροφοδοτήθηκε από τα γεγονότα του Μαΐου του 1968 και η αναβίωση μιας ιστορίας χειραφέτησης μέσω του “Les Révoltes logiques” [«Λογικές Εξεγέρσεις»] μεταξύ 1975 και 1981, ενός περιοδικού που συνίδρυσα με τους φιλοσόφους Jean Borreil και Geneviève Fraisse.

Επομένως, μου είναι δύσκολο να αναπνεύσω στη σημερινή ατμόσφαιρα ανισότητας και δουλείας. Δεν πρόκειται για χαμένες ψευδαισθήσεις. Αντίθετα, πρόκειται για μια πραγματική επιδείνωση της ικανότητας να ζούμε, να πειραματιζόμαστε, να σκεφτόμαστε και να δημιουργούμε. Η κινητήρια δύναμη παραμένει, αλλά αγωνίζεται να προσαρμοστεί σε μια εποχή όπου η αντίσταση υπερισχύει της εφευρετικότητας.

N.T.: Γιατί οι προοδευτικοί δεν κατάφεραν να προβλέψουν αυτή την κίνηση;

J.R.: Στην πραγματικότητα, η αντεπανάσταση ξεδιπλώθηκε αργά, βήμα βήμα. Τα κομμάτια του παζλ ενώθηκαν με καθυστέρηση: η χρηματιστικοποίηση της οικονομίας, η μεταφορά επιχειρήσεων σε άλλες χώρες, η καταστροφή της κοινωνικής αλληλεγγύης και η ιδιωτικοποίηση της ζωής μέσω νέων μορφών υποταγής που υπαγορεύονται από τη λεγόμενη «άυλη» οικονομία.

Οι άνθρωποι απέτυχαν να παρατηρήσουν πώς η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση μετατράπηκε σε μια απόλυτη επιθυμία κυριαρχίας σε σώματα και μυαλά, και πώς η προσπάθεια για μείωση του κόστους συγχωνεύτηκε με ιδεολογίες ταυτότητας και με ένα πάθος για τον αποκλεισμό των ανεπιθύμητων.

Αυτή η σύγκλιση επισκιάστηκε από διάφορα προπετάσματα καπνού: την εικόνα μιας «φιλελεύθερης» οικονομίας που καθοδηγείται από το καπιταλιστικό κέρδος, αλλά υποτίθεται ότι ευθυγραμμίζεται με την ελευθερία στον τρόπο ζωής· τον ρόλο των λεγόμενων «σοσιαλιστικών» κομμάτων σε αυτούς τους μετασχηματισμούς, που καθιστούσαν πιο δύσκολη την αναγνώριση του προσώπου του εχθρού· και τις εκστρατείες «αριστερών» διανοουμένων που κατηγόρησαν για την ανάπτυξη της καπιταλιστικής κυριαρχίας τις ανεξέλεγκτες ορέξεις του δημοκρατικού ανθρώπου.

N.T.: Στη Γαλλία, υποστηρίζετε ότι αυτή η αντίδραση έχει λάβει τη μορφή ενός είδους ρεπουμπλικανισμού, του οποίου οι μάχες επικεντρώνονται στην υπεράσπιση του “laïcité” –της γαλλικής έννοιας για τον κοσμικό χαρακτήρα– και την οποία περιγράφετε στο Les Trente inglorieuses [Τα Τριάντα Αδόξαστα Χρόνια, 2022, αμετάφραστο] ως την «ακροδεξιά της αριστεράς». Ποια ευθύνη φέρουν ορισμένοι διανοούμενοι για αυτή τη στροφή προς τα άκρα;

J.R.: Στη Γαλλία, φέρουν σημαντική ευθύνη για την κατάρρευση της αριστερής φιλοσοφίας. Ενώ η κυρίαρχη ομάδα εφεύρισκε συνεχώς νέα όπλα, αυτοί οι διανοούμενοι ισχυρίζονταν ότι ο θανάσιμος κίνδυνος ήταν η απεριόριστη προώθηση της ισότητας. Δημιούργησαν επίσης μια νέα έννοια του laïcité που επιβλήθηκε στα άτομα και συνδέθηκε με την ενδυμασία, παρ’ όλο που η πραγματική, ιστορική laïcité οριζόταν απλά από την ουδετερότητα του κράτους και του εκπαιδευτικού του συστήματος.

Με αυτόν τον τρόπο, προσάρμοσαν στις δυνάμεις της αντίδρασης τα νέα ενδύματα του ρατσισμού και της ισλαμοφοβίας. Συνέβαλαν στην καλλιέργεια μιας κουλτούρας μίσους που άνοιξε τον δρόμο για αυτές τις δυνάμεις. Δημιούργησαν μια ρητορική που τους επιτρέπει να καταδικάζουν κάθε προσπάθεια αντίστασης σε αυτή την αντιδραστική επίθεση ως αντισημιτική και «ισλαμο-αριστερή» [ένας νεολογισμός που χρησιμοποιείται στη γαλλική πολιτική για να δηλώσει την υποτιθέμενη εγγύτητα των αριστερών ιδεολογιών με το Ισλάμ ή ακόμα και τον ισλαμισμό].

N.T.: Γιατί πιστεύετε ότι τα επεξηγηματικά μοντέλα της «προοδευτικής συλλογιστικής» δεν λειτουργούν πλέον για την κατανόηση του τι συμβαίνει;

J.R.: Σύμφωνα με τις προοδευτικές ιδέες, τα φαινόμενα που αντιβαίνουν στις πεποιθήσεις τους προέρχονται πάντα από τα καθυστερημένα στοιχεία της κοινωνίας, δηλαδή από εκείνα που έχουν μείνει πίσω ή έχουν ξεχαστεί από την πρόοδο. Το πρόβλημα θεωρείται πάντα ότι προέρχεται από-τα-κάτω. Ο φασισμός απεικονίζεται ως η εξέγερση των αγροτών που έχουν κολλήσει στο παρελθόν, της μικρής μπουρζουαζίας που έχει κατακλυστεί από την ιστορία ή των εργατών που έχουν εκτοπιστεί από την τεχνολογία. Λέγεται ότι ο Χίτλερ ανήλθε στην εξουσία μέσω των άνεργων μαζών που κατέκλυζαν τους δρόμους. Ο Τραμπ απορρίπτεται επειδή λογίζεται σαν εκπρόσωπος των «λευκών σκουπιδιών» από πρώην βιομηχανικές περιοχές και ούτω καθεξής.

Κι όμως. Ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία από τους κυρίαρχους κύκλους της Γερμανίας, και το σημερινό φασιστικό κύμα έχει ενορχηστρωθεί από δισεκατομμυριούχους που επιθυμούν να εξαλείψουν όλα τα εμπόδια στην κυριαρχία τους – δισεκατομμυριούχους που, μέσω των μέσων ενημέρωσης που δημιούργησαν ή αγόρασαν, έχουν κατασκευάσει το ίδιο το κοινό που τώρα συσπειρώνεται πίσω τους.

«Ο λαός» δεν υπάρχει ως μία έτοιμη οντότητα. Υπάρχουν πολλοί ανταγωνιστικοί τρόποι για να συγκροτηθεί ένας λαός: μέσω κοινών αγώνων και αλληλεγγύης, αλλά και μέσω της δυσαρέσκειας και της χειραγωγημένης κοινής γνώμης. Σήμερα, ο λαός που τροφοδοτείται από τη δυσαρέσκεια που κατασκευάζουν οι δισεκατομμυριούχοι κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα.

N.T.: Σε μια διάλεξη που δόθηκε στις 14 Μαΐου στο Maison de la Poésie στο Παρίσι με τίτλο «Η Δύναμη του Συναισθήματος», υποστηρίξατε ότι οι υποθέσεις της κοινωνικής επιστήμης είναι συνυφασμένες με την άνιση τάξη πραγμάτων στον κόσμο. Είναι ο τραμπισμός και αυτό που οι συντηρητικοί αποκαλούν “woke” οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος;

J.R.: Δεν είπα ότι είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Απλώς τόνισα την ιστορικά παρατηρήσιμη εξέλιξη της κοινωνικής επιστήμης. Κάποτε, στόχευε στην ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων όχι μόνο για να καταγγείλει τις ανισότητες αλλά και για να παράσχει τα μέσα για την καταπολέμησή τους – είτε επαναστατικά είτε μεταρρυθμιστικά μέσα.

Ωστόσο, το γεγονός είναι ότι, ενώ ισχυριζόταν ότι ήταν κριτική, η κοινωνική επιστήμη σταδιακά εγκατέλειψε αυτή τη φιλοδοξία. Τώρα περιγράφει όλες τις πτυχές της κυριαρχίας. Μπορεί να τις καταγγέλλει. Αλλά η δύναμή της δεν πάει παραπέρα. Στην καλύτερη περίπτωση, προσφέρει την ψευδαίσθηση της γνώσης – στην πραγματικότητα απλώς το αίσθημα ότι κάποιος είναι ανώτερος από εκείνον που τη στερείται. Κι εδώ, η αυταρέσκεια όσων χλευάζουν την άγνοια και τα λάθη του Τραμπ αντικατοπτρίζει ακριβώς τη δική του αντίστοιχη αίσθηση ανωτερότητας απέναντι στους ηλίθιους που δεν ξέρουν πώς να βγάζουν χρήματα.

Κατά μία έννοια, πρόκειται για μια πολύ συγκεκριμένη σύγκλιση. Αλλά ίσως είναι και καθοριστική: Όλα ξεκινούν με μια υπόθεση ισότητας ή ανισότητας. Η κυρίαρχη κοινωνική επιστήμη ξεκινά σαφώς από την τελευταία, βασίζοντας τη συλλογιστική της όχι σε αυτό που μπορούν να κάνουν οι απλοί άνθρωποι αλλά σε αυτό που δεν μπορούν.

N.T.: Γι’ αυτό η λογοτεχνία, όπως τα μυθιστορήματα του Τσέχωφ, στα οποία έχετε αφιερώσει ένα πρόσφατο βιβλίο, Au loin la liberté  [Απόμακρη Ελευθερία, 2024], είναι τόσο σημαντική; Και γιατί μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από αυτό που αποκαλείτε «θλίψη της γνώσης»;

J.R.: Η «θλίψη της γνώσης» είναι το επακόλουθο της επιστημονικής πίστης. Γνωρίζουμε τα πάντα για το πώς λειτουργεί η κυριαρχία. Αλλά αυτή η γνώση δεν παρέχει πλέον κανένα όπλο εναντίον της. Αντίθετα, μας ενθαρρύνει να υποταχθούμε στην αναγκαιότητα των πραγμάτων, με τη μόνη παρηγοριά ότι γνωρίζουμε αυτό που οι αδαείς δεν γνωρίζουν και μπορούμε να κοιτάμε αφηρημένα τις δυνάμεις που μας κοιτάζουν αφηρημένα.

Τα γραπτά του Τσέχωφ μπορούν να μας βοηθήσουν να ξεφύγουμε από αυτή τη λογική της υποταγής. Απορρίπτει τις μεγάλες αλυσίδες αιτίας και αποτελέσματος που εξηγούν τη δουλεία και τις θεωρίες που ισχυρίζονται ότι θα είμαστε ελεύθεροι μόνο όταν αλλάξει η ίδια η βάση της κοινωνίας. Ενάντια στον επιστημονισμό [μια πεποίθηση του 19ου αιώνα ότι η επιστήμη είναι ο καλύτερος, αν όχι ο μόνος, τρόπος για να ανακαλύψει κανείς την αλήθεια για τον κόσμο] της εποχής του, πίστευε ότι η δουλεία είναι αυτο-διαιωνιζόμενη. Πρώτα και κύρια, πηγάζει από τον φόβο του άγνωστου εδάφους της ελευθερίας και από την αποδοχή μιας πορείας του χρόνου όπου κάποιος γνωρίζει ήδη τι αναμένεται.

Ο Τσέχωφ μάς λέει ότι η ελευθερία μπορεί να είναι μακριά αλλά, έστω από αυτή την απόσταση, μας καλεί να αλλάξουμε τη ζωή μας. Ο ίδιος ζωγραφίζει χαρακτήρες σε συνθήκες όπου οι ζωές τους θα μπορούσαν να μεταμορφωθούν αν έκαναν το άλμα. Και ακόμα κι αν αποφεύγουν αυτό το κάλεσμα για ελευθερία, αυτός συνεχίζει να τους συνοδεύει, αντιμετωπίζοντάς τους ως άτομα που θα μπορούσαν να είναι ελεύθερα. Σε αυτό, αντιτίθεται ριζικά στην ατμόσφαιρα περιφρόνησης που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, συμβαδίζει με τον φόβο. Μας βοηθά να καταλάβουμε ότι η δύναμη να αλλάξεις τη ζωή ξεκινά πάντα με μια ορισμένη άρνηση της γνώσης.

N.T.: Δεν βιώνουμε επίσης μια περίοδο πνευματικής δημιουργικότητας και πειραματισμού υπέρ της ισότητας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού κινήματος;

J.R.: Πράγματι, ο περιβαλλοντικός ακτιβισμός έχει επεκτείνει και ενισχύσει την εναλλακτική παράδοση της δημιουργίας νέων τρόπων ζωής, εργασίας, κατοίκησης, καλλιέργειας της γης, διατροφής και μοιράσματος πλούτου και ευθύνης. Τέτοιες ιδέες έχουν εξαπλωθεί σε κάθε τομέα, ωθώντας σε μια επανεξέταση των μορφών κυριαρχίας και χειραφέτησης.

Δεν πιστεύω όμως ότι οι μερικές αναλύσεις που προέκυψαν από αυτές τις προσπάθειες μάς έχουν επιτρέψει να αναπτύξουμε μια ολοκληρωμένη κατανόηση της κατάστασής μας ή της συλλογικής ικανότητας να σφυρηλατήσουμε ένα διαφορετικό μέλλον. Οι κύριες συνθέσεις που έχουν αντικαταστήσει τη μαρξιστική σύνθεση, όπως αυτή του Μπρούνο Λατούρ (1947-2022), δεν έχουν δημιουργήσει καμία πολιτική ορμή ικανή να καταπολεμήσει την κυριαρχία.

Σήμερα γινόμαστε μάρτυρες μιας σημαντικής αντιστροφής. Οι αγώνες των δύο προηγούμενων αιώνων οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι μικρές ουτοπικές κοινότητες που ήθελαν να αλλάξουν τη ζωή άμεσα ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία και ότι μόνο η προοπτική μιας παγκόσμιας αναταραχής ήταν ρεαλιστική. Σήμερα, η αίσθηση είναι μάλλον ότι μόνο οι μικρές κοινότητες προσφέρουν πραγματικές δυνατότητες για αλλαγή και ότι η ιδέα της παγκόσμιας αναταραχής έχει γίνει ουτοπική.

N.T.: Απέναντι σε έναν φαινομενικά αποκλεισμένο ορίζοντα, τι μπορούν να ελπίζουν σήμερα όσες-όσοι επιθυμούν να αντιταχθούν σε αυτή την εθνικιστική και βασισμένη στην ταυτότητα οπισθοδρόμηση;

J.R.: Πάντα έλεγα ότι η ελπίδα εξαρτάται λιγότερο από ένα όραμα για τον στόχο που πρέπει να επιτευχθεί και περισσότερο από την εμπιστοσύνη που πηγάζει από τις ενέργειες του παρόντος. Βλέπω μόνο φρίκη όταν σκέφτομαι τα λόγια και τις πράξεις των σημερινών κυρίων του κόσμου, αλλά βλέπω επίσης, παντού, άνδρες και γυναίκες που θέλουν να ζήσουν ως ίσοι, που διεκδικούν το ίσο δικαίωμα όλων των ανθρώπων και που είναι ταυτόχρονα αποφασισμένοι να καταπολεμήσουν την επικρατούσα αδικία, να βοηθήσουν τα θύματά της και να διασφαλίσουν ότι η Γη θα παραμείνει κατοικήσιμη για τις μελλοντικές γενιές.

Βλέπω τη γενναιοδωρία, την εφευρετικότητα και το θάρρος να εκδηλώνονται σε χιλιάδες μορφές. Ο Ζοζέφ Ζακοτό (1770-1840), ο φιλόσοφος της πνευματικής χειραφέτησης, πίστευε ότι ο κοινωνικός μηχανισμός ήταν καταδικασμένος στην ανισότητα. Ωστόσο, πίστευε ότι ήταν δυνατό για κάθε άτομο σε αυτή την άνιση κοινωνία να ζει ως ίσος.

Παρότι δεν κάνω προβλέψεις για το μέλλον της κοινωνίας, πιστεύω ότι αυτό το παράδοξο της χειραφέτησης είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.


Φάκελος Ζακ Ρανσιέρ:

https://www.aftoleksi.gr/tag/zak-ransier/

ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ:

Ζακ Ρανσιέρ: Οι δημοκρατίες εναντίον της δημοκρατίας

The post Ζακ Ρανσιέρ: «Σήμερα, οι άνθρωποι που τρεφόνται με μίσος από τους δισεκατομμυριούχους κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/09/16/zak-ransier-simera-oi-anthropoi-poy-trefontai-misos-toys-disekatommyrioychoys-kyriarchoyn-sti-dimosia-sfaira/feed/ 0 20958
Η αναβίωση του φασιστικού φαντασιακού σήμερα https://www.aftoleksi.gr/2025/08/22/anaviosi-fasistikoy-fantasiakoy-simera/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=anaviosi-fasistikoy-fantasiakoy-simera https://www.aftoleksi.gr/2025/08/22/anaviosi-fasistikoy-fantasiakoy-simera/#respond Fri, 22 Aug 2025 06:36:17 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=20770 Κείμενο: Ηλίας Σεκέρης Ζούμε σε μια ιστορική συγκυρία όπου η άνοδος της ακροδεξιάς δεν αποτελεί πλέον έκπληξη. Από την Ευρώπη ως τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, η ρητορική του φόβου, της εθνικής καθαρότητας, της θεσμικής καταστολής και της κανονικότητας διαχέεται στον δημόσιο λόγο σαν να μην ήταν ποτέ πρόβλημα. Η ακροδεξιά δεν βρίσκεται πλέον [...]

The post Η αναβίωση του φασιστικού φαντασιακού σήμερα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Ηλίας Σεκέρης

Ζούμε σε μια ιστορική συγκυρία όπου η άνοδος της ακροδεξιάς δεν αποτελεί πλέον έκπληξη. Από την Ευρώπη ως τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, η ρητορική του φόβου, της εθνικής καθαρότητας, της θεσμικής καταστολής και της κανονικότητας διαχέεται στον δημόσιο λόγο σαν να μην ήταν ποτέ πρόβλημα. Η ακροδεξιά δεν βρίσκεται πλέον έξω από το σύστημα – είναι το σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, για να κατανοήσει κανείς πώς φτάσαμε ως εδώ, δεν αρκεί να εστιάσει στα κόμματα, στους ηγέτες και στις πολιτικές συγκυρίες. Πρέπει να κοιτάξει βαθύτερα: στον ψυχισμό των κοινωνιών, στα φαντασιακά που τις συγκροτούν, στις σχέσεις τους με την ελευθερία, τον φόβο και την ευθύνη.

Σε κάθε ιστορική καμπή, όταν οι βεβαιότητες καταρρέουν και η αβεβαιότητα γίνεται μόνιμο φόντο της καθημερινότητας, αναδύεται μια συλλογική επιθυμία σταθερότητας σαν αντίθετη κίνηση αυτοπροστασίας. Αυτή κατά το πλείστον μεταφράζεται στην επιθυμία για αυθεντία. Υπό αυτό το πρίσμα, πέρα από τις εξουσίες που αναζητούν υπηκόους, είναι και οι ίδιοι οι πολίτες οι οποίοι επιζητούν να γίνουν υπήκοοι και να παραδώσουν την ελευθερία τους για χάρη της σταθερότητας και της ασφάλειας. Αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη να χωνευτεί και ταυτόχρονα μια από τις πιο παραγνωρισμένες αλήθειες της ανθρώπινης ιστορίας: ότι η ελευθερία δεν είναι αυτονόητη επιθυμία, αλλά είναι ένα βάρος που δεν είναι όλοι έτοιμοι να το αναλάβουν. Ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, η ίδια η ανάγκη του ανθρώπου για σταθερότητα, απλότητα και ταυτότητα, μπορεί να γίνει ισχυρότερη από τη βούληση για στοχασμό, αμφισβήτηση και δημιουργία.

Η ελευθερία – όχι η νεοφιλελεύθερη καρικατούρα της, που ταυτίζεται με το “κάνω ό,τι θέλω”, “έχω τον τάδε αριθμό από επιλογές να διαλέξω” κ.ο.κ., αλλά η πραγματική, πολιτική, στοχαστική ελευθερία – δεν είναι ευχάριστη συνθήκη. Είναι καθήκον, βάρος και ανάληψη ευθύνης για το νόημα του κόσμου και της ζωής μας. Είναι η πράξη της αυτοθέσμισης: να δημιουργούμε εμείς τους νόμους μας, τις αξίες μας, τις σχέσεις μας. Χωρίς θεό, χωρίς ιστορική αναγκαιότητα, χωρίς δήθεν φυσική τάξη πραγμάτων, χωρίς αυθεντία και εν τέλει χωρίς σιγουριά.

Αυτή η ελευθερία, πολλές φορές, τρομάζει. Και ειδικά όταν δεν συνοδεύεται από θεσμούς δημοκρατικής συμμετοχής, από εκπαίδευση στην αυτονομία και από το βίωμα μιας πολιτικής κοινότητας, τότε δεν μπορεί να ωριμάσει και να ανθίσει. Αντίθετα, καταρρέει σαν άστρο που συνθλίβεται, αφήνοντας πίσω του μια μαύρη τρύπα. Το κενό που αφήνει – ένα κενό νοήματος, τόσο χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού – είναι εξαιρετικά εύκολο, σχεδόν νομοτελειακά, να γεμίσει με αυθεντίες, εχθρούς και δήθεν σωτήρες. Εδώ λοιπόν είναι που εισβάλλει και ο φασισμός, υποσχόμενος να να γεμίσει το κενό με τάξη και σιγουριά. Υποσχόμενος να συγκροτήσει νέες ταυτότητες, να προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, εύκολους εχθρούς και μια αυθεντία που θα αφαιρέσει από εμάς την ευθύνη να γνωρίσουμε, να αποφασίσουμε, να σκεφτούμε.

Για παράδειγμα, στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν απέτυχε μόνο θεσμικά. Απέτυχε κυρίως να καλλιεργήσει φαντασιακά μια δημοκρατική ταυτότητα. Προσέφερε μεν τυπικές ελευθερίες σε έναν λαό συντετριμμένο από την ήττα, την ταπείνωση και την οικονομική καταστροφή, όμως η δημοκρατία δεν έγινε βίωμα – ήταν ξένος μηχανισμός. Έτσι, η επιθυμία για αυτοκαθορισμό παραχώρησε τη θέση της στην ανάγκη για νόημα και καθοδήγηση. Σ’ αυτό το κενό, εισέβαλε ο Χίτλερ, ο οποίος καλλιεργήθηκε, στηρίχθηκε, θεσμίστηκε – από ελίτ που τον θεώρησαν χρήσιμο, από μαζική κουλτούρα που αναζητούσε αυθεντία, και από έναν φαντασιακό ορίζοντα που είχε πια αποστραφεί την ευθύνη της ελευθερίας. Αντίστοιχα, στην Ιταλία του 1920, ο Μουσολίνι δεν επέβαλε την εξουσία του αποκλειστικά με τη βία. Η βία υπήρχε φυσικά – στους δρόμους, στις επιθέσεις, στις εκτελέσεις. Όμως τελικά ήταν το ίδιο το πολιτικό και θεσμικό σύστημα που του την προσέφερε: ο βασιλιάς, οι γαιοκτήμονες, οι βιομήχανοι. Όχι έξω από την δήθεν δημοκρατία, αλλά μέσα από την κρίση και τους μηχανισμούς της. Άρα ο φασισμός δεν ήρθε μονάχα με τη βία. Ήρθε – και – ως απάντηση στην επιθυμία ενός κόσμου να παραδώσει την ελευθερία του, προκειμένου να απαλλαγεί από την αβεβαιότητα.

Και σήμερα;

Ο φασισμός του 21ου αιώνα είναι πιο ύπουλος και υπόγειος. Δεν φορά στολή, δεν χτυπάει το χέρι στο τραπέζι, ούτε το σηκώνει για να χαιρετήσει ναζιστικά. Φοράει κοστούμι, μιλά για “πατρίδα”, για “καθαρότητα”, για “ανάπτυξη”, για “αριστεία”, για “τάξη”, για “ασφάλεια” και “κανονικότητα”. Ο Τραμπ για παράδειγμα είναι το πιο χυδαίο πρόσωπο αυτής της μετάλλαξης. Ένας δήθεν αντισυστημικός που αποτελεί όμως την ακραία έκφραση του συστήματος. Και ποιο σύστημα είναι αυτό; Μα το σύστημα της αλήθειας ως θεάματος, της πολιτικής ως reality show, της αυθεντίας ως πανάκειας. Το σύστημα της Ασημαντότητας δηλαδή, για να αντλήσω λίγο από Καστοριάδη.

Στην Ελλάδα επίσης τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά. Ο Μητσοτάκης, σε αντιστοιχία με το ίνδαλμά του – τον Τραμπ -, δεν εκπροσωπεί το φασιστικό ως βία μονάχα – αν και το κάνει και αυτό βεβαίως – , αλλά κυρίως ενδύεται το τεχνοκρατικό πρόσωπο της αποπολιτικοποίησης. Μια δήθεν δημοκρατία – βιτρίνα, όπου η Βουλή αποτελεί παρωδία δημοκρατικού θεσμού, όπου οι υποκλοπές αποσιωπούνται, τα πάσης φύσεως σκάνδαλα (βλ. ΟΠΕΚΕΠΕ) επιλύονται εντός, τα πάσης φύσεως εγκλήματα και η οργή της κοινωνίας (βλ. Τέμπη), συγκαλύπτονται, μπαζώνονται και καταστέλλονται και η κοινωνία μετατρέπεται σταδιακά σε παθητικό αποδέκτη αποφάσεων που λαμβάνονται ερήμην της, δίχως διαφάνεια, δίχως δημόσιο διάλογο, δίχως λογοδοσία. Η έννοια της πολιτικής ευθύνης έχει απογυμνωθεί από κάθε περιεχόμενο και η λογοδοσία δεν είναι καν ζητούμενο, αλλά κάτι το εντελώς αδιανόητο. Στην Ελλάδα, είναι πλέον πιο εύκολο να φανταστεί κανείς εξωγήινους να προσγειώνονται στον Υμηττό, παρά τον Μητσοτάκη να δίνει λόγο σε μια ενεργή, απαιτητική κοινωνία.

Ένα χαρακτηριστικό – και ακόμα πιο ακραίο – παράδειγμα αυτής της αποδιάρθρωσης των θεσμών συναντάται στο Ισραήλ υπό την ηγεσία του Νετανιάχου. Εκεί έχουμε την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος θεολογικού – εθνοκρατικού αυταρχισμού (παρόλο που το Ισραήλ δεν έχει επίσημη κρατική θρησκεία, η ταύτιση της εθνικής ταυτότητας με την εβραϊκή θρησκεία είναι έντονη στην πράξη), το οποίο λειτουργεί με τη λογική μιας διαρκούς κατάστασης εξαίρεσης – όπως θα έλεγε ο Agamben – όπου το κράτος αποφασίζει ποιος έχει δικαίωμα στην ύπαρξη και ποιος όχι. Η επίθεση στη Γάζα, η συστηματική καταστροφή υποδομών, ο αποκλεισμός, η πείνα, η διαρκής τιμωρητική βία, οι δολοφονίες, όλα αυτά, αποτελούν μια κανονικοποιημένη γενοκτονία. Ένας φασισμός που δεν χρειάζεται να δικαιολογηθεί, γιατί έχει ήδη κανονικοποιηθεί. Και στον πυρήνα του βρίσκεται μια ετερονομία που δεν αρκείται στο να υποτάσσει τους δικούς της – εξάγεται ως παγκόσμιο παράδειγμα ιμπεριαλιστικής ισχύος.

Αυτά τα παραδείγματα δεν είναι τυχαία. Οι ΗΠΑ πλασάρονται ως η πλέον δημοκρατική χώρα στον κόσμο, η Ελλάδα ως λίκνο της δημοκρατίας και το Ισραήλ ως ο εγγυητής της δημοκρατίας στην Μέση Ανατολή. Δείχνουν δε, ότι η δημοκρατία, όπως παρουσιάζεται και υπάρχει σήμερα, είναι κυρίως φαντασιακό προσωπείο. Ένας μηχανισμός νομιμοποίησης αποφάσεων που δεν λαμβάνονται συλλογικά, ούτε υπό πραγματικούς όρους ελευθερίας. Ο φασισμός, λοιπόν, δεν επιβιώνει παρά τη δημοκρατία – επιβιώνει ακριβώς επειδή η δημοκρατία έχει διαστρεβλωθεί σε σημείο που να σημαίνει το ακριβώς αντίθετο από την αρχική της σημασία. Έχει πάψει να είναι πράξη και έχει γίνει λέξη κενή περιεχομένου.

Από την άλλη μεριά, ο φασισμός προσφέρει απλοϊκή ταυτότητα. Είσαι αυτό που λέει το έθνος σου ότι είσαι. Ο εχθρός είναι καθορισμένος, απέναντί σου. Ο ηγέτης θα πάρει την απόφαση για εσένα. Καλή – κακή, δεν έχει σημασία. Αρκεί που παίρνει από πάνω σου την ευθύνη να αποφασίζεις. Απέναντι σ’ αυτό, η ψευδοελευθερία του νεοφιλελευθερισμού – ως δικαίωμα επιλογής προϊόντων και υπηρεσιών σε τιμή ευκαιρίας – είναι ρηχή, άνευρη και τελικά αδιάφορη. Ο άνθρωπος δεν αρκείται στην καταναλωτική ελευθερία. Χρειάζεται νόημα. Κι όταν η δημοκρατία – σε αυτή τη στρεβλωμένη της μορφή που υφίσταται σήμερα – αδυνατεί να του το προσφέρει, τότε στρέφεται στην ασφάλεια της αυθεντίας.

Άρα, το ερώτημα δεν είναι αν η ελευθερία είναι δύσκολη. Είναι – και πάντα ήταν. Δεν είναι ποτέ αυτονόητη, ούτε φυσική. Χρειάζεται επίγνωση, ευθύνη και διαρκή εγρήγορση. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να την αντέξουμε: να σταθούμε απέναντι στο βάρος της χωρίς να καταφύγουμε σε εύκολες βεβαιότητες ή εξωτερικές αυθεντίες. Και ακόμη βαθύτερα, πώς θα μάθουμε να την αντέχουμε. Πώς θα μάθουμε να ζούμε τη δημοκρατία όχι ως θέσφατο, αλλά ως διαρκή πράξη: να δημιουργούμε θεσμούς, σημασίες, σχέσεις, συμμετοχή, παιδεία – όχι για εμάς ατομικά, αλλά ως συλλογικότητα που στοχάζεται τον εαυτό της και που δεν φοβάται να πάρει την ευθύνη της ιστορίας της. Γιατί, σε τελική ανάλυση, ο φασισμός δεν είναι ατύχημα ή ανωμαλία. Είναι δυνατότητα, πάντα παρούσα, όταν το κοινωνικο-ιστορικό εγκαταλείπεται και παύει να θεσμίζεται από εμάς τους ίδιους που το ζούμε. Όταν δηλαδή η κοινωνία αποσύρεται από την ίδια της τη δυνατότητα να σκέφτεται και να αυτοκαθορίζεται.

The post Η αναβίωση του φασιστικού φαντασιακού σήμερα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/08/22/anaviosi-fasistikoy-fantasiakoy-simera/feed/ 0 20770
Aυτοκρατορική μετάλλαξη του αμερικανικού ιμπεριαλισμού; (Από το βιβλίο: «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά») https://www.aftoleksi.gr/2025/08/19/aytokratoriki-metallaxi-amerikanikoy-imperialismoy-apospasma-o-polemos-anthropologiki-skopia-politismiki-diastasi-tis-eisvolis-stin-oykrania/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=aytokratoriki-metallaxi-amerikanikoy-imperialismoy-apospasma-o-polemos-anthropologiki-skopia-politismiki-diastasi-tis-eisvolis-stin-oykrania https://www.aftoleksi.gr/2025/08/19/aytokratoriki-metallaxi-amerikanikoy-imperialismoy-apospasma-o-polemos-anthropologiki-skopia-politismiki-diastasi-tis-eisvolis-stin-oykrania/#respond Tue, 19 Aug 2025 09:18:19 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=20732 Δημοσιεύουμε ένα χαρακτηριστικό και επίκαιρο απόσπασμα από το βιβλίο Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά – Η πολιτισμική διάσταση της εισβολής στην Ουκρανία των Νίκου Γιαννίκα και Νίκου Ν. Μάλλιαρη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μάγμα. «Με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία και την άνοδο στην εξουσία αυταρχικών ηγετών σαν τον Ντόναλντ Τραμπ, το παρόν δοκίμιο [...]

The post Aυτοκρατορική μετάλλαξη του αμερικανικού ιμπεριαλισμού; (Από το βιβλίο: «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά») first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Δημοσιεύουμε ένα χαρακτηριστικό και επίκαιρο απόσπασμα από το βιβλίο Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά – Η πολιτισμική διάσταση της εισβολής στην Ουκρανία των Νίκου Γιαννίκα και Νίκου Ν. Μάλλιαρη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μάγμα.

«Με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία και την άνοδο στην εξουσία αυταρχικών ηγετών σαν τον Ντόναλντ Τραμπ, το παρόν δοκίμιο φωτίζει ορισμένες θεμελιώδεις πτυχές της ρωσικής κοινωνίας και, ταυτόχρονα, αναλύει ανθρωπολογικά τις ανακατατάξεις στον Δυτικό κόσμο».

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ;

Η Αριστερά, λόγω της στενά οικονομίστικης αντίληψής της για την πολιτική, αδυνατεί να διακρίνει τις διαφορές μεταξύ του μεταπολεμικού αμερικανικού ιμπεριαλισμού από τον κλασικό ιμπεριαλισμό αυτοκρατορικού τύπου, είτε στην περίπτωση του παραδοσιακότερου δυτικού ιμπεριαλισμού (Βρετανία, Γαλλία, Βέλγιο, Πορτογαλία κ.ο.κ.) είτε σε αυτή –σήμερα– μη δυτικών κρατών με αυτοκρατορικό παρελθόν (Κίνα, Ρωσία, Τουρκία κ.λπ.). Μπορεί, φυσικά, ένας θεωρητικός του αμερικανικού ιμπεριαλισμού σαν τον Μπρεζίνσκι να ωραιοποιεί πράγματα και καταστάσεις όταν ισχυρίζεται ότι η παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ αποτελεί μια «νέα μορφή ηγεμονίας» που δεν βασίζεται στην ωμή επιβολή αλλά στον θεμελιώδη ρόλο της πολιτιστικής ηγεμονίας[1], εντούτοις υπογραμμίζει σωστά τη βασική και θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στις δύο μορφές ιμπεριαλισμού: τον παραδοσιακό ιμπεριαλισμό που βασίζεται στην εδαφική επέκταση και κατοχή και έναν ιμπεριαλισμό που βασίζεται στην προώθηση της ήπιας ισχύος και στην παροχή κινήτρων (σ’ επίπεδο οικονομίας, ασφάλειας κ.ο.κ.) για την προσχώρηση των μικρότερων χωρών στη σφαίρα ηγεμονίας του.

Ουσιαστικά, αυτή η τελευταία εκδοχή ιμπεριαλισμού καθορίζεται από τα όρια που θέτουν στην άσκηση επεκτατικής πολιτικής τα δημοκρατικά αντίβαρα που μέχρι πολύ πρόσφατα επιβίωναν εντός των δυτικών κοινωνιών – όχι μόνο σε θεσμικό επίπεδο (Διεθνές Δίκαιο, ΟΗΕ, διεθνή δικαστήρια, συμβάσεις τις οποίες σχεδόν όλα τα δυτικά κράτη έχουν υπογράψει), μα και σ’ επίπεδο κοινωνικό (όπως, π.χ., στην περίπτωση της αντίδρασης σημαντικού κομματιού της αμερικανικής κοινωνίας ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ ή στο Ιράκ). Η κατάργηση ή ο παροπλισμός των μέσων προβολής μιας τέτοιας ήπιας ισχύος, όπως τα προγράμματα ανθρωπιστικής βοήθειας που συντόνιζε η USAID (την οποία, διόλου τυχαία, οι ιθαγενείς αριστεροί καταγγέλλουν ως μια CIA με ανθρώπινο πρόσωπο[2]) ή η περίφημη «Φωνή της Αμερικής» (Voice of America)[3], και η εντελώς απαξιωτική, σατραπικού τύπου δημόσια αντιμετώπιση συμμαχικών χωρών (από τον Καναδά και το Μεξικό ως την Ουκρανία) σηματοδοτούν και σε συμβολικό/επιτελεστικό επίπεδο την αλλαγή στη φύση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Υπό τον Τραμπ, αυτός λαμβάνει χαρακτηριστικά αυτοκρατορικού τύπου, απαιτώντας πλήρη υποταγή, ακόμη και σ’ επίπεδο δημόσιας παρουσίας, των συμμαχικών χωρών όχι απλά στην αμερικανική πολιτική αλλά στις εκάστοτε επιθυμίες του μεγάλου Ηγέτη.

Σε τούτη την κοσμοθεωρητική σύμπλευση, σε ό,τι έχει να κάνει με την αντίληψη περί εξωτερικής πολιτικής αλλά και άσκησης της εξουσίας, γενικότερα, πρέπει ν’ αποδώσουμε τη σκανδαλώδη, εξόφθαλμή και παντελώς ανεξήγητη, βάσει των κυρίαρχων ρεαλιστικών ή οικονομίστικων σχημάτων, συμπόρευση του Τραμπ με την πουτινική Ρωσία («Το σύνολο του ΑΕΠ των σημερινών συμμάχων των ΗΠΑ είναι τουλάχιστον 20 φορές μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ρωσικό, ενώ το εμπόριο με τη Ρωσία δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα σημαντικό για τις ΗΠΑ. Γιατί, τότε, να ξεκινήσει κανείς εμπορικό πόλεμο με τους εύρωστους συμμάχους του για χάρη της πρόσβασης σε μια ασήμαντη, ουσιαστικά, αγορά; Η απάντηση έγκειται, πιθανότατα, στο ότι η συμμαχία με τη Ρωσία επιλέγεται για λόγους που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την προώθηση ή τη διασφάλιση των αμερικανικών συμφερόντων»[4]).

Σύμφωνα με τη Γαλλίδα σοβιετολόγο και ιστορικό Φρανσουάζ Τομ, η οποία ήδη από το 2018 τόνιζε τα κοινά χαρακτηριστικά του τραμπισμού με τον πουτινισμό[5], η σημερινή εκδοχή «καθαρού» τραμπισμού[6] μετατρέπει σταδιακά, πλην όμως με γοργούς ρυθμούς, τις ΗΠΑ σε καθεστώς πουτινικού τύπου, με στοιχεία, μάλιστα, που θυμίζουν τα παλιά ολοκληρωτικά καθεστώτα: επιβολή μιας επίσημης γραμμής στον Τύπο διά του ασφυκτικού ελέγχου των κρατικών ειδησεογραφικών πρακτορείων και της τρομοκράτησης των αντιπολιτευόμενων μέσων (με το φόβητρο μηνύσεων και οικονομικών πιέσεων) αλλά και μεγάλων δικηγορικών γραφείων και πανεπιστημίων που θεωρούνται φιλο-Δημοκρατικά· πλήρης υποταγή της νομοθετικής εξουσίας στην εκτελεστική της ομόλογο (με το Ρεπουμπλικανικό κόμμα να ‘χει πλήρως αλωθεί από τον τραμπισμό, και τα μέλη του Κογκρέσου να μετατρέπονται σε φερέφωνα που αναπαράγουν συντονισμένα μέχρι και τις πιο παρανοϊκές απόψεις του Ηγέτη)· μετατροπή του FBI σε μηχανισμό στοχοποίησης εσωτερικών εχθρών, εγκαθίδρυση ενός συστήματος προσωπολατρίας του αλάθητου Ηγέτη· μετατροπή της δημόσιας διατράνωσης της πίστης μας σ’ εκείνον σε βασικό κριτήριο πρόσληψης στον κρατικό μηχανισμό· σύσταση μιας παράλληλης πραγματικότητας βασισμένης σ’ έναν θεμελιωτικό μύθο (το ότι το αποτέλεσμα των εκλογών του 2020 ήταν προϊόν νοθείας)· υπόνοιες για την αλλαγή του Συντάγματος ώστε ο Ηγέτης να διεκδικήσει μια ακόμα προεδρική θητεία κ.ο.κ.[7].

Είναι στο πλαίσιο της προσωπικής διπλωματίας των Τραμπ-Μασκ που θα πρέπει ν’ αναζητηθούν οι όποιες οικονομικές ή άλλες, «υλικού» τύπου αιτίες ή πτυχές της φιλορωσικής τους πολιτικής. Πρόκειται για τη συζήτηση σχετικά με το αν η Ρωσία, ήδη από τα τελευταία χρόνια της σοβιετικής περιόδου, χρησιμοποιεί τον Τραμπ ως «asset», τουτέστιν ως χρήσιμο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, στο πλαίσιο μιας σχέσης που δεν προϋποθέτει απαραιτήτως τη συνειδητή αποδοχή αυτού του ρόλου από τον εκάστοτε ενδιαφερόμενο. Εν προκειμένω, τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα, καθώς δεν έχουμε αδιάσειστες αποδείξεις. Εντούτοις, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύει κανείς ότι οι οικονομικές σχέσεις που ο Τραμπ διατηρούσε ήδη από τη δεκαετία του ’80 με τη Ρωσία πιθανότατα έχουν επηρεάσει τη φιλική του προαίρεση απέναντι στη χώρα[8]. Αντίστοιχα, όπως τονίζει η Φιόνα Χιλ, ο Μασκ επιθυμεί τη στενή συνεργασία με τη Ρωσία προκειμένου να αναπτύξει περισσότερο τα προγράμματα της Space X και της Starlink[9].

Σε κάθε περίπτωση, και δεν πρόκειται εδώ για απόπειρα εξύφανσης συνωμοσιολογικών σεναρίων, δύο είναι τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα που δίνουν τροφή στις προαναφερθείσες εικασίες: Αφενός, η συντονισμένη προσπάθεια της Ρωσίας, ήδη από τη σοβιετική εποχή, να διεισδύσει στην αμερικανική Δεξιά προκειμένου ν’ αντιστρέψει την αντιρωσική/αντι-κομμουνιστική της πίστη[10]· αφετέρου, η σύμπτωση των πολιτικών του Τραμπ με τις ρωσικές επιδιώξεις, όχι μόνο σ’ επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, μα και σ’ επίπεδο εσωτερικής πολιτικής, ακόμα και σε τομείς φαινομενικά άσχετους με τις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις, όπως η στενότατη συνεργασία με το λόμπι των κρυπτονομισμάτων ή η επιλογή ιδεολογικών παραφρόνων σαν τους Κας Πατέλ και Νταν Μπαντζίνο ως επικεφαλής του FBI και του αντι-εμβολιαστή Ρόμπερτ Κένεντι Τζούνιορ ως Υπουργού Υγείας.

Με άλλα λόγια, η συστηματική αποσάθρωση του ομοσπονδιακού κράτους και της αμερικανικής οικονομίας από τους Τραμπ-Μασκ, μέσω της διαμόρφωσης ενός παρασιτικού και διεφθαρμένου καθεστώτος, που θα άρχει επί μιας οικονομίας-πλυντήριο μαύρου χρήματος, αλλά και της αναστολής της δημογραφικής δυναμικής και των κοινωνικών και τεχνικών κατακτήσεων που μετέτρεψαν τις ΗΠΑ σε παγκόσμια υπερδύναμη, απλώς συμβαδίζει με μια από τις βασικότερες (αν όχι τη βασικότερη) επιδιώξεις της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής: την αποδυνάμωση των ΗΠΑ με σκοπό το πέρασμα από έναν «μονοπολικό» σ’ έναν «πολυπολικό» κόσμο – τουτέστιν σ’ έναν κόσμο όπου θα επικρατεί ο αυτοκρατορικού τύπου ιμπεριαλισμός και οι κάθε είδους αναθεωρητικές επιδιώξεις.

—————————-

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

[1] Βλ.: Ζ. Brzezinski, Η μεγάλη σκακιέρα…, ό.π., κεφ. 1ο.

[2] Βλ.: Κ. Βαξεβάνης, «Το κατάστημα λειτουργεί υπό νέα διεύθυνση», documentonews.gr, 23/2/2025.

[3] Για τη σημασία της VOA ως όπλου των ΗΠΑ σε επίπεδο πολέμου της πληροφορίας, βλ.: B. Wittes “The Situation: Unilateral Disarmament in the Information Wars”, lawfaremedia.org, 17/3/2025.

[4] T. Snyder, “The War Trump Chooses”, ό.π.

[5] Βλ.: F. Thom, Comprendre le poutinisme, Παρίσι, Desclée de Brouwer, 2018.

[6] Τουτέστιν ενός τραμπισμού απαλλαγμένου πλέον από τα όρια που είχαν επιβάλει, κατά την πρώτη προεδρεία Τραμπ, στις επιθυμίες και επιδιώξεις του Νεοϋορκέζου μεγιστάνα τα στελέχη που προέρχονταν από την παραδοσιακή, «γερακίσια» πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (από συμβούλους όπως ο Τζον Μπόλτον μέχρι υπουργούς σαν τον Πομπέο και τον Μπιλ Μπαρ).

[7] F. Thom, «États-Unis: le clonage du poutinisme?», desk-russie.eu, 22/12/2024.

[8] Βλ. για το συγκεκριμένο ζήτημα τη συνέντευξη του Αμερικανού δημοσιογράφου και συγγραφέα, Craig Unger “‘Trump is a Russian asset’” (στο κανάλι του Times Radio στο youtube, 10/3/2025), ο οποίος αναφέρει τα δάνεια που του παρείχαν ρωσικές τράπεζες, αλλά και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος που έκαναν Ρώσοι μαφιόζοι αγοράζοντας διαμερίσματα στον Πύργο Τραμπ της Νέας Υόρκης. Σύμφωνα με το Grok, το λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης του Χ (δηλαδή του Μασκ), «ο Ντ. Τραμπ έχει ενεργήσει κατά τρόπον ώστε να φαίνεται πως θα μπορούσε να χρησιμοποιείται από τη Ρωσία: Εγκωμιάζει τον Βλαντίμιρ Πούτιν και προωθεί πολιτικές που ευθυγραμμίζονται με τα ρωσικά συμφέροντα. Βάσει των διαθέσιμων ιστορικών στοιχείων, κανένας άλλος πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έχει επιδείξει ανάλογη συμπεριφορά και σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό» (απάντηση του Grok στο ακόλουθο ερώτημα του χρήστη lamatzi: «Has any American president ever acted as if he were a Russian asset?»).

[9] Βλ. τη συνέντευξή της “Dr. Fiona Hill – What’s Next for the Russia-Ukraine War”, στο κανάλι του podcast Prof G Conversations στο youtube (21/3/2025).

[10] Βλ. σχετικά το λεπτομερές άρθρο της Γαλλίδας ιστορικού Λορένς Σεν-Ζιλ για τη συστηματική διείσδυση στον χώρο του Ευαγγελισμού και στο λόμπι της οπλοκατοχής, δηλαδή σε δύο χώρους που επηρεάζουν άμεσα την εκλογική βάση των Ρεπουμπλικανών, η οποία έχει καταλήξει στη δημιουργία ενός πραγματικού «ρωσικού λόμπι»: L. Saint-Gilles, «Le lobby russe aux États-Unis», desk-russie.eu, 13/5/2023.

The post Aυτοκρατορική μετάλλαξη του αμερικανικού ιμπεριαλισμού; (Από το βιβλίο: «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά») first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/08/19/aytokratoriki-metallaxi-amerikanikoy-imperialismoy-apospasma-o-polemos-anthropologiki-skopia-politismiki-diastasi-tis-eisvolis-stin-oykrania/feed/ 0 20732