Ζακ Ρανσιέρ - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr Eλευθεριακός ψηφιακός τόπος & εκδόσεις Tue, 16 Sep 2025 10:13:44 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=6.9.4 https://www.aftoleksi.gr/wp-content/uploads/2019/10/cropped-logo-web-transparent-150x150.png Ζακ Ρανσιέρ - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr 32 32 231794430 Ζακ Ρανσιέρ: «Σήμερα, οι άνθρωποι που τρεφόνται με μίσος από τους δισεκατομμυριούχους κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα» https://www.aftoleksi.gr/2025/09/16/zak-ransier-simera-oi-anthropoi-poy-trefontai-misos-toys-disekatommyrioychoys-kyriarchoyn-sti-dimosia-sfaira/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=zak-ransier-simera-oi-anthropoi-poy-trefontai-misos-toys-disekatommyrioychoys-kyriarchoyn-sti-dimosia-sfaira https://www.aftoleksi.gr/2025/09/16/zak-ransier-simera-oi-anthropoi-poy-trefontai-misos-toys-disekatommyrioychoys-kyriarchoyn-sti-dimosia-sfaira/#respond Tue, 16 Sep 2025 09:52:03 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=20958 Νέα συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ στην αγγλική Le monde. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Ιωάννα Μαραβελίδη. Τη συνέντευξη πήρε ο Nicolas Truong και δημοσιεύτηκε στις 26 Αυγούστου σε μία σειρά συνεντεύξεων όπου στοχαστές του Μάη του ’68 μιλούν για την εποχή Τραμπ. Στην παρούσα συζήτηση, ο φιλόσοφος της χειραφέτησης εξετάζει τις ρίζες της τρέχουσας αντιδραστικής επίθεσης [...]

The post Ζακ Ρανσιέρ: «Σήμερα, οι άνθρωποι που τρεφόνται με μίσος από τους δισεκατομμυριούχους κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Νέα συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ στην αγγλική Le monde. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Ιωάννα Μαραβελίδη. Τη συνέντευξη πήρε ο Nicolas Truong και δημοσιεύτηκε στις 26 Αυγούστου σε μία σειρά συνεντεύξεων όπου στοχαστές του Μάη του ’68 μιλούν για την εποχή Τραμπ. Στην παρούσα συζήτηση, ο φιλόσοφος της χειραφέτησης εξετάζει τις ρίζες της τρέχουσας αντιδραστικής επίθεσης και βλέπει τις σύγχρονες ουτοπικές μικρο-κοινότητες ως τους νέους τρόπους «ζωής με ισότητα».

Ο Ζακ Ρανσιέρ, φιλόσοφος γνωστός για το έργο του σχετικά με τη χειραφέτηση, γεννήθηκε στο Αλγέρι το 1940. Μαθητής του Λουί Αλτουσέρ (1918-1990), ο Ρανσιέρ υπήρξε μέρος της καθοδήγησης μιας ολόκληρης γενιάς διανοουμένων από τον καθηγητή στην École Normale Supérieure, ένα από τα πιο έγκριτα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Γαλλία. Στη συνέχεια, το 1969, άρχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Vincennes. Ο Ρανσιέρ διέκοψε τις σχέσεις του με τον επιστημονικό μαρξισμό στο βιβλίο του La leçon d’Althusser [Το μάθημα του Αλτουσέρ, 1974].

Η εμβάθυνσή του στα αρχεία της ιστορίας και της φιλοσοφίας των Γάλλων εργατών οδήγησε στο έργο του La Nuit des prolétaires: Archives du rêve ouvrier [Η νύχτα των προλετάριων: Το όνειρο των εργατών στη Γαλλία του 19ου Αιώνα, 1981], ένα βιβλίο που καθόρισε μεγάλο μέρος του μεταγενέστερου έργου του. Ο φιλόσοφος υποστηρίζει ότι η χειραφέτηση των καταπιεσμένων δεν εξαρτάται από την αποκάλυψη της τάξης που τους υποτάσσει, αλλά μάλλον από το σπάσιμο των προκαθορισμένων ρόλων και της αντίθεσης ανάμεσα σε χειρωνακτική και πνευματική εργασία.

Οι ιδέες του Ρανσιέρ βρίσκονται στο σταυροδρόμι της πολιτικής και της αισθητικής, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Έχει διαμορφώσει μια φιλοσοφία ριζοσπαστικής δημοκρατίας, όπως φαίνεται στα έργα του La Haine de la démocratie [Μίσος για τη Δημοκρατία, 2005] και La Mésentente [Η διαφωνία, 1995].

Nicolas Truong: Το τρέχον πολιτικό κλίμα κυριαρχείται από την άνοδο του εθνικισμού που βασίζεται στην ταυτότητα. Πώς βλέπει αυτή την παγκόσμια αντεπανάσταση ένας φιλόσοφος που επηρεάστηκε από τα κινήματα χειραφέτησης των δεκαετιών του ’60 και του ’70;

Jacques Rancière: Ο τρόπος σκέψης μου διαμορφώθηκε εκείνα τα χρόνια όπου όλα φαίνονταν πιθανά: η επανεφεύρεση του μαρξισμού με τον Λουί Αλτουσέρ, η συμβολή σε έναν νέο κόσμο ελευθερίας και ισότητας που τροφοδοτήθηκε από τα γεγονότα του Μαΐου του 1968 και η αναβίωση μιας ιστορίας χειραφέτησης μέσω του “Les Révoltes logiques” [«Λογικές Εξεγέρσεις»] μεταξύ 1975 και 1981, ενός περιοδικού που συνίδρυσα με τους φιλοσόφους Jean Borreil και Geneviève Fraisse.

Επομένως, μου είναι δύσκολο να αναπνεύσω στη σημερινή ατμόσφαιρα ανισότητας και δουλείας. Δεν πρόκειται για χαμένες ψευδαισθήσεις. Αντίθετα, πρόκειται για μια πραγματική επιδείνωση της ικανότητας να ζούμε, να πειραματιζόμαστε, να σκεφτόμαστε και να δημιουργούμε. Η κινητήρια δύναμη παραμένει, αλλά αγωνίζεται να προσαρμοστεί σε μια εποχή όπου η αντίσταση υπερισχύει της εφευρετικότητας.

N.T.: Γιατί οι προοδευτικοί δεν κατάφεραν να προβλέψουν αυτή την κίνηση;

J.R.: Στην πραγματικότητα, η αντεπανάσταση ξεδιπλώθηκε αργά, βήμα βήμα. Τα κομμάτια του παζλ ενώθηκαν με καθυστέρηση: η χρηματιστικοποίηση της οικονομίας, η μεταφορά επιχειρήσεων σε άλλες χώρες, η καταστροφή της κοινωνικής αλληλεγγύης και η ιδιωτικοποίηση της ζωής μέσω νέων μορφών υποταγής που υπαγορεύονται από τη λεγόμενη «άυλη» οικονομία.

Οι άνθρωποι απέτυχαν να παρατηρήσουν πώς η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση μετατράπηκε σε μια απόλυτη επιθυμία κυριαρχίας σε σώματα και μυαλά, και πώς η προσπάθεια για μείωση του κόστους συγχωνεύτηκε με ιδεολογίες ταυτότητας και με ένα πάθος για τον αποκλεισμό των ανεπιθύμητων.

Αυτή η σύγκλιση επισκιάστηκε από διάφορα προπετάσματα καπνού: την εικόνα μιας «φιλελεύθερης» οικονομίας που καθοδηγείται από το καπιταλιστικό κέρδος, αλλά υποτίθεται ότι ευθυγραμμίζεται με την ελευθερία στον τρόπο ζωής· τον ρόλο των λεγόμενων «σοσιαλιστικών» κομμάτων σε αυτούς τους μετασχηματισμούς, που καθιστούσαν πιο δύσκολη την αναγνώριση του προσώπου του εχθρού· και τις εκστρατείες «αριστερών» διανοουμένων που κατηγόρησαν για την ανάπτυξη της καπιταλιστικής κυριαρχίας τις ανεξέλεγκτες ορέξεις του δημοκρατικού ανθρώπου.

N.T.: Στη Γαλλία, υποστηρίζετε ότι αυτή η αντίδραση έχει λάβει τη μορφή ενός είδους ρεπουμπλικανισμού, του οποίου οι μάχες επικεντρώνονται στην υπεράσπιση του “laïcité” –της γαλλικής έννοιας για τον κοσμικό χαρακτήρα– και την οποία περιγράφετε στο Les Trente inglorieuses [Τα Τριάντα Αδόξαστα Χρόνια, 2022, αμετάφραστο] ως την «ακροδεξιά της αριστεράς». Ποια ευθύνη φέρουν ορισμένοι διανοούμενοι για αυτή τη στροφή προς τα άκρα;

J.R.: Στη Γαλλία, φέρουν σημαντική ευθύνη για την κατάρρευση της αριστερής φιλοσοφίας. Ενώ η κυρίαρχη ομάδα εφεύρισκε συνεχώς νέα όπλα, αυτοί οι διανοούμενοι ισχυρίζονταν ότι ο θανάσιμος κίνδυνος ήταν η απεριόριστη προώθηση της ισότητας. Δημιούργησαν επίσης μια νέα έννοια του laïcité που επιβλήθηκε στα άτομα και συνδέθηκε με την ενδυμασία, παρ’ όλο που η πραγματική, ιστορική laïcité οριζόταν απλά από την ουδετερότητα του κράτους και του εκπαιδευτικού του συστήματος.

Με αυτόν τον τρόπο, προσάρμοσαν στις δυνάμεις της αντίδρασης τα νέα ενδύματα του ρατσισμού και της ισλαμοφοβίας. Συνέβαλαν στην καλλιέργεια μιας κουλτούρας μίσους που άνοιξε τον δρόμο για αυτές τις δυνάμεις. Δημιούργησαν μια ρητορική που τους επιτρέπει να καταδικάζουν κάθε προσπάθεια αντίστασης σε αυτή την αντιδραστική επίθεση ως αντισημιτική και «ισλαμο-αριστερή» [ένας νεολογισμός που χρησιμοποιείται στη γαλλική πολιτική για να δηλώσει την υποτιθέμενη εγγύτητα των αριστερών ιδεολογιών με το Ισλάμ ή ακόμα και τον ισλαμισμό].

N.T.: Γιατί πιστεύετε ότι τα επεξηγηματικά μοντέλα της «προοδευτικής συλλογιστικής» δεν λειτουργούν πλέον για την κατανόηση του τι συμβαίνει;

J.R.: Σύμφωνα με τις προοδευτικές ιδέες, τα φαινόμενα που αντιβαίνουν στις πεποιθήσεις τους προέρχονται πάντα από τα καθυστερημένα στοιχεία της κοινωνίας, δηλαδή από εκείνα που έχουν μείνει πίσω ή έχουν ξεχαστεί από την πρόοδο. Το πρόβλημα θεωρείται πάντα ότι προέρχεται από-τα-κάτω. Ο φασισμός απεικονίζεται ως η εξέγερση των αγροτών που έχουν κολλήσει στο παρελθόν, της μικρής μπουρζουαζίας που έχει κατακλυστεί από την ιστορία ή των εργατών που έχουν εκτοπιστεί από την τεχνολογία. Λέγεται ότι ο Χίτλερ ανήλθε στην εξουσία μέσω των άνεργων μαζών που κατέκλυζαν τους δρόμους. Ο Τραμπ απορρίπτεται επειδή λογίζεται σαν εκπρόσωπος των «λευκών σκουπιδιών» από πρώην βιομηχανικές περιοχές και ούτω καθεξής.

Κι όμως. Ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία από τους κυρίαρχους κύκλους της Γερμανίας, και το σημερινό φασιστικό κύμα έχει ενορχηστρωθεί από δισεκατομμυριούχους που επιθυμούν να εξαλείψουν όλα τα εμπόδια στην κυριαρχία τους – δισεκατομμυριούχους που, μέσω των μέσων ενημέρωσης που δημιούργησαν ή αγόρασαν, έχουν κατασκευάσει το ίδιο το κοινό που τώρα συσπειρώνεται πίσω τους.

«Ο λαός» δεν υπάρχει ως μία έτοιμη οντότητα. Υπάρχουν πολλοί ανταγωνιστικοί τρόποι για να συγκροτηθεί ένας λαός: μέσω κοινών αγώνων και αλληλεγγύης, αλλά και μέσω της δυσαρέσκειας και της χειραγωγημένης κοινής γνώμης. Σήμερα, ο λαός που τροφοδοτείται από τη δυσαρέσκεια που κατασκευάζουν οι δισεκατομμυριούχοι κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα.

N.T.: Σε μια διάλεξη που δόθηκε στις 14 Μαΐου στο Maison de la Poésie στο Παρίσι με τίτλο «Η Δύναμη του Συναισθήματος», υποστηρίξατε ότι οι υποθέσεις της κοινωνικής επιστήμης είναι συνυφασμένες με την άνιση τάξη πραγμάτων στον κόσμο. Είναι ο τραμπισμός και αυτό που οι συντηρητικοί αποκαλούν “woke” οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος;

J.R.: Δεν είπα ότι είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Απλώς τόνισα την ιστορικά παρατηρήσιμη εξέλιξη της κοινωνικής επιστήμης. Κάποτε, στόχευε στην ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων όχι μόνο για να καταγγείλει τις ανισότητες αλλά και για να παράσχει τα μέσα για την καταπολέμησή τους – είτε επαναστατικά είτε μεταρρυθμιστικά μέσα.

Ωστόσο, το γεγονός είναι ότι, ενώ ισχυριζόταν ότι ήταν κριτική, η κοινωνική επιστήμη σταδιακά εγκατέλειψε αυτή τη φιλοδοξία. Τώρα περιγράφει όλες τις πτυχές της κυριαρχίας. Μπορεί να τις καταγγέλλει. Αλλά η δύναμή της δεν πάει παραπέρα. Στην καλύτερη περίπτωση, προσφέρει την ψευδαίσθηση της γνώσης – στην πραγματικότητα απλώς το αίσθημα ότι κάποιος είναι ανώτερος από εκείνον που τη στερείται. Κι εδώ, η αυταρέσκεια όσων χλευάζουν την άγνοια και τα λάθη του Τραμπ αντικατοπτρίζει ακριβώς τη δική του αντίστοιχη αίσθηση ανωτερότητας απέναντι στους ηλίθιους που δεν ξέρουν πώς να βγάζουν χρήματα.

Κατά μία έννοια, πρόκειται για μια πολύ συγκεκριμένη σύγκλιση. Αλλά ίσως είναι και καθοριστική: Όλα ξεκινούν με μια υπόθεση ισότητας ή ανισότητας. Η κυρίαρχη κοινωνική επιστήμη ξεκινά σαφώς από την τελευταία, βασίζοντας τη συλλογιστική της όχι σε αυτό που μπορούν να κάνουν οι απλοί άνθρωποι αλλά σε αυτό που δεν μπορούν.

N.T.: Γι’ αυτό η λογοτεχνία, όπως τα μυθιστορήματα του Τσέχωφ, στα οποία έχετε αφιερώσει ένα πρόσφατο βιβλίο, Au loin la liberté  [Απόμακρη Ελευθερία, 2024], είναι τόσο σημαντική; Και γιατί μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από αυτό που αποκαλείτε «θλίψη της γνώσης»;

J.R.: Η «θλίψη της γνώσης» είναι το επακόλουθο της επιστημονικής πίστης. Γνωρίζουμε τα πάντα για το πώς λειτουργεί η κυριαρχία. Αλλά αυτή η γνώση δεν παρέχει πλέον κανένα όπλο εναντίον της. Αντίθετα, μας ενθαρρύνει να υποταχθούμε στην αναγκαιότητα των πραγμάτων, με τη μόνη παρηγοριά ότι γνωρίζουμε αυτό που οι αδαείς δεν γνωρίζουν και μπορούμε να κοιτάμε αφηρημένα τις δυνάμεις που μας κοιτάζουν αφηρημένα.

Τα γραπτά του Τσέχωφ μπορούν να μας βοηθήσουν να ξεφύγουμε από αυτή τη λογική της υποταγής. Απορρίπτει τις μεγάλες αλυσίδες αιτίας και αποτελέσματος που εξηγούν τη δουλεία και τις θεωρίες που ισχυρίζονται ότι θα είμαστε ελεύθεροι μόνο όταν αλλάξει η ίδια η βάση της κοινωνίας. Ενάντια στον επιστημονισμό [μια πεποίθηση του 19ου αιώνα ότι η επιστήμη είναι ο καλύτερος, αν όχι ο μόνος, τρόπος για να ανακαλύψει κανείς την αλήθεια για τον κόσμο] της εποχής του, πίστευε ότι η δουλεία είναι αυτο-διαιωνιζόμενη. Πρώτα και κύρια, πηγάζει από τον φόβο του άγνωστου εδάφους της ελευθερίας και από την αποδοχή μιας πορείας του χρόνου όπου κάποιος γνωρίζει ήδη τι αναμένεται.

Ο Τσέχωφ μάς λέει ότι η ελευθερία μπορεί να είναι μακριά αλλά, έστω από αυτή την απόσταση, μας καλεί να αλλάξουμε τη ζωή μας. Ο ίδιος ζωγραφίζει χαρακτήρες σε συνθήκες όπου οι ζωές τους θα μπορούσαν να μεταμορφωθούν αν έκαναν το άλμα. Και ακόμα κι αν αποφεύγουν αυτό το κάλεσμα για ελευθερία, αυτός συνεχίζει να τους συνοδεύει, αντιμετωπίζοντάς τους ως άτομα που θα μπορούσαν να είναι ελεύθερα. Σε αυτό, αντιτίθεται ριζικά στην ατμόσφαιρα περιφρόνησης που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, συμβαδίζει με τον φόβο. Μας βοηθά να καταλάβουμε ότι η δύναμη να αλλάξεις τη ζωή ξεκινά πάντα με μια ορισμένη άρνηση της γνώσης.

N.T.: Δεν βιώνουμε επίσης μια περίοδο πνευματικής δημιουργικότητας και πειραματισμού υπέρ της ισότητας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού κινήματος;

J.R.: Πράγματι, ο περιβαλλοντικός ακτιβισμός έχει επεκτείνει και ενισχύσει την εναλλακτική παράδοση της δημιουργίας νέων τρόπων ζωής, εργασίας, κατοίκησης, καλλιέργειας της γης, διατροφής και μοιράσματος πλούτου και ευθύνης. Τέτοιες ιδέες έχουν εξαπλωθεί σε κάθε τομέα, ωθώντας σε μια επανεξέταση των μορφών κυριαρχίας και χειραφέτησης.

Δεν πιστεύω όμως ότι οι μερικές αναλύσεις που προέκυψαν από αυτές τις προσπάθειες μάς έχουν επιτρέψει να αναπτύξουμε μια ολοκληρωμένη κατανόηση της κατάστασής μας ή της συλλογικής ικανότητας να σφυρηλατήσουμε ένα διαφορετικό μέλλον. Οι κύριες συνθέσεις που έχουν αντικαταστήσει τη μαρξιστική σύνθεση, όπως αυτή του Μπρούνο Λατούρ (1947-2022), δεν έχουν δημιουργήσει καμία πολιτική ορμή ικανή να καταπολεμήσει την κυριαρχία.

Σήμερα γινόμαστε μάρτυρες μιας σημαντικής αντιστροφής. Οι αγώνες των δύο προηγούμενων αιώνων οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι μικρές ουτοπικές κοινότητες που ήθελαν να αλλάξουν τη ζωή άμεσα ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία και ότι μόνο η προοπτική μιας παγκόσμιας αναταραχής ήταν ρεαλιστική. Σήμερα, η αίσθηση είναι μάλλον ότι μόνο οι μικρές κοινότητες προσφέρουν πραγματικές δυνατότητες για αλλαγή και ότι η ιδέα της παγκόσμιας αναταραχής έχει γίνει ουτοπική.

N.T.: Απέναντι σε έναν φαινομενικά αποκλεισμένο ορίζοντα, τι μπορούν να ελπίζουν σήμερα όσες-όσοι επιθυμούν να αντιταχθούν σε αυτή την εθνικιστική και βασισμένη στην ταυτότητα οπισθοδρόμηση;

J.R.: Πάντα έλεγα ότι η ελπίδα εξαρτάται λιγότερο από ένα όραμα για τον στόχο που πρέπει να επιτευχθεί και περισσότερο από την εμπιστοσύνη που πηγάζει από τις ενέργειες του παρόντος. Βλέπω μόνο φρίκη όταν σκέφτομαι τα λόγια και τις πράξεις των σημερινών κυρίων του κόσμου, αλλά βλέπω επίσης, παντού, άνδρες και γυναίκες που θέλουν να ζήσουν ως ίσοι, που διεκδικούν το ίσο δικαίωμα όλων των ανθρώπων και που είναι ταυτόχρονα αποφασισμένοι να καταπολεμήσουν την επικρατούσα αδικία, να βοηθήσουν τα θύματά της και να διασφαλίσουν ότι η Γη θα παραμείνει κατοικήσιμη για τις μελλοντικές γενιές.

Βλέπω τη γενναιοδωρία, την εφευρετικότητα και το θάρρος να εκδηλώνονται σε χιλιάδες μορφές. Ο Ζοζέφ Ζακοτό (1770-1840), ο φιλόσοφος της πνευματικής χειραφέτησης, πίστευε ότι ο κοινωνικός μηχανισμός ήταν καταδικασμένος στην ανισότητα. Ωστόσο, πίστευε ότι ήταν δυνατό για κάθε άτομο σε αυτή την άνιση κοινωνία να ζει ως ίσος.

Παρότι δεν κάνω προβλέψεις για το μέλλον της κοινωνίας, πιστεύω ότι αυτό το παράδοξο της χειραφέτησης είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.


Φάκελος Ζακ Ρανσιέρ:

https://www.aftoleksi.gr/tag/zak-ransier/

ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ:

Ζακ Ρανσιέρ: Οι δημοκρατίες εναντίον της δημοκρατίας

The post Ζακ Ρανσιέρ: «Σήμερα, οι άνθρωποι που τρεφόνται με μίσος από τους δισεκατομμυριούχους κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/09/16/zak-ransier-simera-oi-anthropoi-poy-trefontai-misos-toys-disekatommyrioychoys-kyriarchoyn-sti-dimosia-sfaira/feed/ 0 20958
Ζακ Ρανσιέρ: «Η ολοκληρωτική διαδικασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη» https://www.aftoleksi.gr/2025/04/10/zak-ransier-i-oloklirotiki-diadikasia-vrisketai-idi-se-exelixi/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=zak-ransier-i-oloklirotiki-diadikasia-vrisketai-idi-se-exelixi https://www.aftoleksi.gr/2025/04/10/zak-ransier-i-oloklirotiki-diadikasia-vrisketai-idi-se-exelixi/#respond Thu, 10 Apr 2025 07:38:20 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=19810 Συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ στο πορτογαλικό περιοδικό Publico. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Θοδωρής Καρυώτης Τι αντιπροσωπεύει η δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ; Το δίδυμο Ντόναλντ Τραμπ/Ελον Μασκ συμβολίζει την εποχή του απόλυτου καπιταλισμού. Ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός οδήγησε τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι η ελεύθερη αγορά είναι απλώς ένα μέσο για την επίτευξη κέρδους και [...]

The post Ζακ Ρανσιέρ: «Η ολοκληρωτική διαδικασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ στο πορτογαλικό περιοδικό Publico. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Θοδωρής Καρυώτης

Τι αντιπροσωπεύει η δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ;

Το δίδυμο Ντόναλντ Τραμπ/Ελον Μασκ συμβολίζει την εποχή του απόλυτου καπιταλισμού. Ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός οδήγησε τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι η ελεύθερη αγορά είναι απλώς ένα μέσο για την επίτευξη κέρδους και ότι η ελεύθερη επιδίωξη του κέρδους είναι συμβατή με την ελευθερία των ατόμων που καταναλώνουν αγαθά και υπηρεσίες. Η σύγχρονη εκδοχή του καπιταλισμού είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν επιδιώκει απλώς τη μεγιστοποίηση των κερδών, αλλά την απόλυτη κυριαρχία επί των σωμάτων και των μυαλών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το κεφάλαιο επενδύει όλο και περισσότερο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στην πληροφόρηση. Σήμερα, τα χρησιμοποιεί για την άμεση προώθηση των αξιών του και για την απαγόρευση των απόψεων που είναι αντίθετες με αυτό ή απλά αμφισβητούν την αλήθεια όσων ισχυρίζεται. Είναι αυτή η μέθη της απεριόριστης κυριαρχίας που εκφράζεται στους ναζιστικούς χαιρετισμούς του Έλον Μασκ ή του Στηβ Μπάνον.   

Θα μπορούσε αυτός ο απόλυτος καπιταλισμός να μας οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό, υποκινούμενο από την τεχνολογία;

Αυτή η ολοκληρωτική διαδικασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Είναι φανερό ότι ο λεγόμενος φιλελευθερισμός δεν εγκρίνει καμία μορφή ζωής που ξεφεύγει από τους νόμους του. Τώρα μας δείχνει ότι θέλει να ρυθμίσει αυστηρά το τι μπορεί να σκεφτεί και να πει κανείς. Αλλά δεν πρέπει να κατανοήσουμε αυτή τη λογική της εξουσίας και του κέρδους ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της τεχνολογικής ανάπτυξης. Ο Χίτλερ δεν είχε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, αλλά ήξερε να λέει ψέματα εξίσου καλά με τον Τραμπ.

Στο έργο Αισθητική και πολιτική, ο μερισμός του αισθητού [Εκδόσεις του 21ου, 2012], προτείνετε να σκεφτούμε την πολιτική, την κοινότητα και τον κόσμο από το πρισμα του διαμοιρασμού του αισθητού. Πώς μπορεί αυτός ο διαμοιρασμός του αισθητού, νοούμενος ως ικανότητα, να απαντήσει στη στροφή προς την ακροδεξιά στην Ευρώπη και στους πολέμους στην Ουκρανία και την Παλαιστίνη;

Για να απαντήσω στο ερώτημά σας, θα περιοριστώ σε ό,τι συμβαίνει στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, που έχουν μια ιστορία συγκρίσιμη με εκείνη της Γαλλίας. Έχουν βιώσει την καταστροφή των εργοστασίων και της εργατικής κοινότητας, σχεδιασμένη από τη λογική του απόλυτου καπιταλισμού. Έχουν υποστεί τη διάβρωση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και των δημόσιων υπηρεσιών. Βασικά, είδαν την καταστροφή των συλλογικών δεσμών, που προσέφεραν στα άτομα την αίσθηση της αλληλεγγύης, και την καταστροφή της ικανότητας των εργαζομένων να σχηματίσουν μια συλλογική δύναμη ικανή να αλλάξει τη μοίρα τους. Ο καπιταλισμός πέτυχε τον στόχο του να έχει μόνο απομονωμένα άτομα να του αντιστέκονται, ανίκανα να ενωθούν και να δράσουν συντονισμένα.

Το ερώτημα σήμερα είναι: πώς μπορούν ανίσχυρα και απομονωμένα άτομα να αισθανθούν ενωμένα και ισχυρά; Ποια οικονομία κοινών συναισθημάτων μπορεί να υποκαταστήσει τις πραγματικές σχέσεις αλληλεγγύες που έχουν καταστραφεί; Σήμερα, τα πιο αποτελεσματικά συναισθήματα είναι αυτά της αγανάκτησης, του φόβου και του μίσους για τους άλλους. Είναι εντελώς παιδαριώδες να τους γελοιοποιούμε [αυτούς που ψηφίζουν λαϊκιστικά ή ακροδεξιά κόμματα], γιατί το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να συμμετέχουμε στην οικονομία της αγανάκτησης.

Σήμερα, η ελπίδα βρίσκεται σε όσους δημιουργούν δεσμούς αλληλεγγύης και χώρους όπου είναι δυνατόν να αναπνεύσουμε τον αέρα της ισότητας και της συλλογικής ικανότητας. Για να δώσουμε μάχες και να κερδίσουμε νίκες, έστω και περιορισμένες, που μπορούν να ανοίξουν ξανά το πεδίο των δυνατοτήτων και της εμπιστοσύνης. (…)

Πώς μπορούμε να εξανθρωπίσουμε τις ανθρώπινες αισθήσεις σε έναν κόσμο που έχει μεταμορφωθεί από τα κοινωνικά δίκτυα;

Νομίζω ότι δεν πρέπει να αποδώσουμε στους μετασχηματισμούς που έχει επιφέρει η τεχνολογία τα κακά που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι, ακόμη και με τα πιο περιορισμένα μέσα. Τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργήθηκαν και χρησιμοποιούνται από τους ανθρώπους για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς τους. Μέσω αυτών, αναμφίβολα, οι καπιταλιστές επιδιώκουν τον διπλό στόχο του πλουτισμού και της κυριαρχίας. Όμως δεν εφηύραν αυτά τα μέσα τη λογική του κέρδους, του ψεύδους και της χειραγώγησης. Υπήρχαν πάντοτε στη δημόσια σφαίρα, από τις φήμες του παρελθόντος μέχρι τα ψέματα της κρατικής προπαγάνδας και τον έλεγχο του τύπου από τους ισχυρούς και τους πλουσίους. Αυτή η δημόσια σφαίρα σφυρηλάτησε πάντα έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρωπότητας, και πιθανώς απανθρωποποίησης, τις οποίο έπρεπε συνεχώς να πολεμούμε προκειμένου να δημιουργήσουμε μια διαφορετική μορφή ανθρωπότητας.

Περισσότερα για τον Ρανσιέρ στο ΑΥΤΟΛΕΞΕΙ: https://www.aftoleksi.gr/tag/zak-ransier/

The post Ζακ Ρανσιέρ: «Η ολοκληρωτική διαδικασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/04/10/zak-ransier-i-oloklirotiki-diadikasia-vrisketai-idi-se-exelixi/feed/ 0 19810
Joseph Jacotot | Ο αδαής δάσκαλος – Η αρχή της εξήγησης ως αρχή της αποβλάκωσης https://www.aftoleksi.gr/2024/11/10/joseph-jacotot-o-adais-daskalos/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=joseph-jacotot-o-adais-daskalos https://www.aftoleksi.gr/2024/11/10/joseph-jacotot-o-adais-daskalos/#respond Sun, 10 Nov 2024 10:02:36 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=15718 Joseph Jacotot | Ο αδαής δάσκαλος (4 Μάρτιος 1770 – 30 Ιουλίου 1840). Το 1818, ο Ζοζέφ Ζακοτό, ένας εξόριστος Γάλλος δάσκαλος στο Πανεπιστήμιο της Λουβέν, ανακάλυψε μια αντισυμβατική μέθοδο διδασκαλίας που έσπειρε τον πανικό στη μορφωμένη Ευρώπη. Μη γνωρίζοντας φλαμανδικά, ο Ζακοτό κατάφερε να διδάξει στα γαλλικά Φλαμανδούς μαθητές που δεν γνώριζαν γαλλικά. Η [...]

The post Joseph Jacotot | Ο αδαής δάσκαλος – Η αρχή της εξήγησης ως αρχή της αποβλάκωσης first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Joseph Jacotot | Ο αδαής δάσκαλος (4 Μάρτιος 1770 – 30 Ιουλίου 1840).

Το 1818, ο Ζοζέφ Ζακοτό, ένας εξόριστος Γάλλος δάσκαλος στο Πανεπιστήμιο της Λουβέν, ανακάλυψε μια αντισυμβατική μέθοδο διδασκαλίας που έσπειρε τον πανικό στη μορφωμένη Ευρώπη. Μη γνωρίζοντας φλαμανδικά, ο Ζακοτό κατάφερε να διδάξει στα γαλλικά Φλαμανδούς μαθητές που δεν γνώριζαν γαλλικά. Η γνώση, συμπέρανε ο Ζακοτό, δεν είναι απαραίτητη στη διδασκαλία, ούτε η εξήγηση απαραίτητη στη μάθηση. Τα αποτελέσματα αυτού του ασυνήθιστου πειράματος παιδαγωγικής τον οδήγησαν στη διαπίστωση ότι όλοι οι άνθρωποι είναι εξίσου νοήμονες και ότι η γνώση, και κατ’ επέκταση η εξηγητική διαδικασία, δεν είναι απαραίτητη για την παραγωγή γνώσης. Βασισμένος σε αυτή τη διαπίστωση, ο Ζακοτό επινόησε μια φιλοσοφία και μια μέθοδο που ονόμασε πνευματική χειραφέτηση, μια μέθοδο που επιτρέπει, για παράδειγμα, σε αναλφάβητους γονείς να διδάξουν οι ίδιοι τα παιδιά τους.

Κείμενο: Το Μικρό Δέντρο

Παράδοξη παιδαγωγική & Ριζοσπαστική πράξη

Το πείραμα

Το βιβλίο του Ζακ Ρανσιέρ «Ο αδαής δάσκαλος» ξεκινά με την ιστορία του Γάλλου διανοούμενου Ζοζέφ Ζακοτό, που λόγω της πολιτικής του δράσης, βρέθηκε εξόριστος στην Ολλανδία και χρειάστηκε να διδάξει σε ανθρώπους που δεν ήξεραν καθόλου τη δική του γλώσσα και αλλά και αυτός δεν ήξερε τη δική τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ξεκίνησε ένα παράδοξο πείραμα…

Η εξηγητική μέθοδος διδασκαλίας ως αρχή της αποβλάκωσης

Ο φιλόσοφος Ζακ Ρανσιέρ μέσα από το πείραμα του Ζακοτό παρουσιάζει προβληματισμούς και θέσεις για την κυρίαρχη εκπαιδευτική διαδικασία και τις πολιτικές που τις διέπουν. Ξεκινώντας με την παραδοχή πως το ουσιαστικό έργο των δασκάλων είναι να εξηγούν, απομονώνοντας τα στοιχεία της γνώσης και μετατρέποντας τη σε πληροφορία, έτσι οι μαθητές/τριες σύμφωνα με την πρότερη εξοικείωσή τους φτάνουν στον κοινωνικό προορισμό που τους αντιστοιχεί. Για τους δασκάλους χαρακτηριστικά τονίζει πως οι δάσκαλοι-αποβλακωτές είναι και οι ίδιοι χειραγωγούμενοι, είναι αυτοί που ορίζουν τη νοημοσύνη σύμφωνα με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών στόχων που έχουν οριστεί από το αναλυτικό πρόγραμμα, συνοψίζοντας ότι καμία λύση δεν μπορεί να έρθει από αυτόν τον φαύλο κύκλο της πειθάρχησης δασκάλου-μαθητή.

Η ισότητα ως αρχή της πνευματικής χειραφέτησης

Ο Ζακοτό δεν έδωσε καμία εξήγηση, θεωρώντας τις εξηγήσεις περιττές, διότι οι μαθητές/τριες μπορούν να αντιληφθούν μόνοι/ες τους. Οι γνώσεις που μαθαίνουν τα παιδιά είναι αυτές που μαθαίνουν από μόνα τους, όπως για παράδειγμα η μητρική γλώσσα. Η ουσιαστική κινητήρια δύναμη της μάθησης είναι η ίδια η επιθυμία, η ανάγκη και η θέληση. Ο/η χειραφετημένος/η μαθητής/τρια, σύμφωνα με τον Ζακοτό, είναι αυτός/η που έχει αυτορρυθμίσει την έρευνα του/της, και υπακούει στον εαυτό του/της. Η μέθοδος αυτή είναι αποκλειστικά του ατόμου και ο ίδιος την ονομάζει “οδό ελευθερίας”. Αυτή η οδός είναι διάσπαρτη από σκέψη, καταγραφή, αφήγηση, κριτική, αυτοσχεδιασμό, αναστοχασμό και ένα τριπλό ερώτημα: τι βλέπω; τι νομίζω; και τι κάνω εγώ γι’αυτό;

Η καθολική διδασκαλία ως πολιτική αρχή

Η καθολική διδασκαλία προϋποθέτει την ισότητα και η ισότητα τη χειραφέτηση. Μπορούμε επίσης να ονειρευτούμε αυτή την κοινωνία, την κοινωνία των ίσων και της χειραφέτησης, ενάντια στον παραλογισμό των ανώτερων και των κατώτερων -ακόμα και ενάντια στους σοφούς(!)- σε αυτούς που παρουσιάζονται ως ανώτεροι και αυθεντίες, ο παραλογισμός της υποταγής στον νομό της μάζας που όμως ο καθένας έχει την αξίωση να διακριθεί και να ξεχωρίσει ατομικά από αυτήν. Το ζητούμενο δεν είναι να φτιάξουμε κι άλλους φλύαρους ανωτέρους -μιας και θεωρείται πως όποιος μιλάει πιο πολύ είναι κι ο σοφότερος- αλλά να επιτρέψουμε στον εαυτό μας και στα παιδιά μας να διδαχτούμε αυτό που αγνοούμε, δηλαδή τις ασάφειες.

Η ασάφεια ως παιδαγωγική αρχή

Τα λόγια του δασκάλου είναι ένα σύνολο εξηγήσεων των βιβλίων, και τα βιβλία ένα σύνολο παραδοχών και συλλογισμών. Γιατί χρειάζεται να εξηγούν οι δάσκαλοι αυτά που ήδη κάποιοι/ες έχουν γράψει; Γιατί οι δάσκαλοι να είναι οι αρμόδιοι για την ερμηνεία αυτών; Με τη σειρά τους, οι μαθητές/τριες χρειάζεται να μάθουν αυτές τις ερμηνείες που τους διδάσκουν, να τις κατανοήσουν και να τις αναπαράγουν. “Η εξήγηση δεν είναι θεραπεία για την κατανόηση”. Οι δάσκαλοι χρειάζεται να σπάσουν τη διδακτέα ύλη, να δημιουργήσουν ένα μικρό περιθώριο ασάφειας. Αυτή την ασάφεια θα αδράξουν οι μαθητές/τριες για να ξετυλίξουν το δικό τους ερευνητικό κουβάρι. Μια εκπαιδευτική πράξη που δεν συνοψίζεται τόσο σε μια μέθοδο, αλλά υπάρχει σαν μια ολιστική φιλοσοφία της εκπαιδευτικής πράξης.

«Έτσι σκεφτόταν και έπραττε ο Ζακοτό τριάντα χρόνια στην εκπαίδευση, να λοιπόν, που ο κόκκος της άμμου κάποιες φορές τρυπώνει και τυχαία στη μηχανή… Από τη Λουβεν στις Βρυξέλλες και στη Χάγη ανησύχησαν, από το Παρίσι και τη Λυόν πήραν την ταχυδρομική άμαξα. Ήρθαν από την Αγγλία και την Πρωσία για να μάθουν νέα και πήγαν να τα μεταδώσουν στην Αγία Πετρούπολη και την Νέα Ορλεάνη. Οι φήμες έφτασαν μέχρι το Ρίο ντε Τζανέιρο. Για πολλά χρόνια είχε ξεσπάσει διαμάχη, και η δημοκρατία της γνώσης έτρεμε συθέμελα. Κι όλα αυτά επειδή ένας άνθρωπος… αποτρελάθηκε λόγω άγνοιας της ολλανδικής γλώσσας».

«Δεν έχω τίποτα να σας διδάξω, γιατί δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό το θέμα»

Διαβάστε!
> Ζακ Ρανσιέρ, Ο αδαής δάσκαλος – πέντε μαθήματα πνευματικής χειραφέτησης, μτφρ. Δάφνη Μπουνάνου, εκδ. Νήσος 2008.

Ξαναδιαβάστε!
> Συνέντευξη του Ζ. Ρανσιέρ, Αυτολεξεί:
https://www.aftoleksi.gr/2020/12/17/zak-ransier-politiki-di-okratia-cheirafetisi/

Φάκελος Ζακ Ρανσιέρ:

https://www.aftoleksi.gr/tag/zak-ransier/

“…κανένα κόμμα, καμία κυβέρνηση, κανένας στρατός, κανένα σχολείο και κανένας θεσμός δεν πρόκειται ποτέ να χειραφετήσει ούτε ένα άτομο.”
Ζακ Ρανσιέρ

The post Joseph Jacotot | Ο αδαής δάσκαλος – Η αρχή της εξήγησης ως αρχή της αποβλάκωσης first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/11/10/joseph-jacotot-o-adais-daskalos/feed/ 0 15718
Ρανσιέρ για τις γαλλικές εκλογές: «Δεν υπάρχει κρίση της δημοκρατίας επειδή δεν υπάρχει δημοκρατία» https://www.aftoleksi.gr/2024/07/12/ransier-tis-gallikes-ekloges-den-yparchei-krisi-tis-dimokratias-yparchei-pragmatiki-dimokratia/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=ransier-tis-gallikes-ekloges-den-yparchei-krisi-tis-dimokratias-yparchei-pragmatiki-dimokratia https://www.aftoleksi.gr/2024/07/12/ransier-tis-gallikes-ekloges-den-yparchei-krisi-tis-dimokratias-yparchei-pragmatiki-dimokratia/#respond Fri, 12 Jul 2024 05:46:12 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=16752 Η συνέντευξη του Octave Larmagnac-Matheron με τον Ζακ Ρανσιέρ έγινε λίγο πριν από τη διεξαγωγή των γαλλικών εκλογών. Οι σκέψεις που εκφράζει εδώ ο πάντα οξυδερκής φιλόσοφος παραμένουν το ίδιο επίκαιρες και μετά τις κάλπες. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Θοδωρής Καρυώτης, Επιμέλεια: Αντώνης Χ. | Φωτογραφία κειμένου: Ο Ζακ Ρανσιέρ μιλά σε διαμαρτυρία κατά της [...]

The post Ρανσιέρ για τις γαλλικές εκλογές: «Δεν υπάρχει κρίση της δημοκρατίας επειδή δεν υπάρχει δημοκρατία» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Η συνέντευξη του Octave Larmagnac-Matheron με τον Ζακ Ρανσιέρ έγινε λίγο πριν από τη διεξαγωγή των γαλλικών εκλογών. Οι σκέψεις που εκφράζει εδώ ο πάντα οξυδερκής φιλόσοφος παραμένουν το ίδιο επίκαιρες και μετά τις κάλπες. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Θοδωρής Καρυώτης, Επιμέλεια: Αντώνης Χ. | Φωτογραφία κειμένου: Ο Ζακ Ρανσιέρ μιλά σε διαμαρτυρία κατά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης έξω από το Λούβρο, 27 Μαρτίου 2023.

Ποιες είναι οι πρώτες σας εντυπώσεις από την ανακοίνωση της ανόδου του Εθνικού Συναγερμού (ΕΣ) στις ευρωεκλογές και τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης;

Ζακ Ρανσιέρ: Η εν λόγω άνοδος ήταν αναμενόμενη εδώ και πολύ καιρό. Και, προπάντων, είχε από καιρό προετοιμαστεί συστηματικά από τις κυβερνήσεις μας, τόσο τις αριστερές όσο και τις δεξιές, οι οποίες δεν έπαψαν ποτέ να λένε ότι η ακροδεξιά θέτει τα σωστά ερωτήματα, αλλά ότι μόνο αυτές είναι ικανές να δώσουν τις σωστές απαντήσεις. Προετοιμάστηκε από όλους εκείνους που δεν έπαψαν ποτέ να προωθούν έναν ρατσισμό από τα πάνω απέναντι στον «λαϊκό» ρατσισμό του ΕΣ, από όλους εκείνους που έκαναν αυτόν τον θεσμικό ρατσισμό ελκυστικό, βάφοντάς τον με τα χρώματα της Δημοκρατίας, της κοσμικότητας, της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, της καταπολέμησης του αντισημιτισμού και άλλων παραδοσιακών αριστερών αξιών. Το πρόβλημα δεν είναι ο αριθμός των ψήφων που έλαβε το ανοιχτά ρατσιστικό κόμμα, αλλά η επικράτηση του ρατσισμού στην κυβέρνηση, στα μέσα ενημέρωσης και στη σφαίρα της διανόησης. Όσο για τον Μακρόν, διακατέχεται από την κοινή αυταπάτη όσων βρίσκονται στην εξουσία, οι οποίοι συγχέουν την επιθυμία τους για εξουσία με την κατοχή σημαντικών στρατηγικών δεξιοτήτων. Καλύτερα να μην προσπαθήσουμε περισσότερο να διεισδύσουμε στα σκοτεινά τους κίνητρα.

Ο Μακρόν λέει ότι διαλύοντας την Εθνοσυνέλευση έκανε την «επιλογή της δημοκρατίας», απευθυνόμενος απευθείας στο εκλογικό σώμα σε μια εποχή αναταραχής. Ποιες είναι οι σκέψεις σας σχετικά με αυτό;

ΖΡ: Η δημοκρατία είναι η εξουσία των ίσων ως ίσων. Η άσκηση αυτής της εξουσίας προϋποθέτει την ύπαρξη μορφών διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων που να είναι αυτόνομες από τους κρατικούς θεσμούς και ικανές να ασκούν έλεγχο σε αυτούς. Το εκλογικό σύστημα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι ένας μηχανισμός ρύθμισης της σχέσης της εξουσίας με τον πληθυσμό, η λειτουργία του οποίου εξαρτάται από την ίδια την εξουσία. Σε ένα αυταρχικό μοναρχικό σύστημα όπως αυτό της Πέμπτης Δημοκρατίας, το διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας της εξουσίας και αυτής της προσομοίωσης λαϊκής εξουσίας καθιστά τις εκλογές μια εμπαθή μηχανή, στην οποία μόνο δύο είδη παθών επιτρέπονται: η παραίτηση ή η μνησικακία. Οι κυβερνήσεις μας έχουν ποντάρει στο πρώτο μέχρι τελικής πτώσεως. Ο ΕΣ ποντάρει στο δεύτερο.

Η δημοκρατία δεν έχει καμία σχέση με αυτά τα παιχνίδια, τα οποία, αντίθετα, καταδεικνύουν την απουσία της.

Δηλαδή δεν βιώνουμε μια κρίση της δημοκρατίας;

ΖΡ: Δεν υπάρχει κρίση της δημοκρατίας επειδή δεν υπάρχει πραγματική δημοκρατία. Υπάρχει ένα μπασταρδεμένο σύστημα που δεν είναι καν αντιπροσωπευτικό, αφού το αντιπροσωπευτικό σύστημα προϋποθέτει τον έλεγχο των ψηφοφόρων επί των εκλεγμένων αντιπροσώπων και των κυβερνήσεων, κάτι που δεν υπάρχει σήμερα. Αυτό που βρίσκεται σε κρίση είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η συναινετική ουτοπία της διαχειριστικής διακυβέρνησης, η οποία πιστεύει ότι μια χώρα μπορεί να κυβερνηθεί με τον ίδιο τρόπο που διοικείται μια εμπορική τράπεζα, ζητώντας από τον πληθυσμό μια στο τόσο να εγκρίνει τον ισολογισμό της. Το πρόβλημα είναι ότι, την ίδια στιγμή που εκθέτει τον εαυτό της στην καταστροφή, καταστρέφει επίσης τις προϋποθέσεις για μια δημοκρατική απάντηση και αφήνει χώρο μόνο στις εχθρικές παρορμήσεις.

Γιατί αυτή η κατάσταση ευνοεί την ακροδεξιά; Υπάρχει μια παράδοξη έλξη για τις αυταρχικές μορφές;

ΖΡ: Σίγουρα το ζήτημα δεν είναι οι «αυταρχικές» μορφές. Η ακροδεξιά δεν έχει καμία υπεροχή έναντι των άλλων κομμάτων από αυτή την άποψη. Η προνομιακή της θέση απορρέει από δύο διαφορετικές αιτίες που αθροίζονται.

Πρώτον, σε αυτή τη μηχανή που επιτρέπει μόνο την παραίτηση ή τη μνησικακία, είναι προφανές ότι το πλεονέκτημα έχουν οι ειδικοί στη μνησικακία. Και η διαχείριση της μνησικακίας είναι αδιαμφισβήτητη ειδικότητα της ακροδεξιάς. Δεύτερον, η ακροδεξιά είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι παρθένα, ενώ υπάρχει μια απόλυτα δικαιολογημένη αίσθηση ότι η αριστερά είναι η κύρια υπεύθυνη για την κατάσταση που βιώνουμε. Είναι γεγονός ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει προδώσει όλες τις υποσχέσεις του, έχει συνταχθεί με τη λογική του απολυταρχικού καπιταλισμού και έχει εγκατασταθεί ως εταίρος, μαζί με τη Δεξιά, στην εναλλασσόμενη διαχείριση της συναίνεσης. Είναι σαφές ότι το “Λαϊκό Μέτωπο” εξακολουθεί να φέρει το βάρος αυτής της κληρονομιάς.

Φοβάστε ότι η επιτυχία του Εθνικού Συναγερμού θα τροφοδοτήσει τη δυσπιστία απέναντι στη δημοκρατία;

ΖΡ: Επαναλαμβάνω, η δημοκρατία δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Το επιχείρημα «η δημοκρατία οδηγεί στον φασισμό» ισοδυναμεί απλώς με το να λέμε ότι οι άνθρωποι είναι ηλίθιοι. Αλλά η ηλιθιότητα, σε αυτή την περίπτωση, προέρχεται από ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς τους πεφωτισμένους. Δεν έχουν σταματήσει να διατυμπανίζουν ότι η ακροδεξιά θέτει τα σωστά προβλήματα, αλλά είναι ανίκανη να τα λύσει. Οι ψηφοφόροι που επέλεξαν τον ΕΣ είναι πιο λογικοί από αυτούς. Πιστεύουν ότι εκείνοι που θέτουν τα προβλήματα είναι οι πιο ικανοί να τα επιλύσουν. Πρέπει να ξεφύγουμε ριζικά από αυτόν τον φαύλο κύκλο και να ανοίξουμε έναν δημοκρατικό χώρο, έστω εύθραυστο, όπου τα πάμπολλα ζητήματα που σήμερα ομαδοποιούνται κάτω από την αυταρχική ταμπέλα της «μετανάστευσης» θα μπορούν να συζητηθούν ελεύθερα από τους ίδιους τους πληττόμενους.

Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η πολιτική κατάσταση τις επόμενες εβδομάδες; Τους επόμενους μήνες;

ΖΡ: Δεν είμαι πολιτικός επιστήμονας ούτε διαθέτω επιστημονικές γνώσεις που θα μου επέτρεπαν να κάνω προβλέψεις για τα αποτελέσματα των εκλογών και τις συνέπειές τους, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι ιδιαίτερα θετικές, δεδομένης της αδυναμίας των δημοκρατικών δυνάμεων και της δημοκρατικής σκέψης στη χώρα μας σήμερα.

Η επιτακτικότητα με την οποία διοργανώθηκε αυτή η εκλογική διαδικασία δεν θα επιτρέψει καμία σε βάθος συζήτηση, αλλά ούτε και τη δημιουργία ενός δημοκρατικού χώρου ανεξάρτητου από τις κοινοβουλευτικές κομπίνες.

Μακροπρόθεσμα, όμως, μόνο η δημιουργία ενός αυτόνομου χώρου, απαλλαγμένου από τις μικροπρεπείς έριδες των ονομαζόμενων –δικαίως ή αδίκως– αριστερών κομμάτων, μπορεί να προσφέρει ελπίδες για ένα διαφορετικό μέλλον.

 

The post Ρανσιέρ για τις γαλλικές εκλογές: «Δεν υπάρχει κρίση της δημοκρατίας επειδή δεν υπάρχει δημοκρατία» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/07/12/ransier-tis-gallikes-ekloges-den-yparchei-krisi-tis-dimokratias-yparchei-pragmatiki-dimokratia/feed/ 0 16752
Ζακ Ρανσιέρ: «Το καρναβάλι είναι η στιγμή του λαού, αλλά μετά από αυτό ο καθένας πηγαίνει σπίτι του» https://www.aftoleksi.gr/2024/03/17/to-karnavali-stigmi-laoy-o-kathenas-pigainei-spiti/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=to-karnavali-stigmi-laoy-o-kathenas-pigainei-spiti https://www.aftoleksi.gr/2024/03/17/to-karnavali-stigmi-laoy-o-kathenas-pigainei-spiti/#respond Sun, 17 Mar 2024 10:01:03 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=15761 Ο Ζακ Ρανσιέρ συνομιλεί με τον Φεντερίκο Γκαλέντε, καθηγητή του Παν/μιου της Χιλής, για το έργο του και τη σύγχρονη πολιτική. Ο Ρανσιέρ δεν είναι ένας τυπικός φιλόσοφος. Το ύφος του είναι απότομο όσο και απλό, χαρακτηριστικό όσων αποκαλύπτουν στη φιλοσοφία μια μακρά και αγαπημένη σχέση με την ισότητα ως προϋπόθεση κάθε πολιτικής. Επιλέγουμε τα παρακάτω αποσπάσματα: Ζ.Ρ.: …Πιστεύω [...]

The post Ζακ Ρανσιέρ: «Το καρναβάλι είναι η στιγμή του λαού, αλλά μετά από αυτό ο καθένας πηγαίνει σπίτι του» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Ο Ζακ Ρανσιέρ συνομιλεί με τον Φεντερίκο Γκαλέντε, καθηγητή του Παν/μιου της Χιλής, για το έργο του και τη σύγχρονη πολιτική. Ο Ρανσιέρ δεν είναι ένας τυπικός φιλόσοφος. Το ύφος του είναι απότομο όσο και απλό, χαρακτηριστικό όσων αποκαλύπτουν στη φιλοσοφία μια μακρά και αγαπημένη σχέση με την ισότητα ως προϋπόθεση κάθε πολιτικής. Επιλέγουμε τα παρακάτω αποσπάσματα:

Ζ.Ρ.: …Πιστεύω ότι ο αιώνας, όπως λέτε, ξεκίνησε με μια χιονοστιβάδα των δημοκρατικών κινημάτων, κινήματα που με κάποιον τρόπο προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια νέα ιδέα του «λαού». Αυτό είναι το επιχείρημά μου. Αλλά το επιχείρημά μου είναι, επίσης, ότι ο λαός δεν υπάρχει per se, καθ’ εαυτόν, αλλά αποτελεί μάλλον το αποτέλεσμα μιας κατασκευής: είμαστε ο λαός όταν συναντιόμαστε σε μια πλατεία, όταν υποβάλλουμε τα αιτήματά μας, αλλά το Σύνταγμα δημιουργεί επίσης έναν λαό, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δημιουργούν έναν λαό και έτσι το ερώτημα που πρέπει να τεθεί, αυτό που με ενδιαφέρει τουλάχιστον, είναι τι λαό έχουμε τώρα;

…Νομίζω ότι είναι σημαντικό να σκεφτούμε πως ο νεοφιλελευθερισμός σήμερα δεν είναι μόνο ένα οικονομικό δόγμα, είναι επίσης ένας παγκόσμιος τρόπος σκέψης. Αυτή η παγκόσμια σκέψη περιλαμβάνει την πεποίθηση ότι μια κοινωνία μπορεί να βασίζεται στην ανισότητα. Υπάρχει ένα μίσος για την ισότητα, μια περιφρόνηση, σαν η ισότητα να ήταν κάτι κακόφημο. Υπάρχει όμως και ένα παράδοξο εδώ, αφού η λέξη «νεοφιλελευθερισμός» είναι σχεδιασμένη να προσποιείται ότι η πολιτική είναι νεκρή, ενώ συγχρόνως χρειάζεται να δοθεί στον ίδιο τον νεοφιλελευθερισμό μια πτυχή πολιτική.

Αυτό που διατηρούν οι ελίτ αυτές είναι κάτι που πιστεύω ότι δεν είναι αληθές: ότι η πολιτική μπορεί να περιοριστεί στη διαχείριση της εξουσίας και ότι η κοινότητα μπορεί να βασίζεται στην ανισότητα.

Το σημαντικό όμως, αυτή τη φορά, έγκειται στο γεγονός ότι η Άκρα Δεξιά επιτυγχάνει και πάλι να κάνει επίκληση σε πολύ πρωτόγονα και στοιχειώδη σύμβολα ταυτοτήτων, έτσι ώστε αυτό που παράγεται να είναι μια μίξη μεταξύ των συμβόλων ταυτότητας, που επιβάλλονται από την Άκρα Δεξιά και την πολιτική πίστη σε μια προγραμματισμένη ανισότητα. 

Φ.Γ.: Μερικοί άνθρωποι έχουν φτάσει να σας βλέπουν ως ένα είδος σοφιστικέ σοσιαλδημοκράτη.

Ζ.Ρ.: (Γέλια) Σοσιαλδημοκράτης; Όχι, όχι, ό,τι πιο μακρινό από τη θέση μου!

Φ.Γ.: Λοιπόν, το ξέρω αλλά ρωτάω γιατί έχοντάς σας εδώ, θα ήθελα να μάθω από πρώτο χέρι πώς χαρακτηρίζετε τον εαυτό σας. Ως έναν μη αβάν-γκαρντ κομμουνιστή, έναν αναρχικό, έναν αριστερό λαϊκιστή;

Ζ.Ρ.: Ορίζω τον εαυτό μου ως ριζοσπάστη δημοκράτη. Τώρα, εάν ο κομμουνισμός, τον οποίον αναφέρεις, ή γενικά ο κομμουνισμός της ανθρωπότητας σήμαινε κάτι, αυτό θα ήταν ένα είδος ριζοσπαστικής δημοκρατίας, ακριβώς όπως και ο αναρχισμός θα ήταν ένα είδος ριζοσπαστικής δημοκρατίας.

Θέλω να πω ότι αυτό που υποστηρίζω είναι στην πραγματικότητα μια ριζική εφαρμογή της ισότητας και αυτό ασφαλώς δεν έχει καμία σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία, όπως γνωρίζουμε, είναι μέρος της κοινοβουλευτικής πολιτικής. Όσον αφορά τον λαϊκισμό, νομίζω ότι είναι μια πολύ ασαφής έννοια, επειδή, αφενός, αναφέρεται στον λαό ως ένα πολύ σημαντικό σύμβολο της πολιτικής, ενώ, αφετέρου, υποδηλώνει όπως γνωρίζουμε, μια πολύ συγκεκριμένη μορφή σχέσης μεταξύ του λαού και του ηγέτη.

…Πιστεύω ότι πρέπει να εξετάσουμε όλες τις μορφές δημιουργικότητας, όλες τις νοημοσύνες που ενεργοποιούνται ή ασκούνται όταν ανατρέπεται η κανονική τάξη των πραγμάτων.

Είμαστε, κατά κάποιον τρόπο, η μαρτυρία όλων εκείνων των επαναστατικών κινημάτων, όλων εκείνων των επαναστατικών χρόνων, όλων εκείνων των επαναστατικών ημερών, όπου οι άνθρωποι έχουν μια πολλαπλότητα πράξεων: παραστάσεις, δράσεις ή γλέντια των οποίων η αταξία υπονομεύει τις δυνάμεις της ανισότητας. Αυτές είναι οι στιγμές όπου άντρες, γυναίκες, λαοί μπορούν να αποδείξουν στον εαυτό τους την ικανότητά τους να κάνουν πράγματα για τα οποία υποτίθεται πως δεν θα έπρεπε να είχαν καμία ικανότητα να κάνουν. Αλλά αυτό είναι μόνο μία πλευρά του θέματος· το άλλο έχει να κάνει με τη χρονικότητα, την οποία συνοψίζετε πολύ καλά στο σχήμα ενός καρναβαλιού.

Φ.Γ.: Αλλά υποθέτω ότι δεν σας αρέσει το καρναβάλι.

Ζ.Ρ.: Όχι, δεν είναι ότι δεν μου αρέσει· το πρόβλημα με το καρναβάλι είναι ότι είναι μια μορφή λαϊκής επινόησης ή λαϊκής ανατροπής που ανταποκρίνεται σε μία πολύ συγκεκριμένη θεσμικότητα. Υπάρχει μία στιγμή κάθε χρόνο όπου οι άντρες ή οι γυναίκες του λαού γίνονται βασιλιάδες ή βασίλισσες και υπονομεύουν τον κόσμο, τον ανατρέπουν ή τον αναποδογυρίζουν, αλλά το κάνουν σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Και για ‘μένα αυτό είναι διαφορετικό από την ικανότητα των ανθρώπων που εμφανίζονται σε απροσδόκητες στιγμές, χωρίς κανένα πρόγραμμα ή οποιοδήποτε πλάνο.

Το καρναβάλι είναι η στιγμή του λαού, αλλά μετά από αυτό το διάστημα ο καθένας πηγαίνει σπίτι του, επιστρέφει στη δουλεία του, γυρνάει πίσω στην κατάστασή του. Αυτό που σκέφτομαι για αυτά τα τελετουργικά είναι ότι δεν έχουν πραγματικά ανατρεπτικό αποτέλεσμα, ίσως επειδή για ‘μένα αυτό που αφορά στο τέλος της ανικανότητας, που οι άλλοι αποδίδουν σε εμάς, είναι κάτι αρκετά διαφορετικό: πρόκειται για την εφεύρεση μιας νέας χρονικότητας.

Φ.Γ.: Όπως και στη Νύχτα των Προλετάριων [1].

Ζ.Ρ.: Ακριβώς, από την οποία θα μπορούσα να πάρω ένα μάλλον τυχαίο παράδειγμα: αυτή η «νύχτα του προλεταριάτου» ξεκίνησε στις αρχές Μαρτίου και επεκτάθηκε κανονικά ως την 31η, γιατί μετά από αυτό, όπως όλοι γνωρίζουμε, αρχίζει ο Απρίλης. Περιέργως, όμως, εδώ δεν υπήρξε Απρίλης, αλλά η 32η Μαρτίου, στη συνέχεια η 33η Μαρτίου και ούτω καθεξής. Αυτό μπορεί να είναι περιστασιακό, αλλά αποτυπώνει την ιδέα αυτή της ανατροπής του χρόνου ή της εφεύρεσης ενός καινούργιου χρόνου.

Φ.Γ.: Αλλά το καρναβάλι ενισχύεται από αυτό που ολόκληρη η ιστορία έχει ξεχάσει: την έκρηξη των δυνατοτήτων της ισότητας μέσα στις λαϊκές παραδόσεις. Δεν υπάρχει εδώ ένα είδος συλλογικής παράστασης που αποτελεί ακριβώς ένα θέμα τόσο της τέχνης όσο και της πολιτικής;

Ζ.Ρ.: Φυσικά, επειδή αυτό που είναι ενδιαφέρον μέσα στα κινήματα και τις πρακτικές των λαών είναι ακριβώς αυτή η απροσδιοριστία μεταξύ της πολιτικής πράξης και της καλλιτεχνικής πράξης. Αυτό που έχουμε είναι η ιδέα της πολιτικής ως ένας τρόπος κίνησης, ως ένας τρόπος τα σώματα να οργανώνουν τον εαυτό τους, την οριοθέτηση μιας προσωρινής μονάδας. Αυτό το βρίσκουμε εξίσου στα πιο πρόσφατα πολιτικά κινήματα και στις πιο πρόσφατες καλλιτεχνικές αποδόσεις. Και γι ‘αυτό πιστεύω ότι πρέπει να μιλήσουμε για δύο απόπειρες που είναι πολύ ξεχωριστές: η πρώτη από αυτές τις προσπάθειες είναι να βάλουμε όλα τα σημαίνοντα της πολιτικής στη σκηνή της τέχνης, να αναδημιουργήσουμε την πολιτική από την άποψη της τέχνης· ενώ η δεύτερη προσπάθεια αποτελείται από τους δεσμούς ή τις ανάμικτες σχέσεις που υπάρχουν ήδη ανάμεσα στις μορφές που προέρχονται από την πολιτική διαμαρτυρία και σε εκείνες που απορρέουν από καλλιτεχνικές παρεμβάσεις ή επινοήσεις. Αυτό που σκέφτομαι για τις πρακτικές αυτές είναι ότι είναι απροσδιόριστες, μη-καθορισμένες.

Φ.Γ.: Και η συσχέτιση μεταξύ τους, ομοίως.

Ζ.Ρ.: Και η συσχέτιση, μια οριοθέτηση που είναι ασαφής. Γι’αυτό αντιτίθεμαι στην καλλιτεχνική αξίωση για την αναδημιουργία της πολιτικής μέσω των μέσων της τέχνης.

Φ.Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ, Ρανσιέρ.

—————————————————–

[1] Jacques Rancière, La nuit des prolétaires: archives du rêve ouvrier, Παρίσι: Fayard, 1981.

The post Ζακ Ρανσιέρ: «Το καρναβάλι είναι η στιγμή του λαού, αλλά μετά από αυτό ο καθένας πηγαίνει σπίτι του» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/03/17/to-karnavali-stigmi-laoy-o-kathenas-pigainei-spiti/feed/ 0 15761
Ζακ Ρανσιέρ: Αντιπροσώπευση εναντίον δημοκρατίας https://www.aftoleksi.gr/2023/06/21/zak-ransier-antiprosopeysi-enantion-dimokratias/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=zak-ransier-antiprosopeysi-enantion-dimokratias https://www.aftoleksi.gr/2023/06/21/zak-ransier-antiprosopeysi-enantion-dimokratias/#respond Wed, 21 Jun 2023 08:43:55 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=13561 Μία επίκαιρη συνέντευξη του σπουδαίου Γάλλου στοχαστή Ζακ Ρανσιέρ στον Éric Aeschimann για το εβδομαδιαίο γαλλικό περιοδικό L’Obs. Η αγγλική εκδοχή της συνέντευξης βρίσκεται στο Versobooks. Εσείς, κ. Ζακ Ρανσιέρ, αποτελείτε έναν εξαιρετικό παρατηρητή αυτού του θεάματος. Εδώ και χρόνια έχετε καταγγείλει τα αδιέξοδα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, την οποία θεωρείτε ανίκανη να παράξει μία πραγματική δημοκρατία. Πώς [...]

The post Ζακ Ρανσιέρ: Αντιπροσώπευση εναντίον δημοκρατίας first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Μία επίκαιρη συνέντευξη του σπουδαίου Γάλλου στοχαστή Ζακ Ρανσιέρ στον Éric Aeschimann για το εβδομαδιαίο γαλλικό περιοδικό L’Obs. Η αγγλική εκδοχή της συνέντευξης βρίσκεται στο Versobooks.

Εσείς, κ. Ζακ Ρανσιέρ, αποτελείτε έναν εξαιρετικό παρατηρητή αυτού του θεάματος. Εδώ και χρόνια έχετε καταγγείλει τα αδιέξοδα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, την οποία θεωρείτε ανίκανη να παράξει μία πραγματική δημοκρατία. Πώς θα αναλύατε αυτό που συμβαίνει;

Η «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» είναι κάτι παραπάνω από μία απλώς διφορούμενη έννοια. Δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ενός ήδη συσταθέντος λαού, ο οποίος εκφράζεται μέσω της επιλογής των αντιπροσώπων του. Ωστόσο, ο λαός δεν είναι ένα δεδομένο που προϋπάρχει της πολιτικής διαδικασίας: αντιθέτως, αποτελεί το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας. Το τάδε ή το δείνα πολιτικό σύστημα δημιουργεί τον τάδε ή τον δείνα λαό, και όχι το αντίστροφο. Εκτός αυτού, το πολιτικό σύστημα βασίζεται στην ιδέα ότι υπάρχει μια τάξη στην κοινωνία η οποία αντιπροσωπεύει τα γενικά της συμφέροντα. Στα μυαλά των Αμερικανών ιδρυτών-πατέρων, αυτή ήταν η τάξη των πεφωτισμένων γαιοκτημόνων. Αυτό το σύστημα δημιουργεί έναν λαό που προσδιορίζει τους νόμιμους αντιπροσώπους του σαν να προέρχονται από αυτή την τάξη, επιβεβαιώνοντας το γεγονός αυτό περιοδικά και στην κάλπη.

Το αντιπροσωπευτικό σύστημα έγινε σταδιακά μία υπόθεση για επαγγελματίες, οι οποίοι αναπαράγουν τον εαυτό τους. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, το σύστημα δημιούργησε την ίδια του την αντιστροφή, τη φανταστική δηλαδή ιδέα ενός λαού που δεν αντιπροσωπεύεται από αυτούς τους επαγγελματίες και φιλοδοξεί να βρει άλλους νέους που θα τον αντιπροσωπεύσουν πραγματικά. Αυτό είναι το θεατρικό παιχνίδι –του οποίου συνεχώς μειώνεται η ποιότητα– και το οποίο αναπαράγουν όλες οι εκλογές σήμερα.

Η άποψή σας φαίνεται αρκετά αρνητική. Είναι αυτό το σύστημα εγγενώς μεροληπτικό;

Είναι από τις ίδιες του τις αρχές βαθιά ολιγαρχικό και όχι δημοκρατικό. Και στη Γαλλία αυτή η ολιγαρχία έχασε τη νομιμότητά της όταν κατέστη σαφές, πως οι πεφωτισμένοι γαιοκτήμονες εκπροσωπούσαν μόνο τα συμφέροντα της ιδιοκτησίας. Αυτό αποκαλύφθηκε με τις «δημοκρατικές» συνελεύσεις του 1848 και 1871, με τους μαινόμενους βασιλόφρονες έναντι των εργατών και των επαναστατών. Η ολιγαρχία έγινε σιγά σιγά μία τάξη πολιτικών που δεν εκπροσωπούν τίποτα παρά μόνο το ίδιο το σύστημα. Το πλειοψηφικό και προεδρικό σύστημα της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία. Τώρα πλέον έχουμε δύο εναλλακτικές ομαδοποιήσεις, οι οποίες εναλλάσσονται στη διακυβέρνηση και στη διατήρηση όλης της εξουσίας. Αυτό ενισχύει την επαγγελματοποίηση. Παράλληλα με αυτό, η φιγούρα του Προέδρου υποτίθεται πως εκπροσωπεί τους πολίτες, τους οποίους όμως προδίδει η ίδια η επαγγελματοποίηση.

Και τότε γιατί όλοι υποστηρίζουν ότι είναι «ενάντια στο σύστημα»;

Ενώ αναπαράγει τον εαυτό του, το σύστημα μηχανικά παράγει και μία εσωτερική διαίρεση, ένα διαβολικό αντίγραφο. Το πλειοψηφικό κόμμα στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει μόνο το 1/5 του εκλογικού σώματος, δημιουργώντας έτσι το αυταπόδεικτο παράδοξο ότι η πλειοψηφία του λαού δεν εκπροσωπείται. Κι όμως, όταν τα άλλα κόμματα έρχονται στην εξουσία, τείνουν όλο και περισσότερο να μοιάζουν μεταξύ τους. Εξ ου και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του εξευτελισμένου και προδομένου λαού.

Ως θεσμός που υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί άμεσα τον λαό, η κυβέρνηση αυξάνει την εσωτερική ένταση του ίδιου του συστήματος. Προσφέρει τον χώρο στους υποψηφίους να δηλώνουν: «Εγώ είμαι ο υποψήφιος του λαού που δεν εκπροσωπείται»! Υπάρχει ο χώρος των «πιστών» που καταγγέλλουν τις προδοσίες των κομμάτων της Αριστεράς, και ο οποίος τώρα έχει αρχίσει να μοιάζει με τη Δεξιά. Υπάρχει ο χώρος της Λεπέν, αυτός που συντάσσει τους ανθρώπους που υποφέρουν ουσιαστικά. Υπάρχει και ο χώρος του Μακρόν: οι ζωντανές δυνάμεις του έθνους ενάντια στην πόλωση που προκαλούν τα κόμματα. Υπάρχουν επίσης και οι αλληλοεπικαλύψεις, όπως στην περίπτωση του Μελανσόν, παίζοντας και τον ρόλο της «πιστής» Αριστεράς και των ανθρώπων που υποφέρουν.

Κάποτε, τα εργατικά κόμματα εκπροσωπούσαν οργανωμένες συλλογικές δυνάμεις που κατάφερναν να πιέζουν το σύστημα από τα έξω. Σήμερα ο «αληθινός λαός» είναι ένα σχήμα κατασκευασμένο από το ίδιο το σύστημα. Φτάνουμε σε ένα σημείο όπου δεν ξέρουμε πια ποιος αναλαμβάνει τους διάφορους ρόλους: σήμερα, ένας δισεκατομμυριούχος μπορεί να εκπροσωπεί τον λαό που έχει καταπατηθεί από τους δισεκατομμυριούχους.

Ακούμε να λέγεται τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά ότι η πολιτική πρέπει να ενσαρκώνεται σε ηγέτες που παρέχουν ένα πρόσωπο της συλλογικής βούλησης.

Η ενσάρκωση δεν είναι μία πολιτική έννοια. Πρόκειται για έννοια θρησκευτική, και στη θρησκεία θα έπρεπε να παραμείνει. Η συνεχής παρουσία της στην πολιτική σήμερα συνδέεται με αυτή την ιδέα ενός πραγματικού, βαθύτερου λαού. Αυτό είναι κάτι στο οποίο βασίζεται η άκρα Δεξιά. Ο «αριστερός λαϊκισμός» ισχυρίζεται ότι μπορεί να αποκόψει αυτόν τον λαό από την άκρα Δεξιά προτείνοντας ένα εναλλακτικό μοντέλο: αυτό ενός ηγέτη που ενσαρκώνει τον λαό και ως εκ τούτου τον συγκροτεί, κατά το παράδειγμα του Ούγκο Τσάβεζ. Αλλά η ενσάρκωση είναι μία αρχή αυστηρώς αντίθετη με τη δημοκρατία.

Είναι όμως όλοι το ίδιο; Δεν υπήρξαν μεγάλοι πολιτικοί όπως ο Ζωρές, ο Ντε Γκωλ και ο Ρούζβελτ;

Τα εξαιρετικά παραδείγματα δημιουργούνται όταν οι συνήθεις κανόνες του παιχνιδιού έχουν διαρρηχθεί και γι’αυτό είναι αναγκαίο να εφευρεθεί κάτι άλλο. Σε τέτοιες στιγμές, υπάρχουν άτομα που αποδεικνύονται ικανά να ανταποκριθούν στις περιστάσεις -οι οποίες είναι και οι ίδιες εξαιρετικές- πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα από το αναμενόμενο για αυτούς. Ο Ντε Γκωλ πήρε μία πρωτοφανή απόφαση το 1940 υπερβαίνοντας τον ρόλο του ταξιάρχου. Όμως, ως επικεφαλής του RPF (μεταπολεμικό κεντροδεξιό κόμμα), δεν ήταν παρά ένας χειραγωγός πολιτικός όπως κάθε άλλος. Στον Ντε Γκωλ οφείλουμε το Σύνταγμα της Πέμπτης Δημοκρατίας, το οποίο σε μεγάλο βαθμό συνέβαλε στην επιδείνωση όλης της δημόσιας ζωής. Μου φέρνει χαμόγελο το γεγονός ότι η Αριστερά τον τιμά τόσο σήμερα.

Πώς θα οργανώνατε τη συλλογική ζωή δίχως αντιπροσώπους; Με κλήρωση – ένα μέτρο που υποστηρίξατε το 2005 στο βιβλίο σας «Το μίσος για τη δημοκρατία»;

Θα πρέπει να κάνουμε έναν διαχωρισμό μεταξύ της εκπροσώπησης και της αντιπροσώπευσης. Σε μία δημοκρατία, είναι αρκετά λογικό μερικοί άνθρωποι να αναλαμβάνουν κάποιες δραστηριότητες για λογαριασμό κάποιων άλλων. Αλλά ο εκπρόσωπος παίζει τον ρόλο του μόνο μία φορά, κάτι που δεν συμβαίνει με τους αντιπροσώπους.

Η κλήρωση υπήρξε κάποτε η φυσιολογική δημοκρατική οδός για τον ορισμό των εκπροσώπων, με βάση την αρχή ότι όλοι ήταν εξίσου ικανοί. Πρότεινα να επαναφέρουμε αυτή τη μέθοδο προκειμένου να αντιστραφεί ο δρόμος προς την επαγγελματοποίηση.

Αλλά αυτό δεν είναι μία τόσο απλή υπόθεση, όπως δεν είναι και οι μη επαναλαμβανόμενες θητείες. Αυτά τα εργαλεία έχουν ενδιαφέρον μόνο αν βρίσκονται στα χέρια ενός ευρέως λαϊκού κινήματος. Η δημοκρατία δεν υπάρχει χωρίς αυτές τις πιέσεις που προκύπτουν έξω από το σύστημα, πιέσεις που ταρακουνούν τους θεσμούς του κράτους – όπως έκαναν πρόσφατα τα «κινήματα των Πλατειών». Η δημοκρατία προϋποθέτει ότι θεσμοί, αυτόνομοι από τις κρατικές δομές και ατζέντες, είναι ικανοί να κάνουν αυτές τις στιγμές ισονομίας να διαρκέσουν.

Η προεκλογική εκστρατεία έχει τουλάχιστον επιτρέψει την ανάδυση ενός νέου ζητήματος, όπως το καθολικό βασικό εισόδημα. Οτιδήποτε κι αν σκεφτόμαστε επί της ουσίας γι’ αυτό, δεν είναι από μόνο του ένα καλό νέο;

Αυτό αποτελεί πρόοδο συγκριτικά με τον Σαρκοζί, ο οποίος ήθελε να επαναφέρει τη Γαλλία πίσω στη δουλειά ενώ ταυτόχρονα ξεφορτωνόταν θέσεις εργασίας. Αλλά το καθολικό βασικό εισόδημα βασίζεται σε μία αμφισβητήσιμη ανάλυση, η οποία διακηρύσσει την εξαφάνιση της χειρωνακτικής εργασίας και τη γενικευμένη αυτοματοποίηση της βιομηχανίας. Εδώ υπεισέρχεται η ιδέα της τάξης των άυλων εργατών, η οποία έδωσε σε αυτό το αίτημα τον επαναστατικό του χαρακτήρα.

Ωστόσο, η χειρωνακτική εργασία δεν έχει εξαφανιστεί – έχει απλώς εξαχθεί σε μέρη όπου κοστίζει λιγότερο και όπου οι εργάτες είναι πιο υποταγμένοι. Το καθολικό εισόδημα έχει επομένως καταστεί ένα είδος επέκτασης των RMI και RSA (επιδόματα για τους ανέργους και τους χαμηλόμισθους στη Γαλλία, που έχουν όμως ορισθεί σε μόλις μερικές εκατοντάδες ευρώ τον μήνα και υπό πολλές προϋποθέσεις), και έχει σχεδιαστεί για να αντισταθμίσει την αποβιομηχάνιση που συμβαίνει στις χώρες μας. Αλλά αυτό δεν είναι το απελευθερωτικό μέτρο που μερικοί ισχυρίζονται ότι είναι. Και η καθολικότητά του είναι πολύ περιορισμένη. Φανταστείτε ένα τέτοιο εισόδημα να ήταν εγγυημένο και για τα παιδιά που δουλεύουν στα ορυχεία εξόρυξης στο Κονγκό που εξάγουν τα αναγκαία υλικά για την άυλη εργασία, ή και για τους εργάτες στα εργοστάσια του Μπαγκλαντές! Αυτό θα άλλαζε το τοπίο.

Ψηφίζετε μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Αν η Μαρί Λεπέν ήταν στο 48% στις δημοσκοπήσεις την παραμονή του δεύτερου γύρου, θα υπήρχε περίπτωση να ρίξετε τη ψήφο σας στην κάλπη προκειμένου να μην νικήσει – ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι θα ψηφίζατε υπέρ του Μακρόν ή του Φιγιόν;

Αυτό είναι το είδος του διλήμματος που μπορείς να αντιμετωπίσεις μέσα σε πέντε λεπτά, αν έρθει αυτή η στιγμή. Προφανώς, αν κερδίσει η Λεπέν, δεν θα είναι καλά τα πράγματα. Αλλά θα πρέπει να εξαχθούν τα κατάλληλα συμπεράσματα από αυτό. Η λύση είναι να αγωνιστούμε ενάντια στο σύστημα που παράγει τη Μαρί Λεπέν και τους ομοίους της, όχι να πιστέψουμε ότι θα σώσουμε τη δημοκρατία ψηφίζοντας τον πρώτο διεφθαρμένο πολιτικό. Ακόμα θυμάμαι το σύνθημα του 2002, «Ψηφίστε τον απατεώνα, όχι τον φασίστα» (στον δεύτερο γύρο όπου ήταν υποψήφιοι ο Ζακ Σιράκ εναντίον του Μαρί Λεπέν). Επιλέγοντας τον απατεώνα για να αποφύγεις τον φασίστα σημαίνει ότι σου αξίζουν και οι δύο. Και ότι τελικά προετοιμάζεις το έδαφος και για τους δύο.

The post Ζακ Ρανσιέρ: Αντιπροσώπευση εναντίον δημοκρατίας first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/06/21/zak-ransier-antiprosopeysi-enantion-dimokratias/feed/ 0 13561
Ζακ Ρανσιέρ: Οι 7 κανόνες διάδοσης των ρατσιστικών ιδεών στη Γαλλία https://www.aftoleksi.gr/2021/11/06/zak-ransier-oi-7-kanones-diadosis-ton-ratsistikon-ideon-sti-gallia/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=zak-ransier-oi-7-kanones-diadosis-ton-ratsistikon-ideon-sti-gallia https://www.aftoleksi.gr/2021/11/06/zak-ransier-oi-7-kanones-diadosis-ton-ratsistikon-ideon-sti-gallia/#respond Sat, 06 Nov 2021 08:47:11 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=8223 Μετάφραση – Εισαγωγικό κείμενο: Φοίβος Καράγιωργας Οι «7 κανόνες διάδοσης των ρατσιστικών ιδεών στη Γαλλία» είναι ένα διαχρονικό άρθρο του Ζακ Ρανσιέρ το οποίο αποκρυσταλλώνει με μεγάλη ευστοχία τη δημόσια ρητορική που επικρατεί στα γαλλικά ΜΜΕ, τα οποία συντονίζονται αυτή την περίοδο με τον επερχόμενο πρώτο γύρο των εκλογών τον Απρίλιο του 2022. Από τις [...]

The post Ζακ Ρανσιέρ: Οι 7 κανόνες διάδοσης των ρατσιστικών ιδεών στη Γαλλία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Μετάφραση – Εισαγωγικό κείμενο: Φοίβος Καράγιωργας

Οι «7 κανόνες διάδοσης των ρατσιστικών ιδεών στη Γαλλία» είναι ένα διαχρονικό άρθρο του Ζακ Ρανσιέρ το οποίο αποκρυσταλλώνει με μεγάλη ευστοχία τη δημόσια ρητορική που επικρατεί στα γαλλικά ΜΜΕ, τα οποία συντονίζονται αυτή την περίοδο με τον επερχόμενο πρώτο γύρο των εκλογών τον Απρίλιο του 2022. Από τις αρχές του 2020, άρχισαν σταδιακά οι ανακοινώσεις των υποψηφίων για τις εκλογές, με αυτές να πληθαίνουν το δεύτερο εξάμηνο του 2021. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η εμφάνιση και η διάχυση των απόψεων του Ερίκ Ζεμούρ, ενός γκωλιστή κατά τα λεγόμενα του δημοσιογράφου, προκαλεί ανακατατάξεις στον δημόσιο λόγο πιέζοντας περαιτέρω το κόμμα της Μ. Λεπέν αλλά και τις υπόλοιπες δεξιές παρατάξεις. Αναμένεται σύντομα η ανακοίνωση ή όχι της υποψηφιότητάς του ως Προέδρου για τις επερχόμενες εκλογές. Ένα συνονθύλευμα από ρατσιστικές, ξενοφοβικές, μισογυνικές απόψεις καθώς και συνωμοσιολογίες συνθέτουν το πολιτικό του προφιλ ενώ η διάχυση των ιδεών του στα ΜΜΕ είναι ραγδαία. Έχοντας καταβολές μεταξύ άλλων και από την Αλγερία, ο Ερίκ Ζεμούρ είναι αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του εσωτερικευμένου ρατσισμού και της ιεραρχίας της γαλλικής κοινωνίας. Ο λόγος που χρησιμοποιεί σε συνδυασμό με μια αισθητικοποιημένη καταγγελία των ρατσιστικών ιδεών εν γένει από τα ΜΜΕ, παράγει μια δυναμική που δρα καταλυτικά στη διάχυση του ρατσισμού στην κοινωνία.

Αυτός ο κλειστός κύκλος αυτοεπιβεβαίωσης των ρατσιστικών ιδεών έρχεται να ενισχυθεί από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ρατσιστές βάλλονται κατά της «πολιτικής ορθότητας» που χαρακτηρίζει τους αντιπάλους τους. Η ανάλυση του τρόπου λειτουργίας αυτού του φαύλου κύκλου του καθημερινού αλλά και τηλεοπτικού και πολιτικού λόγου αναλύεται εξαιρετικά στοχευμένα από τον Ζακ Ρανσιέρ. Η ανάλυση της μικρής διαστροφής και των μικρών μετατοπίσεων που χαρακτηρίζει αυτόν τον λόγο, έχει μεγάλη σημασία, όχι μόνο διότι βοηθάει στη δημιουργία αντανακλαστικών απέναντι σε ρατσιστικές απόψεις και συμπεριφορές που είναι δύσκολο να ταυτοποιηθούν, αλλά διότι αυτός ο συγκεκριμένος λόγος αποτελεί και έναν όλο και περισσότερο δημόσιο λόγο τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία. Οι καταγγελίες ενάντια στην «ισλαμοαριστερά» και τον «πολιτικό καθωσπρεπισμό» δεν αφορούν μόνο την ακροδεξιά και τα φασιστικά μορφώματα αλλά και ένα μεγάλο τμήμα και τα μέλη των ψηφοφόρων των κομμάτων της γαλλικής βουλής και των πολιτών της χώρας.

Ακολουθεί το σχετικό κείμενο του Ζακ Ρανσιέρ:

Η διάδοση των ρατσιστικών ιδεών στη Γαλλία σήμερα φαίνεται να αποτελεί εθνική προτεραιότητα. Οι ρατσιστές επενδύουν σε αυτό – κάτι το οποίο είναι και το λιγότερο που μπορούν να κάνουν. Όμως, οι προσπάθειες των προπαγανδιστών μιας ιδέας έχουν όρια, σε μια εποχή που υπάρχει δυσπιστία απέναντι στις ιδέες, και οι ίδιοι συχνά χρειάζονται τον ανταγωνισμό των αντιπάλων τους για να τα ξεπεράσουν.

Αυτή είναι η αξιοσημείωτη πτυχή της γαλλικής κατάστασης: πολιτικοί, δημοσιογράφοι και ειδικοί όλων των ειδών έχουν καταφέρει να βρουν τα τελευταία χρόνια αρκετά αποτελεσματικούς τρόπους να χρησιμοποιούν τον αντιρατσισμό τους ώστε να προπαγανδίζουν εντατικότερα τις ρατσιστικές ιδέες. Όλοι οι κανόνες που περιγράφονται εδώ χρησιμοποιούνται ήδη. Ωστόσο, χρησιμοποιούνται συχνά με εμπειρικό και άναρχο τρόπο, χωρίς σαφή επίγνωση της χρήσης τους. Ως εκ τούτου, για να εξασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητά τους, φάνηκε σκόπιμο να παρουσιαστούν στους δυνητικούς χρήστες τους με σαφή και συστηματική μορφή…

Κανόνας 1oςΕντοπίστε ρατσιστικές δηλώσεις σε καθημερινή βάση και δώστε τους τη μέγιστη δυνατή δημοσιότητα. Σχολιάστε τες εκτενώς, ρωτήστε αδιάκοπα γι’ αυτές τις μεγάλες δηλώσεις του κόσμου, αλλά και στον δρόμο. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας ρατσιστής ηγέτης, απευθυνόμενος στα στρατεύματά του, αφήνει να του ξεφύγει πως υπάρχουν μεταξύ μας πολλοί τραγουδιστές με σκούρα επιδερμίδα και πολλά ξενόφερτα ονόματα μέσα στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Γαλλίας. Μπορεί να θεωρείτε ότι αυτή η πληροφορία δεν είναι πραγματικά κάτι ιδιαίτερο και ότι επίσης είναι κοινός τόπος για έναν ρατσιστή να μιλά με ρατσιστές και να τους λέει ρατσιστικά πράγματα. Αυτή η στάση σας θα είχε δύο ατυχείς συνέπειες: πρώτον, θα σήμαινε ότι δεν θα καταφέρνατε να επιδείξετε τη συνεχή επαγρύπνησή σας ενάντια στη διάδοση ρατσιστικών ιδεών· δεύτερον, θα σήμαινε ότι αυτές οι ιδέες θα ήταν λιγότερο πιθανό να διαδοθούν. Ωστόσο, αυτό που είναι σημαντικό είναι να μιλάμε πάντα για αυτές, διότι θέτουν το μόνιμο πλαίσιο για όλα όσα βλέπουμε και ακούμε. Μια ιδεολογία δεν είναι πρωτίστως θέσεις, αλλά αισθητές αποδείξεις. Δεν χρειάζεται να υποστηρίξουμε τις ιδέες των ρατσιστών. Αρκεί να βλέπουμε διαρκώς αυτά που μας κάνουν να βλέπουμε, να μιλάμε συνέχεια για αυτά που μας μιλούν, διότι ακόμα και αρνούμενοι τις «ιδέες» τους, αποδεχόμαστε το δεδομένο που αυτές μας επιβάλλουν.

Κανόνας 2oςΜην παραλείπετε ποτέ να συνοδεύετε κάθε μια από αυτές τις αποκαλύψεις με την πιο έντονη αγανάκτησή σας. Αυτός ο κανόνας είναι πολύ σημαντικό να γίνει καλά κατανοητός. Πρόκειται για την εξασφάλιση ενός τριπλού αποτελέσματος: πρώτον, οι ρατσιστικές ιδέες πρέπει να ευτελίζονται μέσω της συνεχούς διάδοσής τους· δεύτερον, πρέπει να καταγγέλλονται συνεχώς για να διατηρούν τη δύναμη του σκανδάλου και της έλξης τους· τρίτον, αυτή η καταγγελία πρέπει να εμφανίζεται από μόνη της ως μια δαιμονοποίηση, η οποία κατηγορεί τους ρατσιστές ότι λένε κάτι που είναι στην πραγματικότητα αυτονόητο. Ας πάρουμε πάλι το παράδειγμά μας: θα μπορούσατε να θεωρήσετε τετριμμένη την ανάγκη του κ. Λεπέν να επισημάνει αυτό που όλοι μπορούν να δουν με γυμνό μάτι, ότι ο τερματοφύλακας της γαλλικής εθνικής ομάδας έχει μαύρο δέρμα [1]. Θα χάνατε έτσι το ουσιαστικό αποτέλεσμα: να αποδείξετε ότι είναι ένα έγκλημα για στους ρατσιστές το ότι λένε κάτι που ο καθένας μπορεί να δει με γυμνό μάτι.

Κανόνας 3ος – Να επαναλαμβάνετε σε κάθε περίσταση: υπάρχει ένα πρόβλημα μεταναστών που πρέπει να λυθεί προκειμένου να καταπολεμηθεί ο ρατσισμός. Οι ρατσιστές δεν ζητούν τίποτα περισσότερο από αυτό: να αναγνωρίσουν ότι το πρόβλημά τους είναι όντως πρόβλημα και μάλιστα «το» πρόβλημα. Υπάρχουν πράγματι πολλά προβλήματα με τους ανθρώπους που έχουν έγχρωμο δέρμα και προέρχονται από τις πρώην γαλλικές αποικίες. Αλλά όλα αυτά δεν αποτελούν ένα πρόβλημα μεταναστών, για τον απλούστατο λόγο ότι ο όρος «μετανάστης» είναι μια ασαφής έννοια που καλύπτει ετερογενείς κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένων πολλών Γάλλων που γεννήθηκαν στη Γαλλία από Γάλλους γονείς. Το να ζητάμε να λυθεί το «πρόβλημα των μεταναστών» με νομικά και πολιτικά μέτρα σημαίνει να ζητάμε κάτι εντελώς αδύνατο. Όμως, ζητώντας το, πρώτον, συναινεί κανείς στην αοριστία της φιγούρας του ανεπιθύμητου και, δεύτερον, αποδεικνύουμε ότι είμαστε ανίκανοι να κάνουμε κάτι ενάντια στους ανεπιθύμητους και ότι μόνο οι ρατσιστές προτείνουν λύσεις.

Κανόνας 4ος – Επιμείνετε στην ιδέα ότι ο ίδιος ο ρατσισμός έχει αντικειμενική βάση, ότι είναι αποτέλεσμα της κρίσης και της ανεργίας και ότι μπορεί να εξαλειφθεί μόνο με την εξάλειψή τους. Δίνεται με αυτόν τον τρόπο και μια επιστημονική νομιμοποίηση. Και εφόσον η ανεργία αποτελεί πλέον δομική προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία των οικονομιών μας, το συμπέρασμα προκύπτει τελείως φυσικά: αν δεν μπορούμε να εξαλείψουμε τη «ριζική» αιτία του ρατσισμού, το μόνο πράγμα που μπορεί να γίνει είναι να εξαλειφθεί η περιστασιακή αιτία του, στέλνοντας τους μετανάστες πίσω στις χώρες από τις οποίες ήρθαν, μέσω αδιάβλητων και αντικειμενικών ρατσιστικών νόμων. Αν ένας επιφανειακός νους αντιτείνει ότι διάφορες χώρες με παρόμοια ποσοστά ανεργίας δεν έχουν ρατσιστικά ξεσπάσματα όπως εμείς, ζητήστε του να βρει τι θα μπορούσε ενδεχομένως να διαφοροποιεί αυτές τις χώρες από τη δική μας. Η απάντηση είναι προφανής: δεν έχουν πάρα πολλούς μετανάστες όπως εμείς.

Κανόνας 5ος Προσθέστε ότι ο ρατσισμός είναι το αποτέλεσμα των κοινωνικών στρωμάτων που αποδυναμώνονται από τον οικονομικό εκσυγχρονισμό, εκείνων που υστερούν στην πρόοδο, των «μικρών λευκών» κ.λπ. Αυτός ο κανόνας συμπληρώνει τον προηγούμενο. Έχει το επιπρόσθετο πλεονέκτημα ότι δείχνει πως οι αντιρατσιστές έχουν τα ίδια αντανακλαστικά με τους ρατσιστές αναφορικά με «κατώτερες φυλές», στιγματίζοντας έτσι τους «οπισθοδρομικούς» του ρατσισμού. Αντιμετωπίζει επίσης αυτούς τους «οπισθοδρομικούς» αποκαλύπτοντας τη διπλή τους περιφρόνηση, από τη μια για τις κατώτερες φυλές και από την άλλη δείχνοντας ότι οι αντιρατσιστές των πλούσιων περιοχών προσποιούνται ότι τους δίνουν μαθήματα αντιρατσισμού.

Κανόνας 6ος – Κάνετε καλέσματα για συναίνεση όλων των υπεύθυνων πολιτικών κατά του ρατσιστικού λόγου. Καλέστε συνεχώς τους κυβερνώντες να αποστασιοποιηθούν απόλυτα από αυτόν. Είναι σημαντικό οι πολιτικοί αυτοί να λάβουν το αντιρατσιστικό πιστοποιητικό που θα τους επιτρέψει να εφαρμόσουν με αποφασιστικότητα και να βελτιώσουν, αν χρειαστεί, τους ρατσιστικούς νόμους που αποσκοπούν, φυσικά, στον περιορισμό του ρατσισμού. Είναι επίσης σημαντικό ότι η ρατσιστική ακροδεξιά εμφανίζεται ως η μόνη συνεπής δύναμη που τολμά να πει δυνατά αυτό που σκέφτονται οι άλλοι ή να προτείνει ειλικρινά αυτό που κάνουν με ντροπή. Τέλος, είναι σημαντικό να φαίνεται ότι είναι θύμα της συνωμοσίας όλων όσοι βρίσκονται στην εξουσία.

Κανόνας 7ος – Ζητήστε νέους αντιρατσιστικούς νόμους που θα καθιστούν δυνατή την τιμωρία της ίδιας της πρόθεσης υποκίνησης του ρατσισμού, ένα εκλογικό σύστημα που θα εμποδίζει την ακροδεξιά να έχει έδρες στο Κοινοβούλιο και όλα τα παρόμοια μέτρα. Αρχικά, οι κατασταλτικοί νόμοι μπορούν πάντα να χρησιμοποιηθούν ξανά. Έπειτα, θα αποδείξετε ότι η δημοκρατική σας νομιμότητα (légalité republicaine) συμμορφώνεται ανάλογα με την ευκολία των περιστάσεων. Τέλος, θα αφιερώσετε στους ρατσιστές τον ρόλο των μαρτύρων της αλήθειας, που καταπιέζονται για το έγκλημα της γνώμης από ανθρώπους που φτιάχνουν τους νόμους όποτε τους βολεύουν.

Εν ολίγοις, πρόκειται να βοηθήσουμε στην εξάπλωση του ρατσισμού με τρεις τρόπους: κάνοντας την κοσμοθεωρία του όσο το δυνατόν ευρύτερα γνωστή, δίνοντάς του τη θέση του που αρμόζει σε έναν οσιομάρτυρα, δείχνοντας ότι μόνο ο σοβαρός ρατσισμός μπορεί να μας σώσει από τον βρώμικο ρατσισμό.

Το τριπλό αυτό έργο εκτελείται ήδη με αξιοσημείωτη επιτυχία. Αλλά, με τη μέθοδο, μπορούμε πάντα να τα καταφέρουμε καλύτερα.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ

[1] Ο Ranciere αναφέρεται στα παράπονα που έκανε ο Le Pen senior σχετικά με το χρώμα του δέρματος του Bernard Lima, τερματοφύλακα της εθνικής ομάδας της Γαλλίας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998.


Ο Jacques Rancière είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII.

Πηγή στα γαλλικά: Le Monde, Jacques Rancière, 21-03-1997

The post Ζακ Ρανσιέρ: Οι 7 κανόνες διάδοσης των ρατσιστικών ιδεών στη Γαλλία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2021/11/06/zak-ransier-oi-7-kanones-diadosis-ton-ratsistikon-ideon-sti-gallia/feed/ 0 8223
Jacques Rancière: «Το διακύβευμα είναι να καταφέρουμε να διατηρήσουμε τη διαφωνία» https://www.aftoleksi.gr/2021/04/01/jacques-ranciere-to-diakyveyma-na-kataferoyme-na-diatirisoyme-ti-diafonia/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=jacques-ranciere-to-diakyveyma-na-kataferoyme-na-diatirisoyme-ti-diafonia https://www.aftoleksi.gr/2021/04/01/jacques-ranciere-to-diakyveyma-na-kataferoyme-na-diatirisoyme-ti-diafonia/#respond Thu, 01 Apr 2021 14:41:03 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=6429 Ο Jacques Rancière μιλά με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Les Mots et les Torts [Οι λέξεις και οι αδικίες]. Μπροστά στην πανδημία που με την εμφάνισή της ξαναμοίρασε την τράπουλα, ο φιλόσοφος επεμβαίνει και αναλύει τις πολιτικές στιγμές που ξεχώρισαν, τις δυνατότητες ανυπακοής κόντρα στις κυρίαρχες δυνάμεις και τις καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις του παρόντος [...]

The post Jacques Rancière: «Το διακύβευμα είναι να καταφέρουμε να διατηρήσουμε τη διαφωνία» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Ο Jacques Rancière μιλά με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Les Mots et les Torts [Οι λέξεις και οι αδικίες]. Μπροστά στην πανδημία που με την εμφάνισή της ξαναμοίρασε την τράπουλα, ο φιλόσοφος επεμβαίνει και αναλύει τις πολιτικές στιγμές που ξεχώρισαν, τις δυνατότητες ανυπακοής κόντρα στις κυρίαρχες δυνάμεις και τις καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις του παρόντος που τον συγκίνησαν. Δημοσιεύτηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2021 στο: www.lesinrocks.com από τον Jean-Marc Lalanne | Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Ζαν ντ’ Αρκ.

Συναντάμε τον Ζακ Ρανσιέρ στο σπίτι του, στο Παρίσι, ενώ μας βασανίζει ένα ερώτημα. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, αυτός ο στοχαστής της χειραφέτησης των εργαζομένων, που επηρεάστηκε βαθιά από την ιδέα της ισότητας, αποδόμησε τις μορφές της εξουσίας και την έπαρση των «επαϊόντων». Έχοντας αυτή τη φιλοσοφική σκευή, πώς αντιλαμβάνεται μια ιστορική αλληλουχία κατά την οποία, με την επίδραση ενός ιού, ο λόγος των ειδικών πνίγει όλους τους άλλους και οδηγεί τις επισφαλείς ζωές [1] στη σιωπή;

Πώς βιώνει αυτή τη ριζική καταπίεση της χειραφέτησης και της διαφωνίας –προϋπόθεση της δημοκρατικής και της πολιτικής πράξης– ο συγγραφέας σημαντικών βιβλίων όπως Ο αδαής δάσκαλος [Νήσος 2008], Το μίσος για τη δημοκρατία [Πεδίο 2009], Ο χειραφετημένος θεατής [Εκκρεμές 2015]; Στο Les Mots et les Torts, έναν διάλογο με τον νεαρό Ισπανό φιλόσοφο Χαβιέ Μπάσας που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, ο παλιός μαθητής του Αλτουσέρ εξηγεί πώς αναζητούσε ανέκαθεν, μέσω της γραφής, να «εναντιωθεί σε έναν κόσμο ισότητας που δεν έχει σύνορα για τις ταυτοποιήσεις και τους διαχωρισμούς της σκέψης της ανισότητας».

Είναι τουλάχιστον ανησυχητικό ότι σήμερα ο κόσμος της ισότητας τραυλίζει και ότι, στον πόλεμο των λέξεων, μια χούφτα κληρικοί και πολιτικοί έχουν πάρει το προβάδισμα. Από τα οδοφράγματα της κοινωνικής αποστασιοποίησης, ο Ρανσιέρ ακτινογραφεί την εποχή, αναζητώντας τις δυνατότητες μιας καινούριας πολιτικής στιγμής.

***

Ερώτηση: Κατά τη διάρκεια της τελευταίας μακράς μας συνέντευξης μαζί σας το 2011, εν μέσω της Αραβικής Άνοιξης, των Αγανακτισμένων και του Occupy Wall Street, παρατηρούσατε ένα «ξεκίνημα της πολιτικής». Δέκα χρόνια μετά, πού βρισκόμαστε; Τι αποκομίσαμε από αυτά τα ξεκινήματα;

Ζακ Ρανσιέρ: Έχω ως αρχή να μην προβαίνω ποτέ σε μεγάλες ιστορικές θεωρήσεις. Οπωσδήποτε, σύμφωνα με την κλασική ανάλυση αυτό το ξεκίνημα απέτυχε επειδή όλα ήταν αυθόρμητα, εφήμερα και ανοργάνωτα. Αναμφίβολα εκείνα τα κινήματα τελματώθηκαν. Αλλά αυτό δεν αναιρεί ότι επρόκειτο για μια σειρά γεγονότων ξεκάθαρα πολιτικών, με την έννοια ότι τα ξεκινήματα στα οποία αναφέρεστε άνοιγαν νέες χρονικότητες. Ο χρόνος της χειραφέτησης διαταράσσει το πρόγραμμα που έχει προκαθοριστεί από την εξουσία της Πολιτείας. Είναι σίγουρα σπάνιο η άνοιξη να μην οδηγήσει σε καλοκαίρι – έχουμε την εμπειρία. Υπάρχει επομένως ένα έλλειμμα σε σχέση με τώρα. Πριν ακόμα από την πανδημία, το 2016, το άλλο πολιτικό ξεκίνημα που σηματοδοτήθηκε με τη «Νύχτα των ορθίων» δεν μπόρεσε να αντισταθεί σε μια εκλογική συγκυρία.

Το ίδιο παρατηρήθηκε επίσης στην Ισπανία και την Ελλάδα: τα χειραφετητικά πολιτικά κινήματα δεν μπόρεσαν να αλλάξουν τον κανόνα του παιχνιδιού. Ορισμένοι συμπεραίνουν ότι τους έλειπε μια οργάνωση. Αλλά αυτό που έχουν στο μυαλό τους ως οργάνωση είναι πάντοτε ομοιογενές με την κρατική χρονικότητα. Επομένως πρέπει να επιλέξουμε: είτε δεν υπάρχει καθόλου πολιτική –το οποίο εντέλει είναι μια υπόθεση– είτε υπάρχει και ορίζεται από τα ανοίγματα που πραγματοποιούνται σε τέτοιες στιγμές.

Ερώτηση: Σύμφωνα με τον ορισμό σας της χειραφέτησης ως πρόσβασης στην ορατότητα των ατόμων που προηγουμένως βρίσκονταν στη σκιά, η στιγμή της υγειονομικής κρίσης δεν συνιστά το ακριβώς αντίθετο; Μια στιγμή όπου ο λόγος των ειδικών σπάει όλους τους άλλους και πετάει στο σκοτάδι όσους ήταν αθέατοι;

Ζακ Ρανσιέρ: Ναι, αλλά η επιδημία δεν ήταν ο μόνος υπαίτιος. Λειτούργησε σαν καταλύτης στην εν σπέρματι αστυνομική οργάνωση του κόσμου. Το γεγονός ότι όλα συμβαίνουν εξ αποστάσεως, η τηλεργασία, η τηλεδιδασκαλία: όλα αυτά είναι ομοιογενή με την οπτική που έχουν για τον κόσμο οι κυρίαρχες δυνάμεις. Δεν πιστεύω ότι αυτό συνιστά έναν απόλυτο έλεγχο της ζωής μας από την πληροφορική. Είναι περισσότερο ένας κόσμος στον οποίο οι κοινωνικές σχέσεις δεν προϋποθέτουν το να μοιράζεσαι τον ίδιο χώρο.

Ωστόσο, η πολιτική απαιτεί να γνωρίζονται άνθρωποι που ζουν σε ξεχωριστούς τόπους και ορατότητες. Η κυρίαρχη ουτοπία δεν είναι τόσο ο έλεγχος, αλλά το γεγονός ότι ο καθένας κάθεται καλά στη θέση του: ο δάσκαλος, ο μαθητής, και ούτω καθεξής. Ταυτόχρονα, οι χώροι παρέμβασης, όπως ο δρόμος, ελέγχονται από την αστυνομία, πράγμα που αποτελεί καθαυτό μια οργάνωση του ορατού όσο και μια δύναμη καταστολής.

Ερώτηση: Συμμερίζεστε την οξεία ανησυχία του φιλοσόφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν σχετικά με τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει από αυτή την κρίση η βιομηχανία των ασφάλειας και της επίβλεψης, σε βάρος των ελευθεριών μας;

Ζακ Ρανσιέρ: Μου φαίνεται ότι η συγκυρία της πανδημίας αποδεικνύει στην πραγματικότητα το αντίθετο από εκείνο που θέλαμε να δείξουμε, δηλαδή αυτή τη διαρκή παρουσία μιας ασφαλιστικής δύναμης που ελέγχει τις ψυχές και τα σώματα. Αυτό που παρήγαγε η πανδημία, δεν είναι τόσο μια κοινωνία ελέγχου, όσο μια κοινωνία διασκορπισμού. Νομίζω ότι υπάρχει μεγάλη παράνοια σχετικά με την ιδέα και μόνο της βιοπολιτικής, που προστέθηκε στην ακόμα παλαιότερη παράνοια της μαρξιστικής λογικής, η οποία στοχεύει πάντα μια μεγάλη κρυφή δύναμη.

Όλα τα παραπάνω οδήγησαν σε τούτη τη συγκυρία όπου οι περισσότερες σκέψεις που θέλουν να είναι αντίθετες μοιράζονται αυτή την κοινή εμμονή για μια ακαταμάχητη δύναμη που κυριεύει τις ψυχές και τα σώματά μας. Στο μέτρο που οι αναπαραστάσεις δεν είναι αόριστες ιδέες αλλά τρόποι να οργανώσουμε τον αντιληπτό κόσμο μας, με το να υποθέτει κάποιος την ύπαρξη αυτής της δύναμης, την καθιστά ενεργή.

Ερώτηση: Θα έπρεπε επομένως να παραγάγουμε από πριν ουτοπικές αναπαραστάσεις στη θέση των δυστοπιών που έχουν κορέσει τις σύγχρονες αφηγήσεις μας;

Ζακ Ρανσιέρ: Δεν μπορούμε να εφεύρουμε ουτοπίες κατά βούληση ή ένα αδιανόητο μέλλον, αλλά μπορούμε να έχουμε αφηγήσεις που κατασκευάζουν ένα παρόν κατατμημένο, μέσα στο οποίο η αποδοχή της επικρατούσας λογικής των πραγμάτων δεν είναι ομόφωνη, παρά τις προσπάθειες των ισχυρών. Αυτό που έχει ενδιαφέρον σήμερα, είναι ότι η υποτιθέμενη σύζευξη ανάμεσα στην εξουσία και την επιστήμη είχε όλα τα μέσα να αποδειχθεί. Ωστόσο βλέπουμε καθαρά ότι υπάρχει μια απόκλιση: δεν είναι η ιατρική επιστήμη που θεμελιώνει την οργάνωση του αισθητού από τις κυβερνήσεις μας.

Ερώτηση: Ο λόγος των γιατρών λαμβάνει υπόψη του και τον εκτελεστικό. Ποια είναι η ανάλυσή σας πάνω σ’ αυτό; Τα κλειδιά του συλλογικού πεπρωμένου δεν είναι, περισσότερο από ποτέ, στα χέρια των επαϊόντων;

Ζακ Ρανσιέρ: Είναι η λογική της συναίνεσης το να βασίζεται σε έναν λόγο αναγκαιότητας. Σήμερα, η ιατρική εξουσία βρίσκει καταφύγιο σε αυτόν τον κόσμο διανομής του λόγου που προοριζόταν κυρίως για τον λόγο του οικονομικού εμπειρογνώμονα. Μιλάει εξάλλου λιγότερο ως γνώστης της επιστήμης και περισσότερο ως διαχειριστής των νοσοκομείων, των οποίων τα μέσα ακριβώς μειώθηκαν αναγκαστικά από τους οικονομικούς εμπειρογνώμονες. Η ιατρική εξουσία ενσαρκώνει μια μορφή ριζοσπαστικοποίησης αυτής της συναινετικής λογικής την οποία δεν δημιούργησε.

Ερώτηση: Αυτή η συγκυρία, που βάζει στο παιχνίδι ερωτήματα ζωής και θανάτου, δεν αποδυναμώνει την πιθανότητα εμφάνισης της διαφωνίας; Ο ιός δεν αποτέλεσε, κάπως εκβιαστικά, ένα «τέλος της Ιστορίας»;

Ζακ Ρανσιέρ: Είναι προφανές ότι οι πιθανότητες διαφωνίας σήμερα έχουν αποδυναμωθεί εξαιρετικά. Το βλέπουμε καθαρά ότι όσοι ήθελαν να συνδέσουν μια πράξη διαφωνίας με την άρνηση του κατ’ οίκον περιορισμού ή των εμβολίων έπεσαν στη συνωμοσιολογική παράνοια. Είναι γεγονός ότι ο χώρος αποδεικνύεται προς το παρόν αρκετά κλειστός.

Ερώτηση: Μήπως είναι εξαιτίας μιας ακραίας καταστολής κάθε δυνατότητας διαφωνίας που ο πολιτικός ανταγωνισμός δεν εκφράζεται πλέον παρά σαν μια παράλογη καταγραφή, με τη μορφή της συνωμοσιολογικής σκέψης;

Ζακ Ρανσιέρ: Τα είδη αντίδρασης στην κατάσταση ποικίλουν πολύ. Αλλά όσοι υπακούν στην εξουσία δεν το κάνουν επειδή τη θεωρούν νόμιμη, ούτε επειδή είναι λογική, αλλά επειδή δεν υπάρχει κανένας λόγος να ρισκάρεις να πεθάνεις προκειμένου να αντιταχθείς στον επίσημο λόγο. Μια επιδερμική συναίνεση είναι επομένως μια συναίνεση δίχως σε βάθος συγκατάθεση. Πράγμα που καταλήγει στο γεγονός ότι η μη-συναίνεση εντοπίζεται κάπου ανάμεσα στον Αγκάμπεν και το κίνημα QAnon.

Ερώτηση: Η περίοδος χαρακτηρίζεται από τη μαζική άφιξη ενός καινούριου στρεσογόνου λεξιλογίου που γεμίζει την καθημερινότητά μας: «σε πόλεμο», «κατ’ οίκον περιορισμός», «απαγόρευση κυκλοφορίας», «αποστάσεις», «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Αυτή η επιβολή της αναδίπλωσης μπορεί να επιφέρει συνέπειες μετά την κρίση;

Ζακ Ρανσιέρ: Είναι πολύ δύσκολο να προβλέψουμε πώς θα είναι η καθημερινότητά μας μετά την κρίση. Αλλά πιστεύω ότι αποκτήσαμε περισσότερο τη συνήθεια να υπακούμε παρά τη συνήθεια να αυτοπεριοριζόμαστε, την οποία θα είναι δύσκολο να αποβάλουμε, γιατί ο θάνατος εμφανίστηκε εκεί που δεν το περιμέναμε. Αυτό είναι που προσδίδει στην κατάσταση έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα. H Δύση είχε ξεχάσει για λίγο τον πόλεμο. Αλλά το ότι ο θάνατος ως φυσικό φαινόμενο επιστρέφει, και εκβιάζει τις πιθανότητες του λόγου και της καθημερινής συμπεριφοράς, μας είναι εντελώς νέο.

Ωστόσο δεν πρόκειται για μια καινούρια κατάσταση. Εάν η µαύρη πανώλη αποτέλεσε μια τομή στην Ιστορία της Δύσης, οι επιδημίες της χολέρας και της ισπανικής γρίπης δεν παρήγαγαν καινούριες μορφές σκέψης. Μπορούμε να υποθέσουμε επομένως ότι η ζωή θα ανακάμψει μετά τον Covid-19, με τη διαφορά ότι τότε υπήρχαν μαχητικές δυνάμεις που σήμερα έχουν κάπως εξαντληθεί.

Οι μεγάλοι καταγγελτικοί λόγοι που συνόδευσαν την πανδημία ως εμάς είναι μια ρητορική που δεν έχει αντίκρισμα σε αυτό που αισθανόμαστε.

Ερώτηση: Αυτό που διαδέχεται σήμερα τον λόγο αμφισβήτησης, σε ένα περικείμενο υγειονομικής καταστροφής που συνδέεται στενά με την κλιματική κρίση, δεν είναι ο στοχασμός της καταστροφής; Δεν ενισχύεται η «καταρρευσολογία» αυτή την περίοδο;

Ζακ Ρανσιέρ: Είναι λίγο μπερδεμένο. Η αίσθησή μου είναι ότι η καταρρευσολογία, η καταστροφολογία, έχουν περισσότερο βάρος στους στρατευμένους τομείς του πληθυσμού, παρά στον πληθυσμό εν γένει. Δεν υπάρχουν πολλοί που να πιστεύουν πραγματικά στην καταστροφή, αλλά αυτοί που το πιστεύουν είναι στρατευμένοι, οι οποίοι, εδώ και είκοσι χρόνια, μάχονται εναντίον του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού. Υπάρχει επομένως μια αντικατάσταση: η Ανθρωπόκαινος έχει πάρει τη θέση του καπιταλισμού, ενδεχομένως να μετονομαστεί σε «Καπιταλόκαινος» ώστε να διατηρείται το νήμα.

Για μένα, αυτή η σκέψη του ειδικού κεντρικού σκοπού, από τον οποίο εξαρτώνται τα πάντα, παρέλυε ανέκαθεν τη σκέψη της Αριστεράς. Σήμερα, αυτό αντικαταστάθηκε από την άποψη της κλιματικής κρίσης, με την αναγέννηση μορφών του παρελθόντος, όπως ο «οικολογικός λενινισμός» του Αντρέας Μαλμ [Σουηδός γεωγράφος, συγγραφέας του Comment saboter un pipeline (Πώς να σαμποτάρετε έναν αγωγό) και του La ChauveSouris et le Capital (Η Νυχτερίδα και το Κεφάλαιο), La Fabrique, 2020]. To πρόβλημα της καταστροφολογίας είναι ότι αγγίζει ένα μέρος του πληθυσμού που επιθυμεί να κινητοποιηθεί, που επιθυμεί να δημιουργήσει μια διαφωνία. Ωστόσο, αν ο πλανήτης τεθεί ως απώτατος στόχος στη θέση του κεφαλαίου, φοβάμαι ότι θα είναι ακόμα πιο παραλυτικό.

Ερώτηση: Κατά τη γνώμη σας, τα κοινωνικά δίκτυα έχουν δημιουργήσει μια κυκλοφορία του λόγου που βρίσκεται από την πλευρά της ισότητας;

Ζακ Ρανσιέρ: Δεν πιστεύω ότι απελευθέρωσαν έναν λόγο υπέρ της ισότητας. Έφεραν μια τεράστια μάζα πληροφοριών⸱ αυτό δημιούργησε ένα επιστημονικό σύμπαν προσβάσιμο σε όλους. Τώρα, έχουν αποκτήσει εκ νέου επιρροή. Και το είδος του λόγου που δημιουργήθηκε είναι περισσότερο ένα μίγμα δυσαρέσκειας και παράνοιας: από τη μια λέμε τα εσώψυχά μας, εκφράζουμε με ευχαρίστηση το μίσος μας. Από την άλλη υπάρχει ο λόγος της πονηριάς: «Εγώ, δεν αφήνομαι να παρασυρθώ. Ξέρω να βλέπω παραπέρα». Αυτός ο συνδυασμός είναι κάπως η συνταγή του Τραμπ.

Ερώτηση: Τι πιστεύετε για την απόφαση, οπωσδήποτε ετεροχρονισμένη, του Twitter και του Facebook να διακόψουν τη λογόρροια του Τραμπ; Βλέπετε ένα είδος προστασίας της δημοκρατίας ή μια πράξη λογοκρισίας;

Ζακ Ρανσιέρ: Δεν συμμερίζομαι την αγανάκτηση του Μελανσόν και της ομάδας του που καταγγέλλουν λογοκρισία επειδή εμποδίζουμε τον Τραμπ να μιλήσει. Το Facebook και το Twitter είναι ιδιωτικές εταιρείες με δικούς τους κανόνες λειτουργίας. Εάν θεωρούν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αντιβαίνει στους κανόνες αυτούς, όπως και κάθε άλλος χρήστης που στηρίζει αισχρές απόψεις ενάντια στις ηθοποιούς ή απόψεις ρατσιστικές εναντίον των ποδοσφαιριστών, δεν έχω να αντιτείνω τίποτε. Αυτοί που εξανίστανται εδώ προσπαθούν να παίξουν και στα δύο ταμπλό: να είναι δημόσια πρόσωπα αλλά να αξιοποιούν τα μέσα γοητείας που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ιδιωτικοποιημένα.

Ερώτηση: Στην παρέμβασή σας σε ένα τεύχος που είχαμε αφιερώσει πριν από έναν χρόνο στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, λέγατε ότι ζούσαμε «μια επίθεση του απόλυτου καπιταλισμού». Πιστεύετε, παρ’ όλα αυτά, ότι θα μπορέσουμε να την υπερβούμε;

Ζακ Ρανσιέρ: Για την ώρα, ειλικρινά, δεν βλέπω προοπτικές υπέρβασης. Ωστόσο, άλλη μια φορά, δεν προβλέπω το μέλλον. Στο En quel temps vivons-nous ? [Σε ποια εποχή ζούμε;] (Συζήτηση με τον Ερίκ Αζάν, La Fabrique, 2017), έλεγα ότι δεν βρισκόμαστε μπροστά στο κεφάλαιο, αλλά εντός του. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να διανοίξουμε ρωγμές, να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε και να διευρύνουμε τους χώρους της μη-συγκατάθεσης. Το διακύβευμα είναι να καταφέρουμε να διατηρήσουμε τη διαφωνία, να διατηρήσουμε την απόκλιση. Τι μπορεί να προσφέρει η απόκλιση στο μέλλον; Δεν ξέρω πολλά. Αλλά ακόμα και οι μορφές της απόκλισης είναι ένας τρόπος να ζήσουμε διαφορετικά μέσα στον κόσμο εναντίον του οποίου τασσόμαστε. Προσπάθησα να το εξηγήσω αυτό στις ιστορικές μου έρευνες: η εργατική χειραφέτηση, ήταν ένας τρόπος να ζούμε μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο όσο και ένας τρόπος να προετοιμάζουμε το σοσιαλιστικό μέλλον.

Ερώτηση: Η στιγμή που ζούμε έχει και αυτό το μοναδικό: για μεγάλο χρονικό διάστημα, στερεί από τους πολίτες την πρόσβαση σε ορισμένες μορφές τέχνης. Τα μουσεία, τα θέατρα, δεν είχαν ποτέ παραμείνει κλειστά για τόσο καιρό. Πιστεύετε ότι αυτή η στέρηση μπορεί να κάνει την εμπειρία να ατροφήσει;

Ζακ Ρανσιέρ: Δεν αποδίδω κανένα μεσσιανικό ρόλο στην τέχνη. Δεν πιστεύω καθόλου στα μεγάλα καλλιτεχνικά αφηγήματα που εναντιώνονται στην εξουσία, ή στην τέχνη που στρέφεται εναντίον του κεφαλαίου. Αυτό που επανεισάγει η λέξη «τέχνη», ιδίως τώρα, είναι ένα πλήθος από εμπειρίες, μορφές μετάφρασης, ερμηνείες, μεταφορές των καταστάσεων. Ως προς αυτό, η τέχνη συνιστά έναν εμπλουτισμό. Επιτρέπει να βιώσουμε στιγμιότυπα αισθήσεων, στιγμιότυπα σκέψεων που μας απελευθερώνουν από τη συναίνεση και πολλαπλασιάζουν την εμπειρία του κόσμου. Και, στην πραγματικότητα, βιώνουμε συλλογικά έναν περιορισμό του κόσμου εξαιρετικά ισχυρό.

Ερώτηση: Το γεγονός ότι η συλλογική εμπειρία της τέχνης στις αίθουσες (του κινηματογράφου, του θεάτρου, των συναυλιών) φθίνει προς όφελος των ατομικών εμπειριών, όπως η αναμετάδοση, σας φαίνεται βαθιά ζημιογόνο;

Ζακ Ρανσιέρ: Δεν νομίζω ότι υπάρχει ιστορική ανάγκη γι’ αυτή την απώλεια. Ούτε ότι είναι μη αναστρέψιμη ή ανεπανόρθωτη. Ταυτόχρονα, πιστεύω ότι δεν πρέπει να υπερβάλλουμε όταν μιλάμε για το θέατρο ή για το σινεμά ως ζωντανούς συλλογικούς τόπους. Δεν συμβαίνουν εκεί και τόσα πράγματα που να έχουν σχέση με το γεγονός της κοινής παρουσίας τον ανθρώπων στον ίδιο χώρο. Την περισσότερη ώρα, οι άνθρωποι κοιτούν το έργο σιωπηλοί, τους αρέσει ή τους ενοχλεί. Ο συλλογικός χαρακτήρας της εμπειρίας δεν είναι τόσο καθοριστικός. Μάλιστα εξεπλάγην όταν, πριν από δεκαπέντε χρόνια, παρευρέθηκα σε ένα θέαμα σύγχρονου χορού που γιουχαϊζόταν από ένα μέρος του κοινού. Ξαφνικά επανέρχεται κάτι που είχαμε ξεχάσει: ότι το θέατρο είναι ένας συλλογικός τόπος, που μπορεί να πυροδοτήσει και διαμάχες. Αλλά, όπως και να ’χει είναι αρκετά σπάνιο. Μετά, σίγουρα, δεν έχουμε την ίδια αισθητική εμπειρία όταν βλέπουμε μια ταινία στην οθόνη της τηλεόρασης ή του υπολογιστή.

Ερώτηση: Ο κινηματογράφος εξακολουθεί να είναι για σας αντικείμενο σκέψης και πρακτική του προσεκτικού θεατή;

Ζακ Ρανσιέρ: Κάτω από την πίεση των καταστάσεων, οδηγήθηκα όλο και πιο πολύ να βλέπω ταινίες σε μικρές οθόνες. Αλλά, ακόμα κι αν δεν πηγαίνω τόσο συχνά στις αίθουσες, ο κινηματογράφος παραμένει για μένα μια ισχυρή πηγή εμπειρίας και σκέψης.

Ερώτηση: Παρακολουθήσατε τις τρεις τελευταίες ταινίες του Ζαν-Λικ Γκοντάρ «Ταινία Σοσιαλισμός» (2010), «Ο Αποχαιρετισμός στη γλώσσα» (2014) και το «Βιβλίο της εικόνας» (2018);

Ζακ Ρανσιέρ: Ναι, τις είδα. Πρόκειται για ταινίες που με ενδιαφέρουν και, την ίδια στιγμή, έχω την εντύπωση ότι [ο Γκοντάρ] έχει επιλέξει μια κάποια ασφάλεια. Ανέπτυξε έναν συγκεκριμένο τρόπο κυκλοφορίας ανάμεσα στις τρομακτικές εικόνες του κόσμου, του πολέμου, του χρόνου και των λέξεων που αντιπαρατίθενται και αλληλοσυγκρούονται. Θυμίζει λίγο την Γκογιά του [2], η οποία επίσης προχωρούσε μέσα από μοντάζ εικόνων και λέξεων. Είναι πολύ ελκυστικό. Μπορεί να μας μαγνητίσει αυτό το θέαμα της μιάμισης ώρας. Και την ίδια στιγμή δεν είμαι σίγουρος ότι συμβάλλει πραγματικά στο να τροφοδοτήσει μια πιο ισχυρή ευαισθησία του παρόντος. Είναι πολύ καλά αρμοσμένο. Αλλά στο «Βιβλίο της εικόνας», υπάρχει ενδεχομένως κάτι καινούριο στον τρόπο με τον οποίο βάζει στο κέντρο της ευαισθησίας μας μια Μέση Ανατολή που συχνά περιορίζεται στο πεδίο του φανατισμού και της βίας. Αυτή τη στιγμή, η μηχανή του είναι εκτός λειτουργίας.

Ερώτηση: Ποια είναι λοιπόν τα έργα, του κινηματογράφου ή άλλα, τα οποία κατά τη γνώμη σας κατόρθωσαν τα τελευταία χρόνια να κινητοποιήσουν κάτι από την αντίληψη του παρόντος;

Ζακ Ρανσιέρ: Τα τελευταία χρόνια, μπόρεσα να το νιώσω αυτό μπροστά στις ταινίες ορισμένων Κινέζων κινηματογραφιστών. Για παράδειγμα το «Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος», η μοναδική ταινία αυτού του κινηματογραφιστή που αυτοκτόνησε στα 29 του χρόνια, του Hu Bo. Ή και το «Kaili Blues», η πρώτη μεγάλου μήκους του Bi Gan, ή το «Διαμονή στα βουνά του Fuchun» του Gu Xiaogang. Έχω την αίσθηση ότι αυτές οι ταινίες λένε κάτι, σε μια αισθητική μορφή, για τον χρόνο, τη μνήμη ή την αμνησία στην Κίνα του σήμερα.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν βλέπω τις ταινίες της Κέλι Ρέιτσαρντ («Meek’s Cutoff», «Κάποιες Γυναίκες») ή της Ντέμπρα Γκράνικ («Στην Καρδιά του Χειμώνα», «Μην Αφήσεις Ίχνη»), έχω την αίσθηση ότι καταλαβαίνω κάτι από την Αμερική, πάντα σχετικά με τη δυναμική σχέση ανάμεσα στον πολιτισμό και την αγριότητα. Πρόκειται για έναν κινηματογράφο που εφευρίσκει συσχετισμούς ανάμεσα σε χώρους και χρόνους που δεν συναντιούνται. Κάποτε είχα την αίσθηση ότι ο κινηματογράφος του Φιλίπ Γκαρέλ έλεγε κάτι μοναδικό για το συναίσθημα. Τώρα έχω την εντύπωση ότι ξαναφτιάχνει διαρκώς την ίδια ταινία.

Ερώτηση: Αυτό που συγκρατεί τον δεσμό σας με τον κινηματογράφο είναι επομένως η ανησυχία για το παρόν; Τα μετα-καταστασιακά γκράφιτι στους τοίχους, τα διανθισμένα με λεκτικά παιχνίδια σλόγκαν μαρτυρούν μια ποιητική παρέμβαση στον τρόπο που κάνουμε πολιτική;

Ζακ Ρανσιέρ: Η πολιτική βρίσκεται αναμφίβολα πιο κοντά σε καλλιτεχνικές φόρμες απ’ ό,τι στο παρελθόν. Μιλάω γι’ αυτό στο Les mots et les torts. Μια ολόκληρη σειρά γλωσσικών παιχνιδιών που βρίσκονται στην καρδιά του πολιτικού λόγου έχουν διαδεχθεί τις αλλοτινές φράσεις στα πανό και στις ντουντούκες. Ο πολιτικός ακτιβισμός έχει πάρει μια στροφή που τον φέρνει κοντά σε ορισμένες μορφές καλλιτεχνικής παρέμβασης. Συνεπώς, ο καθένας έρχεται με την πινακίδα του, με το δικό του σύνθημα. Είναι πραγματικά πολύ φανερό εδώ και μια δεκαετία. Είναι μέρος της ευαισθησίας του χρόνου. Ξαναφτιάχνουμε μια εμπειρία του κόσμου έξω από τις μεγάλες συνθέσεις, με σπαράγματα που μοιραζόμαστε με την τέχνη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάνουμε πολιτική σήμερα όπως ο Γκοντάρ έκανε σινεμά πριν από πενήντα χρόνια.


[1] Για τον όρο «επισφάλεια» βλ.: Τζούντιθ Μπάτλερ, Ευάλωτη ζωή: Οι δυνάμεις του. πένθους και της βίας, Αθήνα, Νήσος, 2009⸱ και: http://feministiqa.net/episfaleia-epitelestikotita-politikidromou/ [Σ.τ.μ.]

[2] Αναφορά στην Σαντάλ Γκογιά, πρωταγωνιστρια της ταινίας του Γκοντάρ “Αρσενικό – Θηλυκό” (1966). [Σ.τ.μ.]

The post Jacques Rancière: «Το διακύβευμα είναι να καταφέρουμε να διατηρήσουμε τη διαφωνία» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2021/04/01/jacques-ranciere-to-diakyveyma-na-kataferoyme-na-diatirisoyme-ti-diafonia/feed/ 0 6429
Ζακ Ρανσιέρ: Πολιτική, δηµοκρατία, χειραφέτηση https://www.aftoleksi.gr/2020/12/17/zak-ransier-politiki-di-okratia-cheirafetisi/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=zak-ransier-politiki-di-okratia-cheirafetisi https://www.aftoleksi.gr/2020/12/17/zak-ransier-politiki-di-okratia-cheirafetisi/#respond Thu, 17 Dec 2020 14:08:47 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=4537 H παρακάτω συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ στη Βίκυ Ιακώβου αποτελεί το επίµετρο του σπουδαίου βιβλίου του Ζακ Ρανσιέρ, Το µίσος για τη δηµοκρατία, µτφρ. Β. Ιακώβου, Αθήνα: Πεδίο, 2009, 135-158. B.Ι.: Ας ξεκινήσουµε από την αρχή της διαδροµής σας. Αφού υπήρξατε µαθητής και συνεργάτης του Λουί Αλτουσέρ, του ασκήσατε κριτική αναφορικά µε το ζήτηµα της [...]

The post Ζακ Ρανσιέρ: Πολιτική, δηµοκρατία, χειραφέτηση first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
H παρακάτω συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ στη Βίκυ Ιακώβου αποτελεί το επίµετρο του σπουδαίου βιβλίου του Ζακ Ρανσιέρ, Το µίσος για τη δηµοκρατία, µτφρ. Β. Ιακώβου, Αθήνα: Πεδίο, 2009, 135-158.

B.Ι.: Ας ξεκινήσουµε από την αρχή της διαδροµής σας. Αφού υπήρξατε µαθητής και συνεργάτης του Λουί Αλτουσέρ, του ασκήσατε κριτική αναφορικά µε το ζήτηµα της σχέσης ανάµεσα στη θεωρητική εργασία και στη χειραφετική πρακτική. Θα θέλατε να παρουσιάσετε την αφετηρία και τις βασικές συνιστώσες αυτής της κριτικής; Ποια ήταν η καθοδηγητική ιδέα της έρευνας πάνω στο εργατικό κίνηµα του πρώτου µισού του 19ου αιώνα στην οποία αφιερωθήκατε στη συνέχεια και που κατέληξε στο βιβλίο La nuit des prolétaires. Archives du rêve ouvrier [Η νύχτα των προλετάριων. Αρχεία του εργατικού ονείρου];

Ζ.Ρ.: Ο αλτουσεριανισµός πρότεινε µια ανανέωση του µαρξισµού· κυριαρχούνταν όµως από ένα από τα πιο προβληµατικά στοιχεία της µαρξιστικής παράδοσης: τη θεωρία της ιδεολογίας ως µηχανής ψευδαίσθησης που παράγεται αυτοµάτως από τη λειτουργία της κυριαρχίας. Έτσι η επιστήµη και η εφαρµογή της από την πρωτοπορία γίνονταν ο όρος της απελευθέρωσης και οι αντιαυταρχικές µορφές εξέγερσης που χαρακτήριζαν τη φοιτητική νεολαία γίνονταν εκφάνσεις της µικροαστικής ιδεολογίας στην οποία η επιστήµη όφειλε να αντιταχθεί. Ο αλτουσεριανισµός βρέθηκε έτσι εντελώς ξεκρέµαστος κατά τη διάρκεια του κινήµατος του 1968 ενώ, αντιστρόφως, τον εκµεταλλεύτηκαν κατά πολύ εκείνοι που ανέλαβαν να παλινορθώσουν την τάξη στο πανεπιστήµιο. Σκέφτηκα λοιπόν ότι έπρεπε να ασκηθεί ριζική κριτική σε τούτη την αξίωση της µαρξιστικής επιστήµης να διδάσκει την αλήθεια σε µάζες που ήταν τάχα βυθισµένες στην ιδεολογία.

Επιχείρησα τότε να ξαναπιάσω την ιστορία της εργατικής χειραφέτησης πριν από τη σύζευξή της µε τον µαρξισµό. Η εργασία αυτή µού έδειξε ότι ο όρος της χειραφέτησης δεν ήταν µια γνώση της κοινωνίας, γνώση που υποτίθεται ότι έλειπε από τους προλετάριους. Ήταν να καταφέρουν να σκεφτούν οι ίδιοι τους εαυτούς τους ως ικανούς για έναν άλλον κόσµο. Ο όρος ενός εργατικού κινήµατος χειραφέτησης ήταν µια προσπάθεια να απαλλαγούν από µια ορισµένη εργατική «κουλτούρα», αυτήν που τους προσάρµοζε στην κυριαρχία. Εκείνοι τους οποίους είχαν εγκλείσει στον κόσµο της αναπαραγωγής και σε τρόπους ύπαρξης που συµµορφώνονταν προς τον εν λόγω κόσµο ανακάλυπταν και αποδέχονταν πως ήταν οι ίδιοι ικανοί να ιδιοποιηθούν άλλες µορφές κατ’ αίσθηση εµπειρίας, αυτοανακηρύσσονταν πλήρεις κάτοικοι ενός κόσµου µοιρασµένης εµπειρίας· αυτή ήταν η καρδιά της χειραφέτησης.

Β.Ι.: Θα λέγατε ότι, παρά την κριτική που απευθύνετε στον µαρξισµό –αλλά και στον Μαρξ–, προσπαθήσατε να συνεχίσετε µια ορισµένη µαρξική προβληµατική, ακολουθώντας οδούς που δεν είναι κατ’ ανάγκη προφανείς στο µαρξικό έργο ή που  οι επίγονοι συγκάλυψαν;

Ζ.Ρ.: Προσπάθησα να προεκτείνω τη σκέψη της εργατικής χειραφέτησης, της οποίας ο µαρξισµός έχει δώσει µια ορισµένη ερµηνεία. Κατ’ αυτή την έννοια, διαχωρίστηκα από εκείνους που έχουν ποµπωδώς καταγγείλει τη συνενοχή του µαρξισµού µε τον ολοκληρωτισµό, διότι αυτό που ήθελαν στην πραγµατικότητα ήταν να διαλύσουν, µαζί µε τον µαρξισµό, όλη την παράδοση των χειραφετικών αγώνων. Μολαταύτα, από µια άλλη πλευρά, δεν ασχολήθηκα µε το να διεκδικήσω έναν αληθινό µαρξισµό που θα αντιπαρατασσόταν στις «παρεκκλίσεις» του. Ο µαρξισµός υπήρξε και εξακολουθεί εκ των πραγµάτων να είναι η επίσηµη φιλοσοφία αστυνοµικών και αιµοσταγών δικτατοριών. Επίσης, όµως, από την κατάρρευση του σοβιετικού µπλοκ κι έπειτα, έχει βρεθεί να ανακυκλώνεται ολοένα και περισσότερο από την κυρίαρχη σκέψη: κάποιοι µεταφέρουν την ιστορική πίστη στην αναγκαία έλευση του σοσιαλισµού σε µια πίστη στην έλευση της εντελώς ελεύθερης αγοράς και επιτίθενται στους διαµαρτυρόµενους οπισθοδροµικούς εργάτες οι οποίοι εναντιώνονται στην πορεία της ιστορίας. Κάποιοι άλλοι έχουν µετασχηµατίσει την κριτική της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης σε καταγγελία ενάντια στο δηµοκρατικό καταναλωτικό άτοµο, κι έτσι σε κάθε κίνηµα διαµαρτυρίας καταγγέλλουν την οργή του δηµοκρατικού «ατοµικισµού» που καταστρέφει τον κοινωνικό δεσµό και τη συµβολική τάξη.

Σήµερα υπάρχουν περισσότεροι µαρξισµοί που µάχονται ενάντια στη χειραφέτηση από µαρξισµούς που την τροφοδοτούν. Εντούτοις, ναι, η πάλη των τάξεων υπάρχει: το διαπιστώνουµε καθηµερινά, και το γεγονός ότι σήµερα την πρωτοβουλία την αναλαµβάνει ουσιαστικά η κυρίαρχη τάξη δεν κάνει την πάλη αυτή λιγότερο ανελέητη.

Β.Ι.: Τι δείχνει σχετικά µε το ζήτηµα της χειραφέτησης η περίπτωση του Ζοζέφ Ζακοτό, του δασκάλου που δεν γνώριζε τη γλώσσα των µαθητών του και στον οποίο αφιερώσατε το βιβλίο σας Ο Αδαής δάσκαλος. Πέντε µαθήµατα πνευµατικής χειραφέτησης; [1]

Ζ.Ρ.: Ο Ζακοτό αντέστρεψε την προοδευτική πίστη της εποχής του στην παιδεία. Την εποχή εκείνη οι πάντες έλεγαν πως η προτεραιότητα ήταν να διαπαιδαγωγήσουν τον λαό, να τον βγάλουν σιγά σιγά, προοδευτικά, από την άγνοιά του προκειµένου να καταστεί ικανός να ασκήσει τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις του στη νεωτερική κοινωνία. Υπήρχε λοιπόν µια αναλογία ανάµεσα, αφενός, στο µοντέλο της σχολικής παιδαγωγικής όπου ο δάσκαλος διατείνεται ότι ανασύρει προοδευτικά τον αδαή από την άγνοιά του και ότι έτσι µειώνει σιγά σιγά την απόσταση που τους χωρίζει και, αφετέρου, στο φιλελεύθερο ή ρεπουµπλικανικό σχέδιο παιδείας του λαού που τον προετοίµαζε για µια µελλοντική ισότητα. Η ριζοσπαστικότητα του Ζακοτό συνίσταται στο ότι είπε πως αυτή η «µείωση» των ανισοτήτων από τον δάσκαλο αποτελούσε στην πραγµατικότητα έναν τρόπο να αναπαράγεται ο ίδιος αιωνίως: ο δάσκαλος είναι ο µόνος που γνωρίζει πώς ο αδαής θα γίνει γνώστης, πώς ο άνισος θα γίνει ίσος. Δεν πρέπει λοιπόν να ξεκινάµε από την ανισότητα, για να πάµε προς την ισότητα, αλλά να ξεκινάµε από την ισότητα, από αυτό που ο «αδαής» ήδη γνωρίζει και ήδη µπορεί. Πρέπει ήδη ο µαθητής να κατανοεί αυτό που του λέει ο δάσκαλος, ώστε ο δάσκαλος να του διδάξει κάτι. Ο Ζακοτό µετέτρεπε τη χειραφέτηση σε µια σχέση ατόµων µε άτοµα. Μπορούµε όµως να δώσουµε και µια πολιτική και συλλογική διάσταση στην ανατροπή την οποία πρότεινε: αφετηρία κάθε χειραφετικής πρακτικής είναι το να προϋποθέτουµε µια ικανότητα που τη µοιράζονται όλοι· είναι η κατάφαση της ικανότητας των κυριαρχούµενων και όχι η επιστήµη των λόγων που τους καθιστούν ανίκανους.

Β.Ι.: Θεωρείτε ότι αυτό που έκανε ο Ζακοτό µπορεί ή πρέπει να χρησιµεύσει ως παιδαγωγικό «µοντέλο» ή µήπως θα ήταν ορθότερο να πει κανείς ότι το προσεγγίζετε ως ένα παράδειγµα που µας επιτρέπει να ξανασκεφτούµε την παιδαγωγική διαδικασία, κατά τρόπο που να την αποσπά από τον θεωρούµενο ως θεµελιώδη δεσµό της µε την ιδέα της αυθεντίας; Διαβάζοντας το Ο Αδαής δάσκαλος µπορεί να σκεφτεί κανείς ότι δεν είναι δυνατόν να τεθεί σε εφαρµογή αυτή η µέθοδος· µπορεί ακόµη και να πει, όπως ένας συνάδελφος, ότι είναι «πολύ καλή για να είναι αληθινή».

Ζ.Ρ.: Δεν θεωρώ ότι πρόκειται για ένα µοντέλο µε την έννοια ενός συνόλου παιδαγωγικών τύπων. Είναι µια µέθοδος υπό µια πιο φιλοσοφική έννοια, ένα σύνολο αρχών προσανατολισµού. Η βασική αρχή είναι το να διαχωρίζεται η κυριότητα [maîtrise] από τη γνώση: η πράξη χάρις στην οποία κάνουµε ώστε ο µαθητής να µαθαίνει κάτι δεν ταυτίζεται µε τη µεταβίβαση της γνώσης του κυρίου, του δασκάλου [maître]. Οι λειτουργίες αναµφίβολα συγχέονται στην πραγµατικότητα: η εκπαιδευτική µηχανή ταυτίζει το κύρος της αυθεντίας που ο θεσµός προσδίδει στον δάσκαλο, την κατοχή µιας γνώσης και την ικανότητα να παράγει κανείς επιπτώσεις γνώσης στους άλλους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Ζακοτό δεν πίστευε σε  µια ζακοτική µεταρρύθµιση της παιδείας. Από την άλλη πλευρά, η αρχή του Ζακοτό µάς διδάσκει να διαχωρίζουµε τις λειτουργίες, όταν ο θεσµός θέλει να τις συγχέει, να τις ιεραρχούµε διαφορετικά απ’ ό,τι αυτός· σε κάθε κατάσταση η σχέση ισότητας συνυφαίνεται µε τη σχέση ανισότητας και το µόνιµο ερώτηµα είναι: προς τίνος το όφελος γίνεται αυτή η συνύφανση;

Β.Ι.: Στο τέλος του άρθρου σας «Les raisins sont trop verts» [2] γράφετε ότι «η πολιτική είναι αυτή η ιδιάζουσα [spécifique] δραστηριότητα που υπάρχει µόνο επειδή δεν υπάρχει η επιστήµη της». Η φράση τούτη συνοψίζει τον τρόπο µε τον οποίο εννοείτε την πολιτική καθώς και την κριτική σας στην έκφραση «πολιτική φιλοσοφία» και στο εγχείρηµα που της αντιστοιχεί;

Ζ.Ρ.: Ναι, αν προσπαθούµε να δώσουµε ένα ιδιάζον νόηµα στη λέξη πολιτική. Θέλουµε πάντοτε να ταυτίζουµε την πολιτική και την εξουσία. Όµως υπάρχει ένας άπειρος αριθµός εξουσιών και το πρόβληµα είναι να µάθουµε τι είναι εκείνο που µπορεί να καθορίσει τα ιδιάζοντα γνωρίσµατα µιας εξουσίας ως πολιτικής εξουσίας. Μια πολιτική εξουσία ασκείται πάνω σε µια πολιτική κοινότητα. Αυτό φαντάζει ταυτολογία, πρέπει εντούτοις να αναδιφήσουµε το νόηµά της. Μια µορφή εξουσίας ορίζεται γενικώς από το γεγονός ότι ορισµένοι που κατέχουν έναν ιδιάζοντα τίτλο ή µια ιδιάζουσα ικανότητα την ασκούν σε εκείνους που στερούνται τέτοιους τίτλους ή ανάλογες ικανότητες. Στο παρελθόν επρόκειτο για την εξουσία των πρεσβύτερων, των ευγενών ή των εκλεκτών του Θεού. Σήµερα κάποιοι θα ήθελαν η ικανότητα τούτη να είναι η των ειδηµόνων. Τις περισσότερες φορές είναι η ικανότητα των κατόχων του πλούτου.

Μπορούµε κάλλιστα να φανταστούµε κοινότητες που απλώς διέπονται από µία από τις εν λόγω εξουσίες ή από τον συνδυασµό τους. Αυτό σηµαίνει πως µπορούµε κάλλιστα να φανταστούµε κοινωνίες δίχως πολιτική. Η πολιτική ξεκινά όταν µπορούµε να αποµονώσουµε µια ιδιάζουσα εξουσία, πέρα από όλες τις µορφές αυθεντίας οι οποίες ασκούνται µέσα στις οικογένειες, στα εργαστήρια, στα σχολεία και στις εκκλησίες· µια εξουσία που δεν εδράζεται σε τίποτε άλλο παρά µόνο στον εαυτό της. Το παράδοξο είναι πως δεν υπάρχει παρά µόνο µία εξουσία που ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή, τουτέστιν η εξουσία εκείνων που δεν έχουν κανέναν τίτλο, καµία ειδική ικανότητα να ασκούν την εξουσία. Οι κυβερνώµενες από τις ολιγαρχίες κοινωνίες µας είναι ταυτοχρόνως αναγκασµένες να αναγνωρίζουν ως θεµέλιο της ολιγαρχικής άσκησης της εξουσίας µια εξουσία του λαού η οποία συνιστά στην πραγµατικότητα ενσάρκωση µιας ικανότητας που είναι ικανότητα του οποιουδήποτε. Πρόκειται για το παράδοξο που πολύ νωρίς διατυπώνουν ο Πλάτωνας, όταν λέει ότι η δηµοκρατία είναι η διακυβέρνηση της τύχης, ή ο Αριστοτέλης, όταν ορίζει τον πολίτη ως εκείνον που µετέχει στο άρχειν και στο άρχεσθαι. Η πολιτική φιλοσοφία είναι το σύνολο των µέσων µε τα οποία η φιλοσοφία θέλησε να απαλείψει ή να αφοµοιώσει αυτό το αρχέγονο σκάνδαλο: ότι το θεµέλιο της πολιτικής είναι η απουσία θεµελίου.

Β.Ι.: Τι εννοείτε όταν λέτε ότι η ισότητα είναι «η βασική αρχή της πολιτικής δράσης» ή «µια προϋπόθεση της πολιτικής»;

Ζ.Ρ.: Στα χνάρια του Ζακοτό, σκέφτηκα την ισότητα ως µια προϋπόθεση από την οποία θα πρέπει να ξεκινάµε. Αυτό σηµαίνει δύο πράγµατα: κατ’ αρχάς, πρέπει να παίρνουµε την ισότητα ως αφετηρία και όχι ως στόχο· κατά δεύτερον, το θέµα δεν είναι να διακηρύσσουµε αφηρηµένα ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, είναι να υποθέτουµε την ύπαρξη µιας ίσης ικανότητας, µιας ικανότητας που δεν είναι κτήµα καµίας καθορισµένης οµάδας, και να επιζητούµε να την επαληθεύσουµε.

Δεν πρόκειται για µια απλή αφηρηµένη υπόθεση. Μπορούµε εύκολα να επαληθεύσουµε την αναγκαιότητά της. Καµία αυθεντία δεν λειτουργεί εάν δεν υπάρχει µια ελάχιστη ισότητα που να την καθιστά αποτελεσµατική: πρέπει κανείς να κατανοεί την εντολή του κυρίου για να την εκτελέσει, πρέπει να κατέχει την ίδια γλώσσα µε τον καθηγητή για να παρακολουθήσει το µάθηµά του. Και πρέπει να υποθέτουµε αυτή την ικανότητα, εάν θέλουµε να διακρίνουµε µια πολιτική κοινότητα από µία αγέλη που την καθοδηγεί ο ποιµένας της. Τούτο σηµαίνει πως η σχέση ισότητας και η σχέση ανισότητας παντού διαπλέκονται η µία µε την άλλη. Στην τάξη που αποκαλώ αστυνοµική, η ισότητα χρησιµεύει για τη λειτουργία της ανισότητας. Το πολιτικό ερώτηµα είναι αν είναι δυνατόν να αυτονοµηθούν ετούτες οι µορφές ισότητας, να αυξήσουµε την εµβέλειά τους, να συγκροτήσουµε γι’ αυτές έναν κόσµο που να τους προσιδιάζει. Το σηµαντικό σηµείο είναι ότι αυτή η αύξηση της ισότητας καθορίζει µια δυναµική που αντιτίθεται στο στρατηγικό σχήµα των µέσων και των σκοπών.

Δεν οδεύει κανείς προς την ισότητα µε τα µέσα της ανισότητας.

Β.Ι.: Θα µπορούσατε να αναπτύξετε λίγο τη διάκριση µεταξύ πολιτικής και αστυνοµίας που παραµένει µάλλον υπονοούµενη στο Μίσος για τη δηµοκρατία; Μήπως αυτή η διάκριση ενέχει τον κίνδυνο να τοποθετηθεί η πολιτική σε µια σχέση εξάρτησης ως προς τη λογική της αστυνοµίας, στο µέτρο που, όπως γράφετε στο La Mésentente [Η παρανόηση], «η πολιτική συναντά παντού την αστυνοµία»;

Ζ.Ρ.: Υπάρχει πολιτική όταν υπάρχει αναγνώριση µιας πολιτικής ικανότητας που είναι η ικανότητα όσων δεν έχουν ιδιάζουσα ικανότητα, η ικανότητα του οποιουδήποτε: αυτό δεν σηµαίνει ότι όλοι είναι ικανοί για όλα, αλλά ότι υπάρχει µια ικανότητα που δεν ανήκει σε κανέναν και ότι αυτή δοµεί µια κοινότητα. Αποκαλώ αστυνοµία τη λειτουργία της κοινότητας που αποκλείει ετούτη τη συµπληρωµατική ικανότητα. Για την αστυνοµία, η κοινότητα απαρτίζεται από ταυτοποιήσιµες οµάδες που καταλαµβάνουν καθορισµένες θέσεις και στις οποίες αναγνωρίζονται ιδιάζουσες ικανότητες. Και το ζητούµενο είναι η διαχείριση των σχέσεων ανάµεσα στις εν λόγω οµάδες, ο συγκερασµός των εν λόγω ταυτοτήτων. Κάθε κυβέρνηση λειτουργεί αυθόρµητα σύµφωνα µε την αστυνοµική λογική: συγκροτείται σε αρµόδια βαθµίδα που έχει ως καθήκον και έργο της την ενασχόληση µε τις κοινές υποθέσεις της κοινωνίας, ενώ κάθε οµάδα αφοσιώνεται στις επιµέρους υποθέσεις της. Η αστυνοµική τάξη λέει ποια είναι τα αντικείµενα για τα οποία πρέπει να µεριµνήσει η κοινότητα και ποιοι είναι οι ειδήµονες που έχουν την αρµοδιότητα να το κάνουν.

Η πολιτική πράξη ξεκινά όταν επινοούνται συµπληρωµατικοί δρώντες, οι οποίοι θέτουν στην ηµερησία διάταξη προβλήµατα που δεν είχαν τεθεί, συγκροτούν µια άλλη δηµόσια σφαίρα όπου και προτάσσουν µια ικανότητα να µιλούν και να αποφασίζουν που δεν τους αναγνωρίζεται. Παραδείγµατος χάριν, η αστυνοµία λαµβάνει αποφάσεις για µια µεταρρύθµιση της εργατικής νοµοθεσίας ή της νοµοθεσίας που αφορά το σύστηµα υγείας ή το συνταξιοδοτικό, για να ενθαρρύνει τις προσλήψεις ή για να διασφαλίσει το µέλλον. Η πολιτική παρεµβαίνει όταν φοιτητές αφήνουν τα µαθήµατά τους για να υποστηρίξουν ότι δεν είναι αυτή η «εργασία» που θέλουν να δουν να ενθαρρύνεται, όταν οι εργαζόµενοι στις µεταφορές εγκαταλείπουν τις µηχανές τους και περπατούν στους δρόµους για να πουν ότι έχουν και αυτοί ιδέες αναφορικά µε το µέλλον. Η πολιτική έρχεται έτσι να µετατρέψει τα «προβλήµατα» διαχείρισης πληθυσµών και πλούτου σε συγκρούσεις γύρω από το ερώτηµα: ποιος αποφασίζει για τι; Και, κατ’ αρχάς, ποιος αποφασίζει ότι αυτή είναι η κατάσταση, ότι αυτό είναι το µέλλον που πρέπει να προετοιµάσουµε, ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι οι ικανοί για κάτι τέτοιο; Υπάρχει πάντοτε «εξάρτηση», αν θέλετε, όµως το ερώτηµα είναι ακριβώς προς ποια κατεύθυνση κάνουµε τη σχέση αυτή εξάρτησης να κλίνει.

Β.Ι.: Επιµένετε ιδιαίτερα στην αισθητική διάσταση της πολιτικής. Στο La mésentente γράφετε, παραδείγµατος χάριν, ότι «η πολιτική είναι κατ’ αρχάς η σύγκρουση σχετικά µε την ύπαρξη µιας κοινής σφαίρας, σχετικά µε την ύπαρξη και την ποιότητα εκείνων που είναι παρόντες σε αυτήν». Ποια είναι η ιδιαιτερότητα του τρόπου αυτού «αισθητικοποίησης» της πολιτικής που προτείνετε;

Ζ.Ρ.: Δεν επιδιώκω να «αισθητικοποιήσω» την πολιτική. Διαπιστώνω ότι πάντοτε εµπεριέχει µια αισθητική ή αυτό που αποκαλώ µερισµό του αισθητού. Ένας µερισµός του αισθητού είναι ένας τρόπος να σχηµατίζουµε έναν κόσµο κοινό, να λέµε ποια αντικείµενα είναι κοινά, πώς µπορούµε να τα δούµε και να τα ερµηνεύσουµε, ποιος ανήκει στην κοινότητα εκείνων που ξέρουν να διαβάζουν και να ερµηνεύουν, συνεπώς να λαµβάνουν αποφάσεις σχετικά µε τον κόσµο αυτόν. Ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον, λέει ο Αριστοτέλης, επειδή διαθέτει την οµιλία που επιχειρηµατολογεί περί του δικαίου, και όχι απλώς τη φωνή που εκφράζει λύπη ή ηδονή. Στην πραγµατικότητα, ετούτος ο κατ’ αίσθηση ορισµός της πολιτικής στήνει το σκηνικό µιας µόνιµης σύγκρουσης: η πολιτική είναι η ατέρµονη µάχη για να µάθουµε ποια οµιλία αναγνωρίζεται ως επιχείρηµα και ποια άλλη εξοµοιώνεται µε το παράπονο. Οι ηγέτες µας προσφέρουν στους εαυτούς τους το προνόµιο της οµιλίας που επιχειρηµατολογεί, έστω κι αν µας ζητούν να το επικυρώσουµε µε µια σιωπηρή χειρονοµία, ρίχνοντας ένα ψηφοδέλτιο µέσα σε µια κάλπη. Συγκροτούν λοιπόν µε τρόπο αισθητό έναν ορισµένο λαό, µε αφετηρία µια σχέση µεταξύ οµιλίας, χειρονοµιών και τόπων. Θα τους άρεσε να οριοθετούσαν έτσι τον χώρο της πολιτικής, ώστε να τον ταυτίσουν µε τον χώρο της διακυβέρνησης.

Όµως υπάρχουν άνθρωποι που χρησιµοποιούν προς όφελός τους έναν χώρο κυκλοφορίας –τον δρόµο– όπου εγκαθίστανται µε φωνές, τραγούδια και λέξεις γραµµένες σε πανό. Για την κυβέρνηση, τα λόγια αυτά είναι θόρυβος. Μπορεί να συµπεράνει από τούτο ότι ο λαός είναι ένα θορυβώδες ζώο ή, το πολύ πολύ, ότι ανησυχεί, ότι δυσφορεί. Αναλόγως µε την περίπτωση, θα προκρίνει την αποστολή αστυνοµικών µε χειροβοµβίδες κρότου-λάµψης ή τη σύγκληση επιτροπών κοινωνιολόγων. Όσο για τους διαδηλωτές, όλο το έργο τους συνίσταται αντιστρόφως στο να καταδείξουν ότι τα λόγια αυτά είναι µια επιχειρηµατολογία σχετικά µε έναν κόσµο κοινό. Πρόκειται για ένα έργο που συνθέτει έναν άλλον λαό µε µια άλλη σχέση ανάµεσα σε τόπους, χειρονοµίες και λόγια. Απλουστεύω στο έπακρο, όµως αυτό σηµαίνει η αισθητική της πολιτικής.

Β.Ι.: Το ενδιαφέρον στην προσέγγισή σας της δηµοκρατίας, το οποίο έχουν υπογραµµίσει πολλοί σχολιαστές, είναι ότι δεν υιοθετείτε το επιχείρηµα περί τυπικού χαρακτήρα των προερχόµενων από τους δηµοκρατικούς αγώνες θεσµών και των ιδεών απ’ όπου αντλούν τη νοµιµοποίησή τους. Για παράδειγµα, δεν θεωρείτε τα δικαιώµατα του ανθρώπου και του πολίτη µια ιδεολογία, µια απατηλή επίφαση. Γιατί εναντιώνεστε σε τέτοιου είδους ερµηνείες;

Ζ.Ρ.: Η αρχή που αντιπαραθέτει τις λέξεις και τις µορφές στις πραγµατικότητες είναι µια αρχή ψευδώς υλιστική. Οι µορφές είναι πραγµατικότητες, και όλη η ιστορία δείχνει τη δύναµη που έχουν οι λέξεις να παράγουν ανυπολόγιστες επιπτώσεις. Και η καταγγελία της µαταιότητας των διακηρυγµένων δικαιωµάτων που δεν αντιστοιχούν στη βιωµένη κατάσταση είναι µια ψευδής πολιτική ριζοσπαστικότητα. Η αληθινή ριζοσπαστικότητα είναι εκείνη που θεωρεί ότι οι λέξεις και οι µορφές έχουν µια πραγµατικότητα η οποία πρέπει να οδηγηθεί σε έναν ανώτερο αναβαθµό.

Όταν άρχισα να δουλεύω πάνω στην εργατική ιστορία του 19ου αιώνα, µου προκάλεσε εντύπωση ο τρόπος µε τον οποίο οι εργατικές πρακτικές διέφεραν από τη µαρξιστική λογική της καταγγελίας των δικαιωµάτων του ανθρώπου. Αντί να πουν: ούτως ή άλλως η τυπική ισότητα διαψεύδεται από την πραγµατικότητα, άρα είναι το ψεύδος που υπάρχει για να συγκαλύψει την ιδιοκτησιακή τάξη πραγµάτων, έλεγαν: αυτή η ισότητα υπάρχει, συνεπώς η ιδιοκτησιακή τάξη ή, ακόµη, η ολιγαρχική διακυβέρνηση οφείλουν να υποχωρήσουν ενώπιόν της. Αυτό σηµαίνει βεβαίως ότι πρέπει να επινοηθούν µορφές ενεργοποίησης της ισότητας. Παραδείγµατος χάριν, οι νόµοι λένε ότι όλοι είναι ίσοι απέναντι στον νόµο. Άρα οι εργάτες έχουν εξίσου µε τα αφεντικά το δικαίωµα του συνέρχεσθαι, για να προασπίσουν τα συµφέροντα της εργασίας. Και το νόµιµο αυτό δικαίωµα πρέπει να το υποστηρίξουν µε την παράνοµη πρακτική της απεργίας. Δεν χρησιµεύει σε τίποτα το να καταγγέλλουµε το ψεύδος των δικαιωµάτων· πρέπει να τους προσδίδουµε µια πραγµατικότητα. Ο Ζακοτό µιλά για την ισότητα ως µια προϋπόθεση προς επαλήθευση. Αυτή η επαλήθευση είναι η δυναµική της ισότητας. Όσοι ξεκινούν από την ανισότητα επαληθεύουν την ανισότητα. Χθες καθιστούσαν την υπακοή στο κόµµα της πρωτοπορίας τον όρο της ελευσόµενης ισότητας. Σήµερα, απαλλαγµένοι από ψευδαισθήσεις, διαπιστώνουν τη βασιλεία του εµπορεύµατος και, προς το µεγαλύτερο δυνατό όφελος των κυρίαρχων ολιγαρχιών, µέµφονται το «δηµοκρατικό άτοµο» ως υπεύθυνο για τη µοιραία αυτή βασιλεία.

Β.Ι.: Παράλληλα επιµένετε στη µη αναγωγιµότητα της δηµοκρατίας σε θεσµούς, σε ένα πολίτευµα ή σε µια µορφή κοινωνίας. Δεν θα µπορούσε όµως να πει κανείς ότι ορισµένοι θεσµοί είναι απαραίτητοι για τη δηµοκρατική δράση, έτσι όπως την εννοείτε; Για να υιοθετήσω την κλασική ορολογία: υπάρχουν δυνατότητες για δηµοκρατική δράση σε ένα τυραννικό καθεστώς;

Ζ.Ρ.: Ανέκαθεν επέµενα στο γεγονός ότι οι θεσµοί των λεγόµενων δηµοκρατικών κοινωνιών µας είναι µια διττή πραγµατικότητα: είναι επίσης µορφές εγγραφής της ισότητας και πρέπει να χρησιµοποιούνται ως τέτοιες. Ειδάλλως ακολουθούν τη φορά που τις καθιστά απλά όργανα της ολιγαρχίας. Σε ένα τυραννικό καθεστώς, οι δυνατότητες δηµοκρατικής δράσης είναι προφανώς πολύ περιορισµένες. Προαπαιτούν µια ολόκληρη εργασία απαγορευµένης δραστηριότητας και συντονισµού για να καθοριστούν οι περιστάσεις όπου πρέπει κανείς να διακινδυνεύσει µια δηµόσια παρέµβαση. Αυτό είδαµε να συµβαίνει στη Ρωσία των αντιφρονούντων ή στην κινεζική δηµοκρατική αντιπολίτευση ή, ακόµη, στα κινήµατα διαµαρτυρίας που ακολούθησαν τις νοθευµένες εκλογές στο Ιράν. Η δηµοκρατία πάντα ασκείται στο εσωτερικό αυτής της σχέσης ανάµεσα στις δυνατότητες που προσφέρει ένα σύστηµα (οι εκλογές που ελέγχονται από µια εξουσία δεν παύουν να αποτελούν µια ευκαιρία για να δηµιουργηθεί µια σκηνή που την αιφνιδιάζει), σε όσες είναι ανίκανο να ελέγξει πλήρως (το διαδίκτυο, παραδείγµατος χάριν, όπου επινοούνται ακατάπαυστα τρόποι παράκαµψης και παραπλάνησης του ελέγχου και διαµόρφωσης µιας κρυφής δηµόσιας σφαίρας) και σε εκείνες που δηµιουργούµε µε το θάρρος της κατά µέτωπον σύγκρουσης.

Β.Ι.: Μεταξύ των αντιρρήσεων που σας απευθύνονται, ή που µπορούν να σας απευθυνθούν, είναι ότι έχετε µια περιορισµένη και περιοριστική σύλληψη της πολιτικής, που αποκλείει µια σειρά από φαινόµενα, επειδή εξαρτώνται από τη λογική της αστυνοµίας, καθώς και ότι η ισότητα για την οποία µιλάτε, ισότητα οµιλούντων και νοηµόνων όντων, είναι ανεπαρκής για την κατανόηση της πραγµατικότητας των σχέσεων κυριαρχίας. Τι θα απαντούσατε στις αντιρρήσεις αυτές;

Ζ.Ρ.: Είναι σαφές ότι το να καταφάσκουµε την ισότητα δεν µάς επιτρέπει από µόνο του να κατανοήσουµε την πολλαπλότητα των µορφών της ανισότητας και ακόµη λιγότερο να κάνουµε τη µία να θριαµβεύσει επί της άλλης. Πάντοτε λέω ότι αυτό που αποκαλούµε το πολιτικό είναι ένας ορισµένος συνδυασµός των δύο λογικών, της πολιτικής και της αστυνοµικής, οπότε η πολιτική δεν είναι το απολύτως έξω ως προς το αστυνοµικό κράτος. Όµως η διαπλοκή των λογικών επιβάλλει ακόµη πιο επιτακτικά την ανάγκη να τις διακρίνουµε. Κάθε περίσταση είναι µια ορισµένη κατάσταση των σχέσεων µεταξύ ισότητας και ανισότητας, και το ζητούµενο είναι να µάθουµε να διακρίνουµε τι αυξάνει τη µία ή την άλλη. Η αποδοχή της ισότητας ως προς τη νοηµοσύνη δεν θεραπεύει µόνη της την εκµετάλλευση. Καθορίζει έναν δρόµο πάλης ενάντιά της, εκείνον που εδράζεται στη συλλογική άσκηση αυτής της ισότητας, ενάντια σε έναν άλλο δρόµο, που εναποθέτει τη φροντίδα της θεραπείας της εκµετάλλευσης στην επιστήµη των ειδηµόνων, στα κόµµατα της πρωτοπορίας ή στην αυθεντία ενός χαρισµατικού ηγέτη.

Β.Ι.: Ως προς τι η κριτική σας στη «συναινετική δηµοκρατία», συνδεδεµένη µε τη θέση ότι δεν υπάρχει πολιτική δίχως πολεµική, διακρίνεται από προσεγγίσεις όπως εκείνη του Καρλ Σµιτ;

Ζ.Ρ.: Έχω ελάχιστα ενδιαφερθεί για τον Καρλ Σµιτ, για να έχω ανάγκη να συγκριθώ µαζί του ή να διακριθώ από αυτόν.

Β.Ι.: Εάν έχω καταλάβει καλά το επιχείρηµά σας, προκειµένου να υπάρχει πολιτική, πρέπει να υπάρχει ένα µερίδιο των δίχως-µερίδιο [une part des sans-part]. Δεν θα µπορούσε όµως να πει κανείς ότι η πολιτική δράση εµφορείται, σε διαφορετικό βαθµό και µε ποικίλους τρόπους, από τη βούληση των δίχως-µερίδιο να µετάσχουν, συνεπώς από µια βούληση να µειωθεί το µερίδιο των δίχως-µερίδιο, η οποία φαίνεται πως υπονοεί την ιδέα µιας συµφιλιωµένης κοινωνίας, που υποσκάπτει αυτό που εσείς εννοείτε ως πολιτική δράση;

Ζ.Ρ.: Δεν µε ανησυχεί πραγµατικά αυτό το ενδεχόµενο. Η κυρίαρχη λογική είναι µια λογική που σίγουρα θέλει τη συµφιλίωση, τη θέλει όµως προς όφελος των συµφερόντων µιας µειονότητας. Η όρεξη των ολιγαρχιών µας για εξουσία ή για πλούτο είναι τέτοια, ώστε ποτέ δεν θα τους επιτρέψει να αφιερώσουν πολλούς πόρους για να ανταποκριθούν στο µέληµα να ικανοποιήσουν τους πάντες. Αναλογιστείτε τη βία των εκστρατειών που αναπτύσσονται σε όλες τις χώρες µας ενάντια στις µορφές κοινωνικής προστασίας. Δείτε τη µανία των αµερικανικών ρεπουµπλικανικών κύκλων για τους οποίους ένα σχέδιο κοινωνικής κάλυψης για όλους είναι κοµµουνισµός. Παρατηρήστε µε πόσο επιτακτικό τρόπο τα χρηµατοπιστωτικά συµφέροντα καθορίζουν τις µετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων σε τρίτες χώρες και τις απολύσεις ή πώς ολοένα και ποινικοποιούνται οι κοινωνικοί αγώνες. Σκεφτείτε τη συνεχή ενίσχυση των λεγόµενων δηµοκρατικών πολιτικών καθεστώτων προς την κατεύθυνση του αυταρχισµού και της προσωποποίησης της εξουσίας καθώς και την ολοένα µεγαλύτερη διαπλοκή όλων των ολιγαρχιών.

Είτε µας λυπεί είτε µας χαροποιεί, σίγουρα δεν οδεύουµε προς µια µεγάλη συµφιλίωση που δίνει στον καθένα το µερίδιο της πίτας που ονειρεύεται. Η ιδέα, που έχει στις ηµέρες µας γίνει κοινότοπη ακόµη και στους κύκλους που θέλουν να είναι ριζοσπαστικοί, σύµφωνα µε την οποία ο σηµερινός κόσµος είναι ένα σύµπαν λίγο ως πολύ ίσων και ικανοποιηµένων µικροαστών, αποδεικνύει απλούστατα µέχρι τίνος σηµείου αυτοί οι θεωρητικοί της υποτιθέµενης ριζοσπαστικότητας παραµένουν τυφλοί απέναντι στη µόνιµη ενίσχυση των ανισοτήτων και των εξουσιών, και πόσο τελικώς προσχωρούν στον κυρίαρχο λόγο.

Β.Ι.: Θα θέλατε να αναπτύξετε τη συσχέτιση των ιδεών του κοµµουνισµού και της δηµοκρατίας την οποία προτείνατε στην παρέµβασή σας στο συνέδριο για την ιδέα του κοµµουνισµού;[3] Είστε της άποψης ότι η µαρξιστική παράδοση, τουλάχιστον µια ορισµένη, µάλλον κυρίαρχη µαρξιστική παράδοση, έχει συµβάλει στη συγκάλυψη της «αιχµηρότητας» της ιδέας της δηµοκρατίας;

Ζ.Ρ.: Προσπάθησα να σκεφτώ έναν κοµµουνισµό θεµελιωµένο στην ιδέα της χειραφέτησης. Η βασική ιδέα της χειραφέτησης είναι εκείνη της αυτοχειραφέτησης, η ιδέα ότι οι καταπιεσµένοι µπορούν οι ίδιοι να είναι τα υποκείµενα [agents]της απελευθέρωσής τους, µε το να οικειοποιούνται την ικανότητα που είναι κοινή σε όλους. Έτσι εννοούµενη, η χειραφέτηση είναι η δυναµική της κατάφασης της ισότητας η οποία επιζητεί να κατασκευάσει έναν αισθητό κόσµο που της προσιδιάζει, στο ίδιο το εσωτερικό του κόσµου της κυριαρχίας. Στα εργατικά κινήµατα του 19ου αιώνα βλέπουµε πώς µια ορισµένη ιδέα της κοινής ικανότητας αποτελεί τη βασική αρχή τόσο της δηµοκρατικής µάχης στο παρόν όσο και της προεικόνισης ενός κοµµουνιστικού µέλλοντος.

Μολονότι υποστήριζε την αυτοχειραφέτηση των εργατών, ο µαρξισµός αµέσως αντιπαρέθεσε την ψευδαίσθηση της δηµοκρατικής µορφής προς την πραγµατικότητα της κυριαρχίας και του ταξικού αγώνα. Απέρριψε έτσι τη δηµοκρατία, εξοβελίζοντάς τη στην πλευρά της κρατικής µορφής και της κατασταλτικής της δύναµης. Επίσης όµως, µε τη θεωρία της ιδεολογίας, υιοθέτησε µε τον τρόπο του τη σκέψη ότι οι κοινωνικοί δρώντες είναι ανίκανοι να κατανοήσουν την κοινωνική µηχανή. Γύρισε λοιπόν την πλάτη του στη χειραφετική αρχή –να ξεκινάµε από την ισότητα και από ό,τι αυτή µπορεί να κάνει– και υιοθέτησε την κυρίαρχη παιδαγωγική σκοπιά – τη σκοπιά σύµφωνα µε την οποία οι κυριαρχούµενοι είναι ανίκανοι και υπάρχει η αναγκαιότητα να διαπαιδαγωγηθούν ώστε να καταστούν ικανοί να απελευθερωθούν. Γνωρίζουµε τις συνέπειες του συλλογισµού αυτού στο εσωτερικό του εργατικού κινήµατος. Τις βλέπουµε και σήµερα, µε την αναγωγή της έννοιας της δηµοκρατίας στη µορφή κράτους που κυβερνά τις κοινωνίες µας ή σε µια κοινωνία που περιγράφεται ως κοινωνία της µαζικής κατανάλωσης. Είτε επιδιώκει κανείς να σκεφτεί εκ νέου την ιδέα του κοµµουνισµού µετά την κατάρρευση είτε επιδιώκει να αποκαταστήσει ένα νόηµα της δηµοκρατίας που να υπερβαίνει το νόηµα που της δίνεται σήµερα, βρίσκεται µπροστά στην ίδια θεµελιώδη απαίτηση: να ξαναδώσει όλη της τη δύναµη στην αρχή της ικανότητας όλων.

Β.Ι.: Κατά τρόπο ρητό ή υπόρρητο, το όνοµά σας συχνά συνδέεται –τουλάχιστον στην Ελλάδα αλλά επίσης, νοµίζω, στον αγγλοσαξονικό χώρο– µε το όνοµα άλλων σύγχρονων φιλοσόφων, όπως του Σλάβοϊ Ζίζεκ ή του Αλαίν Μπαντιού. Η σύνδεση αυτή φαίνεται πως στηρίζεται στο γεγονός ότι όλοι διαγιγνώσκετε µια τάση αποπολιτικοποίησης στην οποία προσπαθείτε, ο καθένας µε διαφορετικά εννοιολογικά εργαλεία, να εναντιωθείτε. Πιστεύετε ότι πρόκειται για εύστοχη συσχέτιση;

Ζ.Ρ.: Αυτή η συσχέτιση µπορεί να δηλώνει µια ορισµένη κοινότητα που συνίσταται στο ότι αρνούµαστε να αποκηρύξουµε την παράδοση της χειραφέτησης και να συγκατανεύσουµε στην τάξη της κυριαρχίας. Όµως ο Ζίζεκ και ο Μπαντιού τοποθετούνται ακριβώς σε µια ορισµένη µαρξιστική παράδοση για την οποία η δηµοκρατία δεν µπορεί παρά να είναι η απατηλή µορφή κάτω από την οποία ασκείται η καπιταλιστική κυριαρχία. Σε τούτο προστίθεται, σε αµφότερες τις περιπτώσεις, µια λακανική έµπνευση, σύµφωνα µε την οποία η δηµοκρατία δεν µπορεί να είναι παρά η «υπηρεσία των αγαθών», η αποµετουσίωση και ο φαντασιακός θρίαµβος των ναρκισσιστικών ατόµων. Στο σηµείο αυτό βρίσκονται πολύ κοντά στον κυρίαρχο αντιδραστικό λόγο που παρουσιάζει τη δηµοκρατία ως το βασίλειο του καταναλωτικού ατοµικισµού και ως την καταστροφή του κοινωνικού δεσµού. Τους χρειάζεται λοιπόν να σκεφτούν τη χειραφέτηση εκκινώντας από µία υπερβατικότητα: τη ριζική πράξη, το συµβάν, το κέλευσµα της πλατωνικής Ιδέας.

Β.Ι.: Σε ορισµένες συνεντεύξεις έχετε µιλήσει µε τρόπο µάλλον αρνητικό για την ουτοπία. Από την άλλη, όµως, έχετε γράψει κείµενα πάνω στην ουτοπία και έρευνες πάνω στο θέµα αυτό έχουν πραγµατοποιηθεί αντλώντας την έµπνευση τους από το έργο σας. Πώς προσεγγίζετε την έννοια της ουτοπίας; Δεν θεωρείτε ότι η απόρριψή της αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των συναινετικών καιρών που επικρίνετε;

Ζ.Ρ.: Για εµένα η ουτοπία δηλώνει µια συγκεκριµένη πραγµατικότητα: τα σχέδια υποδειγµατικών κοινωνιών που πρότειναν ορισµένοι συγγραφείς –από την εποχή του Μωρ και του Καµπανέλα µέχρι την εποχή του Φουριέ, του Όουεν ή του Καµπέ– ως κύτταρα ενός νέου κόσµου όπου το σύνολο των ανθρώπινων σχέσεων υπόκειται σε µία και την αυτή αρχή. Τα σχέδια τούτα είχαν γενικώς αξία λιγότερο λόγω του περιεχοµένου ή της πραγµάτωσής τους και περισσότερο λόγω του τρόπου µε τον οποίο προσέλκυσαν έναν ορισµένο αριθµό κοινωνικών πόθων που ούτως ή άλλως υπήρχαν. Με αυτό το σκεπτικό ενδιαφέρθηκα ειδικότερα για τη σαινσιµονική ουτοπία στη Γαλλία της δεκαετίας του 1830, από τη σκοπιά των εργατών που έψαχναν ή βρήκαν σε αυτήν έναν τρόπο για να δώσουν µορφή στις απόπειρές τους να σκεφτούν και να οργανώσουν χειραφετηµένες µορφές ζωής και κοινωνίας.

Πέραν τούτου, η ουτοπία γίνεται µια έννοια χαλαρή, στην οποία ο καθένας δίνει όποια τροπή θέλει. Για ορισµένους αποτελεί µια λέξη η οποία χρησιµεύει για να απαξιωθεί κάθε σχέδιο αλλαγής που δεν χωράει στα υφιστάµενα πλαίσια, ανακηρύσσοντάς το αδύνατο. Για κάποιους άλλους αποτελεί την ακίνδυνη επίκληση ενός καλύτερου κόσµου, έναν τρόπο για να πουν ότι πρέπει να αλλάξουν τα πράγµατα ή τα πνεύµατα. Οι πολιτικοί µας, αφού έχουν εκµεταλλευτεί το επιχείρηµα περί αδυνατότητας, πρόθυµα µας λένε ότι µας χρειάζεται ουτοπία: έτσι η υπεργραφειοκρατία που διαχειρίζεται τα παγκόσµια συµφέροντα της κυριαρχίας χρησιµοποιεί το όνοµα της Ευρώπης για να αυτοτιτλοφορηθεί ουτοπία της εποχής µας.

Σε κάθε περίπτωση, δεν πιστεύω στη θέση που καθιστά την ουτοπία τον ορίζοντα απ’ όπου µπορούµε να δράσουµε στο παρόν για να δηµιουργήσουµε ρήξεις. Πιστεύω ότι είναι η πράξη εκείνη που δηµιουργεί παρόντα τα οποία φέρουν ένα µέλλον.

Β.Ι.: Στο Μίσος για τη δηµοκρατία παρουσιάζετε την άνοδο της άκρας δεξιάς, των φονταµενταλισµών καθώς και τα κινήµατα ενάντια στην παγκοσµιοποίηση ως διάφορες µορφές επιστροφής της διαίρεσης. Θεωρείτε ότι όλες αυτές οι περιπτώσεις µαρτυρούν µια επιστροφή της πολιτικής –όπως φαίνεται να υποστηρίζει ο Ζίζεκ, επί παραδείγµατι, για τον οποίο η άκρα δεξιά κάνει πραγµατικά πολιτική– ή υπάρχουν κριτήρια που µας επιτρέπουν να τις διακρίνουµε µεταξύ τους;

Ζ.Ρ.: Οι επιτυχίες της άκρας δεξιάς κατά τα τελευταία χρόνια στην πραγµατικότητα συνδέονται µε το ότι χάλασε τη βιτρίνα της διαχειριστικής αντικειµενικότητας που κοσµούσε τον λόγο της κλασικής δεξιάς στην Ευρώπη (εν αντιθέσει προς τις Ηνωµένες Πολιτείες, όπου ο φανατισµός της θρησκευτικής εντολής, της αστυνοµικής τάξης, της ανισότητας και του φυλετικού αποκλεισµού είναι κανονικά ενσωµατωµένος στην ιδεολογία του Ρεπουµπλικανικού Κόµµατος). Η επιτυχία της στο ζήτηµα της µετανάστευσης οφείλεται στο γεγονός ότι υπενθύµισε πως, πίσω από τα «τεχνικά» προβλήµατα που αφορούσαν το ποιες ποσοστώσεις µεταναστευτικού πληθυσµού µπορούν να γίνουν αποδεκτές, υπήρχε µια θεµελιώδης απόφαση σχετικά µε το ερώτηµα του τι είναι µια εθνική κοινότητα. Με άλλα λόγια, η άκρα δεξιά επισηµαίνει µε τον τρόπο της ότι είναι αδύνατον για την αστυνοµία να περιχαρακωθεί στη δική της λογική. Φυσικοποιώντας το κλείσιµο της κοινότητας στον εαυτό της, το οποίο η αστυνοµία αντιµετωπίζει µε τρόπο διαχειριστικό, υπενθυµίζει πως αστυνοµία και πολιτική τελούν υπό µία σχέση αµοιβαίας διαπλοκής. Εντούτοις αυτό δεν σηµαίνει πως αντιµετωπίζει πολιτικά την εν λόγω διαπλοκή.

Β.Ι.: Σχετικά µε το γαλλικό κίνηµα του φθινοπώρου του 1995 γράφετε στο βιβλίο σας ότι ήταν ένα κίνηµα δηµοκρατικό, άρα πολιτικό. Για την εξέγερση των γαλλικών προαστίων το 2005 έχετε πει: «Δεν βρήκε µια πολιτική µορφή, έτσι όπως την εννοώ».[4] Θα θέλατε να διευκρινίσετε τις µεταξύ τους διαφορές;

Ζ.Ρ.: Το κίνηµα του 1995 δηµιούργησε µια πολιτική σκηνή φέρνοντας στο φως ότι, πίσω από τους λογιστικούς λόγους που επικαλούνταν η κυβέρνηση, υπήρχε µια σύγκρουση πιο θεµελιακή, που αφορούσε το ερώτηµα για το ποιος είχε τα προσόντα να συζητήσει την κατανοµή του πλούτου και τη σχέση του παρόντος µε το µέλλον. Αυτό ήταν το στοιχείο που έδωσε στη σύγκρουση τον πολιτικό της χαρακτήρα. H κυβέρνηση συµπεριφέρθηκε σαν παιδαγωγός: είπε πως οι εργαζόµενοι δεν είχαν καταλάβει και πως θα τους εξηγούσε. Οι εργαζόµενοι έκαναν σαφές ότι, απεναντίας, είχαν καταλάβει πολύ καλά και έδωσαν στην κυβέρνηση να καταλάβει ότι, µε το πρόσχηµα πως έθεταν τέλος στο «κράτος πρόνοιας», οι ριγκανικής έµπνευσης πολιτικές της αποσκοπούσαν στο να παραδώσουν στο κράτος το µονοπώλιο της αρµοδιότητας να πραγµατεύεται και να αντιµετωπίζει τις «κοινωνικές υποθέσεις». Και σε αυτή την περίπτωση, η αισθητική διάσταση της σύγκρουσης ήταν επίσης ιδιαίτερα ισχυρή: µε τους εργαζόµενους του µετρό που περπατούσαν στον δρόµο, µεταµορφωνόταν όλη η δραµατουργία της πόλης, διανοιγόταν ένας ολόκληρος χώρος συζήτησης. Παρ’ όλες τις προσπάθειές της, η δεξιά δεν µπόρεσε να κινητοποιήσει τον πληθυσµό ενάντια σε αυτούς τους απεργούς που τον έκαναν να κυκλοφορεί µε τα πόδια.

Το κίνηµα του 2005 ήταν πολύ διαφορετικό, διότι ήταν κατ’ αρχάς µια αυθόρµητη αντίδραση έπειτα από τον εµβληµατικό θάνατο δύο νέων που έπαθαν ηλεκτροπληξία ενώ τους κυνηγούσε η αστυνοµία. Η κυβέρνηση επέλεξε την οδό της πρόκλησης –να καλύψει τους αστυνοµικούς, να εξυβρίσει τους νέους– κάτι που ενίσχυσε τον θυµό των τελευταίων αλλά επίσης τους αποµόνωσε στην εκδήλωση της εξέγερσής τους και στο έδαφός τους. Αυτοί οι νέοι βεβαίωσαν την ταυτότητά τους και κατέλαβαν την εδαφική τους επικράτεια, δεν δηµιούργησαν όµως χώρο όπου άλλοι θα µπορούσαν να αναγνωριστούν και να συµπαραταχθούν µαζί τους. Η επίσηµη γνώµη τούς παρουσίασε απλώς ως χειραγωγούµενους από τους ισλαµιστές νεαρούς µπαχαλάκηδες, που ήθελαν να καταστρέψουν τον πολιτισµό µας. Από την άλλη, όσοι αρνούνταν τον επίσηµο λόγο και κατανοούσαν την εξέγερση δεν έβρισκαν στη δράση των νέων χώρο όπου θα µπορούσαν να ενταχθούν. Υπήρξαν βεβαίως και ορισµένες ριζοσπαστικές οµάδες που είδαν σε τούτη την απουσία οµιλίας την ένδειξη µιας ριζικής ανατροπής.

Κατ’ εµέ, σε τέτοιου είδους εγκώµια ενυπάρχει µια βαθύτατη περιφρόνηση: η προϋπόθεση ότι η γυµνή βία είναι το καλύτερο που µπορούν να κάνουν οι άνθρωποι αυτοί. Η ιστορία της χειραφέτησης είναι η ιστορία µορφών υλικής βίας που διανοίγουν ταυτοχρόνως χώρους µοιρασµένης οµιλίας. Αυτό είναι που διαχωρίζει την πολιτική βία από την πολεµική βία όπου ζητούµενο είναι µονάχα να χτυπηθεί ο αντίπαλος.

Β.Ι.: Υποθέτω ότι παρακολουθήσατε όσα συνέβησαν στην Ελλάδα τον περασµένο Δεκέµβρη, έπειτα από τη δολοφονία του Α. Γρηγορόπουλου, ενός δεκαπεντάχρονου µαθητή, από έναν αστυνοµικό. Μολονότι τα δεδοµένα στην Ελλάδα δεν είναι τα ίδια µε της Γαλλίας –δεν υπάρχει ανεπτυγµένη κριτική του δηµοκρατικού ανθρώπου, όµοια µ’ εκείνη που ανασκευάζετε στο βιβλίο σας, ούτε η βασική αναφορά στην αβασίλευτη πολιτεία– ο επίσηµος λόγος (της δεξιάς κυβέρνησης, των µέσων µαζικής ενηµέρωσης και της πλειονότητας των κοµµάτων) επικαλούνταν ακατάπαυστα τη δηµοκρατία ενάντια στις διαδηλώσεις, στη βία και στον θυµό των διαδηλωτών. Σε ό,τι αφορά την αριστερά, θα µπορούσε να πει κανείς, παραφράζοντάς σας, πως όσα συνέβαιναν «αποτελούσαν πρόκληση για τα διανοητικά εργαλεία που είχε στη διάθεσή της». Παραδείγµατος χάριν, µία µερίδα της υποστήριξε πως δεν επρόκειτο για αληθινό κίνηµα ή πως δεν είχε πολιτικό χαρακτήρα, εφόσον δεν υπήρχαν διεκδικήσεις και εφόσον το κύριο «υποκείµενο» της εξέγερσης ήταν η νεολαία. Θα θέλατε να σχολιάσετε αυτά τα γεγονότα;

Ζ.Ρ.: Το κριτήριο για τον πολιτικό χαρακτήρα ενός κινήµατος δεν είναι το να προτείνει διεκδικήσεις ή ένα πρόγραµµα ούτε το να απέχει από τη βία. Είναι να βρίσκει έναν χώρο πράξης, οµιλίας και σκέψης που να υπερβαίνει την απλή επιβεβαίωση µιας δεδοµένης οµάδας. Έχοντας δει τα πράγµατα από µακριά, µου φαίνεται ότι αυτό συνέβη στην Ελλάδα του 2008 περισσότερο απ’ όσο στη Γαλλία του 2005. Το 1968, η αφετηρία ήταν επίσης η νεολαία και µια ιστορία έµφυλου διαχωρισµού σε µια πανεπιστηµιούπολη. Κι όµως, µέσα σε λίγες εβδοµάδες, έγινε ένα µαζικό δηµοκρατικό κίνηµα που διαπερνούσε ολόκληρη την κοινωνία. Είναι σαφές ότι τέτοια κινήµατα θέτουν επί σκηνής την απόσταση ανάµεσα σε αυτό που οι κυβερνήσεις µας αποκαλούν δηµοκρατία και σε έναν αληθινό συνυπολογισµό της ικανότητας όλων. Είναι επίσης σαφές ότι επιτυγχάνουν, λιγότερο ή περισσότερο καλά, να προσδώσουν µια πραγµατικότητα σε τούτη την ικανότητα.

Β.Ι.: Και µια τελευταία ερώτηση: πιστεύετε ότι η περίοδος οικονοµικής κρίσης που διανύουµε αφήνει χώρο ώστε η ιδέα της δηµοκρατίας να µπορεί «να προκαλέσει θάρρος, συνεπώς χαρά»;

Ζ.Ρ.: Η «οικονοµική κρίση» είναι δύο πράγµατα ταυτοχρόνως: είναι οι επιπτώσεις της χρηµατοπιστωτικής απορρύθµισης στην οικονοµία και ιδιαίτερα στην απασχόληση· είναι όµως επίσης ένα στοιχείο της κρατικής δραµατουργίας που έχει ως προορισµό να κάνει τους πληθυσµούς να ζουν στην κατάσταση εκείνη ανησυχίας και «ανασφάλειας» της οποίας τη διαχείριση αναλαµβάνουν ως λειτουργία τους οι κυβερνήσεις µας. Η «κρίση» δεν είναι απλώς η δύσκολη κατάσταση που δυσχεραίνει τον αγώνα ενάντια στις οικονοµικές και κρατικές ολιγαρχίες. Είναι το άµεσο εργαλείο της εξουσίας τους, ενάντια στο οποίο µπορούν να κινητοποιηθούν όσοι έχουν το «θάρρος, συνεπώς τη χαρά» να αντιτάξουν σε αυτή τη διαχείριση της ζωής όλων από τους προνοµιούχους και για τους προνοµιούχους µια ικανότητα που τη µοιράζονται όλοι.


[1] Το βιβλίο αυτό κυκλοφορεί στα ελληνικά, σε µετάφραση της Δάφνης Μπουνάνου, από τις εκδόσεις Νήσος (Στµ.).
[2] Το άρθρο αυτό δηµοσιεύτηκε στο περιοδικό Futur Antérieur, 33-34, 1996/1· σε ηλεκτρονική µορφή στη διεύθυνση http://multitudes.samizdat.net/Les-raisins-sont-trop-verts.
[3] On the idea of communism, Birkbeck Institute for the Humanities, Μάρτιος
[4] «“Le scandale démocratique”. Entretien avec Jean-Baptiste Marongiu», εφηµερίδα Libération, 15.12.2005· σε ηλεκτρονική µορφή στη διεύθυνση http://www.caute.lautre.net/spip.php?article1488.

The post Ζακ Ρανσιέρ: Πολιτική, δηµοκρατία, χειραφέτηση first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2020/12/17/zak-ransier-politiki-di-okratia-cheirafetisi/feed/ 0 4537
Τόποι Ζωής – Τόποι Ιδεών: Μεταδημοκρατία https://www.aftoleksi.gr/2019/11/19/topoi-zois-topoi-ideon-metadimokratia/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=topoi-zois-topoi-ideon-metadimokratia https://www.aftoleksi.gr/2019/11/19/topoi-zois-topoi-ideon-metadimokratia/#respond Tue, 19 Nov 2019 10:07:28 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=678 Όλοι μιλούν σήμερα για κρίση της δημοκρατίας. Για την υποχώρηση της πολιτικής προς χάριν της οικονομίας, για την κυριαρχία των αγορών πάνω σε κάθε μορφή λαϊκής αντιπροσώπευσης και για την συνακόλουθη απαξίωση των πολιτικών θεσμών. Τα συμπτώματά της απαξίωσης αυτής είναι γνωστά: πολιτικός κυνισμός και αποξένωση, αποχή από τις πολιτικές διαδικασίες, μηδενισμός. Πολλοί σύγχρονοι πολιτικοί [...]

The post Τόποι Ζωής – Τόποι Ιδεών: Μεταδημοκρατία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Όλοι μιλούν σήμερα για κρίση της δημοκρατίας. Για την υποχώρηση της πολιτικής προς χάριν της οικονομίας, για την κυριαρχία των αγορών πάνω σε κάθε μορφή λαϊκής αντιπροσώπευσης και για την συνακόλουθη απαξίωση των πολιτικών θεσμών. Τα συμπτώματά της απαξίωσης αυτής είναι γνωστά: πολιτικός κυνισμός και αποξένωση, αποχή από τις πολιτικές διαδικασίες, μηδενισμός. Πολλοί σύγχρονοι πολιτικοί στοχαστές μιλούν πλέον για το πέρασμα από τη δημοκρατία στη μετα-δημοκρατία. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης μετα-δημοκρατίας; Ποιους κινδύνους ενέχει; Ποιες δυνατότητες υπάρχουν σήμερα, σε συνθήκες κρίσης, για την ανανέωση της πολιτικής και της δημοκρατίας;

Στα ερωτήματα της Βίκυς Ιακώβου και του Γιάννη Σταυρακάκη απαντούν οι Κόλιν Κράουτς (καθηγητής στο Warwick Business School και συγγραφέας του βιβλίου Μεταδημοκρατία), Σαντάλ Μουφ (καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Westminster, συγγραφέας των βιβλίων Το δημοκρατικό παράδοξο και Επί του πολιτικού), Ζακ Ρανσιέρ (καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, συγγραφέας του βιβλίου Το μίσος για τη δημοκρατία) και Μιγκέλ Αμπενσούρ (καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού).

Παραγωγή: ERT3
Σενάριο-Σκηνοθεσία: Γιώργος Κεραμιδιώτης
Διεύθυνση φωτογραφίας: Ζαν Ζακ Μρεγιέ,Γιώργος Παπανικολάου
Ηχοληψία: Φρανκ Κοράτσα Μοντάζ: Γιάννης Ανδριάς
Διεύθυνση παραγωγής: Ηλιάνα Παυλίδου

The post Τόποι Ζωής – Τόποι Ιδεών: Μεταδημοκρατία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2019/11/19/topoi-zois-topoi-ideon-metadimokratia/feed/ 0 678