Αντώνης Χ. - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr Eλευθεριακός ψηφιακός τόπος & εκδόσεις Sun, 13 Sep 2026 19:55:34 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0.4 https://www.aftoleksi.gr/wp-content/uploads/2019/10/cropped-logo-web-transparent-150x150.png Αντώνης Χ. - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr 32 32 231794430 Η αφθονία των αποδείξεων και η αυτονομία της γνώσης https://www.aftoleksi.gr/2026/09/10/afthonia-ton-apodeixeon-aytonomia-tis-gnosis/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=afthonia-ton-apodeixeon-aytonomia-tis-gnosis https://www.aftoleksi.gr/2026/09/10/afthonia-ton-apodeixeon-aytonomia-tis-gnosis/#respond Wed, 09 Sep 2026 23:00:00 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=23701 Κείμενο: Αντώνιος Χμάντι Υποψήφιος Διδάκτορας, Τομέας Μαθηματικών Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Στις 8 Σεπτεμβρίου 2026 η OpenAI ανακοίνωσε ότι ένα σύστημά της είχε παραγάγει μια προτεινόμενη λύση για τις εξισώσεις Navier–Stokes. Το όνομα ακούγεται ίσως άγνωστο έξω από τα μαθηματικά, το πρόβλημα όμως είναι από τα πιο διάσημα του κλάδου [...]

The post Η αφθονία των αποδείξεων και η αυτονομία της γνώσης first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Αντώνιος Χμάντι
Υποψήφιος Διδάκτορας, Τομέας Μαθηματικών
Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Στις 8 Σεπτεμβρίου 2026 η OpenAI ανακοίνωσε ότι ένα σύστημά της είχε παραγάγει μια προτεινόμενη λύση για τις εξισώσεις Navier–Stokes. Το όνομα ακούγεται ίσως άγνωστο έξω από τα μαθηματικά, το πρόβλημα όμως είναι από τα πιο διάσημα του κλάδου αφού ανήκει στα επτά Προβλήματα της Χιλιετίας του Clay Mathematics Institute. Η ανακοίνωση ανοίγει τώρα τη συνήθως αργή και ανελέητη φάση όπου άλλοι ερευνητές θα διαβάσουν το κείμενο, θα δοκιμάσουν να το αμφισβητήσουν και μόνο αν αντέξει θα περάσει στα εγχειρίδια ως λύση. [32]

Στρόβιλοι von Kármán στα νέφη πίσω από το νησί Jan Mayen, 13 Φεβρουαρίου 2004. NASA/GSFC, MODIS Rapid Response Project · Κοινό κτήμα · Πηγή

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτή η ένταξη χρειάζεται μια μικρή επιστροφή στο 1900. Στο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών στο Παρίσι ο David Hilbert, ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς μαθηματικούς της εποχής του, παρουσίασε τη διάσημη λίστα των 23 προβλημάτων που θεωρούσε κρίσιμα για την πορεία των μαθηματικών του νέου τότε αιώνα. Η επιρροή της λίστας υπήρξε τέτοια ώστε η ιδέα μιας μικρής ομάδας «μεγάλων προβλημάτων» συνδέθηκε έκτοτε με τον τρόπο που τα μαθηματικά αφηγούνται τα ανοιχτά τους μέτωπα. Έναν αιώνα αργότερα, πάλι στο Παρίσι, το Clay ανακοίνωσε τα επτά Προβλήματα της Χιλιετίας και έπαθλο ενός εκατομμυρίου δολαρίων για το καθένα, συνειδητά παραπέμποντας στη χειρονομία του Hilbert. Δεν ήταν συνέχεια της ίδιας λίστας, από τα επτά μόνο η Υπόθεση Riemann βρισκόταν και στα 23 προβλήματα του Hilbert, αλλά μια αντίστοιχη προσπάθεια να αποτυπωθούν μερικά από τα δυσκολότερα ανοιχτά προβλήματα μιας εποχής. Από τα επτά του Clay, μόνο η εικασία του Poincaré έχει μέχρι σήμερα αναγνωριστεί ως λυμένη. [12]

David Hilbert, Mathematische Probleme (1900). Η αρχή της ομιλίας στο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών του Παρισιού. David Hilbert · Ψηφιοποίηση Göttinger Digitalisierungszentrum · Κοινό κτήμα · Πηγή

Για να καταλάβει κανείς τι ακριβώς ισχυρίζεται η απόδειξη, αρκεί στην αρχή μια στοιχειώδης εικόνα των εξισώσεων. Οι Navier–Stokes περιγράφουν την κίνηση ρευστών, όπως το νερό και ο αέρας, χωρίς να παρακολουθούν ξεχωριστά κάθε μόριό τους. Αντιμετωπίζουν το ρευστό ως συνεχές μέσο και περιγράφουν πώς μεταβάλλονται η ταχύτητα και η πίεσή του από σημείο σε σημείο και από στιγμή σε στιγμή. Στο Πρόβλημα της Χιλιετίας ενδιαφέρουν οι τρεις χωρικές διαστάσεις και ένα ασυμπίεστο ρευστό, του οποίου τα μικρά τμήματα διατηρούν τον όγκο τους καθώς κινούνται. Το ιξώδες, δηλαδή η εσωτερική τριβή, τείνει να εξομαλύνει τις μεγάλες διαφορές ταχύτητας. [18]

Οι ίδιες οι εξισώσεις είναι πολύ παλαιότερες από το βραβείο. Ο Γάλλος μηχανικός Claude-Louis Navier έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του 1820 μια πρώτη μορφή των εξισώσεων για ιξώδη ρευστά, και ο Ιρλανδός μαθηματικός και φυσικός George Gabriel Stokes τις επαναθεμελίωσε το 1845, έπειτα από δύο δεκαετίες διαδοχικών προσπαθειών να δοθεί σωστή μαθηματική μορφή στην εσωτερική τριβή των ρευστών. [14] Τον επόμενο αιώνα το επίκεντρο μετακινήθηκε στο ερώτημα της ύπαρξης και της ομαλότητας των λύσεων. Το 1934 ο Γάλλος μαθηματικός Jean Leray απέδειξε ότι στις τρεις διαστάσεις υπάρχουν ασθενείς λύσεις για όλους τους χρόνους, μια πιο ελαστική έννοια λύσης αρκετή ώστε οι εξισώσεις να έχουν μαθηματικό νόημα ακόμη και όταν δεν γνωρίζουμε αν η ροή παραμένει ομαλή ή αν η λύση είναι μοναδική. Ο Γερμανός μαθηματικός Eberhard Hopf επέκτεινε αυτή τη θεωρία το 1951. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 η Σοβιετική μαθηματικός Olga Ladyzhenskaya απέδειξε ότι, στη δισδιάστατη περίπτωση και υπό τις συνήθεις συνοριακές συνθήκες, οι λύσεις υπάρχουν για όλους τους χρόνους και είναι μοναδικές· η αντίθεση με τις τρεις διαστάσεις όπου το αντίστοιχο ερώτημα παραμένει ανοιχτό έγινε έτσι ακόμη πιο καθαρή. [19] Το 1982 οι μαθηματικοί Luis Caffarelli, Robert Kohn και Louis Nirenberg απέδειξαν ότι, ακόμη και αν εμφανιστούν ιδιομορφίες σε κατάλληλες ασθενείς λύσεις το σύνολο όπου μπορούν να βρίσκονται είναι εξαιρετικά μικρό. [17] Δύο αιώνες δουλειάς έχουν έτσι χτίσει μια τεράστια θεωρία γύρω από τις εξισώσεις αφήνοντας όμως ανοιχτό το συγκεκριμένο τρισδιάστατο ερώτημα που έφτασε στη λίστα του Clay.

Οι υπολογιστές μπορούν να προσεγγίζουν αριθμητικά πολλές συγκεκριμένες ροές. Το ανοιχτό μαθηματικό ερώτημα είναι γενικότερο και διατυπώνεται ως εξής, μπορεί μια κίνηση που ξεκινά απολύτως ομαλά να εξελιχθεί, μέσα σε πεπερασμένο χρόνο, σε κατάσταση όπου η ομαλή περιγραφή καταρρέει; Ένα τέτοιο σημείο κατάρρευσης λέγεται ιδιομορφία. Στην κατασκευή που ανακοίνωσε η OpenAI η ροή ξεκινά μάλιστα από ακινησία και δέχεται μια ομαλή εξωτερική δύναμη. Η ταχύτητα, σύμφωνα με την προτεινόμενη απόδειξη, γίνεται απεριόριστη σε μια ολοένα μικρότερη περιοχή ενώ η συνολική κινητική ενέργεια παραμένει πεπερασμένη. [30] Δεν υπάρχει αντίφαση σε αυτό αφού ένα μέγεθος μπορεί να συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο τοπικά χωρίς το συνολικό του άθροισμα στον χώρο να γίνεται άπειρο. Για ένα πραγματικό ρευστό η φράση «άπειρη ταχύτητα» δεν είναι φυσική πρόβλεψη αλλά ένδειξη ότι το μαθηματικό μοντέλο έφτασε στο όριο της ομαλής του περιγραφής.

Απεικόνιση της τοπικής δομής της ροής στην προτεινόμενη κατασκευή της OpenAI, με εσωτερική σπειροειδή κίνηση και αξονική επιμήκυνση.
Απεικόνιση OpenAI · Πηγή

Η εξωτερική δύναμη χρειάζεται μία ακόμη διευκρίνιση. Η επίσημη διατύπωση του Clay δίνει περισσότερες από μια οδούς για να λυθεί το πρόβλημα, σε δύο εκδοχές ζητείται να αποδειχθεί ότι η ομαλότητα διατηρείται όταν δεν υπάρχει εξωτερική δύναμη ενώ σε δύο άλλες, τις εκδοχές C/D, επιτρέπεται μια τέτοια δύναμη και ζητείται αντιπαράδειγμα όπου η ομαλότητα χάνεται. Η πρόταση της OpenAI ακολουθεί αυτή τη δεύτερη οδό. Εφόσον επιβεβαιωθεί, καλύπτει το πρόβλημα όπως το έχει διατυπώσει το Clay, χωρίς να συνεπάγεται ότι η ίδια κατάρρευση συμβαίνει και στο σύστημα χωρίς εξωτερική δύναμη. [18] [30] Στις 9 Σεπτεμβρίου το Clay εξακολουθούσε να κατατάσσει τις Navier–Stokes στα ανεπίλυτα προβλήματα. Η διαδικασία του βραβείου απαιτεί δημοσίευση σε αποδεκτό επιστημονικό μέσο, τουλάχιστον δύο χρόνια δημόσιας εξέτασης και γενική αποδοχή από τη μαθηματική κοινότητα. [10] [11] Αυτοί οι κανόνες ρυθμίζουν την αναγνώριση μιας λύσης αλλά η ουσία θα κριθεί από το αν άλλοι ειδικοί μπορούν να ελέγξουν κάθε βήμα, να βρουν τυχόν κενά και να επιβεβαιώσουν ότι οι υποθέσεις και το συμπέρασμα είναι ακριβώς εκείνα του προβλήματος.

Η OpenAI έδωσε στη δημοσιότητα και μια δεύτερη ‘μορφή’ της απόδειξης γραμμένη σε Lean, έναν βοηθό αποδείξεων. Σε τέτοια προγράμματα η μαθηματική πρόταση και τα βήματα του επιχειρήματος μεταφράζονται σε αυστηρή τυπική γλώσσα ώστε ο υπολογιστής να ελέγχει αν κάθε βήμα επιτρέπεται από τους δηλωμένους λογικούς κανόνες. Αυτός ο έλεγχος είναι πολύ ισχυρός αλλά αφορά την πρόταση όπως ακριβώς διατυπώθηκε στο σύστημα. Το αν η τυπική διατύπωση εκφράζει σωστά το αρχικό μαθηματικό ερώτημα και το τι μας διδάσκει η στρατηγική της απόδειξης παραμένουν διαφορετικές εργασίες στις οποίες θα επιστρέψω αργότερα. Χρειάζεται επίσης μια σωστή εικόνα για το τι έκανε το σύστημα. Δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο παράθυρο συνομιλίας στο οποίο κάποιος έγραψε μια δύσκολη ερώτηση και πήρε λίγα λεπτά αργότερα την απάντηση. Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα είναι συστήματα που εκπαιδεύονται πάνω σε πολύ μεγάλες συλλογές δεδομένων ώστε να παράγουν και να επεξεργάζονται γλώσσα κι εδώ εντάχθηκαν σε μια πολύ μεγαλύτερη ερευνητική διαδικασία. Σύμφωνα με την OpenAI περίπου δέκα χιλιάδες συντονιζόμενοι «πράκτορες» – ξεχωριστές δηλαδή εκτελέσεις του μοντέλου με διαφορετικούς επιμέρους στόχους και εργαλεία – αντάλλασσαν πληροφορίες ενώ άνθρωποι επέλεγαν κατευθύνσεις και ανακατένειμαν πόρους. Η εταιρεία αναφέρει 88 ώρες μέχρι την απόδειξη και άλλες 17 για την τυποποίηση και την επαλήθευση. [32] Οι αριθμοί αυτοί λένε λίγα για το συνολικό κόστος, αρκούν όμως για να δείξουν τι είδους αντικείμενο έχουμε μπροστά μας, μια ερευνητική υποδομή που συνδυάζει μοντέλα, λογισμικό, υπολογιστική ισχύ και ανθρώπινη οργάνωση.

Από εδώ αρχίζει για μένα το πιο ενδιαφέρον μέρος της ιστορίας. Στα μαθηματικά είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε την ανακάλυψη ενός επιχειρήματος, τον αυστηρό έλεγχό του και την προσωπική κατανόηση ως πολύ στενά δεμένες εργασίες. Η ΤΝ δεν χρειάζεται να τις αυτοματοποιήσει όλες με τον ίδιο τρόπο για να αλλάξει τη μαθηματική ζωή. Ο Terence Tao, μαθηματικός και κάτοχος του Μεταλλίου Fields – μιας από τις σημαντικότερες διεθνείς διακρίσεις στα μαθηματικά – έχει προτείνει ακριβώς γι’ αυτή τη συζήτηση μια χρήσιμη τριμερή διάκριση, παραγωγή (generation), επαλήθευση (verification) και αφομοίωση (digestion). [38] [37] Παραγωγή είναι η εύρεση μιας απόδειξης, επαλήθευση ο έλεγχος ότι τα βήματά της στέκουν και αφομοίωση η πολύ πιο αργή διαδικασία με την οποία καταλαβαίνουμε γιατί δουλεύει, ποιες υποθέσεις είναι ουσιώδεις, με τι συνδέεται και ποιες νέες ερωτήσεις γεννά.

Αυτές οι τρεις λειτουργίες μπλέκονται συνεχώς στην πράξη. Ένας ερευνητής μπορεί να έχει ελέγξει μια μακρά απόδειξη και να μην μπορεί ακόμη να την παρουσιάσει καθαρά σε ένα σεμινάριο· μπορεί να βλέπει τη βασική ιδέα και να του διαφεύγει ένα τεχνικό κενό ή να χρησιμοποιεί με ασφάλεια ένα θεώρημα χωρίς να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες της απόδειξής του. Για έναν φοιτητή η κατανόηση μπορεί να αρχίσει τη στιγμή που ένα παράδειγμα ‘κουμπώνει’. Για έναν ερευνητή δοκιμάζεται συχνά όταν αλλάζει μια υπόθεση και πρέπει να προβλέψει τι θα πάψει να ισχύει. Αυτές οι διαφορές έχουν σημασία επειδή η ταχύτητα με την οποία αυτοματοποιείται η παραγωγή μιας απόδειξης δεν μας λέει από μόνη της τι συμβαίνει με τις υπόλοιπες ικανότητες.

Ο Terence Tao διδάσκει αναλυτική θεωρία πρώτων αριθμών, Ιανουάριος 2025.
Φωτογραφία Natecation · CC BY-SA 4.0 · Πηγή

Ο Tao έχει μιλήσει και για μια πιθανή μετάβαση από τη σπανιότητα στην «αφθονία αποδείξεων». [37] Η φράση περιγράφει ένα ενδεχόμενο κι όχι τη σημερινή κατάσταση αφού τα δύσκολα προβλήματα δεν λύνονται (ακόμη) μαζικά και φθηνά κατά παραγγελία. Αν όμως η παραγωγή νέων και απαιτητικών αποδείξεων επιταχυνθεί πολύ περισσότερο από την ικανότητά μας να τις διαβάζουμε, το σημείο συμφόρησης της έρευνας θα μετακινηθεί. Θα έχουμε περισσότερα σωστά αποτελέσματα από όσα μπορούμε να αφομοιώσουμε, και η επιλογή ποιο αξίζει να διαβαστεί, ποιο αλλάζει μια θεωρία, ποιο ανοίγει πραγματικά μια νέα μέθοδο θα αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος. Μια βιβλιοθήκη μπορεί πράγματι να μεγαλώνει γρηγορότερα από την κοινότητα που έχει χρόνο να την κατοικήσει. Οι μαθηματικοί γνωρίζουν ήδη ότι η ορθότητα δεν αρκεί για να κάνει ένα θεώρημα σημαντικό. Υπάρχουν αποτελέσματα που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε μια ολόκληρη περιοχή, άλλα που εισάγουν μια γόνιμη μέθοδο, άλλα που ενώνουν δύο θεωρίες και πολλά που αποτελούν χρήσιμες αλλά τοπικές βελτιώσεις. Σε αυτή την κρίση υπάρχει και αισθητική, μιλάμε για οικονομία μιας ιδέας, για μια απόδειξη που εξηγεί αντί να πιστοποιεί απλώς, για μια έννοια που αξίζει επειδή οργανώνει πολλά φαινόμενα μαζί. Αν η παραγωγή γίνει φθηνότερη, το βάρος της δουλειάς μπορεί να μετακινηθεί ακριβώς σε αυτές τις κρίσεις.

Η ποικιλία των ιδεών είναι ξεχωριστό ζήτημα. Ο Anil Doshi, ερευνητής της στρατηγικής που μελετά την παραγωγική ΤΝ και την εργασία, και ο Oliver Hauser, καθηγητής δημόσιας πολιτικής με ερευνητικό έργο στη συμπεριφορική επιστήμη, μελέτησαν πώς η βοήθεια από ΤΝ επηρεάζει τη δημιουργική γραφή. Σε πείραμά τους οι συμμετέχοντες που έπαιρναν ιδέες από ΤΝ παρήγαν ιστορίες που αξιολογήθηκαν ως πιο δημιουργικές αλλά οι ιστορίες έμοιαζαν περισσότερο μεταξύ τους. [16] Το πείραμα αφορά σύντομα αφηγήματα κι όχι μαθηματική έρευνα οπότε δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο. Θέτει όμως ένα ερώτημα που αξίζει να κρατήσουμε, όταν πολλοί άνθρωποι αντλούν προτάσεις από τα ίδια συστήματα πώς προστατεύεται η ποικιλομορφία των ερωτημάτων και των διαδρομών; Θα ήταν βιαστικό να σώσουμε την ανθρώπινη θέση ορίζοντας την «κατανόηση», την επιλογή ή τη δημιουργία εννοιών ως ικανότητες που μια μηχανή αποκλείεται εξ ορισμού να αποκτήσει. Ήδη τα σημερινά συστήματα μπορούν να βοηθούν ουσιαστικά στην εξήγηση και στη σύγκριση μεθόδων. Η πολιτική δυσκολία δεν εξαρτάται από μια τέτοια μεταφυσική απαγόρευση. Ακόμη και η καλύτερη εξήγηση χρειάζεται χρόνο, παιδεία και ενδιαφέρον για να μετατραπεί σε γνώση ενός ανθρώπου ή μιας κοινότητας.

Στην ακαδημαϊκή εργασία η ένταση γίνεται αμέσως πιο συγκεκριμένη. Ο William Thurston, ένας από τους σημαντικότερους γεωμέτρες του 20ού αιώνα και επίσης κάτοχος του Μεταλλίου Fields, έγραφε ήδη το 1994 ότι η μαθηματική πρόοδος δεν μετριέται μόνο με το πόσα νέα θεωρήματα αποδεικνύονται. Η κατανόηση, η εξήγηση και η κυκλοφορία των ιδεών μέσα σε μια κοινότητα αποτελούν μέρος της ίδιας της προόδου. [39] Η εικόνα του μοναχικού δημιουργού που επιλέγει, αποδεικνύει, ελέγχει και διδάσκει τα πάντα μόνος του δεν περιέγραψε ποτέ καλά τα μαθηματικά. Σεμινάρια, συνεργάτες, δάσκαλοι, αναγνώστες, βιβλιοθήκες και άνθρωποι που συντηρούν εργαλεία συμμετέχουν στο να γίνει ένα αποτέλεσμα κοινή γνώση. Το σύστημα ακαδημαϊκών κινήτρων, ωστόσο, ανταμείβει (μέχρι τώρα) πολύ περισσότερο την πρώτη δημοσίευση ενός νέου αποτελέσματος από την καθαρή έκθεση ενός ήδη γνωστού θεωρήματος ή τη συντήρηση μιας βιβλιοθήκης αποδείξεων. Αν η ΤΝ επιταχύνει κυρίως το πρώτο, η ανισορροπία μπορεί να μεγαλώσει αφού η ενοποίηση διαφορετικών ορολογιών, η μετατροπή μιας δυσπρόσιτης τεχνικής σε μέθοδο που διδάσκεται και η χαρτογράφηση μιας υπερχειλισμένης βιβλιογραφίας θα είναι όλο και πιο αναγκαίες ενώ θα εξακολουθούν να θεωρούνται δευτερεύουσες εργασίες. Το πρόβλημα προϋπήρχε της ΤΝ· η αυτοματοποίηση μπορεί απλώς να αυξήσει την πίεση στο μέρος της έρευνας που μετριέται ευκολότερα.

Τον Μάιο του 2026 ο Timothy Gowers, Βρετανός μαθηματικός και κάτοχος του Μεταλλίου Fields, περιέγραψε μια εμπειρία που έκανε αυτό το ζήτημα πολύ συγκεκριμένο. Κατά την κρίση του, το ChatGPT 5.5 Pro παρήγαγε μαθηματικά ερευνητικού επιπέδου αξιοποιώντας ουσιαστικά προηγούμενη εργασία του νεότερου μαθηματικού Isaac Rajagopal. [21] Μία περίπτωση δεν αρκεί για να μετρήσει την επίδοση της ΤΝ σε ολόκληρα τα μαθηματικά, αρκεί όμως για να δούμε το πρόβλημα της μαθητείας, τι συμβαίνει όταν ένα κομμάτι έρευνας που μέχρι χθες θα μπορούσε να στηρίξει μέρος μιας διατριβής παράγεται ταχύτερα από όσο χρειάζεται ο νέος ερευνητής για να μάθει τη μέθοδο που το γέννησε; Δεν ανησυχώ ιδιαίτερα ότι τα μαθηματικά θα «ξεμείνουν από προβλήματα». Κάθε νέα θεωρία γεννά καινούργιες ερωτήσεις ενώ καλύτερα εργαλεία μπορούν να επιτρέψουν σε έναν νέο ερευνητή να φτάσει πολύ νωρίτερα σε περιοχές που παλιότερα απαιτούσαν χρόνια προετοιμασίας. Το ευαίσθητο σημείο βρίσκεται στη διαδρομή με την οποία αποκτάται η ερευνητική κρίση. Στην έρευνα μαθαίνεις επειδή δοκιμάζεις κάτι που κανείς δεν ξέρει ακόμη, αποτυγχάνεις, επιμένεις σε λάθος κατεύθυνση, αναγνωρίζεις τελικά ένα αδιέξοδο και αρχίζεις να ξεχωρίζεις μια γόνιμη ιδέα από μια απλώς έξυπνη ιδέα. Αν η σχετικά προσιτή ζώνη πρωτοτυπίας στενέψει, τα πανεπιστήμια θα πρέπει να ξανασκεφτούν πώς οργανώνεται η μαθητεία και τι είδους εργασία αφήνουν στον νέο ερευνητή.

Μια παλιά παρατήρηση από τη μελέτη της αυτοματοποίησης ταιριάζει καλά εδώ. Η ψυχολόγος Lisanne Bainbridge που μελετούσε την αλληλεπίδραση ανθρώπων και αυτοματοποιημένων συστημάτων είχε παρατηρήσει ήδη το 1983 ότι ο χειριστής καλείται να επέμβει ακριβώς όταν η αυτόματη λειτουργία αποτυγχάνει ενώ η ίδια η αυτοματοποίηση τού έχει αφαιρέσει πολλές καθημερινές ευκαιρίες εξάσκησης. [6] Η μαθηματική έρευνα δεν είναι βιομηχανικός πίνακας ελέγχου μα η αναλογία αξίζει μόνο στο συγκεκριμένο σημείο, αν κρατήσουμε για τον άνθρωπο την ευθύνη της κρίσης στις δύσκολες περιπτώσεις, πρέπει να σκεφτούμε πώς θα αποκτά αυτή την κρίση όταν συμμετέχει λιγότερο στις συνηθισμένες περιπτώσεις που τη διαμορφώνουν. Είναι υπόθεση προς διερεύνηση, όχι περιγραφή μιας εξέλιξης που έχει ήδη συντελεστεί.

Τα λίγα εμπειρικά δεδομένα που έχουμε για τη μάθηση δεν επιτρέπουν ακόμη γενικεύσεις αλλά βοηθούν να ξεχωρίσουμε διαφορετικές χρήσεις της ΤΝ. Η Hamsa Bastani, καθηγήτρια που μελετά αλγορίθμους μηχανικής μάθησης – μεθόδους δηλαδή που μαθαίνουν πρότυπα από δεδομένα – και τη χρήση τους σε πραγματικές αποφάσεις, και οι συνεργάτες της βρήκαν σε μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ότι βοήθεια από ΤΝ χωρίς παιδαγωγικές δικλίδες μπορούσε να μειώσει την επίδοση όταν η βοήθεια αποσυρόταν. Με πιο προσεκτικά σχεδιασμένη υποστήριξη το πρόβλημα περιοριζόταν. Σε διαφορετικό πείραμα ο Greg Kestin, φυσικός και ερευνητής της επιστημονικής εκπαίδευσης στο Harvard, και οι συνεργάτες του βρήκαν όφελος από ειδικά σχεδιασμένο σύστημα διδασκαλίας με ΤΝ σε μάθημα φυσικής. [7] [24] Καμία από τις δύο μελέτες δεν αφορά διδακτορική έρευνα αλλά μαζί δείχνουν γιατί η ποιότητα του σχεδιασμού έχει σημασία και γιατί η άμεση πρόσβαση σε μια καλή απάντηση δεν ταυτίζεται με τη μάθηση που μένει όταν η βοήθεια φύγει. Το 2025, μια άλλη έρευνα ζήτησε από 319 εργαζομένους που χρησιμοποιούσαν παραγωγική ΤΝ να περιγράψουν τη δική τους προσπάθεια κριτικής σκέψης. Η μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο εργαλείο συνδεόταν με λιγότερη αυτοαναφερόμενη προσπάθεια κριτικής σκέψης. [26] Οι συμμετέχοντες δεν υποβλήθηκαν σε δοκιμασία που να αποδεικνύει απώλεια ικανότητας και οι ίδιοι οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η μικρότερη προσπάθεια εκτέλεσης μιας εργασίας μπορεί εύκολα να συγχέεται με μικρότερη προσπάθεια σκέψης. Πρόκειται λοιπόν για ένδειξη που ζητά καλύτερα πειράματα, όχι για απόδειξη «γνωστικής παρακμής».

Πιο ενδιαφέρον γίνεται το ζήτημα όταν πάψουμε να το βλέπουμε μόνο ως πρόβλημα του μεμονωμένου χρήστη. Σε πρόσφατη εργασία του, ο Ricard Solé, φυσικός που μελετά σύνθετα συστήματα, μαζί με μια διεπιστημονική ομάδα συνεργατών του, εξετάζει θεωρητικά τι μπορεί να συμβεί όταν η χρήση της ΤΝ εξαπλώνεται μέσα σε μια κοινότητα και επηρεάζει τις ίδιες τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι μαθαίνουν και διατηρούν τις ικανότητές τους. Στο μοντέλο τους, υπό ορισμένες παραδοχές, μια κοινωνία μπορεί να περάσει σταδιακά από περιορισμένη χρήση σε μια κατάσταση επίμονης εξάρτησης από την οποία δεν επιστρέφει απλώς μειώνοντας ξανά τη χρήση της τεχνολογίας. [36] Αυτό δεν είναι εμπειρική απόδειξη γνωστικής έκπτωσης, αφού οι αριθμητικές τιμές «γνωστικής ικανότητας» που χρησιμοποιεί το μοντέλο είναι υποθέσεις και όχι μετρήσεις ανθρώπων, αλλά αναδεικνύει ένα πρόβλημα που η ατομική ψυχολογία από μόνη της δεν μπορεί να συλλάβει. Αν ορισμένες δεξιότητες διατηρούνται επειδή υπάρχουν γύρω μας άνθρωποι, θεσμοί και καθημερινές πρακτικές που τις ασκούν, τότε η απώλειά τους μπορεί να είναι συλλογική και σωρευτική, όσο λιγότερο χρησιμοποιούνται τόσο λιγότερες γίνονται και οι ευκαιρίες να αποκτηθούν ξανά.

Μια σοβαρή εκπαίδευση με ΤΝ, επομένως, χρειάζεται να κοιτάζει και τη διαδρομή προς το αποτέλεσμα. Έχει αξία να ζητά από τον μαθητευόμενο να εξηγήσει γιατί διάλεξε μια διαδρομή, ποια αποτυχημένη ιδέα εγκατέλειψε, τι θα άλλαζε αν πειράζαμε μια υπόθεση και αν μπορεί να υπερασπιστεί προφορικά το επιχείρημά του. Τέτοια διδασκαλία κοστίζει χρόνο και ανθρώπινη προσοχή. Σε έναν κόσμο με πολύ περισσότερες σωστές αποδείξεις, ακριβώς αυτά τα ακριβά στοιχεία μπορεί να είναι αναγκαία ώστε να μη γίνει η γνώση μια βιβλιοθήκη που όλο και λιγότεροι μπορούν να διασχίσουν χωρίς οδηγό.

Στον ίδιο τον έλεγχο των αποδείξεων η μηχανοποίηση έχει ήδη αποδείξει την αξία της. Το Lean, που ανέφερα νωρίτερα, είναι ένας βοηθός αποδείξεων όπου η πρόταση και η απόδειξή της γράφονται σε τυπική γλώσσα και ένας μικρός πυρήνας του συστήματος ελέγχει αν κάθε βήμα επιτρέπεται από τους λογικούς κανόνες. [25] Όταν μια απόδειξη «περνά» αυτόν τον έλεγχο, έχουμε μια ισχυρή εγγύηση για το συγκεκριμένο τυπικό επιχείρημα. Εξακολουθούμε όμως να πρέπει να εξετάσουμε αν ‘μεταφράσαμε’ σωστά το αρχικό μαθηματικό πρόβλημα, αν οι υποθέσεις δεν είναι ισχυρότερες από όσο νομίζουμε και, έπειτα, τι ιδέα κρύβεται πίσω από τη σειρά των βημάτων. Η τυπική επαλήθευση είναι πολύτιμη ακριβώς επειδή ξέρουμε με σχετική ακρίβεια τι εγγυάται. Πριν από τη σημερινή έκρηξη των εργαλείων αυτοματοποίησης, ο Thomas Hales, μαθηματικός με ερευνητικό έργο στη γεωμετρία και στην τυπική απόδειξη, έδειξε πόσο επίπονο μπορούσε να είναι αυτό το εγχείρημα. Στο πρόγραμμα Flyspeck ο Hales και οι συνεργάτες του μετέτρεψαν σε μηχανικά ελέγξιμη μορφή την απόδειξη της εικασίας του Kepler για την πυκνότερη διάταξη ίσων σφαιρών. Η τυποποίηση ολοκληρώθηκε το 2014 και δημοσιεύτηκε το 2017, ύστερα από χρόνια συλλογικής εργασίας. [23]

Πυκνή διάταξη ίσων σφαιρών. Η εικασία του Kepler αφορά τη μέγιστη πυκνότητα τέτοιων διατάξεων στον χώρο.
Απεικόνιση Greg L · CC BY-SA 3.0 · Πηγή

Η τυπική απόδειξη έχει και μια ενδιαφέρουσα κοινωνική ιστορία. Το 1979 οι ερευνητές πληροφορικής Richard DeMillo, Richard Lipton και Alan Perlis υποστήριξαν ότι η μαθηματική βεβαιότητα στηρίζεται σε κοινωνικές διαδικασίες ελέγχου και ότι η απουσία ανάλογης κοινότητας γύρω από την επαλήθευση προγραμμάτων θα περιόριζε δραστικά την επιτυχία της. [15] Ο Donald MacKenzie, κοινωνιολόγος της επιστήμης και της τεχνολογίας, ανασυνθέτει αυτή τη διαμάχη στο Mechanizing Proof και φτάνει σε πιο σύνθετο συμπέρασμα, σε πεδία όπου ο κοινωνικός έλεγχος είναι αδύναμος ο μηχανικός έλεγχος μπορεί να είναι ακόμη πιο πολύτιμος. [27, σ. 328] Η εμπιστοσύνη δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην κοινότητα ούτε στη μηχανή· χτίζεται μέσα σε μια πρακτική όπου άνθρωποι, εργαλεία και διαδικασίες ελέγχουν διαφορετικά πράγματα. [27, σ. 330–334]

Ο Jeremy Avigad, καθηγητής φιλοσοφίας και μαθηματικών που εργάζεται στη λογική, στις τυπικές μεθόδους και στην ΤΝ για τα μαθηματικά, δίνει έμφαση στην απόδειξη ως δημόσιο αντικείμενο που μπορεί να ελεγχθεί ανεξάρτητα από το κύρος του παραγωγού της. [5] Η OpenAI έχει δημοσιοποιήσει το αποθετήριο Lean της συγκεκριμένης εργασίας. [31] Αυτό έχει ουσιαστική σημασία γιατί ακόμη κι αν η υποδομή που παρήγαγε την απόδειξη είναι κλειστή, το τελικό τυπικό αντικείμενο μπορεί κατ’ αρχήν να ελεγχθεί από τρίτους. Η δυνατότητα ελέγχου του αποτελέσματος, ωστόσο δεν μας δίνει αυτομάτως πρόσβαση στην υποδομή που μπορεί να επιλέξει και να κυνηγήσει το επόμενο πρόβλημα.

Η πολιτική διάσταση αποκτά υλικό περιεχόμενο μόλις κοιτάξουμε την υποδομή. Οι υπολογιστικοί πόροι – το compute στη γλώσσα της βιομηχανίας – σημαίνουν επεξεργαστές, κέντρα δεδομένων, ενέργεια, λογισμικό, εξειδικευμένο προσωπικό και χρόνο λειτουργίας. Αν τέτοια υποδομή γίνει αναγκαία για ορισμένες μορφές μαθηματικής έρευνας αιχμής, θα επηρεάζει και το ποια ερωτήματα θεωρούνται ρεαλιστικό να τεθούν. Μια κοινότητα μπορεί να έχει γενναιόδωρη πρόσβαση σε μια υπηρεσία χωρίς να έχει λόγο στις προτεραιότητες με τις οποίες αυτή αναπτύσσεται ή κατανέμει τους πόρους της. Ακριβώς γύρω από αυτό οργανώνεται η Leiden Declaration on Artificial Intelligence and Mathematics, μια δημόσια παρέμβαση που υπέγραψαν το 2026 μαθηματικοί και ερευνητές ζητώντας συζήτηση για την αυτονομία της έρευνας, την εκπαίδευση και τον έλεγχο των υποδομών. [3] Σε συναφές κείμενο, μια ομάδα στην οποία συμμετέχουν ο Akshay Venkatesh, μαθηματικός και κάτοχος του Μεταλλίου Fields, και ο Rodrigo Ochigame, ιστορικός και ανθρωπολόγος της επιστήμης και της τεχνολογίας που μελετά την αυτοματοποίηση των μαθηματικών, υποστηρίζει ότι η μαθηματική κοινότητα πρέπει να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση αυτής της μετάβασης. [13] Πρόκειται για πολιτικές και θεσμικές προτάσεις, όχι για ουδέτερες τεχνικές διαπιστώσεις.

Εξυπηρετητές του Worldwide LHC Computing Grid στο CERN, 2019.
Φωτογραφία Sashimi-b · CC BY 4.0 · Πηγή

Ο Gowers δεν υπέγραψε τη Διακήρυξη και εξήγησε δημόσια τις επιφυλάξεις του, μεταξύ άλλων για όσα υπονοεί γύρω από την κατανόηση και για το πώς μπορεί να αποδίδεται στο μέλλον η επιστημονική αναγνώριση. [22] Η διαφωνία είναι χρήσιμη επειδή χωρίζει δύο ερωτήματα που συχνά συγχέονται. Κάποιος μπορεί να θεωρεί πιθανό ότι οι μηχανές θα αποκτήσουν πολύ βαθύτερες ικανότητες κατανόησης και ταυτόχρονα να ανησυχεί για το ποιος κατέχει την υποδομή, ποιος επιλέγει τις προτεραιότητες και ποιος αναγνωρίζεται για τη συλλογική εργασία που βρίσκεται πίσω από ένα αποτέλεσμα.

Ο Ochigame έχει μελετήσει ακριβώς αυτή την τελευταία πλευρά. Όταν λέμε ότι «βρέθηκε μια απόδειξη», η φράση κρύβει εύκολα μεγάλο μέρος της εργασίας που την έκανε δυνατή, τις βιβλιοθήκες που έπρεπε να χτιστούν, τις σιωπηρές παραδοχές που έπρεπε να γίνουν ρητές, τα εργαλεία που κάποιος έγραψε και συντηρεί. [29] Με την αυτοματοποίηση η αλυσίδα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη. Άλλος μπορεί να διατυπώνει το πρόβλημα, άλλος να βρίσκει μια κρίσιμη ιδέα, άλλος να γράφει το λογισμικό και άλλος να διαθέτει την υπολογιστική υποδομή. Οι εργασίες αυτές έχουν διαφορετικό βάρος και διαφορετικό χαρακτήρα. Μια ιστορία της ανακάλυψης που κρατά μόνο ένα από αυτά, πάντως, παραμορφώνει το πώς παράχθηκε το αποτέλεσμα.

Οι προγραμματίστριες Betty Jennings και Frances Bilas προετοιμάζουν τον ENIAC για επίδειξη, Φεβρουάριος 1946.
Φωτογραφία U.S. Army · Αρχείο ARL Technical Library · Κοινό κτήμα · Πηγή

Η ανακοίνωση για τις Navier–Stokes συνοδεύτηκε ήδη από μια διαφωνία που κάνει αυτή την εξάρτηση πολύ συγκεκριμένη. Οι μαθηματικοί Tristan Buckmaster και Levent Alpöge δούλευαν επί μήνες πάνω σε μια γραμμή που ξεκινούσε από τις εργασίες των Diego Córdoba και Luis Martínez-Zoroa για την εμφάνιση ιδιομορφιών με εξωτερική δύναμη. Χρησιμοποιούσαν συστηματικά γλωσσικά μοντέλα, μεταξύ άλλων το Codex της OpenAI, το περιβάλλον στο οποίο δούλευαν με το μοντέλο πάνω στα αρχεία και τα προσχέδιά τους, και ο Buckmaster αναφέρει ότι στις συνεδρίες τους είχαν περάσει όλα τα προσχέδια του έργου. Στις 15 Αυγούστου είχαν ήδη αποτελέσματα με ομαλή εξωτερική δύναμη για τις εξισώσεις Boussinesq, ένα συγγενές σύστημα ρευστομηχανικής όπου η ροή συνδέεται και με μεταβολές θερμοκρασίας ή πυκνότητας, και για τις εξισώσεις Euler, που περιγράφουν την ιδανική ροή χωρίς ιξώδες. Στις 22 Αυγούστου είχε ολοκληρωθεί και η τυπική επαλήθευση του αποτελέσματος για τις εξισώσεις Euler. [8] Η OpenAI δηλώνει ότι άρχισε τη δική της προσπάθεια την 1η Σεπτεμβρίου, αφού άκουσε φήμες ότι είχαν λυθεί δύο Προβλήματα της Χιλιετίας, φήμες που αργότερα συνέδεσε με τους Buckmaster και Alpöge, και ότι μέσα στις επόμενες ημέρες οι πράκτορές της έφτασαν σε αντιπαράδειγμα για τις Navier–Stokes στην εκδοχή του προβλήματος που επιτρέπει ομαλή εξωτερική δύναμη. [32] Για τον Buckmaster η συγκεκριμένη επιλογή ήταν ανησυχητική ακριβώς επειδή αυτή ήταν η κατεύθυνση που είχαν ανοίξει οι Córdoba και Martínez-Zoroa και που ο ίδιος με τον Alpöge είχαν επιλέξει να αναπτύξουν. Η ίδια η εργασία της OpenAI αναγνωρίζει ρητά τις προηγούμενες εργασίες τους ως μέρος της στρατηγικής ιστορίας του προβλήματος. [30]

Το ζήτημα των δεδομένων είναι πιο δύσκολο ακριβώς επειδή η συνεργασία των δύο μαθηματικών περνούσε και από το Codex. Ο Buckmaster λέει ότι ρώτησε αν το εσωτερικό μοντέλο της OpenAI είχε εκπαιδευτεί πάνω στις συνεδρίες τους ή είχε πρόσβαση σε αυτές· κατά την καταγραφή του, έλαβε διαβεβαίωση ότι το μοντέλο δεν αναζητούσε δεδομένα χρηστών, όχι όμως απάντηση στο ερώτημα της εκπαίδευσης. [8] Η OpenAI δηλώνει σήμερα ότι κανένας από τους ερευνητές ή τους πράκτορές της δεν είδε τη μη δημοσιευμένη εργασία τους και ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν συγκεκριμένα δεδομένα χρηστών για την επίλυση του προβλήματος. Δεν αποκλείει όμως ότι αποταυτοποιημένα δεδομένα από τη χρήση των προϊόντων της μπορεί να είχαν συμβάλει στη βελτίωση των μοντέλων. [32] Δεν γνωρίζουμε αν τα προσχέδια των Buckmaster και Alpöge χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή της απόδειξης, ούτε τι ακριβώς συνέβη στα συστήματα εκπαίδευσης. Το πρόβλημα που μένει ανοιχτό ανήκει ήδη στη μαθηματική πρακτική, τι σημαίνει να αναπτύσσεις μη δημοσιευμένη έρευνα μέσα σε μια υποδομή της οποίας ο ιδιοκτήτης κατασκευάζει ταυτόχρονα μοντέλα ικανά να ανταγωνιστούν τον χρήστη στην ίδια ερευνητική περιοχή.

Στη διαφωνία προστέθηκε και το ζήτημα της αναγνώρισης. Ο Buckmaster περιγράφει δύο προτάσεις για τον συντονισμό των δημοσιεύσεων, στη μία από τις οποίες θα παρουσίαζε ο ίδιος το αποτέλεσμα της OpenAI για τις Navier–Stokes, και υποστηρίζει ότι ο Sébastien Bubeck ήθελε να μη συμμετέχει ο Alpöge επειδή εργαζόταν στην Anthropic. Αναφέρει επίσης ότι, όταν είπε πως θα δημοσιοποιούσε όσα είχαν συμβεί, ο Bubeck τον ρώτησε, κατά τη δική του καταγραφή, «Γιατί να καταστρέψεις την καριέρα σου;» και στη συνέχεια είπε «Αν δεν θέλεις να είμαι ευγενικός, δεν χρειάζεται να είμαι». [8] Η OpenAI παρουσιάζει διαφορετικά την επικοινωνία, ως προσπάθεια συντονισμένης δημοσίευσης και αναγνώρισης της προτεραιότητας των Buckmaster και Alpöge στις εξισώσεις Euler με εξωτερική δύναμη. [32] Τα δημόσια στοιχεία δεν αρκούν για να λυθεί αυτή η σύγκρουση και ο ίδιος ο Buckmaster γράφει ρητά ότι δεν γνωρίζει αν χρησιμοποιήθηκαν τα δεδομένα τους και δεν κατηγορεί κανέναν για κάτι συγκεκριμένο. [8] Η ίδια η σύγκρουση δείχνει πάντως τι αλλάζει όταν η ίδια εταιρεία παρέχει το ερευνητικό εργαλείο, εκπαιδεύει το μοντέλο και διαθέτει την υποδομή που μπορεί να μετατρέψει μια υπόδειξη σε τεράστια παράλληλη αναζήτηση, τα παλιά ερωτήματα της προτεραιότητας και της επιστημονικής αναγνώρισης αποκτούν τότε μια καινούργια υλική διάσταση.

Οι επιμέρους διαφωνίες πατούν πάνω σε μια ευρύτερη ασυμμετρία. Η μαθηματική γνώση πάνω στην οποία στηρίζονται άμεσα ή έμμεσα τα σημερινά συστήματα έχει παραχθεί μέσα σε αιώνες, πανεπιστήμια και σχολεία, βιβλιοθήκες και περιοδικά, συνεργασίες, ανοιχτά προβλήματα, ακόμη και αποτυχημένες ιδέες που άνοιξαν δρόμο σε άλλες. Οι ισχυρότερες υποδομές που μπορούν να αξιοποιήσουν αυτή τη συσσωρευμένη γνώση σε μεγάλη κλίμακα βρίσκονται συχνά υπό ιδιωτικό έλεγχο. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή σύνθεση των δεδομένων εκπαίδευσης κάθε μοντέλου, άρα δεν έχει νόημα να την επινοήσουμε. Η θεσμική ασυμμετρία είναι ορατή και χωρίς αυτή τη γνώση.

Ο Karl Marx είχε χρησιμοποιήσει στα Grundrisse την έννοια του general intellect («γενική διάνοια») για τη γενική κοινωνική γνώση που ενσωματώνεται στα μέσα παραγωγής και γίνεται η ίδια παραγωγική δύναμη. [28] Θα ήταν αφελές και μάλλον ανιστόρητο να τον μετατρέψουμε σε προφήτη της τεχνητής νοημοσύνης. Η έννοια βοηθά σε κάτι πιο συγκεκριμένο, να δούμε την ένταση ανάμεσα σε γνώση που παράγεται κοινωνικά και σε υποδομές που μπορεί να ελέγχονται από πολύ λιγότερους φορείς. Ένα γλωσσικό μοντέλο δεν είναι βιβλιοθήκη που αποθηκεύει αυτούσια όσα «διάβασε»· η εκπαίδευση μετασχηματίζει δεδομένα σε αριθμητικές παραμέτρους. Η δυνατότητα να δημοσιεύονται ανοιχτά τα παραγόμενα θεωρήματα μπορεί λοιπόν να συνυπάρχει με εξάρτηση από ιδιωτικά μέσα για την παραγωγή των επόμενων.

Ο Αλέξανδρος Σχισμένος, που γράφει για την τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιακή εξουσία, χρησιμοποιεί τον όρο «δημοκρατικός τεχνοσκεπτικισμός». [34] Η θέση του στρέφεται ταυτόχρονα απέναντι στην τεχνοφοβία, που αντιμετωπίζει την τεχνολογία σαν αναπόφευκτη καταστροφή, και στην τεχνοφιλία, που περιμένει από την τεχνική πρόοδο να λύσει κοινωνικά προβλήματα ανεξάρτητα από τους θεσμούς. Στο βιβλίο Artificial Intelligence and Barbarism συνδέει αυτή την προβληματική με την «ψηφιακή ετερονομία», δηλαδή με συνθήκες στις οποίες οι όροι της ψηφιακής ζωής καθορίζονται από συστήματα και οργανισμούς που οι χρήστες δεν μπορούν ουσιαστικά να επηρεάσουν. [33] Στα μαθηματικά μια τέτοια ετερονομία δεν θα χρειαζόταν να πάρει τη μορφή λογοκρισίας ή απαγόρευσης. Μια κοινότητα θα μπορούσε να συζητά απολύτως ελεύθερα και παρ’ όλα αυτά να εξαρτά τις ισχυρότερες ερευνητικές της δυνατότητες από υπηρεσίες των οποίων τις προτεραιότητες δεν μπορεί να αλλάξει. Το επιχείρημα δεν εξαρτάται ούτε από το αν οι μηχανές θα αποκτήσουν κάποτε συνείδηση, εσωτερικότητα ή προθετικότητα. Ακόμη και ένα σύστημα που θα κατανοούσε και θα εξηγούσε μαθηματικά καλύτερα από εμάς θα έπρεπε να βρίσκεται κάπου, να χρηματοδοτείται από κάποιον και να υπηρετεί προτεραιότητες που κάποιος έχει επιλέξει.

Για τον Κορνήλιο Καστοριάδη η αυτονομία δεν εξαντλείται στη δυνατότητα μιας κοινωνίας να αλλάζει επιμέρους κανόνες. Προϋποθέτει να αναγνωρίζει ότι οι θεσμοί, οι αξίες και οι μορφές οργάνωσής της δεν της έχουν δοθεί από κάποια εξωτερική αναγκαιότητα αλλά αποτελούν δικό της ιστορικό δημιούργημα και μπορούν, ακριβώς γι’ αυτό, να τεθούν ξανά υπό αμφισβήτηση. [9] Η ετερονομία εμφανίζεται όταν αυτή η προέλευση λησμονείται και ό,τι έχει θεσμιστεί αρχίζει να παρουσιάζεται ως κάτι που απλώς «είναι έτσι». Σε μια κοινωνία που οργανώνεται όλο και περισσότερο γύρω από τεχνικά συστήματα, η μορφή αυτής της ετερονομίας δεν χρειάζεται να είναι θεολογική ή παραδοσιακή. Μπορεί να εμφανίζεται ως απαίτηση αποτελεσματικότητας, ως οικονομικός μονόδρομος ή ως τεχνικός περιορισμός που θεωρείται αυτονόητος. Η σύνδεση με την ΤΝ βρίσκεται ακριβώς εκεί, όχι σε κάποια υποτιθέμενη πρόβλεψη του Καστοριάδη για τις μηχανές αλλά στην ευκολία με την οποία επιλογές για το πώς οργανώνεται η έρευνα, ποιος έχει πρόσβαση στην υπολογιστική ισχύ ή ποια κριτήρια θεωρούνται σημαντικά μπορούν να πάψουν να γίνονται αντιληπτές ως κοινωνικές επιλογές. Όταν το «έτσι λειτουργεί το σύστημα» αρχίζει να αρκεί ως εξήγηση, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η τεχνολογία απέκτησε δική της βούληση αλλά αν εμείς εξακολουθούμε να βλέπουμε ότι οι όροι της χρήσης της μπορούν να αποφασιστούν διαφορετικά.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης συζητά με τη χορεύτρια και χορογράφο Clara Gibson Maxwell στο Cerisy, 1990.
Φωτογραφία David Ames Curtis (Davidamescurtis) · CC BY-SA 3.0 · Πηγή

Το ότι ένα σύστημα είναι τόσο σύνθετο ώστε κανένας άνθρωπος να μην το κατέχει ολόκληρο δεν συνιστά από μόνο του ετερονομία. Καμία σύγχρονη κοινωνία δεν μπορεί να απαιτεί από κάθε πολίτη να κατανοεί κάθε τεχνικό σύστημα από το οποίο εξαρτάται, όπως κανένας μαθηματικός δεν ελέγχει προσωπικά κάθε γραμμή κώδικα μιας μεγάλης βιβλιοθήκης. Η πολιτική απαίτηση είναι διαφορετική, λογοδοσία, ανεξάρτητη ειδίκευση, δυνατότητα ουσιαστικής αμφισβήτησης και θεσμική δύναμη να αλλάξουν οι κανόνες. Γι’ αυτό και η «δημόσια υποδομή» δεν αποτελεί λύση από μόνη της αν σημαίνει απλώς αλλαγή του ονόματος στον ιδιοκτήτη. Η πρόσβαση, οι προτεραιότητες και η κατανομή ενός πόρου που έχει οικονομικό και ενεργειακό κόστος χρειάζονται επίσης δημόσια συζήτηση.

Η επιστημονική αυτονομία, σε αυτή την έννοια, δεν είναι αίτημα να πάρουν οι ειδικοί απεριόριστους πόρους και να αποφασίζουν μόνοι τους. Αφορά τις συνθήκες μέσα στις οποίες μια ερευνητική κοινότητα μπορεί να κρίνει τις μεθόδους της, να συζητά τους σκοπούς της και να αμφισβητεί τους όρους πρόσβασης στα μέσα που χρειάζεται. Το ποιος πληρώνει για την υποδομή παραμένει πολιτικό ζήτημα, όπως πολιτικό ζήτημα είναι και το ποια άλλα κοινωνικά αγαθά ανταγωνίζονται για τους ίδιους πόρους.

Ό,τι στα μαθηματικά φαίνεται ακόμη σχετικά εξωτικό είναι ήδη γνώριμο από τη συζήτηση για την εργασία. Οι οικονομολόγοι Daron Acemoglu και Pascual Restrepo έχουν προτείνει να ξεχωρίζουμε την εκτόπιση ανθρώπινης εργασίας από τη δημιουργία νέων καθηκόντων που μπορούν να επανεντάξουν εργαζομένους στην παραγωγή. [2] Ο David Autor, οικονομολόγος της εργασίας, έχει υποστηρίξει ότι η ΤΝ θα μπορούσε υπό ορισμένες συνθήκες να δώσει σε περισσότερους εργαζομένους πρόσβαση σε εξειδικευμένη γνώση και να τους επιτρέψει να συμμετέχουν σε αποφάσεις από τις οποίες σήμερα αποκλείονται. [4] Ο Acemoglu, σε μακροοικονομική ανάλυση, είναι πιο συγκρατημένος ως προς το πόσο οι μεγάλες βελτιώσεις σε μεμονωμένα καθήκοντα θα μετατραπούν σε αντίστοιχη ανάπτυξη ολόκληρης της οικονομίας. [1] Οι αναλύσεις τους δεν είναι απλώς αισιόδοξη και απαισιόδοξη εκδοχή της ίδιας πρόβλεψης αλλά εξετάζουν διαφορετικούς μηχανισμούς.

Οι εντυπωσιακοί αριθμοί για τις θέσεις εργασίας χρειάζονται γι’ αυτό προσεκτική ανάγνωση. Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας εκτίμησε το 2025 ότι περίπου ένας στους τέσσερις εργαζομένους παγκοσμίως βρίσκεται σε επάγγελμα με κάποια «έκθεση» στην παραγωγική ΤΝ. [20] Η έκθεση μετρά το κατά πόσο συγκεκριμένα καθήκοντα μπορούν να επηρεαστούν από τα διαθέσιμα εργαλεία, δεν είναι πρόβλεψη ότι μία στις τέσσερις θέσεις θα καταργηθεί. Η ίδια μελέτη θεωρεί πιθανότερο τον μετασχηματισμό πολλών επαγγελμάτων από την πλήρη εξαφάνισή τους. Το κοινωνικό αποτέλεσμα εξαρτάται από κάτι που η τεχνική μέτρηση δεν περιέχει, το ποιος θα καρπωθεί το κέρδος της παραγωγικότητας. Περισσότερη παραγωγή με λιγότερη ανθρώπινη εργασία μπορεί να γίνει μικρότερο ωράριο, υψηλότερο εισόδημα ή καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες. Μπορεί εξίσου να γίνει απόλυση, εντατικοποίηση και μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου. Στα πανεπιστήμια το δίλημμα είναι ήδη εύκολο να φανεί. Αν ένας μαθηματικός τελειώνει μια τεχνική εργασία στο μισό χρόνο, ο υπόλοιπος χρόνος μπορεί να πάει στη διδασκαλία, σε μια δύσκολη ιδέα που δεν υπόσχεται γρήγορη δημοσίευση ή απλώς σε ζωή έξω από την εργασία. Μπορεί επίσης να μετατραπεί σε νέα νόρμα που απαιτεί διπλάσια παραγωγή. Ο διαθέσιμος χρόνος που δημιουργείται έτσι μπορεί να χρησιμοποιηθεί με πολύ διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με τους θεσμούς μέσα στους οποίους εντάσσεται η τεχνολογία.

Οι δείκτες παραγωγικότητας αφήνουν απέξω και κάτι πολύ πιο προσωπικό. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει περάσει δεκαπέντε χρόνια μαθαίνοντας να αποδεικνύει δύσκολα θεωρήματα και να βλέπει ένα σύστημα να παράγει παρόμοια αποτελέσματα μέσα σε ώρες. Σήμερα αυτό απέχει (ακόμη) από το να περιγράφει κάθε πεδίο των μαθηματικών. Ως πιθανότητα, ωστόσο, αρκεί για να εξηγήσει ένα πραγματικό αίσθημα απώλειας. Μια δεξιότητα είναι συχνά μαζί επάγγελμα, τρόπος αναγνώρισης, σχέση με μια κοινότητα και κομμάτι της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας. Η συνηθισμένη παρηγοριά ότι «πάντα θα χρειάζονται άνθρωποι» δεν είναι αρκετή επειδή εξαρτά την ανθρώπινη αξία από μια τεχνική πρόβλεψη για το μέλλον που κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί. Η αξία μιας δραστηριότητας, πάντως, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το αν ο άνθρωπος παραμένει ο καλύτερος στην εκτέλεσή της. Παίζουμε σκάκι παρότι οι καλύτερες μηχανές είναι ισχυρότερες από τους ανθρώπους. Ακούμε και παίζουμε μουσική χωρίς η αξία της εμπειρίας να εξαρτάται από το αν ο άνθρωπος είναι ο πιο αποτελεσματικός παραγωγός ήχων. Στα μαθηματικά, αντίστοιχα, η ορθότητα του θεωρήματος είναι μόνο ένα μέρος της δραστηριότητας. Ο Σχισμένος, σε κείμενό του για τις παραστατικές τέχνες, επιμένει στην αξία της ανθρώπινης παρουσίας, του κοινού χρόνου και της σχέσης ανάμεσα στους συμμετέχοντες. [35] Η αναλογία έχει σαφή όρια βέβαια αφού η ορθότητα ενός θεωρήματος δεν εξαρτάται από το αν βρεθήκαμε μαζί σε μια αίθουσα. Φωτίζει, παρ’ όλα αυτά, κάτι που η μέτρηση των αποτελεσμάτων χάνει.

Όταν ένας φοιτητής καταλαβαίνει για πρώτη φορά μια γνωστή απόδειξη, δεν προστίθεται τίποτε στη διεθνή βιβλιογραφία. Έχει όμως αλλάξει ο ίδιος, βλέπει μια σχέση που πριν δεν έβλεπε, μπορεί να διατυπώσει μια ερώτηση που πριν δεν είχε τα μέσα να σκεφτεί, αποκτά λίγο περισσότερη κρίση. Η περιέργεια, το παιχνίδι, η αισθητική απόλαυση και η συμμετοχή σε μια κοινότητα δεν είναι διακοσμητικές προσθήκες μετά τη «σοβαρή» παραγωγή γνώσης. Για πολλούς ανθρώπους είναι μέρος του λόγου που η μαθηματική δραστηριότητα αξίζει εξαρχής τον χρόνο τους.

Αυτό, βέβαια, δεν πληρώνει το νοίκι. Ο Avigad παρατηρεί εύστοχα ότι το γεγονός πως οι άνθρωποι εξακολουθούν να παίζουν σκάκι μετά την υπεροχή των μηχανών δεν μας λέει ποιος θα χρηματοδοτεί ανθρώπους που θέλουν να συνεχίσουν να κάνουν μαθηματικά. [5] Αν ένας ερευνητής χάσει τη θέση του δεν απέκτησε ελευθερία επειδή μπορεί ακόμη να αποδεικνύει θεωρήματα για ευχαρίστηση. Χρειάζεται εισόδημα, χρόνο, πρόσβαση στη βιβλιογραφία και άλλους ανθρώπους με τους οποίους να σκέφτεται. Η επίκληση της «εγγενούς αξίας» μιας δραστηριότητας γίνεται κυνική όταν συνοδεύει την εξαφάνιση των υλικών όρων που την καθιστούν δυνατή.

Η Kathi Weeks, πολιτική θεωρητικός της φεμινιστικής σκέψης και συγγραφέας του The Problem with Work, αντιμετωπίζει την εργασία ως θεσμό που οργανώνει όχι μόνο το εισόδημα αλλά και την κοινωνική αναγνώριση και μεγάλο μέρος της ταυτότητάς μας. Η κριτική της δεν είναι ατομική συμβουλή για να βρούμε περισσότερο νόημα στον ελεύθερο χρόνο, συνδέεται με συλλογικές αλλαγές όπως η μείωση του ωραρίου χωρίς αντίστοιχη μείωση αποδοχών. [40, σ. 1–8, 172–173 και 227–233] Στο ίδιο πνεύμα ζητά χώρο για χρόνο που δεν χρειάζεται να δικαιολογείται διαρκώς από όσα θα παραγάγουμε μέσα σε αυτόν, χρόνο στον οποίο μπορούν να εμφανιστούν επιθυμίες και τρόποι ζωής που δεν γνωρίζουμε ακόμη. [40, σ. 169–171] Ακόμη και σε μια κοινωνία με πολύ περισσότερη αυτοματοποίηση, η αναγκαία εργασία θα παραμένει. Η φροντίδα, η συντήρηση και η καθημερινή αναπαραγωγή της ζωής πρέπει να μοιραστούν και μια κοινωνία που «απελευθερώνει» χρόνο για λίγους μεταφέροντας περισσότερη αόρατη εργασία σε άλλους έχει απλώς μετακινήσει την εξάρτηση. Ούτε ο ελεύθερος χρόνος βιώνεται αυτομάτως ως ελευθερία, χωρίς παιδεία, χώρους, σχέσεις και πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής μπορεί να γίνει απομόνωση. Η πολιτική υπόσχεση της αυτοματοποίησης αποκτά περιεχόμενο μόνο όταν ο χρόνος που εξοικονομείται μετατρέπεται σε πραγματική δυνατότητα μάθησης, δημιουργίας, φροντίδας ή πολιτικής συμμετοχής για περισσότερους ανθρώπους.

Συνδικαλιστικό λάβαρο μεταλλεργατών και ναυπηγών στην Αυστραλία, περ. 1913–1919, από την παράδοση των κινητοποιήσεων για το οκτάωρο.
Althouse & Geiger · Mitchell Library, State Library of NSW · Κοινό κτήμα · Πηγή

Η προτεινόμενη απόδειξη των Navier–Stokes θα κριθεί τελικά εκεί όπου πρέπει, στα μαθηματικά. Ένα τεχνικό κενό δεν διορθώνεται με πολιτική θεωρία. Εφόσον η απόδειξη αντέξει, η σημασία της θα υπερβαίνει την προσθήκη ενός ακόμη θεωρήματος στη βιβλιοθήκη. Θα έχουμε ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα του πόσο μπορούν να απομακρυνθούν μεταξύ τους η παραγωγή, η επαλήθευση και η αφομοίωση ενός αποτελέσματος και του πόσο γρήγορα η οργάνωση της γνώσης γίνεται ζήτημα υποδομών, εκπαίδευσης και εργασίας. Αν έρχεται πράγματι κάποια μορφή «αφθονίας αποδείξεων», με ενδιαφέρει λιγότερο η αναζήτηση ενός τελευταίου ανθρώπινου προνομίου και περισσότερο το ποιοι θα μπορούν να επιλέγουν τι αξίζει να αποδειχθεί, ποιοι θα έχουν τον χρόνο και την παιδεία να κατανοούν όσα παράγονται και ποιοι θα ελέγχουν τα μέσα που κάνουν αυτή την παραγωγή δυνατή. Το εργαλείο έχει ήδη μπει στη μαθηματική ζωή. Η αυτονομία θα κριθεί από το αν θα μπορούμε να αλλάζουμε συλλογικά τους όρους αυτής της σχέσης, ιδίως όταν οι υποδομές πάνω στις οποίες στηρίζεται συγκεντρώνονται στα χέρια λίγων.

Βιβλιογραφία

  1. Acemoglu, Daron. «The Simple Macroeconomics of AI». Economic Policy 40, αρ. 121 (2025): 13–58· πρώτη διαδικτυακή δημοσίευση 6 Αυγούστου 2024. DOI: 10.1093/epolic/eiae042. Πηγή
  2. Acemoglu, Daron και Pascual Restrepo. «Automation and New Tasks: How Technology Displaces and Reinstates Labor». Journal of Economic Perspectives 33, αρ. 2 (2019): 3–30. DOI: 10.1257/jep.33.2.3. Πηγή
  3. Alper, Jarod, Michael J. Barany, Alain Chavarri Villarello, Sander Dahmen, Walter Dean, Karthik Ganapathy, Michael Harris, David Holmes, Mateja Jamnik, Steven Kelk, Bryna Kra, Ursula Martin, Bartosz Naskręcki, Rodrigo Ochigame, Jim Portegies και Johannes Schmitt. Leiden Declaration on Artificial Intelligence and Mathematics. 2 Ιουνίου 2026. DOI: 10.5281/zenodo.20302944. Πηγή
  4. Autor, David. «Applying AI to Rebuild Middle Class Jobs». NBER Working Paper 32140, Φεβρουάριος 2024. DOI: 10.3386/w32140. Πηγή
  5. Avigad, Jeremy. «Mathematicians in the age of AI». Προδημοσίευση, 3 Μαρτίου 2026, αναθεώρηση 6 Απριλίου 2026. arXiv:2603.03684. Πηγή
  6. Bainbridge, Lisanne. «Ironies of Automation». Automatica 19, αρ. 6 (Νοέμβριος 1983): 775–779. DOI: 10.1016/0005-1098(83)90046-8. Πηγή
  7. Bastani, Hamsa, Osbert Bastani, Alp Sungu, Haosen Ge, Özge Kabakcı και Rei Mariman. «Generative AI without guardrails can harm learning: Evidence from high school mathematics». Proceedings of the National Academy of Sciences 122, αρ. 26 (2025): e2422633122. DOI: 10.1073/pnas.2422633122. Πηγή
  8. Buckmaster, Tristan. Δημόσια δήλωση για την εργασία με τον Levent Alpöge και τις επαφές με την OpenAI. Αχρονολόγητο PDF στον προσωπικό πανεπιστημιακό ιστότοπο, αναφέρεται στα γεγονότα της 3ης–7ης Σεπτεμβρίου 2026. Προσπέλαση στις 8 Σεπτεμβρίου 2026. Πηγή
  9. Castoriadis, Cornelius. «Power, Politics, Autonomy». Στο Philosophy, Politics, Autonomy: Essays in Political Philosophy, επιμέλεια και μετάφραση David Ames Curtis, 143–174. Νέα Υόρκη: Oxford University Press, 1991. Πηγή
  10. Clay Mathematics Institute. «Navier–Stokes Equation». Επίσημη σελίδα κατάστασης του προβλήματος, χ.χ. Προσπέλαση 9 Σεπτεμβρίου 2026. Πηγή
  11. Clay Mathematics Institute. «Rules for the Millennium Prize Problems». Κανόνες που υιοθετήθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 2018. Προσπέλαση 9 Σεπτεμβρίου 2026. Πηγή
  12. Clay Mathematics Institute. «The Millennium Prize Problems». Επίσημη παρουσίαση της ιστορίας και του σκοπού των επτά προβλημάτων· ανακοίνωση στο Collège de France, Παρίσι, 24 Μαΐου 2000. Προσπέλαση 9 Σεπτεμβρίου 2026. Πηγή
  13. Commelin, Johan, Mateja Jamnik, Rodrigo Ochigame, Lenny Taelman και Akshay Venkatesh. «Shaping the Future of Mathematics in the Age of AI». Notices of the American Mathematical Society 73, αρ. 6 (2026): 480–483. DOI: 10.1090/noti3347. arXiv:2603.24914. Πηγή
  14. Darrigol, Olivier. «Between Hydrodynamics and Elasticity Theory: The First Five Births of the Navier–Stokes Equation». Archive for History of Exact Sciences 56, αρ. 2 (2002): 95–150. DOI: 10.1007/s004070200000. Πηγή
  15. DeMillo, Richard A., Richard J. Lipton και Alan J. Perlis. «Social Processes and Proofs of Theorems and Programs». Communications of the ACM 22, αρ. 5 (Μάιος 1979): 271–280. DOI: 10.1145/359104.359106. Πηγή
  16. Doshi, Anil R. και Oliver P. Hauser. «Generative AI enhances individual creativity but reduces the collective diversity of novel content». Science Advances 10, αρ. 28 (12 Ιουλίου 2024): eadn5290. DOI: 10.1126/sciadv.adn5290. Πηγή
  17. Farwig, Reinhard. «From Jean Leray to the millennium problem: the Navier–Stokes equations». Journal of Evolution Equations 21 (2021): 3243–3263. DOI: 10.1007/s00028-020-00645-3. Πηγή
  18. Fefferman, Charles L. «Existence and smoothness of the Navier–Stokes equation». Επίσημη διατύπωση του Millennium Prize Problem, Clay Mathematics Institute, χ.χ. Προσπέλαση 9 Σεπτεμβρίου 2026. Πηγή
  19. Friedlander, Susan, Peter Lax, Cathleen Morawetz, Louis Nirenberg, Gregory Seregin, Nina Ural’tseva και Mark Vishik. «Olga Alexandrovna Ladyzhenskaya (1922–2004)». Notices of the American Mathematical Society 51, αρ. 11 (2004): 1320–1331. Πηγή
  20. Gmyrek, Paweł, Janine Berg, Karol Kamiński, Filip Konopczyński, Agnieszka Ładna, Bálint Náfrádi, Konrad Rosłaniec και Marek Troszyński. Generative AI and Jobs: A Refined Global Index of Occupational Exposure. ILO Working Paper 140. Γενεύη: International Labour Organization, 20 Μαΐου 2025. DOI: 10.54394/HETP0387. Πηγή
  21. Gowers, Timothy, με συμβολή του Isaac Rajagopal. «A recent experience with ChatGPT 5.5 Pro». Gowers’s Weblog, 8 Μαΐου 2026. Πηγή
  22. Gowers, Timothy. «Thoughts about the Leiden Declaration». Gowers’s Weblog, 26 Ιουλίου 2026. Πηγή
  23. Hales, Thomas, κ.ά. «A formal proof of the Kepler conjecture». Forum of Mathematics, Pi 5 (2017): e2. DOI: 10.1017/fmp.2017.1. Πηγή
  24. Kestin, Greg, Kelly Miller, Anna Klales, Timothy Milbourne και Gregorio Ponti. «AI tutoring outperforms in-class active learning: an RCT introducing a novel research-based design in an authentic educational setting». Scientific Reports 15 (2025): 17458. DOI: 10.1038/s41598-025-97652-6. Πηγή
  25. The Lean Project. Theorem Proving in Lean 4. Κεφάλαιο «Axioms and Computation», διαδικτυακό εγχειρίδιο, χ.χ. Προσπέλαση 8 Σεπτεμβρίου 2026. Πηγή
  26. Lee, Hao-Ping (Hank), Advait Sarkar, Lev Tankelevitch, Ian Drosos, Sean Rintel, Richard Banks και Nicholas Wilson. «The Impact of Generative AI on Critical Thinking: Self-Reported Reductions in Cognitive Effort and Confidence Effects From a Survey of Knowledge Workers». Στο Proceedings of the 2025 CHI Conference on Human Factors in Computing Systems (CHI ’25), άρθρο 1121, 1–22. New York: Association for Computing Machinery, Απρίλιος 2025. DOI: 10.1145/3706598.3713778. Πηγή
  27. MacKenzie, Donald. Mechanizing Proof: Computing, Risk, and Trust. Cambridge, MA: MIT Press, 2001. ISBN 0-262-13393-8. Πηγή
  28. Marx, Karl. Grundrisse: Foundations of the Critique of Political Economy (Rough Draft). Μετάφραση Martin Nicolaus. Harmondsworth: Penguin Books, σε συνεργασία με New Left Review, 1973. Χειρόγραφα 1857–1858. Πηγή
  29. Ochigame, Rodrigo. «Automated Mathematics and the Reconfiguration of Proof and Labor». Bulletin of the American Mathematical Society 61, αρ. 3 (2024): 423–437. DOI: 10.1090/bull/1821. arXiv:2309.11457. Πηγή
  30. OpenAI. Finite time blowup for Navier–Stokes. Προδημοσίευση, ανακοινώθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2026. Πηγή
  31. OpenAI. NavierStokesAndEuler. Δημόσιο αποθετήριο της τυπικής απόδειξης σε Lean, 2026. Άδεια Apache 2.0. Έλεγχος 8 Σεπτεμβρίου 2026. Πηγή
  32. OpenAI. «On the Navier–Stokes Millennium Prize Problem». 8 Σεπτεμβρίου 2026. Πηγή
  33. Schismenos, Alexandros. Artificial Intelligence and Barbarism: A Critique of Digital Reason. Αθήνα: Athens School, Ιούνιος 2025. ISBN 978-618-87772-1-7. DOI: 10.5281/zenodo.15805493. Πηγή
  34. Σχισμένος, Αλέξανδρος. «Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν ενδιαφέρεται για την Ηθική: Γιατί ο τεχνοσκεπτικισμός πρέπει να είναι πολιτικός». Αυτολεξεί, 30 Δεκεμβρίου 2025. Πηγή
  35. Σχισμένος, Αλέξανδρος. «Οι Παραστατικές Τέχνες ως Όριο του Ψηφιακού: Θεατρικός Χρόνος και Τεχνητή Νοημοσύνη». Αυτολεξεί, 23 Φεβρουαρίου 2026. Πηγή
  36. Solé, Ricard, Giulio Ruffini, Francesca Castaldo, Marco Tuccio, Luis F. Seoane, Manlio de Domenico, Santiago F. Elena, David C. Krakauer και Michael Levin. «Large-Language Models as a Cognitive Virus». Προδημοσίευση, 3 Σεπτεμβρίου 2026. arXiv:2609.03344v1. DOI: 10.48550/arXiv.2609.03344. Πηγή
  37. Tao, Terence. «Mathematics in the age of AI». Προδημοσίευση, 2026. arXiv:2608.16753. Πηγή
  38. Tao, Terence. New mathematical workflows. Διαφάνειες, Μάιος 2026· ομιλία στο Future of Mathematics Symposium, Stanford, 2 Μαΐου 2026. Πηγή
  39. Thurston, William P. «On proof and progress in mathematics». Bulletin of the American Mathematical Society 30, αρ. 2 (1994): 161–177. arXiv:math/9404236. Πηγή
  40. Weeks, Kathi. The Problem with Work: Feminism, Marxism, Antiwork Politics, and Postwork Imaginaries. Durham, NC: Duke University Press, 2011. ISBN 978-0-8223-5112-2. Πηγή

The post Η αφθονία των αποδείξεων και η αυτονομία της γνώσης first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/09/10/afthonia-ton-apodeixeon-aytonomia-tis-gnosis/feed/ 0 23701
Οδύσσεια: Ο νόστος του ενόχου https://www.aftoleksi.gr/2026/07/30/o-nostos-enochoy/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=o-nostos-enochoy https://www.aftoleksi.gr/2026/07/30/o-nostos-enochoy/#respond Thu, 30 Jul 2026 08:06:52 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=23459 Κείμενο: Αντώνη Χ. Σε προηγούμενο κείμενο είχα ασχοληθεί με την ευκολία με την οποία μια ταινία που βρισκόταν ακόμη στις πρώτες μέρες της προβολής της είχε ήδη κριθεί ως σύμπτωμα του «woke» εκφυλισμού της Δύσης καθώς η Lupita Nyong’o στον ρόλο της Ελένης και η Zendaya στον ρόλο της Αθηνάς είχαν προσφέρει στον Κώστα Θεολόγου [...]

The post Οδύσσεια: Ο νόστος του ενόχου first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Αντώνη Χ.

Σε προηγούμενο κείμενο είχα ασχοληθεί με την ευκολία με την οποία μια ταινία που βρισκόταν ακόμη στις πρώτες μέρες της προβολής της είχε ήδη κριθεί ως σύμπτωμα του «woke» εκφυλισμού της Δύσης καθώς η Lupita Nyong’o στον ρόλο της Ελένης και η Zendaya στον ρόλο της Αθηνάς είχαν προσφέρει στον Κώστα Θεολόγου το υλικό για μια διάγνωση πολιτισμικής παρακμής αντλημένη σχεδόν αποκλειστικά από το δελτίο διανομής και από μια αντίληψη της ομηρικής παράδοσης ως περιουσίας της οποίας τα πρόσωπα μολονότι μυθικά και μεταβαλλόμενα επί αιώνες όφειλαν να υπακούουν στην εικονογραφική μνήμη της νεότερης Ευρώπης.[1] Η ταινία χρησίμευσε ως οθόνη προβολής προτού αποκτήσει δικές της εικόνες· η πολιτισμική βιομηχανία πέτυχε έτσι το όνειρο κάθε επιχείρησης παράγοντας αγανάκτηση πριν αναλάβει ακόμη το κόστος του προϊόντος.

Με την κυκλοφορία και παρακολούθηση της ταινίας η πολιτισμική σταυροφορία έχασε το μόνο πλεονέκτημα που διέθετε, την ανυπαρξία του αντικειμένου της. Η Nyong’o και η Zendaya έπαψαν να λειτουργούν ως φυλετικά τεκμήρια μιας δίκης χωρίς ακροατήριο και απέκτησαν θέση μέσα στον κινηματογραφικό χρόνο και στον λόγο δηλαδή μέσα σε όσα η προκαταβολική καταγγελία είχε βιαστεί να θεωρήσει περιττά· η φανταστική ταινία των αντιπάλων της μπορεί πλέον να επιστρέψει στο αρχείο της αγανάκτησης αφήνοντας μπροστά μας το έργο που γύρισε ο Νόλαν. Οι κριτικές στις οποίες θα αναφερθώ, της Mary Beard, του Daniel Mendelsohn, της Emily Wilson, της Emily Hauser, της Rachel Lesser και του Richard Brody, μαζί με τις γαλλικές παρεμβάσεις του Fabien Bièvre-Perrin, των Lydie Bodiou και Véronique Mehl και του Jacques Mandelbaum προσφέρουν διαφορετικούς τρόπους εισόδου στο έργο καθώς κάθε συγγραφέας επιλέγει διαφορετικές σκηνές και διαφορετικό μέτρο για να κρίνει τις συνέπειές τους.

Η Beard θέτει τη συζήτηση σε χρήσιμη βάση θεωρώντας την πιστότητα ανεπαρκές γενικό μέτρο μιας διασκευής αφού η μετάβαση από τον ποιητικό λόγο στον κινηματογράφο μεταβάλλει τη διάρκεια ενός επεισοδίου και η νέα διάρκειά του επηρεάζει τη σχέση που προλαβαίνουν να αναπτύξουν τα πρόσωπα· η κριτική αρχίζει επομένως από τις συνέπειες των αλλαγών και από το ερώτημα αν μια λειτουργία που αφαιρέθηκε μεταφέρεται σε άλλο σημείο του έργου ή εγκαταλείπει πίσω της έναν δραματουργικό χώρο μικρότερης πυκνότητας.[2] Η απουσία των Φαιάκων επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Οδυσσέας αφηγείται τον εαυτό του, η αλλαγή της δοκιμής του κρεβατιού μεταβάλλει τη συμμετοχή της Πηνελόπης στην αναγνώριση ενώ η αποχώρηση των θεών αναδιατάσσει τη σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη απόφαση και στις δυνάμεις που υπερβαίνουν τον ήρωα.

Ο χρόνος της επιστροφής

Ο γερασμένος Άργος εμφανίζεται στην Ιθάκη ως σώμα που κουβαλά μια ιστορία αδύνατο πλέον να την αφηγηθεί και όταν η εικόνα του περνά στο κουτάβι που είχε γνωρίσει ο νεαρός Οδυσσέας η αναδρομή αποδίδει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τον χρόνο που χωρίζει τα δύο σώματα, το σημερινό ζώο αποκτά ξανά την ηλικία που θυμάται ο άνθρωπος ενώ ο Οδυσσέας βλέπει επάνω στο γερασμένο σώμα του σκύλου τον χρόνο που ο ίδιος ξόδεψε ως περιπέτεια και το ζώο υπέστη ως αναμονή.

Η σκηνή εξηγεί την έμφαση που δίνει ο Mendelsohn στην αφηγηματική συνάντηση του Νόλαν με την Οδύσσεια, ένα έργο που εισάγει τον ήρωά του όταν η περιπλάνηση έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και αφήνει μεγάλο μέρος του ταξιδιού να φτάσει στον ακροατή εκ των υστέρων μέσα από τη φωνή ενός ανθρώπου που ανασυνθέτει το παρελθόν του την ώρα που διαμορφώνει την εικόνα με την οποία επιθυμεί να γίνει δεκτός.[3] Η αναγνώριση στο έπος μεταβάλλει αναδρομικά τη σημασία ενός αντικειμένου ή ενός σωματικού σημαδιού καθώς μια λεπτομέρεια που παρέμενε αδρανής αποκτά συγκεκριμένο παρελθόν όταν συναντά το πρόσωπο που γνωρίζει πώς δημιουργήθηκε.

Η φιλμογραφία του Νόλαν, οργανωμένη επανειλημμένα γύρω από την αστάθεια της μνήμης και τη διατάραξη της χρονολογικής ακολουθίας, του επιτρέπει να χειριστεί αυτή τη δομή με άνεση, ιδίως όταν το τόξο εμφανίζεται αρκετά νωρίς ώστε ο ήχος της χορδής κατά τη μνηστηροφονία να επαναφέρει μια οικιακή τεχνική γνώση που οι μνηστήρες είχαν θεωρήσει χαμένη. Η αδυναμία τους να λυγίσουν το τόξο δείχνει ότι κατέλαβαν το σπίτι χωρίς να μάθουν τα πράγματά του, το όπλο θυμάται τον κύριό του καλύτερα από τους ανθρώπους που κατοικούν τον χώρο του και η τεχνική γνώση επιστρέφει αμέσως ως δικαίωμα θανάτου.

Ο αργαλειός της Πηνελόπης συμμετέχει στην ίδια χρονική κατασκευή επειδή η καθημερινή πρόοδος και η νυχτερινή αναίρεση του υφάσματος εγκαθιστούν στην Ιθάκη έναν χρόνο που συντηρείται μέσω της ακύρωσης του αποτελέσματός του. Η εργασία αποκτά πολιτική λειτουργία ακριβώς χάρη στην ατελείωτη διάρκειά της, η Πηνελόπη κρατά ανοιχτή την εκκρεμότητα του γάμου όσο το ύφασμα παραμένει ανολοκλήρωτο και η επανάληψη που τη σώζει κινείται με ρυθμό διαφορετικό από τη διαδοχή των καταστροφών στη θάλασσα.

Η αμφισβήτηση του Οδυσσέα από τους συντρόφους του στην οποία επιμένει η Beard εντάσσει στην ίδια χρονική δομή το ερώτημα της ηγεσίας διότι ο βασιλιάς πρόκειται να φτάσει στην Ιθάκη ως ο μοναδικός επιζών μιας εκστρατείας στην οποία ξεκίνησε επικεφαλής πολλών ανθρώπων.[2] Οι άνδρες του βλέπουν το πλήρωμα να εξαντλείται και αντιλαμβάνονται την ευφυΐα του από τη θέση εκείνου που υφίσταται τις συνέπειές της οπότε η σχεδόν ανταρσία διακόπτει την ηρωική αυτοεικόνα του αρχηγού και αποδίδει στην απώλεια μια συλλογική διάσταση. Αργότερα όταν οι νεκροί επιστρέψουν μέσα στη μνήμη του Οδυσσέα θα θυμίσουν ότι πριν εγκατασταθεί ως εσωτερικό βάρος του αρχηγού η ενοχή του είχε ήδη περάσει από τα σώματα των ανθρώπων που έζησαν τις αποφάσεις του ως εξάντληση και απώλεια.

Στις σκηνές μεγάλης κλίμακας η τεχνική φιλοδοξία της παραγωγής δικαιώνεται κυρίως όταν το μέγεθος του χώρου προηγείται του τέρατος και κάνει το ανθρώπινο σώμα να φαίνεται ήδη καταδικασμένο. Το σπήλαιο του Πολύφημου μοιάζει να έχει καταπιεί τους άνδρες πριν εμφανιστεί ο κάτοικός του ενώ τα χέρια που αναδύονται κάτω από τη μαύρη επιφάνεια στον κόσμο των νεκρών δίνουν στην απουσία σώμα και αφή.[2][3][5][6] Η μεταμόρφωση των στρατιωτών από την Κίρκη αποκτά παρόμοια υλικότητα καθώς η διάρκειά της μετατρέπει το θαύμα σε σωματική βία· ορισμένοι από τους ανθρώπους που υφίστανται αυτή τη βία θα αποσυρθούν γρήγορα από την αφήγηση αφήνοντας την εντύπωσή τους περισσότερο στο παραμορφωμένο σώμα παρά σε όσα πρόλαβαν να πουν.

Ο Οδυσσέας και η χρήση της γλώσσας

Το όνομα «Κανένας» οργανώνει στο έπος τη συμπεριφορά των υπόλοιπων Κυκλώπων επειδή ο Πολύφημος δηλώνοντας ότι κανένας τον σκοτώνει τούς οδηγεί να ερμηνεύσουν την κραυγή του ως πόνο που προέρχεται από τους θεούς και επομένως ως συμφορά έξω από τη δική τους δυνατότητα παρέμβασης. Η κατοπινή αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος γεννιέται από την επιθυμία του Οδυσσέα να συνδέσει τη διαφυγή με τη φήμη του και προσφέρει στον Ποσειδώνα το πρόσωπο που πρέπει να τιμωρηθεί ώστε η σωτηρία και η συμφορά να προκύπτουν από την ίδια σχέση του ήρωα με τη γλώσσα.

Στην ταινία, ο Πολύφημος διαθέτει ισχυρή σωματική παρουσία ενώ η γλωσσική του ζωή περιορίζεται δραστικά καθώς η διαφυγή οργανώνεται ως στρατιωτική επιχείρηση σε έναν χώρο όπου η υπέρτερη δύναμη του αντιπάλου καθορίζει σχεδόν ολόκληρη τη σκηνή.[2][3][4][6][12] Η κοινωνία των Κυκλώπων που στο έπος παρέχει το ακροατήριο της εξαπάτησης απουσιάζει· μαζί της αποσύρεται και η μέθη που θα επέτρεπε στον Οδυσσέα να επηρεάσει πρώτα τη συνείδηση του τέρατος και έπειτα τους γείτονές του. Ο κινηματογραφικός ήρωας αποδεικνύεται αποτελεσματικός διοικητής καθώς οργανώνει την ομάδα απέναντι στην υπέρτερη δύναμη και χρησιμοποιεί όσα προσφέρει το σπήλαιο για τη διαφυγή.

Η πολυτροπία του ομηρικού Οδυσσέα αφορά ευρύτερα τη δυνατότητά του να αλλάζει θέση μέσα στις σχέσεις ελέγχοντας όσα γνωρίζει ο συνομιλητής και κατασκευάζοντας την ιστορία που θα στηρίξει τη μεταμφίεση· η μεταμφίεση με τη σειρά της του επιτρέπει να εξετάζει τους άλλους δίχως να προσφέρει ισότιμη πρόσβαση στον εαυτό του. Οι ψεύτικες γενεαλογίες αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο η ταυτότητα γίνεται πρακτικό εργαλείο καθώς η αφήγηση προστατεύει τη μεταμφίεση και η μεταμφίεση εξασφαλίζει στον αφηγητή τον χρόνο που χρειάζεται για να αναγνωρίσει τις προθέσεις των άλλων.

Σε αυτό το επίπεδο συναντώνται οι παρατηρήσεις της Beard, του Mendelsohn και της Wilson, οι οποίες εντοπίζουν τον περιορισμό της γλωσσικής πανουργίας και του χιούμορ καθώς το σενάριο παρουσιάζει τον Οδυσσέα κυρίως ως στρατιωτικό αρχηγό που κουβαλά το βάρος όσων θυμάται.[2][3][4] Το χιούμορ αποτελεί μορφή πρακτικής ευφυΐας, αφού η ειρωνεία επιτρέπει στον ήρωα να διαβάζει την αντίδραση του συνομιλητή και να διατηρεί απόσταση από τον ρόλο που υποδύεται. Ο Matt Damon ενσαρκώνει έναν διαφορετικό άνθρωπο βαρύ στην κίνηση και συγκρατημένο στον λόγο του οποίου η σιωπή κουβαλά το παρελθόν σαν σωματική κόπωση σύμφωνα με μια δραματουργική σύλληψη που του ζητά να υποφέρει περισσότερο απ’ όσο του επιτρέπει να αυτοσχεδιάζει.

Με την αφαίρεση των Φαιάκων περιορίζεται και η ιδιότητα του Οδυσσέα ως δημόσιου αφηγητή δεδομένου ότι στο έπος οι περιπέτειες παρουσιάζονται σε μια ξένη αυλή από την οποία χρειάζεται φιλοξενία και μεταφορά οπότε η διήγηση αποτελεί συγχρόνως αυτοπαρουσίαση και πράξη πειθούς. Ο Mendelsohn επιμένει δικαιολογημένα ότι η αφήγηση προς τους Φαίακες αποτελεί κατόρθωμα ισάξιο με όσα περιγράφει επειδή ο Οδυσσέας κατασκευάζει μπροστά τους την εκδοχή του εαυτού του που θα του εξασφαλίσει την επιστροφή.[3] Το συμφέρον του αφηγητή παραμένει ενεργό μέσα στην ιστορία του και συνοδεύει τον θεατή σε κάθε επεισόδιο που γνωρίζει αποκλειστικά από τη δική του διήγηση.

Στην ταινία, η Καλυψώ γίνεται το ακροατήριο ενός Οδυσσέα που ανακτά σταδιακά ένα παρελθόν χαμένο μαζί με τη γνώση της οικογένειάς του με αποτέλεσμα η αφήγηση να υπηρετεί την επανασύνδεση της μνήμης και να αποδίδει μικρότερο βάρος στην εσκεμμένη αυτοπαρουσίαση.[3][4] Η επιλογή βρίσκεται σε συνέχεια με τον κινηματογράφο του Νόλαν όπου ο ήρωας συχνά ανακαλύπτει ότι η αλήθεια που αναζητεί συνδέεται με δική του ενοχή και προσφέρει έναν συνεπή μηχανισμό πλοκής· η ιστορία που ακούει η Καλυψώ λειτουργεί μέσα στην ιδιωτική σχέση δύο προσώπων, ενώ η απουσία μιας κοινότητας που θα μπορούσε να δεχθεί ή να απορρίψει τον αφηγητή περιορίζει την πολιτική λειτουργία του λόγου του.

Η ψυχολογικοποίηση του νόστου αρχίζει όταν όσα στο έπος συμβαίνουν ανάμεσα στα πρόσωπα και στις δυνάμεις που τα υπερβαίνουν μετακομίζουν στη μνήμη του ήρωα. Η ανάκτηση του παρελθόντος κινεί πλέον την πλοκή και μετατρέπει την Ιθάκη σε υπόσχεση εσωτερικής αποκατάστασης ενώ η ενοχή που γεννιόταν μέσα στις πράξεις και στις σχέσεις ιδιωτικοποιείται ως βιογραφικό βάρος του Οδυσσέα. Η φθορά παραμένει έχοντας όμως αλλάξει τον τόπο όπου εγγράφεται.

Το κόστος του πολέμου

Μέσα στον Δούρειο Ίππο η στρατηγική ευφυΐα έχει ήδη αποκτήσει τη μυρωδιά της παγίδας επειδή η επιτυχία του σχεδίου εξαρτάται από τη μετατροπή ενός δώρου σε μηχανή σφαγής και από τη χρησιμοποίηση της εμπιστοσύνης των Τρώων εναντίον τους. Ο Σίνων επιστρέφει από τους νεκρούς και χαλά τη βολική ηθική γεωμετρία του τεχνάσματος αφού η επιτυχία περνά και από τη χρησιμοποίηση ενός Έλληνα που αγνοεί ολόκληρο τον ρόλο του και μπορεί πλέον να ζητήσει από τον αρχηγό του τον λογαριασμό.[3]

Ο Thompson διαβάζει τους Λαιστρυγόνες ως γιγαντωμένες μορφές στρατιωτών στις οποίες οι Έλληνες ενδέχεται να συναντούν την όψη που είχαν οι ίδιοι για τους πληθυσμούς που λεηλάτησαν.[8] Η παρατήρηση επιτρέπει να ιδωθεί η περιπλάνηση ως αλλαγή οπτικής καθώς ο νικητής συναντά τη βία από τη θέση εκείνου που την υφίσταται ακόμη κι όταν η μυθολογική μορφή του διώκτη καθιστά δυσκολότερη την αναγνώριση. Ο Bièvre-Perrin δίνει ανάλογο βάρος στους νεκρούς και στους εγκαταλειμμένους, θεωρώντας ότι η στρατιωτική νίκη αφήνει συνέπειες για τις οποίες τα μέσα του πολέμου αποδεικνύονται άχρηστα.[10]

Η Τροία συνεχίζει να υπάρχει στις αναμνήσεις και στις σχέσεις των επιζώντων ενώ η Ιθάκη έχει υποστεί κατά την απουσία του βασιλιά μια πολιτική διάβρωση που η φυσική επιστροφή του αδυνατεί από μόνη της να αναιρέσει. Ο Τηλέμαχος γνωρίζει τον πατέρα του ως δημόσιο θρύλο την ώρα που οι σύντροφοι έχουν ήδη διαπιστώσει ότι η επιβίωση του αρχηγού μπορεί να συμπέσει με τη δική τους καταστροφή· ο ίδιος ο Οδυσσέας αντιλαμβάνεται σταδιακά πως η ευφυΐα που του χάρισε τη νίκη συνδέεται άμεσα με τη σφαγή που ακολούθησε. Η Τροία παραμένει επομένως παρούσα στον τρόπο με τον οποίο ο Τηλέμαχος αντιμετωπίζει τον πατέρα του, στους φόβους των συντρόφων για τις επόμενες αποφάσεις του και στη δυσκολία του ίδιου του Οδυσσέα να αφηγηθεί τη νίκη χωρίς να επαναφέρει τη σφαγή που την ακολούθησε.

Ορισμένες αλλαγές αποδυναμώνουν τους άμεσους αιτιακούς δεσμούς ανάμεσα στις επιλογές του Οδυσσέα και στις απώλειες των ανθρώπων του. Η αφαίρεση της αποκάλυψης του ονόματος στον Πολύφημο μεταβάλλει την προέλευση της κατάρας ενώ ο Αγαμέμνονας συγκεντρώνει επάνω του μεγάλο μέρος της ελληνικής κτηνωδίας· στις αποφάσεις των συντρόφων εξάλλου αποδίδεται μεγαλύτερη αυτονομία μαζί με μεγαλύτερο μερίδιο στην καταστροφή που ακολουθεί.[4][5][6] Η ταινία μοιράζει έτσι το βάρος σε περισσότερους ώμους και ο Οδυσσέας βγαίνει από αυτή τη λογιστική βαθιά πληγωμένος αλλά λιγότερο χρεωμένος.

Στη μνηστηροφονία οι αντίπαλοι οπλίζονται και η εκτέλεσή τους πλησιάζει τη μορφή μάχης ενώ η παράδοση προσφέρει δυνατότητα σωτηρίας και η σφαγή των δούλων μεταφέρεται έξω από τις πράξεις του Οδυσσέα και του Τηλέμαχου.[5][12] Ο θάνατος της Μελανθώς περνά στην Πηνελόπη δίνοντάς της συμμετοχή στη βίαιη αποκατάσταση του οίκου και μεταφέροντας προς εκείνη μια πράξη που στην ομηρική εκδοχή βαρύνει τους άνδρες της δυναστείας. Η δραματουργική ενεργοποίηση της Πηνελόπης παίρνει έτσι τη μορφή του φόνου που ελαφρύνει τον λογαριασμό των ανδρών της δυναστείας.

Η Wilson επισημαίνει ότι η εξαπάτηση του Σίνωνα εμφανίζεται ως ενοχή ενώ η εξαπάτηση των μνηστήρων εντάσσεται στην αποκατάσταση της Ιθάκης όπως και η καταστροφή της Τροίας αντιμετωπίζεται με τρόμο την ώρα που η σφαγή στο παλάτι προσφέρει τη θεαματική εκτόνωση προς την οποία έχει κινηθεί η αφήγηση.[4] Οι περιστάσεις των δύο συγκρούσεων και η ομηρική παράδοση της εκδίκησης διαφοροποιούν τις πράξεις, η κινηματογραφική τους μορφή όμως επιτρέπει στην κριτική της πολεμικής βίας να συνυπάρξει με την απόλαυση της τιμωρίας. Η απόλαυση αυτή έχει ήδη προετοιμαστεί από τον τρόπο με τον οποίο οι μνηστήρες κατοίκησαν το παλάτι ώστε η αίθουσα να μετατραπεί σε χώρο αναμενόμενης ανταπόδοσης.

Οι Τρώες αποκτούν ελάχιστη εσωτερικότητα καθώς η καταστροφή τους φτάνει κυρίως μέσα από τη μνήμη του Οδυσσέα και οι απώλειές τους διατηρούν δραματουργική διάρκεια στον βαθμό που επιστρέφουν ως ενοχή του ανθρώπου που συνέβαλε στη σφαγή. Η Wilson συμπυκνώνει πολεμικά το πρόβλημα όταν γράφει ότι η ταινία δείχνει κυρίως πως οι καλοί άνδρες αισθάνονται άσχημα όταν σκοτώνουν[4] μολονότι οι σκηνές της Τροίας διατηρούν μια απόσταση από την άμεση συγχώρεση. Οι νεκροί αποκτούν πρόσωπο όταν χρειάζεται να το δει ο ένοχος και αποσύρονται ξανά προτού αποκτήσουν ιστορία έξω από τη μνήμη του.

Οι γυναίκες μέσα και γύρω από τον νόστο

Στα συμπόσια της Ιθάκης, η Πηνελόπη τοποθετείται πίσω από ένα διάτρητο ξύλινο χώρισμα και σε υψηλότερο επίπεδο από τους άνδρες ώστε η σκηνογραφία να συνδέει την εποπτεία με τον αποκλεισμό, βλέπει εκείνους που επιχειρούν να καταλάβουν τον οίκο της ενώ η θέση της μέσα στην αρχιτεκτονική καθιστά ορατούς τους περιορισμούς της συμμετοχής της. Οι Bodiou και Mehl στηρίζουν σε αυτή τη διάταξη την ανάγνωσή τους για μια εξουσία πραγματική και ταυτόχρονα προσωρινή η οποία υπάρχει όσο η απουσία του Οδυσσέα παραμένει εκκρεμότητα.[9]

Η ύφανση παρατείνει αυτή την εκκρεμότητα επειδή η ολοκλήρωσή της θα επέβαλλε στην Πηνελόπη την απόφαση που προσπαθεί να αναβάλει και έτσι η εργασία της οργανώνει τον πολιτικό χρόνο της Ιθάκης. Επιβλέπει έναν κόσμο στον οποίο η συμμετοχή της τελεί υπό όρους και κυβερνά τον οίκο στο όνομα της επιστροφής ενός άνδρα του οποίου η παρουσία θα τερματίσει την προσωρινή της κυβέρνηση. Η αντίφαση παραμένει μέσα στη διάρκεια της ύφανσης καθώς κάθε νύχτα αποκαθιστά την αβεβαιότητα που η εργασία της ημέρας είχε αρχίσει να περιορίζει.

Οι Bodiou και Mehl παρατηρούν επίσης ότι η ταινία αποσυνδέει την ἀνδρεία από το αποκλειστικό προνόμιο της αριστοκρατικής πολεμικής τάξης καθώς ο Εύμαιος διαθέτει αρετές που προκύπτουν από τη συμπεριφορά του ενώ οι μνηστήρες θεωρούν την καταγωγή και την ικανότητα άσκησης βίας επαρκείς αποδείξεις ανδρισμού και εκτίθενται μέσα από την έλλειψη αυτοκυριαρχίας.[9] Στους 300 ο κοιλιακός μυς είχε αναλάβει καθήκον πολιτικής θεωρίας· εδώ η μέθη των μνηστήρων δείχνει ότι η τάξη που ξέρει να επιβάλλεται στους άλλους δεν έχει μάθει ακόμη να κυβερνά τον εαυτό της.

Η Wilson μετακινεί την προσοχή προς τον λόγο και την επιθυμία που διαθέτουν οι γυναικείοι χαρακτήρες.[4] Η ομηρική Καλυψώ υπερασπίζεται την επιθυμία της και καταγγέλλει τη διπλή ηθική των θεών οι οποίοι ανέχονται τις αρπαγές θνητών γυναικών από άνδρες θεούς και επεμβαίνουν όταν μια θεά κρατά έναν θνητό· στην ταινία ακούει την αφήγηση του Οδυσσέα και ρυθμίζει τη σχέση του με τη μνήμη προσφέροντάς του λωτούς όταν η ανάκτησή της γίνεται επώδυνη.[3][4][6]

Η φροντίδα δίνει στην Καλυψώ εξουσία πάνω στον ευάλωτο άνδρα αλλά η ίδια της η επιτυχία τον καθιστά ικανό να την εγκαταλείψει αφού ο Οδυσσέας που θυμάται είναι ήδη ο Οδυσσέας που επιστρέφει στην Πηνελόπη. Η ανάκτηση της ταυτότητάς του μεταβάλλει επομένως τη θέση της Καλυψούς μέσα στη σχέση και την οδηγεί προς την εγκατάλειψη την ώρα που η οργή της και η σύγκρουσή της με τη θεϊκή τάξη παραμένουν λιγότερο αναπτυγμένες. Η σκηνή ενδιαφέρεται κυρίως για την επίδραση της φροντίδας στον Οδυσσέα αφήνοντας τη δική της εμπειρία στην αντίδραση με την οποία τον παρακολουθεί να θυμάται.

Η Αθηνά έχει μετακομίσει από τον κόσμο στη μνήμη του Οδυσσέα όπου εμφανίζεται ως τραυματική ανάμνηση ή ως μορφή της συνείδησής του και μαζί με τη θεϊκή της απόσταση χάνει μέρος της στρατηγικής βούλησης που στο έπος οργανώνει τη δράση.[4] Η συμβολική της παρουσία παραμένει ισχυρή ενώ η δυνατότητά της να σχεδιάζει έξω από τις ανάγκες του πρωταγωνιστή εμφανίζεται ασθενέστερη· η Ελένη και η Κλυταιμνήστρα παρά τη σύνδεση του ελληνικού θριάμβου με τη γυναικεία απώλεια έχουν τόσο περιορισμένο χρόνο ώστε οι ιστορίες τους λειτουργούν κυρίως ως ρήγματα στη μνήμη του Οδυσσέα.

Η Πηνελόπη είναι το πρόσωπο στο οποίο η δική μας επιθυμία για καθαρή ετυμηγορία αρχίζει να δυσκολεύεται επειδή η ταινία τής δίνει πολιτική παρουσία και συγχρόνως αλλάζει τον μηχανισμό της τελικής αναγνώρισης. Στο έπος η δήθεν μετακίνηση του κρεβατιού το οποίο ο Οδυσσέας είχε κατασκευάσει γύρω από έναν κορμό ελιάς υποβάλλει τον μεταμφιεσμένο άνδρα σε μια δοκιμασία που διαφεύγει από τον έλεγχό του καθώς η Πηνελόπη τον αναγκάζει να αποκαλύψει μια γνώση την οποία μόνο οι δυο τους μοιράζονται.[5][12] Η αντίδρασή του προσφέρει την απόδειξη που εκείνη είχε σχεδιάσει και μεταφέρει για λίγο την εξουσία της εξέτασης στα δικά της χέρια.

Το αγαλματίδιο της Αθηνάς που χρησιμοποιεί η ταινία παρέχει ένα εξωτερικό τεκμήριο της ταυτότητας και μεταβάλλει αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους οι οποίοι γνωρίζουν να χειρίζονται τα σημεία, ενώ η δύναμη που έχει δοθεί στην Πηνελόπη στις προηγούμενες σκηνές παραμένει ενεργή.[5][12] Η τελική συνάντηση στηρίζεται πλέον στην αποδοχή του τεκμηρίου που φέρει ο Οδυσσέας και λιγότερο σε μια δοκιμασία την οποία οργανώνει η γυναίκα που τον περίμενε.

Η περιορισμένη παρουσία της σεξουαλικότητας δημιουργεί διαφορετικές συνέπειες καθώς οι Bodiou και Mehl εύλογα επαινούν την απομάκρυνση από μια κινηματογραφική παράδοση η οποία χρησιμοποιεί το γυναικείο σώμα ως διακόσμηση της αρχαιότητας[9] ενώ η επιθυμία της Κίρκης και της Καλυψούς υποχωρεί μαζί με τη σεξουαλικοποίηση. Η απουσία της Ναυσικάς και της Αρήτης στερεί επίσης από τον νόστο τις σχέσεις μέσα στις οποίες ο Οδυσσέας θα μπορούσε να φανταστεί διαφορετική ζωή με αποτέλεσμα η επιστροφή να μοιάζει με προορισμό που ανασύρεται από τη μνήμη ενώ οι άλλες δυνατές ζωές έχουν ήδη αποσυρθεί από το κάδρο.

Η Wilson παρατηρεί ακόμη ότι αρκετοί μη λευκοί ηθοποιοί υπηρετούν μικρές ή βοηθητικές λειτουργίες μεταφέροντας έτσι τη συζήτηση από την καταγωγή του ερμηνευτή στον χρόνο που διαθέτει ο χαρακτήρας και στην ικανότητά του να επιδιώξει κάτι που υπερβαίνει την πορεία του πρωταγωνιστή.[4] Η επιλογή της Nyong’o ή της Zendaya διαρρηγνύει μια παγιωμένη εικονογραφία ενώ η δραματουργική σημασία των χαρακτήρων τους διαμορφώνεται μέσα από τη σύντομη διάρκεια και τη θέση τους στη μνήμη του Οδυσσέα.

Ένας κόσμος με απόντες θεούς

Οι θεοί έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, οι ποινές τους όμως δουλεύουν κανονικά αφού η τύφλωση του Πολύφημου φέρνει την καταδίωξη, η κατανάλωση των βοδιών του Ήλιου την καταστροφή των πλοίων και οι καταιγίδες μια βούληση που η ταινία αφήνει χωρίς πρόσωπο.[4][7] Ο Οδυσσέας λογοδοτεί έτσι σε μια θεϊκή διοίκηση που εκδίδει αποφάσεις χωρίς να εμφανίζει τους φορείς τους, μια μεταφυσική γραφειοκρατία από την οποία φτάνουν μόνο οι κυρώσεις.

Ο Brody συνδέει αυτή την υποχώρηση με τη μεταβολή της αιτιότητας που οργανώνει τον ομηρικό κόσμο στον οποίο η ανθρώπινη πράξη αναπτύσσεται μέσα σε συγκρούσεις ανάμεσα σε θεότητες με διαφορετικές επιθυμίες και μεροληψίες.[7] Η Αθηνά προστατεύει τον Οδυσσέα και οργανώνει την εκδίκηση, ο Ποσειδώνας επιμένει στην τιμωρία, ενώ ο Δίας ρυθμίζει προσωρινά μια τάξη της οποίας οι κανόνες εφαρμόζονται μέσα από τις προσωπικές σχέσεις των αθανάτων με τους θνητούς. Η ευθύνη του ανθρώπου συνυπάρχει με δυνάμεις οι οποίες δρουν πέρα από την ψυχική του κατάσταση και του αποδίδουν μια θέση μέσα σε σύγκρουση μεγαλύτερη από τη βιογραφία του.

Στον Νόλαν, μεγάλο μέρος της δραματουργικής σύγκρουσης μεταφέρεται στο εσωτερικό του Οδυσσέα καθώς τα τέρατα συνδέονται με τον πόλεμο και οι λωτοί με την αναισθητοποίηση της μνήμης ενώ η Αθηνά αποκτά τη μορφή μιας συνείδησης που προσπαθεί να αποκαταστήσει τη σχέση της με το παρελθόν. Οι Bodiou και Mehl τοποθετούν τη μεταφορά αυτή μέσα στην ιστορία των αναπαραστάσεων του πολεμικού τραύματος υπενθυμίζοντας ότι οι αρχαίες πηγές γνωρίζουν την ψυχική συντριβή των ηρώων ενώ ο Νόλαν χρησιμοποιεί μια κατηγορία που απέκτησε ιδιαίτερη ισχύ στην αμερικανική κουλτούρα μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ.[9]

Από αυτή τη σκοπιά, ο Οδυσσέας παρουσιάζεται ως φορέας ενός παρελθόντος που εξακολουθεί να δρα όσο παραμένει έξω από τη συνειδητή μνήμη, μια ιστορικά συγκεκριμένη αντίληψη η οποία ταιριάζει στον κινηματογράφο του Νόλαν και φωτίζει τη δυσκολία της επιστροφής. Ο Brody υπερεκτιμά τη δυνατότητα προσέγγισης της αρχαιότητας «με τους δικούς της όρους» σαν ο σύγχρονος κινηματογράφος να μπορούσε να αφήσει έξω από το πλατό τις έννοιες μέσω των οποίων αντιλαμβάνεται το παρελθόν· η ένστασή του αποκτά μεγαλύτερη ακρίβεια όταν αφορά τον χώρο που παραχωρεί η ταινία σε εμπειρίες δύσκολα μεταφράσιμες σε ατομική ψυχολογία.

Η ψυχολογικοποίηση φωτίζει τον νόστο ως επιστροφή ενός βετεράνου και περιορίζει τη δραματική παρουσία δυνάμεων που δρουν έξω από τη συνείδησή του. Οι θεϊκές συνέπειες εξακολουθούν να λειτουργούν στο βάθος ενώ η ουσιαστική σύγκρουση έχει ήδη περάσει στη μνήμη του ανθρώπου που τις υφίσταται δημιουργώντας μια συνύπαρξη δύο μορφών αιτιότητας η οποία παραμένει ενεργή έως το τέλος της περιπλάνησης.

Η ύλη της αρχαιότητας

Η αρχαιότητα του Νόλαν λερώνει τα σώματα και βαραίνει την αναπνοή ενώ τα ανάκτορα παραμένουν αρκετά επισφαλή ώστε η κοινωνική τάξη να μοιάζει πρόσφατη σχεδόν πρόχειρα στερεωμένη πάνω στη λάσπη. Ο Mandelbaum περιγράφει αυτή την αισθητική ως «πρωτογονιστικό μεγαλείο» εντοπίζοντας στους σκοτεινούς χώρους και στις βαριές θάλασσες την προσπάθεια να απομακρυνθεί η αρχαιότητα από τη νεοκλασική ευρωπαϊκή εικονογραφία των λευκών μαρμάρων.[11]

Στον Πολύφημο και στον κόσμο των νεκρών, η υλικότητα προσφέρει στον μύθο σωματική απειλή καθώς η γεωμετρία του σπηλαίου μειώνει τα ανθρώπινα σώματα πριν εμφανιστεί ο Κύκλωπας ενώ η μεταμόρφωση σε χοίρους αποκτά τη διάρκεια μιας βίας που αναδιαμορφώνει το πρόσωπο.[3][11] Ο Mandelbaum θεωρεί ότι οι ηθοποιοί αποκτούν μικρότερη παρουσία από τον κόσμο που τους περιβάλλει και ότι ορισμένοι χαρακτήρες παραμένουν διάσημα πρόσωπα μέσα σε μια σκηνοθεσία η οποία έχει επενδύσει περισσότερη φαντασία στην κατασκευή των χώρων από όση στον τρόπο με τον οποίο θα κατοικηθούν.[11] Η απόσταση ανάμεσα στο σώμα του ηθοποιού και στο μέγεθος του σκηνικού γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στις σύντομες εμφανίσεις προσώπων που κουβαλούν ολόκληρο το συμβολικό βάρος του πολέμου.

Ο Mendelsohn επισημαίνει τη γενικευμένη σέπια και την οικεία πλέον αισθητική της «σκοτεινής αρχαιότητας» η οποία συνδέει την ταινία με συμβάσεις της σύγχρονης επικής παραγωγής.[3] Όταν όλοι οι τόποι βυθίζονται στην ίδια σέπια, η ιστορία του καθενός αρχίζει να μοιάζει με υποκατάστημα της αισθητικής του σκηνοθέτη καθώς η υλική συγγένεια των χώρων προηγείται των κοινωνικών διαφορών που υποτίθεται ότι φιλοξενούν.

Οι Φαίακες προσφέρουν στο έπος έναν πολιτισμό όπου η φιλοξενία συνδέεται με τη μουσική και η αφήγηση του ξένου γίνεται δημόσιο γεγονός ενώ η Καλυψώ κρατά τον Οδυσσέα έξω από τον ανθρώπινο χρόνο, προσφέροντάς του μια αθανασία που θα ακύρωνε την επιστροφή. Η Ιθάκη συνδέει την οικογένεια με την περιουσία και μέσω αυτής με την πολιτική εξουσία, ώστε το ταξίδι να φέρνει τον ήρωα απέναντι σε τρόπους ζωής ικανούς να μεταβάλουν την ίδια του την επιθυμία. Η εξαφάνιση των Φαιάκων αφαιρεί μια εκτεταμένη κοινωνική εναλλακτική προς την Ιθάκη ενώ η οπτική συγγένεια των υπόλοιπων τόπων μειώνει τις αποστάσεις ανάμεσα στους κόσμους που διασχίζει.

Η εικόνα μιας κατεχόμενης γεωγραφίας

Οι σκηνές της Ωγυγίας γυρίστηκαν εν μέρει στην Ντάχλα, πόλη της Δυτικής Σαχάρας την οποία διοικεί το Μαρόκο, ενώ τα Ηνωμένα Έθνη εξακολουθούν να κατατάσσουν την περιοχή στα μη αυτοδιοικούμενα εδάφη και το δικαίωμα του σαχραουί λαού στην αυτοδιάθεση παραμένει ανεφάρμοστο· στους τίτλους της ταινίας η τοποθεσία προσδιορίζεται ως Μαρόκο υιοθετώντας την ονομασία του κράτους που ασκεί τον έλεγχο.[13]

Ο σαχραουί καλλιτέχνης Mohamed Sleiman Labat εντάσσει τα γυρίσματα σε μια ευρύτερη πρακτική διεθνών παραγωγών που χρησιμοποιούν το τοπίο και τις υποδομές της περιοχής ενώ οι κάτοικοί της αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην πολιτική έκφραση και στην παραγωγή των δικών τους εικόνων.[14] Ο Labat μεταφέρει τη συζήτηση εκεί όπου η αισθητική συνήθως δυσανασχετεί να πάει, στις σχέσεις παραγωγής όπου η Ντάχλα προσφέρεται ως τόπος μιας ξένης αφήγησης αφού η σύγχρονη πολιτική της ιστορία αποσυνδεθεί από το τοπίο ακόμη και όταν το συνεργείο ακολουθεί απολύτως τις διαδικασίες της διοίκησης που ελέγχει την περιοχή.

Η συνθήκη παραγωγής αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μια ταινία που ασχολείται με κατεστραμμένες πόλεις και με το δικαίωμα της επιστροφής χρησιμοποιώντας για την Ωγυγία έναν τόπο όπου η κυριαρχία παραμένει αντικείμενο ενεργής πολιτικής σύγκρουσης. Η αναφορά «Μαρόκο» υιοθετεί μία από τις αντιμαχόμενες ονομασίες του εδάφους και τοποθετεί τους τίτλους της παραγωγής μέσα στη συγκεκριμένη διαμάχη, πράγμα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ταινία απέκτησε μέρος της οπτικής της ύλης και τη γεωγραφική ταυτότητα που αποδίδει σε αυτήν.

Η σύγκριση με την παρέμβαση του Θεολόγου αφορά τα κριτήρια που είχε ο ίδιος επιλέξει καθώς αντιμετώπισε την καταγωγή της Nyong’o ως αλλοίωση της ιστορικής ταυτότητας ενός μυθικού προσώπου ενώ η απόδοση μιας κατοικημένης και αμφισβητούμενης περιοχής στο κράτος που τη διοικεί έμεινε έξω από τον ορίζοντα του δημοσιευμένου επιχειρήματός του. Στη συγκεκριμένη παρέμβαση, επομένως, η φανταστική φυλετική συνέχεια της Ελένης αποκτά μεγαλύτερο βάρος από την πολιτική ονομασία ενός υπαρκτού τόπου.

Οι κριτικές ως μέρος της διαμάχης

Η λέξη «ομηρικός» λειτουργεί σε αυτές τις κριτικές σαν τελωνειακή σφραγίδα αφού όλοι τη χρησιμοποιούν για να εγκρίνουν ή να απορρίψουν το φορτίο ενώ τα κριτήρια του ελέγχου αλλάζουν από κριτικό σε κριτικό. Ο Mendelsohn συνδέει με ακρίβεια τον αμνησιακό Οδυσσέα με τους ενοχικούς άνδρες της προηγούμενης φιλμογραφίας του Νόλαν και αναλύει τη χρονική ύφανση, τους Φαίακες και τη γλωσσική πανουργία, ύστερα όμως αναρωτιέται αν το αποτέλεσμα είναι «ουσιωδώς ομηρικό» εισάγοντας μια έννοια ουσίας πιο ακαθόριστη από τα συγκεκριμένα γνωρίσματα στα οποία είχε στηρίξει την κριτική του.[3] Ο Bièvre-Perrin κινείται προς την αντίθετη αξιολόγηση και παρουσιάζει την ταινία ως μία από τις πιστότερες διασκευές επειδή αναγνωρίζει στον τραυματισμένο ήρωα και στους νεκρούς του πολέμου μια σύγχρονη συνέχεια του ομηρικού υλικού· η ανάλυσή του περιγράφει πειστικά τον τρόπο με τον οποίο η ταινία συνδέει το έπος με το παρόν ενώ ο τίτλος της «πιστότητας» προσθέτει σε αυτή τη σύνδεση μια επικύρωση που δεν είναι απαραίτητη.[10]

Στο ίδιο ζήτημα παρεμβαίνει ο Brody από διαφορετική κατεύθυνση ζητώντας μεγαλύτερο χώρο για τους θεούς και για τις κατηγορίες με τις οποίες ο αρχαίος κόσμος κατανοούσε την πράξη μολονότι η απαίτηση να προσεγγιστεί η αρχαιότητα «με τους δικούς της όρους» αποδίδει στη σύγχρονη αναπαράσταση μια ιστορική αμεσότητα που δεν διαθέτει.[7] Η παρατήρησή του παραμένει χρήσιμη εκεί όπου εντοπίζει συγκεκριμένα τη μεταφορά της κοσμολογίας στην ψυχολογία, η απουσία των θεϊκών προσώπων μεταβάλλει πράγματι το είδος της αιτιότητας ανεξάρτητα από το αν μια πληρέστερη παρουσία τους θα μας έφερνε σε κάποια αυθεντική αρχαϊκή συνείδηση. Οι τρεις κριτικές καταλήγουν έτσι σε διαφορετικές ετυμηγορίες για την «ομηρικότητα» ενώ τα αναλυτικά τους επιχειρήματα γίνονται σαφέστερα ακριβώς στα σημεία όπου εγκαταλείπουν τον γενικό χαρακτηρισμό και εξετάζουν τι συνέβη στη γλώσσα, στους θεούς ή στη μορφή του τραύματος.

Στις γυναίκες η διαφωνία γίνεται χρησιμότερη επειδή η λέξη «ισχυρή» μπορεί να σημαίνει ότι ένας χαρακτήρας επιθυμεί και οργανώνει τη δράση ή ότι κατέχει μια ορατή θέση μέσα στον χώρο. Η Wilson στρέφεται προς τον χρόνο ομιλίας, την επιθυμία και τη δυνατότητα ενός χαρακτήρα να δημιουργήσει σκοπούς που δεν εξαρτώνται από την πορεία του Οδυσσέα, γι’ αυτό και η μετατροπή της Καλυψούς σε πρόσωπο θεραπευτικής φροντίδας ή η περιορισμένη αυτονομία της Αθηνάς αποκτούν κεντρική θέση στην κριτική της.[4] Οι Bodiou και Mehl παρακολουθούν περισσότερο τη θέση των σωμάτων μέσα στο κάδρο, την προσωρινή εξουσία της Πηνελόπης και τη μεταβολή των μορφών ανδρισμού οπότε αναγνωρίζουν πολιτική δράση ακόμη και εκεί όπου ο λόγος ή η επιθυμία παραμένουν περιορισμένοι.[9]

Οι δύο προσεγγίσεις τέμνονται στην Πηνελόπη η οποία επιβλέπει τον οίκο και οργανώνει τον χρόνο της αναβολής ενώ η τελική αναγνώριση της αφαιρεί τη δοκιμασία μέσω της οποίας θα έθετε η ίδια τους όρους της βεβαιότητας· αποκλίνουν περισσότερο στην Καλυψώ και στην Αθηνά όπου η συμβολική ή συναισθηματική ισχύς συνδέεται στενότερα με την αποκατάσταση του πρωταγωνιστή. Η σύγκρουση ανάμεσα στις κριτικές δεν απαιτεί μια συνολική απόφαση για το αν οι γυναίκες είναι «ισχυρές» καθώς η σκηνική παρουσία μπορεί να συνυπάρχει με περιορισμένη αυτοτελή επιθυμία όπως η πολιτική επιρροή μπορεί να ασκείται μέσα σε θεσμούς που ο χαρακτήρας δεν ελέγχει πλήρως.

Οι γενικοί χαρακτηρισμοί της Wilson για το συνολικό κινηματογραφικό βάθος της ταινίας στηρίζονται λιγότερο αναλυτικά από τις επιμέρους παρατηρήσεις της επειδή η ακριβής σύγκριση χαρακτήρων και επεισοδίων δεν αρκεί από μόνη της για την αξιολόγηση του μοντάζ ή της υποκριτικής· αντίστοιχα η προσεκτική χωρική ανάλυση των Bodiou και Mehl αποδίδει καλύτερα την Πηνελόπη από την Καλυψώ της οποίας η προσωπική ιστορία παραμένει κυρίως υπαινικτική. Η σκηνή γίνεται εδώ ο δύστροπος πελάτης της θεωρίας, κρατά όσα της αναλογούν και επιστρέφει την υπόλοιπη ετυμηγορία.

Η προκαταβολική καταγγελία του casting συγκροτήθηκε σε διαφορετικές συνθήκες επειδή προηγήθηκε των σκηνών, των διαλόγων και της τελικής σχέσης ανάμεσα στους χαρακτήρες που υποτίθεται ότι αξιολογούσε. Οι υπερβολές των μεταγενέστερων κριτικών παραμένουν δεμένες με συγκεκριμένες επιλογές της ταινίας και μπορούν να αναθεωρηθούν μέσα από αυτές ενώ η προηγούμενη αντι-woke παρέμβαση είχε ολοκληρώσει το συμπέρασμά της προτού αποκτήσει αντίστοιχο υλικό.

Επιστροφή

Ο Νόλαν οργανώνει τον νόστο ως αποκατάσταση μνήμης έτσι ώστε κάθε επεισόδιο να επιστρέφει στον Οδυσσέα ένα κομμάτι της βιογραφίας του και, μαζί του, τον άνθρωπο που πρέπει να γίνει για να φτάσει στην Ιθάκη· όσο όμως η επιστροφή αποκτά αυτή την ψυχική συνοχή τόσο στενεύει ο χώρος όπου οι άλλοι θα μπορούσαν να του αντισταθούν ως φορείς δικής τους αλήθειας.

Το προηγούμενο άρθρο απέρριπτε την ιδέα ενός Ομήρου που θα παρέμενε ιστορικά καθαρός όσο τα πρόσωπά του διατηρούσαν τα χαρακτηριστικά τα οποία τους απέδωσε η νεότερη ευρωπαϊκή εικονογραφία· η τωρινή κριτική εξετάζει τον συγκεκριμένο κόσμο που δημιουργήθηκε όταν αυτή η υποτιθέμενη καθαρότητα εγκαταλείφθηκε. Στην τελευταία αναγνώριση το αγαλματίδιο της Αθηνάς επιβεβαιώνει ποιος είναι ο άνδρας· το κρεβάτι που θα ανάγκαζε εκείνον να αναγνωρίσει ποια είναι η γυναίκα έχει μείνει εκτός ταινίας.

———————————————–

ΑΝΑΦΟΡΕΣ 

[1] Αντώνης Χ., «Ο Όμηρος ως άλλοθι της αντιδραστικής σταυροφορίας», Αυτολεξεί, 22 Ιουλίου 2026.

[2] Mary Beard, «Mary Beard on The Odyssey: It’s great, but where are Homer’s jokes?», The Times, 18 Ιουλίου 2026.

[3] Daniel Mendelsohn, «Artful Weaving», The New York Review of Books, 17 Ιουλίου 2026.

[4] Emily Wilson, «An Uncomplicated Man», London Review of Books, τόμ. 48, αρ. 14, 2026.

[5] Emily Hauser, «A classicist’s verdict on Nolan’s Odyssey: a soulful hero flatters our times as women and nuance pushed overboard», The Guardian, 15 Ιουλίου 2026.

[6] Rachel H. Lesser, «Nolan’s “Odyssey” is Big on Suffering and the Grotesque, Short on Cunning and Women», Society for Classical Studies, Ιούλιος 2026.

[7] Richard Brody, «Christopher Nolan’s “The Odyssey” Leaves the Gods in the Outtakes», The New Yorker, 15 Ιουλίου 2026.

[8] Paul A. Thompson, «The Odyssey Review: The Origin of a Never-Ending Story», Pitchfork, 21 Ιουλίου 2026.

[9] Lydie Bodiou και Véronique Mehl, «La façon dont sont traités les personnages féminins dans “L’Odyssée”…», συνέντευξη στη Marion Dupont, Le Monde, 25 Ιουλίου 2026.

[10] Fabien Bièvre-Perrin, «“L’Odyssée” de Christopher Nolan est probablement l’une des adaptations cinématographiques les plus fidèles aux textes homériques», Le Monde, 26 Ιουλίου 2026.

[11] Jacques Mandelbaum, «“L’Odyssée”: Christopher Nolan peine à se mesurer à Homère», Le Monde, 15 Ιουλίου 2026.

[12] Chris Tryhorn, «Sex, beds and grisly executions: what Christopher Nolan’s The Odyssey changed, invented—and left out», The Guardian, 20 Ιουλίου 2026.

[13] Alexandre Aublanc, «Tourné en partie au Sahara occidental, “L’Odyssée”, de Christopher Nolan, est la cible d’appels au boycott», Le Monde Afrique, 20 Ιουλίου 2026.

[14] Mohamed Sleiman Labat, «Christopher Nolan’s Odyssey used occupied land as a film set. That feels like a betrayal», The Guardian, 16 Ιουλίου 2026.

The post Οδύσσεια: Ο νόστος του ενόχου first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/07/30/o-nostos-enochoy/feed/ 0 23459
Ο Όμηρος ως άλλοθι της αντιδραστικής σταυροφορίας https://www.aftoleksi.gr/2026/07/22/o-omiros-os-allothi-tis-antidrastikis-stayroforias/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=o-omiros-os-allothi-tis-antidrastikis-stayroforias https://www.aftoleksi.gr/2026/07/22/o-omiros-os-allothi-tis-antidrastikis-stayroforias/#respond Wed, 22 Jul 2026 10:30:35 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=23410 Κείμενο: Αντώνης Χ. Ο Κώστας Θεολόγου, στο άρθρο του «Ο Όμηρος στην εποχή του woke» (Τα Νέα, 17/7/2026), χρησιμοποιεί τον Όμηρο για μια συζήτηση που έχει ελάχιστη σχέση με τον Όμηρο. Το θέμα του είναι ξανά το «woke», ένας όρος στον οποίο εδώ και καιρό στοιβάζει τον φεμινισμό, τον αντιρατσισμό, τις νέες θεωρίες για το [...]

The post Ο Όμηρος ως άλλοθι της αντιδραστικής σταυροφορίας first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Αντώνης Χ.

Ο Κώστας Θεολόγου, στο άρθρο του «Ο Όμηρος στην εποχή του woke» (Τα Νέα, 17/7/2026), χρησιμοποιεί τον Όμηρο για μια συζήτηση που έχει ελάχιστη σχέση με τον Όμηρο. Το θέμα του είναι ξανά το «woke», ένας όρος στον οποίο εδώ και καιρό στοιβάζει τον φεμινισμό, τον αντιρατσισμό, τις νέες θεωρίες για το φύλο, τη μεταβολή της γλώσσας, τις καλλιτεχνικές επιλογές που τον ενοχλούν και γενικότερα σχεδόν κάθε αμφισβήτηση μιας κληρονομημένης κανονικότητας. Στο καινούργιο άρθρο, αυτή η πολιτισμική εμμονή ντύνεται με ομηρικούς στίχους και ερμηνευτική ορολογία.

Το τέχνασμα είναι γνώριμο. Διαλέγεις έναν αντίπαλο αρκετά μεγάλο ώστε να χωρά τα πάντα. Έπειτα κάθε περιστατικό επιβεβαιώνει την ύπαρξή του. Μια αλλαγή στη μετάφραση, μια διαφορετική επιλογή ηθοποιού, μια φεμινιστική μελέτη, μια δημόσια συζήτηση για την αναπαράσταση, όλα απορροφώνται από την ίδια αφήγηση περί «woke ατζέντας». Δεν χρειάζεται να εξεταστεί καμία συγκεκριμένη θέση. Η ετικέτα έχει ήδη αποφανθεί.

Το άρθρο αρχίζει από μια κοινοτοπία, την οποία παρουσιάζει σαν τολμηρή επιστημολογική προειδοποίηση. Οι ομηρικοί ήρωες δεν σκέφτονται όπως οι άνθρωποι του 21ου αιώνα. Ο Αχιλλέας δεν διαθέτει τη γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η Ανδρομάχη δεν αυτοπροσδιορίζεται με όρους σύγχρονου φεμινισμού. Αυτό είναι αυτονόητο για κάθε σοβαρό αναγνώστη. Ούτε οι νεότερες κριτικές προσεγγίσεις χρειάζονται να το αρνηθούν.

Από εκεί και πέρα ο συλλογισμός εκτρέπεται. Επειδή οι αρχαίοι δεν διέθεταν τις δικές μας έννοιες υποτίθεται ότι οι έννοιες αυτές δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανάλυση του κόσμου τους. Με αυτή τη λογική βέβαια θα έπρεπε να μιλάμε για τη δουλεία μόνο όπως μιλούσαν οι δουλοκτήτες. Θα έπρεπε να περιγράφουμε την αρπαγή των γυναικών μόνο με τη γλώσσα των πολεμιστών που τις μοίραζαν ως λάφυρα. Η εξουσία θα παρέμενε αθέατη κάθε φορά που εκείνοι που την ασκούσαν δεν την ονόμαζαν εξουσία.

Η ιστορική κατανόηση (ευτυχώς) δεν απαιτεί τέτοια υποταγή. Προσπαθεί να ανασυστήσει τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία έβλεπε τον εαυτό της χωρίς να παραδίδει ολόκληρη την κρίση της σε αυτή την αυτοεικόνα. Οι κοινωνίες δεν έχουν το προνόμιο να είναι οι τελικοί ερμηνευτές των ίδιων τους των θεσμών. Ούτε οι νικητές έχουν το προνόμιο να εξηγούν μόνοι τους τον πόλεμο.

Στο σημείο αυτό επιστρατεύεται ο Bruno Snell και η θέση περί διαφορετικού «ανθρωπολογικού τύπου» του ομηρικού ανθρώπου. Η αναφορά ακούγεται βαρύνουσα δεν αποδεικνύει όμως το συμπέρασμα που καλείται να στηρίξει. Ακόμη κι αν δεχθούμε πλήρως ότι ο ομηρικός άνθρωπος δεν έχει τη δομή της νεότερης εσωτερικότητας και δεν αυτοκατανοείται ως το αναστοχαστικό άτομο της νεωτερικότητας, έχουμε μάθει κάτι για εκείνον. Δεν έχουμε ακόμη μάθει ποιες έννοιες επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει ο σημερινός μελετητής.

Η διαφορά είναι στοιχειώδης. Άλλο το λεξιλόγιο με το οποίο μια κοινωνία κατανοεί τον εαυτό της, άλλο οι έννοιες με τις οποίες αναλύονται εκ των υστέρων οι θεσμοί της. Η δουλεία υπήρχε πριν από τη σύγχρονη κριτική της δουλείας. Η πατριαρχική εξουσία δεν άρχισε να υπάρχει όταν αποκτήσαμε τη λέξη «πατριαρχία». Οι σχέσεις κυριαρχίας δεν περιμένουν να αποκτήσουν θεωρητικό όνομα για να γίνουν πραγματικές.

Αν η ανθρωπολογική ετερότητα μετατραπεί σε απαγόρευση κάθε μεταγενέστερης έννοιας, η ιστορική σκέψη καταντά σχολιασμός της αυτοπεριγραφής των ισχυρών. Ο ιστορικός θα αναπαράγει τον τρόπο με τον οποίο ο εκάστοτε κόσμος δικαιολογούσε τον εαυτό του και θα ονομάζει αυτή την πειθαρχία επιστημονική αμεροληψία. Έτσι όμως εξαφανίζεται ό,τι δεν μπορούσε να ειπωθεί μέσα στη γλώσσα της κυρίαρχης τάξης, η εμπειρία του δούλου, της αιχμάλωτης, του ηττημένου, του ανθρώπου που υπήρχε κοινωνικά χωρίς να έχει την ισχύ να καθορίζει το νόημα της ύπαρξής του.

Ο Θεολόγου, άλλωστε, δεν περιορίζεται στην ψύχραιμη περιγραφή ενός ξένου αξιακού κόσμου. Στο τέλος του άρθρου μιλά για «υψηλές και απαράμιλλες αξίες». Η φράση αποκαλύπτει όσα η επίκληση της ιστορικής ετερότητας προσπαθούσε προηγουμένως να κρύψει. Η τιμή, η ανδρεία και η δόξα υψώνονται σε πρότυπα και δεν παρουσιάζονται απλώς ως στοιχεία ενός παλιού κόσμου. Η κρίση του παρόντος επιστρέφει από την πίσω πόρτα, αρκεί να είναι η δική του κρίση.

Η νοσταλγία για τον ηρωικό κόσμο είναι σύγχρονη ιδεολογική επιλογή κι όχι ιστορική ακρίβεια. Κάποιος συγκινείται από το κλέος άλλος προσέχει το σώμα που σύρεται πίσω από το άρμα. Πάντως και οι δύο διαβάζουν από το παρόν. Η μία θέση δεν γίνεται ουδέτερη επειδή έχει συνηθίσει επί αιώνες να μιλά σαν να είναι η φυσική φωνή του κειμένου.

Η Ιλιάδα δε, δεν επιτρέπει τόσο εύκολη εξιδανίκευση. Η τιμή που θαυμάζει ο Θεολόγου οδηγεί τον Αχιλλέα να εγκαταλείψει τους συμπολεμιστές του και να αφήσει να πεθάνουν άνθρωποι επειδή προσβλήθηκε η θέση του στην ιεραρχία. Η οργή του ξεγυμνώνει τον κόσμο της τιμής και δεν αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο του ηρωικού μεγαλείου. Δείχνει πόσο γρήγορα η αρετή γίνεται μνησικακία και πόσο εύκολα η αριστοκρατική αξίωση διαλύει την κοινότητα.

Ακόμη και ο ίδιος ο Αχιλλέας φτάνει να αμφισβητήσει τον κώδικα που τον έκανε αυτό που είναι. Αναρωτιέται τι κερδίζει ο γενναίος αφού ο θάνατος περιμένει και τον γενναίο και τον δειλό. Δεν πρόκειται για σύγχρονη εισαγωγή στο ποίημα. Είναι η φωνή του ήρωα τη στιγμή που η οικονομία του κλέους παύει να του αρκεί.

Η συνάντησή του με τον Πρίαμο δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την ειδυλλιακή εικόνα ενός κόσμου «υψηλών αξιών». Ο Αχιλλέας δεν αναγνωρίζει απέναντί του κάποιον φορέα αφηρημένης ηρωικής αρετής αλλά βλέπει τον πατέρα του ανθρώπου που σκότωσε και κακοποίησε. Ο Πρίαμος φιλά τα χέρια του φονιά του γιου του. Η σκηνή κάθε άλλο παρά εξαγνίζει τον πόλεμο. Αφήνει για λίγο τη θνητότητα να διαπεράσει τις πανοπλίες της τιμής και της εκδίκησης. Όποιος βλέπει εδώ μόνο το μεγαλείο του ηρωικού κώδικα έχει ήδη αφαιρέσει από το ποίημα το πιο οδυνηρό του ρήγμα.

Η Ανδρομάχη βλέπει τον ίδιο κόσμο από άλλη θέση. Γνωρίζει ότι η δόξα του Έκτορα θα αφήσει πίσω μια χήρα, ένα ορφανό παιδί και μια αιχμάλωτη. Δεν είναι περιφερειακή φιγούρα που προστέθηκε για να εξισορροπήσει τη βαρύτητα των ανδρών. Η παρουσία της αλλάζει το νόημα της ανδρείας. Ο Έκτορας βαδίζει προς τη δόξα ενώ εκείνη βλέπει ήδη τις συνέπειες. Το ποίημα κρατά και τις δύο φωνές. Ο αναγνώστης που ακούει μόνο τη μία δεν είναι πιστότερος στον Όμηρο. Είναι απλώς πιο μονοσήμαντα επιλεκτικός.

Στην Οδύσσεια, η επιστροφή του νόμιμου κυρίου ολοκληρώνεται με αίμα. Οι μνηστήρες σφαγιάζονται και οι υπηρέτριες απαγχονίζονται. Μπορεί κανείς να δει εκεί την αποκατάσταση της τάξης. Μπορεί επίσης να αναρωτηθεί τι είδους τάξη χρειάζεται αυτή τη βία για να αποκατασταθεί. Το δεύτερο ερώτημα δεν είναι λιγότερο ομηρικό επειδή διατυπώνεται σήμερα. Η σκηνή βρίσκεται στο κείμενο και η δυσφορία απέναντί της δεν την πρόσθεσε κανένα «woke κίνημα».

Ο Θεολόγου μιλά ακόμη για την «ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα» των ομηρικών ηρώων, σαν ο Οδυσσέας να ήταν ιστορικό πρόσωπο με εξακριβωμένη βιογραφία, φυλετικό μητρώο και πιστοποιημένη ανθρωπολογική ταυτότητα. Ο Οδυσσέας είναι ποιητική μορφή. Η ταυτότητά του συγκροτείται μέσα στο έπος, στις αντιφάσεις του, στις παραλλαγές του μύθου και σε μια μακρά ιστορία θεατρικών και λογοτεχνικών μετασχηματισμών.

Αυτό προφανώς και δεν δίνει ασυλία σε κάθε διασκευή. Μια ταινία μπορεί να απονευρώσει τον Οδυσσέα, να εξαφανίσει την αμφισημία του ή να τον μετατρέψει σε επίπεδη φιγούρα. Η κριτική, όμως, θα αφορά το έργο που προέκυψε. Η «ιστορική ταυτότητα» ενός μυθικού χαρακτήρα δεν παραχαράσσεται (!) όπως μια βιογραφία ή ένα αρχειακό τεκμήριο. Η διατύπωση δίνει την εντύπωση επιστημονικής ακρίβειας εκεί όπου το ίδιο το αντικείμενο είναι ποιητικό, κινητό και ήδη πολλαπλό.

Μια σύγχρονη ταινία μπορεί ασφαλώς να αποτύχει. Μπορεί να εξημερώσει τον Όμηρο, να μετατρέψει τους χαρακτήρες του σε οχήματα μιας εύκολης ηθικολογίας ή να χρησιμοποιήσει τη διαφορετικότητα σαν διαφημιστικό τέχνασμα. Αυτά κρίνονται όταν δούμε την ταινία. Ο Θεολόγου, όμως, γράφει για μια κινηματογραφική μεταφορά που μόλις έχει κυκλοφορήσει και προεξοφλεί την «επιστημολογική στρέβλωση» από τη συζήτηση γύρω από το casting. Η επιστημολογική αυστηρότητα αρχίζει κάπως παράξενα, με απόφαση πριν από το αντικείμενο.

Το casting δεν (καλείται να) είναι ιστορική πραγματεία. Ο ηθοποιός δεν προσκομίζεται ως ανθρωπολογικό τεκμήριο της μυκηναϊκής κοινωνίας. Μια ταινία χρησιμοποιεί σύγχρονα σώματα, φωνές και τεχνολογία. Μιλά σε σημερινούς θεατές. Η απαίτηση φυλετικής «πιστότητας» επιβάλλεται επιλεκτικά ενώ κανείς δεν περιμένει από τους ηθοποιούς να μιλήσουν ομηρική διάλεκτο ή από τη μουσική να αναπαράγει με βεβαιότητα μια χαμένη ηχητική πραγματικότητα.

Το άρθρο βάζει στο ίδιο κατηγορητήριο και τη μετάφραση. Μα κάθε μετάφραση είναι ήδη ένας εκσυγχρονισμός ακόμη κι όταν επιδιώκει να διατηρήσει την απόσταση του πρωτοτύπου. Ο Όμηρος μεταφέρεται σε μια γλώσσα που μιλιέται τώρα. Ο μεταφραστής αποφασίζει ποιος ρυθμός μπορεί να επιβιώσει, πόση αρχαιότητα αντέχει η σύγχρονη σύνταξη, ποια σημασία θα προτιμηθεί όταν η λέξη δεν έχει ακριβές ισοδύναμο. Κάτι σώζεται και κάτι χάνεται.

Αυτή είναι η εργασία της μετάφρασης όχι μια εκτροπή της. Μια μετάφραση μπορεί να γίνει φλύαρη, επιφανειακή ή ιδεολογικά φορτωμένη. Θα πρέπει τότε να εξεταστούν οι λέξεις που διάλεξε και οι σημασίες που απέκλεισε. Η γενική καταγγελία του «γλωσσικού εκσυγχρονισμού» δεν προσφέρει κανένα κριτήριο επειδή χωρίς κάποια μορφή γλωσσικού εκσυγχρονισμού δεν θα είχαμε μετάφραση αλλά απομίμηση μιας νεκρής γλωσσικής επιφάνειας.

Ακόμη πιο παράξενη είναι η καχυποψία απέναντι στην εκπαίδευση. Η διδασκαλία του Ομήρου δεν μπορεί να είναι αναπαράσταση του τρόπου με τον οποίο τον άκουγε ένας αρχαϊκός ακροατής. Ο μαθητής του σήμερα χρειάζεται ιστορικές γνώσεις για να αντιληφθεί τον κόσμο του έπους. Χρειάζεται επίσης να καταλάβει τι κάνει αυτός ο κόσμος ορατό από τη θέση στην οποία βρίσκεται τώρα.

Η εκπαίδευση που απαγορεύει τα ερωτήματα του παρόντος προστατεύει την αυθεντία του δασκάλου και της καθιερωμένης ερμηνείας, κι όχι το έργο. Μαθητές που αποστηθίζουν ότι η ανδρεία, η τιμή και το κλέος ήταν αξίες του ομηρικού κόσμου έχουν αποκτήσει μια πληροφορία. Εκπαίδευση αρχίζει όταν μπορούν να ρωτήσουν ποιον υπηρετούσαν αυτές οι αξίες, ποιες συγκρούσεις προκαλούσαν και πώς φαίνονταν σε όσους πλήρωναν το κόστος τους.

Η ίδια επιλεκτικότητα φαίνεται στη χρήση του όρου «παροντισμός». Ο παροντισμός γίνεται κατηγορία μόνο όταν το παρόν θέτει ερωτήματα για την κυριαρχία, το φύλο ή τον αποκλεισμό. Όταν το παρόν θαυμάζει την ανδρεία και τη δόξα βαφτίζεται σεβασμός προς την ιστορική ετερότητα. Έτσι η μέθοδος μετατρέπεται σε μηχανισμό προστασίας μιας προτιμώμενης ανάγνωσης.

Η επίκληση του David Hackett Fischer και του François Hartog προσθέτει “κύρος” χωρίς να προσθέτει απόδειξη. Το ότι ο παροντισμός υπάρχει ως μεθοδολογικός κίνδυνος δεν καθιστά παροντιστική κάθε ερώτηση που γεννήθηκε μετά τον Όμηρο. Για να διαγνωστεί μια πλάνη χρειάζεται ένας συγκεκριμένος ισχυρισμός. Πρέπει να δούμε ποια σημερινή έννοια αποδόθηκε στους αρχαίους, πού εντοπίζεται η ιστορική παραμόρφωση και με ποια τεκμήρια διορθώνεται.

Τίποτε τέτοιο δεν προσφέρεται. Η ονομασία της πλάνης λειτουργεί σαν έτοιμη καταδίκη. Οι παραπομπές υποκαθιστούν την εφαρμογή τους. Μα ένας φιλόσοφος ή ένας ιστορικός που έχει περιγράψει ένα μεθοδολογικό σφάλμα δεν έχει γι’ αυτό αποδείξει ότι υπέπεσε στο σφάλμα κάθε ανάγνωση που δυσαρεστεί τον αρθρογράφο.

Η περίπτωση του Gadamer είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Ο Θεολόγου αναγνωρίζει ότι κάθε κατανόηση πραγματοποιείται μέσα στον ορίζοντα του παρόντος και επικαλείται τον «συγκερασμό των οριζόντων». Σχεδόν αμέσως, όμως, μιλά σαν να μπορούσε να αποκατασταθεί μια καθαρή ιστορική ταυτότητα του κειμένου την οποία ο σημερινός αναγνώστης οφείλει απλώς να σεβαστεί.

Ο συγκερασμός των οριζόντων δεν περιγράφει την υποχώρηση του παρόντος μπροστά σε ένα ανέγγιχτο παρελθόν. Η συνάντηση μεταβάλλει τον ορίζοντα του αναγνώστη επειδή το έργο αντιστέκεται στις προκαταλήψεις του. Συγχρόνως, το έργο δεν εμφανίζεται ποτέ έξω από την ιστορία των μεταφράσεων, των σχολιασμών και των χρήσεών του. Δεν υπάρχει ουδέτερο σημείο από το οποίο ο Όμηρος θα μιλήσει μόνος του απαλλαγμένος από τους αιώνες που μεσολάβησαν.

Η αυθαίρετη προβολή του παρόντος πάνω στο ποίημα μπορεί πράγματι να ασκήσει ερμηνευτική βία. Το ίδιο μπορεί να κάνει η φαντασίωση ότι η σημερινή καθιερωμένη ανάγνωση είναι απλώς το παρελθόν που μιλά. Ο Θεολόγου κρατά από την ερμηνευτική ό,τι χρειάζεται για να ελέγξει τους άλλους αναγνώστες και αφήνει στην άκρη ό,τι αποσταθεροποιεί τη δική του αξίωση ουδετερότητας.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται, όπως συνήθως σε αυτή τη ρητορική, ο ολοκληρωτισμός. Η λέξη έχει καταντήσει ένα δραματικό σκηνικό που στήνεται πίσω από κάθε κοινωνική αλλαγή. Η κριτική γίνεται λογοκρισία. Η αμφισβήτηση παλιών προτύπων γίνεται απαγόρευση. Η απώλεια της αποκλειστικής εξουσίας να ορίζεις το κανονικό παρουσιάζεται σαν στέρηση της ελευθερίας. Ολοκληρωτισμός, όμως, δεν είναι η δυσάρεστη εμπειρία του αντιλόγου. Δεν είναι το γεγονός ότι άνθρωποι που παρέμεναν στο περιθώριο απέκτησαν δημόσια φωνή και άρχισαν να ενοχλούν τις καθιερωμένες βεβαιότητες. Η χρήση μιας τόσο βαριάς ιστορικής έννοιας για να περιγραφούν διαφωνίες γύρω από μεταφράσεις, αντωνυμίες ή κινηματογραφικούς ρόλους δείχνει έλλειψη μέτρου παρά φιλοσοφικό βάθος.

Το άρθρο κλείνει με την ανησυχία μήπως μια σύγχρονη διασκευή παρουσιάσει τις επιλογές της ως αποκατάσταση της αυθεντικής σημασίας του έργου. Η αρχή, διατυπωμένη έτσι, είναι σωστή. Όποιος ισχυρίζεται ότι η δική του διασκευή ανασυστήνει την αρχική σημασία του Ομήρου οφείλει να το αποδείξει.

Μόνο που ο Θεολόγου δεν κατονομάζει κανέναν που να έχει διατυπώσει τέτοια αξίωση. Δεν παραθέτει μια δήλωση του σκηνοθέτη, του σεναριογράφου ή κάποιου μεταφραστή. Δεν παρουσιάζει μια ερμηνεία που αυτοανακηρύσσεται αυθεντική και δεν εντοπίζει το ιστορικό της σφάλμα. Λύνει με αυστηρό ύφος ένα πρόβλημα που το ίδιο το άρθρο δεν απέδειξε ότι υπάρχει.

Ποια διασκευή ισχυρίστηκε ότι αποκαθιστά την αυθεντική σημασία; Ποια συγκεκριμένη θέση εξετάζεται; Πού βρίσκεται η υποτιθέμενη επιστημολογική στρέβλωση; Ο αναγνώστης δεν μαθαίνει. Του προσφέρεται ένας φόβος, όχι ένα τεκμήριο.

Αυτό μένει από το άρθρο, μια προκατασκευασμένη αφήγηση περί πολιτισμικής παρακμής στην οποία ο Όμηρος επιστρατεύεται για να δώσει κύρος. Τα ονόματα των φιλοσόφων, οι αναφορές στην ερμηνευτική και ο τίτλος του πανεπιστημιακού δεν καταφέρνουν να καλύψουν το κενό. Η κοινοτοπία ότι οι αρχαίοι δεν ήταν σύγχρονοι άνθρωποι φουσκώνει ώσπου να μοιάσει με αποκάλυψη. Κατόπιν χρησιμοποιείται για να θωρακίσει μια απολύτως σύγχρονη νοσταλγία.

Ο Όμηρος έχει αντέξει αυτοκρατορίες, εθνικισμούς, σχολικά εγχειρίδια και αιώνες ιδεολογικής ιδιοποίησης. Θα αντέξει και μια διαφορετική επιλογή ηθοποιού. Εκείνο που φαίνεται πολύ πιο εύθραυστο είναι η βεβαιότητα ορισμένων ότι το κείμενο τους ανήκει και ότι κάθε άλλη φωνή αποτελεί εισβολή.

The post Ο Όμηρος ως άλλοθι της αντιδραστικής σταυροφορίας first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/07/22/o-omiros-os-allothi-tis-antidrastikis-stayroforias/feed/ 0 23410
Χρυσή Αυγή και η ποινική καταστολή: Στρατηγική διάσταση για το κίνημα https://www.aftoleksi.gr/2026/03/05/chrysi-aygi-poiniki-katastoli-stratigiki-diastasi-to-kinima/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=chrysi-aygi-poiniki-katastoli-stratigiki-diastasi-to-kinima https://www.aftoleksi.gr/2026/03/05/chrysi-aygi-poiniki-katastoli-stratigiki-diastasi-to-kinima/#respond Thu, 05 Mar 2026 08:55:56 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=22301 Κείμενο: Αντώνης Χ. Η συζήτηση γύρω από το εφετείο της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής ξεπερνά την απλή ηθική καταδίκη μιας εγκληματικής και φασιστικής οργάνωσης. Η πολιτική και ηθική καταδίκη της παραμένει αδιαπραγμάτευτη και το παρόν κείμενο επικεντρώνεται στην ανάλυση της στρατηγικής σημασίας της ποινικής καταστολής για τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα. Θέτει όμως το ερώτημα [...]

The post Χρυσή Αυγή και η ποινική καταστολή: Στρατηγική διάσταση για το κίνημα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Αντώνης Χ.

Η συζήτηση γύρω από το εφετείο της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής ξεπερνά την απλή ηθική καταδίκη μιας εγκληματικής και φασιστικής οργάνωσης. Η πολιτική και ηθική καταδίκη της παραμένει αδιαπραγμάτευτη και το παρόν κείμενο επικεντρώνεται στην ανάλυση της στρατηγικής σημασίας της ποινικής καταστολής για τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα. Θέτει όμως το ερώτημα αν η ενίσχυση του ποινικού μηχανισμού αποτελεί συμβατό και στρατηγικά ωφέλιμο εργαλείο για ένα χειραφετητικό κίνημα. Αφορά επομένως τον τρόπο με τον οποίο το κίνημα τοποθετείται απέναντι στο ποινικό δίκαιο, στον μηχανισμό της αστικής δικαιοσύνης και στη λογική της καταστολής ως εργαλείου κοινωνικής ρύθμισης. Πρόκειται για ζήτημα στρατηγικής και όχι μόνο πολιτικής συγκυρίας.

Οι νομικές καταδίκες και οι θεσμικές αλλαγές συχνά προκύπτουν μέσα από μακρόχρονους κοινωνικούς αγώνες και πιέσεις. Από το εργατικό δίκαιο μέχρι σύγχρονες υποθέσεις έμφυλης βίας, πολλές θεσμικές εξελίξεις αποτελούν προϊόν συλλογικών διεκδικήσεων. Υπό αυτή την έννοια, μπορούν να θεωρηθούν πραγματικές κοινωνικές κατακτήσεις των από-τα-κάτω. Ωστόσο, στον δημόσιο λόγο εμφανίζονται συχνά δύο αντίρροπες και εξίσου προβληματικές προσεγγίσεις: από τη μία πλευρά μια νομικιστική αντίληψη που αντιμετωπίζει τους νόμους ως αυθύπαρκτες λύσεις, αποκομμένους από τους κοινωνικούς αγώνες που τους παρήγαγαν και από την άλλη πλευρά μια στενή αντιθεσμική στάση που θεωρεί κάθε θεσμική μεταβολή εκ των προτέρων κυριαρχική και αντιδραστική. Η πραγματικότητα βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο θέσεις. Οι νόμοι δεν προκύπτουν αυτόνομα αλλά ούτε αποτελούν ουδέτερα εργαλεία. Διαμορφώνονται μέσα σε συσχετισμούς δύναμης και ενσωματώνουν –συχνά μερικώς και παραμορφωμένα– τις πιέσεις που ασκούν τα κινήματα.

Παράλληλα, η απαίτηση για «καταδίκη με αυστηρές ποινές» είναι αδύνατον να λειτουργεί απομονωμένα. Το ποινικό δίκαιο εφαρμόζει κανόνες γενικά και σταθερά, ανεξάρτητα από τις πολιτικές μας προθέσεις. Παράγει δεσμευτική νομολογία και ερμηνευτικά προηγούμενα. Κάθε αυστηροποίηση, κάθε διεύρυνση ποινικών εννοιών, κάθε αποδοχή ευρείας καταστολής, μετατρέπεται σε εργαλείο γενικής χρήσης. Και ιστορικά αυτό το εργαλείο στρέφεται πολύ συχνότερα όχι απέναντι στην ακροδεξιά αλλά πρωτίστως απέναντι στο οργανωμένο κοινωνικό και πολιτικό ανταγωνιστικό κίνημα, σε συλλογικότητες και συνολικά στον ριζοσπαστικό χώρο. Η αναφορά αυτή είναι κάθε άλλο παρά εξίσωση πολιτικών συλλογικοτήτων με εγκληματικές οργανώσεις. Αντιθέτως αποσκοπεί στην ανάδειξη της ελαστικότητας των ποινικών εννοιών και της δυνατότητάς τους να στραφούν εναντίον διαφορετικών μορφών πολιτικής δράσης ανεξαρτήτως περιεχομένου.

Η ΧΑ δικάζεται επειδή εντάχθηκε νομικά στην κατηγορία της «εγκληματικής οργάνωσης» και σε επιμέρους ποινικά αδικήματα όχι επειδή είναι φασιστική. Το ποινικό δικαστήριο αξιολογεί τυποποιημένες συμπεριφορές και όχι ιδεολογίες. Αυτή η τυπικότητα αποτελεί δομικό στοιχείο του αστικού δικαίου και ακριβώς γι’αυτό η ενίσχυσή της επεκτείνει τη χρήση της πέρα από τον αρχικό «εχθρό». Η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης για παράδειγμα είναι εξαιρετικά ελαστική. Βασίζεται σε αόριστα κριτήρια (δομή, διάρκεια, σκοπός, καταμερισμός ρόλων) τα οποία μπορούν να εφαρμοστούν σε πολιτικές συλλογικότητες, δίκτυα αγώνα και μορφές κινηματικής οργάνωσης. Κάθε επιβεβαίωση αυτής της ερμηνευτικής ευρύτητας σε ανώτερο δικαστικό επίπεδο ενισχύει τη δυνατότητα ποινικοποίησης της πολιτικής δράσης στο μέλλον.

Η κριτική στο ποινικό σύστημα αφορά άμεσα τη στάση απέναντι στα θύματα της φασιστικής βίας. Η αναγνώριση του πόνου και της απώλειας διαχωρίζεται από την αποδοχή της φυλακής ως μοναδικής μορφής δικαίωσης, καθώς η ποινική τιμωρία αδυνατεί να περιορίσει κοινωνικά τη βία και να ανακόψει τη δομική αναπαραγωγή της. Η κοινωνική αποκατάσταση προϋποθέτει βαθύτερους μετασχηματισμούς.

Όταν τα κινήματα επενδύουν μονοσήμαντα και κατεξοχήν στη φυλακή, στις βαριές ποινές και στην παραδειγματική τιμωρία, αποδέχονται έμπρακτα τη βασική ιδεολογία του ποινικού συστήματος: ότι τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα επιλύονται μέσω καταστολής και εγκλεισμού. Νομιμοποιούν τη φυλακή ως «λύση» και το δικαστήριο ως τελικό ρυθμιστή των κοινωνικών συγκρούσεων. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται η κρατική αξίωση μονοπωλίου πάνω στη δικαιοσύνη, την ηθική και τη δημόσια τάξη. Η «δικαιοσύνη» αναλαμβάνει τότε ρόλο τελικού ρυθμιστή συγκρούσεων που στην πραγματικότητα έχουν κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα.

Βεβαίως, η ιστορική καταδίκη της Χρυσής Αυγής προέκυψε μέσα από μία πιο περίπλοκη διαδικασία και μία μακρόχρονη κοινωνική και πολιτική σύγκρουση: μαζική απονομιμοποίηση, αντιφασιστική παρουσία στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και στους δρόμους και όχι μόνο από εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα. Έτσι, το δικαστήριο λειτούργησε εκ των υστέρων, επικυρώνοντας μια ήδη συντελεσμένη κοινωνική ήττα. Η έμφαση στην κοινωνική σύγκρουση αποτελεί ιστορικά επαληθευμένη πρακτική και θεμελιωμένο πολιτικό προσανατολισμό πέρα από θεωρητικές αφαιρέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δικαστική απόφαση είναι ασήμαντη. Σημαίνει όμως ότι η καθοριστική μεταβολή στους συσχετισμούς είχε ήδη παραχθεί στο κοινωνικό πεδίο.

Σε τέτοιες διαδικασίες, οι κυρίαρχοι θεσμοί τείνουν συχνά να απορροφούν τους κοινωνικούς αγώνες, μεταφράζοντάς τους απλώς σε νομικές ρυθμίσεις που περιορίζουν ή αναπλαισιώνουν τους αρχικούς τους στόχους. Όταν το βάρος επιχειρείται να μεταφερθεί από τη συλλογική δύναμη στην κρατική διαχείριση, το κίνημα κινδυνεύει να μετατραπεί από ενεργό υποκείμενο κοινωνικής σύγκρουσης σε διαρκή αιτούντα θεσμικής προστασίας.

Για το κράτος, η παραπομπή της ΧΑ στη δικαιοσύνη συνιστούσε αναδιάταξη της κρατικής στρατηγικής και μετασχηματισμό των μηχανισμών διαχείρισης της κρίσης παρά επιβεβαίωση κάποιας «δικαίωσης του κράτους δικαίου». Όταν η πολιτική διαχείριση αποτυγχάνει ενεργοποιείται η ποινική. Η ποινική καταδίκη μπορεί να αξιολογηθεί ως συγκυριακή επιτυχία χωρίς να μετατρέπεται σε στρατηγικό πρόταγμα. Η διάκριση αυτή είναι αναγκαία ώστε μια στιγμιαία νίκη να μη μετατραπεί σε μόνιμη πολιτική γραμμή.

Το αίτημα αυστηρής καταδίκης στο εφετείο, επομένως, δεν μπορεί να ταυτιστεί αυτόματα με στρατηγική ενίσχυση των θέσεων μάχης του κινήματος. Μπορεί ταυτόχρονα να συμβάλλει:

  • στην ενίσχυση της νομολογιακής ισχύος κατασταλτικών εννοιών,
  • στην κοινωνική αποδοχή της αυστηροποίησης,
  • στην εδραίωση της ιδεολογίας της τιμωρίας ως βασικής απάντησης σε κοινωνικά προβλήματα,
  • και στη διεύρυνση της ποινικής διαχείρισης πολιτικών συγκρούσεων.

Παράλληλα, καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι η απαγόρευση, η καταδίκη και η φυλάκιση αρκούν για να εξαφανίσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο που γεννιέται από υλικές ανισότητες, κρίσεις εκπροσώπησης, ιδεολογική ηγεμονία και κρατική ανοχή.

Ο φασισμός διαλύεται, τελικά, όταν χάνει κοινωνική βάση, πολιτική χρησιμότητα και ιδεολογική απήχηση, όχι απλώς επειδή θεωρείται παράνομος. Η ήττα του γίνεται εμφανής όταν συγκρούεται με κινήματα που παράγουν δικούς τους θεσμούς, αξίες και μορφές συλλογικής ζωής. Όταν καθίσταται κοινωνικά ασύμβατος. Η κριτική στο ποινικό σύστημα συνοδεύεται από σαφή πολιτική κατεύθυνση: ενίσχυση της κοινωνικής αυτοοργάνωσης, σταθερή αντιφασιστική παρουσία, συγκρότηση συλλογικών δομών αλληλεγγύης και πολιτισμικής αντιηγεμονίας. Πρόκειται για συγκεκριμένες πρακτικές και όχι για γενικόλογες διακηρύξεις.

Η πολιτική αυτονομία ενός κινήματος μετριέται από την ικανότητά του να συγκρούεται χωρίς να ενσωματώνεται στους μηχανισμούς καταστολής και από το κατά πόσο μετατρέπει τη δική του ηθική αγανάκτηση σε κοινωνική δύναμη αντί για κρατική ποινική εξουσία. Κάτι μπορεί να είναι συγκυριακά ωφέλιμο και ταυτόχρονα στρατηγικά αποδυναμωτικό. Η ένταξή του στο πρόταγμά μας απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση. Η επιμονή στην καταστολή, ακόμη και «για καλό σκοπό», καταλήγει συχνά να ενισχύει εκείνον που τη διαχειρίζεται: το κράτος. Και αυτό, ιστορικά, στρέφεται πάντοτε εναντίον των από τα κάτω.

Υ.Γ.: Η πιθανότητα κακόπιστης παρερμηνείας δεν αναιρεί την ανάγκη στρατηγικής ανάλυσης. Η κριτική σκέψη διατηρεί την αξία της ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αντίπαλο.

The post Χρυσή Αυγή και η ποινική καταστολή: Στρατηγική διάσταση για το κίνημα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/03/05/chrysi-aygi-poiniki-katastoli-stratigiki-diastasi-to-kinima/feed/ 0 22301
Δομική σιωπή: Τσόμσκι, Έπστιν και η αρχιτεκτονική ασυλίας της ελίτ https://www.aftoleksi.gr/2026/02/11/domiki-siopi-tsomski-epstin-architektoniki-asylias-tis-elit/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=domiki-siopi-tsomski-epstin-architektoniki-asylias-tis-elit https://www.aftoleksi.gr/2026/02/11/domiki-siopi-tsomski-epstin-architektoniki-asylias-tis-elit/#respond Wed, 11 Feb 2026 09:11:06 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=22105 Κείμενο: Richard Pinner, συγγραφέας, ερευνητής και αναπληρωτής καθηγητής εφαρμοσμένης γλωσσολογίας. Μετάφραση: Αντώνης Χ. Χθες ήταν τα 96α γενέθλια του Τσόμσκι. Από το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη το 2023, δεν έχει εμφανιστεί δημόσια ούτε έχει πραγματοποιήσει ομιλίες. Σύμφωνα με τη δημόσια διαθέσιμη βιογραφία του, υπέστη εγκεφαλικό το 2023 και «δεν μπορεί πλέον να περπατήσει ή να [...]

The post Δομική σιωπή: Τσόμσκι, Έπστιν και η αρχιτεκτονική ασυλίας της ελίτ first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Richard Pinner, συγγραφέας, ερευνητής και αναπληρωτής καθηγητής εφαρμοσμένης γλωσσολογίας. Μετάφραση: Αντώνης Χ.

Χθες ήταν τα 96α γενέθλια του Τσόμσκι. Από το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη το 2023, δεν έχει εμφανιστεί δημόσια ούτε έχει πραγματοποιήσει ομιλίες. Σύμφωνα με τη δημόσια διαθέσιμη βιογραφία του, υπέστη εγκεφαλικό το 2023 και «δεν μπορεί πλέον να περπατήσει ή να επικοινωνήσει» γεγονός που καθιστά απίθανη οποιαδήποτε επιστροφή του στη δημόσια πνευματική ζωή.

Ως εφαρμοσμένος γλωσσολόγος που δραστηριοποιείται κυρίως στην εκπαίδευση και τη διδασκαλία δεύτερης γλώσσας δεν έχω μεγάλη επικάλυψη με το έργο του Τσόμσκι. Γνωρίζω, ωστόσο ότι στη γλωσσολογία χρησιμοποιούμε τον όρο BC για να αναφερθούμε στην περίοδο «πριν από τον Τσόμσκι» (Before Chomsky) και ότι είναι ο εν ζωή συγγραφέας με τις πιο πολλές αναφορές στον κόσμο. Γνωρίζω επίσης ότι είναι αναρχικός και κοινωνικός φιλόσοφος και, για να είμαι ειλικρινής, αυτή είναι η πλευρά του που βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Το 2014, ο Τσόμσκι επισκέφθηκε το πανεπιστήμιο όπου εργάζομαι (έγραψα σχετικά μια ανάρτηση εδώ). Αυτό που μου έμεινε περισσότερο από το να τον ακούω να μιλάει από κοντά ήταν το πώς κατάφερε να αποκοιμίσει όλους όσοι κάθονταν στην πρώτη σειρά! Οι περισσότεροι ήταν μάλιστα γλωσσολόγοι. Μια συχνά επαναλαμβανόμενη παιδαγωγική ρήση ότι «αν εξακολουθείς να διδάσκεις ό,τι δίδασκες πριν από πέντε χρόνια τότε είτε το πεδίο είναι νεκρό είτε εσύ είσαι νεκρός» αποδίδεται συχνά στον Τσόμσκι αν και χωρίς αποδείξεις. Η ίδια η λακωνική της μορφή καθιστά την απόδοση αμφίβολη. Ο Τσόμσκι δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη κλίση προς τους αφορισμούς· προτιμούσε αντίθετα το είδος των εκτεταμένων αναλυτικών δομών μέσα στις οποίες ακόμη και οι πιο άχρωμες πράσινες ιδέες[1] κατέληγαν να νανουρίζουν ολόκληρα αμφιθέατρα σε μια απαλή νύστα. Η επιμονή αυτής της φράσης μάς λέει λιγότερα για τις ρητορικές συνήθειες του Τσόμσκι και περισσότερα για την πολιτισμική μας τάση να αποδίδουμε εύστοχες, σύντομες βεβαιότητες σε πρόσωπα των οποίων ο πραγματικός λόγος σπάνια τις προσέφερε.

Ωστόσο, καθώς χθες ήταν τα γενέθλιά του, δεν μπορούσα να μην τον σκέφτομαι. Και τότε έμαθα ότι διατηρούσε μακροχρόνιες σχέσεις με τον Τζέφρι Έπστιν. Αυτό με εξέπληξε ιδιαίτερα. Όταν ρωτήθηκε σχετικά το 2023, απάντησε:

«Έχω συναντήσει κάθε είδους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων και μεγάλων εγκληματιών πολέμου. Δεν μετανιώνω που συνάντησα κανέναν από αυτούς». – Τσόμσκι

Μου φαίνεται παράδοξο ότι ο άνθρωπος που επί δεκαετίες στεκόταν ως ο πιο αναγνωρίσιμος κριτικός της εξουσίας παγκοσμίως εμφανίζεται τώρα ως στενός φίλος ενός προσώπου που ενσαρκώνει το ζοφερό κύκλωμα μέσα από το οποίο η βία, το χρήμα και η πρόσβαση σε δίκτυα ισχύος αλληλοσυντηρούνται. Οι πρόσφατες αποκαλύψεις για την προσωπική εγγύτητα του Τσόμσκι με τον Τζέφρι Έπστιν μοιάζουν με μια τσομσκιανή κριτική που ζητά απεγνωσμένα έναν τσομσκιανό συγγραφέα, μόνο που ο συγγραφέας δεν βρίσκεται πουθενά. Ο ριζοσπαστικός ανατόμος των δικτύων της ελίτ ήταν τελικά μέρος τους. Και η σιωπή είναι εκκωφαντική.

Αν η καθοριστική πνευματική συμβολή του Τσόμσκι υπήρξε η κατονομασία της δομικής βίας  -των αόρατων μορφών βλάβης που παράγονται από τα πολιτικά και οικονομικά συστήματα- τότε αυτό που βλέπουμε εδώ είναι το αδελφικό της δίδυμο: η δομική σιωπή.

Ο διανοούμενος και το αρχείο

Η πρόσφατη δημοσιοποίηση αρχειακών ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ του Νόαμ Τσόμσκι και του Τζέφρι Έπστιν προσφέρει μια ασυνήθιστη ευκαιρία να εξεταστούν με εμπειρική ακρίβεια οι μηχανισμοί μέσω των οποίων η πνευματική ζωή εμπλέκεται με τις ίδιες τις δομές στις οποίες επιδιώκει να ασκήσει κριτική. Τα έγγραφα, που εκτείνονται σε διάστημα αρκετών ετών μετά την καταδίκη του Έπστιν το 2008 αποκαλύπτουν μια άνεση και μια κανονικότητα στην αλληλογραφία που συνυπάρχουν δύσκολα με τη δημόσια εικόνα ενός από τους πιο επίμονους επικριτές της συγκεντρωτικής εξουσίας στα τέλη του εικοστού και στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα. Η σημασία τους δεν είναι απλώς βιογραφική. Φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο τα δίκτυα της ελίτ ενσωματώνουν διαφωνούντα πρόσωπα, πώς η κοινωνική εγγύτητα επιβιώνει παρά το δημόσιο σκάνδαλο και πώς η σιωπή λειτουργεί ως δομικό χαρακτηριστικό και όχι ως ατομική ηθική αποτυχία.

Το αρχείο δεν προσφέρει μελόδραμα. Αντίθετα παρέχει κάτι πιο διδακτικό: μια σειρά συζητήσεων στην οποία η πολιτική ανάλυση, η προσωπική οικειότητα και οι πρακτικές-οργανωτικές συζητήσεις συνυπάρχουν με την επίγνωση του εγκληματικού παρελθόντος του Έπστιν. Αυτό που αναδύεται είναι η καθημερινότητα της σχέσης, ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται να εξελίσσεται ανεπηρέαστη από γεγονότα που σε άλλα συμφραζόμενα θα επέβαλλαν αποστασιοποίηση ή καταδίκη. Η ισχύς αυτών των εγγράφων έγκειται ακριβώς στην κοινοτοπία τους. Μας αναγκάζουν να αντιμετωπίσουμε ένα σύστημα στο οποίο τα όρια της φήμης, οι ηθικές διαχωριστικές γραμμές και οι δημόσιες αφηγήσεις είναι πολύ πιο διάτρητες απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.

Υπάρχει ο πειρασμός ιδιαίτερα στον σύγχρονο πολιτικό λόγο να αντιμετωπιστεί αυτή η υπόθεση ως μια ιστορία υποκρισίας. Ωστόσο η υποκρισία είναι μια ηθική κατηγορία και οι ηθικές κατηγορίες όσο ρητορικά ικανοποιητικές κι αν είναι παραμένουν αναλυτικά αδύναμες. Εκείνο που έχει σημασία εδώ δεν είναι αν ένα άτομο ανταποκρίθηκε στην εικόνα που είχε κατασκευαστεί γύρω του αλλά το πώς το κοινωνικό και πνευματικό περιβάλλον των θεσμών της ελίτ κανονικοποιεί σχέσεις που θα φαίνονταν αδιανόητες εκτός αυτών. Αυτά τα έγγραφα δεν αποκαλύπτουν μια αμαρτία ούτε μια κατάρα θεού αλλά μια συνέχεια. Δείχνουν πώς οι διανοούμενοι συμμετέχουν στην κυκλοφορία της νομιμοποίησης, πώς οι ίδιοι εργαλειοποιούνται από άλλους που την επιδιώκουν και πώς η φημολογική-συμβολική οικονομία της ακαδημαϊκής ζωής επιτρέπει σε τέτοιες συζητήσεις να παραμένουν μη αξιοσημείωτες έως ότου μια διαρροή επιβάλει τη δημόσια εξέτασή τους.

Ι. Ανατομία της επαφής: Τι δείχνει πραγματικά το αρχείο

Η χρονολογία είναι αρκετά απλή. Οι πρώτες αναφορές παραπέμπουν σε μια συνάντηση στα χρόνια που ακολούθησαν αμέσως μετά την καταδίκη του Έπστιν το 2008 μια περίοδο κατά την οποία πολλά ιδρύματα και δημόσια πρόσωπα ισχυρίστηκαν ότι είχαν διακόψει κάθε δεσμό μαζί του. Η αλληλογραφία που ακολουθεί δεν διαβάζεται ως το κατάλοιπο μιας παλιάς γνωριμίας αλλά μάλλον ως η συνέχεια μιας ενεργής διανοητικής σχέσης. Οι συνομιλίες εκτείνονται από την διεθνή πολιτική έως τις χρηματοοικονομικές δομές και συχνά διεξάγονται με έναν τόνο οικειότητας που υποδηλώνει αμοιβαία εκτίμηση παρά διαδραστική απόσταση. Οι συζητήσεις περιλαμβάνουν προσωπικές σημειώσεις, συζητήσεις για ταξίδια και προσφορές φιλοξενίας στις διάφορες ιδιοκτησίες του Έπστιν υποδηλώνοντας ότι η σχέση τους υπερέβαινε το αφηρημένο πεδίο των ιδεών.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι μια αχρονολόγητη συστατική επιστολή υπογεγραμμένη κατά τη διάρκεια της θητείας του Τσόμσκι ως Διακεκριμένος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα η οποία επαινεί τον Έπστιν ως μια ενδιαφέρουσα και πολύτιμη παρουσία στους συνεχής πνευματικούς διαλόγους τους. Η ύπαρξη ενός τέτοιου εγγράφου είναι αποκαλυπτική ακριβώς λόγω της περιόδου κατά την οποία γράφτηκε. Μέχρι τότε η ιδιότητα του Έπστιν ως καταδικασμένου δράστη ήταν καθολικά γνωστή και όμως, μέσα σε αυτή την αλληλογραφία φαίνεται να μην ασκεί σχεδόν καμία βαρύνουσα επίδραση. Η κοινωνική και πνευματική σχέση συνεχίζεται απρόσκοπτα, ανεπηρέαστη από τη δυσαρμονία ανάμεσα στη δημόσια αφήγηση και την ιδιωτική συναναστροφή.

Αυτή η συνέχεια είναι το καίριο γεγονός. Μας δείχνει ότι η σχέση δεν αποτέλεσε ούτε ιστορική υποσημείωση ούτε ένα αμφίσημο επεισόδιο. Διατηρήθηκε, εμβαθύνθηκε και απ’  ό,τι φαίνεται δεν προσέκρουσε στις σοβαρές ηθικές επιφυλάξεις που ήδη βάραιναν τον Έπστιν. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι τόσο η ύπαρξη της ίδιας της αλληλογραφίας όσο οι κοινωνικές συνθήκες που την καθιστούσαν μη προβληματική για όσους συμμετείχαν σε αυτήν. Οι συνθήκες αυτές συνιστούν αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί μια μορφή ασυλίας της ελίτ, μια ευρύτερη θωράκιση απέναντι στις κοινωνικές συνέπειες που συνήθως συνοδεύουν τη συναναστροφή με την εγκληματικότητα.

Αυτό που αποκαλύπτει το αρχείο δεν είναι ένα προσωπικό ολίσθημα αλλά ένα άθικτο σύστημα: ένα σύστημα στο οποίο το πνευματικό κύρος, το οικονομικό κεφάλαιο και η κοινωνική πρόσβαση συγκροτούν μια αμοιβαία ενισχυόμενη δομή. Εντός μιας τέτοιας δομής, η το ποινικό μητρώο ενός ατόμου μπορεί να αποδεικνύεται λιγότερο καθοριστικό από τη χρησιμότητα των διασυνδέσεών του, την κυκλοφορία επιρροής που καθιστά δυνατή ή το πολιτισμικό κεφάλαιο που μπορεί να προσδώσει μέσω της συναναστροφής. Αυτό ακριβώς το σύστημα απαιτεί εξέταση, καθώς διαθέτει πολύ μεγαλύτερη ερμηνευτική ισχύ από οποιαδήποτε προσπάθεια να κατασκευαστεί ένα ηθικό πορτρέτο ενός μεμονωμένου συμμετέχοντα.

ΙΙ. Λογική των δικτύων: Γιατί η επαφή επιβιώνει της καταδίκης

Η επιμονή αυτής της σχέσης δεν μπορεί να ερμηνευθεί με αναφορά στην ατομική ψυχολογία ή στις ιδιοσυγκρασιακές ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα. Μια τέτοια προσέγγιση θα παρέβλεπε την ευρύτερη αρχιτεκτονική εντός της οποίας εκτυλίχθηκαν αυτές οι ανταλλαγές μηνυμάτων. Τα κοινωνικά δίκτυα της ελίτ -ακαδημαϊκά, πολιτικά ή οικονομικά- δεν εξαφανίζονται όταν ένα από τα μέλη της περιέρχεται σε δημόσια δυσμένεια. Αντιθέτως, προσαρμόζονται. Αναβαθμονομούνται. Αφομοιώνουν τις νέες πληροφορίες με αξιοσημείωτη ευκολία, εφόσον οι θεμελιώδεις λειτουργίες του δικτύου παραμένουν άθικτες. Εκείνο που για έναν εξωτερικό παρατηρητή εμφανίζεται ως ηθική ρήξη μπορεί στο εσωτερικό του δικτύου να καταγράφεται ως μια διαχειρίσιμη ανωμαλία, ακόμη ένα παράδειγμα συμπεριφοράς που μπορεί να απομονωθεί από την αξία που το άτομο εξακολουθεί να προσφέρει.

Η συνεχιζόμενη παρουσία του Έπστιν σε πνευματικούς κύκλους μετά την καταδίκη του δεν αποτελούσε μυστήριο για όσους τους απάρτιζαν. Ήταν ένα αποτέλεσμα που υπαγόρευε η ίδια η δομή. Ο πλούτος του, η ικανότητά του να συγκεντρώνει πρόσωπα υψηλού κύρους, η δεξιότητά του να αυτοπαρουσιάζεται ως συνομιλητής σε ζητήματα που εκτείνονταν από την διεθνή χρηματοοικονομία έως την επιστημονική καινοτομία, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τον καθιστούσαν πολύτιμο εντός δικτύων που προκρίνουν την πρόσβαση σε δίκτυα ισχύος, την πρωτοτυπία και την επίφαση διορατικότητας. Όσοι συνέχισαν να συναναστρέφονται μαζί του μετά την καταδίκη του δεν ενεργούσαν παράλογα, ενεργούσαν δομικά. Ανταποκρίνονταν σε κίνητρα που προϋπήρχαν: την υπόσχεση συνομιλίας με πρόσωπα επιρροής, την ευκολία ενός άριστα δικτυωμένου διαμεσολαβητή και τη σιωπηρή κατανόηση ότι ο κίνδυνος για δυσφημία μετριάζεται εντός κλειστών κύκλων, όπου το αμοιβαίο όφελος θεωρείται δεδομένο.

Η ευκολία με την οποία διανοούμενοι, συμπεριλαμβανομένου του Τσόμσκι, συνέχισαν να συναναστρέφονται με τον Έπστιν αντανακλά τη φύση των κοινωνικών συστημάτων της ελίτ. Τέτοια συστήματα δεν ρυθμίζονται από τη δημόσια ηθική αλλά από εσωτερικές μορφές νομιμοποίησης. Η νομιμοποίηση σε αυτά τα συμφραζόμενα δεν αντλείται από τον έλεγχο του ευρύτερου κοινού αλλά από τη συνεχή αναγνώριση ομοτίμων, θεσμών και χρηματοδοτών. Όσο ο Έπστιν μπορούσε να συνεχίζει να προσφέρει πρόσβαση σε δίκτυα ισχύος, πόρους ή πνευματικά κίνητρα, το δίκτυο δεν έβρισκε ουσιαστικό λόγο να τον αποβάλει. Εκείνο που, για όσους βρίσκονταν εκτός του δικτύου, θα φαινόταν απολύτως απονομιμοποιητικό, εντός αυτού μετατρεπόταν σε μια διαπραγματεύσιμη λεπτομέρεια η οποία ήταν διαχειρίσιμη μέσω ιδιωτικών εξορθολογισμών και όχι μέσω δημόσιας λογοδοσίας.

Η αλληλογραφία μεταξύ Τσόμσκι και Έπστιν αποκαλύπτει έτσι λιγότερα για τις προσωπικές κρίσεις των εμπλεκομένων προσώπων και περισσότερα για τις ιδιότητες του περιβάλλοντος που συντηρούσε την επαφή τους. Πρόκειται για ένα περιβάλλον στο οποίο οι κοινωνικοί μηχανισμοί ένταξης λειτουργούσαν ανεξάρτητα από (και ορισμένες φορές σε άμεση αντίθεση προς) τις ηθικές προσδοκίες της ευρύτερης κοινωνίας. Σε τέτοια περιβάλλοντα, η ασυλία της ελίτ λειτουργεί λιγότερο ως προνόμιο και περισσότερο ως αυτονόητη παραδοχή: ως η προσδοκία ότι η εγγύτητα προς τον πλούτο και την επιρροή αυτοδικαιολογείται και συνεπώς απαλλάσσεται σε μεγάλο βαθμό από τη συνήθη ηθική κριτική. Αυτή ακριβώς η απόκλιση ανάμεσα στη δημόσια ηθική και στη λογική των δικτύων απαιτεί προσεκτική εξέταση καθώς παρέχει το κλειδί για την κατανόηση του γιατί η σχέση διατηρήθηκε παρά κάθε εξωτερικό σήμα που υποδείκνυε τη διακοπή της.

ΙΙΙ. Δομική σιωπή

Για να αναλυθεί το γιατί αυτή η σχέση δεν προκάλεσε καμία ορατή ρήξη χρειάζεται πρώτα να διευκρινιστεί τι εννοούμε εδώ με τον όρο δομική σιωπή: την οργανωμένη αναστολή της ηθικής κρίσης εντός συστημάτων που εξαρτώνται από τη διατήρηση της συνέχειας. Πρόκειται για μια σιωπή που δεν προκύπτει από φόβο αλλά από λειτουργικότητα. Επιτρέπει στα δίκτυα να διατηρούν τη σταθερότητά τους διασφαλίζοντας ότι οι διαταραχές, όσο ηθικά σημαντικές κι αν φαίνονται, δεν παρεμβαίνουν στην κυκλοφορία της επιρροής.

Υπό αυτή την έννοια η σιωπή που περιέβαλλε την παρουσία του Έπστιν στους πνευματικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους δεν ήταν αφύσικη. Ήταν η αναμενόμενη αντίδραση ενός συστήματος σχεδιασμένου να προτάσσει τη ροή των πόρων και τη νομιμοποίηση έναντι της αξιολόγησης της ατομικής παραβατικότητας. Αυτού του είδους η σιωπή δεν είναι καταναγκαστική. Δεν απαιτεί ρητές συμφωνίες ή συνωμοτικές προθέσεις. Αναδύεται αντιθέτως από τη σιωπηρή κατανόηση ότι η ουσιαστική αντιμετώπιση των συνεπειών των εγκλημάτων του Έπστιν θα επέβαλλε κόστος στο ίδιο το δίκτυο. Η αναγνώριση των ηθικών διαστάσεων της σχέσης θα υποχρέωνε τους συμμετέχοντες να επανεξετάσουν τις δικές τους θέσεις, τις δικές τους εξαρτήσεις και τον βαθμό στον οποίο και οι ίδιοι στηρίζονται σε δομές που κατανέμουν προνόμια με ελάχιστη μέριμνα για τη δημόσια λογοδοσία.

Η δομική σιωπή αποτελεί επομένως ένα συλλογικό “επίτευγμα”. Συνιστά επίσης έναν από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων παράγεται η ασυλία της ελίτ επιτρέποντας σε άτομα και θεσμούς να διαχειρίζονται σκάνδαλα χωρίς να υφίστανται τη ζημιά στη φήμη ή στις σχέσεις που θα επηρέαζε όσους βρίσκονται εκτός τέτοιων δικτύων. Δεν παράγεται μέσω εντολών αλλά μέσω εδραιωμένων συνηθειών, της συνήθειας να ερμηνεύεται η εγκληματικότητα ως ένα λυπηρό αλλά τελικά περιφερειακό γεγονός· της συνήθειας να αντιμετωπίζονται τα ηθικά όρια ως εύκαμπτα· της συνήθειας να θεωρείται ότι η πνευματική δραστηριότητα εκτυλίσσεται σε ένα πεδίο διαχωρισμένο από τις κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις που τη χρηματοδοτούν και τη συντηρούν. Αυτές οι συνήθειες είναι βαθιά ριζωμένες και επιτρέπουν στο δίκτυο να συνεχίζει να λειτουργεί απρόσκοπτα ακόμη και όταν ορισμένα από τα μέλη του έχουν χαρακτηριστεί δημόσια και χωρίς αμφισημία ως παραβάτες της κοινωνικής τάξης.

Η αλληλογραφία που αποκαλύπτεται στο αρχείο καταδεικνύει αυτή τη διαδικασία με εξαιρετική καθαρότητα. Ο τόνος των μηνυμάτων δεν μεταβάλλεται σε απόκριση προς το νομικό παρελθόν του Έπστιν. Δεν καταγράφει δυσφορία, αποστασιοποίηση ή αναβαθμονόμηση. Αντιθέτως διατηρεί μια σταθερότητα που υποδηλώνει ότι τα εγκλήματα δεν θεωρήθηκαν δομικά ουσιώδη. Αποτελούσαν θόρυβο υποβάθρου, έναν παράγοντα εξωτερικό προς τη λογική που διέπει τη σχέση.

Το να χαρακτηριστεί αυτό ως αποτυχία ηθικού σθένους θα σήμαινε την υπεραπλούστευση ενός μηχανισμού που είναι ταυτόχρονα ευρύτερος και απρόσωπος. Η δομική σιωπή δεν αποτελεί ηθικό ελάττωμα αλλά συστημικό φαινόμενο. Αναδύεται εκεί όπου θεσμοί και άτομα εξαρτώνται από δίκτυα των οποίων η σταθερότητα προϋποθέτει την αγνόηση διαταραχών που απειλούν να αποκαλύψουν την υποκείμενη οικονομία των προνομίων. Υπό αυτό το πρίσμα η σιωπή που περιέβαλλε τον Έπστιν δεν συνιστά εξαίρεση αλλά επιβεβαίωση του κανόνα.

Ο διανοούμενος ως έκθεμα

Η διαρκής γοητεία που ασκούν οι διανοούμενοι πηγάζει εν μέρει από την πεποίθηση ότι βρίσκονται σε απόσταση από τους συμβιβασμούς που διαμορφώνουν την πολιτική και την οικονομική ζωή. Το κύρος τους στηρίζεται στην παραδοχή της ανεξαρτησίας: ανεξαρτησία σκέψης, ανεξαρτησία από σχέσεις προστασίας και χρηματοδότησης, ανεξαρτησία από τις πιέσεις που στρεβλώνουν τον δημόσιο λόγο. Ωστόσο το αρχείο υπονομεύει αυτή την παραδοχή. Δείχνει πώς οι διανοούμενοι, ακόμη και εκείνοι των οποίων η φήμη έχει οικοδομηθεί πάνω σε αυστηρές κριτικές της εξουσίας, εμπλέκονται στα ίδια τα συστήματα που αναλύουν, όχι μέσω θεαματικών προδοσιών αλλά μέσω της καθημερινής συμμετοχής.

Ο Έπστιν κατανόησε την αξία των διανοουμένων εντός των δικτύων της ελίτ. Η παρουσία τους τού παρείχε ένα περίβλημα σοβαρότητας, ένα είδος πολιτισμικού κεφαλαίου που δεν μπορεί να αγοραστεί άμεσα αλλά καλλιεργείται μέσω στρατηγικών σχέσεων. Για τον διανοούμενο η ανταλλαγή ήταν αμοιβαία. Η πρόσβαση σε πόρους, ακροατήρια και συνομιλητές διευκολυνόταν από πρόσωπα όπως ο Έπστιν, τα οποία κινούνταν στη διασταύρωση χρηματοοικονομίας, επιστήμης, φιλανθρωπίας και πολιτικής. Η σχέση δεν απαιτούσε ιδεολογική σύμπλευση ή προσωπικό θαυμασμό, απαιτούσε απλώς την αμοιβαία αναγνώριση της χρησιμότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο ο διανοούμενος μετατρέπεται σε έκθεμα, σε μια μορφή της οποίας η συμβολική λειτουργία υπερβαίνει τις προσωπικές του πεποιθήσεις. Το νόημα της σχέσης καθορίζεται λιγότερο από την πρόθεση και περισσότερο από τα ερμηνευτικά σχήματα του ίδιου του δικτύου. Η παρουσία του Τσόμσκι στην τροχιά του Έπστιν δεν συνεπάγεται αποδοχή των πράξεων του τελευταίου. Αποκαλύπτει όμως τους τρόπους με τους οποίους οι φήμες των διανοητών ενσωματώνονται σε συστήματα παραγωγής νομιμοποίησης, συχνά χωρίς οι ίδιοι οι συμμετέχοντες να αντιλαμβάνονται πλήρως την έκταση της ενσωμάτωσής τους.

Δεν πρόκειται για νέο φαινόμενο. Σε όλη τη διάρκεια της νεότερης ιστορίας διανοούμενοι έχουν προσδώσει κύρος σε κράτη, εταιρείες και ευεργέτες των οποίων τα συμφέροντα αποκλίνουν έντονα από τα ιδανικά που οι ίδιοι διακήρυσσαν. Η καινοτομία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έγκειται στο μοτίβο αλλά στη διαφάνεια με την οποία μπορεί πλέον να μελετηθεί. Το αρχείο απογυμνώνει τις αφαιρέσεις. Δείχνει με ασυνήθιστη ακρίβεια πώς η πνευματική αυθεντία κυκλοφορεί μέσα από κοινωνικά και ηθικά επιβαρυμένα δίκτυα. Ο ρόλος του διανοούμενου σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι να αμφισβητεί τα δίκτυα αυτά απ’ έξω αλλά να τα σταθεροποιεί εκ των έσω έστω και ακούσια.

Αυτό που αναδύεται από αυτή την ανάγνωση δεν είναι ένα πορτρέτο διαφθοράς αλλά διαπλοκής. Ο διανοούμενος δεν είναι ούτε μαριονέτα ούτε θύμα. Είναι μέτοχος στις κοινωνικές διαδικασίες που καθιστούν το κύρος του εμφανές και πολύτιμο για τους άλλους. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν υποβαθμίζει τη σημασία του πνευματικού έργου. Αντιθέτως σημαίνει ότι αποδεχόμαστε πως ένα τέτοιο έργο δεν είναι ποτέ απομονωμένο από τις δομές που το συντηρούν.

Συμπέρασμα: Τι απαιτεί το αρχείο

Η δημοσιοποίηση αυτών των εγγράφων προσφέρει την ευκαιρία να επανεξεταστούν όχι μόνο οι πράξεις ενός μεμονωμένου προσώπου αλλά και οι συνθήκες υπό τις οποίες ασκείται η πνευματική ζωή. Η αλληλογραφία μεταξύ Τσόμσκι και Έπστιν αναδεικνύει τα διάτρητα όρια που συχνά θεωρούνται αυτονόητα σταθερά, τα όρια ανάμεσα στη δημόσια ηθική και την ιδιωτική συναναστροφή, ανάμεσα στην κριτική και τη συνενοχή, ανάμεσα στην ανεξαρτησία και την εξάρτηση από δίκτυα επιρροής. Τα όρια αυτά μοιάζουν συμπαγή μόνο όσο οι υποκείμενες δομές παραμένουν αόρατες. Όταν όμως το αρχείο τις καθιστά ορατές οι σχετικές ψευδαισθήσεις καταρρέουν.

Αυτό που αποκαλύπτουν τα έγγραφα είναι ένα σύστημα που επιτρέπει στις σχέσεις να συνεχίζονται απρόσκοπτα παρά τις βαθιές ηθικές επιφυλάξεις. Δείχνουν πώς η σιωπή παράγεται συλλογικά· πώς τα δίκτυα απορροφούν και εξουδετερώνουν πληροφορίες που σε άλλα συμφραζόμενα θα προκαλούσαν καταδίκη· πώς η πνευματική αυθεντία αντί να υφίσταται σε μια αυτόνομη σφαίρα κυκλοφορεί εντός περιβαλλόντων διαμορφωμένων από τον πλούτο, την πρόσβαση σε δίκτυα ισχύος και την αμοιβαία αναγνώριση. Και τέλος δείχνουν πόσο εύκολα ακόμη και οι οξύτεροι επικριτές της εξουσίας μπορούν να ενσωματωθούν στους μηχανισμούς που τη διανέμουν.

Το δίδαγμα δεν είναι ότι οι διανοούμενοι πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρότερα ηθικά πρότυπα ούτε ότι οι αποτυχίες τους θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως λόγοι απαξίωσης. Το δίδαγμα είναι ότι τα συστήματα παραγωγής γνώσης είναι ενσωματωμένα σε δομές που ασκούν πιέσεις πολύ ισχυρότερες από την ατομική πρόθεση. Η κατανόηση αυτών των πιέσεων είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε η κριτική στους διανοούμενους να παραμείνει ουσιαστική. Προϋποθέτει την αναγνώριση του κόστους της συμμετοχής, των δελεασμών της εγγύτητας και της ευκολίας με την οποία η σιωπή κανονικοποιείται.

Τελικά, η αξία του αρχείου έγκειται στην ικανότητά του να φωτίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες οι ιδέες διαμορφώνονται, κυκλοφορούν και νομιμοποιούνται. Προσφέρει μια σπάνια ματιά στην κοινωνική υποδομή που στηρίζει την πνευματική αυθεντία. Το να αγνοηθούν αυτές οι αποκαλύψεις θα σήμαινε την αναπαραγωγή της ίδιας σιωπής που επέτρεψε στις σχέσεις που καταγράφονται εδώ να διατηρηθούν. Το να τις αντιμετωπίσουμε σημαίνει να αρχίσουμε το έργο κατανόησης του τρόπου με τον οποίο μπορεί να αρθρωθεί η διαφωνία μέσα σε συστήματα που επιδιώκουν διαρκώς να την εξημερώσουν.

[1] ΣτΜ: Η φράση «άχρωμες πράσινες ιδέες κοιμούνται μανιωδώς» προέρχεται από τον Τσόμσκι και χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα πρότασης που είναι γραμματικά σωστή αλλά στερείται νοήματος για να αναδείξει τη διάκριση ανάμεσα στη σύνταξη και τη σημασία.

The post Δομική σιωπή: Τσόμσκι, Έπστιν και η αρχιτεκτονική ασυλίας της ελίτ first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/02/11/domiki-siopi-tsomski-epstin-architektoniki-asylias-tis-elit/feed/ 0 22105
Ανυπότακτη Γαλλία, φασισμός & επανάσταση: Ποιο είναι το επαναστατικό κίνημα στη Γαλλία; (1ο μέρος) https://www.aftoleksi.gr/2026/02/05/anypotakti-gallia-fasismos-amp-epanastasi-poio-to-epanastatiko-kinima-sti-gallia-1o-meros/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=anypotakti-gallia-fasismos-amp-epanastasi-poio-to-epanastatiko-kinima-sti-gallia-1o-meros https://www.aftoleksi.gr/2026/02/05/anypotakti-gallia-fasismos-amp-epanastasi-poio-to-epanastatiko-kinima-sti-gallia-1o-meros/#respond Thu, 05 Feb 2026 10:45:56 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=22041 Δημοσιευμένο στο lundimatin#482, την 1η Ιουλίου 2025. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ. Ακολουθεί το πρώτο μέρος ενός κειμένου που επιχειρεί να ξεδιπλώσει ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί και πώς η αριστερά -δηλαδή η θεσμική αριστερά- κατέστη εκ νέου μια αξιόπιστη υπόθεση για πολλούς ανθρώπους των οποίων οι προσδοκίες υπερβαίνουν εκείνες μιας πιο ήπιας αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού. [...]

The post Ανυπότακτη Γαλλία, φασισμός & επανάσταση: Ποιο είναι το επαναστατικό κίνημα στη Γαλλία; (1ο μέρος) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Δημοσιευμένο στο lundimatin#482, την 1η Ιουλίου 2025. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ.

Ακολουθεί το πρώτο μέρος ενός κειμένου που επιχειρεί να ξεδιπλώσει ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί και πώς η αριστερά -δηλαδή η θεσμική αριστερά- κατέστη εκ νέου μια αξιόπιστη υπόθεση για πολλούς ανθρώπους των οποίων οι προσδοκίες υπερβαίνουν εκείνες μιας πιο ήπιας αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού. Πρόκειται για ένα ερώτημα που ο συγγραφέας επιχειρεί ταυτόχρονα να αντιστρέψει: Πού έχει χαθεί η ανατρεπτική και επαναστατική δύναμη που, έως το 2016, εκδηλωνόταν με επαναλαμβανόμενες εκρήξεις στους δρόμους; Μήπως πλέον ονειρεύεται το Νέο Λαϊκό Μέτωπο;[1] [2]

«Ο δρόμος μας είναι μακρύς και αφήνει ίχνη, ακόμη κι αν αυτά δεν είναι ορατά προς το παρόν ή αγνοούν και περιφρονούν το μονοπάτι μας».
~Υποδιοικητής Μάρκος

Εισαγωγή

Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυκλοφορία του βιβλίου Η συμμορία (La Meute)[3] έχει πυροδοτήσει μια διαμάχη στα μέσα ενημέρωσης γύρω από την Ανυπότακτη Γαλλία (La France Insoumise – LFI)[4]: τον αυταρχικό της χαρακτήρα, τη θέση του μεγάλου αρχηγού Μελανσόν, το ενδεχόμενο -ή την αδυναμία- μιας ένωσης των αριστερών δυνάμεων κ.ο.κ. Τίποτα το απρόσμενο από την πλευρά των ελίτ και των μέσων τους: κάθε αφορμή είναι καλή για να πλήξουν τον εκάστοτε «νούμερο ένα εχθρό».

Στο εσωτερικό της αριστεράς, ωστόσο, από αυτή τη συγκυρία αναδύθηκαν ορισμένες σαφώς πιο ουσιαστικές συζητήσεις: ποια είναι η σχέση ανάμεσα στις μορφές οργάνωσης και τις πολιτικές στρατηγικές, ποια μέσα προδιαγράφουν ποια αποτελέσματα, πώς συγκροτούνται ή αποσυντίθενται οι σχέσεις ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και τον αυταρχισμό[5] κ.λπ.

Δυστυχώς σε όλες αυτές τις συζητήσεις, όπως σχεδόν πάντα, ένα μεγάλο κομμάτι του στρατοπέδου της χειραφέτησης παραμένει περιθωριοποιημένο: οι υπέρμαχοι-ες της επανάστασης, του-ι-ς οποίου-ε-ς θα μπορούσαμε να ορίσουμε για την ώρα συνοπτικά ως εκείνου-ε-ς που θέτουν το ζήτημα της επανάστασης τόσο στο επίπεδο της σκέψης όσο και στο επίπεδο της πράξης[6]. Τα Κίτρινα Γιλέκα, οι αυτόνομοι, οι εξεγερμένοι-ες του Nahel, οι αναρχικοί-ές, οι φεμινίστριες, οι αντιρατσιστές, οι συνδικαλίστριες, οι κουίρ επαναστάτριες… Αυτοί οι άνθρωποι που εδώ και χρόνια δίνουν σάρκα και οστά στον επαναστατικό αγώνα στο πεδίο είναι σχεδόν όλοι (χωρίς καμία έκπληξη) απόντες από τον πολιτικό σχολιασμό, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς. Το πιο παράδοξο όμως είναι αλλού: είναι σιωπηλοί. Σιωπηλοί απέναντι στη «Συμμορία», απέναντι στην Ανυπότακτη Γαλλία, απέναντι στην επιστροφή της αριστεράς, απέναντι στα ερωτήματα για τη συνέχεια των εξεγέρσεών μας κ.λπ. Και αυτή η σιωπή διαρκεί εδώ και αρκετά χρόνια.

Μια σιωπή που έρχεται σε έντονη αντίθεση με όσα διαδραματίστηκαν την προηγούμενη δεκαετία. Πράγματι, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, αναδύθηκε σε πολλές χώρες μια νέα γενιά που έβαλε στο στόχαστρο τις παραδοσιακές οργανώσεις της “αριστεράς” στον ίδιο βαθμό με άλλους συντηρητικούς θεσμούς. Η απόρριψη και συχνά η οργή που διατυπωνόταν, τόσο σε επίπεδο λόγου όσο και πράξης απέναντι σε αυτή την αριστερά η οποία έως τότε κατείχε ηγεμονική θέση στο στρατόπεδο της χειραφέτησης εξηγούνταν συνήθως από το ότι είχε απολέσει κάθε ικανότητα ανατροπής[7] ή ότι είχε ενσωματωθεί και εξημερωθεί εντός της κυρίαρχης πολιτικής τάξης. Συνδικάτα, κόμματα, συλλογικότητες, πολιτικοί ηγέτες, κανείς δεν έμενε στο απυρόβλητο.

Σήμερα αντιθέτως, και ιδίως στη Γαλλία, το επίκεντρο της προσοχής φαίνεται να έχει σταδιακά επιστρέψει προς την παραδοσιακή αριστερά και κυρίως προς εκείνη που αυτοπροσδιορίζεται ως “ριζοσπαστική” με εκφραστή τον Μελανσόν και την Ανυπότακτη Γαλλία. Η μετατόπιση αυτή των τελευταίων ετών έχει φτάσει μάλιστα στο σημείο να οδηγήσει στην εκεί προσχώρηση ενός όχι αμελητέου αριθμού πρώην αυτόνομων[8]. Ένα γεγονός αδιανόητο μέχρι και πριν από λίγα χρόνια, αφού αυτή η ελευθεριακή τάση είχε θέσει -ίσως με τον πιο ρητό τρόπο- ως δηλωμένο πολιτικό στόχο τον «θάνατο της αριστεράς»[9]. Κι ενώ για τα μέσα ενημέρωσης και τη φιλελεύθερη αριστερά κάθε πρόσχημα είναι καλό προκειμένου να αποδυναμωθεί από τα δεξιά το κόμμα του Μελανσόν, στον αντίποδα, στο στρατόπεδο των υποστηρικτών της επανάστασης, ελάχιστες φωνές υψώνονται για να θέσουν υπό αμφισβήτηση αυτή την άνευ όρων προσχώρηση.

Πώς, λοιπόν, μπορεί να εξηγηθεί αυτή η μεταβολή του κλίματος; Ένα αίσθημα κατεπείγοντος απέναντι στην άνοδο του φασισμού; Τα σοκ που προκάλεσαν οι ήττες των εξεγέρσεων; Μια διαδικασία εκφυλισμού ή αντίθετα μια μορφή ωρίμανσης του ελευθεριακού χώρου; Στη σειρά αυτή των 3 κειμένων θα επιχειρήσουμε να στοχαστούμε πάνω στις αιτίες και τις συνέπειες αυτής της επανεμφάνισης της παραδοσιακής αριστεράς ως αποδεκτής λύσης ακόμη και μέσα στους ίδιους τους επαναστατικούς κύκλους.

Στο πρώτο μέρος θα επιστρέψουμε στο ελευθεριακό κίνημα της τελευταίας δεκαετίας στη Γαλλία (1/3). Στη συνέχεια, θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τους βαθύτερους λόγους της επιστροφής της αριστεράς και ειδικότερα της αυταρχικής της εκδοχής ως απάντηση στην κρίση της ελευθεριακής σκέψης μέσα από το πρίσμα της αντεπανάστασης (2/3)[10]. Τέλος, εκκινώντας από τις υπαρκτές δυνάμεις, θα στοχαστούμε μια πιθανή σχέση από-τα-κάτω με την Ανυπότακτη Γαλλία καθώς και τις διαδρομές μέσα από τις οποίες το κίνημά μας θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε αυτό που φιλοδοξεί να είναι: ένα επαναστατικό κίνημα (3/3).

Πραγματικό κίνημα, ελευθεριακό κίνημα (1/3)

Σε αυτό το πρώτο μέρος θα επανέλθουμε στον ελευθεριακό χαρακτήρα του κύκλου των εξεγέρσεων που ζήσαμε. Και στην περίπτωση της Γαλλίας θα προσπαθήσουμε να αναλογιστούμε την πορεία της τάσης που ονομάζεται αυτονομία. Από την άνοδό της μέχρι την παρακμή της.

Το κλίμα της εποχής

Η τελευταία δεκαετία σημαδεύτηκε από ένα κύμα εξεγέρσεων και επαναστάσεων σε κάθε γωνιά του πλανήτη· τόσο πολυάριθμων και μαζικών (αριθμητικά από τις σημαντικότερες στην ιστορία μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα) ώστε να μπορούμε να μιλάμε για μια πραγματική εποχή εξεγέρσεων[11]. Παρότι κάθε συγκείμενο έχει φυσικά τις ιδιαιτερότητές του, μπορούν να εντοπιστούν πολλά κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα σε αυτά τα κινήματα. Ένα από αυτά στο οποίο θα σταθούμε εδώ είναι ο καθοριστικός ρόλος των ελευθεριακών πρακτικών, ιδεών και αγωνιστ-ρι-ών[12].

Ακόμη και όταν οι τελευταίοι-ες δεν βρέθηκαν άμεσα στην ηγεσία ή στην πρωτοβουλία των εξεγέρσεων (όπως στη Βραζιλία, την Τυνησία, την Ελλάδα, την Ισπανία, στα διάφορα κινήματα Occupy[13] ή πιο πρόσφατα στην Ινδονησία) η ίδια η ατμόσφαιρα των εξεγέρσεων αντλούσε ξεκάθαρα από την ελευθεριακή ή αναρχική σκέψη: συγκρούσεις στον δρόμο (συχνά με τη μορφή Black Bloc[14]) και λεγόμενη παρανομία, πρακτικές εδαφικής κατάληψης (κτίρια, πλατείες, γειτονιές, πόλεις), κεντρικότητα της αυτοοργάνωσης, του αυθορμητισμού και της ομάδας συγγένειας (affinity group)[15] ως βασικής μονάδας οργάνωσης, μη δηλωμένες διαδηλώσεις[16], άρνηση της ηγεσίας και της αντιπροσώπευσης, απόρριψη του αυταρχισμού και έμπρακτη οριζοντιότητα, άρνηση ιεράρχησης των αγώνων, χώρος για το χιούμορ και την άγρια τέχνη, επιθυμία για άμεση αλλαγή -όχι παραπομπή της στο αύριο- και φυσικά δυσπιστία έως και ανοιχτή εχθρότητα απέναντι στους θεσμούς της παραδοσιακής αριστεράς κ.λπ.

Ένα σύνολο χαρακτηριστικών που τα συναντήσαμε σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη: στο Χονγκ Κονγκ (2019), στη Μιανμάρ (2020), στη Συρία (2011), στη Λευκορωσία (2020), στο Σουδάν (2018) για να αναφέρουμε μόνο ορισμένα παραδείγματα. Σε αρκετά από αυτά τα κινήματα, η αδυναμία, η απόρριψη ή ακόμη και η πλήρης απουσία της αριστεράς (μαζί με τις περιοριστικές ή/και φολκλορικές μορφές των παραδοσιακών της οργανώσεων) άνοιξε τον δρόμο για την ανάπτυξη μιας πολιτικής της καθημερινότητας μερικώς χειραφετημένης· και ακριβώς γι’ αυτό ικανής, επιτέλους, να επινοήσει εκ νέου μορφές οργάνωσης και ιδέες και, κυρίως, να ξαναγίνει απειλή.

Αν κοιτάξει κανείς προς τα πίσω, και πέρα από το γαλλικό πλαίσιο, γίνεται σαφές ότι, πράγματι, χωρίς όλοι-ες να αυτοπροσδιορίζονται ως αυτόνομοι ή αναρχικές, να υψώνουν μαύρες σημαίες ή να φορούν adidas, κάτι στην κοινή λογική του πραγματικού κινήματος[17] είχαν αναμφίβολα κάτι το ελευθεριακό. Αξίζει να τονιστεί ότι αυτές οι ιδέες και, κυρίως, αυτές οι πρακτικές ξεχείλισαν πολύ πέρα από τους παραδοσιακούς αναρχίζοντες χώρους και εμφανίστηκαν στο εσωτερικό του πραγματικού, μη κομματικού κινήματος[18], σε όλες τις εξεγερμένες του εκφάνσεις[19]. Το ίδιο συνέβη και σε άλλους πολιτικούς χώρους ή κινήματα: στο φεμινιστικό και το queer κίνημα, στο οικολογικό κίνημα, στο κίνημα για την εναλλακτική παγκοσμιοποίηση, στο κουρδικό κίνημα κ.ά. – όλα διαποτίστηκαν από ένα ελευθεριακό ρεύμα. Δεν είναι τυχαίο ότι το PKK και οι Ζαπατίστας, δύο από τις τελευταίες μαζικές επαναστατικές οργανώσεις της εποχής μας, αμφότερες προερχόμενες ιστορικά από τον μαρξισμό-λενινισμό, στράφηκαν ιδεολογικά προς την ελευθεριακή σκέψη.

Ξεπερνώντας κατά πολύ τα μικρά σχήματα ή τις προϋπάρχουσες αναρχικές εμπειρίες, στις πιο προωθημένες εξεγέρσεις αυτό το κλίμα της εποχής πήρε λαϊκή και μαζική μορφή, αγγίζοντας εκείνο που θεωρούμε κατεξοχήν ελευθεριακό ορίζοντα: την ανάδυση μορφών λαϊκής εξουσίας. Δηλαδή τη συγκρότηση χώρων αυτοκυβέρνησης (κομμούνες, caracoles, εδαφικά συμβούλια, λαϊκές συνελεύσεις κ.λπ.) όπου οι άνθρωποι ανέλαβαν στα χέρια τους την εξουσία στην καθημερινότητά τους και στον τόπο τους, χωρίς κανένα κόμμα ή κράτος να τους υπαγορεύει τι πρέπει να κάνουν· χώρων όπου ασκείται, χωρίς αναβολή, η ικανότητα της αυτοκυβέρνησης και η ανάληψη -έστω και μερική- του ελέγχου της ίδιας της ζωής, της καθημερινότητας και της αναπαραγωγής της.

Κάτι τέτοιο συνέβη (ακόμη σε εμβρυακή και συχνά αδέξια μορφή) στις πλατείες της Τύνιδας, της Νέας Υόρκης, του Μαϊντάν, του Ταχρίρ κ.λπ.· στους κυκλικούς κόμβους των Κίτρινων Γιλέκων· στις εδαφικές και φεμινιστικές συνελεύσεις στη Λατινική Αμερική· αλλά και στη Συρία, σε κλίμακα ολόκληρων πόλεων, μέσα από τα τοπικά επαναστατικά συμβούλια στα εδάφη όπου το καθεστώς Άσαντ είχε αποσυρθεί.

Και τέλος, πιθανότατα στην πιο προωθημένη του εκδοχή στο Σουδάν, με τη μορφή επιτροπών αντίστασης οργανωμένων σε επίπεδο ολόκληρων γειτονιών, ικανών όχι μόνο να οργανώσουν την ίδια την επανάσταση αλλά και να επιχειρήσουν να χαράξουν τη συνέχειά της, μέσα από τη συλλογική συγγραφή μιας «Επαναστατικής Χάρτας για την Εξουσία του Λαού»[20]. Εκείνο που μέχρι τότε αποτελούσε έναν μακρινό και συχνά φαντασμαγορικό ορίζοντα για τόσους ελευθεριακούς, υπό το όνομα Κομμούνα[21], πήρε ξαφνικά σάρκα και οστά σε πολλές από τις επαναστάσεις της εποχής μας (συχνά χωρίς οι ίδιοι να το συνειδητοποιούν) και μάλιστα σε μια κλίμακα σπάνιας ιστορικής έντασης.

Ωστόσο, ανίκανες να ασκήσουν διαρκή επιρροή στη συνέχεια των εξεγέρσεων και φτάνοντας στα ίδια τους τα όρια, στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, αυτές οι νέες, εδαφικά ριζωμένες μορφές τοπικής εξουσίας είτε συντρίφθηκαν από την αντεξέγερση είτε παραμερίστηκαν σταδιακά από τις ανακτήσεις τόσο της αριστεράς[22] όσο και της δεξιάς[23] ή, πιο απλά, εξαντλήθηκαν.

Η επιστροφή της άγριας πολιτικής

Οι ελευθεριακές εξεγέρσεις και η ανάδυση εμβρυακών μορφών λαϊκής εξουσίας δεν αποτελούν ιστορική εξαίρεση. Πολλές περίοδοι έχουν γνωρίσει τέτοιου τύπου αποσυντακτικές[24] εκρήξεις, όπου το πραγματικό κίνημα υπερκεράζει τα εμπόδια που έχουν υψωθεί μπροστά του, όχι μόνο από την κατεστημένη εξουσία αλλά και από τη δήθεν αντιπολίτευσή της. Η δεκαετία του ’60–’70 δεν είναι παρά μία από τις πιο γνωστές στιγμές αυτής της δυναμικής, με τη ριζική απόρριψη της σταλινικής και σοβιετικής αριστεράς από μεγάλο τμήμα της νεολαίας και του εργατικού κινήματος.

Η τελευταία δεκαετία, έτσι, σηματοδότησε την επιστροφή αυτού που ο Charles Reeve ονομάζει «άγριο σοσιαλισμό»[25], ο Jean Tible «άγρια πολιτική»[26] ή ο Pacôme Thiellement «οι χωρίς βασιλιά»[27]. Πρόκειται για μορφές έκφρασης της εξέγερσης που επιχειρούν να ζήσουν την επανάσταση εδώ και τώρα, που αρνούνται τη μεσολάβηση θεσμών ακόμη και αριστερών, και που αναδύονται σε αντιπαράθεση τόσο με τον αυταρχισμό και τον συντηρητισμό του συστήματος όσο και με τον ιστορικό του εχθρό στο εσωτερικό του ίδιου του στρατοπέδου: τον σοσιαλισμό των αρχηγών – μια λογική που θεωρεί ότι το πραγματικό κίνημα οφείλει να καθοδηγείται από μια «φωτισμένη» πρωτοπορία (τους αρχηγούς) προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του.

Οι λόγοι για αυτή την επιστροφή του ελευθεριακού κινήματος είναι πολλοί[28] και, παρότι δεν θα τους αναπτύξουμε εδώ διεξοδικά, μπορούμε να σταθούμε σε μία υπόθεση που θεωρούμε κεντρική. Σε πολλές από τις χώρες όπου ξέσπασαν εξεγέρσεις, οι κοινωνίες είχαν ήδη γνωρίσει από πρώτο χέρι «την αριστερά» (σοσιαλιστική, κομμουνιστική, δημοκρατική) στην εξουσία. Και αυτή η εμπειρία συχνά ταυτίστηκε είτε με έναν αυταρχικό εφιάλτη στη ριζοσπαστική της εκδοχή (Συρία, Λευκορωσία, Ουκρανία, Χονγκ Κονγκ, Λιβύη, Καζακστάν) είτε στη φιλελεύθερη εκδοχή της με μια μακρά αλυσίδα προδοσιών και συμβιβασμών με την καπιταλιστική εξουσία (τα «σοσιαλιστικά» κόμματα στη Γαλλία, την Ισπανία, την Ελλάδα κ.λπ., η Convención στη Χιλή, οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ κ.ά.).

Έτσι, με τη λήξη της εφήμερης περιόδου του «τέλους της Ιστορίας» που υποτίθεται ότι σφράγιζε την οριστική νίκη του φιλελευθερισμού και του καπιταλισμού επί του κομμουνισμού αλλά που στην πράξη διήρκεσε, στην καλύτερη περίπτωση, από την πτώση του Τείχους το 1989 έως την εξέγερση των Ζαπατίστας το 1994 και τη στιγμή που οι λαοί εξεγέρθηκαν εκ νέου απέναντι στην άδικη και αβίωτη τάξη της Αυτοκρατορίας, ο κόσμος στράφηκε κυρίως προς τα ελάχιστα διαθέσιμα σημεία αναφοράς που μπορούσαν ακόμη να ενσαρκώσουν την αντίσταση χωρίς να έχουν πλήρως απαξιωθεί: αφενός, τη σκέψη και κυρίως την πρακτική του ελευθεριακού ή αναρχίζοντος κινήματος· Αλλά και τον ισλαμισμό, πολύ πιο συγκροτημένο ιδεολογικά και οργανωτικά και με σαφείς προτάσεις για το «μετά» της εξέγερσης.

Η στάση της μεγάλης πλειονότητας της παγκόσμιας αριστεράς απέναντι σε αυτόν τον κύκλο εξεγέρσεων επιβεβαίωσε, σε μεγάλο βαθμό, την αρχική δυσπιστία. Όταν οι εξεγέρσεις δεν αντλούσαν επαρκώς από τα «κλασικά» αριστερά συμφραζόμενα (κόκκινες σημαίες, παραδοσιακά τραγούδια, καθιερωμένα συνθήματα) η αριστερά υιοθετούσε μια στάση αδιαφορίας (όπως στο Σουδάν και τη Μιανμάρ, πιθανότατα και λόγω ρατσισμού) ή περιφρόνησης (απέναντι στα Κίτρινα Γιλέκα τόσο στο εξωτερικό όσο και στην ίδια τη Γαλλία). Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα η στάση αυτή μετατράπηκε σε ανοιχτά αντεπαναστατική όταν οι ίδιες οι εξεγέρσεις έρχονταν σε σύγκρουση με τα γεωπολιτικά της δόγματα. Έτσι, δεν ήταν σπάνιο η αριστερά να στηρίζει ρητά ή σιωπηρά την αντεπανάσταση στις περιπτώσεις του Χονγκ Κονγκ (2019), του Ιράν (2019, 2022), της Συρίας (2011), του Λιβάνου (2019) ή της Ουκρανίας (2014)[29]. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στη Χιλή (2019), την Ισπανία (2011) ή την Ελλάδα (2011), μια αριστερά που αυτοπαρουσιάστηκε ως ριζοσπαστική, νέα και σε ρήξη με τη φιλελεύθερη εκδοχή της, συνάντησε πολύ μικρότερη αμφισβήτηση μέσα στις εξεγέρσεις, κατορθώνοντας ακόμη και να εμφανιστεί ως συνέχειά τους, εξασφαλίζοντας έτσι πρόσβαση στην εξουσία. Αυτό αναπόφευκτα προσέλκυσε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη διεθνή αριστερά. Ωστόσο, και σε αυτές τις περιπτώσεις, οι νέοι-ες εκλεγμένοι-ες έσπευσαν να μοιάσουν με τους πολιτικούς που διακήρυσσαν ότι πολεμούν: ανίκανοι-ες όχι μόνο να ανατρέψουν αλλά ούτε καν να ραγίσουν το status quo.

Γαλλία: Ακμή και πτώση της αυτονομίας

Ας επιστρέψουμε, όμως, στη γαλλική περίπτωση. Από τις αρχές του αιώνα, η Γαλλία -όπως η Χιλή, το Σουδάν, το Ιράν και τόσες άλλες χώρες- αποτέλεσε πεδίο μιας σταδιακής κλιμάκωσης του πραγματικού κινήματος. 2005: εξέγερση των προαστίων για τον Zyed και τον Bouna[30]. 2006: κίνημα ενάντια στο CPE[31]. 2008–2018: αγώνας ενάντια στο αεροδρόμιο της Notre-Dame-des-Landes και το κίνημα των ZAD[32]. 2016: κίνημα ενάντια στον νόμο για την εργασία[33]. 2016: δολοφονία του Adama Traoré[34]. 2017: βιασμός του Théo[35] και κίνημα ενάντια στην αστυνομική βία. 2017: κίνημα #MeToo. 2017: τα φεμινιστικά κολλάζ ενάντια στις γυναικοκτονίες[36] και πολλά ακόμη. Για πάνω από μια δεκαετία, διαδέχθηκαν το ένα το άλλο κινήματα αμφισβήτησης όλο και πιο εφευρετικά και υπονομευτικά απέναντι στην κατεστημένη τάξη.

Όπως και αλλού, αυτή η σειρά από αγώνες συνοδεύτηκε κι από τη διάχυση ελευθεριακών ιδεών και πρακτικών. Και ένα κίνημα ειδικότερα βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο: το αυτόνομο κίνημα. Η αυτονομία ως πολιτικό ρεύμα είναι εσκεμμένα δύσκολο να οριστεί. Ο όρος χρησιμοποιείται εδώ για να περιγράψει αυτό το πολιτικό ρεύμα του οποίου η ιστορική καταγωγή ανάγεται άμεσα στο ιταλικό αυτόνομο κίνημα της δεκαετίας του ’70[37], και το οποίο συγκροτείται γύρω από ένα σύνολο αρχών, πρακτικών και κωδίκων: αντικρατισμός και αντικαπιταλισμός, ρήξη με τα κόμματα και τα συνδικάτα (που νοούνται ως θεσμοί συμβιβασμένοι με το σύστημα), παρανομία, καταλήψεις, κλοπή και αυτομείωση τιμών[38], άρνηση του διαχωρισμού ανάμεσα στην πολιτική και τη ζωή, πρακτική της εξέγερσης, απόρριψη της ιδεολογίας (τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο) και του αυταρχισμού. Και φυσικά μια βαθιά πίστη στην επανάσταση ως αναγκαία ρήξη, η οποία οφείλει να πραγματώνεται εδώ και τώρα και όχι να αναβάλλεται μέχρι να «ωριμάσουν οι αντικειμενικές συνθήκες» όπως υποστήριζαν πολλές σοσιαλιστικές οργανώσεις του 20ού αιώνα.

Πέρα από τη δική της ιστορία και αισθητική, οι φιλοσοφικές και πολιτικές ρίζες της αυτονομίας διαπλέκονται με τον αναρχισμό και με ορισμένα ετερόδοξα ρεύματα του κομμουνισμού. Φυσικά στο εσωτερικό της αυτονομίας συνυπάρχουν διαφορετικές τάσεις. Οι δύο βασικές γραμμές εκκίνησης ανάγονται αφενός σε αυτό που οι Ιταλοί-ές ονόμαζαν εργατική αυτονομία, μαρξιστική, εργατισμός και αφετέρου στη λεγόμενη διάχυτη αυτονομία, πιο κοντά στον αναρχισμό, τον εξεγερτισμό, τον μεταμοντερνισμό ή τον σιτουασιονισμό. Στη Γαλλία, αυτές οι δύο τάσεις και κυρίως η δεύτερη, ενσαρκώθηκαν ιδιαίτερα στις ZAD, στο cortège de tête[39], στα κείμενα του Comité Invisible[40], στην εμπειρία των δικτύων mutu[41], καθώς και στην άνθηση λαϊκών καντινών, πολιτικών κοινοτήτων, ομάδων συγγένειας κ.ά.

Το ρεύμα της αυτονομίας που γνώρισε τη μεγαλύτερη απήχηση και προβολή τόσο σε εθνικό όσο και εν μέρη σε διεθνές επίπεδο ονομάστηκε από τους επικριτές του «Απελισμός» (Appellisme) σε αναφορά στο ιδρυτικό κείμενο αυτής της τάσης, το Appel[42] [43], γραμμένο το 2003. Αν και η θεωρητική του αφετηρία εντοπίζεται στο περιοδικό Tiqqun (1999)[44], το ρεύμα αυτό έγινε κυρίως γνωστό μέσα από τα τρία βιβλία που υπογράφονται από το Comité Invisible και μέσα από την «υπόθεση του Tarnac»[45]. Για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτέλεσε μία από τις πιο οργανωμένες και μαζικές τάσεις[46] της αυτονομίας.  Παρότι οι ίδιοι οι «απελιστές» αρνούνται κάθε κατηγοριοποίηση και χλευάζουν την ιδέα ότι μπορεί να υπάρχει κάτι όπως ο «απελισμός», μπορούμε ωστόσο να επιχειρήσουμε (αναγκαστικά αποσπασματικά[47]) να περιγράψουμε ορισμένους από τους αρχικούς στόχους που διατυπώνονται στα κείμενα αναφοράς:

  1. την προσπάθεια επανασύνδεσης της κατασκευής και της καταστροφής στο εσωτερικό του αυτόνομου κινήματος,
  2. την επαναφορά της έννοιας της στρατηγικής σε μια περίοδο όπου αυτή απουσίαζε συχνά από ορισμένες αντιεξουσιαστικές ιδεολογίες,
  3. την εκ νέου σκέψη του μακρού χρόνου της επαναστατικής οικοδόμησης, χωρίς επιστροφή σε μια κλασική και άκαμπτη αντίληψη του κόμματος.

Η «καταστροφή της αριστεράς» αποτελούσε τότε λογικό επακόλουθο όλων αυτών. Για να μπορέσουν αυτές οι προοπτικές να επιβληθούν έπρεπε να μπει οριστικό τέλος στην αιώνια επιστροφή της αριστεράς ως της μοναδικής δυνατής διεξόδου των κινημάτων εξέγερσης[48]. Από αυτή τη θέση προέκυπτε μια στρατηγική που συνδύαζε συγκρουσιακές παρεμβάσεις στον δρόμο, τη συγκρότηση στρατηγικών υποκειμένων λόγου και παρέμβασης (αρχικά υπό διαφορετικά ονόματα και σε διαφορετικά συμφραζόμενα και στη συνέχεια σε μεγαλύτερη κλίμακα μέσω του Comité Invisible), την παρεμπόδιση των στιγμών ανασυγκρότησης της αριστεράς, καθώς και τη δημιουργία μιας σειράς χώρων και υλικών μέσων, οργανικά συνδεδεμένων μεταξύ τους από αυτή τη στρατηγική προοπτική.

Για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου, κεντρικής σημασίας υπήρξε η αναζήτηση νέων μορφών οργάνωσης, ιδίως μέσα από κάτι σαν ένα συνωμοτικό κόμμα, ελάχιστα θεσμοποιημένο και μη δημόσιο. Το σχήμα αυτό αποτελούνταν από πολλαπλές πολιτικές συλλογικότητες, παρούσες σε περίπου σαράντα πόλεις στη Γαλλία και διεθνώς. Συμμετέχοντας στους περισσότερους από τους μεγάλους κραδασμούς της περιόδου, από τα κοινωνικά κινήματα στη Γαλλία έως τις εξεγέρσεις στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ και ακόμη και σε χώρες του αραβικού κόσμου, αυτή η εμπειρία, ταυτόχρονα διχαστική[49] και κινητήρια δύναμη για το σύνολο της αυτονομίας, έπαψε να υφίσταται ως οργανωμένη δύναμη το 2018. Η κατάληξή της οφειλόταν σε εσωτερικές αντιφάσεις που οξύνθηκαν από στρατηγικές διαφωνίες γύρω από το τι έπρεπε να ακολουθήσει μετά τη νίκη της ZAD της Notre-Dame-des-Landes· από την είσοδο του φεμινισμού και της διαθεματικότητας στο πεδίο μιας αυτονομίας που έως τότε τα είχε σε μεγάλο βαθμό αποκλείσει· και τέλος από τη ρήξη ανάμεσα στου-ι-ς υποστηρίκτ-ρι-ες μιας μακροπρόθεσμης εδαφικής υπόθεσης και σε εκείνου-ε-ς που προέκριναν μια επιθετική, μητροπολιτική μορφή, ασαφή και ακριβώς γι’ αυτό ελάχιστα ριζωμένη.

Παρά το τέλος αυτής της εμπειρίας, ένα σημαντικό μέρος των ιδεών της, για παράδειγμα μέσα από τον ιστότοπο lundimatin, το μέσο Contre-Attaque, τις εκδόσεις La Tempête, καθώς και η υλική υποδομή που συγκροτήθηκε με την πάροδο των ετών (χώροι, δίκτυα, αγωνιστ-ρι-ές στη Γαλλία και αλλού) εξακολουθούν να υφίστανται. Παράλληλα συναντά κανείς ορισμένα πρώην μέλη αυτής της «συντροφικότητας» σε πλήθος πολιτικών χώρων που επιχειρούν, με δυσκολία, να υπερβούν τα όρια στα οποία προσέκρουσε το επαναστατικό κίνημα (Soulèvements de la Terre, Syndicat de la Montagne limousine κ.ά.).

Η αυτονομία, σε όλες τις εκφάνσεις της, συμμετείχε ενεργά στους περισσότερους αγώνες της περιόδου 2005-2018. Το ευρύ κοινό τη γνώρισε κυρίως μέσα από τις επιθετικές πρακτικές του black bloc ή των antifa. Και παρότι οι σωματικές συγκρούσεις με την αστυνομία και οι καταστροφές σε διαδηλώσεις αποτέλεσαν ένα σημαντικό ακόμη και συστατικό στοιχείο του αυτόνομου κινήματος, δεν ήταν παρά η πιο ορατή και πιο εμπορεύσιμη για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης όψη ενός ευρέος κινήματος με ποικιλία πρακτικών. Η διεύρυνση και οι συναντήσεις με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα πραγματοποιούνταν συχνά στο πλαίσιο παραδοσιακών κινητοποιήσεων που εκκινούσαν από την αριστερά[50] (CPE 2005, κίνημα για τις συντάξεις 2010-2011, νόμος για την εργασία 2016, καταλήψεις πανεπιστημίων το 2018). Εκείνο που προσέλκυσε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας δεν ήταν τόσο τα αιτήματα, όσο οι ίδιες οι πρακτικές, η υπονόμευση της παραδοσιακής ιδίως αριστερής πολιτικής και η ριζοσπαστικότητα των αυτόνομων αγωνιστ-ρι-ών. Πρώτα απ’ όλα, γοητεύτηκε μια νεολαία μεσαίας τάξης των μεγάλων πόλεων, ολοένα και πιο επισφαλής και με ελάχιστες προοπτικές αλλά και τμήματα μιας μεγαλύτερης σε ηλικία μεσαίας ή λαϊκής τάξης, πολιτικοποιημένης προς τα αριστερά, πλην όμως βαθιά απογοητευμένης από την κυβέρνηση Hollande και τις διαδοχικές της υποχωρήσεις και συμβιβασμούς.

Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ανόδου του πραγματικού κινήματος είδαμε την συνδικαλιστική και εκλογική αριστερά, που έως τότε κατείχε ηγεμονική θέση στο πεδίο της κοινωνικής αμφισβήτησης να συρρικνώνεται σταδιακά έως ότου ξεπεράστηκε από αγωνιστ-ρι-ές και εξεγερμένου-ε-ς χωρίς κομματική ένταξη. Μια πληθώρα μικρών ομάδων, πολιτικών συλλογικοτήτων, κύκλων φίλων, μαθητών λυκείου, συναδέλφων, συνδικαλιστ-ρι-ών σε ρήξη με τις ηγεσίες τους διεύρυναν λίγο-λίγο αυτό που προηγουμένως δεν ήταν παρά ένας περιορισμένος χώρος λίγων χιλιάδων ανθρώπων. Και ήταν ακριβώς με αφορμή τον νόμο για την εργασία που οι αυτόνομοι-ες αγωνιστ-ρι-ές (και ειδικότερα το απελιστικό τους ρεύμα) και οι ιδέες τους έγιναν πιο ορατές και πιο ηχηρές στο εσωτερικό της γενικευμένης αμφισβήτησης. Οι τοίχοι γέμισαν με αυτόνομα συνθήματα[51], οι συνελεύσεις στα πανεπιστήμια που συνήθως ελέγχονταν από την παραδοσιακή αριστερά (UNEF[52], NPA[53]) κατέστησαν αδύνατες εξαιτίας των παρεμβάσεών τους, οι αποκλεισμοί ξεκινούσαν ή ενισχύονταν μαζικά από αυτού-έ-ς, ενώ οι δρόμοι, οι άγριες διαδηλώσεις και οι συναντήσεις διαφορετικών ελευθεριακών ρευμάτων κατά τη διάρκεια του Nuit Debout[54] συνέθεταν ένα νέο τοπίο αγώνα. Και φυσικά αναδύθηκε η πιο εμβληματική μορφή αυτών των χρόνων της αυτονομίας: το cortège de tête.

Αρνούμενοι να συνεχίσουν να παρελαύνουν πειθαρχημένα πίσω από τα συνδικάτα και τα κόμματα, αυτόνομοι-ες αγωνίστ-ρι-ες και ανυπότακτοι-ες μαθήτ-ρι-ες πήραν την κεφαλή των πορειών κατά τη διάρκεια του κινήματος ενάντια στον νόμο για την εργασία, με σφοδρές συγκρούσεις, αρχικά με τις περιφρουρήσεις των συνδικάτων και στη συνέχεια με την αστυνομία. Ωστόσο μετά από λίγες διαδηλώσεις τα συνδικάτα εγκατέλειψαν τελικά την κεφαλή και σε πολλές γαλλικές πόλεις γίναμε μάρτυρες πορειών όπου μια κεφαλή εορταστική, επιθετική και χωρίς κομματικές ή συνδικαλιστικές σημαίες, αυτόνομη με την πρωταρχική έννοια του όρου, ήταν δύο ή και τρεις φορές πολυπληθέστερη από το συνδικαλιστικό μπλοκ[55]. Κάθε ένα από αυτά τα κοινωνικά κινήματα και ιδίως εκείνο ενάντια στον νόμο για την εργασία, άφησε πίσω του ένα πλήθος μικρότερων, περισσότερο ή λιγότερο τοπικών κινητοποιήσεων: άγριες απεργίες[56], την άνθηση εκατοντάδων μικροομάδων, καταλήψεις πανεπιστημίων ή άδειων κατοικιών, τη δημιουργία αυτόνομων μέσων ενημέρωσης, λαϊκών καντινών κ.ο.κ.

Κατά τη γνώμη μας, αν η αυτονομία υπήρξε ισχυρή κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας και διογκώθηκε σε τέτοιο βαθμό, αυτό δεν οφειλόταν στο ότι «στρατολόγησε» νέα μέλη ούτε στο ότι διέθετε ιδιαίτερα ισχυρή προπαγάνδα, μεγάλα μέσα ή κάποια εξαιρετικά επεξεργασμένη στρατηγική. Οφειλόταν πρωτίστως στο ότι κατανοούσε και συμμεριζόταν τα αποσυντακτικά αισθήματα της εποχής της: την απόρριψη της πολιτικής των πολιτικών, αριστεράς συμπεριλαμβανομένης. Τη διάθεση για πράξη αντί για ατέρμονη συζήτηση. Την επιθυμία για ρήξη με το status quo: για την ανατροπή καθεστώτων, μικρών βασιλιάδων, πολιτικών και θεσμών. Και στο ότι ήταν σε θέση να μετασχηματίζει σε πράξη ιδέες και τάσεις προς δράση που ήδη υπήρχαν διάχυτες μέσα στην κοινωνία.

Σε αυτό εντοπίζουμε και τον λόγο της πολιτισμικής της επιτυχίας. Τα πιο οργανωμένα τμήματα άσκησαν πράγματι ουσιαστική επιρροή στα συνθήματα και στις κατευθύνσεις αυτών των κινημάτων χωρίς όμως ποτέ να επιχειρήσουν να τα ηγηθούν ή να εμφανιστούν ως εκπρόσωποί τους. Είτε από απόρριψη του πρωτοποριασμού είτε από επίγνωση ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, δεδομένου του βαθμού δυσπιστίας απέναντι σε κάθε μορφή ηγεσίας στο εσωτερικό όλων αυτών των κινημάτων. Θα μπορούσε κανείς να το συνοψίσει λέγοντας ότι το αυτόνομο κίνημα κατόρθωσε, τουλάχιστον εν μέρει, να συγχωνευθεί με το πραγματικό κίνημα και να γίνει όντως το νερό και όχι το ψάρι μέσα στο νερό[57]. Προσφέροντάς μας έτσι μια φευγαλέα ένδειξη του πώς θα μπορούσε να μοιάζει ένα επαναστατικό κίνημα.

Δυστυχώς, τότε όπως και σήμερα, ελάχιστοι-ες αυτόνομοι-ες αγωνιστ-ρι-ές, και εμείς οι ίδιοι-ες ανάμεσά τους, κατανόησαν πλήρως τη θέση που κατείχαν οι ιδέες μας στο εσωτερικό του πραγματικού κινήματος. Και, όπως συνέβη και σε άλλες χώρες (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Βραζιλία όπου οι ελευθεριακοί βρέθηκαν στην απαρχή της εξέγερσης του 2013) αποδείχθηκαν ανίκανοι-ες να δώσουν συνέχεια, να «επιβεβαιώσουν το εγχείρημα» και να καταστούν πραγματικά απειλητικοί-ές για τις ελίτ, όχι περιστασιακά αλλά σε βάθος χρόνου.

Απρόσμενα για πολλούς, η συνέχεια και η εμβάθυνση αυτών των κινημάτων και άρα η πραγματική απειλή, προήλθαν από απρόσμενα εδάφη. Και η έλευση εκείνου που η αυτονομία ανέμενε διαχρονικά, μιας λαϊκής εξέγερσης, σήμανε ταυτόχρονα και το τέλος της αυτονομίας όπως τη γνωρίζαμε.

Μαζικοποίηση και πτώση της αυτονομίας: τα Κίτρινα Γιλέκα[58]

Το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων αποτέλεσε ταυτόχρονα την επιβεβαίωση της προσέγγισης και των πρακτικών της αυτονομίας: μη δηλωμένες διαδηλώσεις, επιθετικότητα, έξοδος από τις παραδοσιακές μορφές διαμαρτυρίας, εδαφικές καταλήψεις, κατασκευή καλυβών, άρνηση της εκπροσώπησης τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά και μια ρητά διατυπωμένη επιθυμία για επανάσταση. Ένα μαζικό, αυτόνομο κίνημα χωρίς κεφαλαίο Α (καθώς δεν συνδεόταν με την ιδεολογία και την ιστορική παράδοση της Αυτονομίας)· αλλά παραδόξως ήταν και η στιγμή που είδαμε τους αυτόνομους να περνούν στην οπισθοφυλακή του πραγματικού κινήματος. Με την έννοια ότι προσπάθησαν περισσότερο να ακολουθήσουν και να κατανοήσουν την εξέγερση, παρά να τη διαμορφώσουν πολιτισμικά και πρακτικά.

Με ελάχιστη παρουσία στους κυκλικούς κόμβους[59], στις δομές ηγεσίας του κινήματος ή στις προτάσεις για τη συνέχειά του (όπως το RIC[60]), οι αυτόνομοι βρέθηκαν αρχικά, όπως και η πλειονότητα της αριστεράς, κυρίως σε μια θέση κριτικής απόστασης[61]. Και παρότι, εδώ κι εκεί, ένα μέρος τους συμμετείχε ενεργά με διαφορετικούς τρόπους (Maison des Peuples του Saint-Nazaire[62], ομάδα του Rungis[63], καλύβες στο Montreuil ή στο Commercy[64], η εμφάνιση του μέσου Cerveaux non disponibles[65], η εφημερίδα Jaune[66] στην Τουλούζη, το καραβάνι των Κίτρινων Γιλέκων στο οροπέδιο της Limousine[67], για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα), η μεγάλη πλειονότητα των αυτόνομων περιορίστηκε στη συμμετοχή στις διαδηλώσεις. Υιοθέτησαν έτσι μια στάση εντυπωσιακά κοντινή σε εκείνη που ιστορικά κατηγορούσαν στους αριστερίστικους χώρους: μια στάση υπεροπτική, άβολη απέναντι στην επαφή με το λαϊκό και το «ακάθαρτο», παγιδευμένη στις ίδιες της τις πρακτικές, καχύποπτη απέναντι στο νέο, χρησιμοποιώντας ένα λεξιλόγιο δυσνόητο και έντονα ιδεολογικό. Ακόμη κι αν οι απελιστές προσχώρησαν ίσως πιο γρήγορα στο κίνημα από τα πρώτα του βήματα[68], ακόμη κι εκείνοι-ες που υποτίθεται ότι ήταν οι πιο «προετοιμασμένοι-ες» για την εξέγερση αφού την είχαν προαναγγείλει[69], άσκησαν τελικά σχεδόν μηδενική επιρροή όταν αυτή πράγματι ξέσπασε. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η δύναμη που είχαν οικοδομήσει τα προηγούμενα χρόνια δεν υπήρχε πια ως τέτοια. Υπονομευμένοι από εσωτερικές διαιρέσεις, παρέμειναν ανίκανοι να προτείνουν μια συντονισμένη και ουσιαστικά αποτελεσματική προσέγγιση του γεγονότος.

Και αν μετά τα πρώτα βήματα του κινήματος προτάθηκαν από την αυτονομία ορισμένες απόπειρες, δύο σημαντικά γεγονότα στα οποία δεν θα επανέλθουμε εδώ αναλυτικά, όπως η απόπειρα της συνέλευσης των συνελεύσεων[70] [71] καθώς και η διαδήλωση στα Ηλύσια Πεδία στις 16 Μαρτίου 2019[72], η αυτονομία δεν κατάφερε να συναντήσει πραγματικά το κίνημα. Δηλαδή να συγκλονιστεί από αυτό και κατά συνέπεια να μετασχηματιστεί από το ίδιο το γεγονός. Μοναδικός τρόπος άλλωστε για να μπορέσει στη συνέχεια να μετασχηματίσει και την ίδια την εξέγερση. Ύστερα από μια δεκαετία ανόδου οι αυτόνομοι βρέθηκαν τότε απογυμνωμένοι, αν όχι αποσβολωμένοι, μπροστά στην πραγματική εμφάνιση ενός εξεγερσιακού κινήματος. Σαν να μην το πίστευε κανείς στ’ αλήθεια πριν το ζήσει.

Αυτό το χαμένο ραντεβού και ο αντίκτυπός του στο ελευθεριακό κίνημα μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, περισσότερο ακόμη και από την πανδημία του Covid που συχνά επικαλείται κανείς για να εξηγήσει την εξέλιξη αυτή, τα Κίτρινα Γιλέκα υπήρξαν η βασική αιτία της παρακμής του οργανωμένου τμήματος του πραγματικού κινήματος που προϋπήρχε αυτών. Σε όλη του την ποικιλομορφία. Πώς συνεχίζει κανείς μετά από αυτό;

Πώς επιστρέφει στις διαδηλώσεις; Πώς κατανοεί αυτή την αδυναμία και αυτή την καθυστέρηση; Ποια ήταν τελικά τα πραγματικά όρια του κινήματος; Δεν είναι τυχαίο ότι το cortège de tête δεν θα επανεμφανιστεί μετά από εκείνη την περίοδο ή, όταν επανεμφανιστεί, θα το κάνει σε μια τελετουργική, ακίνδυνη και άχαρη μορφή.

Αν από εκείνη την ημέρα επιμένει ένα αίσθημα χαμένης ευκαιρίας, δεν χρειάζεται να είμαστε υπερβολικά σκληροί με του-ι-ς εαυτού-έ-ς μας. Οι στιγμές εξέγερσης τέτοιας κλίμακας είναι συχνά απρόβλεπτες και εκ των υστέρων λειτουργούν ως στιγμές βαθιού κλονισμού και ανασύνθεσης των επαναστατικών χώρων. Το ’68 υπήρξε μια τέτοια στιγμή, που οδήγησε στην ανάδυση της αυτονομίας στην Ιταλία, η Άνοιξη των Λαών του 1848 αποτέλεσε αντίστοιχα το έδαφος για τη συγκρότηση ενός οργανωμένου εργατικού κινήματος κ.ο.κ. Σε τέτοιες στιγμές, η θεωρία συχνά διαρρηγνύεται από την πραγματικότητα. Περιμέναμε μια εξέγερση των λαϊκών συνοικιών ή μια καθαρά αντικαπιταλιστική εξέγερση και τελικά αυτό που εκδηλώθηκε ήταν μια λαϊκή ζακερία[73]. Προσδοκούσαμε μια μαζική οικολογική απεργία και αντ’ αυτού εμφανίστηκε ένα κίνημα ενάντια σε έναν λεγόμενο «οικολογικό» φόρο. Νομίζαμε ότι θα ήταν ο «λαός της αριστεράς» που θα ξεσηκωνόταν ενάντια στον καπιταλισμό· όμως ο λαός της αριστεράς απουσίαζε και στη θέση του εξεγέρθηκε ένας «λαός» ούτε αριστερός ούτε δεξιός αλλά παρ’ όλα αυτά βαθιά επαναστατικός, που επιχείρησε να επιτεθεί στο ίδιο το «σύστημα».

Και αν από το εσωτερικό του κινήματος προέκυψαν ελάχιστα έργα, άρθρα ή δημόσιες παρεμβάσεις ικανές να αποτυπώσουν και να επεξεργαστούν αυτά τα ερωτήματα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν έντονες εσωτερικές συζητήσεις και απόπειρες. Τα χρόνια που ακολούθησαν είδαμε να αναδύονται ορισμένα ακόμη αδέξια εγχειρήματα χωρίς ωστόσο ιδιαίτερη επιτυχία, όπως το Akira ή το Acta[74], περιορισμένα από πλήθος εσωτερικών αντιφάσεων και από μια θεωρητική και στρατηγική επεξεργασία που παρέμενε ανολοκλήρωτη.

Με το πέρασμα του χρόνου ωστόσο η στρατηγική σκέψη φάνηκε να επιβραδύνεται και τα τελευταία χρόνια γίναμε μάρτυρες μάλλον μιας αποδυνάμωσης αν όχι μιας διάχυσης της αυτονομίας. Η απουσία ενός κοινού χώρου όπου θα μπορούσε κανείς να συναντηθεί, να συζητήσει και να φανταστεί τη συνέχεια, οδήγησε ένα μέρος των αυτόνομων στο να στραφεί σε ό,τι γνώριζε καλύτερα ή σε ό,τι τους φαινόταν πιο «λογικό» για τη συγκυρία: την οικολογία για ορισμένου-ε-ς, την εδαφική συγκρότηση για άλλου-ε-ς, τον φεμινισμό ή τον διεθνισμό για άλλου-ε-ς. Συχνά αυτό σήμαινε την παραμέριση εκείνου που αποτελούσε τη βασική δύναμη της αυτονομίας: ενός οριζόντιου και επαναστατικού κινήματος που επιτίθεται σε όλες τις όψεις της ζωής και της εξουσίας. Άλλοτε βέβαια επέτρεψε την εμβάθυνση σε πτυχές του αγώνα που προηγουμένως χάνονταν μέσα σε αυτή τη συνολική φιλοδοξία της αυτονομίας να συγκρουστεί με την εξουσία σε όλα τα μέτωπα.

Σήμερα, με αξιοσημείωτη εξαίρεση τα Soulèvements de la Terre[75], που όμως απομακρύνονται σταδιακά από αυτή την παράδοση και στα οποία θα επανέλθουμε αναλυτικότερα στα δύο επόμενα κείμενα, η αυτονομία έχει καταστεί σχεδόν ανύπαρκτη ως συνεκτική δύναμη. Παραμένει εγκλωβισμένη σε μια έλλειψη προοπτικής, στρατηγικού οράματος και κυρίως εφευρετικότητας· της ποιότητας εκείνης που της είχε επιτρέψει την προηγούμενη δεκαετία να ανοίξει μια πραγματική ρωγμή στη μονοτονία του αριστερίστικου τοπίου.

Πέρα από όσου-ε-ς εξακολουθούν να αυτοπροσδιορίζονται ως αυτόνομοι-ες, η μεγάλη πλειονότητα εκείνων που είχαν συμμετάσχει σε όλα αυτά, που είχαν βρεθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μέσα σε αυτό το ισχυρό ελευθεριακό ρεύμα και που κάποια στιγμή είχαν πιστέψει ότι η επανάσταση ήταν δυνατή, επέστρεψαν στη ζωή τους. Εξαντλημένοι από την κούραση, τις δυσκολίες της καθημερινότητας, συχνά απογοητευμένοι από το αποτέλεσμα, ξανά απομονωμένοι, καταθλιπτικοί, βυθισμένοι στον κυνισμό και στο αίσθημα ανημπόριας απέναντι σε έναν κόσμο ολοένα και πιο βίαιο. Συνεχίζουν να συζητούν στο μπαρ ή στη μηχανή του καφέ, να κατεβαίνουν πού και πού σε διαδηλώσεις (όχι όλοι), σχεδόν μηχανικά, χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον. Και όχι άδικα: πώς να πιστέψει κανείς σε μια συνδικαλιστική πορεία ή σε ένα αντιφασιστικό black bloc, όταν έχει ζήσει τα Κίτρινα Γιλέκα;

Κρίση του ελευθεριακού κινήματος και επιμονή του πραγματικού κινήματος

Αν πέρα από τα Κίτρινα Γιλέκα η πανδημία του Covid συνέβαλε αναμφίβολα στην αποδυνάμωση του κινήματος αμφισβήτησης, αυτό δεν άργησε να ανακτήσει δυναμική. Οι δρόμοι ξαναγέμισαν με το κίνημα ενάντια στη μεταρρύθμιση των συντάξεων το 2022 όπου επί μήνες διαδήλωσαν πολλά εκατομμύρια άνθρωποι. Ωστόσο το κίνημα αυτό υπήρξε ταυτόχρονα ενδεικτικό της υποχώρησης της αυτονομίας και της αρχής της επιστροφής με ισχύ της παραδοσιακής αριστεράς. Ήταν ένα μαζικό κίνημα ιδίως στις μικρές και μεσαίες πόλεις, ως καθυστερημένο αποτέλεσμα των Κίτρινων Γιλέκων, όμως τα συνδικάτα παρέμειναν απολύτως κυρίαρχα στις αποφάσεις και επέβαλαν εκ νέου τον ρυθμό και τη μορφή του αγώνα. Σε αντιδιαστολή με τα προηγούμενα χρόνια οι πρακτικές αυτοοργάνωσης και η επινοητικότητα ήταν σχεδόν απούσες. «Η αυτονομία που λείπει» ακουγόταν τότε συχνά.

Αν αυτό το κίνημα ανέδειξε την αδυναμία του ελευθεριακού χώρου, το πραγματικό κίνημα από την πλευρά του δεν άργησε να υπενθυμίσει εκ νέου τις βαθιές ρωγμές και αντιφάσεις τόσο της κοινωνίας όσο και της αριστεράς. Ίσως επηρεασμένα από την εμπειρία των Κίτρινων Γιλέκων, αφού πέρασε αυτό το σχετικά κλασικό και τελικά ακίνδυνο κύμα κινητοποιήσεων τα χρόνια που ακολούθησαν είδαν διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού να εξεγείρονται διαδοχικά ενάντια στο γαλλικό κράτος. Πρώτα, η εξέγερση για τον Nahel τον Ιούνιο του 2023[76], η μεγαλύτερη εξέγερση των λαϊκών συνοικιών στην ιστορία της Γαλλίας ως προς την έντασή της, σχεδόν χίλια δημόσια κτίρια, τράπεζες και σούπερ μάρκετ πυρπολήθηκαν μέσα σε λίγες μόνο νύχτες[77]. Ακολούθησε η εξέγερση στο Kanaky[78] το 2024, η εξέγερση των αγροτών[79] το ίδιο έτος καθώς και το κίνημα στη Μαρτινίκα[80]. Αν και καθένα από αυτά τα κινήματα έφερε τα δικά του όρια[81] και κυρίως αποδείχθηκε ανίκανο να αρθρώσει έστω και μια στοιχειώδη σύγκλιση με τα υπόλοιπα, παραμένουν μια ακολουθία πέντε εξεγέρσεων, λαϊκών εκρήξεων που ξέφυγαν πλήρως από τα θεσμικά, παραδοσιακά και νόμιμα πλαίσια της διαμαρτυρίας, οι οποίες έπληξαν τη Γαλλία την περίοδο 2018-2025. Μια αλληλουχία γεγονότων που καθιστά ορατές τις ολοένα και οξύτερες αντιφάσεις της γαλλικής κοινωνίας και που καθιστά τη Γαλλία, μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μία από τις δυτικές χώρες με το υψηλότερο εξεγερσιακό δυναμικό.

Παρότι η εποχή αυτή φέρει καθαρά τη σφραγίδα της ελευθεριακής σκέψης, πρακτικής και κινηματικής δυναμικής, ανέδειξε ταυτόχρονα και τα όρια, καθώς και τα αδιέξοδα του ίδιου του κινήματος. Δυσκολία να συνδιαλλαγεί με ό,τι δεν είναι «καθαρό», δηλαδή με ό,τι δεν μοιράζεται τους ίδιους κώδικες, τις ίδιες λέξεις, την ίδια σημαία· αδυναμία σύνδεσης των εξεγερμένων μεταξύ τους· διασπορά και έλλειψη ικανότητας συντονισμού και συλλογικής αξιοποίησης δυνάμεων· απουσία συνεκτικού σχεδίου παρέμβασης· αφέλεια ως προς τις προθέσεις και τις δυνατότητες παρέμβασης άλλων κομματικών ή παραταξιακών δυνάμεων· και τέλος, αδυναμία συγκρότησης μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής τόσο εντός των κινημάτων όσο και εκτός αυτών.

Ακολουθώντας τον David Graeber, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το ελευθεριακό κίνημα στη Γαλλία όπως και αλλού αιφνιδιάστηκε από το σοκ της ίδιας του της πολιτισμικής νίκης. Ένα κίνημα που είχε συγκροτηθεί ως μη-ηγεμονικό βρέθηκε να γίνεται ηγεμονικό στο εσωτερικό του στρατοπέδου της χειραφέτησης. Μη γνωρίζοντας τι να κάνει με αυτή τη δύναμη όπως έχει συμβεί τόσες φορές στην ιστορία, οι ελευθεριακοί άφησαν την εξουσία σε εκείνους που δεν διστάζουν να την ασκήσουν, την ακροδεξιά ή τη «ριζοσπαστική» αριστερά και υποχώρησαν σε πιο οικεία και πιο διαχειρίσιμα πεδία: μικρές συλλογικότητες, ενώσεις, επιμέρους αγώνες ή τοπικές κοινότητες.

Όσον αφορά ειδικότερα την αυτονομία η εξέγερση των Κίτρινων Γιλέκων και εκείνες που ακολούθησαν αντί να λειτουργήσουν ως στιγμές επιβεβαίωσης, λειτούργησαν μάλλον ως αποκαλυπτικός φακός των πιθανών εκτροπών αυτής της τάσης όταν περιχαρακώνεται στον εαυτό της: ιδεολογικοποίηση ή ταυτοτικοποίηση, υπερβολικά λευκή και ελιτίστικη σύνθεση, εστίαση στη Γαλλία ή ακόμη και στο ίδιο της το τοπικό πλαίσιο, αδυναμία διαλόγου με το λαϊκό ή με τον Άλλο, όποιος κι αν είναι αυτός (ξένος, άνθρωπος μεταναστευτικής καταγωγής, κάτοικος της υπαίθρου κ.λπ.). Εκτροπές που σε πολλές στιγμές μετέτρεψαν το αυτόνομο κίνημα σε ένα απλό «μιλιέ» ανάμεσα σε άλλα· δηλαδή σε κάτι ακίνδυνο, δομημένο πάνω σε άγραφους κανόνες και νόρμες που, στο τέλος της ημέρας αποδεικνύονται συντηρητικές.

Σε πιο γενικό επίπεδο, όλα αυτά τα όρια φωτίζουν μια βαθιά κρίση της ελευθεριακής στρατηγικής και πρακτικής. Μια κρίση που δεν περιορίζεται ούτε στη Γαλλία ούτε στους ελευθεριακούς. Αγγίζει το σύνολο των εξεγέρσεων των τελευταίων ετών οι οποίες παρά την έντασή τους δεν κατάφεραν να αρθρώσουν προοπτικές βαθιών μετασχηματισμών ή πειστικών εναλλακτικών. Τελευταία επιβεβαίωση του ότι η εποχή υπήρξε ελευθεριακή και ότι η κρίση της παρέσυρε μαζί της ολόκληρο το κίνημα των αγώνων που γεννήθηκε από τις εξεγέρσεις μας.

Να ξαναπιάσουμε το νήμα

Τελικά, δεν είναι οι διαδοχικές, φαινομενικές ήττες εκείνες που μας γεννούν περισσότερο το αίσθημα της αποτυχίας. Οι πιο ισχυρές επαναστάσεις χτίζονται πάντοτε πάνω στις ρωγμές που άνοιξαν προηγούμενες απόπειρες και πάνω στα μαθήματα που αυτές παρέδωσαν στου-ι-ς εξεγερμένου-ε-ς, ιδίως στα αδιέξοδα που συνάντησαν. «Οι βαθιές επαναστάσεις καθίστανται δυνατές μέσα από μια σειρά εξεγέρσεων που συναντούν και υπερβαίνουν τα όριά τους, αναζητώντας επίμονα αυτή τη ρήξη»[82]. Η Κομμούνα του Παρισιού στηρίχθηκε στην ήττα του 1848· η ρωσική επανάσταση του 1917 σε εκείνη του 1905 όπου επινοήθηκαν τα σοβιέτ· η σουδανική επανάσταση του 2019 στα φοιτητικά κινήματα του 2013 όπου είχαν ήδη σκιαγραφηθεί οι επιτροπές αντίστασης κ.ο.κ. Καμία από αυτές τις επαναστάσεις δεν υπήρξε ολοκληρωμένη ή απολύτως νικηφόρα· όμως καθεμία, διαδοχικά, υπήρξε βαθύτερη από την προηγούμενη.

Αυτό που μας βαραίνει περισσότερο είναι η αδυναμία, προς το παρόν, του ελευθεριακού κινήματος να μετατρέψει αυτές τις διαδοχικές εξεγέρσεις σε στάδια, σε σκαλοπάτια πάνω στα οποία να οικοδομήσει. Να οικοδομήσει ένα κίνημα ικανό να διατηρείται τόσο στις νίκες όσο και στις ήττες. Ένα ελευθεριακό κίνημα ικανό ξανά και σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα να συγχωνεύεται με το πραγματικό κίνημα των αλλεπάλληλων εξεγέρσεων ώστε να γεννηθεί ένα πραγματικό επαναστατικό κίνημα. Δηλαδή μια δύναμη ή μια «οικολογία», όπως θα έλεγε ο Rodrigo Nunes[83] συνειδητή του εαυτού της, αποτελούμενη από πλήθος οργανώσεων, ομάδων, μέσων, συλλογικοτήτων, συμμοριών, γειτονιών κ.λπ., ενωμένων (αλλά όχι ομοιόμορφων) γύρω από έναν κοινό προσανατολισμό: μια επαναστατική ρήξη και την οικοδόμηση ενός ισότιμου κόσμου.

Δυστυχώς, αυτός δεν είναι σήμερα ο δρόμος που ακολουθούν οι ελευθεριακοί, διασκορπισμένοι από τις ήττες. Και αξιοποιώντας την αποθάρρυνση και το αίσθημα ανημπόριας, έχει ξεκινήσει μια διακριτική αλλά αποφασιστική επιστροφή: η επιστροφή της αριστεράς. Τραγουδώντας το παλιό, γνώριμο ρεφρέν που ενώ προσποιείται ότι γιορτάζει την επανεμφάνιση του πραγματικού κινήματος στην πραγματικότητα μάς καλεί να το οδηγήσουμε πίσω στον «σωστό δρόμο» και μας λέει σε όλε-ου-ς: «Αυτή η νέα πολιτική είναι θαυμάσια, αλλά φαίνεται πως έφτασε στα όριά της· χρειαζόμαστε… την παλιά πολιτική»[84].

Στο επόμενο επεισόδιο θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε: τι εννοούμε όταν μιλάμε για αντεπανάσταση; Ποια είναι τα εργαλεία της; Ποιοι επωφελούνται από τις ήττες μας; Και πώς ακριβώς επέστρεψε η αριστερά με τόση ισχύ;

Lucas Amilcar

lucas_amilcar at riseup.net

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

[1] ΣτΣ: Διστάσαμε να δημοσιεύσουμε αυτό το κείμενο. Συχνά, εκείνα τα σημεία εκφοράς λόγου που  βρίσκονται πιο κοντά μας είναι και αυτά που μάς ενοχλούν περισσότερο. Εδώ, ορισμένες πολιτικές κατηγορίες που επιστρατεύονται για την ανάλυση της εξέλιξης των επαναστατικών τάσεων στον γαλλικό χώρο μάς φαίνονται ελάχιστα λειτουργικές. Αν και τη δεκαετία του ’80 υπήρξαν μικροσκοπικά αυτόνομα μιλιέ σε ορισμένες μεγάλες πόλεις της Γαλλίας, δεν υπήρξε ποτέ «αυτόνομο κίνημα» με την ιστορική έννοια του όρου βλ. σχετικά La Horde d’Or των Moroni και Balestrini ή Autonomie! του Marcello Tari. Όσο για το στερεότυπο του «απελισμού», που επί μακρόν τροφοδότησε τόσο τις αστυνομικές εκθέσεις όσο και τον κινηματικό ανταγωνισμό, θα χρειαστεί κάποτε να αφιερώσουμε χρόνο ώστε να αντλήσουμε τα διδάγματα εκείνα που μας θωρακίζουν εξίσου απέναντι στη μυθοποίηση, τη μυθοπλασία και τη γελοιοποίηση. Τούτων λεχθέντων, το κείμενο του Lucas Amilcar έχει το ουσιαστικό προτέρημα ότι ανοίγει κρίσιμα και φιλόδοξα ερωτήματα· γι’ αυτό και επιλέξαμε τη δημοσίευσή του παρά τις επιμέρους διαφωνίες και παρεξηγήσεις.

[2] ΣτΜ: Nouveau Front populaire – NFP, είναι η εκλογική και πολιτική συμμαχία της γαλλικής αριστεράς που συγκροτήθηκε το 2024 ως απάντηση στην άνοδο της ακροδεξιάς. Ο όρος παραπέμπει συνειδητά στο ιστορικό Λαϊκό Μέτωπο του 1936 επιχειρώντας να ανασυστήσει μια εικόνα “ενότητας” και “λαϊκής σωτηρίας” αυτή τη φορά γύρω από την Ανυπότακτη Γαλλία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, τους Οικολόγους και το ΚΚΓ.

[3] ΣτΜ: Πρόσφατο δημοσιογραφικό έργο γραμμένο από δημοσιογράφους της Libération, εφημερίδας που αυτοπαρουσιάζεται ως αριστερή αλλά έχει εδώ και χρόνια υιοθετήσει σαφώς φιλελεύθερες και θεσμικές θέσεις. Το βιβλίο επικρίνει τη λειτουργία της Ανυπότακτης Γαλλίας εστιάζοντας στον υπερσυγκεντρωτισμό της οργάνωσης και στον ρόλο του Jean-Luc Mélenchon και η κυκλοφορία του αποτέλεσε αφορμή για μια ευρεία μιντιακή επίθεση στη ριζοσπαστική αριστερά.

[4] ΣτΜ:  Πολιτικός σχηματισμός της γαλλικής θεσμικής αριστεράς που ιδρύθηκε το 2016 γύρω από τον Jean-Luc Mélenchon. Αποτελεί προϊόν ανασύνθεσης του Σοσιαλιστικού Κόμματος και της αποσύνθεσης της κυβερνητικής αριστεράς μετά τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των κυβερνήσεων Hollande. Παρά τη ρητορική ρήξης με τον νεοφιλελευθερισμό η LFI διατηρεί μια συγκεντρωτική, προσωποκεντρική, ιεραρχική και εκλογοκεντρική λογική, γεγονός που την καθιστά όχι συνέχεια αλλά ανάχωμα των κινημάτων χειραφέτησης.

[5] Ενδεικτικά, δύο ιδιαίτερα εύστοχα άρθρα:

Joseph Confavreux & Mathieu Dejean, «Après La Meute, quelle stratégie pour La France insoumise ?», Mediapart

Roger Martelli, «La France insoumise face à son destin», Mediapart

[6] Μια αντίληψη που επομένως δεν αποκλείει εκ των προτέρων του-ι-ς αγωνιστ-ρι-ές της Ανυπότακτης Γαλλίας, οι οποίοι-ες αυτοπροσδιορίζονται ως μία από τις συνιστώσες μιας μακρόπνοης «επανάστασης των πολιτών». Θα επανέλθουμε σε αυτό στο τρίτο μέρος του κειμένου.

[7] Η εγκατάλειψη της επαναστατικής προοπτικής από ένα μεγάλο τμήμα του συνδικαλιστικού κινήματος στη Δύση και η μετατροπή του σε εργαλείο συνδιαχείρισης του καπιταλισμού· οι ιστορικοί δεσμοί μεταξύ κοινοβουλευτικών δημοκρατιών και αυταρχισμού· οι αμέτρητοι συμβιβασμοί των σοσιαλιστικών κομμάτων με το καπιταλιστικό σύστημα· η εμμονή στη στρατολόγηση, τα άψυχα συνθήματα χωρίς αντίκρισμα στην πράξη κ.ο.κ.

[8] Υποστηρικτές της αυτονομίας: αυτού του επαναστατικού πολιτικού ρεύματος που θέτει ως στόχο την αυτονομία από τον καπιταλισμό, το κράτος αλλά και από τα κόμματα και τα συνδικάτα.

[9] Θα επανέλθουμε σε αυτό όμως για την αυτονομία η αριστερά θεωρούνταν συχνά εμπόδιο στον δρόμο προς την επανάσταση. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Dionys Mascolo: «Το αντίθετο του να είσαι αριστερός δεν είναι να είσαι δεξιός· είναι να είσαι επαναστάτης».

[10] ΣτΜ: Το δεύτερο μέρος δημοσιεύτηκε στο lundimatin#506 στις 27 Ιανουαρίου 2026 και θα δημοσιευθεί σύντομα μεταφρασμένο στο Αυτολεξεί.

[11] Η διαπίστωση αυτή συναντάται, μεταξύ άλλων, στα βιβλία Révolutions de notre temps / If We Burn του Vincent Bevins και Pour une politique sauvage του Jean Tible.

[12] Ο όρος χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια εκείνων που θεωρούν ότι η επανάσταση όπως και η κοινωνία πρέπει να οργανώνεται από-τα-κάτω και όχι από-τα-πάνω· που αρνούνται να εκχωρήσουν την εξουσία τους σε μια κυβέρνηση, έναν ηγέτη, έναν σύζυγο, έναν εργοδότη ή ένα κράτος· και που υποστηρίζουν ότι η ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ισότητα.

[13] ΣτΜ: Διεθνές κύμα κινημάτων που ξεκίνησε το 2011 (Occupy Wall Street, Occupy London κ.ά.) βασισμένο στην κατάληψη δημόσιων χώρων, στην άμεση δημοκρατία και στην απόρριψη της παραδοσιακής πολιτικής εκπροσώπησης.

[14] ΣτΜ: Τακτική διαδήλωσης και σύγκρουσης που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1980 κυρίως σε αναρχικά και αυτόνομα κινήματα όπου οι συμμετέχοντες δρουν συλλογικά, ντυμένοι στα μαύρα και με καλυμμένα πρόσωπα, προκειμένου να διασφαλίσουν ανωνυμία, αλληλεγγύη και επιχειρησιακή συνοχή απέναντι στην καταστολή.

[15] ΣτΜ: Προέρχεται από την αναρχική παράδοση και δηλώνει μια μικρή, αυτόνομη ομάδα ανθρώπων που βασίζεται σε σχέσεις εμπιστοσύνης και κοινής πολιτικής αντίληψης και λειτουργεί ως βασική μονάδα δράσης χωρίς ιεραρχία ή κεντρική καθοδήγηση.

[16] ΣτΜ: Κινητοποιήσεις που δεν έχουν λάβει επίσημη άδεια από τις αρχές και συγκροτούνται έξω από το θεσμικό πλαίσιο διαμαρτυρίας ως συνειδητή άρνηση της κρατικής ρύθμισης του πολιτικού αγώνα.

[17] Όρος που χρησιμοποιούμε εδώ, ακολουθώντας τη διατύπωση του Μαρξ, για να περιγράψουμε όλου-ε-ς εκείνου-ε-ς που εξεγείρονται με στόχο την κατάργηση της παρούσας κατάστασης πραγμάτων.

[18] Άτομα και συλλογικότητες μη προσδεδεμένες σε συγκεκριμένη ιδεολογία ή σαφώς ορισμένη πολιτική τάση.

[19] Χωρίς αυτό να συνεπάγεται βεβαίως κάποια συστηματική ή γενικευμένη ιδεολογική μεταστροφή προς τις ελευθεριακές τάσεις.

[20] Για την εντυπωσιακή επαναστατική εμπειρία του Σουδάν συνιστούμε την παρακολούθηση του εξαιρετικού μέσου Sudfa Media αλλά κυρίως τη συνάντηση και ακρόαση των Σουδανών επαναστατ-ρι-ών στην εξορία, οι οποίοι-ες είναι πολυάριθμοι-ες στη Γαλλία.

[21] Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η Κομμούνα της Οαχάκα (2006), η εξέγερση στο Όκλαντ (2011) ή το Nuit Debout στη Γαλλία, τα οποία αξιοποίησαν όλα αυτό το πολιτικό και συμβολικό φαντασιακό.

[22] ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην Ελλάδα, Podemos στην Ισπανία, Boric στη Χιλή.

[23] Στρατιωτικό καθεστώς στην Αίγυπτο, τεχνοκρατική διακυβέρνηση στη Σρι Λάνκα, ισλαμιστικά κόμματα στην Τυνησία, ακροδεξιά/φασιστική διακυβέρνηση στη Βραζιλία κ.ο.κ.

[24]  ΣτΜ: Ο όρος αποδίδει το γαλλικό destituantes και χρησιμοποιείται εδώ με τη θεωρητική του σημασία σε αντιδιαστολή με το constituantes (συντακτικές) που παραπέμπει στη συγκρότηση νέας εξουσίας και ιστορικά στη διαδικασία σύνταξης νέου Συντάγματος (constitution). Οι αποσυντακτικές πρακτικές αντίθετα δεν αποσκοπούν στη θεμελίωση μιας νέας θεσμικής τάξης αλλά στην αποδόμηση, την αχρήστευση και την απενεργοποίηση των υφιστάμενων μορφών εξουσίας και θεσμικής διακυβέρνησης.

[25] Charles Reeve, Le Socialisme sauvage Essai sur l’auto-organisation et la démocratie directe dans les luttes de 1789 à nos jours (Ο άγριος σοσιαλισμός. Δοκίμιο για την αυτοοργάνωση και την άμεση δημοκρατία στους αγώνες από το 1789 έως σήμερα), εκδ. L’Échappée.

[26] Βλ. Jean Tible, Politique sauvage, εκδ. Terres de Feu.

[27] Βλ. την ιδιαίτερα εύστοχη ερμηνευτική αφήγηση της ιστορίας της Γαλλίας από τον Pacôme Thiellement, «LEmpire n’a jamais pris fin» (Η Αυτοκρατορία δεν τελείωσε ποτέ), Blast.

[28] Υβριδισμός μεταξύ αναρχιζουσών πρακτικών ακτιβιστών του Νότου και του Βορρά κατά τη διάρκεια του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης· τραυματική εμπειρία από τις εκφυλιστικές πορείες των κλασικών οργανώσεων της αριστεράς του 20ού αιώνα· κεντρική σημασία του διαδικτύου που επιτρέπει την παράκαμψη λειτουργιών άλλοτε μονοπωλιακών για τις παραδοσιακές οργανώσεις· αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων να επιτελέσουν τον ρόλο της διαμεσολάβησης απέναντι σε μια βίαιη και συνολική καπιταλιστική επίθεση κ.ά.

[29] Η εμμονή στο «να έχει κανείς δίκιο» αντί της θεωρητικής αναδιατύπωσης μπροστά στο πραγματικό έχει σε ορισμένες περιπτώσεις δραματικές πολιτικές συνέπειες.

[30] ΣτΜ: Zyed Benna και Bouna Traoré, δύο έφηβοι από τα προάστια του Παρισιού που δολοφονήθηκαν το 2005, καταδιωκόμενοι από την αστυνομία. Ο θάνατός τους πυροδότησε εκτεταμένες εξεγέρσεις στα γαλλικά προάστια, σηματοδοτώντας την επανεμφάνιση μαζικών, μη θεσμικών εξεγέρσεων στη Γαλλία.

[31] ΣτΜ: Contrat Première Embauche, εργασιακό καθεστώς που προωθήθηκε το 2006 και προέβλεπε ευκολότερες απολύσεις για νέους εργαζόμενους. Αποσύρθηκε μετά από μαζικές κινητοποιήσεις φοιτητών και εργαζομένων.

[32] ΣτΜ: Πολυετής αγώνας ενάντια στην κατασκευή αεροδρομίου κοντά στη Νάντη. Οι ZAD (Zones à Défendre) αποτέλεσαν εμβληματικό παράδειγμα εδαφικής κατάληψης, αυτοοργάνωσης και σύγκρουσης με το κράτος. Το έργο ακυρώθηκε το 2018.

[33] ΣτΜ: Μεταρρύθμιση του 2016 που αποδυνάμωσε τα εργασιακά δικαιώματα. Προκάλεσε μαζικές κινητοποιήσεις, απεργίες και συγκρούσεις καθώς και το κίνημα Nuit Debout.

[34] ΣτΜ: Νεαρός μαύρος άνδρας που δολοφονήθηκε το 2016 μετά από σύλληψη από τη γαλλική αστυνομία. Η υπόθεσή του έγινε σύμβολο του αγώνα ενάντια στην αστυνομική βία και τον θεσμικό ρατσισμό.

[35] ΣτΜ: Théo Luhaka, νεαρός άνδρας που υπέστη βίαιο και σεξουαλικό βασανισμό από αστυνομικούς το 2017. Η υπόθεση προκάλεσε νέες εξεγέρσεις και μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στην αστυνομική βία.

[36] ΣτΜ: Φεμινιστική πρακτική που ξεκίνησε το 2017, με ανάρτηση αφισών και συνθημάτων σε δημόσιους χώρους, καταγγέλλοντας τις γυναικοκτονίες και την κρατική αδράνεια.

[37] Για την ιταλική αυτονομία προτείνονται ιδιαιτέρως:

-La Horde d’or. Italie 1968-1977. La grande vague révolutionnaire et créative, politique et existentielle, εκδ. L’Éclat

-Marcello Tari, Autonomie!, εκδ. La Fabrique

-Alessandro Stella, Années de rêves et de plomb, εκδ. Agone

[38] Η αυτομείωση είναι μια αντικαπιταλιστική πολιτική πρακτική που συνίσταται στην επιβολή, με συλλογικό και αγωνιστικό τρόπο, της μείωσης της τιμής ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας ή ακόμη και της δωρεάν πρόσβασης σε αυτά.

[39] ΣτΜ: «Πορεία κεφαλής», ριζοσπαστικό μπλοκ που εμφανίστηκε μαζικά στις πορείες από το 2016 και μετά λειτουργώντας έξω από τη συνδικαλιστική περιφρούρηση και τις θεσμικές διαδρομές των διαδηλώσεων. Συνδύαζε συγκρουσιακές πρακτικές, άρνηση εκπροσώπησης και ισχυρή παρουσία αυτόνομων και αναρχικών ρευμάτων.

[40] ΣτΜ: «Αόρατο Συμβούλιο», ανώνυμο συλλογικό υποκείμενο που έγινε γνωστό μέσα από θεωρητικά και πολιτικά κείμενα όπως LInsurrection qui vient, À nos amis και Maintenant. Τα κείμενα αυτά άσκησαν μεγάλη επιρροή σε διεθνές επίπεδο ιδίως στους κύκλους της αυτονομίας και του εξεγερτισμού.

[41] ΣτΜ: Δίκτυα αλληλοβοήθειας και υλικής υποστήριξης κινημάτων (καντίνες, ταμεία αγώνα, υγειονομική και νομική υποστήριξη) που αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα μετά το 2016, ενσαρκώνοντας την ιδέα της πολιτικής της καθημερινότητας.

[42] ΣτΜ: «Κάλεσμα», σύντομο πολιτικό κείμενο που καλούσε σε ρήξη με τις υπάρχουσες μορφές ζωής και πολιτικής, θέτοντας τις βάσεις για μια στρατηγική αποσυντακτικής εξέγερσης και κοινοτικής ανασύνθεσης.

[43] Για το ιδρυτικό κείμενο αυτής της τάσης, βλ.: https://libcom.org/library/appel

[44] ΣτΜ: Θεωρητικό περιοδικό που κυκλοφόρησε στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Συνδύαζε κριτική της νεωτερικότητας, βιοπολιτική ανάλυση και ελευθεριακές επαναστατικές προτάσεις. Αποτελεί βασικό θεωρητικό υπόβαθρο του «απελισμού». Ο τίτλος Tiqqun (ή Tikkun) προέρχεται από το εβραϊκό תיקון και σημαίνει «επανόρθωση», «διόρθωση» ή «αποκατάσταση». Παραπέμπει στην καμπαλιστική έννοια Tikkun Olam (επανόρθωση του κόσμου) και επιλέχθηκε ως όνομα της ομώνυμης γαλλικής φιλοσοφικής επιθεώρησης για να δηλώσει ένα πρόταγμα ριζικής κριτικής και υπονόμευσης της σύγχρονης κοινωνίας μέσω της επαναοικειοποίησης του νοήματος και της ζωής.

[45] ΣτΜ: Δικαστική και πολιτική υπόθεση που ξέσπασε το 2008 όταν το γαλλικό κράτος κατηγόρησε μέλη ενός αγροτικού κοινοτικού εγχειρήματος στο χωριό Tarnac για «τρομοκρατία». Η υπόθεση κατέρρευσε δικαστικά αλλά χρησιμοποιήθηκε για την ποινικοποίηση της αυτονομίας και των κύκλων γύρω από το Comité Invisible.

[46] Ο πραγματικός αριθμός αυτού του «κόμματος χωρίς κάρτες και μέλη» θα είναι πάντοτε δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί· μπορεί ωστόσο να εκτιμηθεί σε αρκετές εκατοντάδες, ίσως ακόμη και έως περίπου χίλια άτομα.

[47] Πόσω μάλλον αν ληφθεί υπόψη ότι εμείς γνωρίσαμε αυτή την εμπειρία από κοντά μόνο από το 2016 και ποτέ εκ των έσω.

[48] Έκφραση που χρησιμοποιείται συστηματικά από την αριστερά για να δηλώσει ότι κάθε εξέγερση οφείλει να βρει έναν «θεσμικό δρόμο» συνήθως μέσω εκλογικής διεξόδου ή μέσω κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης των αιτημάτων της.

[49] Ως αντίδραση στα θετικά αλλά και αρνητικά φαντασιακά που παρήγαγε μια τάση η οποία διατηρούσε (και διατηρεί) έντονη αδιαφάνεια γύρω από τις μορφές οργάνωσής της και τα στρατηγικά της στοιχήματα, ο «απελισμός» αποτέλεσε αντικείμενο έντονης κριτικής από μεγάλο μέρος της αυτονομίας. Ο όρος «απελιστής» χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται ακόμη ως ανάθεμα για να απαξιώσει κάθε τι που μοιάζει, άμεσα ή έμμεσα, με αυταρχισμό ή «στρατηγισμό».

[50] Μία από τις πολλές αντιφάσεις της αυτονομίας η οποία ενώ κατήγγελλε με σφοδρότητα τα συνδικάτα και την αριστερά εξαρτιόταν σχεδόν αποκλειστικά από τα καλέσματά τους για να κινητοποιηθεί και να συναντήσει νέο κόσμο. Η ίδια αυτή αντίφαση επαναλαμβάνεται σε όλη την περίοδο: η αυτονομία ενώ αρνείται τη διαμεσολάβηση της αριστεράς, ενεργοποιείται συχνά μόνο μέσα από τα δικά της πλαίσια κινητοποίησης.

[51] Βλ. ενδεικτικά: https://paris-luttes.info/hier-il-n-y-avait-plus-de-place-6149?lang=fr

[52] ΣτΜ: Union Nationale des Étudiants de France, ιστορικό φοιτητικό συνδικάτο στη Γαλλία, στενά συνδεδεμένο με την κοινοβουλευτική και συνδικαλιστική αριστερά. Συχνά κατηγορείται από ριζοσπαστικούς χώρους για γραφειοκρατία και λειτουργία ως μηχανισμός ελέγχου των κινητοποιήσεων.

[53] ΣτΜ: Nouveau Parti Anticapitaliste, μικρό κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς στη Γαλλία, προερχόμενο από τροτσκιστικές παραδόσεις. Παρά τον “αντισυστημικό” λόγο του αντιμετωπίζεται από αυτόνομους κύκλους ως τμήμα της θεσμικής αριστεράς.

[54] ΣτΜ: Κίνημα καταλήψεων πλατειών που εμφανίστηκε το 2016 στο πλαίσιο της αντίστασης στον νόμο για την εργασία. Αποτελούσε χώρο συνελεύσεων, συναντήσεων και πειραματισμού με άμεσες, μη θεσμικές μορφές πολιτικής.

[55] Για τη μετάβαση από το Black Bloc στο cortège de tête, βλ.: https://taranis.news/2023/03/black-bloc-le-cote-obscur-de-la-force/

[56] ΣτΜ: Απεργίες που ξεκινούν χωρίς την έγκριση ή τον έλεγχο των επίσημων συνδικαλιστικών οργάνων, συχνά σε ρήξη με τις ηγεσίες τους.

[57] LInsurrection qui vient, εκδ. La Fabrique.

[58] ΣτΜ: Λαϊκό εξεγερσιακό κίνημα που ξέσπασε στη Γαλλία το 2018, αρχικά ενάντια στην αύξηση της φορολογίας στα καύσιμα και εξελίχθηκε σε γενικευμένη αμφισβήτηση της κοινωνικής ανισότητας, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των ελίτ. Χαρακτηρίστηκε από μαζική συμμετοχή εργατικών και λαϊκών στρωμάτων εκτός παραδοσιακών οργανώσεων.

[59] ΣτΜ: Βασικός χώρος οργάνωσης και ζωής του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων. Εκεί στήνονταν καλύβες, συνελεύσεις και μπλόκα, συγκροτώντας εδαφικές μορφές λαϊκής παρουσίας έξω από τα αστικά κέντρα.

[60] ΣτΜ: Référendum dInitiative Citoyenne, αίτημα για δημοψήφισμα λαϊκής πρωτοβουλίας, κεντρικό πολιτικό αίτημα των Κίτρινων Γιλέκων. Αντανακλά τη βαθιά κρίση νομιμοποίησης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη Γαλλία.

[61] Για μια κριτική της «κριτικής στάσης», βλ.: https://paris-luttes.info/la-revolution-pour-ou-contre-11165

[62] ΣτΜ: Σπίτι των Λαών – Saint-Nazaire, κατειλημμένο κτίριο που λειτούργησε ως πολιτικό, κοινωνικό και οργανωτικό κέντρο των Κίτρινων Γιλέκων, συνδέοντας το κίνημα με τοπικά εργατικά και λαϊκά στρώματα.

[63] ΣτΜ: Ομάδα Κίτρινων Γιλέκων που επιχείρησε μπλοκαρίσματα στο μεγάλο χονδρεμπορικό κέντρο τροφίμων του Rungis, σύμβολο της εφοδιαστικής αλυσίδας και της καπιταλιστικής κυκλοφορίας.

[64] ΣτΜ: Πόλεις όπου συγκροτήθηκαν εμβληματικές καλύβες και συνελεύσεις των Κίτρινων Γιλέκων. Ιδιαίτερα το Commercy έγινε σημείο αναφοράς για την προσπάθεια εθνικού συντονισμού του κινήματος από-τα-κάτω.

[65] ΣτΜ: Ανεξάρτητο κινηματικό μέσο που γεννήθηκε μέσα από το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, με στόχο την αντιπληροφόρηση και την αποτύπωση της λαϊκής εμπειρίας της εξέγερσης.

[66] ΣτΜ: Τοπική εφημερίδα των Κίτρινων Γιλέκων, ενδεικτική της προσπάθειας του κινήματος να παράγει τον δικό του λόγο, έξω από τα κυρίαρχα ΜΜΕ.

[67] ΣτΜ: Αγροτική περιοχή της κεντρικής Γαλλίας όπου αναπτύχθηκαν εγχειρήματα σύνδεσης των Κίτρινων Γιλέκων με αγροτικούς και οικολογικούς αγώνες μέσω κινητών καραβανιών και συνελεύσεων.

[68] Βλ. για παράδειγμα: https://lundi.am/Les-amours-jaunes

[69] Ιδίως στο LInsurrection qui vient αλλά και στο Premières mesures révolutionnaires σε συνεργασία με τον Éric Hazan.

[70] ΣτΜ: Assemblée des assemblées, πανεθνική απόπειρα συντονισμού των Κίτρινων Γιλέκων μέσω εκπροσώπων από τοπικές συνελεύσεις. Πραγματοποιήθηκε σε διαδοχικές συναντήσεις (Commercy, Saint-Nazaire κ.ά.) και εξέφρασε την αναζήτηση μιας οριζόντιας, μη κομματικής μορφής συλλογικής απόφασης. Παρά τη συμβολική της σημασία, δεν κατόρθωσε να αποκτήσει σταθερό πολιτικό βάθος ή διαρκή οργανωτική αποτελεσματικότητα.

[71] Πολύ ελπιδοφόρα αρχικά αλλά γρήγορα εγκαταλελειμμένη από πολλούς κόμβους των Κίτρινων Γιλέκων και κατακλυσμένη από ακτιβιστές της αριστεράς που προσχώρησαν καθυστερημένα και χωρίς να έχουν μετασχηματιστεί από το ίδιο το κίνημα.

[72] ΣτΜ: Μία από τις πιο συγκρουσιακές στιγμές του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων, με μαζικές συγκρούσεις, πυρπολήσεις και εκτεταμένες υλικές καταστροφές στο κέντρο του Παρισιού. Για ορισμένους αυτόνομους κύκλους αποτέλεσε απόπειρα ανακατάληψης του κινήματος σε συμβολικό και συγκρουσιακό επίπεδο για άλλους σημάδι των ορίων μιας καθαρά θεαματικής κλιμάκωσης.

[73] ΣτΜ: Ο όρος jacquerie populaire παραπέμπει στις μεσαιωνικές αγροτικές εξεγέρσεις στη Γαλλία (οι λεγόμενες ζακερίες) αυθόρμητες, μαζικές και συχνά ανοργάνωτες εξεγέρσεις των κατώτερων τάξεων ενάντια στην εξουσία και τη φορολογία. Στη σύγχρονη χρήση του, ο όρος δεν έχει υποχρεωτικά υποτιμητική σημασία αλλά χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια λαϊκή εξέγερση που ξεσπά έξω από τις παραδοσιακές πολιτικές οργανώσεις, χωρίς προϋπάρχον ιδεολογικό πρόγραμμα αλλά με έντονο συγκρουσιακό και απονομιμοποιητικό χαρακτήρα.

[74] ΣτΜ: Μικρής διάρκειας πολιτικά εγχειρήματα που εμφανίστηκαν στη Γαλλία μετά το 2019 στο πλαίσιο αναζητήσεων για τη συνέχεια του επαναστατικού κινήματος.

[75] ΣτΜ: Ένα σύγχρονο γαλλικό οικολογικό και αντικαπιταλιστικό κίνημα που συγκροτήθηκε μετά το 2021 συνδυάζοντας πρακτικές πολιτικής ανυπακοής, μαζικής κινητοποίησης και εδαφικών αγώνων ενάντια σε έργα υποδομής και αγροβιομηχανικά συμφέροντα.

[76] ΣτΜ: Μαζική εξέγερση που ξέσπασε μετά τη δολοφονία του 17χρονου Nahel από αστυνομικό στη Ναντέρ. Χαρακτηρίστηκε από εκτεταμένες συγκρούσεις και υλικές καταστροφές σε δεκάδες πόλεις και αποτέλεσε κορυφαία στιγμή της εξέγερσης των λαϊκών και μεταναστευτικών συνοικιών στη σύγχρονη Γαλλία.

[77] Βλ. ενδεικτικά:

https://es.crimethinc.com/2023/08/09/lapprentissage-des-flammes-quelques-enseignements-depuis-les-revoltes-en-france-1

ή

https://lundi.am/Il-n-y-a-plus-rien-a-piller

[78] ΣτΜ: Όνομα που χρησιμοποιούν οι ιθαγενείς Κανάκ για τη Νέα Καληδονία, γαλλική αποικία στον Ειρηνικό. Η εξέγερση του 2024 συνδέεται με την αποικιακή καταπίεση, τη θεσμική ανισότητα και τις απόπειρες του γαλλικού κράτους να μεταβάλει το εκλογικό σώμα εις βάρος του αυτόχθονα πληθυσμού.

[79] ΣτΜ: Μαζικές κινητοποιήσεις και αποκλεισμοί από αγρότες ενάντια στις πολιτικές της ΕΕ και του γαλλικού κράτους, που συνδύαζαν κοινωνική δυσαρέσκεια, οικονομική ασφυξία και απόρριψη της τεχνοκρατικής «πράσινης» μετάβασης.

[80] ΣτΜ: Κοινωνικές εξεγέρσεις στο υπερπόντιο γαλλικό έδαφος της Μαρτινίκας, ενταγμένες σε ένα μακρύ ιστορικό αποικιακής εκμετάλλευσης, κοινωνικών ανισοτήτων και αντιγαλλικών κινητοποιήσεων.

[81] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξέγερση των αγροτών, η οποία τέθηκε σχεδόν άμεσα υπό τον έλεγχο της FNSEA. (ΣτΜ: Fédération nationale des syndicats d’exploitants agricoles, είναι η κυρίαρχη και ιστορικά πιο ισχυρή αγροτική συνδικαλιστική οργάνωση στη Γαλλία στενά συνδεδεμένη με το κράτος, την αγροβιομηχανία και τις ευρωπαϊκές αγροτικές πολιτικές. Λειτουργεί συχνά ως μηχανισμός ελέγχου και θεσμικής ενσωμάτωσης των αγροτικών κινητοποιήσεων, περιορίζοντας τις εξεγέρσεις σε διαχειρίσιμα αιτήματα.)

[82] Révolutions de notre temps – Manifeste internationaliste des Peuples Veulent.

[83] Rodrigo Nunes, Neither Vertical nor Horizontal.

[84] Jasper Bernes και Joshua Clover, όπως αναφέρονται και συζητούνται στο Neither Vertical nor Horizontal.

The post Ανυπότακτη Γαλλία, φασισμός & επανάσταση: Ποιο είναι το επαναστατικό κίνημα στη Γαλλία; (1ο μέρος) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/02/05/anypotakti-gallia-fasismos-amp-epanastasi-poio-to-epanastatiko-kinima-sti-gallia-1o-meros/feed/ 0 22041
Μια συνέντευξη με τον Béla Tarr (1955-2026): Η ζωή & το υποβλητικό έργο του δημιουργού [2021, France Culture] https://www.aftoleksi.gr/2026/01/07/mia-synenteyxi-ton-bela-tarr-1955-2026-zoi-amp-to-ypovlitiko-ergo-dimioyrgoy/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=mia-synenteyxi-ton-bela-tarr-1955-2026-zoi-amp-to-ypovlitiko-ergo-dimioyrgoy https://www.aftoleksi.gr/2026/01/07/mia-synenteyxi-ton-bela-tarr-1955-2026-zoi-amp-to-ypovlitiko-ergo-dimioyrgoy/#respond Wed, 07 Jan 2026 14:18:59 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=21813 Στις 6 Ιανουαρίου 2026 πέθανε ο Ούγγρος σκηνοθέτης Béla Tarr, σε ηλικία 70 ετών. Το 2021 αφηγήθηκε τη διαδρομή και το έργο του σε συνέντευξη με τον Arnaud Laporte, στο γαλλικό ραδιόφωνο France Culture. Ακολουθεί ένα μικρό εισαγωγικό κείμενο και η απομαγνητοφωνημένη ελληνική μετάφραση της συνέντευξης. Απομαγνητοφώνηση και μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ. Ο [...]

The post Μια συνέντευξη με τον Béla Tarr (1955-2026): Η ζωή & το υποβλητικό έργο του δημιουργού [2021, France Culture] first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Στις 6 Ιανουαρίου 2026 πέθανε ο Ούγγρος σκηνοθέτης Béla Tarr, σε ηλικία 70 ετών. Το 2021 αφηγήθηκε τη διαδρομή και το έργο του σε συνέντευξη με τον Arnaud Laporte, στο γαλλικό ραδιόφωνο France Culture. Ακολουθεί ένα μικρό εισαγωγικό κείμενο και η απομαγνητοφωνημένη ελληνική μετάφραση της συνέντευξης. Απομαγνητοφώνηση και μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ.

Ο σκηνοθέτης Béla Tarr, δημιουργός ενός έργου υποβλητικής σκοτεινότητας και ριζοσπαστικής κοινωνικής και αισθητικής στράτευσης, αποκαλύπτει τα στάδια της πορείας του και τη δημιουργική του διαδικασία με αφορμή το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Villa Medici, στο οποίο συμμετέχει ως μέλος της κριτικής επιτροπής. Μια σπάνια κατάθεση λόγου από έναν καλλιτέχνη που επέλεξε συνειδητά να βάλει τέλος στην καλλιτεχνική του δημιουργία.

Η διαδρομή ενός εξεγερμένου

Όλα ξεκινούν για τον Ούγγρο σκηνοθέτη όταν ο πατέρας του τού χαρίζει μια κάμερα 8mm. Με αυτήν, σε ηλικία μόλις 16 ετών, γυρίζει μια πολιτικά στρατευμένη ταινία για μια ομάδα Ρομά εργατών, γεγονός που θέτει άμεσα σε κίνδυνο την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο. Λίγα χρόνια αργότερα, τραβά την προσοχή των στούντιο Béla Balázs και σκηνοθετεί την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, με τίτλο Family Nest (Családi tűzfészek). Πρόκειται για μια υβριδική μυθοπλασία-ντοκιμαντέρ σχετικά με την κρίση της στέγασης.

Χάρη στην επιτυχία αυτής της πρώτης ταινίας, γίνεται δεκτός στην Ανώτατη Σχολή Θεάτρου και Κινηματογράφου της Βουδαπέστης, από την οποία αποφοιτά το 1981. Το 1985, εξόριστος στο Βερολίνο, μετά τη διάλυση της ομάδας των στούντιο Társulás, την οποία είχε συνιδρύσει με άλλους κινηματογραφιστές στην Ουγγαρία, ο Béla Tarr επιβάλλεται σταδιακά στο παγκόσμιο τοπίο της έβδομης τέχνης. Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία, επιβεβαιώνει μέσα από το έργο του μια απαράμιλλη αισθητική ριζοσπαστικότητα.

Σήμερα, το έργο του χαίρει του θαυμασμού μεγάλων δημιουργών όπως ο Martin Scorsese και ο Gus Van Sant και έχει τιμηθεί με βραβεία από πλήθος θεσμών.

Από τον κοινωνικό κινηματογράφο στη μεταφυσική διερεύνηση

Οι πρώτες ταινίες του Béla Tarr, από το Family Nest έως το Almanac of Fall (Őszi almanach, 1985) περνώντας από το The Outsider (Szabadgyalog, 1981), το The Prefab People (Panelkapcsolat, 1982) και το Macbeth (1982), μαρτυρούν μια έντονη στράτευση μέσα από την οποία ο ίδιος πίστευε ότι μπορούσε να αλλάξει την κοινωνία μέσω του κινηματογράφου. Πρόκειται για ιδιότυπα κοινωνικά ψυχοδράματα που μιλούν για την ουγγρική κοινωνία και τη διάλυση των ανθρώπινων σχέσεων, ταινίες βαθιά ριζωμένες στην πραγματικότητα. Η καταγραφή αποτελεί τον πρωταρχικό προσανατολισμό της τέχνης του. Αν και η μεταφυσική διαπερνά το έργο του, ο Béla Tarr υποστηρίζει ότι ο κινηματογράφος δεν είναι υπόθεση της φιλοσοφίας.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Béla Tarr μετριάζει την ουτοπική του ελπίδα να αλλάξει την κοινωνία μέσω του κινηματογράφου και αποφασίζει αντ’ αυτού να μετασχηματίσει την ίδια την κινηματογραφική γλώσσα. Δίνει πλέον προτεραιότητα στη διάρκεια, στα μακρά, ρευστά πλάνα-σεκάνς και στο επιβλητικό, ανθρακί ασπρόμαυρο. Μετεξελισσόμενος σε μια μορφή προφήτη της αποκάλυψης, ο Béla Tarr υπογράφει έργα ολοένα και πιο στοιχειωμένα από την αμείλικτη, αναπόφευκτη καταστροφή.

Η συνάντησή του με τον συγγραφέα László Krasznahorkai [1] υπήρξε καθοριστική. Ο μυθιστοριογράφος γίνεται στη συνέχεια ο βασικός του σεναριογράφος και ο Béla Tarr διασκευάζει αρκετά από τα έργα του.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Béla Tarr υπογράφει το Damnation (Kárhozat, 1988), το Satantango (Sátántangó, 1994) και το Werckmeister Harmonies (Werckmeister harmóniák, 2000). Μια τριλογία της κόλασης, ισάριθμα ταξίδια ως το τέλος του κόσμου, εκεί όπου δεν υπάρχει πια ούτε θεός ούτε ήλιος. Κινηματογραφιστής της ακινησίας, της απελπισίας, της βαθιάς μελαγχολίας και της νύχτας, σκηνοθετεί μεθοδικά το ναυάγιο των προσώπων του. Ακολουθεί το The Man from London (A londoni férfi, 2007), βασισμένος σε μυθιστόρημα του Georges Simenon, και τέλος το The Turin Horse (A torinói ló, 2011), που τιμήθηκε με την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου και σφραγίζει το τέλος της καριέρας του ως σκηνοθέτη. [2]

Συνέντευξη, την Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2021,
στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Villa Medici:

Arnaud Laporte: Καλησπέρα, Béla Tarr. Ο λόγος σας έχει γίνει σπάνιος από τότε που βάλατε τέλος στη δουλειά σας ως σκηνοθέτης. Πριν από δέκα χρόνια, με το The Turin Horse, που τιμήθηκε με την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου, ολοκληρώσατε την κινηματογραφική σας διαδρομή. Αυτό, ωστόσο, δεν σας εμπόδισε να συνεχίσετε να ενδιαφέρεστε ενεργά για την τέχνη, όπως δείχνει και το γεγονός ότι συμμετείχατε ως πρόεδρος της κριτικής επιτροπής στην πρώτη διοργάνωση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Villa Medici στη Ρώμη, όπου ηχογραφούμε αυτή τη συνέντευξη. Αποδεχθήκατε την πρόσκληση του διευθυντή της Villa Medici, του Sam Stourdzé, καθώς το σινεμά εξακολουθεί να σας απασχολεί, αν και δεν παρακολουθείτε πολλές ταινίες – από προσωπική επιλογή;

Béla Tarr: Καταρχάς, η κριτική μας επιτροπή δεν έχει πρόεδρο. Είμαστε όλοι ίσοι. Είμαστε μόνο τρεις [3], γιατί να χρειαζόμαστε πρόεδρο; Και, ευτυχώς, οι οπτικές μας και οι κρίσεις μας συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό. Οι συζητήσεις μας ήταν αυτονόητες και συνοπτικές, γιατί μοιραζόμαστε τις ίδιες απόψεις. Δεν υπήρξαν πραγματικές αντιπαραθέσεις ή συγκρούσεις, ούτε ουσιαστικές διαφωνίες. Αντ’αυτού παραμείναμε ήρεμοι, ειρηνικοί, μετρημένοι. Απλοί άνθρωποι που μοιράζονται έναν κοινό τρόπο θέασης. Είναι κάτι πολύ απλό, αν νιώσεις συγκίνηση ψηφίζεις υπέρ. Αν αντίθετα αισθανθείς ότι έχεις μπροστά σου ένα κατασκευασμένο, ψεύτικο αντικείμενο, αποκομμένο από την πραγματική ζωή, μακριά από τους ανθρώπους, ένα έργο που δεν μαρτυρά παρά μόνο το εγώ του δημιουργού του, τότε… τι ανία! Και πόσο αποσταθεροποιητικό μπορεί να γίνει αυτό.

Arnaud Laporte: Και υπάρχουν εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, ταινίες κάθε χρόνο που πράγματι δεν σας συγκινούν, Béla Tarr;

Béla Tarr: Δεν ξέρω γιατί δεν έχω καμία όρεξη να βλέπω τέτοιου είδους ταινίες…

Όπως έλεγα, κοιτάξτε γύρω σας, παντού υπάρχουν ταινίες και ο κινηματογράφος είναι μια θαυμάσια γλώσσα. Κι όμως, σήμερα επιμένουμε να απαξιώνουμε αυτή τη θαυμάσια γλώσσα. Τη βλέπουμε να ευτελίζεται, να τίθεται στην υπηρεσία της εξουσίας, του εμπορίου. Αυτή η γαμημένη καπιταλιστική μηχανή. Αυτό είναι που απεχθάνομαι και αυτό είναι που αρνούμαι.

 

Arnaud Laporte: Όταν ξεκινήσατε να κάνετε κινηματογράφο, Béla Tarr, η πρώτη σας ταινία στα 16 σας χρόνια σάς έκλεισε την πόρτα του πανεπιστημίου. Αργότερα, στα 22 σας, με την πρώτη σας ταινία μεγάλου μήκους, το Family Nest, υπήρχε η ιδέα ότι ο κινηματογράφος μπορούσε, αν όχι να αλλάξει τον κόσμο, τουλάχιστον να αποκαλύψει τις αδικίες που τον διαπερνούν.

Béla Tarr: Τι σημαίνει να κάνεις κινηματογράφο; Σημαίνει απλώς να ζεις τη ζωή σου, να διασταυρώνεσαι με πολλά πράγματα, να συναντάς πολλούς ανθρώπους. Και κάποια μέρα να πέφτεις πάνω σε κάτι που σε αγγίζει, που σε συγκινεί. Εκείνη τη στιγμή αρχίζεις να το μετασχηματίζεις. Αυτό το κάτι σε διαπερνά, για να το μοιραστείς με τους άλλους. Όταν ήμουν 22 ετών, ζούσαμε κάτω από ένα καθεστώς βαθιά ψευδές. Το λέγαμε κομμουνισμό αλλά δεν ήταν κομμουνισμός. Ήταν η ταπείνωση ενός λαού χωρίς την παραμικρή ελευθερία. Κι εμείς θέλαμε να αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο. Η οργή και ο ανυπόμονος χαρακτήρας μου με οδήγησαν στη δράση.

Για μένα η κάμερα δεν ήταν παρά ένα εργαλείο δράσης. Εντάξει, ήμασταν πολύ αριστεροί. Θέλαμε να προστατεύσουμε τους πραγματικούς προλετάριους και να τους δείξουμε στην οθόνη τη ζωή όπως είναι πραγματικά. Και φυσικά αυτό δεν άρεσε στους, ας πούμε, κομμουνιστές. Τιμωρήθηκα. Μού αφαιρέθηκε το δικαίωμα να είμαι φοιτητής. Στο τέλος της ημέρας μού ήταν παντελώς αδιάφορο.

Arnaud Laporte: Στη συνέχεια ήρθε η εξορία στο Βερολίνο το 1985. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989. Η επιστροφή στην Ουγγαρία. Θα μπορούσε όμως κανείς να συνοψίσει τον Béla Tarr λέγοντας ότι, εκείνα τα χρόνια, αντί να επιχειρήσετε να αλλάξετε τον κόσμο μέσω του κινηματογράφου, αποφασίσατε να αλλάξετε τον ίδιο τον κινηματογράφο; Και πάνω απ’ όλα, μού φαίνεται πως άλλαξε η ίδια σας η θέαση του κόσμου. Ο αφηγηματικός κινηματογράφος δεν είναι πια η απάντηση. Για εσάς, η απάντηση γίνεται κοσμική. Πώς πρέπει να κατανοήσουμε αυτή τη λέξη;

Béla Tarr: Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά μακρά διαδικασία. Όταν αρχίζεις να προχωράς, ανακαλύπτεις τα κοινωνικά προβλήματα. Κι όταν ήμουν νέος, πίστευα ότι ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος από τη στιγμή που θα βρίσκαμε λύσεις σε αυτά τα προβλήματα. Αυτή ήταν η απάντησή μου, αλλά ήταν λάθος. Συνειδητοποίησα ότι τα προβλήματα είναι βαθύτερα. Θα έλεγα ότι είναι οντολογικά, ασφαλώς. Αργότερα, προχωρώντας, βρίσκεις το δικό σου ύφος. Καθαρίζεις, απογυμνώνεις την έκφρασή σου. Και όσο εισχωρείς όλο και πιο βαθιά στα πράγματα, καταλαβαίνεις ότι τα προβλήματα είναι κοσμικά. Δεν αφορούν απλώς την κοινωνία. Δεν είναι καν οντολογικά, είναι ακόμη πιο βαθιά. Ο κόσμος είναι πραγματικά σάπιος. Κι όμως, φυσικά, διατηρώ την πίστη μου στον άνθρωπο. Πρέπει να γίνει σαφές ότι δεν πρόκειται για μια θέση, ούτε για κάτι του τύπου ξυπνάω το πρωί, έχω μια ιδέα και αποφασίζω να αλλάξω αυτό ή εκείνο. Καθόλου. Όταν κάνεις μια ταινία, μόλις την ολοκληρώσεις, γεννιούνται πολλές νέες ερωτήσεις. Και αυτές οι νέες ερωτήσεις απαιτούν να μην καταφεύγεις στις παλιές απαντήσεις αλλά να προχωράς μπροστά, να βουτάς στο άγνωστο, αναζητώντας νέες απαντήσεις, νέες ενέργειες, νέα μέσα. Έτσι δούλευα. Έτσι σκεφτόμουν. Έτσι συνέβαιναν τα πράγματα.

 

Arnaud Laporte: Ακριβώς, μού φαίνεται πως αυτή η μεταμόρφωση -γιατί περί αυτού πρόκειται- ξεκινά με την ταινία σας Damnation και στη συνέχεια συνεχίζεται με το Satantango και το Werckmeister Harmonies. Συχνά γίνεται λόγος για αυτές τις ταινίες ως μια τριλογία, αλλά εσείς τις αντιλαμβάνεστε έτσι; Ως μια τριλογία της μεταμόρφωσης;

Béla Tarr: Τα πράγματα γίνονται λίγο-λίγο. Σαν σκάλα. Τη σκάλα την ανεβαίνεις πάντα ένα σκαλοπάτι τη φορά. Όλο αυτό είναι πολύ πρακτικό. Δεν χρειάζεται να γίνεται κανείς υπερβολικά σοφιστικέ. Είναι μια απολύτως πραγματιστική διαδικασία. Απλώς προχωράς. Είχαμε πολλά πράγματα στο μυαλό μας. Παρατηρούσαμε πώς οι άλλοι ζούσαν τη ζωή τους και πώς εμείς τη δική μας. Πρόκειται για ένα είδος αρχής δράσης και αντίδρασης, μια διαρκή εκτροπή.

Arnaud Laporte: Ωστόσο, σε αυτές τις τρεις ταινίες, Béla Tarr, υπάρχει πράγματι αυτό το μοτίβο, αυτή η ανάγκη να επανεγκαταστήσουμε την ύπαρξή μας μέσα σε έναν γυμνό χρόνο, κοσμικό, για άλλη μια φορά και ανιστορικό. Δεν γίνατε φιλόσοφος, ο φιλόσοφος που θα θέλατε να είχατε γίνει, όμως στο έργο σας προβάλλει μια μεταφυσική, της οποίας το όχημα είναι ο κινηματογράφος.

Béla Tarr: Η φιλοσοφία και ο κινηματογράφος είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Δεν μπορούν να συγχωνευτούν. Δεν μπορείς να μεταφράσεις τη φιλοσοφία σε κινηματογράφο. Αν το επιχειρήσεις, θα καταλήξεις σε ένα αποτέλεσμα πολύ εκλεπτυσμένο, αλλά ταυτόχρονα πολύ απομακρυσμένο από την πραγματική ζωή. Η δουλειά σου είναι ακριβώς να δείχνεις τη ζωή όπως είναι, να δείχνεις πώς δρουν οι άνθρωποι, πώς ζούμε την καθημερινότητά μας, τι είναι αυτό που μας κινεί, προς τα πού πηγαίνουμε. Αυτά είναι τα ερωτήματα που έχουν σημασία, οι καταστάσεις μέσα στις οποίες ενεργούμε. Και αυτό είναι όλο. Τίποτα περισσότερο.

Arnaud Laporte: Ναι, όμως η φιλοσοφία και ο κινηματογράφος -τουλάχιστον ο δικός σας κινηματογράφος, Béla Tarr- μας επιτρέπουν να σκεφτόμαστε, να θέτουμε ερωτήματα. Τελικά, το αποτέλεσμα μοιάζει ίδιο.

Béla Tarr: Ναι, αλλά η φιλοσοφία προχωρά με διαφορετικό τρόπο για να προσφέρει απαντήσεις στον καθένα. Ο κινηματογράφος και οι τέχνες γενικότερα λειτουργούν αλλιώς. Εγώ θέλω να αγγίξω την καρδιά σας, θέλω να αγγίξω την ψυχή σας, θέλω όταν βγείτε από την αίθουσα να νιώθετε πιο δυνατοί. Η φιλοσοφία δεν προσφέρει τέτοιες δυνατότητες. Η φιλοσοφία απευθύνεται μόνο στη διάνοια. Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν είναι το ίδιο να αναπνέεις το άρωμα ενός λουλουδιού και να μαθαίνεις από ένα βιβλίο ότι έχει άρωμα. Πρόκειται για δύο απολύτως διαφορετικά πράγματα.

Arnaud Laporte: Το ζήτημα του χρόνου, βέβαια, μού φαίνεται ότι στο έργο σας αντιτίθεται ευθέως στην αφήγηση, δεν υπάρχει πια ιστορία υπάρχει μόνο χρόνος.

Béla Tarr: Ξέρετε, από την Παλαιά Διαθήκη και μετά, επαναλαμβάνουμε διαρκώς τις ίδιες παλιές ιστορίες. Όλα έχουν ήδη παιχτεί στην Παλαιά Διαθήκη, ακόμη και το Ολοκαύτωμα. Οι μητέρες που βιάζονται, οι αδελφοκτονίες. Αν δει κανείς τι συμβαίνει εκεί, δεν μπορεί παρά να σοκαριστεί. Και σήμερα επαναλαμβάνουμε τις ίδιες παλιές ιστορίες. Τίποτα καινούργιο. Και γι’ αυτές τις ιστορίες πιστεύω πως δεν έχουμε πια τίποτα να πούμε. Μπορούμε μόνο να μιλήσουμε για τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζουμε να τις αναπαράγουμε για το πώς επαναλαμβάνουμε, ξανά και ξανά, τις ίδιες παλιές ιστορίες. Δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να επαναλαμβάνουμε όσα αφηγείται η Παλαιά Διαθήκη – το καλύτερο σενάριο στον κόσμο.

Arnaud Laporte: Σε αυτό το εξαιρετικό σενάριο της Παλαιάς Διαθήκης, λοιπόν, υπάρχει μεγάλος χώρος για τα στοιχεία της φύσης και το ίδιο ισχύει και στον κινηματογράφο σας. Αποφασίσατε κάποια στιγμή να μην υπάρχει πια ήλιος στις ταινίες σας;

Béla Tarr: Τώρα σκέφτομαι… Είναι πράγματι, αλήθεια, ότι δεν υπάρχει πια ήλιος; Προσπαθώ να ξαναθυμηθώ τις ταινίες… Όχι, δεν ήταν μια απόφαση εκ μέρους μου. Δεν ήταν σκόπιμο. Αλλά στην πραγματικότητα, δεν ξέρω. Ας πούμε ότι στις τελευταίες ταινίες δεν υπάρχει πια ήλιος, ναι. Όμως υπάρχει βροχή, άνεμος και πολλά άλλα στοιχεία. Υπάρχει ο λόγος. Υπάρχουν πολλά ζώα. Γιατί πιστεύω ότι είμαστε πραγματικά μέρος της φύσης και ότι συνυπάρχουμε με τα ζώα μέσα σε αυτήν. Και έχουμε ευθύνη γι’ αυτό. Αλλά δεν ξέρω γιατί δεν υπάρχει πια ήλιος. Ίσως επειδή, όταν γυρίζεις μια ταινία, ο ήλιος πάντα έρχεται σε αντίθεση με αυτήν. Υποβάλλει ψεύτικες ελπίδες. Δεν μπορώ να σου απαντήσω. Αλλά σίγουρα δεν ήταν μια συνειδητή απόφαση.

Arnaud Laporte: Ο László Krasznahorkai είναι ένας συγγραφέας ιδιαίτερα σημαντικός για εσάς. Έχετε δουλέψει πάνω στο μυθιστόρημά του, το Satantango. Αντλήσατε έμπνευση από το The Melancholy of Resistance (Az ellenállás melankóliája) για το Werckmeister Harmonies. Επίσης, ο ίδιος έχει γράψει για εσάς τα σενάρια των ταινιών Damnation, Almanac of Fall και The Turin Horse. Ας ακούσουμε τι έλεγε στο μικρόφωνο του ραδιοφώνου France Culture τον Απρίλιο του 2018:

László Krasznahorkai: Μπορεί να ακούγεται παράξενο, γιατί εγώ ο ίδιος βλέπω την πραγματικότητα ως κάτι τρομακτικό. Κι όμως, αυτό είναι δυνατό γιατί η ομορφιά είναι εξίσου τρομακτική όσο και γοητευτική. Δεν μιλάμε εδώ για μια ρομαντική ομορφιά, μιλάμε για το σύμπαν. Μπορώ να πω ότι το σύμπαν είναι τέλειο, γιατί πράγματι είναι. Κι έτσι, εγώ -που έχω έναν ρόλο μέσα σε αυτό- δεν μπορώ να διαχωρίσω το σύμπαν από αυτή την ομορφιά. Και κατά συνέπεια δεν μπορώ να αποσπαστώ ούτε από την τελειότητα. Αυτό που ορίζουμε ως ομορφιά μέσα σε μια κοινωνία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που είναι η ομορφιά καθ’ εαυτήν. Επιπλέον, ο ίδιος ο ορισμός της ομορφιάς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εποχή στην οποία ζούμε.

Béla Tarr: Έχει δίκιο, η ομορφιά υπάρχει όμως το ερώτημα είναι τι ακριβώς ονομάζουμε ομορφιά. Για παράδειγμα, εμείς δεν κάνουμε ποτέ ταινίες για ανθρώπους που κοσμούν το εξώφυλλο του Vanity Fair. Στον δικό μας κόσμο, στην πιο οικεία και στοιχειώδη ανθρώπινη συνθήκη, ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι η ομορφιά, μια ομορφιά που υπάρχει ως ανθρώπινη παρουσία. Σήμερα, η ομορφιά έχει τυποποιηθεί, έχει μετατραπεί σε ένα καπιταλιστικό πρότυπο. Κι όμως, εκείνο που χρειάζεται είναι να ξαναβρούμε την ανθρώπινη ομορφιά. Όλοι είναι όμορφοι. Απλώς, ίσως δεν έχουμε πάντοτε το θάρρος να το αντικρίσουμε ή ίσως η λέξη ομορφιά να μην σημαίνει για εμάς το ίδιο πράγμα που σημαίνει για το Vanity Fair.

Arnaud Laporte: Στα πρώτα σας φιλμ γράφατε μόνος σας τα σενάρια, έπειτα ακολούθησε αυτή η συνεργασία με τον László Krasznahorkai, η οποία διήρκεσε μέχρι το The Turin Horse. Τι είναι αυτό που τον καθιστά τόσο πολύτιμο συνεργάτη για εσάς;

Béla Tarr: Καταρχάς, δεν γράφω ποτέ σενάρια. Σημειώνω απλώς κάποιες καταστάσεις και αυτό μου αρκεί. Δεν δουλεύω με σενάριο γιατί ο γραπτός λόγος είναι μια γλώσσα διαφορετική από την εικόνα. Όταν συναντηθήκαμε με τον László μέσα στη δουλειά, όλα ήταν εξαιρετικά απλά. Είχαμε τις ίδιες ιδέες, χρησιμοποιούσαμε τις ίδιες λέξεις. Είναι πραγματικά ένας σπουδαίος συγγραφέας. Το υλικό του είναι οι λέξεις, το δικό μου οι εικόνες. Πρόκειται για δύο διαφορετικές γλώσσες που, στην ουσία, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Κι όμως αυτό που μας ένωνε εκείνον και εμένα ήταν η κοινή μας αίσθηση της πραγματικότητας. Εκείνος έγραφε για μια συγκεκριμένη πραγματικότητα κι εγώ έπρεπε να αναζητήσω αυτή την ίδια πραγματικότητα, την ίδια λογική, με τα μέσα μιας νέας κινηματογραφικής γλώσσας που γεννιόταν ακριβώς από αυτή την πραγματικότητα.

Arnaud Laporte: Υπάρχει επίσης μεγάλη σταθερότητα στους συνεργάτες σας, Béla Tarr: η σύζυγός σας, στο σενάριο και στο μοντάζ, και ο μουσικός Mihály Víg που υπογράφει τον ήχο, έναν ήχο εξαιρετικά πλούσιο στις ταινίες σας. Ας μιλήσουμε πρώτα για την Ágnes Hranitzky, η οποία από το Werckmeister Harmonies αναγράφεται ως συν-σκηνοθέτις. Η δουλειά πάνω στο σενάριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα απαιτητική μαζί σας. Κάθε πλάνο χρειάζεται μακρά προετοιμασία. Πώς δουλεύετε στο πλατό;

Béla Tarr: Κάθε φορά ήταν διαφορετικά, όλα εξαρτώνταν από την κατάσταση των ανθρώπων. Η συνεργασία με τον Mihály, πάντως, είναι πολύ απλή. Πηγαίνει στο στούντιο, ηχογραφεί, επιστρέφει και μου δίνει ένα USB. Και όλα αυτά πριν από τα γυρίσματα, γιατί για μένα η μουσική είναι ένας από τους βασικούς χαρακτήρες της ταινίας και, φυσικά, πρέπει να γνωρίζω τον πρωταγωνιστή μου. Πρέπει να ξέρω τη μουσική προτού αρχίσω να γυρίζω, γιατί τη χρησιμοποιώ ήδη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Η Ágnes, επισήμως, είναι η μοντέρ. Στην πραγματικότητα, όμως, βρίσκεται διαρκώς στο πλατό. Ελέγχει τους ρυθμούς, την εικόνα, την ποιότητα κάθε λεπτομέρειας. Κάποιες φορές διαφωνεί μαζί μου, βλέπει τη σκηνή αλλιώς. Είναι μια συλλογική δουλειά. Ωστόσο, στο πλατό είμαστε κυρίως η Ágnes κι εγώ και βέβαια ο διευθυντής φωτογραφίας και όλη η ομάδα. Ο Krasznahorkai δεν παρευρίσκεται στα γυρίσματα. Ας πούμε ότι περνά πού και πού απλώς για να πει ένα γεια. Μέχρι εκεί. Για εκείνον, αυτός ο χώρος είναι ένας άλλος κόσμος. Άλλωστε κανείς δεν περιμένει από αυτόν να βρίσκεται εκεί, δεν έχει τίποτα να κάνει στο πλατό. Μερικές φορές περνούσε κι ο Mihály, απλώς για μια επίσκεψη. Έτσι γίνονται τα γυρίσματα. Κατά βάθος, ένα γύρισμα είναι πάντα το ίδιο πράγμα, πρέπει να δημιουργήσεις σωστές καταστάσεις, να δημιουργήσεις μια ατμόσφαιρα, μια ένταση, να φτιάξεις σκηνές που να μοιάζουν αληθινές. Αυτή είναι η δουλειά. Αυτό χρειάζεται να κάνεις. Τίποτα περισσότερο.

Arnaud Laporte: Γνωρίζετε ότι η δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας είναι ιδιαίτερα απαιτητική, καθώς η κάμερά σας βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση, μια αργή κίνηση σαν μια μακρά σπείρα. Τι είναι αυτό που προσπαθεί να συλλάβει αυτή η κίνηση από τον κόσμο που κινηματογραφεί;

Béla Tarr: Σε αυτού του είδους τις πολύ μεγάλες λήψεις, πρέπει πρώτα να κατανοήσει κανείς ότι στο εσωτερικό τους πραγματοποιείται ένα είδος μοντάζ. Για παράδειγμα, μπορεί να ξεκινήσω με ένα κοντινό πλάνο, ύστερα να απομακρυνθώ σε ένα γενικό και σε μια τρίτη θέση της κάμερας να σταθώ σε μια λεπτομέρεια. Έτσι, μέσα στο ίδιο το πλάνο συντελείται ένα είδος μοντάζ, όχι όμως στο τραπέζι του μοντάζ. Η ένταση που γεννά το γύρισμα τόσο μακρών πλάνων προσφέρει πολλά. Η ομάδα βρίσκεται σε απόλυτη συγκέντρωση. Οι άνθρωποι είναι μέσα στη συνθήκη. Οι ηθοποιοί αναγκάζονται να παραμένουν εντός της σκηνής, μέσα στον ρόλο τους, όσο η κάμερα συνεχίζει να καταγράφει. Δημιουργείται έτσι μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη εργασίας και αυτό το αγαπώ. Με ενδιαφέρει βαθιά να χορογραφώ την κίνηση της κάμερας. Αν και οφείλω να το παραδεχτώ, στο πλατό είμαι αρκετά αυταρχικός.

Arnaud Laporte: Μιλώντας για χορογραφία, είναι αλήθεια ότι οι γιορτές κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στο έργο σας. Στις ταινίες σας, οι γιορτές είναι συχνά εφιαλτικές, όπως ο διαβολικός χορός στο Satantango ή η μέθη στα μπαρ. Στιγμές που θα μπορούσαν να είναι χαρούμενες, τις ανατρέπετε για να αναδείξετε τη σκοτεινή τους πλευρά. Ποια λειτουργία έχουν τελικά οι γιορτές στις ταινίες σας, Béla Tarr;

Béla Tarr: Ας πούμε ότι όταν κάποιος είναι ευτυχισμένος, η χαρά του για τη ζωή και η ένταση αυτής της χαράς, αποκαλύπτουν την ποιότητα ολόκληρης της ύπαρξής του. Θέλω να πω πως, όταν βλέπουμε τους χαρακτήρες να χορεύουν, μπορούμε να αναγνωρίσουμε εκεί αυτό που είναι η ευτυχία, η αληθινή. Κι όμως, ταυτόχρονα, αυτό σε προετοιμάζει γιατί γνωρίζεις ότι πρόκειται για ένα αδιέξοδο. Κι έπειτα, ομολογώ πως το αγαπώ αυτό. Σχεδόν όλες οι ταινίες μου περιέχουν μια σκηνή χορού, εκτός από τις δύο τελευταίες. Στις υπόλοιπες, ναι. Τώρα που το σκέφτομαι, στο The Man from London υπάρχει επίσης μια σκηνή χορού. Στο The Turin Horse όμως δεν υπάρχει πια.

Arnaud Laporte: Ακριβώς γι’ αυτό, μετά το The Man from London, το 2007, είχατε πει ότι θα κάνατε ακόμη μία ταινία και καμία παραπάνω. Και πράγματι, αυτό συνέβη με το The Turin Horse. Έχετε πει ότι ο κύκλος κλείνει ανάμεσα στο Family Nest, την πρώτη σας ταινία, και στο The Turin Horse. Ίσως αυτό να είναι σαφές για εσάς, όχι όμως κατ’ ανάγκην για έναν θεατή όπως εγώ. Ποιος είναι αυτός ο κύκλος;

Béla Tarr: Σας το είπα: προχωράμε πάντα βήμα-βήμα, ταινία την ταινία. Μπαίνουμε όλο και πιο βαθιά στο ποτάμι. Καθαρίσαμε το ύφος μας, γίναμε πιο δημιουργικοί και φτάσαμε σε ένα σημείο όπου λες: να, τώρα είναι έτοιμο, τελείωσε. Η γλώσσα… η κινηματογραφική γλώσσα έχει πλέον ολοκληρωθεί. Θα μπορούσα να τη χρησιμοποιήσω ξανά οποιαδήποτε στιγμή αλλά δεν θέλω ούτε να σας κουράσω ούτε να σας δώσω την αίσθηση ότι επαναλαμβάνομαι. Δεν θέλω να επιστρέψω σε αυτή τη γλώσσα απλώς για λόγους εμπορίου ή για να κερδίσω τα προς το ζην, όχι. Είναι απλό, όλα έχουν ειπωθεί, πραγματικά. Είναι είτε σ’ αρέσει είτε όχι (take it or leave it), δική σας η επιλογή. Έχει ολοκληρωθεί και κάθε νέα απόπειρα δεν θα ήταν παρά μια επανάληψη, κι αυτό δεν το θέλω και δεν θα το κάνω.

Arnaud Laporte: Άρα, τελικά, υπάρχει για εσάς μια αίσθηση ικανοποίησης που φτάσατε σε αυτή την πληρότητα, στο γεγονός ότι όλα έχουν πλέον ολοκληρωθεί;

Béla Tarr: Απολύτως. Κατά κάποιον τρόπο, δεν δείξαμε ποτέ, ούτε αφήσαμε να κυκλοφορήσει καμία ταινία προτού να είμαστε βέβαιοι ότι ανταποκρινόταν πλήρως σε αυτό που περιμέναμε από την ίδια, αυτό είναι γεγονός. Εκείνο που βλέπετε στην οθόνη είναι ακριβώς αυτό που θέλαμε. Φυσικά, αυτές οι ταινίες είναι όλες διαφορετικές. Οι εποχές ήταν διαφορετικές, δεν είχαμε την ίδια ηλικία. Όμως είναι δικές μας, κι αυτό επίσης είναι γεγονός. Αν δεν σας αρέσουν, δεν πειράζει, πραγματικά. Είναι είτε σ’ αρέσει είτε όχι, κανένα πρόβλημα. Εγώ είμαι χαρούμενος που τις κάναμε. Κατά κάποιον τρόπο, είμαι περήφανος γι’ αυτές και αυτό είναι όλο.

Arnaud Laporte: Ωστόσο, συνεχίζετε να ενδιαφέρεστε για τον κινηματογράφο. Δοκιμάσατε και την παραγωγή, ίσως να μην υπήρχαν αρκετά ενδιαφέροντα πρότζεκτ. Από την άλλη, η διδασκαλία, τα εργαστήρια, τι είναι αυτό που μπορεί κανείς να μεταδώσει στους νέους κινηματογραφιστές;

Béla Tarr: Αφού σταμάτησα να σκηνοθετώ, δεν μπόρεσα παρ’ όλα αυτά να απομακρυνθώ από τον κινηματογράφο. Κάπως έτσι προέκυψε να δουλέψω για μια διεθνή σχολή κινηματογράφου και να συνεργαστώ με νέους δημιουργούς από κάθε γωνιά του κόσμου. Γι’ αυτό μετακόμισα στο Σαράγεβο και εργάστηκα εκεί επί τέσσερα χρόνια. Δούλεψα με νέους από την Ιαπωνία, την Κορέα, τη Σιγκαπούρη, την Ινδία, από τη Λατινική Αμερική – την Κολομβία, τη Βραζιλία, το Μεξικό. Με ανθρώπους από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αγγλία, τη Γαλλία. Ναι, πραγματικά από όλο τον κόσμο. Είναι υπέροχο όταν συνειδητοποιείς πόσο διαφορετικός είναι ο καθένας. Είχαμε, για παράδειγμα, μια απίστευτη νεαρή Γιαπωνέζα -εξαιρετικά ταλαντούχα, λεσβία- και έναν ηλικιωμένο Ισλανδό που έμοιαζε λίγο με αρκούδα. Και αυτοί οι δύο, ο τρόπος με τον οποίο κατάφεραν να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον, να σεβαστούν ο ένας τον άλλον, να αποδεχτούν τις διαφορές τους, ήταν συγκλονιστικός. Μπόρεσαν να δουλέψουν μαζί επειδή βρήκαν κοινό τόπο. Ήξεραν πολύ καλά ότι η κουλτούρα τους ήταν εντελώς διαφορετική όπως και η θρησκεία τους, το χρώμα του δέρματός τους. Κι όμως, ήταν απίστευτο να τους βλέπεις να συνεργάζονται και να δημιουργούν τόσα καινούργια πράγματα.

Συνεχίζω να δουλεύω με νέους ανθρώπους, τους αγαπώ. Κάποιες φορές μαθαίνω κι εγώ πολλά από αυτούς, ιδίως σε ό,τι αφορά τη high-tech γιατί εκεί είμαι πραγματικά πίσω, εντελώς άσχετος, αλλά δεν πειράζει. Εύχομαι να συνεχίσουν να δουλεύουν μαζί, έχουν γίνει μια πραγματική ομάδα. Δημιουργούν πολύ όμορφα πράγματα και, απ’ όσο καταλαβαίνω, θέλουν να συνεχίσουν. Αυτό είναι.

Arnaud Laporte: Θυμάστε τα όνειρά σας ή τους εφιάλτες σας, Béla Tarr;

Béla Tarr: Μερικές φορές. Αλλά όταν ανατέλλει ο ήλιος τα ξεχνάω. Ξεχνάω και τα όνειρά μου και τους εφιάλτες μου. Φυσικά, όπως όλοι, αυτά τα όνειρα επηρεάζονται από το καθημερινό άγχος, τις συγκρούσεις που βιώνεις, την προσωπική ζωή, πολλά πράγματα παίζουν ρόλο. Αλλά δεν είμαι σαν τον Apichatpong Weerasethakul, που κάνει τα όνειρα υλικό της δουλειάς του. Τον σέβομαι βαθιά, τον αγαπώ πολύ και μου αρέσουν οι ταινίες του. Η ερώτησή σας, λοιπόν, ταιριάζει στον Apichatpong, όχι σε μένα.

Arnaud Laporte: Και βλέπετε τις ταινίες σας ως όνειρα, ως εφιάλτες ή ως κάτι άλλο;

Béla Tarr: Όχι. Είναι απλώς ταινίες. Αυτό είναι όλο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] ΣτΜ: Νόμπελ Λογοτεχνίας 2025.
[2] ΣτΜ: Σκηνοθετεί επίσης τις μικρού μήκους ταινίες Cinemarxism (Cinemarxisme, 1979), Hotel Magnezit (1980), Journey on the Plain (Utazás az Alföldön, 1995) και Prologue (2004), καθώς και τα ντοκιμαντέρ The Last Boat (Utolsó hajó, 1990), Muhamed (2017) και Missing People (2019).
[3] ΣτΜ: Τα άλλα δύο μέλη ήταν η Teresa Castro και η Mati Diop.

The post Μια συνέντευξη με τον Béla Tarr (1955-2026): Η ζωή & το υποβλητικό έργο του δημιουργού [2021, France Culture] first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/01/07/mia-synenteyxi-ton-bela-tarr-1955-2026-zoi-amp-to-ypovlitiko-ergo-dimioyrgoy/feed/ 0 21813
Η μια για την άλλη, χωρίς όρους: Για την Παλαιστίνη και την Ουκρανία https://www.aftoleksi.gr/2025/12/01/mia-tin-alli-choris-oroys-tin-palaistini-tin-oykrania/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=mia-tin-alli-choris-oroys-tin-palaistini-tin-oykrania https://www.aftoleksi.gr/2025/12/01/mia-tin-alli-choris-oroys-tin-palaistini-tin-oykrania/#respond Mon, 01 Dec 2025 10:07:48 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=21535 Των Natalya Bekhta, Divya Dwivedi, Shaj Mohan, Maël Montévil, and Ivana Perica. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μετάφραση ενός άρθρου δημοσιευμένου στην ιστοσελίδα Philosophy World Democracy, ενός εγχειρήματος με έδρα την Ινδία που επιδιώκει να ανοίξει τον δημόσιο φιλοσοφικό διάλογο πέρα από εθνικά και γλωσσικά σύνορα, προτάσσοντας μια δημοκρατική [...]

The post Η μια για την άλλη, χωρίς όρους: Για την Παλαιστίνη και την Ουκρανία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Των Natalya Bekhta, Divya Dwivedi, Shaj Mohan, Maël Montévil, and Ivana Perica. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ.

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μετάφραση ενός άρθρου δημοσιευμένου στην ιστοσελίδα Philosophy World Democracy, ενός εγχειρήματος με έδρα την Ινδία που επιδιώκει να ανοίξει τον δημόσιο φιλοσοφικό διάλογο πέρα από εθνικά και γλωσσικά σύνορα, προτάσσοντας μια δημοκρατική κατανόηση του κόσμου ως κοινού τόπου όλων όσοι ζουν και μιλούν. 

Στο άρθρο εξετάζεται κριτικά ο τρόπος με τον οποίο η παγκόσμια πολιτική συγκροτείται μέσα από σχέσεις εξουσίας, γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς και κατασκευασμένες αφηγήσεις, απομακρύνοντας την πραγματική δυνατότητα συλλογικής ελευθερίας. Με αφετηρία τα παραδείγματα της Παλαιστίνης και της Ουκρανίας, οι συγγραφείς αναδεικνύουν τον ρόλο των κρατών, των μέσων ενημέρωσης και των ψηφιακών πλατφορμών στη διαμόρφωση μιας πραγματικότητας όπου η βία δικαιολογείται αντί να αμφισβητείται. Το άρθρο καλεί σε μια διαφορετική πολιτική ευαισθησία, εκείνη που επιμένει στη χειραφέτηση, στην αλληλεγγύη και στην ανάγκη να ξανασκεφτούμε τον κόσμο μακριά από τις παγιωμένες κανονικότητες της γεωπολιτικής και τις διαμεσολαβήσεις της ενημέρωσης. 

Κατανοούν ο ένας τον άλλον ο παλαιστινιακός λαός και ο ουκρανικός λαός;

Υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον; Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα σε αυτές τις δύο συνθήκες καταπίεσης; Και με ποιον τρόπο συνδέονται με τον κουρδικό λαό, που βρίσκεται διασκορπισμένος από την Τουρκία έως το Ιράκ· με τα βάσανα των κατώτερων καστών και των φυλετικών κοινοτήτων της Ινδίας· με τον λαό του Νταγκεστάν· τις Ιρανές γυναίκες· τον λαό των Ουιγούρων που υποφέρει στην Κίνα (1) αλλά που τη στιγμή που μιλάμε αξιοποιείται ως πολιτοφυλακή στη Συρία από τη Δύση (το πιο πρόσφατο τρόπαιό της) (2)· τους Αρμένιους χριστιανούς που, διαφεύγοντας από τη γενοκτονία τους, καταλήγουν σε ένα δυτικο-ισλαμικό πογκρόμ στη Συρία (3)· τους αγώνες για την ίδια την επιβίωση στο Σουδάν από κρίσεις που σε μεγάλο βαθμό έχουν ενορχηστρωθεί από τις ΗΠΑ και τα κράτη-αντιπροσώπους τους (4)· τον χωρίς-χαρτιά λαό των Ροχίνγκια (5), εγκαταλελειμμένο στη θάλασσα από την ινδική κυβέρνηση; Αυτά είναι τα ερωτήματα που έχουν αναδυχθεί σε συζητήσεις με φίλους στον Τρίτο και στον Δεύτερο Κόσμο – με αυτούς που προστέθηκαν πρόσφατα και απρόθυμα στην «Ευρώπη», που συχνά αποκαλούνται «Σλάβοι», αντιμετωπίζονται ως εργατικό δυναμικό του μέλλοντος και πολιτισμικά κρατούνται μέσα στη δημώδη μορφή μιας καθαρά ‘ευρωπαϊκής’ γλώσσας, της ‘γερμανικής’.

I

Εδώ και μήνες μας απασχολεί το ζήτημα της σύγκρισης -ή της αναλογίας των δεινών- ανάμεσα στην Ουκρανία και την Παλαιστίνη. Δεν μπορούμε ακόμη να γνωρίζουμε γιατί οι Παλαιστίνιοι, οι οποίοι αυτή τη στιγμή υφίστανται εξόντωση, παίρνουν συγκεκριμένες πολιτικές ή ηθικές θέσεις. Για παράδειγμα, μπορούμε μόνο να αναρωτηθούμε αν γνωρίζουν για την καταπίεση, 3.500 ετών, της πλειονότητας των κατώτερων καστών στην Ινδία, τη δουλεία τους, τις σφαγές και τα πογκρόμ. Ίσως να μην το γνωρίζουν, όμως αυτό δεν πρέπει να μεταβάλει στο ελάχιστο όσα αισθανόμαστε για τους αγώνες της Παλαιστίνης, του Σουδάν, της Ουκρανίας, των Σάαμι, του Μπαλουχιστάν ή της Σομαλίας.

Μήπως οι Ουκρανοί – που ζουν έναν πόλεμο ο οποίος κρατά τις συζητήσεις για την έκβασή του, είτε μέσω διαπραγματεύσεων είτε μέσω της ίδιας της συνέχισής του, μακριά από τους ίδιους– γνωρίζουν για το κύμα μαζικών δολοφονιών που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Παλαιστίνη; Γνωρίζουν πόσοι έχουν σκοτωθεί σε αυτόν τον πόλεμο από όλες τις πλευρές -διότι πρόκειται για έναν ιδιόμορφο παγκόσμιο πόλεμο, που διαμορφώνει τη μοίρα των αυτοκρατοριών του αιώνα μας και στον οποίο Ινδοί, Νεπαλέζοι, Γάλλοι και άνθρωποι πολλών άλλων εθνικοτήτων πολεμούν και πεθαίνουν- και ποια πλευρά έχει θυσιάσει τις περισσότερες ζωές; Αναρωτιούνται άραγε γιατί μια τέτοια διεθνής πολιτοφυλακή δεν επιτρέπεται να εισέλθει στα παλαιστινιακά εδάφη από εκείνους που ελέγχουν όλα τα εδάφη;

Ακόμη και εμείς, που βρισκόμαστε έξω από τις ζώνες της καταστροφής, δεν γνωρίζουμε όλες τις απαντήσεις. Για τη «Δύση» είναι ζωτικής σημασίας οι αριθμοί των Ρώσων νεκρών να εμφανίζονται υψηλότεροι, ενώ για τη ρωσική πλευρά είναι οι μεγαλύτεροι ουκρανικοί αριθμοί που εξυπηρετούν τους στόχους της. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι σχεδόν δύο εκατομμύρια άνθρωποι ενδέχεται να έχουν χάσει τη ζωή τους – και κυρίως από την ουκρανική πλευρά. Κατ’ αντιστοιχία, είναι εσφαλμένο να απευθύνουμε αυτό το ερώτημα στους Ουκρανούς, όπως είναι εξίσου εσφαλμένο να το θέτουμε στους Παλαιστινίους.

II

Σήμερα, οι περισσότερες πολιτικές απόψεις εκφράζονται από ενδιαφερόμενους παράγοντες που μπορεί να έχουν ελάχιστη σχέση με την πραγματική κατάσταση, παρότι εκείνοι που υποφέρουν εξακολουθούν να αποτελούν την ώθηση, αυτών των ίδιων παραγόντων και των αφεντικών τους. Για παράδειγμα, ένας μεγάλος αριθμός λογαριασμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που υποστηρίζουν το Ισραήλ είναι ινδικής προέλευσης και καθοδηγούνται από τον μηχανισμό ελέγχου των κοινωνικών δικτύων της ανώτερης κάστας των υπερασπιστών της κυριαρχίας (κοινώς γνωστή ως «ινδουιστική» δεξιά) (6), οι οποίοι ευθυγραμμίζονται με τη Ρωσία και την Τραμπική Αμερική. Αντίστοιχα, στη Γαλλία, οι Ρώσοι έχουν αξιοποιήσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να διαμορφώσουν το πολιτικό τοπίο υπέρ της ακροδεξιάς, η οποία ευθυγραμμίζεται με τον Πούτιν. Για τον σκοπό αυτό, διέδωσαν την έννοια του «ισλαμο-αριστερισμού» (‘Islamo-gauchiste’) και καλλιέργησαν την αντίληψη περί αντισημιτισμού στους δεξιούς κύκλους -φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να διαπράξουν αντισημιτικές πράξεις βεβήλωσης- ενώ ταυτόχρονα ενίσχυσαν τις εικόνες των (πραγματικών) φρικαλεοτήτων που διαπράττονται στη Γάζα μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα της ριζοσπαστικής αριστεράς, με σκοπό να περιθωριοποιήσουν την αριστερά και να ευνοήσουν τη σύγκλιση της δεξιάς και της ακροδεξιάς (7).

Τοιχογραφία του Banksy σε ένα κατεστραμμένο κτίριο στην Ουκρανία. Πηγή εικόνας: OPB.org

Μπορούμε να δούμε λογαριασμούς ρωσικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης να συνδέουν την Ουκρανία και την Παλαιστίνη με έναν τρόπο που τους εξυπηρετεί, παρουσιάζοντάς τες απλώς ως αντι-αμερικανικές υποθέσεις, κάτι που μετατρέπεται ταχύτατα σε ένα σύμπλεγμα συμφερόντων σχεδόν αδιαχώριστο, με στόχο τη διανομή της λείας του κόσμου. Το ίδιο ισχύει και για πολλούς εκπροσώπους των ουκρανικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης και ενημέρωσης, οι οποίοι συχνά ευθυγραμμίζονται με το Ισραήλ και την Αμερική. Οι παράγοντες που βρίσκονται πίσω από αυτές τις εκστρατείες είναι συχνά απρόσμενοι, πολιτικοί τεχνολόγοι που χειραγωγούν τη λεγόμενη κοινή γνώμη.

Το ερώτημα επίσης είναι: γιατί οι μεγάλες μάζες των χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης διαδίδουν τόσο εύκολα κύματα μίσους και τοξικά μηνύματα; Η απάντηση έχει δύο σκέλη.

Πρώτον, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, λόγω της σύγκλισης των λεγόμενων «αριστερών» και «δεξιών» πολιτικών δυνάμεων ως προς τα θεμελιώδη ζητήματα της οικονομικής και εξωτερικής πολιτικής και λόγω του ρόλου τους ως φρουρών των υπερ-πλούσιων ολιγαρχών του καπιταλισμού στις περισσότερες περιοχές του κόσμου, η εκλογική πολιτική κατέληξε να εκφυλιστεί σε μια επιλογή ανάμεσα σε χρώματα πάνω σε ένα ψηφοδέλτιο. Οι φωνές που βρίσκονταν εκτός αυτής της συναίνεσης αναγκάστηκαν να αναζητήσουν χώρους έκφρασης που δεν ελέγχονταν από τα καπιταλιστικά μέσα ενημέρωσης στις ίδιες τους τις χώρες, προκειμένου να αρθρώσουν τις θέσεις τους. Σε αυτό το πλαίσιο, τα ρωσικά μέσα ενημέρωσης εμφανίστηκαν ως μια τέτοια εναλλακτική, ικανή να φιλοξενήσει συζητήσεις για ζητήματα που εκτείνονταν από τα Wikileaks έως τους αμερικανικούς πολέμους εξόντωσης, προσελκύοντας μάλιστα πολλούς σεβαστούς δυτικούς διανοούμενους. Αυτή η διαδικασία τερματίστηκε με την εισβολή στην Ουκρανία.

Δεύτερον, η εμπιστοσύνη στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης έχει σχεδόν ολοκληρωτικά διαβρωθεί παγκοσμίως, εξαιτίας μιας σειράς εξελίξεων:

  1. Η αφελής βεβαίωση -ή η προσποίηση- των μέσων και των πολιτικών ότι ο ρόλος των μέσων είναι να λένε ολόκληρη την αλήθεια και ότι πράγματι μπορούν να το κάνουν, να πουν «την πλήρη αλήθεια». [Εδώ εισερχόμαστε στο φιλοσοφικό ζήτημα της συνάφειας (pertinence), δηλαδή, στο τι μπορούμε να κρατήσουμε στο πεδίο της προσοχής μας. Είναι αδύνατο να μεταφερθεί ή να καλυφθεί ό,τι συμβαίνει στον κόσμο και κάθε ζωντανό ον σχετίζεται με τον κόσμο μέσα από ένα σχήμα που καθορίζει τι είναι γι’ αυτό συναφές. Συχνά ξεχνάμε τον κανόνα που διέπει τη δημόσια σφαίρα: οφείλουμε να δίνουμε λόγο για το ίδιο το σχήμα που καθορίζει τη συνάφεια. Τα μέσα ενημέρωσης διαπραγματεύονται με διακριτές αλλά αλληλοδιαπλεκόμενες δυνάμεις, το κράτος, τις βιομηχανίες, τις πολιτοφυλακές, τη μαφία. Συχνά, αυτό το πλέγμα διαπραγματεύσεων και οι σχετικές δημοσιογραφικές αναφορές παρουσιάζονταν ως το «βέλτιστο μέλημα»: το σημείο όπου οι ανησυχίες μιας κοινωνίας συναντούσαν όσα μπορούσε να παρακολουθήσει και όσα δεν μπορούσε να αγνοήσει. Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική αφού αυτή η εξουσία καθορισμού του κόσμου -για τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που μοχθούν για τη συντήρησή του- αξιοποιήθηκε για να διαμορφωθεί ένας κόσμος όπου θα ευημερούσαν οι ολιγαρχικές δυνάμεις. Οι νέοι φασισμοί αναπροσάρμοσαν το φιλελεύθερο αυτό σχήμα και το μετέτρεψαν σε ένα πλαίσιο διαρκών απειλών: οι μετανάστες, οι άστεγοι, τα θύματα των ναρκωτικών, οι μουσουλμάνοι, οι Άραβες, οι φυλετικά υποτιμημένοι του κόσμου, οι πρόσφυγες.]
  2. η ανάδειξη ήδη από τα πρώιμα έργα του Noam Chomsky του εκτεταμένου στρατιωτικού και καπιταλιστικού ελέγχου πάνω στα μέσα ενημέρωσης, ο οποίος στηρίζει τη διατήρηση μιας πολεμικής οικονομίας στην Αμερική· ο κρατικός έλεγχος των μέσων στην Κίνα, το Ιράν, το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία· ο ολιγαρχικός και φασιστικός έλεγχος των μέσων στην Ινδία, τη Ρωσία και την Ουκρανία·
  3. η εμφάνιση του WikiLeaks και άλλων κουλτουρών «ενημερωτών εκ των έσω» (whistleblowers), που έγινε δυνατή χάρη στις αξίες των πρώτων ημερών του Διαδικτύου, αξίες που περιελάμβαναν και μια αναρχική διάθεση. Ωστόσο, η ηθική των χάκερ εκείνης της εποχής είναι σήμερα ασύμβατη με τις νέες τεχνολογίες και την κλίμακα στην οποία αυτές λειτουργούν.
  4. οι αλλαγές στην οργάνωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, για παράδειγμα ο πολλαπλασιασμός των τηλεοπτικών καναλιών, συμπεριλαμβανομένων των καναλιών συνεχούς ειδησεογραφίας, χωρίς τα κατάλληλα μέσα για τη διεξαγωγή σοβαρής δημοσιογραφίας. Η κατάσταση αυτή οδήγησε στον πολλαπλασιασμό των τηλεοπτικών εκπομπών και στην παρακμή της ερευνητικής δημοσιογραφίας, των ρεπορτάζ και των ξένων ανταποκριτών. Παράλληλα, επέτρεψε την εφαρμογή στρατηγικής των μέσων ενημέρωσης -την οποία ξεκίνησε ο Τόνι Μπλερ και, με διαφορετικό τρόπο, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι- να κορεστούν τα μέσα ώστε να ελεγχθούν.
  5. και πιο πρόσφατα, η στήριξη των καπιταλιστικών μέσων ενημέρωσης της «Δύσης» στη γενοκτονία των Παλαιστινίων, καθώς και η σχεδόν πλήρης αδιαφορία τους για τους Ουκρανούς ως ανθρώπους –το «τέλος»– υπέρ της μεταχείρισής τους ως μέσου για τη δημιουργία ενός απομονωτικού φράγματος ανάμεσα στη Ρωσία και τη «Δύση».

Μπορούμε μόνο να υποθέσουμε μια απάντηση στο ερώτημα σχετικά με την ευρύτερη υποστήριξη που σχεδόν πάντα υπήρχε για την Παλαιστίνη, καθώς μετά το Μόναχο δεν ήταν εύκολο να κινητοποιηθεί κανείς υπέρ της. Πρώτον, η Παλαιστίνη δεν είναι χώρα, δεν είναι κράτος, αλλά απλώς ένας λαός -ο παλαιστινιακός λαός- που σκοτώθηκε και διασκορπίστηκε από τη Δύση, η οποία ταυτόχρονα προσέλκυσε κομμουνιστές, αναρχικούς και σοσιαλιστές ακτιβιστές από την Ασία από το 1948 και από την Ευρώπη από τη δεκαετία του 1960. Ο αγώνας αυτός είναι παλαιότερος από εκείνον της Ουκρανίας (αλλά πολύ νεότερος από τον αγώνα της πλειονότητας των κατώτερων καστών της Ινδίας), ενώ ταυτόχρονα συμπίπτει με πολλές από τις αντι-αποικιοκρατικές απελευθερώσεις, συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας, η οποία τον υιοθέτησε ως αιτία για την ολοκλήρωση του δικού της αντι-αποικιοκρατικού αγώνα. Για παράδειγμα, η Ινδία δεν διατηρούσε διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από τους υπερασπιστές της ανωτερότητας των ανώτερων καστών οι οποίοι, με τη σειρά τους, υποστηρίζονται στενά από την Αμερική. Επιπλέον, είναι η ίδια η απελπισία του παλαιστινιακού αγώνα -μια αργή παρακμή, μια σταδιακή υποχώρηση, δεκαετίες παραχωρήσεων εδαφών, ένας αυξανόμενος ρυθμός «αποδεκτών» φρικαλεοτήτων εναντίον τους- που δημιούργησε τα κύματα υποστήριξης μετά το 1968. Αυτός ο συγκεκριμένος τύπος υποστήριξης, πρέπει να υποψιαζόμαστε, έχει κάτι το θεολογικό.

Θέσαμε πολλές από τις ερωτήσεις μας σε φίλους «της περιοχής», οι οποίοι δήλωσαν ότι ταυτίζονται ή αισθάνονται αλληλεγγύη προς την Ουκρανία. Ωστόσο, αυτή η ταύτιση φαίνεται να βασίζεται στις αναλογίες που αντιλαμβάνεται κάθε άτομο ξεχωριστά ανάμεσα στις δύο διαφορετικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, θεωρήθηκε ως μια κατάσταση συνεχής με το Μπαλουχιστάν, το Κασμίρ, το Νταγκεστάν, τους Κούρδους, την Αρμενία και ούτω καθεξής, ως η συνέχιση των αυτοκρατορικών πολέμων από τον 18ο αιώνα και μετά, ενάντια στην επιθυμία των λαών να βρουν την ελευθερία ή αντίθετα προς την πολιτική ώθηση των λαών. Κάποιοι είδαν στον Ζελένσκι έναν «Μαχμούντ Αμπάς της Δύσης», εν μέρει λόγω της ανοιχτής υποστήριξής του προς το Ισραήλ και της τεχνικής συμμετοχής της Ουκρανίας (8) στην εισβολή στη Συρία υπό την ηγεσία της Τουρκίας, με χρηματοδότηση από το Κατάρ και, αργότερα, από το Ισραήλ, εκ μέρους της Δύσης (9).

Υπάρχει ωστόσο και τεράστια άγνοια, η οποία είναι κατανοητή καθώς βλέπουμε ότι πολλοί στην Ινδία εξακολουθούν να αγνοούν τα γεγονότα στο Σουδάν, όπου μια γενοκτονία εξελίσσεται σαν ποδοσφαιρικός αγώνας πολλών ομάδων, στον οποίο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συμμετέχουν η Κίνα, το Ισραήλ, η Ρωσία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (10). Υπάρχουν περιοχές της Ινδίας, γνωστές ως «Βορειοανατολικά», όπου συνεχίζονται καταπιέσεις και πόλεμοι, για τις οποίες σπάνια βρίσκουμε ειδήσεις, και συχνά μαθαίνουμε μόνο από αποσπασματικές πληροφορίες που δημοσιεύονται σε διάφορες διεθνείς εφημερίδες. Γιατί δεν μπορούμε να δούμε ο ένας τον άλλον, παρά την πιθανή πλήρη διασύνδεση που επιτρέπουν οι νέες τεχνολογίες;

Υπάρχουν πολλοί λόγοι, αλλά ο πιο σημαντικός είναι το σύστημα ελέγχου που καθορίζει τι αγοράζει κανείς στο σούπερ-μάρκετ και ποιο χρώμα ψηφίζει στις εκλογές και, κατά συνέπεια, τι επιτρέπεται να γνωρίζει ή να βλέπει. Μας έχουν διδάξει και μας έχουν αναγκάσει να κρατάμε το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου αόρατο (11). Υπό αυτές τις συνθήκες παρατηρούμε εξαιρετικά πολιτικά εγκλήματα να επιτρέπονται και να διαπράττονται, καθιστώντας το ένα το άλλο αόρατα.

III

Αυτό χρειάζεται διευκρίνιση. Τα πρώτα ερωτήματα στην πολιτική είναι: ποιο άτομο υποφέρει, πόσα άτομα, πού, υπό ποιες συνθήκες αδράνειας, και ποιος ετοιμάζεται να επωφεληθεί από τον πόνο τους; Κατόπιν έρχεται το ερώτημα πώς μπορούμε από κοινού να τερματίσουμε αυτό το μαρτύριο, χωρίς όμως σε καμία περίπτωση την παραίτηση από την ελευθερία εκείνων που υποφέρουν. Η ελευθερία αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη. Αντί για αυτό, το μόνο που βλέπουμε στους νεοαναστηλωμένους «γεωπολιτικοποιημένους» κυρίαρχους λόγους -μια τεχνική εξουσίας των Ναζί- είναι η παρουσίαση των συνθηκών ως μέσων για την επίτευξη φρικτών σκοπών, ίσως ακόμη χειρότερων από όσα συνέβησαν τον προηγούμενο αιώνα.

Το ζήτημα της Ουκρανίας και της Παλαιστίνης είναι ενιαίο για τον εξής λόγο: κανένας όρος, κανένα επιχείρημα, καμία γεω-πολιτικο-τεχνική δεν μπορεί να δικαιολογήσει όσα λαμβάνουν χώρα σε καμία από τις δύο περιοχές. Επιπλέον, καμία από τις λεγόμενες λύσεις για την Ουκρανία -όπως ο διαμελισμός της μεταξύ Ρωσίας, Ευρώπης και Αμερικής- δεν είναι αποδεκτή, διότι η ίδια η ύπαρξη της ελευθερίας δηλαδή αυτό που είναι οι άνθρωποι, αυτό που είναι κάθε άτομο, θα κατατμηθεί και θα κατανεμηθεί και έτσι θα αφανιστεί. Αυτοί -ο Τραμπ, ο Στάρμερ, ο Πούτιν, η Μπάερμποκ και όλοι οι υπόλοιποι- μιλούν σαν οι Ουκρανοί να είναι ένα κομμάτι πηλός μπροστά στους λευκούς θεούς, που μπορεί να θελήσουν ή να μη θελήσουν να τους πλάσουν, να τους δώσουν ή να μη τους δώσουν ζωή. Κι όμως, εδώ διαγράφεται το περίγραμμα μιας νέας παγκόσμιας τάξης: το «αποτέλεσμα» στην Παλαιστίνη θα χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει την Ουκρανία (και πολύ χειρότερα στην Αφρική), ενώ η Ουκρανία θα χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει τη Γροιλανδία και την Ταϊβάν.

Εδώ τελειώνει η συμμετρία ανάμεσα στην Παλαιστίνη και την Ουκρανία, και αναδύονται δύο διαφορετικές μορφές φρίκης. Οι Παλαιστίνιοι καλούνται απλώς να πεθάνουν, αφήνοντας όλη εκείνη τη γη σε Ισραήλ-Αμερική. Οι Ουκρανοί, αντίθετα, πρέπει να συνεχίσουν να ζουν ως απλός φραγμός ή μηχανισμός καθυστέρησης ή στην καλύτερη περίπτωση ως αναμεταδότες των ίδιων των διαιρετών τους. Τους λένε ότι οφείλουν να θερίζουν σιτάρι για τη Δύση και να παράγουν ορυκτά για τους Ρώσους. Η Ουκρανία αποκαλύπτει ότι μια νέα μορφή δουλείας καταφθάνει σε όλες τις πιο αδύναμες περιοχές του κόσμου. Και αποκαλύπτει ότι πολλά από τα πρόσφατα ενταγμένα μέρη της Ευρώπης, με ιστορίες πολύ παλαιότερες από εκείνες της Γερμανίας, της Γαλλίας και των πλούσιων σκανδιναβικών χωρών, είναι πιθανό να κατανεμηθούν εκ νέου ως ζώνες επιρροής και εκμετάλλευσης.

Υπάρχει επίσης η αντιιμπεριαλιστική υποστήριξη προς την Παλαιστίνη και την Ουκρανία. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ουκρανίας, αυτή η υποστήριξη φαίνεται κάπως συγκεχυμένη. Από τη μία πλευρά, τα δυτικά μέσα ενημέρωσης εκφράζουν σχεδόν καθολική υποστήριξη προς την Ουκρανία ενώ οι ίδιοι οι υποστηρικτές της αρνούνται, από φόβο και ντροπή, να αναγνωρίσουν ότι η Ρωσία δεν είναι χώρα αλλά μια βάναυση αυτοκρατορία. Από την άλλη πλευρά, ο αυτοπροσδιορισμός πολλών εκπροσώπων της Ουκρανίας ως «λευκών» απομακρύνει την Ουκρανία από την Παλαιστίνη, το Σουδάν (12) και τη Σομαλία.

Δεν είναι «ρεαλισμός» η επίκληση των «συνθηκών»· πρόκειται για μια ολοένα και πιο διαδεδομένη, σχεδόν θεωρητικοποιημένη τακτική στον χώρο της πολιτικής, η οποία έχει δημοσιοποιηθεί μέσα από τα ακαδημαϊκά έργα των John Mearsheimer και Stephen Walt, που αμφότεροι έχουν αντιταχθεί στη συνεχιζόμενη γενοκτονία των Παλαιστινίων από το Ισραήλ και τη Δύση. Η θεωρία του γεωπολιτικού ρεαλισμού διατυπώνει δύο «πραγματικότητες» ως προϋπόθεση και όριο κάθε πολιτικής: πρώτον, ότι τα έθνη-κράτη, τα σύνορα, οι επιδρομές για φυσικούς πόρους, η λεηλασία μικρότερων χωρών από μεγαλύτερες, καθώς και οι πολιτοφυλακές, μεταξύ άλλων, συνιστούν τις πραγματικότητες ή τα δεδομένα του κόσμου· και δεύτερον, ότι η βούληση των ισχυρότερων κρατών να καθορίσουν το μέλλον του κόσμου, αξιοποιώντας αυτές τις «πραγματικότητες», αποτελεί την αναγκαία συνθήκη της. Αντιθέτως, αυτό που μπορούμε να διαπιστώσουμε είναι ότι όλες οι πραγματικότητες αυτού του κόσμου παράγονται μέσα από την πολιτική ή, όπως συμβαίνει συχνά, μέσα από την αντιπαράθεση ανάμεσα στην πολιτική ως αγώνα για την ελευθερία και στις ολιγαρχίες κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του φυλετικοποιημένου ολοκληρωτισμού και της θεολογικοποίησης.

Ο μόνος ρεαλισμός στην πολιτική είναι αυτός που επιδιώκουμε να πραγματώσουμε, και αυτός είναι πάντοτε η ελευθερία. Σε έναν κόσμο για τον οποίο είμαστε όλοι υπεύθυνοι, αν κάτι επιμένει ως πραγματικότητα (όπως τα καθεστώτα-μαριονέτες της Δυτικής Ασίας) και έτσι συγκροτεί τις πραγματικές συνθήκες για την επίτευξη πολιτικών σκοπών (στην περίπτωση της Αμερικής μέσω του στρατιωτικοποιημένου Ισλάμ -Αλ Κάιντα, ISIS, Αλ Νούσρα- για την καταστροφή των δημοκρατικών δυνατοτήτων στην Ασία), τότε αυτό πρέπει να νοηθεί αποκλειστικά ως αποτυχία της συλλογικής ικανότητας πραγμάτωσης, δηλαδή της πολιτικής. Η ισχύς που επιτρέπει την πραγματοποίηση του κόσμου έχει απομακρυνθεί όσο ποτέ άλλοτε από τον λαό και κινδυνεύει σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά με πλήρη έκλειψη. Μια τέτοια έκλειψη θα δημιουργήσει έναν αβίωτο κόσμο για όλους και αυτός ο κόσμος θα είναι απλώς μια φευγαλέα πανήγυρις για τους ολιγάρχες λίγο πριν εγκαθιδρυθεί η ανομία. Με αυτή την έννοια, η σκοτεινή τέχνη της «γεωπολιτικής» και των εθνικισμών εμποδίζει όλα μας (Ουκρανούς, Παλαιστίνιους, Ινδούς, Ιρανούς, Σουδανούς, Σομαλούς, Ρουμάνους, Δανούς…) από το να δούμε τι πλησιάζει: τον διαμελισμό του κόσμου ανάμεσα σε τρεις δυνάμεις, την Κίνα (13), τη Ρωσία και τις ΗΠΑ.

Αλλά μπορούμε να πράξουμε κάτι από κοινού, και μάλιστα σύντομα, που εξακολουθεί να παραμένει εντός των δυνάμεών μας. Πρώτον, οι περιοχές του δεύτερου και τρίτου κόσμου πρέπει να απελευθερωθούν από τον χάρτη των υπολογισμών του πρώτου κόσμου ή των υπερδυνάμεων. Για να καταστεί αυτό εφικτό, οι ιστορίες μας πρέπει να αρθρωθούν θεωρητικά, με διακρίσεις που αντλούνται τόσο από το παρελθόν -από τα συστατικά στοιχεία ή τις ομολογικές δυνάμεις των περιοχών μας- όσο και από το μέλλον· δηλαδή, μπορεί να μη θέλουμε όσα έχει συσσωρεύσει ο πρώτος κόσμος, αλλά μπορεί να επιδιώκουμε νέους τρόπους ελευθερίας ή νέες μορφές πολιτικής.

Μπορούμε να διεκδικήσουμε την πολιτική, ιστορική και φιλοσοφική αυτονομία των περιοχών μας, κατ’ αρχάς σε θεωρητικό επίπεδο, ώστε σε πολιτικό επίπεδο να μπορούμε όλοι να αρνηθούμε να είμαστε οι καρφίτσες στον παγκόσμιο χάρτη πάνω στον οποίο ο πρώτος κόσμος υφαίνει τους εφιάλτες μας. Η αλληλεγγύη χωρίς όρους είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούμε ταυτόχρονα να εκπαιδεύουμε και να εμπιστευόμαστε η μια την άλλη. Γι’ αυτό, το αίτημά μας προς εσάς (όποια κι αν είστε, όπου κι αν βρίσκεστε) είναι πάντοτε: εκπαιδεύστε μας. Και απαιτήστε από εμάς την ίδια εκπαίδευση.

Αλλά κυρίως, όλοι μαθαίνουμε καλύτερα από τους ίδιους τους ανθρώπους. Δεν ισχύει αυτό και για την Παλαιστίνη και την Ουκρανία; Όλες θέλουμε να μάθουμε από τους ίδιους τους ανθρώπους. Το ίδιο και από τους ανθρώπους του Νταγκεστάν, τους Κούρδους, τους Σομαλούς, τις Ιρανές γυναίκες, τις Σουδανές φεμινίστριες. Οφείλουμε να θέλουμε να τους ακούμε, κρατώντας η μια το χέρι του άλλου. Μπορούμε άραγε να δημιουργήσουμε ένα φόρουμ όπου να μπορούμε να το κάνουμε αυτό; 

Ίσως ήδη το κάνουμε, ο καθένας με τον τρόπο του.

Πρέπει να δεσμευθούμε ότι δεν θα εγκαταλείψουμε ποτέ η μια το άλλο, μέχρι τέλους· ότι στεκόμαστε ο ένας για το άλλο χωρίς όρους, ως άνθρωποι χωρίς καμία εξαίρεση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. «Αξιολόγηση του OHCHR σχετικά με τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αυτόνομη Περιφέρεια Ουιγούρων του Σινγιάνγκ, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας»,

Έκθεση OHCHR, https://www.ohchr.org/sites/default/files/documents/countries/2022-08-31/22-08-31-final-assesment.pdf

  1. «Τι κάνουν οι Ουιγούροι στη Συρία;», Foreign Policy, 4 Απριλίου 2025, https://foreignpolicy.com/2025/04/04/uyghurs-tpd-syria-fighters/
  1. «Χριστιανοί ηγέτες καλούν το νέο καθεστώς της Συρίας να εγγυηθεί την ασφάλεια και τα δικαιώματα», La Croix, 10 Απριλίου 2025,

https://web.archive.org/web/20250410105643/https://international.la-croix.com/world/christian-leaders-urge-syrias-new-regime-to-guarantee-safety-rights

  1. Για τις συνεχιζόμενες μαζικές δολοφονίες, βλ. Justin Lynch, «Στο Σουδάν, οι πολιτικές των ΗΠΑ άνοιξαν τον δρόμο για τον πόλεμο», Foreign Policy, 20 Απριλίου 2023, https://foreignpolicy.com/2023/04/20/sudan-civil-war-biden-burhan-hemeti-foreign-policy/
  1. Ο Ινδός υπουργός Εσωτερικών δήλωσε για τους μουσουλμάνους πρόσφυγες από γειτονικές χώρες: «Οι παράνομοι μετανάστες είναι σαν τερμίτες». Βλ. «Shoot the Traitors» (Πυροβολήστε τους προδότες) – Διακρίσεις κατά των μουσουλμάνων στο πλαίσιο της νέας πολιτικής ιθαγένειας της Ινδίας, Human Rights Watch, https://www.hrw.org/report/2020/04/10/shoot-traitors/discrimination-against-muslims-under-indias-new-citizenship-policy

Για τις πρόσφατες αναφορές σχετικά με εγκλήματα εναντίον τους, βλ. «Η Ινδία κατηγορείται για την απάνθρωπη απέλαση των προσφύγων Ροχίνγκια», Suhasini Raj, New York Times, 17 Μαΐου 2025, https://www.nytimes.com/2025/05/17/world/asia/india-rohingya-sea-deport.html

  1. Βλ. επίσης https://thediplomat.com/2023/10/indias-digital-footprint-on-the-israel-gaza-war/
  2. D. Chavalarias, « Minuit moins dix à l’horloge de Poutine » 2024: https://hal.science/hal-04S2U585v4
  1. Η παρουσία αυτού που μπορεί να ονομαστεί «Ουκρανία» (επειδή δεν γνωρίζουμε πλέον τι σκέφτονται οι πολίτες της) παρατηρείται στο Σουδάν, ενώ η ρωσική επένδυση στην καταστροφή του Σουδάν και τη γενοκτονία έχει αλλάξει. Βλ. «Ukrainian special forces ‘in Sudan operating against Russian mercenaries’», The Guardian, 06 Φεβρουαρίου 2024, https://www.theguardian.com/world/2024/feb/0S/ukrainian-special-forces-sudan-russian-mercenaries-wagner
  1. Η μετατροπή του τουρκικού κράτους σε μισθοφορικό όργανο των ΗΠΑ και των κρατών που εμπίπτουν στα συμφέροντά τους – ευρέως τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα μαριονετικά καθεστώτα της Δυτικής Ασίας, συμπεριλαμβανομένης της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, το Ηνωμένο Βασίλειο – ξεκίνησε με τους παράνομους βομβαρδισμούς της «Ανατολικής Ευρώπης» από το ΝΑΤΟ. Σήμερα, η Τουρκία αποτελεί τον πιο ανησυχητικό παράγοντα σε συγκρούσεις που βρίσκονται μακριά από αυτήν, αλλά που εμπίπτουν επίσης στα πρώην οθωμανικά εδάφη, και συγχέει και καταστρέφει την πιθανότητα οποιουδήποτε πραγματικού απελευθερωτικού αγώνα μέσω του εργαλειοποιημένου Ισλάμ, το οποίο είναι δημιούργημα των ΗΠΑ μέσω οργάνων όπως το ISIS και η Αλ Κάιντα. Το κίνημα ανεξαρτησίας του Νταγκεστάν εμπίπτει σε αυτή την «περίπλοκη κατάσταση». Για τον ισλαμισμό, βλ. https://www.reuters.com/world/europe/dagestan-shootings-spotlight-rising-islamist-threat-putin-2024-06-25/. Για την επιρροή της Τουρκίας στη Ρωσία, βλ. «Η Τουρκία επεκτείνει την επιρροή της εντός των συνόρων της Ρωσίας», https://asiatimes.com/2023/02/turkey-spreads-influence-inside-russias-borders/
  1. Για τον ρόλο της Κίνας και της Ρωσίας στο Σουδάν, βλ. «Σύγκρουση στο Σουδάν: πώς εμπλέκονται η Κίνα και η Ρωσία και ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ τους», The Conversation, 8 Ιουνίου 2023, https://theconversation.com/sudan-conflict-how-china-and-russia-are-involved-and-the-differences-between-them-205947. Για το Ισραήλ, βλ. «Ο ρόλος των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην πορεία του Σουδάν προς τον πόλεμο», The New Arab, 2 Μαΐου 2023, https://www.newarab.com/analysis/us-and-israeli-role-sudans-path-war
  1. Βλ. Shaj Mohan και Divya Dwivedi, «Ahoratos, Palestine», Philosophy World Democracy, τόμος 4, αριθ. 11 (Νοέμβριος 2023),  https://www.philosophy-world-democracy.org/articles-1/ahoratos-palestine
  1. Τα όπλα που χρησιμοποιούνται για τη δολοφονία αμάχων στο Σουδάν είναι γνωστό ότι προέρχονται από το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη μεσολάβηση του μαριονετικού κράτους των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Η άμεση και έμμεση εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών έχει μακρά ιστορία, που χρονολογείται από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Ωστόσο, το πιο πρόσφατο δίκτυο σχέσεων ΗΠΑ-ΗΑΕ φαίνεται να βασίζεται σε οικονομική διαφθορά, με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να αποκτούν αυτονομία μέσω αυτής, όπως αποδεικνύεται από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του γαμπρού του Τραμπ -κατά τι που δεν διαφέρει από ορισμένες άλλες αμερικανικές προεδρίες ή από την οικογένεια Ερντογάν. Βλέπε, για παράδειγμα, «Jared Kushner Says $1.5Bn From Qatar, UAE Came ‘Irrespective’ of Trump Win», Newsweek, https://www.newsweek.com/jared-kushner-says-15bn-qatar-uae-came-irrespective-trump-win-2004895
  1. Η ισχύς και η παρέμβαση της Κίνας στον κόσμο πραγματοποιούνται με μη συμβατικά μέσα, τα οποία δεν αναφέρονται συχνά λόγω του φόβου της «Δύσης» να χάσει την αντίληψη της υπεροχής της στον κόσμο. Βλ. Sujit Raman, Nick Carlsen, «The World’s Underground Bankers», Lawfare, https://www.lawfaremedia.org/article/the-world-s-underground-bankers

The post Η μια για την άλλη, χωρίς όρους: Για την Παλαιστίνη και την Ουκρανία first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/12/01/mia-tin-alli-choris-oroys-tin-palaistini-tin-oykrania/feed/ 0 21535
Η Άνοδος της Ζωής: Μία ιστορική θεώρηση για το Ιράν μετά τη Ζίνα https://www.aftoleksi.gr/2025/10/19/anodos-tis-zois-mia-istoriki-theorisi-to-iran-ti-zina/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=anodos-tis-zois-mia-istoriki-theorisi-to-iran-ti-zina https://www.aftoleksi.gr/2025/10/19/anodos-tis-zois-mia-istoriki-theorisi-to-iran-ti-zina/#respond Sun, 19 Oct 2025 09:04:55 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=21190 Κείμενο: Siyavash Shahabi. Πρώτη δημοσίευση στα αγγλικά. Μετάφραση στα ελληνικά για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ. Το καθεστώς της Ισλαμικής Ρεπούμπλικας είναι αποδυναμωμένο, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί απειλή για τον ιρανικό λαό. Η πρόσφατη σύντομη σύγκρουση με το Ισραήλ αποκάλυψε τα τρωτά σημεία της χώρας και την ευαλωτότητα των πολιτών της. Πώς μπορεί να καταργηθεί η [...]

The post Η Άνοδος της Ζωής: Μία ιστορική θεώρηση για το Ιράν μετά τη Ζίνα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Siyavash Shahabi. Πρώτη δημοσίευση στα αγγλικά. Μετάφραση στα ελληνικά για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ.

Το καθεστώς της Ισλαμικής Ρεπούμπλικας είναι αποδυναμωμένο, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί απειλή για τον ιρανικό λαό. Η πρόσφατη σύντομη σύγκρουση με το Ισραήλ αποκάλυψε τα τρωτά σημεία της χώρας και την ευαλωτότητα των πολιτών της. Πώς μπορεί να καταργηθεί η εσωτερική τυραννία χωρίς να υποκύψει σε ξένο πόλεμο ή εσωτερικό χάος;

Το κείμενο που ακολουθεί είναι εκτενές, γιατί επιχειρεί να κατανοήσει το παρόν μέσα από το νήμα που συνδέει το σήμερα με το παρελθόν. Μέσα στον καταιγισμό ερμηνειών για την εξέγερση της Ζίνα, είναι σημαντικό να δούμε την ένδοξη αλλά και πληγωμένη ιστορία της αδιάκοπης προσπάθειας των Ιρανών για ελευθερία και λαϊκή κυριαρχία ως μια ενιαία πορεία· όχι απλώς ως σύγκρουση με μια κυβέρνηση, αλλά ως κρίκο στην αλυσίδα ενός αιώνα και μισού κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών. Το κείμενο δεν ακολουθεί τα κυρίαρχα σχήματα της διανόησης ή της δημοσιογραφίας· κοιτά από-τα-κάτω, από εκεί όπου γεννιέται πραγματικά η αλλαγή.

«Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία»: συμπύκνωση ενός αιώνα αγώνων & εμπειριών

Για να κατανοήσουμε τη σημερινή κατάσταση του Ιράν, με αφορμή την τρίτη επέτειο του συνθήματος «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», χρειάζεται να επιστρέψουμε τρεις δεκαετίες πίσω. Από το τέλος του πολέμου Ιράν–Ιράκ το 1988, στις σποραδικές διαμαρτυρίες της δεκαετίας του ’90· από τη σύντομη ανάσα των μεταρρυθμίσεων και την 9η Ιουλίου 1999, στο «Πού είναι η ψήφος μου;»· από τον Ιανουάριο του 2018 και τον Νοέμβριο του 2019, όταν το «Τελειώσατε!» αντήχησε στους δρόμους, ως τη στιγμή που το όνομα της Ζίνα έγινε σύμβολο ρήξης. Κι έπειτα, στην αποσάθρωση της επίσημης ιδεολογίας, στην απομάκρυνση από τη θρησκεία και τη σταδιακή εκκοσμίκευση της καθημερινότητας, στην κρίση του βιοπορισμού και στην αντίσταση των εργατών, μέσα στη σκιά ενός πολέμου που, σε δώδεκα μέρες φόβου, σκέπασε ολόκληρη την κοινωνία. Αυτό το κείμενο είναι μια προσπάθεια να αναδείξει την ενότητα της αντίστασης και της ζωής.

Τρία χρόνια έχουν περάσει από εκείνη τη φθινοπωρινή μέρα που αντήχησε το όνομα της Ζίνα. Οι δρόμοι του Ιράν γνώρισαν εξάρσεις και υφέσεις· λες και η ιστορία διέσχισε με ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού έναν αιώνα γεμάτο δεσποτισμό, για να φτάσει στο παρόν. Ίσως σήμερα μια γιαγιά στη Ζαχεντάν ή στο Σαναντάτζ, στη Σιράζ, την Τεχεράνη, το Αχβάζ, το Ισφαχάν ή τη Μασχάντ να κοιτά το πρόσωπο της εγγονής της· της εγγονής που, στις μέρες της εξέγερσης «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», βγήκε στον δρόμο και φώναξε υπέρ της ζωής. Το βλέμμα της είναι μείγμα περηφάνειας και λύπης: περηφάνεια για μια γενιά που στάθηκε ατρόμητη, και λύπη γιατί κι εκείνη, μαζί με τους συνομηλίκους της, κάποτε έθρεψε το ίδιο όνειρο, μα ξανά και ξανά παγιδεύτηκαν στον φαύλο κύκλο του αυταρχισμού. Κάποτε, στην Συνταγματική Επανάσταση, πάλεψαν για την κυριαρχία του νόμου· αργότερα, με την Επανάσταση του 1979, ύψωσαν το βλέμμα τους προσδοκώντας ρήξη με τη δικτατορία· μα η μία κατέληξε στον δεσποτισμό του Ρεζά Σαχ και η άλλη στη θεοκρατική κηδεμονία. Τώρα όμως, η φωνή της σημερινής γενιάς αντηχεί το ίδιο όνειρο με καθαρότερη γλώσσα: το όνειρο να ζεις σε μια ελεύθερη χώρα, απαλλαγμένη από ταπεινώσεις και δεισιδαιμονίες· ένα όνειρο που αυτή τη φορά δεν βρίσκεται στο περιθώριο, αλλά στο κέντρο της καθημερινής ζωής.

Μετά τον πόλεμο: οι πρώτες ρωγμές

Όταν ο οκταετής πόλεμος με το Ιράκ τελείωσε το καλοκαίρι του 1988, το Ιράν συνειδητοποίησε γρήγορα πως η εξωτερική ειρήνη δεν σημαίνει απαραίτητα και εσωτερική ελευθερία. Τα πυροβόλα σίγησαν, μα η μηχανή της καταστολής στο εσωτερικό αμαπτύχθηκε με τρομακτική ταχύτητα· σαν να αξιοποίησε η κυβέρνηση το τέλος του πολέμου για να εξοντώσει, αθόρυβα, τους εσωτερικούς της αντιπάλους. Πριν καλά-καλά τελειώσει το καλοκαίρι του 1988, χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι που είχαν υπομείνει χρόνια αιχμαλωσίας –πολλοί απ’ αυτούς νέοι κάτω των 25 ετών– εκτελέστηκαν εν κρυπτώ και ταχύτατα. Οι πυροβολισμοί των χαριστικών βολών πίσω από τα τείχη των φυλακών μαρτυρούσαν πως το καθεστώς δεν θα ανεχόταν καμία διαφωνία. Ο πόλεμος είχε τελειώσει· η ειρήνη όμως για τον λαό δεν ήρθε ποτέ.

Η δεκαετία που ακολούθησε τον πόλεμο ξεκίνησε με βαθιές οικονομικές και κοινωνικές πληγές. Οι πόλεις ήταν γεμάτες νέους ανάπηρους του πολέμου πάνω σε αναπηρικά αμαξίδια και οικογένειες που θρηνούσαν τους χαμένους πατέρες τους. Ο πληθωρισμός και οι ελλείψεις έκαναν τη ζωή ακόμα πιο δύσκολη. Εκείνα τα χρόνια, λίγοι τολμούσαν να διαμαρτυρηθούν ανοιχτά· όμως ο θυμός και η απόγνωση φώλιαζαν παντού, έτοιμα να ανάψουν σαν φωτιά κάτω απ’ τη στάχτη.

Ο Τζαμάλ Τσεράγβεϊσι [Jamal Cheraghveisi], μαζί με μια ομάδα εργατών ακτιβιστών στο Κουρδιστάν, ήταν ανάμεσα σε εκείνους που δεν σιώπησαν. Τον Μάιο του 1989, λίγες μόλις μέρες μετά την ομιλία του στη συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς στο Σαναντάτζ, συνελήφθη. Έναν χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1990, η είδηση της εκτέλεσής του -μαζί με άλλους δεκαέξι ανθρώπους, ανάμεσά τους και δύο δεκαεπτάχρονες- βύθισε το Σαναντάτζ στη σιωπή και στο πένθος. Ο Τζαμάλ εκτελέστηκε ύστερα από μακρόχρονα βασανιστήρια. Η ομιλία του στην Πρωτομαγιά παραμένει ζωντανή πηγή έμπνευσης και μνήμης. Το «έγκλημά» τους ήταν η προσπάθεια να οργανώσουν ένα ανεξάρτητο εργατικό σωματείο και να θυμίσουν όσα η επανάσταση του 1979 είχε καταπνίξει: τα Συμβούλια και το δικαίωμα στη λαϊκή κυριαρχία.

Το 1992, στη Μασχάντ, άνθρωποι εξαντλημένοι από τη διαφθορά και την ακρίβεια κατέβηκαν στους δρόμους, φωνάζοντας συνθήματα ενάντια στα σύμβολα της εξουσίας. Η απάντηση ήρθε γρήγορα με σφαίρες. Στη Σιράζ και την Αράκ ξέσπασαν παρόμοιες διαμαρτυρίες, που πνίγηκαν στη σιδερένια γροθιά των αρχόντων. Το 1994, στην Καζβίν, χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους και για λίγες ώρες πήραν τον έλεγχο της πόλης, προσπαθώντας να ακουστούν στο κέντρο· μα και πάλι η απάντηση ήταν στρατιωτική καταστολή. Η άγρια καταστολή στο Εσλάμσαχρ, το 1995, υπήρξε το αποκορύφωμα.

Τότε δεν υπήρχε ούτε διαδίκτυο ούτε κοινωνικά δίκτυα· και τα μέσα ενημέρωσης, υπό τον πλήρη έλεγχο της εξουσίας, δεν πρόβαλλαν αυτές τις σποραδικές εξεγέρσεις ούτε άφηναν τους ανθρώπους να μάθουν γι’ αυτές. Κι όμως, στη μνήμη των κατοίκων εκείνων των πόλεων χαράχτηκε κάτι απλό: κάθε φορά που ο λαός ζητά δικαιοσύνη, οι άρχοντες δεν καταλαβαίνουν άλλη γλώσσα πέρα από τη γλώσσα της βίας.

Η κοφτή ανάσα των μεταρρυθμίσεων και η 9η Ιουλίου

Με την ανατολή της 23ης Μαΐου 1997, όταν ξεκίνησε η μεταρρυθμιστική περίοδος, φύσηξε ένα αεράκι ελπίδας. Οι άνθρωποι, κουρασμένοι από την ασφυξία και τη μονοφωνία, ψήφισαν τον Χαταμί με την ελπίδα πως ίσως να μπορούσε να ανοίξει ο κλειστός ορίζοντας. Εκείνη η τεράστια ψήφος των είκοσι εκατομμυρίων ανθρώπων ήταν από μόνη της ένα μεγάλο «όχι» σε ένα καθεστώς που είχε αφήσει τον λαό διψασμένο για αλλαγή. Οι συνθήκες φάνηκαν τότε, να προσφέρουν ένα σπάνιο παράθυρο για λαϊκή παρέμβαση στην πολιτική και στη μοίρα του ίδιου του καθεστώτος. Μπροστά στους πολίτες είχαν παραταχθεί τέσσερις «κομποσχοινάτοι» οπισθοδρομικοί, υπερασπιστές της θεοκρατικής κηδεμονίας και συνένοχοι σε δεκαοκτώ χρόνια εγκλημάτων, κι η προσδοκία ήταν πως «κάποιος» από αυτούς θα εκλεγεί. Κι όμως ο Χαταμί εξελέγη, με το σύνθημα των μεταρρυθμίσεων.

Οι νέοι των δεκαετιών του ’70 και του ’80 είχαν πια ενηλικιωθεί και έπλαθαν νέα όνειρα: ένα όνειρο κοινωνίας όπου η ζωή θα έχει αξία, όχι απλώς η επιβίωση. Μόνο που αυτό το όνειρο δεν κράτησε πολύ. Οι εφημερίδες συνέχισαν να κλείνουν, οι συγγραφείς να σύρονται στη φυλακή, οι πολιτικοί ακτιβιστές να οδηγούνται σε κατ’ οίκον περιορισμό. Ξεκίνησε τότε ο κύκλος των «αλυσιδωτών δολοφονιών» και η άγρια εξόντωση των αιρετικών. Κι όμως, η κοινωνία είχε αλλάξει δέρμα, δεν ήταν πια εύκολο να την ξαναβάλουν στο στενό κλουβί της σιωπής.

Τον Ιούλιο του 1999, αρκούσε μια σπίθα για να τιναχτεί στον αέρα η μπαρουταποθήκη του φοιτητικού θυμού. Η έφοδος των δυνάμεων καταστολής στις εστίες του Πανεπιστημίου της Τεχεράνης, και το πέταγμα φοιτητών από τα παράθυρα, έκαναν το αίμα να κοχλάσει. Η φλόγα της διαμαρτυρίας ξεχύθηκε από το πανεπιστήμιο στους δρόμους· νέοι που χθες κρατούσαν βιβλία, στάθηκαν σήμερα με πέτρες απέναντι στις δυνάμεις καταστολής.

Το καθεστώς ωστόσο, μπήκε τότε με όλη του τη δύναμη στο πεδίο και μέσα σε λίγες μέρες «μάζεψε» την υπόθεση: νεκροί, τραυματίες και δεκάδες συλληφθέντες. Η πληγή της 9ης Ιουλίου 1999 χαράχτηκε βαθιά στην ψυχή μιας ολόκληρης γενιάς, της φοιτητικής γενιάς που είδε πως το σύνθημα της «κοινωνίας των πολιτών», χωρίς πραγματική ισχύ από πίσω, αποδεικνύεται ανίσχυρο μπροστά σε σφαίρες και γκλομπ.

Παρά ταύτα, εκείνη την περίοδο, το ζήτημα της αντιπαράθεσης με τις μεγάλες δυνάμεις γύρω από τον πυρηνικό φάκελο μπήκε σε νέα φάση. Ήταν σαν να καραδοκούσε το καθεστώς να κολλήσει αυτόν τον φάκελο στο αγαπημένο του αφήγημα περί «ξένης ανάμιξης», ώστε να δικαιολογεί την καταστολή και να θολώνει τη δική του ευθύνη απέναντι στη ζωή του ιρανικού λαού. Τότε ακριβώς οι μαζικές καταδίκες με την κατηγορία της «δράσης κατά της εθνικής ασφάλειας» έγιναν -τραγική ειρωνεία- μέρος της καθημερινότητας.

Η δεκαετία του 2000: οι εργάτες και ο δρόμος προς το 2009

Η περίοδος 1999-2009 ήταν γεμάτη αναταράξεις. Από τη μια πλευρά, το καθεστώς, μετά την καταστολή του φοιτητικού κινήματος αποθρασύνθηκε και σκλήρυνε ακόμη περισσότερο το «ασφαλίτικο» κλίμα. Από την άλλη, μέσα στην κοινωνία ωρίμαζαν υπόγιες διεργασίες· οι άνθρωποι γίνονταν πιο συνειδητοποιημένοι και πιο απαιτητικοί. Η δολοφονική επίθεση εναντίον των εργατών στο εργοστάσιο χαλκού του Κχατούν-Αμπάντ το 2004 έδειξε πως η αποφασιστικότητα του καθεστώτος να τσακίσει το εργατικό κίνημα ξεπερνούσε κάθε όριο. Λίγο αργότερα, η άγρια καταστολή των διαδηλώσεων στις κουρδικές πόλεις -που είχαν ξεσπάσει μετά την απαγωγή του Αμπντουλά Οτσαλάν από το τουρκικό κράτος- στις 21 Φεβρουαρίου 2005, έστρεψε το κουρδικό ζήτημα στο Ιράν σε νέα κατεύθυνση. Ήταν διαμαρτυρίες που εκτυλίχθηκαν μέσα σε πλήρη σιωπή και λογοκρισία.

Την ίδια περίοδο, στο προσκήνιο ανέβηκε μια νέα γενιά διανοουμένων και νεαρών ακτιβιστών, που είχε πλέον κατανοήσει βαθιά πως ο αγώνας για την ελευθερία δεν είναι κατοστάρι, αλλά μαραθώνιος, ένας δρόμος μακρύς, γεμάτος αντοχή και υπομονή. Μέσα σε αυτά τα χρόνια, οι δυναμικές απεργίες των υφαντουργών στο Κουρδιστάν το 2005, που ανάγκασαν εργοδότες και κράτος να κάνουν πίσω, άνοιξαν τον δρόμο και για άλλους κλάδους. Η επανενεργοποίηση του συνδικάτου των εργατών της Εταιρείας Λεωφορείων Τεχεράνης και περιχώρων, μαζί με τη μεγάλη απεργία τους στις 25 Δεκεμβρίου 2005, έδωσαν νέα πνοή στο ιρανικό εργατικό κίνημα. Ύστερα από περισσότερο από μια δεκαετία σκληρής καταστολής, οι εργάτες κατάφεραν να επιβάλουν ξανά την ανεξάρτητη συλλογική τους παρουσία απέναντι στο κράτος. Παράλληλα, σε διάφορες περιοχές γίνονταν προσπάθειες για τη συγκρότηση κι άλλων αυτόνομων σχημάτων, ενώ οι κινητοποιήσεις των εργατών της ζάχαρης στο Χαφτ-Ταπέ προχώρησαν το κίνημα ένα βήμα παραπέρα.

Κι όμως, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως πλησίαζε μια δοκιμασία τόσο σκληρή όσο οι εκλογές του 2009. Ένα μήνα πριν, ο μαζικός εορτασμός της Πρωτομαγιάς στο πάρκο Λάλε της Τεχεράνης -και η σύλληψη περισσότερων από 200 εργατών, ακτιβιστών και διαδηλωτών- είχαν ήδη δείξει ότι η ιρανική κοινωνία είχε πάρει μια νέα κατεύθυνση.

Από το «Πού είναι η ψήφος μου;» στο «Τελειώσατε!»

Οι προεδρικές εκλογές του 2009 και όσα ακολούθησαν αποκάλυψαν μια τεράστια ρωγμή που για χρόνια βάθαινε στην καρδιά της κοινωνίας. Όταν ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα, μέσα σε μια βαριά οσμή νοθείας, και καμία αρχή δεν άκουσε τη φωνή των διαμαρτυρόμενων, η Τεχεράνη και οι μεγάλες πόλεις μετατράπηκαν σε σκηνικό πρωτοφανών διαδηλώσεων. Εκατομμύρια άνθρωποι, με σιωπηλές και ειρηνικές πορείες, διεκδίκησαν το αυτονόητο: την αποκατάσταση του δικαιώματος της ψήφου τους. Ήταν μέρες γεμάτες ελπίδα και αγωνία. Οι πολίτες φώναζαν «Πού είναι η ψήφος μου;» πιστεύοντας πως ο μαζικός τους παλμός θα μπορούσε να επιβάλει αλλαγή. Μα τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2009 ήρθε η γνώριμη απάντηση της καταστολής. Η εικόνα του αιμόφυρτου σώματος της Νεντά Αγά-Σολτάν σε έναν δρόμο της Τεχεράνης συγκλόνισε τον κόσμο και έγινε σύμβολο της αδικίας που υφίσταται ο ιρανικός λαός. Δεκάδες νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, χιλιάδες συλλήψεις· η ειρηνική διαμαρτυρία πνίγηκε στις σφαίρες και η πικρή γεύση του αυταρχισμού σκέπασε ξανά όσους ονειρεύονταν ελευθερία.

Το μοναδικό «αποτέλεσμα» της εκτεταμένης καταστολής του Πράσινου Κινήματος ήταν μια ακόμη βαθύτερη ρήξη ανάμεσα στην κοινωνία και την εξουσία. Εκατομμύρια άνθρωποι, που ίσως μέχρι τότε πίστευαν στη «μεταρρυθμισιμότητα» του καθεστώτος, μετά το 2009 κατάλαβαν πως η ίδια η δομή της εξουσίας δεν αντέχει, ούτε κατ’ ελάχιστο, το λαϊκό αίτημα. Την ίδια στιγμή, στις κατώτερες τάξεις και στις επαρχίες μακριά από το κέντρο συσσωρευόταν μια σιωπηλή, καταπιεσμένη οργή. Είδαν πως ακόμη και η αστική μεσαία τάξη, που διεκδικούσε με ψήφο και ειρηνικές πορείες, απωθήθηκε βίαια· τι μπορούσε να απομείνει, λοιπόν, στους αποκλεισμένους και τους περιθωριοποιημένους, πέρα από το να σπάσουν τα δεσμά μέσα στα οποία τους είχε φυλακίσει το σύστημα;

Μετά το 2009, το καθεστώς εγκαινίασε μια περίοδο πολιτικής στασιμότητας, συνοδευόμενη από ασφυκτικό έλεγχο και «ασφαλειοποίηση». Χρόνια πέρασαν, οι πρόεδροι άλλαξαν, αλλά η βασική στρατηγική φίμωσης και αποκλεισμού παρέμεινε αμετάβλητη. Κάθε μικρή διαμαρτυρία, είτε πολιτική είτε επαγγελματική, πνιγόταν στην αρχή της. Κι όμως, οι αντιφάσεις της κοινωνίας ήταν πολύ βαθιές για να ελέγχονται μόνο με ωμή βία. Η γενικευμένη διαφθορά και οι διεθνείς κυρώσεις έφεραν την οικονομία στο χείλος της κατάρρευσης. Στη δεκαετία του 2010, οι τσέπες των πολιτών άδειαζαν μέρα με τη μέρα, ενώ το ταξικό χάσμα ορθωνόταν ολοένα και πιο κραυγαλέο. Τεράστια σκάνδαλα αποκαλύφθηκαν, ενώ τα «παιδιά των ισχυρών» γλεντούσαν στις ΗΠΑ και στον Καναδά, την ώρα που τα παιδιά των εργαζομένων αναζητούσαν στα σκουπίδια μια μπουκιά φαγητού. Μια τέτοια κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί.

Τον Δεκέμβριο του 2017-Ιανουάριο του 2018 φάνηκαν οι πρώτες σπίθες κάτω από τη στάχτη. Αυθόρμητες διαμαρτυρίες ξεκίνησαν από τη Μασχάντ (βορειοανατολικό Ιράν) και εξαπλώθηκαν ταχύτατα σε δεκάδες μικρές και μεγάλες πόλεις. Αυτή τη φορά, μπροστά βγήκαν κυρίως οι φτωχοί και οι περιθωριοποιημένοι, όσοι δεν είχαν τίποτα να χάσουν και είχαν γευτεί χρόνια ταπείνωσης και φτώχειας. Τα συνθήματα ήταν ριζικά διαφορετικά από τα προηγούμενα: αντί για «Πού είναι η ψήφος μου;» (το κεντρικό σύνθημα του Πράσινου Κινήματος του 2009, που επικεντρώθηκε στην εκλογική απάτη) ακούστηκε καθαρά το «Κάτω ο δικτάτορας» (μια άμεση έκκληση κατά του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ) και, το πιο καθοριστικό, το «Μεταρρυθμιστές, συντηρητικοί – τέλος!» (μια απόρριψη και των δύο κύριων πολιτικών παρατάξεων εντός της Ισλαμικής Δημοκρατίας: των λεγόμενων μεταρρυθμιστών και των σκληροπυρηνικών συντηρητικών).

Το γεγονός ότι οι διαμαρτυρίες του Δεκέμβρη 2017-Ιανουαρίου 2018 δεν είχαν οργανωμένη ηγεσία και ξεπήδησαν κυρίως από τα κοινωνικά δίκτυα και εφαρμογές όπως το Telegram βρήκε το καθεστώς απροετοίμαστο. Εκείνη η εξέγερση υπήρξε καμπή στον κοινωνικοταξικό αγώνα στο Ιράν· παρά τις υφέσεις και την αιματηρή καταστολή, άνοιξε νέο δρόμο. Μετά από αυτήν, το βλέμμα προς την ιρανική κοινωνία άλλαξε ουσιωδώς: έγινε σαφές ότι το κέντρο βάρους της αντίστασης είχε μετακινηθεί προς τις κατώτερες τάξεις και ότι το ηφαίστειο της οργής βράζει πλέον στις πιο γκρίζες ζώνες της χώρας.

Αν και το κύμα του 2017–2018 «μαζεύτηκε» σχετικά γρήγορα, μέσα στην άγρια καταστολή, η υπόγεια φλόγα δεν έσβησε. Δύο χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 2019, μια άλλη σπίθα σε πολύ ευρύτερη κλίμακα άναψε ξανά. Αφορμή ήταν η αιφνίδια αύξηση της τιμής της βενζίνης· στην πραγματικότητα όμως χρόνια οικονομικής πίεσης και η αίσθηση βαθιάς αδικίας είχαν φέρει τον λαό στα όρια της έκρηξης. Μέσα σε μόλις 48 ώρες, πάνω από 100 πόλεις μετατράπηκαν σε πεδία οδομαχιών. Τράπεζες και κυβερνητικά κτήρια παραδόθηκαν στις φλόγες της κοινωνικής οργής, και τα συνθήματα, πιο ριζοσπαστικά από ποτέ, στόχευσαν το ίδιο το θεμέλιο του συστήματος. Μια έκρυξη αγώνα ενάντια στην εξουσία του κεφαλαίου και στη βία του, χωρίς προηγούμενο στην ιρανική ιστορία, είχε ξεσπάσει.

Η απάντηση της εξουσίας ήταν τα απευθείας πυρά. Μέσα σε λίγες μέρες σημειώθηκε μία από τις πιο αιματηρές καταστολές της σύγχρονης ιστορίας της χώρας: σύμφωνα με μία εκδοχή, πάνω από 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν σε 190 πόλεις, σχεδόν 400 μόνο στην επαρχία της Τεχεράνης. Αυτός ο τρομακτικός αριθμός επιβεβαιώθηκε αργότερα από ανεξάρτητες πηγές, όπως το Reuters, παρότι οι αρχές ποτέ δεν δέχτηκαν να ανακοινώσουν τον πραγματικό απολογισμό και εξακολουθούν να υπεκφεύγουν μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά, ο τότε υπουργός Εσωτερικών ισχυρίστηκε ότι «μόνο 200-225» άνθρωποι σκοτώθηκαν, κι ακόμα κι αν δεχόταν κανείς αυτόν τον ισχυρισμό, πρόκειται για μια τραγωδία που φανερώνει θεσμική, οργανωμένη αγριότητα. Το κύμα του Νοεμβρίου 2019 καταπνίγηκε με γενικευμένη διακοπή του ίντερνετ και μαζική ανάπτυξη δυνάμεων των IRGC (Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης) και των Basij (παραστρατιωτικών πολιτοφυλακών) στις πόλεις. Το αίμα των νέων ξεπλύθηκε από τους δρόμους, αλλά η δυνατή, οργισμένη φωνή τους χάραξε ανεξίτηλα τη συλλογική μνήμη.

Μετά τον «ματωμένο Νοέμβρη», το Ιράν εισήλθε ουσιαστικά σε μια περίοδο σιωπηρής, υποδόριας ημι-εξέγερσης. Τίποτα δεν ήταν πια όπως πριν. Το κύμα διαμαρτυρίας που είχε υψωθεί από τον Δεκέμβρη του 2017 έως τον Νοέμβρη του 2019, αν και φαινομενικά καταπνίγηκε, ρίζωσε και απέκτησε εμπειρίες. Η απόσταση ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία έφτασε στο έσχατο όριο. Ακόμη και όσοι κάποτε πίστευαν στη «μεταρρύθμιση εκ των έσω» συνειδητοποίησαν ότι ο επικρατών θεοκρατικός αυταρχισμός δεν μεταρρυθμίζεται, πρέπει να ανατραπεί. Καθ’ όλη τη διετία 2020-2021, τοπικές και κλαδικές διαμαρτυρίες ξεσπούσαν κατ’ επανάληψη: από τις απεργίες των εργατών στη Χαφτ-Ταπέ και στη χαλυβουργία, μέχρι τις συγκεντρώσεις δασκάλων και συνταξιούχων και την εξέγερση των «διψασμένων» στο Χουζιστάν (νοτιοδυτικό Ιράν, όπου η έλλειψη νερού τροφοδότησε μαζικές διαμαρτυρίες). Καθεμία από αυτές τις δονήσεις ήταν σημάδι ότι η φλόγα κάτω από τη στάχτη έμενε ζωντανή.

Τρεις λέξεις που σημάδεψαν έναν αιώνα: H Ζίνα & η Εξέγερση του 2022

Στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2022, η σπίθα που όλοι φοβόντουσαν, ή ήλπιζαν, έπεσε τελικά στην πυριτιδαποθήκη. Η Μάχσα/Ζίνα Αμινί, μια 22χρονη από το Σακκές (μια κουρδική πόλη στο δυτικό Ιράν), είχε ταξιδέψει στην Τεχεράνη για λίγες μέρες, όταν συνελήφθη από την «αστυνομία ηθών» (μια μονάδα επιφορτισμένη με την επιβολή των υποχρεωτικών νόμων περί χιτζάμπ). Λίγες μέρες αργότερα, το σώμα της βρέθηκε άψυχο σε ένα νοσοκομείο της πόλης. Η είδηση του θανάτου της Μάχσα -ή όπως τη φώναζαν οι φίλοι και οι δικοί της, Ζίνα- διαδόθηκε σαν φωτιά σε όλο το Ιράν. Οι σκηνές από το νοσοκομείο Κασρί και την κηδεία της στο Σακκές συγκλόνισαν εκατομμύρια ανθρώπους· κι εκεί, μέσα στον πόνο, ακούστηκε η κραυγή που έμελλε να αλλάξει την ιστορία: «ژن، ژیان، ئازادی» – «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία». Το ιστορικό σύνθημα του γυναικείου κινήματος στο Κουρδιστάν έγινε το λάβαρο ενός νέου, πανιρανικού αγώνα. Τρεις απλές, καθαρές λέξεις που χώρεσαν μέσα τους αιτήματα ενός αιώνα: την αξιοπρέπεια της γυναίκας απέναντι σ’ ένα μισογυνικό καθεστώς, το δικαίωμα στη ζωή απέναντι στη θανατολαγνία και μαρτυρολατρία των ισχυρών, και την ελευθερία απέναντι σ’ έναν αιώνα ασφυκτικού αυταρχισμού.

Οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν μετά τη δολοφονία της Ζίνα Αμινί, στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2022, ήταν πρωτοφανείς, τόσο σε γεωγραφική έκταση όσο και σε κοινωνική συμμετοχή. Από το Κουρδιστάν ως την Τεχεράνη, από το Μπαλουχιστάν ως το Μαζανταράν, δεκάδες πόλεις -ακόμα και χωριά- φλέγονταν από οργή. Οι νέες γυναίκες ήταν η καρδιά αυτής της εξέγερσης: μαθήτριες λυκείου έκαιγαν τις μαντίλες τους στις αυλές των σχολείων, φοιτήτριες και φοιτητές σχημάτιζαν ανθρώπινες αλυσίδες στα πανεπιστήμια και φώναζαν συνθήματα ελευθερίας. Στους δρόμους της Τεχεράνης, του Ταμπρίζ και του Ραστ, γυναίκες χωρίς μαντίλα κραύγαζαν «Κάτω ο δικτάτορας» και «Θα σκοτώσω εκείνον που σκότωσε την αδελφή μου». Το θάρρος τους, στην πρώτη γραμμή, γκρέμισε στην πράξη το αρχαίο ταμπού του φόβου. Οι άνδρες στάθηκαν δίπλα τους, με σεβασμό και περηφάνια, προφέροντας κι αυτοί το σύνθημα: «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία».

Από την πρώτη στιγμή, το κίνημα της Ζίνα είχε χαρακτηριστικά που το ξεχώριζαν από κάθε προηγούμενη διαμαρτυρία στο Ιράν. Πρώτον, τα συνθήματα στόχευαν ευθέως τον ανώτατο ηγέτη και ολόκληρο το καθεστώς· δεν υπήρχαν «μικρές», μετριοπαθείς διεκδικήσεις. Ήταν ένα κίνημα που ζητούσε ριζικό μετασχηματισμό, όχι μπαλώματα. Δεύτερον, για πρώτη φορά εμφανίστηκε μια σπάνια ενότητα τάξεων και εθνοτικών ομάδων: Κούρδοι, Πέρσες, Μπαλούχοι και Αζέροι, μεσαία στρώματα και φτωχοί, όλοι διακατέχονταν από την ίδια οργή απέναντι στην καταπίεση και τις διακρίσεις. Τρίτον, η δυναμική παρουσία της Γενιάς Ζ, νέων ανθρώπων που μεγάλωσαν μέσα στο διαδίκτυο και στον σύγχρονο κόσμο, μιας γενιάς που ο τρόπος ζωής της βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με την επίσημη ιδεολογία του καθεστώτος. Και τέταρτον, ο καθοριστικός ρόλος των κοινωνικών δικτύων και της εκκοσμίκευσης των πολιτών: βίντεο με γυναίκες που έβγαζαν τη μαντίλα στο μετρό ή με νέους που πετούσαν το καλυμμαύκι από τα κεφάλια των κληρικών διαδίδονταν αστραπιαία, από πόλη σε πόλη, εμπνέοντας τους υπόλοιπους.

Το κράτος αντέδρασε μετωπικά απέναντι σε αυτό το ιστορικό κίνημα. Η προπαγάνδα έσπευσε να χαρακτηρίσει τους διαδηλωτές «ταραχοποιούς» και «αποσχιστές», ενώ τα κρατικά μέσα μιλούσαν για «ξένο δάκτυλο», ένα σχέδιο των ΗΠΑ και του Ισραήλ, όπως πάντα. Μα το επίσημο αφήγημα δεν έπειθε κανέναν, η ίδια η καθημερινότητα εξηγούσε γιατί ο κόσμος βγήκε στους δρόμους. Σε κάθε οικογένεια υπήρχε ένα κορίτσι που, για λίγες τούφες μαλλιών, θα μπορούσε να έχει την ίδια μοίρα με τη Ζίνα. Και παντού, η φτώχεια και η απογοήτευση είχαν απλωθεί τόσο, που ελάχιστοι πίστευαν πια σε κάποια «βελτίωση» μέσα στο υπάρχον σύστημα. Έτσι, το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» έγινε μια μαζική, πρωτοφανής εξέγερση, μια εξέγερση που άντεξε θαρραλέα μήνες ολόκληρους.

Ο μηχανισμός καταστολής μπήκε στη μάχη πιο αμείλικτος από ποτέ. Οι φρικτές εικόνες που πλημμύρισαν τα μέσα τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2022 δεν θα ξεχαστούν ποτέ: έφηβοι να πέφτουν νεκροί από πολεμικές σφαίρες στους δρόμους, όπως η 17χρονη Νίκα Σακαραμί και η Σαρίνα Εσμιλζαντέχ, των οποίων το χαμόγελο έσβησε απότομα από το πρόσωπο του Ιράν. Ή η Μάχσα Μογούι, μαθήτρια στο Ισφαχάν, που δολοφονήθηκε φορώντας ακόμα τη σχολική της στολή, στον δρόμο για το σπίτι. Στο Μπαλουχιστάν (νοτιοανατολικό Ιράν, όπου ζει κυρίως σουνιτικός και έντονα περιθωριοποιημένος πληθυσμός), οι «ματωμένες Παρασκευές» στοίχισαν τη ζωή σε δεκάδες νέους, ακόμα και παιδιά, θερισμένα από ελεύθερους σκοπευτές που είχαν στηθεί στις στέγες των αστυνομικών τμημάτων. Κι όμως, οι δυνάμεις ασφαλείας δεν αρκέστηκαν σε σφαίρες και δακρυγόνα· χρησιμοποίησαν κάθε δόλο: ασθενοφόρα για να μεταφέρουν άνδρες ασφαλείας και να συλλαμβάνουν τραυματίες, παρακρατικούς «με πολιτικά» για διείσδυση και εκφοβισμό, και αξιοποίηση χιλιάδων καμερών CCTV στους δρόμους για αναγνώριση προσώπων.

Σύμφωνα με αξιόπιστες εκθέσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατά τη χρονιά των πανεθνικών διαμαρτυριών του 2022 σκοτώθηκαν τουλάχιστον 551 διαδηλωτές, ανάμεσά τους 68 παιδιά και 49 γυναίκες, από τις δυνάμεις ασφαλείας. Οι περισσότεροι έπεσαν από ευθείες βολές ή θανατηφόρους ξυλοδαρμούς. Το ισλαμικό καθεστώς σκότωσε δεκάδες ανθρώπους για να «αποδείξει» πως δεν σκότωσε τη Ζίνα. Χιλιάδες άλλοι τραυματίστηκαν ή συνελήφθησαν και πολλοί οδηγήθηκαν σε παρωδίες δικών, καταδικασμένοι σε βαριές ποινές ή ακόμη και σε θάνατο. Το κύμα εκτελέσεων των Μοχσέν Σεκαρί, Ματζιντρεζά Ραχνάβαρντ, Μοχαμάντ-Μαντί Καραμί και Μοχαμάντ Χοσεϊνί, νέων ανθρώπων των οποίων το “έγκλημα” ήταν η συμμετοχή στις διαμαρτυρίες, εξαπολύθηκε για να σκορπίσει τον τρόμο σε όλους.

Κι όμως, απέναντι σε αυτή την αγριότητα, η κοινωνία αντιστάθηκε με αξιοπρέπεια, ευρηματικότητα και πείσμα. Ένα από τα πιο ορατά πεδία της σύγκρουσης ήταν ο πόλεμος των αφηγήσεων: οι διαδηλωτές, με τα κινητά τους, κατέγραφαν και μετέδιδαν την αλήθεια του δρόμου. Βίντεο αποκάλυπταν πως τη βία και τις καταστροφές, τις προκαλούσαν αυτοί «με πολιτικά», ότι οι κρατικές δυνάμεις πυροβολούσαν εναντίον άοπλων πολιτών. Μία από τις πιο ωμές εκφράσεις αυτής της βίας κατά των πολιτών-δημοσιογράφων ήταν οι πυροβολισμοί εναντίον της Σιρίν Αλιζαντέχ, στο Μαζανταράν (μια βόρεια επαρχία στην Κασπία Θάλασσα). Το βίντεο που την έδειχνε να δέχεται πολεμική σφαίρα τη στιγμή που, μέσα στο οικογενειακό αυτοκίνητο, κατέγραφε την αστυνομική βαρβαρότητα, διαδόθηκε αστραπιαία στα κοινωνικά δίκτυα.

Παρά την αμείλικτη βία, τα ψηφιακά τεκμήρια ενίσχυσαν την αυτοπεποίθηση της κοινωνίας απέναντι στο ψεύτικο κρατικό αφήγημα. Εκεί όπου η καταστολή έκανε αδύνατες τις μαζικές συναθροίσεις, άνθισαν άλλες μορφές πολιτικής ανυπακοής: νυχτερινές ιαχές από ταράτσες, συνθήματα σε τοίχους και πάνω σε χαρτονομίσματα, πορτρέτα και φωτογραφίες των δολοφονημένων σε δημόσιους χώρους. Συμβολικές πράξεις -όπως χοροί νέων γυναικών χωρίς μαντίλα στον δρόμο ή σόλο ερμηνείες του Baraye…” (ένα τραγούδι διαμαρτυρίας που έγινε ύμνος του κινήματος) σε πλατείες- έγιναν σημάδια μιας κοινωνίας που δεν σιωπούσε. Το κίνημα δεν είχε κεντρικό ηγέτη, είχε όμως χιλιάδες ανώνυμες ηγέτιδες και ανώνυμους ηγέτες σε γειτονιές, σχολεία και πανεπιστήμια, που κρατούσαν τη φλόγα ζωντανή. Η θαρραλέα παρουσία των οικογενειών των θυμάτων -από τους γονείς της Ζίνα Αμινί έως αυτούς που έχασαν αγαπημένους στις διαμαρτυρίες- έδινε στο κίνημα ηθική δύναμη. Με καθαρή, ακέραιη φωνή, στις τελετές της σαρανταήμερης μνήμης, απέδιδαν την ευθύνη για τις δολοφονίες στο κράτος και μετέτρεπαν τη δίψα για δικαιοσύνη σε συλλογικό αίτημα.

Διάβρωση της επίσημης ιδεολογίας: εκκοσμίκευση, χιτζάμπ & καθημερινή ζωή

Ένα από τα πιο σημαντικά αποτελέσματα της εξέγερσης του 2022 είναι η βαθιά ρήξη στο ιδεολογικό υπόβαθρο του καθεστώτος, και αυτή τη φορά η ίδια η εξουσία παρείχε τα στοιχεία που το αποδεικνύουν. Σύμφωνα με την Εθνική Έρευνα Αξιών και Στάσεων των Ιρανών (4ο κύμα), που διεξήχθη από το Υπουργείο Πολιτισμού και Ισλαμικής Καθοδήγησης (μέσω του Ερευνητικού Ινστιτούτου Πολιτισμού, Τέχνης και Επικοινωνίας) τον Νοέμβριο του 2023, σε 15.878 δια ζώσης συνεντεύξεις σε όλες τις 31 επαρχίες, η εικόνα είναι αποκαλυπτική: το 73% των ερωτηθέντων ζητούν τον χωρισμό θρησκείας και κράτους (όταν το 2015 μόλις 31% συμμεριζόταν αυτή την άποψη), το 85% δηλώνει ότι η κοινωνία έχει γίνει «λιγότερο θρησκευόμενη» τα τελευταία πέντε χρόνια, και πάνω από το 81% προβλέπει πως η τάση αυτή θα συνεχιστεί.

Στους δείκτες συμπεριφοράς, μόλις 11% είπαν ότι «πάντα» συμμετέχουν σε συλλογική προσευχή, ενώ 45% δεν πηγαίνουν ποτέ στην προσευχή της Παρασκευής· 13% δήλωσαν ότι «πάντα» διαβάζουν το Κοράνι και 19% ότι «ποτέ». Όσο για το χιτζάμπ, τα δεδομένα δείχνουν κατακόρυφη πτώση υπέρ του νομικού εξαναγκασμού: 38% απαντούν «αν μια γυναίκα δεν φορά μαντίλα, δεν με αφορά», 34,4% λένε καθαρά ότι «δεν πρέπει να επιβάλλεται», και μόλις 7,9% τάσσονται υπέρ της «απόλυτης υποχρέωσης» (ενώ το 2015 το ποσοστό αυτό ήταν 18,6%). Αν και τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν αρχικά αποσπασματικά, και στη συνέχεια διακινήθηκε η είδηση ότι οι λεπτομέρειες «θα μείνουν εμπιστευτικές», ακόμη και αυτή η επίσημη έρευνα αποτυπώνει ξεκάθαρα τη ραγδαία διάβρωση της ιδεολογικής ισχύος του καθεστώτος.

Η εικόνα αυτή συμβαδίζει με προγενέστερα κρατικά δεδομένα. Το Ερευνητικό Κέντρο του Κοινοβουλίου, σε έκθεσή του εκείνα τα χρόνια, αναγνώριζε ρητά τη μείωση της κοινωνικής στήριξης στις αυστηρές πολιτικές για το χιτζάμπ και διαπίστωνε την αποτυχία του «μοντέλου του εξαναγκασμού», μια παραδοχή που σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής επικύρωνε την πτώση της νομιμοποίησης του θρησκευτικού καταναγκασμού.

Ίσως το πιο εύγλωττο τεκμήριο της ανόδου του κοσμικού πνεύματος στο Ιράν να είναι η ίδια η καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Πριν από λίγα χρόνια, ελάχιστοι τολμούσαν να μιλήσουν ανοιχτά για την απιστία τους· σήμερα ακόμη και σε οικογενειακές συνάξεις οι συζητήσεις για την αναποτελεσματικότητα και τον δογματισμό της κρατικής θρησκείας είναι κοινός τόπος. Τα τζαμιά είναι πιο άδεια από ποτέ, σε βαθμό που ακόμη και οι ιμάμηδες της Παρασκευής παραδέχονται την ερήμωση των σειρών. Τα θρησκευτικά βιβλία στα σχολεία έχουν καταντήσει περιθωριακό μάθημα, που οι μαθητές αντιμετωπίζουν με αδιαφορία. Αντίθετα, η έλξη προς σύγχρονες έννοιες όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ισότητα των φύλων, η κοσμικότητα και η επιστημονική συλλογιστική έχει ενισχυθεί. Πολλοί πλέον βλέπουν τη θρησκευτικότητα ως ιδιωτική υπόθεση, όχι ως κοινωνική επιταγή. Αυτή η ήσυχη αλλά βαθιά πνευματική μεταστροφή ανοίγει τον δρόμο για μια ολοένα μεγαλύτερη απόσταση των ανθρώπων από μια κυβέρνηση που αντλεί τη νομιμοποίησή της από τη θρησκεία. Η Ισλαμική Δημοκρατία γνωρίζει καλά πως, όταν η πλειοψηφία παύει να πιστεύει βαθιά και να θεωρεί θεμιτή μια θεοκρατική διακυβέρνηση, τα θεμέλια της εξουσίας της αρχίζουν να τρίζουν.

Το πιο χαρακτηριστικό έμβλημα αυτής της κοινωνικής μεταβολής είναι η αντιπαράθεση γύρω από το χιτζάμπ. Η υποχρεωτική μαντίλα, που κάποτε αποτελούσε θεμέλιο της ιδεολογίας του καθεστώτος, έχει πια μετατραπεί στην αχίλλειο πτέρνα της νομιμοποίησής του. Μετά το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» και την απόφαση πλήθους γυναικών σε όλη τη χώρα να αφαιρέσουν τη μαντίλα, το κράτος επιδόθηκε σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ανακτήσει τον έλεγχο. Η «αστυνομία ηθών» επανήλθε στους δρόμους, επιβλήθηκαν χρηματικά πρόστιμα και αποκλεισμοί από δημόσιες υπηρεσίες για τις γυναίκες χωρίς μαντίλα, ενώ καταστήματα και εστιατόρια που τις εξυπηρετούσαν σφραγίστηκαν.

Όμως αυτή η πίεση γύρισε μπούμερανγκ. Όχι μόνο οι γυναίκες δεν επέστρεψαν στο χιτζάμπ, αλλά ολοένα μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας πέρασαν σε ενεργή αντιπαράθεση προς αυτόν τον θρησκευτικό καταναγκασμό. Τρία χρόνια μετά, μπορεί κανείς να πει πως η όψη των ιρανικών πόλεων έχει αλλάξει ριζικά: πάνω από τις μισές γυναίκες στα μεγάλα αστικά κέντρα δεν φορούν μαντίλα ή την φέρουν πολύ πίσω, ενώ ακόμη και στις μικρότερες πόλεις ο αριθμός όσων κυκλοφορούν χωρίς κάλυμμα κεφαλής σε δρόμους και αγορές είναι εντυπωσιακός. Αυτή η εκτεταμένη πολιτική ανυπακοή δείχνει ότι, στον πιο θεμελιώδη τρόπο ζωής τους, οι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν πλέον την κυβέρνηση ως αυθεντία. Ένα καθεστώς που κάποτε αποκαλούσε το χιτζάμπ «την τιμή της επανάστασης» στέκει τώρα απορημένο μπροστά σε μια γενιά που έχει χάσει την πίστη σε αυτό και δεν υποτάσσεται σε ιδεολογικές προσταγές.

Ψωμί και ελευθερία: απονεκρωμένη οικονομία, εργατική τάξη & η αντοχή της κοινωνίας

Κι όμως, η οικονομία και το βιοτικό επίπεδο αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για το μέλλον της ιρανικής κοινωνίας· έχουν πλέον μετατραπεί σε πεδίο ανοιχτής σύγκρουσης ανάμεσα στον λαό και την εξουσία. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2020 (ιδίως μετά το 2021), η Ισλαμική Δημοκρατία βιώνει την κρισιμότερη οικονομική της φάση. Ο επίσημος πληθωρισμός ξεπερνά το 40%, ενώ σύμφωνα με ανεξάρτητους ειδικούς στην πράξη αγγίζει το 50–60%, η αξία του ριαλιού έχει καταρρεύσει, με το δολάριο να εκτοξεύεται από τις 5.000 σε πάνω από 50.000 τομάν, και η οικονομική ανάπτυξη παραμένει σχεδόν μηδενική για περισσότερο από μία δεκαετία. Η ανεργία, ιδίως μεταξύ των νέων πτυχιούχων, έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, ενώ το ταξικό χάσμα έχει οξυνθεί όσο ποτέ. Η μεσαία τάξη συνθλίβεται από την ακρίβεια και εκατομμύρια οικογένειες έχουν διολισθήσει κάτω από το όριο της φτώχειας. Ακόμη και βάσει επίσημων κρατικών στοιχείων, περίπου το 25-30% του πληθυσμού, δηλαδή σχεδόν 25 εκατομμύρια άνθρωποι, ζουν σε συνθήκες ένδειας. Κατά κάποιους ανεξάρτητους οικονομολόγους, η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο ζοφερή: αν ληφθεί υπόψη το πραγματικό όριο φτώχειας, πάνω από το 50% των Ιρανών αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες.

Τα τελευταία χρόνια κύματα απεργιών και επαγγελματικών κινητοποιήσεων έχουν απλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα, αντίδραση στη ραγδαία επιδείνωση του βιοπορισμού. Το μαχαίρι έχει φτάσει στο κόκαλο για εργάτες και υπαλλήλους: οι πενιχροί μισθοί δεν καλύπτουν πια ούτε τα βασικά. Έτσι, εργάτες σε βιομηχανίες, δάσκαλοι, νοσηλευτές, συνταξιούχοι και μικροέμποροι κατεβαίνουν στους δρόμους, κλείνουν τα καταστήματά τους, οργανώνονται. Κατά καιρούς, οι κινητοποιήσεις αυτές πήραν πανεθνική μορφή, όπως οι συντονισμένες απεργίες εκπαιδευτικών σε δεκάδες πόλεις, με αιτήματα για αυξήσεις και την απελευθέρωση φυλακισμένων συναδέλφων τους ή οι κινητοποιήσεις των οδηγών φορτηγών απέναντι στην ακρίβεια των καυσίμων και το δυσβάσταχτο κόστος ζωής. Σύμφωνα με το Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Ιράν, μόνο στο τελευταίο τετράμηνο του 2023-2024 (Δεκέμβριος 2023 – Μάρτιος 2024) καταγράφηκαν τουλάχιστον 44 απεργίες και εργατικές διαμαρτυρίες σε 26 πόλεις της χώρας.

Όλα αυτά δείχνουν πως η δυσαρέσκεια των εργαζομένων και των φτωχών φουντώνει μέρα με τη μέρα. Τα πιο στοιχειώδη αιτήματα -εξόφληση δεδουλευμένων, μισθοί πάνω από το όριο φτώχειας, εργασιακή ασφάλεια, τερματισμός των διεφθαρμένων ιδιωτικοποιήσεων- αντιμετωπίζονται όχι με λύσεις αλλά με δικογραφίες και καταστολή. Από τον εργάτη της ζάχαρης στη Χαφτ-Ταπέ, Εσμαΐλ Μπαχσί, μέχρι τον φυλακισμένο δάσκαλο Τζαφάρ Εμπραχίμι, και δεκάδες ακόμη συνδικαλιστές -όπως ο Τζαφάρ Αζίμζαντε και η Παρβίν Μοχαμαντί- βρέθηκαν πίσω από τα κάγκελα για το «έγκλημα» της διεκδίκησης δικαιοσύνης. Η αμείλικτη αυτή καταστολή δεν είναι τυχαία αφού το καθεστώς γνωρίζει πως η σύζευξη των κοινωνικών αιτημάτων με το ελευθεριακό ρεύμα απειλεί την ίδια του την ύπαρξη. Στα συνθήματα της εξέγερσης του 2022 κι έπειτα, αντήχησε πολλές φορές με συγκινητική δύναμη το «Εργάτη, φοιτητή, ενότητα, ενότητα». Μια τέτοια σύγκλιση είναι εφιάλτης για μια εξουσία που στηρίζεται στον κοινωνικό κατακερματισμό.

Παρά όλα τα συντριπτικά βάρη, κάτι βαθύ μέσα στην ιρανική κοινωνία παραμένει ζωντανό και δεν την αφήνει να παραδοθεί άνευ όρων στη φτώχεια και τη φίμωση: μια κουλτούρα αντίστασης. Οι Ιρανοί, στη μακρά ιστορική τους διαδρομή, έχουν σηκωθεί πολλές φορές μέσα από τα ερείπια. Και σήμερα, παρότι η τυραννία έχει οδηγήσει πολλούς στα όριά τους, το φρόνημα της αντοχής και της αλληλεγγύης δυναμώνει.

Οι εικόνες των τελευταίων δύο-τριών χρόνων, εν μέσω καταστολής, είναι ανεξίτηλες: τα παζάρια στο Σακκές, στο Σαναντάτζ και στην Τεχεράνη που κατέβασαν ρολά σε ένδειξη πένθους και αλληλεγγύης· οι θεατές στο Στάδιο Azadi (το κεντρικό στάδιο της Τεχεράνης) που, από τα βάθη της ψυχής, τραγούδησαν εν χορώ το «Yar-e Dabestani» («Ο συμμαθητής μου», ένα τραγούδι του φοιτητικού κινήματος του 1979 που έχει γίνει σύμβολο αλληλεγγύης)· οι οδηγοί που τίμησαν τους νεκρούς με συνεχόμενα κορναρίσματα· οι μάνες που στα κοιμητήρια πιασμένες χέρι-χέρι πάνω από τους τάφους των παιδιών τους τραγούδησαν «Ρίξε κι άλλη φωτιά, γιατί αυτή η φωτιά δεν θα γίνει στάχτη».

Όλα αυτά δείχνουν ότι, κόντρα στην πίεση, το πνεύμα της κοινωνίας δεν έχει νεκρωθεί. Ο λαός του Ιράν είναι θλιμμένος, οργισμένος -ίσως και στιγμές απελπισμένος- αλλά δεν είναι υποταγμένος, ούτε νεκρός. Στα στενά βλέπεις ακόμη το χαμόγελο της συντροφικότητας στα βλέμματα των περαστικών· κι όταν ακούγεται το όνομα «Μάχσα», τα μάτια γεμίζουν δάκρυ και οι γροθιές σφίγγονται. Αυτή η ζωντανή καρδιά δεν θανατώνεται με σφαίρες και φυλακές, από κανένα καθεστώς.

Δώδεκα μέρες τρόμου: ο σύντομος πόλεμος & η κοινωνική εκκρεμότητα

Τρία χρόνια μετά την εξέγερση «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» το Ιράν βρίσκεται ξανά στο μάτι του κυκλώνα. Στο εσωτερικό, η κοινωνική σύγκρουση παραμένει ανοιχτή· στο εξωτερικό, μια σειρά γεγονότων ήρθαν να τη δυναμιτίσουν ακόμα περισσότερο. Τον τελευταίο χρόνο, η αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ισλαμική Δημοκρατία και τους εχθρούς της κλιμακώθηκε επικίνδυνα. Το καθεστώς, βαρύ από τις τυχοδιωκτικές του πολιτικές στην περιοχή και το αμφιλεγόμενο πυρηνικό του πρόγραμμα, ζει εδώ και χρόνια κάτω από κυρώσεις και διεθνή πίεση. Το 2023 όμως, η κόντρα με το Ισραήλ πήρε πιο ανοιχτή μορφή. Το Ισραήλ, βλέποντας το ιρανικό καθεστώς (ή κάθε πολιτική που θεωρεί απειλή για την ύπαρξή του) ως εχθρό προς εξόντωση, είχε ήδη εξαπολύσει σειρά επιθέσεων: κυβερνοεπιθέσεις, σαμποτάζ σε πυρηνικές εγκαταστάσεις, ακόμα και δολοφονίες επιστημόνων. Όμως, τον Ιούνιο του 2025, η μέχρι τότε υπόγεια αναμέτρηση βγήκε στο φως με τον πιο βίαιο τρόπο: έναν αιφνίδιο, καταστροφικό πόλεμο.

Ένα πρωινό του Ιουνίου 2025, οι κάτοικοι πολλών ιρανικών πόλεων ξύπνησαν από τον εκκωφαντικό ήχο εκρήξεων. Ισραηλινά μαχητικά εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική επίθεση, τη μεγαλύτερη ξένη στρατιωτική εισβολή σε ιρανικό έδαφος μετά τον πόλεμο με το Ιράκ (1980-1988). Οι Φρουροί και ο στρατός απάντησαν αμέσως με καταιγισμό πυραύλων προς το Τελ Αβίβ και τη Χάιφα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που αρχικά παρακολουθούσαν, μπήκαν στον πόλεμο μέσα σε λίγες μέρες, βομβαρδίζοντας ιρανικούς πυρηνικούς στόχους. Έτσι ξέσπασε ένας σύντομος αλλά άνισος πόλεμος, που κράτησε δώδεκα μέρες, αφήνοντας πίσω του καταστροφή και τρόμο. Ισραηλινοί πύραυλοι και drones ισοπέδωσαν βάσεις των Φρουρών και ραντάρ· ισχυρές εκρήξεις συγκλόνισαν την Τεχεράνη και το Ισπαχάν. Τα ιρανικά αντιαεροπορικά προσπάθησαν να απαντήσουν, αλλά η αεροπορική υπεροχή του αντιπάλου ήταν καθαρή. Σειρήνες συναγερμού ήχησαν σε Τεχεράνη, Ισπαχάν και Ταμπρίζ· ο κόσμος έτρεχε πανικόβλητος στα καταφύγια. Κι αν δεν επρόκειτο για ολοκληρωτικό πόλεμο αλλά για στοχευμένα πλήγματα, η χώρα έζησε δώδεκα μέρες βυθισμένη στην αγωνία και στον φόβο για το αύριο.

Μια κοινωνία που μόλις είχε βγει από το σοκ της εξέγερσης και έφερε ακόμα τα τραύματα της καταστολής, βρέθηκε τώρα μπροστά σε ένα νέο σοκ: τον πόλεμο από έξω. Ένας συγγραφέας μέσα στο Ιράν περιέγραψε την κατάσταση ως εξής: «Οι εξελίξεις σε τόσο μικρό διάστημα ήταν τόσο πυκνές και συντριπτικές, ώστε η κοινωνία, υπό το βάρος αυτών των εξελίξεων, βυθίστηκε σε αντιφατικά αισθήματα. Δημιουργήθηκε μια κατάσταση εκκρεμότητας, απρόβλεπτη και νευρική». Ο κόσμος έμενε διχασμένος: να οργιστεί για την ξένη εισβολή ή να χαρεί για το πλήγμα στο καθεστώς; Να φοβηθεί για την πατρίδα ή να ελπίσει στην πτώση των εξουσιαστών; Αυτή η αντίφαση κρατούσε ολόκληρη την κοινωνία σε μια αγχώδη αιώρηση.

Η Ισλαμική Δημοκρατία, νιώθοντας την απειλή της εξόντωσης, έσπευσε να αλλάξει προσωπείο. Η ίδια εξουσία που για χρόνια διακήρυττε την «ισλαμική ούμμα» (την παγκόσμια μουσουλμανική κοινότητα) και κατηγορούσε τον εθνικισμό, εμφανίστηκε ξαφνικά με εθνικά σύμβολα. Οι δρόμοι της Τεχεράνης και άλλων πόλεων γέμισαν με πατριωτικές πινακίδες: με τον Αράς τον Τοξότη (έναν θρυλικό Πέρση ήρωα που θυσιάστηκε για να υπερασπιστεί τα σύνορα του Ιράν) και με επικούς ύμνους για το Ιράν. Στη δημόσια τηλεόραση, υμνωδοί του καθεστώτος τραγουδούσαν το παλιό “Ey Iran” (έναν πατριωτικό ύμνο που συντέθηκε τη δεκαετία του 1940, που συχνά θεωρείται ο ανεπίσημος εθνικός ύμνος του Ιράν). Ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, που μια ζωή αυτοπροσδιοριζόταν ως «στρατιώτης του Ισλάμ», κάλεσε τώρα τον λαό σε «υπεράσπιση της πατρίδας». Η στροφή αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη, πολλοί τη χλεύασαν ως γελοιογραφία: το ίδιο καθεστώς που μέχρι χθες στιγμάτιζε κάθε επικριτή ως «κοσμικό εθνικιστή», σήμερα υψώνει τη σημαία για να σωθεί. Στην πράξη, μπροστά στην πρώτη υπαρξιακή απειλή, η Ισλαμική Ρεπούμπλικα συνειδητοποίησε πως για να κερδίσει στήριξη δεν είχε άλλο απόθεμα παρά τον πατριωτισμό των ίδιων των ανθρώπων. Έπιασε άραγε το τέχνασμα; Η κοινωνική αντίδραση έδειξε ότι η χαμένη εμπιστοσύνη δεν ανακτάται με μερικά συνθήματα. Το αίσθημα ήταν ξεκάθαρο: «Αν νοιάζεστε για το Ιράν, γιατί τόσα χρόνια με τους τυχοδιωκτισμούς σας το φέρατε στο χείλος του πολέμου;»

Από την άλλη πλευρά, ένα κομμάτι των αντιπάλων του ισλαμικού καθεστώτος -κυρίως δύο ρεύματα, οι φιλομοναρχικοί (υποστηρικτές της αποκατάστασης της δυναστείας των Παχλεβί) και οι “Μουτζαχεντίν-ε Χαλκ” (MEK, ή Μουτζαχεντίν του Λαού του Ιράν, μια αμφιλεγόμενη ομάδα της αντιπολίτευσης με ιστορικό υποστήριξης ξένων δυνάμεων)- έδειξε μια στάση που ξύπνησε πικρές μνήμες προδοσίας: την ευθυγράμμιση με τον ξένο αντίπαλο. Παράδοξο, αν σκεφτεί κανείς ότι αυτοί που διακηρύσσουν πως είναι «φιλοϊρανοί» και υπέρ της «εδαφικής ακεραιότητας» βρέθηκαν, μέσα στον δωδεκαήμερο πόλεμο Ισραήλ-Ιράν, να παίρνουν το μέρος μιας εχθρικής δύναμης. Δορυφορικά κανάλια κοντά σ’ αυτούς πρόβαλλαν με ενθουσιασμό τις «νίκες» του ισραηλινού στρατού και δεν δίστασαν να ευχηθούν την πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας από ξένη στρατιωτική επέμβαση. Ο Ρεζά Παχλεβί, ο εξόριστος πρίγκιπας διάδοχος που ονειρεύεται την επιστροφή της μοναρχίας, επένδυσε τόσο πολύ στη στήριξη Ισραήλ και ΗΠΑ ώστε, εν μέσω των επιθέσεων, έστειλε συλλυπητήρια για τον θάνατο δύο Ισραηλινών πολιτών, χωρίς να πει λέξη για τους Ιρανούς στρατεύσιμους ή τους αμάχους που σκοτώθηκαν από τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς. Μια τέτοια στάση μόνο ως ξενοδουλία και μνησικακία μπορούσε να διαβαστεί· και είναι ειρωνικό πως όσοι αυτοχαρακτηρίζονται «εθνικιστές» ζητούν από ξένες δυνάμεις τη συντριβή της ίδιας τους της χώρας. Όχι μόνο δεν τους χάρισε νομιμοποίηση, αλλά ανέδειξε με ακόμη μεγαλύτερη καθαρότητα ότι μια αυθεντική εναλλακτική μπορεί να βρεθεί μόνο μέσα στον ίδιο τον λαό και στα ανεξάρτητα κινήματα, όχι στην αγκαλιά ξένων κρατών.

Ο δωδεκαήμερος πόλεμος έληξε τελικά υπό διεθνείς πιέσεις και με τη μεσολάβηση μεγάλων δυνάμεων. Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες, αφού κατάφεραν βαριά πλήγματα στο Ιράν και υπέστησαν μερικές πυραυλικές επιθέσεις σε αντάλλαγμα, τελικά υποχώρησαν, καθώς η συνέχιση της σύγκρουσης απειλούσε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Για την Ισλαμική Ρεπούμπλικα, η λήξη του πολέμου λειτούργησε σαν τεχνητή αναπνοή. Η προπαγάνδα έσπευσε να διακηρύξει ότι «νικήσαμε τους ξένους εχθρούς» και προσπάθησε να αποστάξει «νίκη» από τα ερείπια.

Η πραγματικότητα όμως, ήταν πολύ πιο σκληρή: οι ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις υπέστησαν σοβαρές ζημιές, εκατοντάδες στρατιώτες και άμαχοι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν και το κυριότερο, η ήδη εύθραυστη οικονομία δέχτηκε νέο, βαρύ πλήγμα. Το δολάριο και ο χρυσός εκτινάχθηκαν· ο κόσμος, τρομαγμένος, έσπευδε να αποθηκεύσει βασικά αγαθά. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, το καθεστώς, ακόμη και μετά την εκεχειρία, συνέχισε να χτυπά το τύμπανο του πολέμου για να καλύψει την εσωτερική πίεση. Κατά τη διάρκεια της σύρραξης η καταστολή οξύνθηκε: ειρηνιστές και πολιτικοί ακτιβιστές συνελήφθησαν με την κατηγορία της «συνεργασίας με τον εχθρό» (μια ευρεία κατηγορία που χρησιμοποιείται για να φιμώσει τη διαφωνία), ενώ κάθε επικριτική φωνή φιμώθηκε με το πρόσχημα ότι «η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο». Με άλλα λόγια, η Ισλαμική Ρεπούμπλικα αξιοποίησε την ισραηλινή επίθεση για να σφίξει κι άλλο τη θηλιά γύρω από τις ελευθερίες και να εκφοβίσει τους αντιφρονούντες υπό τη σκιά του εξωτερικού κινδύνου.

Μετά την εκεχειρία: η κατασκευή αφήγησης, ο οικονομικός πυρετός & μια κοινωνία λαβωμένη αλλά ζωντανή

Η σημερινή εικόνα του Ιράν είναι ένα μίγμα ελπίδας και φόβου, φωτός και σκοταδιού. Από τη μια μεριά, βλέπουμε μια κοινωνία βαριά πληγωμένη αλλά ταυτόχρονα αφυπνισμένη. Τίποτα δεν θυμίζει πια το Ιράν πριν από τρία χρόνια, ούτε στις ψυχές των ανθρώπων, ούτε στα έγκατα του ίδιου του κρατικού μηχανισμού. Όσοι ένιωσαν για λίγο την ελευθερία στους δρόμους και δοκίμασαν τη δύναμη της συλλογικότητας, δύσκολα επιστρέφουν στην παλιά σιωπή. Οι κοινωνικοί κανόνες έχουν αλλάξει· ο φόβος για την αστυνομία και τη Basij (μια παραστρατιωτική πολιτοφυλακή υπό το IRGC, που χρησιμοποιείται συχνά για την καταστολή στον δρόμο) έχει ξεθωριάσει· οι νέοι διαλέγουν τη ζωή, όχι την ύπαρξη κάτω από τον τρόμο του θανάτου. Κορίτσια περπατούν με θάρρος χωρίς μαντίλα, οικογένειες στέκονται όρθιες απέναντι στον αυταρχισμό των οργάνων, έμποροι, γιατροί και διάσημοι αθλητές απομακρύνονται σταδιακά από την επιρροή του καθεστώτος. Ακόμα και όσοι κρατούν δεσμούς με τη θρησκεία αποστρέφονται μια εξουσία που τη χρησιμοποιεί σαν εμπόρευμα. Η ιρανική κοινωνία είναι σήμερα πιο κοσμική, πιο ενημερωμένη και πιο συγχρονισμένη από ποτέ. Οι θρησκευτικές και εθνοτικές ρωγμές, πάνω στις οποίες το καθεστώς στήριζε την κυριαρχία του, έχουν ατονήσει μέσα στη φωτιά του κοινού αγώνα: γυναίκες και άνδρες, Κούρδοι και Πέρσες, σιίτες και σουνίτες στάθηκαν πλάι πλάι για έναν μεγαλύτερο σκοπό – και αυτό το κοινωνικό κεφάλαιο δεν διαγράφεται.

Από την άλλη, οι ανησυχίες πυκνώνουν. Η Ισλαμική Ρεπούμπλικα είναι λαβωμένη, και γι’ αυτό πιο επικίνδυνη. Ο νέος γύρος κυρώσεων και η διεθνής απομόνωση μετά την καταστολή του 2022 έχουν σπρώξει την οικονομία στο χείλος της κατάρρευσης, ενώ διέξοδος δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Οι κρατούντες ενδέχεται, για να διασωθούν, να επιδιώξουν ξανά εξωτερικές περιπέτειες ή να εντείνουν την αιματηρή καταστολή. Η εμπειρία διδάσκει ότι αυτό το σύστημα δεν διστάζει να μετατρέψει τη χώρα σε καμένη γη για να παραμείνει στην εξουσία. Ο κίνδυνος επανάληψης σεναρίων τύπου Συρίας ή Λιβύης, εμφύλια σύρραξη ή ξένη επέμβαση, βαραίνει όσους αγαπούν τον τόπο. Οι λίγοι μήνες του σύντομου πολέμου με το Ισραήλ έδειξαν πόσο εκτεθειμένη είναι η χώρα και πόσο απροστάτευτοι οι άνθρωποι. Έτσι αναδύεται ένα δύσκολο ερώτημα: πώς τερματίζεται η εσωτερική τυραννία χωρίς να οδηγηθούμε σε εξωτερικό πόλεμο ή σε εσωτερικό χάος;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη και μαγική συνταγή δεν υπάρχει. Παρ’ όλα αυτά, είναι εμφανές ότι ο αυταρχισμός κατρακυλά στην απώλεια νομιμοποίησης περισσότερο από ποτέ. Το καθεστώς δεν έχει δρόμο μπροστά αλλά ούτε και πίσω: καμία μεταρρύθμιση, ούτε καν στοιχειώδη διακυβέρνηση.

Η λαϊκή δυσαρέσκεια εκτοξεύθηκε και όπως επισημαίνουν αναλυτές, η κοινωνία ζει μια «επαναστατική» συνθήκη που δεν έχει ακόμη σαφή πορεία ή τέλος αλλά σίγουρα δεν επιστρέφει στο χθες. Ο λαός ζητά ζωή κι αυτό το αίτημα δεν αναχαιτίζεται με γκλομπ ή κελιά.

Πολλά σημάδια δείχνουν ότι και μέσα στο ίδιο το καθεστώς άνοιξαν ρωγμές και εμφανίστηκαν δισταγμοί. Οι πραγματιστές συντηρητικοί αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο, ενώ οι ακραιφνείς ιδεολόγοι δεν πείθουν ούτε τους ίδιους τους ένστολους. Όταν οι «μετριοπαθείς» του καθεστώτος, μετά τις επιθέσεις του Ισραήλ, μιλούν δημοσίως για την ανάγκη αλλαγής «παραδείγματος διακυβέρνησης», εννοώντας την εγκατάλειψη της θεοκρατικής κηδεμονίας και του σεχταριστικού τυχοδιωκτισμού, σημαίνει ότι ακόμη και οι «εντός» βλέπουν το αδιέξοδο.

Κι όμως, οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί χρειάζονται χρόνο, και η πορεία του Ιράν θα περάσει μέσα από κακοτοπιές. Πολλά σενάρια παραμένουν ανοιχτά. Ίσως το καθεστώς επιβιώσει για λίγο ακόμα, στηριζόμενο στη ωμή βία· μα στέκεται πάνω σε θάλασσα από μπαρούτι, μια σπίθα μπορεί να προκαλέσει νέα έκρηξη. Οι διαμαρτυρίες θα συνεχιστούν με μεταβαλλόμενες μορφές: απεργίες εργατών, μποϊκοτάζ σε προσχηματικές εκλογές, συμβολικές συγκεντρώσεις σε επετείους. Το ελευθεριακό ρεύμα γνωρίζει υφέσεις και εξάρσεις, αλλά δεν σταματά, γιατί ριζώνει στην αυθεντική, βαθιά επιθυμία για μια καλύτερη ζωή.

Μέσα σ’ όλα αυτά, η κοινωνία του Ιράν κοιτά μπροστά: με ανήσυχα μάτια αλλά με πεισματική ελπίδα. Ελπίδα ότι αυτη η μαύρη νύχτα θα τελειώσει σε μια καθαρή αυγή. Ελπίδα για ρήξη με πάνω από έναν αιώνα δεσποτισμού και για το άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου στη γη του Ιράν. Στους δρόμους της Τεχεράνης και του Σανανετζ, πάνω σε έναν τοίχο, ακόμη φαίνεται βιαστικά γραμμένο: «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία». Οι υπάλληλοι το κάλυψαν επανειλημμένα με μπογιά κι ένα άλλο χέρι το ξαναέγραψε. Αυτή είναι η μοίρα του ιδεώδους της ελευθερίας στο σύγχρονο Ιράν: η καταστολή μπορεί να το καταπνίγει προσωρινά, αλλά εκείνο φουντώνει ξανά και ξανά.

Οι άρχοντες ίσως σπάσουν πένες, φιμώσουν στόματα, ρίξουν τα ελεύθερα σώματα σε φυλακές και τάφους, πώς όμως θα θανατώσουν το πνεύμα της ελευθερίας; Αυτό που έχει ριζώσει στις ψυχές δεν πεθαίνει με σφαίρες και δεσμά.

Τρία χρόνια μετά την εξέγερση της Ζίνα, η χώρα είναι τραυματισμένη αλλά ζωντανή. Ο λαός πόνεσε βαθιά, μα μέσα στον πόνο γέννησε ένα πανώριο όνειρο: το όνειρο ενός ελεύθερου Ιράν· ενός Ιράν όπου η γυναίκα δεν καταπιέζεται επειδή είναι γυναίκα, όπου η ζωή έχει αξία, όπου η ελευθερία είναι δικαίωμα κάθε ανθρώπου. Αυτό το όνειρο δεν ξεριζώνεται με τη βία από έναν λαό που μάτωσε γι’ αυτό. Ίσως να μη γνωρίζουμε την ακριβή στιγμή της αυγής της ελευθερίας, μα η προοπτική της διαγράφεται. Κάθε μάνα που θρηνεί στο μνήμα του παιδιού της και ψιθυρίζει ύμνους ελευθερίας, κάθε νέα που γελά χωρίς μαντίλα στα σοκάκια, κάθε νέος που δεν τρέχει να κρυφτεί και φωνάζει για το δίκιο, όλοι μαρτυρούν την ίδια αλήθεια: ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του Ιράν έχει αρχίσει. Ένα κεφάλαιο όπου ο λαός δεν είναι πια ο σιωπηλός υπήκοος του χθες και οι άρχοντες δεν κατέχουν πια την αδιαμφισβήτητη εξουσία.

Το «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» είναι το απόσταγμα μιας μακράς, ανηφορικής πορείας· μιας πορείας στρωμένης με τους αγώνες των γυναικών για τα δικαιώματά τους, με τις προσπάθειες των πολλών για μια αξιοπρεπή ζωή και με τις θυσίες όλων για την ελευθερία, μιας πορείας που συνεχίζεται.

The post Η Άνοδος της Ζωής: Μία ιστορική θεώρηση για το Ιράν μετά τη Ζίνα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/10/19/anodos-tis-zois-mia-istoriki-theorisi-to-iran-ti-zina/feed/ 0 21190