Επανεξετάζοντας τη διαφορά μεταξύ αλληλοβοήθειας και φιλανθρωπίας

0

Κείμενο: CrimethInc. Συλλογικότητα πρώην εργαζομένων. Μετάφραση: Αντώνης Χ

Αλληλοβοήθεια, κοινά και η επαναστατική κατάργηση του καπιταλισμού

Έχει γίνει πολλή συζήτηση γύρω από τη διάκριση μεταξύ φιλανθρωπίας και αλληλοβοήθειας. Η φιλανθρωπία είναι ιεραρχική και μονόπλευρη, ενώ η αλληλοβοήθεια υποτίθεται πως βασίζεται στην οριζοντιότητα, την αμοιβαιότητα και τη συμμετοχικότητα. Στην πράξη, ωστόσο, η πλειονότητα των σημερινών πρωτοβουλιών που αυτοπροσδιορίζονται ως αλληλοβοήθεια παραμένουν λίγο-πολύ μονόπλευρες προσπάθειες παροχής αγαθών και υπηρεσιών σε άτομα που βρίσκονται σε ανάγκη.

Αυτό έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου παραδοσιακές μη κερδοσκοπικές οργανώσεις επανασυστήνονται χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της «αλληλοβοήθειας», ενώ κάποιοι αναρχικοί έχουν εγκαταλείψει εντελώς την έννοια, απογοητευμένοι από μια ρητορική που, όπως λένε ορισμένοι, καταλήγει απλώς στο ότι «η αλληλοβοήθεια είναι καλή και ριζοσπαστική, ενώ η φιλανθρωπία είναι κακή και συντηρητική».

Υπάρχει, όμως, κάτι βαθύτερο σε αυτή τη διάκριση; Και πώς θα μπορούσαμε να απελευθερώσουμε το επαναστατικό δυναμικό της αλληλοβοήθειας;

Είναι αρκετά αμοιβαία;

Είναι άραγε η διαφορά μεταξύ φιλανθρωπίας και αλληλοβοήθειας απλώς το γεγονός ότι η δεύτερη προϋποθέτει αμοιβαιότητα; Υπάρχουν αρκετά προβλήματα με αυτή τη θεώρηση.

Καταρχάς, σε έναν κόσμο όπου οι πόροι κατανέμονται με τόσο άνισο τρόπο, είναι η αλληλοβοήθεια δυνατή μόνο μεταξύ όσων έχουν παρόμοια πρόσβαση σε χρόνο και μέσα, ώστε να μπορούν να ανταποδώσουν; Μήπως η αλληλοβοήθεια δεν είναι τελικά παρά ένα είδος ανταλλακτικής οικονομίας μεταμφιεσμένο; Φέρουν οι άνθρωποι που ωφελούνται από αυτήν ένα άτυπο χρέος; Και πώς μπορούμε να κρίνουμε αν η βοήθειά μας είναι αρκετά αμοιβαία;

Μια ηλικιωμένη γυναίκα που έχει αφιερώσει τη ζωή της στη φροντίδα της κοινότητάς της θα πρέπει να μπορεί να αποχωρεί από το Food Not Bombs[1] με μια σακούλα με κουλούρια, χωρίς κανείς να κατηγορεί τους ανθρώπους που το οργανώνουν για απλή φιλανθρωπία. Το ίδιο ισχύει και για την πρόσβαση σε φροντίδα από εθελοντές με ιατρική γνώση ακόμη κι αν αυτός που τη λαμβάνει δεν μπορεί να προσφέρει μια αντίστοιχη υπηρεσία σε αντάλλαγμα. Η αλληλοβοήθεια δεν έχει ως στόχο να στήσει μια αγορά εθελοντικών υπηρεσιών αλλά να οικοδομήσει έναν κοινό χώρο, ένα πεδίο κοινών στο οποίο όλα τα άτομα που συμμετέχουν μπορούν να ικανοποιούν τις ανάγκες τους χωρίς να κρατιούνται λογαριασμοί. Σε βάθος χρόνου ο στόχος είναι να διαμορφωθεί μια συνθήκη όπου το κάθε άτομο θα είναι ελεύθερο να κάνει αυτό που επιθυμεί περισσότερο και να μοιράζεται τους καρπούς των πράξεών του με τα υπόλοιπα άτομα χωρίς να απαιτείται ανταμοιβή. Αυτό ονομάζουμε οικονομία του δώρου.

Όταν οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να ασχοληθούν με αυτό που αγαπούν πραγματικά, αντί να εξαναγκάζονται να σπαταλούν τη ζωή τους σε εργασίες που δεν τους αφορούν, χρειάζονται πολύ λιγότερα για να νιώσουν πως ευημερούν. Αντίθετα, όσοι επιδιώκουν το κέρδος εις βάρος των άλλων διαπιστώνουν πως καμία ποσότητα υλικού πλούτου δεν τους είναι αρκετή για να ικανοποιηθούν.

Η οικονομία της ανταλλαγής παρουσιάζει τη ζωή ως έναν διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ διαπραγματευτών που προσπαθούν να ξεγελάσουν ο ένας τον άλλον για να ελέγξουν αποσπασματικά κομμάτια ενός κατακερματισμένου κόσμου. Το “ελεύθερο εμπόριο”, η “ελεύθερη αγορά” – είναι οξύμωρα σχήματα: όταν η κερδοσκοπία μπορεί να υποτάσσει τους πάντες και τα πάντα στις επιταγές της, τελικά κανείς δεν είναι πραγματικά ελεύθερος να αφιερωθεί σε οτιδήποτε άλλο. Η οικονομία της ανταλλαγής επιβάλλει μια μονοδιάστατη κλίμακα αξίας, σύμφωνα με την οποία όλα μπορούν να αποτιμηθούν και να ανταλλαχθούν. Σήμερα, αυτό το πλαίσιο έχει διεισδύσει σε όλες μας τις σχέσεις και σε κάθε μέσο επιβίωσης. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τόσοι πολλοί άνθρωποι βιώνουν υλική, κοινωνική και συναισθηματική ένδεια.

Η οικονομία του δώρου ευδοκιμεί όπου οι άνθρωποι μπορούν να μοιράζονται ελεύθερα, χωρίς να τηρούν λογαριασμό. Στο πλαίσιο αυτής της οικονομίας, οι συμμετέχοντες απολαμβάνουν περισσότερα όσο περισσότερα προσφέρουν – όχι μόνο επειδή η γενναιοδωρία γεννά συχνά ανταπόδοση αλλά και επειδή η ίδια η πράξη της προσφοράς αποτελεί ανταμοιβή. Όποιος έχει βιώσει μια αυθεντική φιλία ή έχει συμμετάσχει σε ένα επιτυχημένο κοινό γεύμα τύπου τραπέζι ρεφενέ, γνωρίζει καλά πως όταν τους δίνεται η ευκαιρία, οι άνθρωποι επιστρέφουν με ενθουσιασμό σε αυτόν τον τρόπο συσχέτισης.

Αυτό που είναι «αμοιβαίο» σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι η ανταποδοτικότητα καθαυτή αλλά το γεγονός ότι οι δραστηριότητες επιτρέπουν στους ανθρώπους να δίνουν και να λαμβάνουν ελεύθερα, καλλιεργώντας σχέσεις χωρίς μέτρο.

Αν αυτός είναι πράγματι ο στόχος μας, τότε τίθεται ένας πολύ υψηλότερος πήχης από την απλή ανταποδοτικότητα. Για να φτάσουμε εκεί, δεν αρκεί η ανακατανομή των πόρων. Θα χρειαστεί να καλλιεργήσουμε μια διάχυτη αίσθηση αυτενέργειας, πρωτοβουλίας και πίστης στην αξία του διαμοιρασμού – και τελικά να ανακτήσουμε συλλογικό έλεγχο σε πτυχές της ζωής και του κόσμου μας που μάς έχουν αφαιρεθεί από τον καπιταλισμό. Αυτό προσφέρει ένα πιο ουσιαστικό κριτήριο για την αξιολόγηση της επιτυχίας των προσπαθειών αλληλοβοήθειας από το απλό μέτρημα των αγαθών που άλλαξαν χέρια.

Πέρα από τον ατομικισμό

Στη χειρότερη εκδοχή της, η σημερινή αλληλοβοήθεια καταλήγει να είναι ένας βρόχος στο Signal, όπου άγνωστοι δημοσιεύουν διαδοχικά ατομικά αιτήματα για χρήματα, ελπίζοντας σε ανώνυμες δωρεές. Οι φτωχοί άνθρωποι είναι συχνά πιο γενναιόδωροι αναλογικά με τα μέσα που διαθέτουν, σε σύγκριση με τους πλουσιότερους – όμως αν η αλληλοβοήθεια περιορίζεται στο να κυκλοφορεί το ίδιο πολυφορεμένο χαρτονόμισμα των πέντε δολαρίων σε έναν κύκλο, δύσκολα θα αρκέσει για την επίλυση των προβλημάτων μας. Παρομοίως, αν η αλληλοβοήθεια συλλέγει απλώς πόρους που καταλήγουν απευθείας στις τσέπες των ιδιοκτητών και των εισπρακτικών μηχανισμών χωρίς να συμβάλλει στον αγώνα ενάντια στην εξουσία τους, μπορεί μεν να μας βοηθά να επιβιώνουμε σε αυτήν την κοινωνία, αλλά δεν θα μας βοηθήσει να την αλλάξουμε.

Αν υπάρχει κάποια θεμελιώδης κριτική που μπορεί να ασκηθεί στο κυρίαρχο σήμερα πλαίσιο της αλληλοβοήθειας είναι ότι δεν αμφισβητεί αναγκαστικά τη βαθύτερη λογική του καπιταλιστικού ατομικισμού. Η ίδια η γλώσσα του πλαισίου αυτού φαίνεται να προϋποθέτει διακριτές οντότητες σε κάποιο είδος ανταλλακτικής σχέσης: «Εγώ σου στέλνω τους ακόλουθούς μου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι εσύ μου στέλνεις χρήματα μέσω Venmo».

Ο καπιταλισμός μάς απομονώνει, μετατρέποντάς μας σε ανταγωνιστές σ’ ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Με το ένα, αόρατο χέρι, ιδιωτικοποιεί βίαια τους πόρους που κάποτε ήταν κοινοί και με το άλλο διαλύει τις κοινότητες, διαχωρίζοντάς μας σε απομονωμένα άτομα με ανάγκες που αλληλοαναιρούνται. Σήμερα πολλοί άνθρωποι δεν έχουν γνωρίσει τίποτα διαφορετικό από αυτή την κατάσταση. Έτσι είναι φυσικό να αντιλαμβάνονται την αλληλοβοήθεια απλώς ως έναν τρόπο αναδιανομής πόρων μεταξύ μεμονωμένων ατόμων και όχι ως έναν συλλογικό αγώνα για να αλλάξουμε τις ζωές μας. Όμως όσο ο καθένας επιδιώκει μια ατομική αντίληψη του πλούτου ποτέ δεν θα υπάρχει αρκετός για όλους.

Η αλληλοβοήθεια μπορεί να είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα πεδίο ανταγωνισμού όπου οι άνθρωποι προσπαθούν να συμπληρώσουν τους χαμηλούς μισθούς τους με δωρεές. Αυτή είναι μια μορφή συμπτωματικής αντιμετώπισης -μια ανακούφιση από τις συνέπειες του προβλήματος- ενώ αυτό που χρειαζόμαστε είναι η παρέμβαση στην ίδια την αιτία.

Στην καλύτερη εκδοχή της, η αλληλοβοήθεια δεν περιορίζεται στην κάλυψη αναγκών, αλλά μας μεταμορφώνει.[2] Οφείλει να διευρύνει τις αντιλήψεις μας για το τι είναι δυνατό και να μετατοπίζει τις ιεραρχήσεις μας ως προς το πού εστιάζουμε την ενέργειά μας, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να επιλύουμε συλλογικά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Αντί να ανταγωνιζόμαστε για επιδόματα και φιλανθρωπικές παροχές χρειάζεται να οικοδομήσουμε κοινά που μας επιτρέπουν να ευημερούμε μέσα από συλλογικές πρακτικές.

Ορθά κατανοημένα, τα κοινά δεν είναι ένα συγκεκριμένο σύνολο πόρων. Αντιθέτως, προκύπτουν ως αποτέλεσμα συλλογικής πρακτικής: τα κοινά αναδύονται οργανικά από τρόπους κοινωνικής σχέσης που δεν επιβάλλουν τεχνητές ελλείψεις ούτε ιεραρχίες πρόσβασης και ελέγχου. Από αυτή την άποψη, τα κοινά βρίσκονται εγγενώς έξω από τον έλεγχο της γραφειοκρατίας και του κράτους.[3] Η έκταση των κοινών δεν καθορίζεται από την ποσότητα των πόρων που έχουν χαρακτηριστεί ως κοινοί αλλά από το πόσο αποτελεσματικά μια κοινότητα είναι σε θέση να παράγει και να διανέμει αυτούς τους πόρους μέσα από ισόνομες, συλλογικές διαδικασίες – και να υπερασπίζεται αυτές τις πρακτικές, ιδανικά με έναν τρόπο που να διαδίδεται και να εμπνέει.

Η δημιουργία κοινών θα πρέπει επίσης να συμβάλλει στην επίλυση ενός προβλήματος που ταλανίζει εδώ και δεκαετίες τις εθελοντικές συλλογικότητες και τον μη κερδοσκοπικό τομέα. Το να ζητάμε από τους ανθρώπους να αφοσιωθούν στον ακτιβισμό ή στην κοινοτική οργάνωση χωρίς καμία μορφή αποζημίωσης, περιορίζει αναγκαστικά τη συμμετοχή σε όσους έχουν ήδη οικονομική άνεση. Από την άλλη, η αμοιβή για τη συνεισφορά τους συχνά καταλήγει να δημιουργεί ένα τοξικό περιβάλλον, στο οποίο οι άνθρωποι ανταγωνίζονται για την πρόσβαση σε πόρους και, όπως και στην καπιταλιστική οικονομία, δεν υπάρχουν κίνητρα για πράγματα που δεν αποφέρουν άμεσο κέρδος. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που εξαρτώνται από εξωτερική χρηματοδότηση: αναγκάζονται να ιεραρχούν τις δράσεις τους με βάση τα κριτήρια της αγοράς, να αναζητούν θεαματικά αποτελέσματα και να μονοπωλούν την αναγνώριση ακόμη και για έργα στα οποία συνέβαλαν πολλοί.

Η λύση είναι οι συλλογικές προσπάθειες να παράγουν κοινά που ωφελούν ταυτόχρονα τόσο τους συμμετέχοντες όσο και το σύνολο της κοινωνίας και που όσο περισσότεροι συμμετέχουν, τόσο περισσότερα να έχουν να προσφέρουν.

Είναι αυτό πραγματικά εφικτό; Ναι. Ας δούμε πώς.

Αυτοί που έχουν το πρόβλημα αποτελούν οι ίδιοι την λύση του

Η επαναστατική ιδέα στον πυρήνα της έννοιας της αλληλοβοήθειας είναι ότι εκείνοι που αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα μπορούν να το επιλύσουν οι ίδιοι μέσα από τη συνεργασία τους.

Η δύναμη αυτής της πρότασης αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο παράδειγμα των Ανώνυμων Αλκοολικών, του κλασικού παραδείγματος μιας παλαιού τύπου κοινωνίας αλληλοβοήθειας. Εκ πρώτης όψεως, η ιδέα ότι οι ίδιοι οι αλκοολικοί μπορούν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον να σταματήσουν το ποτό μπορεί να φανεί στον μέσο άνθρωπο που δεν πίνει αλκοόλ ως υπεραισιόδοξη. Στην πράξη όμως, κανείς άλλος δεν είναι σε καλύτερη θέση να τους στηρίξει: κανείς δεν κατανοεί βαθύτερα τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν, ούτε διαθέτει το ίδιο ισχυρό κίνητρο για να συμβάλει. Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν καταφέρει να παραμείνουν νηφάλιοι χάρη σε αυτή τη δομή.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί είναι οργανωμένοι ως ένα πλήρως εθελοντικό και αυτοσυντηρούμενο δίκτυο, χωρίς ιεραρχίες, χωρίς μηχανισμούς αστυνόμευσης και χωρίς εκπροσώπηση στα μέσα ή στον πολιτικό λόγο. Οι ιδρυτές του προγράμματος βασίστηκαν στα γραπτά του Πιότρ Κροπότκιν για την αλληλοβοήθεια κατά τη σύλληψη της δομής του προγράμματος, μια επιρροή που παραμένει εμφανής έως σήμερα.

«Όταν έρθουμε στους ΑΑ, ανακαλύπτουμε μια προσωπική ελευθερία μεγαλύτερη απ’ ό,τι γνωρίζει οποιαδήποτε άλλη κοινωνία. Δεν μπορεί κανείς να μας εξαναγκάσει να κάνουμε τίποτα. Από αυτή την άποψη, η Κοινότητά μας είναι μια καλοήθης αναρχία. Η λέξη “αναρχία” έχει αρνητική σημασία για τους περισσότερους από εμάς. Όμως πιστεύω ότι ο ιδεαλιστής που πρώτος υποστήριξε αυτή την έννοια ένιωθε πως, αν οι άνθρωποι αποκτούσαν απόλυτη ελευθερία και δεν υποχρεώνονταν να υπακούν σε κανέναν τότε θα συνεργάζονταν εθελοντικά με βάση το κοινό συμφέρον. Οι ΑΑ είναι ακριβώς το είδος της ευγενικά αναρχικής ένωσης που εκείνος είχε οραματιστεί.»

– Μπιλ Γουίλσον, συνιδρυτής των Ανώνυμων Αλκοολικών, από το «Καλοήθης Αναρχία και Δημοκρατία»

Ο εν λόγω “ιδεαλιστής” ήταν ο Κροπότκιν.

Οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί ίσως φαίνονται σαν μια εξαίρεση σε σχέση με τις νεότερες ομάδες αλληλοβοήθειας. Κι όμως, στην πραγματικότητα είναι τα πιο πρόσφατα εγχειρήματα που έχουν απομακρυνθεί από το αρχικό πνεύμα των κοινοτήτων αλληλοβοήθειας. Όπως οι εργατικοί συνεταιρισμοί του 19ου αιώνα, οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί καθιστούν κάθε συμμετέχοντα πρωταγωνιστή. Αυτοί που έχουν το πρόβλημα αποτελούν οι ίδιοι την λύση του.

Οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί προσφέρουν και άλλα διδάγματα. Αντί να απαιτούν από τους συμμετέχοντες ένα άμεμπτο παρελθόν, ξεκινούν από την παραδοχή ότι οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν, αντιμετωπίζοντας την αλληλοβοήθεια ως εργαλείο που δίνει τη δυνατότητα να γίνουν καλύτεροι. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην εποχή μας, στην οποία -χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στη νεοφιλελεύθερη οικονομία που τα διαμόρφωσε- έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τους ανθρώπους ως αναλώσιμους. Σήμερα, ο καθένας βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία διεκδίκησης, σε κάθε αλληλεπίδραση ψάχνει για εργασία, κύρος, σχέσεις και προσοχή – όλα αυτά που, με την παραμικρή ένδειξη τριβής, μπορούν να του αφαιρεθούν και να αποδοθούν σε κάποιον άλλον “υποψήφιο”.

Σε αντίθεση με το χρήμα, την απήχηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή ένα βιογραφικό, οι σχέσεις που οικοδομούμε μέσα από την αλληλοβοήθεια δεν είναι ανταλλάξιμες· δεν μπορούν απλώς να αντικατασταθούν ή να εξαργυρωθούν. Οπότε για να αξίζει να τις καλλιεργήσουμε, αυτές οι σχέσεις θα πρέπει να είναι πιο ανθεκτικές και αξιόπιστες από οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει η αγορά. Χρειάζεται να βλέπουμε τόσο τον εαυτό μας όσο και τους άλλους ως ικανούς για αλλαγή και ταυτόχρονα ως αναντικατάστατους. Αντί να αξιολογούμε διαρκώς ο ένας τον άλλον για να αποφασίσουμε ποιος “αξίζει” στήριξη και ποιος όχι, ας ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι σκοπός μας είναι η οικοδόμηση ενός αμοιβαία επωφελούς πλαισίου στο οποίο μπορούμε να εξελιχθούμε συλλογικά και να δημιουργήσουμε σχέσεις με διάρκεια.

Όσο περισσότεροι άνθρωποι συμμετέχουν με ειλικρίνεια σε ένα δίκτυο αλληλοβοήθειας, τόσο το καλύτερο για όλους. Η αλληλοβοήθεια δεν είναι τιμή για λίγους “άξιους” αλλά μια μετασχηματιστική, μεταδοτική πρακτική που επιτρέπει στους ανθρώπους να ταυτίζονται μεταξύ τους και να φαντάζονται την ευημερία μέσα από συλλογικούς όρους.

Το κοινωνικό είναι υλικό

Στις συζητήσεις για την αλληλοβοήθεια, ακούμε συχνά μια ψευδή διχοτόμηση ανάμεσα στην κάλυψη των “υλικών” αναγκών και άλλες μορφές δραστηριότητας. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το σημαντικό είναι να καλύπτονται οι υλικές ανάγκες των ανθρώπων κι όχι να καταπιανόμαστε με πολιτική ζύμωση ή με ψυχαγωγία. Άλλοι θεωρούν ότι η αλληλοβοήθεια είναι χάσιμο χρόνου επειδή δεν είναι αρκετά συγκρουσιακή ή επειδή δεν συμβάλλει στη συγκρότηση πειθαρχημένων πολιτικών υποκειμένων με κοινή συνείδηση.[4]

Στην πραγματικότητα, τα όρια ανάμεσα σε αυτές τις κατηγορίες είναι θολά. Η μουσική, οι κοινωνικοί χώροι και οι σχέσεις, οι τρόποι κατανόησης του κόσμου και οι συζητήσεις για το τι έχει σημασία – όλα αυτά είναι αναγκαία. Οι άνθρωποι χρειάζονται χαρά, οικειότητα και νόημα όσο χρειάζονται τροφή και στέγη και συχνά είναι διατεθειμένοι να στερηθούν υλικές ανέσεις για να τα αποκτήσουν. Μπορεί να το ξεχάσει κανείς αυτό μόνο μέσα στον πιο χυδαίο και ωμό υλισμό.

Κι όμως, αυτή δεν είναι νέα ιδέα:

«Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» – δεν ζει ο άνθρωπος μόνο με ψωμί

Ματθ. δ΄4

Αν επικεντρωθούμε αποκλειστικά στην παροχή τροφής και υλικών αγαθών χωρίς ταυτόχρονα να καλλιεργούμε ένα ζωντανό κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο πλούσιο σε σχέσεις, φροντίδα και ιδέες τότε οι άνθρωποι που συμμετέχουν στα εγχειρήματά μας θα αναζητήσουν την κάλυψη των υπόλοιπων αναγκών τους αλλού – για παράδειγμα σε εκκλησίες, αυταρχικά πολιτικά κόμματα ή “απολιτίκ” κοινωνικούς χώρους. Η στενή προσήλωση στις υποτιθέμενες “υλικές” πτυχές της αλληλοβοήθειας παραβλέπει αυτό που πραγματικά διακυβεύεται σε όλες μας τις σχέσεις.

Αυτό που μετράει δεν είναι μόνο η πρόσβαση στα απαραίτητα αλλά και το τι σημαίνει αυτή η πρόσβαση. Ένα συλλογικό γλέντι στο οποίο όλοι οι συμμετέχοντες έχουν ρόλο και τρώνε μέχρι να χορτάσουν εκπέμπει το μήνυμα «είμαστε όλοι κομμάτι αυτής της κοινότητας». Η παραλαβή ενός μισθού με τον οποίο μπορεί κανείς να πληρώσει ενοίκιο και να αγοράσει τρόφιμα εκπέμπει ένα διαφορετικό μήνυμα «οι ώρες που θυσίασες σου εξασφάλισαν – σε εσένα και μόνο εσένα – το δικαίωμα να επιβιώσεις για έναν ακόμη μήνα. Τουλάχιστον αυτή τη φορά

Αλλαγή από τα κάτω

Η αλληλοβοήθεια δεν αποσπά την προσοχή από τον αγώνα για αλλαγή του κόσμου· αποτελεί θεμελιώδη όψη αυτής της αλλαγής, όπως και η αλλαγή του κόσμου είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη διεύρυνση του πεδίου της αλληλοβοήθειας. Επιπλέον, η ιδέα της αλληλοβοήθειας προϋποθέτει ένα μοντέλο κοινωνικού μετασχηματισμού δομικά διαφορετικό από εκείνο που προτείνουν οι μαρξιστές-λενινιστές και άλλες εξουσιαστικές τάσεις.

Όταν οι εξουσιαστές μιλάνε για την «κατάληψη των μέσων παραγωγής» εννοούν ότι μια ιεραρχική, γραφειοκρατική οργάνωση θα πρέπει να αναλάβει τον έλεγχο των χώρων εργασίας και να καθορίζει τι συμβαίνει εκεί. Με άλλα λόγια, στοχεύουν να αντικαταστήσουν τα αφεντικά με τη δική τους ηγεσία η οποία θα παίρνει αποφάσεις για τους εργαζομένους – υποτίθεται, αυτή τη φορά, με γνώμονα το συμφέρον τους.

Υπάρχουν αρκετά προβλήματα με το εξουσιαστικό μοντέλο. Ένα από αυτά είναι ότι ακόμα κι αν οι ηγέτες έχουν ειλικρινείς και αγαθές προθέσεις, είναι απίθανο να καταφέρουν να παίρνουν πραγματικά ωφέλιμες αποφάσεις για λογαριασμό άλλων. Ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις αντανακλούν τα συμφέροντα όσων επηρεάζονται από αυτές είναι να έχουν λόγο σε αυτές οι ίδιοι οι άνθρωποι που επηρεάζονται άμεσα. Όσο πιο πλατιά κατανέμεται η δυνατότητα λήψης αποφάσεων τόσο πιο πιθανό είναι το τελικό αποτέλεσμα να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των περισσότερων. Αυτό είναι εν τέλει ζήτημα κατανομής της πληροφορίας: ζήτημα περιορισμού της αποξένωσης μεταξύ εκείνων που γνωρίζουν ένα πρόβλημα και εκείνων που έχουν τη δυνατότητα να δράσουν για να το επιλύσουν.

Η νοημοσύνη δεν είναι κάτι που συγκεντρώνεται στο κεφάλι μιας μεμονωμένης ιδιοφυΐας· δεν είναι μια στατική ιδιότητα που μπορεί να μετρηθεί απομονωμένα. Είναι χαρακτηριστικό των δικτύων· αναδύεται στις σχέσεις. Όσο πιο ελεύθερα κυκλοφορεί η πληροφορία μεταξύ διαφορετικών οπτικών σημείων μέσα στο δίκτυο και όσο πιο άμεσα μπορούν οι συμμετέχοντες να δράσουν βάσει αυτής τόσο πιο έξυπνα και αποτελεσματικά θα λειτουργεί το ίδιο το δίκτυο.

Σε αντίθεση με το εξουσιαστικό μοντέλο κοινωνικής αλλαγής, η αντιεξουσιαστική πρόταση είναι να οικοδομήσουμε οριζόντιες, αποκεντρωμένες μορφές οργάνωσης από τα κάτω που δίνουν τη δύναμη λήψης αποφάσεων σε όσους επηρεάζονται άμεσα από αυτές. Αντί για ιεραρχικές δομές από τα πάνω αυτό σημαίνει την καλλιέργεια ριζωματικών δικτύων αλληλοβοήθειας, βασισμένων σε μοντέλα που μπορούν να αναπαραχθούν και να επεκταθούν. Απαλλαγμένοι από τη στέρηση και την πίεση που επιβάλλουν η αστυνόμευση και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, οι άνθρωποι θα στραφούν φυσικά προς τα δίκτυα που ικανοποιούν τις ανάγκες τους πιο αποτελεσματικά, με χαρά και πληρότητα.

Αν αυτό που επιδιώκουμε είναι η απελευθέρωση κι όχι μια νέα μορφή εξουσίας, τότε η συγκρότηση δομών αλληλοβοήθειας που ανταποκρίνονται σε υλικές ανάγκες δεν αποσπά από τον αγώνα για αποκέντρωση της ισχύος και των πόρων. Αντιθέτως, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανάπτυξης και διάδοσης των πρακτικών μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι μπορούν να πάρουν στα χέρια τους αυτόν τον αγώνα. Κάποιοι το ονομάζουν “οικοδόμηση του νέου κόσμου μέσα στο κέλυφος του παλιού”.

Αυτό σημαίνει επίσης ότι έχει σημασία η μορφή αυτών των σχεδίων αλληλοβοήθειας: οι σχέσεις και οι δυναμικές που αναπτύσσονται ανάμεσα στους ανθρώπους είναι εξίσου σημαντικές με τους πόρους που προσφέρουν. Αν είναι μονόπλευρες, αν ενδυναμώνουν μόνο όσους βρίσκονται στην πλευρά της “παροχής πόρων”, δεν θα καταφέρουν να σπείρουν τους σπόρους ενός νέου τρόπου ζωής.

«Είναι γεγονός πως η ανθρώπινη ζωή δεν είναι δυνατή χωρίς τα κέρδη από την εργασία άλλων, και πως υπάρχουν δυο μονό τρόποι για να επιτευχθεί αυτό: είτε μέσω της αδελφικής, ισότιμης και ελευθεριακής συνεργασίας στην οποία η αλληλεγγύη εκφράζεται συνειδητά και ελεύθερα ενώνοντας όλη την ανθρωπότητα είτε με την αντιπαλότητα του καθενός ενάντια στον άλλον, όπου οι νικητές κυριαρχούν, καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται τους υπόλοιπους.

Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι θα θεωρούνται αδέλφια μεταξύ τους και με την αμοιβαία υποστήριξή τους θα κατορθώσουν την σπουδαιότερη ευημερία και ελευθερία καθώς και την φυσική και πνευματική εξέλιξη όλων.»

«Αλληλοβοήθεια» (1909), Errico Malatesta

Αλληλοβοήθεια σημαίνει αντίσταση

Συνοψίζοντας λοιπόν, αν θέλουμε να αξιοποιήσουμε στο έπακρο την αλληλοβοήθεια, οφείλουμε να δημιουργούμε συμμετοχικά κοινά όπου όλοι μπορούν να συμβάλλουν με ευκολία, χωρίς θεμελιώδη διαχωρισμό ανάμεσα σε διοργανωτές και αποδέκτες.

«Στην Πραγματικά μα Πραγματικά Ελεύθερη Αγορά, κάθε μήνα συγκεντρώνονται εκατοντάδες άνθρωποι από κάθε κοινωνική συνθήκη για να ανταλλάξουν πόρους. Κανείς δεν κρατά λογαριασμό για το ποιος φέρνει τι. Ακόμη και άτομα με ελάχιστη πρόσβαση σε πόρους προσφέρουν ό,τι μπορούν. Οι αναρχικοί στήνουν τα τραπέζια και διαχειρίζονται τη σελίδα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά η μεγάλη πλειονότητα των αγαθών που ανταλλάσσονται προέρχεται από τους ίδιους τους συμμετέχοντες. Οι περισσότεροι δεν αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί, γνωρίζουν όμως ότι συμμετέχουν σε ένα αναρχικό οικονομικό μοντέλο μέσω του οποίου ικανοποιούν συλλογικά τις ανάγκες τους. Αναρχικά πανό είναι κρεμασμένα παντού, εκφράζοντας τις πολιτικές συνέπειες αυτής της μορφής διαμοιρασμού και διακηρύσσοντας ότι περισσότερες πτυχές της ζωής μας μπορούν να οργανωθούν με τον ίδιο τρόπο.»

Μεμονωμένες ομάδες ή συλλογικότητες μπορούν να παίξουν κρίσιμο ρόλο σε τέτοιες δραστηριότητες – για παράδειγμα, αναλαμβάνοντας την ανακοίνωση και την προώθησή τους καθώς επίσης χτίζοντας την αναγκαία υποδομή για τη συνέχισή τους. Ο πιο ουσιαστικός τρόπος, όμως, για να αξιολογήσουμε την αποτελεσματικότητα αυτών των παρεμβάσεων είναι να αναρωτηθούμε σε ποιον βαθμό δημιουργούν συνθήκες ώστε κι άλλοι να μπορέσουν να συνδεθούν πιο ουσιαστικά με τη δική τους πολιτική δράση και ικανότητα; Αν οι διοργανωτές μετατρέπονται σε εμπόδιο για τη συλλογική λήψη αποφάσεων και την ενεργή συμμετοχή, οδηγώντας τους υπόλοιπους στην παθητικότητα, τότε αυτό δεν ενισχύει το εγχείρημα της αλληλοβοήθειας και της απελευθέρωσης, το υπονομεύει.

Αν το εγχείρημα αλληλοβοήθειας στο οποίο συμμετέχεις δεν γεννά τους κοινωνικούς δεσμούς, τη ριζοσπαστική συνείδηση και τη συλλογική δυναμική που χρειαζόμαστε για να κινηθούμε προς την επαναστατική κοινωνική αλλαγή τότε το πρόβλημα δεν είναι η αλληλοβοήθεια καθεαυτή. Το πρόβλημα είναι το δικό σου εγχείρημα.

Όταν οι άνθρωποι λένε να «σοβαρευτούμε» με την αμοιβαία βοήθεια συχνά εννοούν τη δημιουργία ενός επίσημου μη κερδοσκοπικού οργανισμού. Υπάρχουν όμως αρκετά προβλήματα με αυτό το αντανακλαστικό.[5] Σε βάθος χρόνου η μονοδιάστατη παροχή υπηρεσιών κινητοποιεί λιγότερους πόρους απ’ ότι οι συλλογικές προσπάθειες στις οποίες όλοι συμμετέχουν ενεργά. Δεν θέλουμε να στήσουμε συστήματα πατρωνείας που εξαρτώνται από πλούσιους δωρητές αλλά σχέσεις συμβίωσης που βασίζονται στην αλληλεγγύη. Οι επίσημοι οργανισμοί δεν μπορούν να πραγματοποιούν καταλήψεις, να απαλλοτριώνουν πόρους ή να παραβαίνουν κανονισμούς – κι όμως η ιδιωτική περιουσία και ο γραφειοκρατικός έλεγχος είναι τα βασικά εμπόδια για την ευρείας κλίμακας αναδιανομή των πόρων. Δεν χρειαζόμαστε απλώς μεγάλες δωρεές· χρειαζόμαστε τη μαζική συμμετοχή πολλών ανθρώπων και ταυτόχρονα πρέπει να διευρύνουμε τους ορίζοντες του τι θεωρούμε πως έχουμε δικαίωμα να κάνουμε προκειμένου να φροντίσουμε ο ένας τον άλλον.

Το παγκόσμιο κίνημα καταλήψεων της προηγούμενης γενιάς -που εξακολουθεί να ακμάζει στη Βραζιλία και σε πολλά άλλα μέρη- παραμένει ένα εμβληματικό παράδειγμα του πώς μπορεί να μοιάζει η απαλλοτρίωση ιδιωτικοποιημένων πόρων και η μετατροπή τους σε συλλογική δύναμη. Οι πιο ισχυρές μορφές αλληλοβοήθειας είναι εκείνες που μας επιτρέπουν να εξεγερθούμε μαζί, να κάνουμε βήματα προς τη δημιουργία ενός εντελώς διαφορετικού κόσμου.

Μια μεταδοτική οικονομία του δώρου με επιθετικές δυνατότητες και ορμή προς την οικοδόμηση ενός ριζικά άλλου τρόπου ζωής. Ένα μαχητικό σύστημα κοινών που απορροφά συνεχώς περισσότερους πόρους, μέχρι που γίνεται ακαταμάχητο ακόμα και για τους εχθρούς του.

Αυτή είναι η αληθινή υπόσχεση της αλληλοβοήθειας.

Ας γίνει η γη ξανά κοινός θησαυρός για όλους.

«Η απελευθέρωσή μου, η ευφροσύνη μου, ο ίδιος μου ο κόσμος αρχίζει εκεί όπου αρχίζει κι ο δικός σου. Κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει τις υπηρεσίες μου γιατί έχω ο ίδιος δώσει όρκο να τα προσφέρω όλα – και να τα προσφέρω ελεύθερα, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να προσφέρεις.»
Expect Resistance

Φυλακισμένος στο φρούριο Fort du Taureau, ο Louis Auguste Blanqui αντλεί παρηγοριά από τη σκέψη πως κάπου πέρα από τον ωκεανό, ο αέρας που εκπνέει ανασαίνεται με τη σειρά του από τα δέντρα του τροπικού δάσους στη Βραζιλία, από τους εξόριστους συντρόφους του στο Λονδίνο, ακόμη κι από τους αξιωματούχους που διέταξαν τη σύλληψή του, παρά το μίσος τους για την κοινή χρήση. Θυμίζει στον εαυτό του πως το ίδιο νερό που του δίνουν με το ποτήρι οι δεσμοφύλακες, σκάει αλλού με κύματα στις πέτρινες επάλξεις του φρουρίου – και πως μέσα σε εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια, κάθε σταγόνα αυτού του νερού έχει διασχίσει σώματα και μορφές ζωής αναρίθμητες, ταξιδεύοντας στον ουρανό και επιστρέφοντας στη γη ξανά και ξανά. Η ίδια η γλώσσα με την οποία σχηματίζει αυτές τις παρηγορητικές σκέψεις έχει σμιλευτεί και καλλιεργηθεί από εκατό δισεκατομμύρια ανθρώπινες γλώσσες σ’ ένα συλλογικό εγχείρημα που κρατά από την αυγή της ανθρωπότητας. Η συλλογικότητα είναι αναπόφευκτη, ανεξάλειπτη. Και τελικά, θα θριαμβεύσει απέναντι στο πρόσκαιρο σφάλμα της απληστίας.

[1] ΣτΜ: Το Food Not Bombs είναι ένα διεθνές δίκτυο αυτόνομων συλλογικοτήτων που μοιράζουν δωρεάν φαγητό σε δημόσιους χώρους, αναδεικνύοντας την αντίφαση της φτώχειας και της πείνας μέσα σε κοινωνίες αφθονίας. Η δράση τους στηρίζεται συχνά σε περισσεύματα τροφίμων που θα κατέληγαν στα σκουπίδια, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις προτεραιότητες της κρατικής και εταιρικής διαχείρισης των πόρων.

[2] Είναι αυταπάτη να φανταζόμαστε ότι θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε την ίδια μας την επιβίωση με τρόπο βιώσιμο και ισότιμο ενώ ζούμε μέσα σε μια κοινωνία που είναι δομικά μη βιώσιμη και καταπιεστική. Ακόμα και σε μια επαναστατική συνθήκη δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι θα μπορούσαμε απλώς να καταλάβουμε την υπάρχουσα αλυσίδα εφοδιασμού και να την αξιοποιήσουμε για να καλύψουμε τις ανάγκες όλων χωρίς να προβούμε σε βαθύτερους μετασχηματισμούς. Το ίδιο ισχύει και για τις επιθυμίες και τις αξίες που παράγονται κοινωνικά από την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων: δεν μπορούμε να θεωρούμε ως δεδομένο ότι όσα μπορούμε να φανταστούμε από αυτή τη θέση, καθώς παραμένουμε παγιδευμένοι σε μια κοινωνία χτισμένη πάνω στην καταπίεση και την επιβολή τεχνητής έλλειψης, εξαντλούν και το σύνολο των δυνατοτήτων της ζωής.

[3] Στη θέση των κοινών, οι φιλελεύθεροι προωθούν κρατικούς θεσμούς. Αυτό προσφέρει στο κράτος -τη δομή που ηγήθηκε της αρχικής περίφραξης των κοινών- το απαραίτητο άλλοθι για να ελέγχει τους πόρους και να ρυθμίζει τις κοινωνικές δραστηριότητες στο όνομα της αποτροπής της λεγόμενης «τραγωδίας των κοινών». Στην πραγματικότητα, η τραγωδία των κοινών δεν είναι παρά το εξής: σε κάθε περίπτωση όπου ένας πόρος υπάρχει ως κοινό και παραμένει εκτός αγοράς, θα υπάρχουν πάντα κερδοσκόποι και πολιτικοί που θα προσπαθούν να τον ελέγξουν ή να τον υποκαταστήσουν με ένα αντίγραφο· κι από τη στιγμή που το καταφέρουν, είναι απλώς θέμα χρόνου μέχρι να ιδιωτικοποιηθεί ή να εμπορευματοποιηθεί.

[4] Μπορούμε να καταρρίψουμε εύκολα τα επιχειρήματα ότι οι άνθρωποι δεν πρόκειται να εξεγερθούν πριν “τα πράγματα γίνουν αρκετά άσχημα” και άρα η αλληλοβοήθεια αποτελεί εμπόδιο στην επανάσταση ή ότι οι πρωτοβουλίες αλληλοβοήθειας προσφέρουν στο κράτος ένα άλλοθι για να επιβάλει μέτρα λιτότητας βασιζόμενο στην υπόθεση ότι τα εθελοντικά δίκτυα θα καλύψουν το κενό των κοινωνικών υπηρεσιών. Σε ό,τι αφορά το πρώτο επιχείρημα, δεν είναι η ίδια η οδύνη που ωθεί τους ανθρώπους σε εξέγερση αλλά η συνειδητοποίηση ότι η οδύνη αυτή είναι περιττή, ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Όσον αφορά το δεύτερο, μετά την πανδημία COVID-19, είναι πια σαφές ότι οι κυβερνήσεις είναι πρόθυμες να αφήσουν μαζικά τμήματα του πληθυσμού να πεθάνουν χωρίς να παρέμβουν. Αν δεν θέλουμε να διατρέξουμε τον κίνδυνο να βρεθούμε ανάμεσα στους νεκρούς οφείλουμε να οργανώσουμε αυτό που οι Μαύροι Πάνθηρες αποκαλούσαν “προγράμματα επιβίωσης εν αναμονή της επανάστασης”.

[5] Προς το παρόν ας αφήσουμε στην άκρη το ενδεχόμενο ότι υπό τον Ντόναλντ Τραμπ οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί θα έρθουν αντιμέτωποι με ολοένα και περισσότερα γραφειοκρατικά εμπόδια. Αξίζει όμως να αναλογιστούμε πως όσο περισσότερο εξαρτώνται τα εγχειρήματά μας από την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να στραφούν εναντίον της.

Αφήστε ένα σχόλιο