Για τη λαβή του κερασιού

0

Του Γιώργου Χιώτη

 Αντλώ τα θέματά μου από το πεδίο του ασήμαντου. Ως ασήμαντο στην περίπτωση αυτή, ορίζεται εκείνο το οποίο δεν μπορεί να αποκτήσει ανταλλακτική αξία. Εκείνο που δεν μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο προς αγορά ή πώληση. Εντός μιας τέτοιας ζώνης θεμάτων απλώνονται οι συλλογισμοί μου, μη μπορώντας να ξεφύγουν από αυτό που ένας “σοφός” νους θα αποκαλούσε αχρείαστο.

Στην απέναντι και αντίθετη όχθη, μακριά από την άλλη όχθη του σημαντικού, στέκομαι γονατιστός και υψώνω μια λευκή σημαία. Υποχωρώ μπροστά στην τρυφερή ανωμαλία των ανθρώπων και σε ό,τι έχει αυτή να μου δωρίσει. Εισπράττω στην ολότητά του ένα ζωηρό χάδι, έναν ήχο παπουτσιού, ένα κοτσάνι φρούτου. Περισυλλέγω ακατέργαστες εικόνες, όσο πιο ακατέργαστες τόσο πιο αναγκαίες για τη συλλογή μου. Μια γιαγιά που σκουπίζει ένα πλακόστρωτο στην Αστυπάλαια, ένας φίλος που διπλώνει το παντελόνι του, μια κίτρινη σημαδούρα στη θάλασσα, ένα καρότσι, το τσιμέντο, δυο στρογγυλοφάναρες μοτοσυκλέτες, ένας ποδοσφαιριστής. Και κάπως έτσι γεμίζει το σακούλι της συλλογής.

Έπειτα, επιστρατεύω το φωτεινότερο εκ των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αυτό της φαντασίας, της ευγενούς παρέμβασης στα πράγματα του κόσμου. Η γιαγιά αιωρείται, το πλακόστρωτο της Αστυπάλαιας είναι κάτι σαν το Κιλκίς του 2003, οι μοτοσυκλέτες μεταμορφώνονται από στρογγυλοφάναρες σε στρογγυλοφέγγαρες. Σέβομαι τη γη ως έχει, μα σέβομαι και τη γη ως έχει στον νου μου. Ενίοτε τοποθετώ σε δεύτερη μοίρα το πραγματικό φεγγάρι, κάτω από το φεγγάρι που εγώ φαντάζομαι. Δεν πρόκειται για αλαζονεία και ασέβεια προς τη φύση και προς τα ανέγγιχτα μεγέθη, αλλά για πλήρη επίγνωση ότι όλα αυτά δεν έχουν πλαστεί για εμένα. Είναι αυτά τα ίδια που μας χαρίζουν τον εαυτό τους απλόχερα αφού κατέχουν την τέχνη του ανεξάντλητου. Λουλούδια, μάτια, σκύλοι, θάλασσες ρέουν ανεξάντλητα και ακούραστα μέσα στο φάσμα του απείρου που με περιέχει προσωρινά και εφήμερα ως ατομικότητα. Ευχή μου να υπαχθώ και ‘γω σε αυτά. Σπάω το μολύβι και σαν άλλος Τούζενμπαχ φωνάζω: «Είναι όλα τόσο όμορφα. Τα ευχαριστώ».

Η λαβή του κερασιού έρχεται να συμπληρώσει έμπρακτα το ενδιαφέρον μου για αυτό που παραπάνω αποκαλώ πεδίο του ασήμαντου. Εδώ, το ασήμαντο είναι η μνήμη. Αυτή που δεν ανταλλάσσεται με κάποιο χρηματικό ποσό λόγου χάρη, ή με κάποια υπερπολυτελή στέγη. Η μνήμη λοιπόν στο βιβλίο με απασχολεί στον βαθμό που συνδέεται -εάν συνδέεται- με το καθαρό βίωμα.

Ποια είναι η γέφυρα που χτίζεται ανάμεσα στο καθαρό βίωμα και τη μνήμη; Ποιες είναι οι διεργασίες που συντελούνται σε αυτόν τον μικτό χώρο, όπου η εμπειρία ποτίζεται βίαια από τη μετέπειτα ερμηνεία της, από τα ακαθόριστα κύματα της φαντασίας, και ποια είναι η διαδρομή που ακολουθείται ώστε να μετατραπεί η εν λόγω εμπειρία σε τέχνη; Ποια είναι η στιγμή, εντός της δημιουργικής διαδικασίας, όπου το προσωπικό αποκτά διαστάσεις παγκοσμιότητας και καθίσταται επικοινωνήσιμο προς ένα σύνολο ανθρώπων που ουδεμία σχέση έχουν με το πρωτόλειο βίωμα ενός δημιουργού; Αρκεί το βίωμα για να παράγει κάτι ο δημιουργός; Ποια είναι η αλληλεπίδραση καθαρού βιώματος και στοχασμού πάνω στο βίωμα; Πότε ο δημιουργός σταματάει να σκέφτεται τον εαυτό του και αρχίζει να πραγματεύεται την έννοια του εαυτού καθαυτή; Πότε ο θάνατος ενός πατέρα μετατρέπεται σε πεδίο στοχασμού πάνω στον ίδιο τον θάνατο και όχι πάνω στο πρόσωπο; Πώς αποφεύγεται το ενδεχόμενο ενός δημιουργικού αυνανισμού που επιβάλλεται στον δέκτη, θαρρείς και το βίωμα του δημιουργού αποτελεί το σπουδαιότερο εκ των ανθρώπινων βιωμάτων;

Αυτός ο κύκλος ερωτήσεων συμπυκνώνει έναν συνολικό και αέναο προβληματισμό πάνω στην έννοια της μνήμης και αποτέλεσε τον κινητήριο μοχλό, τη σκέψη που καραδοκεί πίσω από το από το αντικείμενο της δημιουργίας. Η αδυναμία εύρεσης απαντήσεων ωστόσο είναι αυτή που μας μεταφέρει δίχως καν να το καταλάβουμε από την αναλυτική ομιλία στην ανώτερή της: την ποιητική.

Αφήστε ένα σχόλιο

17 − 4 =