Το ιερό βουνό και η γαιοκτονία, Raúl Zibechi

0

Μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη από το commune-info.net.

Στην πρώτη στάση του ταξιδιού του στη νότια Αργεντινή, ο Ραούλ Ζιμπέκι πήγε να συναντήσει τα δίδυμα αδέρφια Μόιρα και Μάουρο Μιλάν στο lof –μια μη ανθρωποκεντρική κοινοτική μορφή πολύ σημαντική για την κοινωνική οργάνωση των Μαπούτσε– της Pillán Mahuiza, ένα από τα χίλια που υπάρχουν στο Puelmapu, στα ανατολικά της κορδιλιέρας των Άνδεων. Είναι μια έκταση 150 εκταρίων, περιτριγυρισμένη από χιονισμένες κορυφές, που ανακτήθηκε πρώτα από τη Μόιρα, με την κατάληψη ενός εγκαταλελειμμένου αστυνομικού τμήματος, και στη συνέχεια από όλη την ευρύτερη οικογένεια και τους φίλους κομουνέρος. Είναι πολύ πιθανό ότι τα σύννεφα πάνω από τους ουρανούς της εποχής μας δεν ήταν ποτέ τόσο μαύρα, ωστόσο υπάρχουν ακόμα λίγα πράγματα που μπορούν να γίνουν, στην Παλαιστίνη όπως και στην Παταγονία. Όπως λέει συχνά η Μόιρα, έσπειραν τη δολοφονία της γης, αλλά εξακολουθούν ακόμα να θερίζουν εξέγερση.

«Τσε-Γκεβάριζα στις κοινότητες», έτσι αρχίζει την αφήγησή του ο lonko* Μάουρο Μιλάν, με το πρόσωπο ελαφρώς φωτισμένο από τις φλόγες της φωτιάς που μας προστατεύει από το δυνατό κρύο, ενώ το κρέας ψήνεται στη σχάρα. Ο νυχτερινός άνεμος παγώνει τα πρόσωπα στο lof** της Pillán Mahuiza, που περιβάλλεται από χιονισμένες κορυφές, λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη Χιλή.
Η κοινότητα των Μαπούτσε γεννήθηκε εδώ πριν από 25 χρόνια, περίπου, όταν η Μόιρα, η δίδυμη αδερφή του Μάουρο, κατέλαβε ένα εγκαταλελειμμένο αστυνομικό τμήμα και ανέκτησε περίπου 150 εκτάρια γης, όπου ζουν σήμερα οι κόρες, οι γιοι και οι φίλες της οικογένειας.
Για να φτάσουμε στο lof πρέπει να περπατήσουμε δύο ώρες από το Esquel. Βρισκόμαστε 1.800 χιλιόμετρα νότια του Μπουένος Άιρες, στην καρδιά της κορδιλιέρας των Άνδεων. Ο δρόμος συνδυάζει άσφαλτο και χαλικόδρομο, από όπου σηκώνονται σύννεφα σκόνης με το πέρασμα των λίγων αυτοκινήτων μέχρι το Corcovado, την πιο κοντινή πόλη στο lof. Ο δρόμος ξεδιπλώνεται ανάμεσα σε βουνά και χειμάρρους που δημιουργούνται από το λιώσιμο των πάγων, οι οποίοι όμως, από ένα ορισμένο σημείο και μετά κατεβαίνουν προς το άλλο μέρος της οροσειράς για να χυθούν στον Ειρηνικό.
Η θέα είναι συναρπαστική όταν ο ήλιος βάφει ροζ τις παγωμένες παρειές των βουνών. Πιο κάτω, η στέπα της Παταγονίας, άγονη και μονότονη, χρωματίζεται κι αυτή με πράσινες αποχρώσεις καθώς τα νερά πολλαπλασιάζονται. Σε αυτές τις περιοχές πολύ δύσκολα θα δείτε καλλιέργειες, υπάρχουν μόνο ζώα: πρόβατα, αγελάδες και άλογα.
Γύρω από τη φωτιά, που εδώ τη λένε fogón, μαζεύονται τρεις γενιές Μαπούτσε: ο παππούς Λουίς, ο γιος του Μάουρο και ο νεαρός Mάνκε, που σημαίνει κόνδορας στη γλώσσα mapudungun. Αυτός είναι ο μόνος που έχει το όνομα στη μητρική του γλώσσα. Μοιράζουν το κρασί, η πρώτη γουλιά του οποίου, σύμφωνα με το τελετουργικό, προσφέρεται στη γη ακολουθώντας το παράδειγμα του lonko.
«Σε αντίθεση με αυτό που συνέβη στη Χιλή, εδώ η περιοχή συντρίφτηκε και τα αδέλφια μας φυλακίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης μέχρι το τέλος του αιώνα», εξηγεί ο Μάουρο. Μόλις το 1890 άνοιξαν αυτά τα στρατόπεδα. Οι ημερομηνίες δεν είναι τυχαίες: η λεγόμενη «Κατάκτηση της Ερήμου» συνέβη μεταξύ του 1875 και 1878, όταν το κράτος της Αργεντινής κατέλαβε με τη δύναμη των όπλων εδάφη που, βεβαίως, δεν ήταν ακατοίκητα.
«Το άλογο ήταν το κύριο όπλο μας για να αντισταθούμε στους Ισπανούς και μετά στους Κρεολούς», συνεχίζει ο lonko. «Ο λαός μας δεν υποτάχτηκε ποτέ», λέει κοιτάζοντας προς τη φωτιά.
Ο παππούς Λουίς είχε έξι παιδιά και επτά αδέρφια. «Πάντα ήξερα ότι ήμουν Μαπούτσε, αλλά όλα άλλαξαν γύρω στο 1992, όταν ο Μάουρο και η Μόιρα άρχισαν να αναζητούν τη δική τους ταυτότητα». Από τότε, ο Λουίς άρχισε να νιώθει περήφανος για την κουλτούρα του. «Άρχισα να συνοδεύω τα παιδιά μου, μπήκα στον αγώνα. Θυμάμαι ότι δεν ήταν εύκολο για το κίνημα No a la Mina (Όχι στο ορυχείο) του Esquel να δεχτεί τον κόσμο των Μαπούτσε, αλλά μετά με τον καιρό άλλαξαν», λέει ο Λουίς, μιλώντας για τις σχέσεις με τον «λευκό» κόσμο.
Σε αυτόν τον προβληματισμό εμβαθύνει ο Aλεχάντρο Γιανιέλλο, μέλος της Οικολογικής Οργάνωσης Piuké της πόλης Bariloche, ο οποίος μας συνοδεύει σε αυτό το ταξίδι. «Η Piuké, που σημαίνει καρδιά στα Mapudungun, δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1990 όταν αποφασίσαμε να ακούσουμε τους Μαπούτσε που άρχισαν να μιλούν. Και τότε αντιληφθήκαμε ότι τα επιχειρήματά τους είναι πολύ ισχυρά».
Να ονειρεύεσαι έναν άλλο κόσμο και να τον κάνεις πραγματικότητα
«Είναι σημαντικό να γνωρίζεις την ιστορία των προγόνων σου. Ο προπάππους μου ήταν ένας Αφρικανός που ήρθε από τη Βραζιλία, έμεινε ορφανός τρεις φορές γιατί οι γονείς του δολοφονήθηκαν και μετά δολοφονήθηκαν και οι οικογένειες που τον είχαν υιοθετήσει». Ο Λουίς αφηγείται την ιστορία της ζωής του, και τελειώνει υπογραμμίζοντας πως η γιαγιά του πέθανε σε μια πυρκαγιά μαζί με μερικά από τα παιδιά της.
Πιο κοντά στη γήινη πραγματικότητα, ο Μάουρο δείχνει μεγάλη ανησυχία γιατί «τα κεφάλαια του Κατάρ αγοράζουν τις πηγές των ποταμών». Κάτι που δεν συμβαίνει μόνο στην Παταγονία, όπου μεγάλοι επιχειρηματίες έχουν καταλάβει μεγάλο μέρος της γης και του νερού. Η Benetton, όπως είναι γνωστό, κατέχει ένα εκατομμύριο εκτάρια. Σε αυτό το πλαίσιο του ξέφρενου εξορυκτισμού, η Μόιρα Μιλάν, τον Δεκέμβριο του 1999, ανέκτησε τα 150 εκτάρια όπου ζει η οικογένειά της. «Ζούσα στο Esquel, αλλά εκεί πέρασα μια πολύ άσχημη περίοδο», θυμάται. Το 1992 εντάχθηκε στο κίνημα «11 Οκτωβρίου» των Μαπούτσε και Τεχουέλτσε (Organización de Comunidades Mapuche y Tehuelche 11 de Octubre). Η ημερομηνία 11 Οκτωβρίου δηλώνει την τελευταία ημέρα της ελευθερίας πριν την άφιξη των κονκισταδόρες.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η Μόιρα άρχισε να ανακτά τις δυνάμεις της μετά από μια ιστορία ταπεινώσεων και σεξουαλικών παρενοχλήσεων, ως κάτοικος μιας συνοικίας «έκτακτης ανάγκης»*** στην Bahía Blanca και στη συνέχεια ως οικιακή βοηθός.
Παραπονιέται με πίκρα για τον ρατσισμό που υπάρχει στην πόλη της. «Το έργο της σύνδεσης των κοινοτήτων δεν μπορεί να γίνει από μια γυναίκα», εξηγεί. Έτσι, ο αδελφός της Μάουρο αφιερώνεται στο «guevarear» για τις διάφορες κοινότητες. Αυτό το ρήμα αναφέρεται στον Τσε, ένα πρόσωπο που το θαυμάζουν εδώ και χρόνια. «Οι γυναίκες, η μητέρα μου, ο αδερφός μου και εγώ έχουμε ανακτήσει αυτή τη γη».
Ο Μάουρο και η Μόιρα αναλαμβάνουν διαφορετικούς ρόλους λόγω του φύλου τους. «Εδώ δεν υπήρχε ούτε βασιλιάς ούτε πυραμιδική δομή», λέει ο Μάουρο, αλλά μάλλον χιλιάδες lof. «Δεν μπορούσαν να κόψουν το κεφάλι όπως έκαναν με την αυτοκρατορία των Ίνκας, γιατί δεν υπήρχε κεφάλι».
Η ιστορία της Mόιρα έχει μια πιο πνευματική διάσταση και η άποψή της για το πώς έφτασε στην περιοχή, στις όχθες του ρέματος Corcovado είναι πολύ ενδιαφέρουσα. «Είδα ένα όνειρο. Ήμουν σε μια τελετή των Μαπούτσε, κρατούσα στα χέρια μου ένα kultrun (τελετουργικό τύμπανο) και στο όνειρό μου εμφανίστηκε αυτό το μέρος, αυτό που μένω σήμερα. Η γη μάς μιλάει. «Ο τόπος μάς επιλέγει», καταλήγει. Τώρα αφιερώνει τη ζωή της στον συντονισμό των συλλογικοτήτων των ιθαγενών γυναικών, τόσο στην Αργεντινή όσο και στην περιοχή της Παταγονίας.
Είναι η ιστορία εκείνων που, όντας Μαπούτσε, γεννήθηκαν στις πόλεις, περιπλανήθηκαν εκεί χαμένοι και, κάποια στιγμή, για λόγους, μάλλον, περισσότερο πνευματικούς παρά υλικούς, ξεκίνησαν το μακρύ ταξίδι της επιστροφής στη γη τους, αναζητώντας τη δική τους ταυτότητα και τη δική τους κουλτούρα, ώσπου μετέτρεψαν ένα κομμάτι της υπαίθρου σε έδαφος αντίστασης.
Το lof-comunidad, ως έννοια και τρόπος ζωής, ανακτήθηκε σε αυτή τη μακρά διαδικασία επιστροφής στην περιοχή, λέει ο Μάουρο. Αλλά η ανάκτηση της πνευματικότητας ήταν ζωτικής σημασίας για να φτάσουμε στη γη, λέει η Μόιρα. Ανέκτησαν τους τελετουργικούς χώρους, τα rewe, αλλά και τα όνειρα, τα οράματα και τις λέξεις, δηλαδή ξαναέμαθαν πώς να είναι Μαπούτσε.
«Το lof είναι μια κληρονομιά ώστε οι μελλοντικές γενιές να μπορούν να περπατήσουν σε ένα πιο ελεύθερο έδαφος», προσθέτει ο Mάουρο. Αυτός εκτιμά ότι στο Puelmapu (η περιοχή των Μαπούτσε στα ανατολικά της κορδιλιέρας των Άνδεων) υπάρχουν περίπου χίλια lof. Αυτός ο αριθμός καταγράφεται και στις αναφορές του δημοσιογράφου Νταρίο Αράντα, ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι Μαπούτσε έχουν ανακτήσει 100 χιλιάδες εκτάρια τα τελευταία 30 χρόνια.
Στον κύκλο μας γύρω από τη φωτιά συμμετέχουν ο Γκάμπριελ και ο Χαβιέ, δύο νεαροί κομουνέρος από την κοινότητα Nahuelpan, 15 χιλιόμετρα από το Esquel. Λένε ότι «η κοινωνία των Μαπούτσε αμφισβητεί την ατομική ιδιοκτησία», ενώ η λευκή ή η αποικιακή κοινωνία απέκλεισε ολόκληρη την περιοχή με στρατιώτες μεταξύ του 1937 και 1948». Μιλούν για μια μακρά ιστορία απαλλοτρίωσης, τονίζοντας την απώλεια της γλώσσας την οποία σπούδασαν «για να μπορέσουν να αφηγηθούν την ιστορία».
Τα κούτσουρα συνεχίζουν να καίγονται, φωτίζοντας τη νύχτα. Μετά, σιγά σιγά, σβήνουν γιατί ο Μάουρο σταμάτησε να τροφοδοτεί το fogón, σημάδι ότι ήρθε η ώρα να αρχίσουμε να διαλύουμε τον κύκλο μας. Μια ανακούφιση και ένας πόνος, ταυτόχρονα. Από τη μια θα γλυτώσουμε από το τρομερό κρύο από την άλλη, όμως, θα εγκαταλείψουμε τη ζεστασιά των λέξεων, των χειρονομιών και των βλεμμάτων. Μέχρι το επόμενο lof, στην πορεία κατά μήκος του χιονιού της κορδιλιέρας.
Σημειώσεις
* Ένας lonko ή lonco (από τη Mapudungun longko, κυριολεκτικά «κεφάλι»), είναι ο αρχηγός πολλών κοινοτήτων Μαπούτσε. Αυτοί ήταν συχνά ulmen, οι πλουσιότεροι άνδρες στο lof. Σε καιρό πολέμου, οι lonko των διαφόρων τοπικών rehue ή του μεγαλύτερου aillarehue συγκεντρώνονταν σε ένα koyag ή κοινοβούλιο και εξέλεγαν έναν toqui για να οδηγήσει τους πολεμιστές στη μάχη.
** Το Lof είναι μια κοινότητα, μια από τις βάσεις της κοινωνικής οργάνωσης του λαού των Μαπούτσε, αλλά ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση η έννοια της κοινότητας διαφέρει ριζικά από αυτό που έχουμε συνηθίσει στη Δύση. Και είναι περίεργο, και ταυτόχρονα ποιητικό, ότι η ιδέα της κοινότητας ήταν από τις πρώτες που έπρεπε να ξαναμάθουν. Είναι διαφορετική από τη δυτική αντίληψη της κοινότητας ως μιας ομάδας ανθρώπων που μοιράζονται ορισμένα στοιχεία, όπως μια γεωγραφική τοποθεσία, μια γλώσσα, ήθη και αξίες. Το lof ή caví σχηματίζεται από διαφορετικές οικογένειες που μοιράζονται την ίδια περιοχή, θεωρούνται αμοιβαία συγγενείς και κατάγονται από έναν κοινό πρόγονο. Αρκετά lof σχηματίζουν ένα rehue, και εννέα rehue σχηματίζουν το aillarehue.
Οι Μαπούτσε αναγνωρίζουν όλα τα όντα που κατοικούν στην περιοχή ως μέλη του Lof. Ακόμα κι εκείνα που, σύμφωνα με τη δυτική μας αντίληψη για τον κόσμο, τα κατατάσσουμε στα άψυχα, χωρίς ζωή: τα ποτάμια και τους καταρράκτες, τα δάση και τα βουνά, τα ζώα και τις πέτρες. Ακυρώνουν έτσι την ανθρωποκεντρική αντίληψη που διαχωρίζει τον άνθρωπο, πάντα ανώτερο και πάντα τέλειο, από τα στοιχεία που στη Δύση ονομάζουμε φύση. Μια σειρά από στοιχεία, ξένα για εμάς, στα οποία δεν αναγνωρίζουμε το δικαίωμα ύπαρξης χωρίς την ανθρώπινη μεσολάβηση.
*** Φτωχογειτονιές- Επισφαλείς οικισμοί- Παραγκουπόλεις, όπου συνωστίζονται πολλοί άνθρωποι σε εξαιρετικά μικρούς χώρους διαβίωσης. Αυτοί οι οικισμοί στερούνται τις βασικές υπηρεσίες, όπως νερό, αποχέτευση, αποκομιδή σκουπιδιών, δημόσιο φωτισμό, πεζοδρόμια και δρόμους για πρόσβαση έκτακτης ανάγκης. Στην πόλη Bahía Blanca υπάρχουν 32 τέτοιοι οικισμοί.

Αφήστε ένα σχόλιο

6 + seventeen =