Φωτιά, νερό και άνθρωπος στις νέες κλιματικές συνθήκες

0

Νίκος Ιωάννου

Ξανά θα πνιγούν πόλεις και χωριά από κάποιον «Ιανό» ή από κάποιον «Ντάνιελ» ή από κάποιον «Ηλία» και θα θρηνούμε για τις πνιγμένες και τους πνιγμένους, για τις στάνες, τα σπίτια, τις εγκαταστάσεις. Ξανά θα καούν τα δάση και θα φτάσουν να καούν μέχρι ενός. Και θα θρηνούμε για τα καμένα δάση, τα σπίτια και τις στάνες, θα θρηνούμε τους καμένους ανθρώπους. Δεν θα θρηνούμε για όλους στον ίδιο βαθμό, βεβαίως, αλλά, να: όπως συνέβη με τους πρόσφυγες που κάηκαν στο δάσος της Δαδιάς, που στάθηκαν τυχεροί για λίγο και γλίτωσαν από τα νερά του ποταμού-νεκροταφείου αλλά τους πρόλαβε η μεγάλη φωτιά. Κανείς δεν τους θυμάται.

Ξανά και ξανά!

Θα οδηγούμαστε σταδιακά και μεθοδικά σε μια περιβαλλοντική «δυστοπία» όπου θα έχουμε συνηθίσει τον θάνατο, την έρημο και την αναγκαστική εκ των πραγμάτων τεχνικοποίηση ακόμη και της παραμικρής πτυχής της ζωής μας.

Και θα είμαστε όλες και όλοι πάλι εδώ και θα αναρωτιόμαστε πώς φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση. Οι λόγοι είναι προφανείς όμως κανείς μας δεν θέλει να τους δει. Ο δρόμος που έχουμε τραβήξει σαν ανθρωπότητα, το πλαίσιο στο οποίο έχουμε εντάξει τη ζωή μας δεν περιλαμβάνει κάποια πρόληψη μεγέθους που να μπορεί, έστω, να μετριάσει τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Η βασική αρχή που διέπει τον σύγχρονο οικονομοκεντρικό πολιτισμό, δημιουργεί τυφλότητες που δεν επιτρέπουν στην ανθρωπότητα να «δει» το δυστοπικό περιβαλλοντικό της μέλλον. Πρόκειται για την αρχή του άμεσου κέρδους με το μικρότερο κόστος. Του πολύ άμεσου κέρδους όμως.

Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι καμιά δασική πολιτική δεν πρόκειται να υπάρξει που να είναι ικανή να δημιουργήσει ένα πλέγμα αειφορικής διαχείρισης των δασών με στόχο την καλύτερη προστασία από τις πυρκαγιές και την καλύτερη προστασία από τις πλημμύρες. Δεν πρόκειται να υπάρξει καμιά τέτοια πολιτική επειδή δεν προσφέρει το άμεσο κέρδος με το μικρότερο κόστος και επειδή η κυβερνητική διαχείριση ισοδυναμεί με την διαχείριση μιας μεγάλης, πολύ μεγάλης κεφαλαιουχικής επιχείρησης. Τα κράτη έχουν πλήρως μετατραπεί σε κεφαλαιουχικές επιχειρήσεις εξαρτώμενες από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις αγορές.

Τα πραγματικά προληπτικά έργα, τουλάχιστον όπως μας τα εξηγούν οι δασολόγοι και οι περιβαλλοντολόγοι, δεν αποδίδουν από καιροσκοπικής οικονομικής άποψης. Πρόκειται για έργα με σχέδια που πρέπει να μελετηθούν σε βάθος και που χρειάζεται να αρχίσουν να υλοποιούνται κάποτε αλλά που χρειάζεται και να μην τελειώσουν ποτέ.

Σχέδια και έργα διαρκείας τα οποία θα απορροφούσαν τεράστια ποσά, μεγαλύτερα και από τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς των χωρών. Θα χρειαζόταν η Ρωσία, η Κίνα, οι ΗΠΑ, η Γαλλία να αλλάξουν την πολιτική τους. Θα χρειαζόταν να καταργήσουν τη σάπια ιδέα, το σάπιο εθνικό-κρατικό τους σύστημα. Μα τότε θα ήταν σαν να αυτοκαταργούταν – και έπειτα ποιος θα προστάτευε την οικονομική δραστηριότητα των κεφαλαιουχικών επιχειρήσεων; Δηλαδή θα μιλούσαμε για τη διάλυση του παγκόσμιου πολιτικού, οικονομικού και στρατιωτικού συστήματος. Και τότε τι; Τι;

Ας κατέβουμε όμως ξανά στα μέρη της Θεσσαλίας, του Έβρου, του Βόλου και της Εύβοιας. Τα βάζουμε με τον περιφερειάρχη Αγοραστό, όμως η πολιτική του η οποία είναι και πολιτική της κυβέρνησης, κινείται σε αυτά τα πλαίσια περί οικονομίας και απόδοσης κέρδους. Κέρδος για τον κατασκευαστή εργολάβο που θα δημιουργήσει και κάποιες θέσεις εργασίας, που θα αποδώσει φόρους, θα συντηρήσει προμηθευτές, θα φτιάξει οικονομικό κύκλο ο οποίος θα ευνοήσει όλα τα μαγαζιά κ.λπ. κ.λπ. Θα φτιάξει κάποια έργα που θα ευνοήσουν τη μαζική κτηνοτροφία και την υδροβόρα υπερκαλλιέργεια και όχι έργα που δεν αποδίδουν οικονομικά, που δεν φέρνουν πίσω λεφτά.

Δεν θα κάνει έργα τα οποία συν τοις άλλοις δεν αποδίδουν και από εκλογικής-ψηφοθηρικής άποψης αφού και οι κάτοικοι των πληγεισών περιοχών κινούνται στο ίδιο κυρίαρχο οικονομοκεντρικό μοντέλο. Η κοινωνίες έχουν εκπαιδευτεί να λειτουργούν σε αυτά τα πλαίσια και οι κοινωνικές διεκδικήσεις έχουν αυτή την αναφορά.

Ο κάτοικος του θεσσαλικού κάμπου ή των μεγάλων αστικών κέντρων ζητά πρωτίστως την εξυπηρέτηση των μικρών και εφήμερων συμφερόντων του – των οποίων συμφερόντων η εξυπηρέτηση στις περισσότερες των περιπτώσεων συμβάλουν στον πολλαπλασιασμό των επιπτώσεων των έντονων κλιματικών φαινομένων. Για παράδειγμα, θα βγαίνει ο Αγοραστός στη Θεσσαλία για πάντα αν πραγματοποιήσει την εκτροπή του Αχελώου και φουσκώσουν παντού βαμβάκια και καλαμπόκια και γιατί όχι ακόμη και ρύζια!

Έτσι έχουν, λοιπόν, τα πράγματα εδώ στις Θεσσαλίες μας. Η κρίση των υποδομών στην Ελλάδα δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Έχει καταγωγή δεκαετιών και οφείλεται στη διαχρονική πολιτική που υποβάθμιζε μέχρι εξαφανίσεως την προετοιμασία και την πρόβλεψη. Εάν αυτή η αντίληψη επικρατεί σε μεγάλο βαθμό σε παλιές τεχνικοποιημένες και προηγμένες χώρες φανταστείτε τι γίνεται στη χώρα μας όπου κυριαρχούν τα λόμπι και τα καρτέλ. Το καρτέλ του γάλακτος, το καρτέλ της ιχθιοκαλλιέργειας, το καρτέλ της αλιείας, το καρτέλ του κρέατος μέχρι και στο εμπόριο σκόρδων έχουμε καρτέλ. Ίσως η Ελλάδα αποτελεί σύμβολο των κατακερματισμένων κοινωνιών παγκοσμίως. Μπορεί όλες οι ετερόνομες κοινωνίες να χωρίζονται σε λόμπι και καρτέλ όμως η Ελλάδα πιθανόν αποτελεί το βασίλειο του είδους.

Ποιες προσδοκίες έχουμε, άραγε, για πρόληψη απέναντι στη λαίλαπα της κλιματικής αλλαγής; Τί να προσδοκούμε περί αυτού στη χώρα όπου το πολιτικό προσωπικό είναι στην ουσία υπαλληλικό προσωπικό μερικών εκ των ισχυρότερων καρτέλ όπως αυτά της κατασκευής και της ενέργειας;

Τίποτα απολύτως βελτιωτικό δεν θα δούμε. Η πρόσφατη ανακοίνωση περί εφαρμογής στην Ελλάδα σχεδίων τύπου σκανδιναβικών χωρών με τεσσεράμισι χιλιάδες προσλήψεις κ.λπ., είναι απλώς στοιχεία επικοινωνιακού πολιτικαντισμού. Θα έπρεπε τουλάχιστον να ακούσουμε πρώτα πρώτα για την εκπόνηση κάποιας σοβαρής μελέτης που να μιλάει για το ένα ή το άλλο δάσος, για τα βουνά τις πεδιάδες και τα άναρχα χτισμένα αστικά συμπλέγματα.

Πραγματικά δασικά έργα με μέθοδο και στηριγμένα σε μελέτες έχουν να γίνουν στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες. Πολλές δεκαετίες. Τα δάση έχουν εγκαταλειφθεί και λόγω της απουσίας δασικής πολιτικής έχουν εγκαταλειφθεί και τα τελευταία ορεινά χωριά. Χάθηκε ανεπιστρεπτί εκείνος ο ορεινός κοινοτικός πολιτισμός που προστάτευε τα δάση στο βαθμό που τα είχε ανάγκη για την ύπαρξή του. Προηγήθηκε η απότομη εισβολή του φαντασιακού της ανάπτυξης και της αστυφιλίας μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο όπου συρρίκνωσε κάθε είδους παραδοσιακή κοινοτική λειτουργία. Η στρατηγική της εγκατάλειψης και η ενίσχυση της κατασκευαστικής και μεταπρατικής οικονομίας των αστικών κόμβων έδωσε τη χαριστική βολή.

Σήμερα έχουμε τεράστιες εκτάσεις ορεινών όγκων και δασών όπου επικρατούν πρωτόγνωρες κλιματικές συνθήκες. Λίγα χιόνια το χειμώνα και παρατεταμένοι καύσωνες το καλοκαίρι. Οι εναπομείναντες ελάχιστοι κάτοικοι ορεινών χωριών είναι ιδιαίτερα ανήσυχοι για την περίπτωση κάποιας φωτιάς. Χαμηλού ύψους δάση αείφυλλων – πλατύφυλλων είναι σήμερα αδιαπέραστες φυτικές μάζες  που το καλοκαίρι μετατρέπονται σε εύφλεκτη ύλη. Σε περίπτωση πυρκαγιάς, η φωτιά θα εισβάλει εύκολα στα όμορα δροσερά δάση όπως έχει συμβεί ήδη σε ανάλογες περιπτώσεις. Επιπλέον, όπου αναπτύσσεται ορεινός τουρισμός έχουμε παρεμβάσεις των ντόπιων και άλλων μικροεπενδυτών οι οποίες μπορεί να αποβούν μοιραίες. Επεκτάσεις των εγκαταστάσεων προς τη δασική έκταση χωρίς σοβαρές περιβαλλοντικές μελέτες, μικρές και μεγάλες ηλεκτρογεννήτριες, εκσκαφείς, εμπορικές δραστηριότητες οι οποίες αν μη τι άλλο υποβαθμίζουν και αυτή την ίδια την ποιότητα του ορεινού τουρισμού. Υπάρχει τρόπος σίγουρα να λειτουργήσουμε με το ελάχιστο επιχειρηματικό και τουριστικό αποτύπωμα πράγμα όμως που απαιτεί άλλη οικονομική στόχευση. Απαιτεί μια άλλη πολιτική συγκρότηση της κοινωνίας γιατί πώς θα εφαρμοστούν όλα αυτά χωρίς να χρειαστεί να τα επιβάλει μια στυγνή οικολογική δικτατορία;

Η ανόητη δικαιολογία των κυβερνήσεων ανά τον κόσμο, αυτή της κλιματικής αλλαγής, ούτε από τον πιο αδαή δεν θα έπρεπε να είναι πιστευτή. Ήδη από τη δεκαετία του ’80 διαβάζαμε στις επιστημονικές μελέτες για τις επιπτώσεις που δεν ήταν άλλες από αυτές που βιώνουμε τώρα. Επιστημονικές μελέτες που διαβάζαμε σαράντα χρόνια πριν. Η υπερβολικά καθυστερημένη απάντηση των προηγμένων κυβερνητικών και οικονομικών συστημάτων σε αυτή τη λαίλαπα ήταν η πράσινη ανάπτυξη και μάλιστα πράσινη ανάπτυξη χωρίς έλεος, χωρίς κανένα περιβαλλοντικό έλεος. Ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα όπου η οικονομία και η πολιτική καθορίζονται από ισχυρά κατασκευαστικά και ενεργειακά λόμπι η πράσινη ανάπτυξη μετατράπηκε σε μια τραγική ιστορία για το περιβάλλον – βλέπε βιομηχανικού τύπου εγκαταστάσεις ΑΠΕ χωρίς χωροταξικό σχέδιο  χωρίς πραγματική περιβαλλοντική πρόβλεψη και με κατ’ επίφαση διαβούλευση.

Τι όμως αποφέρει μια κατ’ επίφαση και για τα μάτια διαβούλευση; Ακόμη και αν δεν είχαμε να κάνουμε με μια κατ’ επίφαση αλλά με μια ουσιαστική διαβούλευση θα διαπιστώναμε εύκολα ότι: πέραν του συμβουλευτικού χαρακτήρα των απόψεων που καταθέτουν οι συμμετέχοντες κοινωνικοί φορείς, στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν μεσάνυχτα για το θέμα της διαβούλευσης ή κυριαρχούνται από μικρά χαζοσυμφέροντα στην υπηρεσία μεγαλύτερων συμφερόντων.

Και γιατί να μείνουμε στη διαβούλευση; Και τι θα πει διαβούλευση; Μεταξύ ποιων; Καλούμαστε να διαβουλευθούμε, οι ανίσχυροι και χωρίς κανένα δικαίωμα απόφασης φορείς, με το πολιτικό προσωπικό. Να διαβουλευθούμε με περιφερειάρχες και υπαλλήλους  υπουργείων, γύρω από μια ήδη παρμένη απόφαση.

Δεν θα ήταν πιο λογικό την απόφαση αυτή να την έπαιρναν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι; Υπάρχουν άμεσα ενδιαφερόμενοι; Ή θα έπρεπε να υπάρχουν αλλά δεν υπάρχουν; Ή μήπως οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι πραγματικά άμεσα ενδιαφερόμενοι είναι οι επενδυτές της κάθε κατασκευής είτε αυτή αφορά αντιπλημμυρικά έργα είτε αντιπυρικά έργα είτε ενεργειακά έργα; Εάν μπορούμε να παραδεχτούμε κάτι τέτοιο, τότε όλα είναι στον σωστό δρόμο. Εάν δεν μπορούμε να ζήσουμε με αυτή την παραδοχή, τότε θα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με την περίπτωσή μας.

Να δούμε πώς θα μπορέσουν οι τοπικές κοινωνίες να κατακτήσουν τη θεσμική λειτουργία της απόφασης. Και ποιο θα είναι αυτό το σώμα που θα αποφασίζει για τις ουσιώδεις υποθέσεις μας; Από ποιες και ποιους θα αποτελείται; Σε ποια πληθυσμιακή βάση και με ποιο έννομο συμφέρον θα συγκροτείται; Αυτά είναι κάποια σοβαρά ερωτήματα που προκύπτουν. Σε μια κοινωνία κατακερματισμένη και με διαλυμένες τις παλιές θεσμισμένες λειτουργίες μέσα από τις οποίες εκφραζόταν η θέση της απέναντι στις παντοειδής διαχωρισμένες εξουσίες, θα ήταν πολύ δύσκολο να ψάξουμε και να βρούμε νέους φορείς μιας αυτοκυβερνητικής πρότασης.

Ωστόσο υπάρχουν σημαντικότατες θεσμίσεις στο υπάρχον ετερόνομο πλαίσιο λειτουργίας από τις οποίες εξαρτώνται σχεδόν όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες. Είναι οι θεσμοί διαχείρισης των κοινών αγαθών. Είναι ο παγωμένος δημόσιος χώρος όπου μια διαχωρισμένη αρχή, σήμερα, κανονίζει τη ζωή μονάδων που ονομάζει πολίτες. Σε αυτό το πλαίσιο δεν είμαστε παρά μονάδες μιας διαρκούς αριθμητικής πράξης. Είμαστε αριθμητικές μονάδες στο μπακαλοτέφτερο του μαφιόζου Μπέου, του τσαρλατάνου Αγοραστού και του κάθε επαγγελματία πολιτικού.

Θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε τον δημόσιο χώρο εξ αρχής; Να αναδημιουργήσουμε τον δημόσιο χώρο έτσι που από μονάδες αριθμητικών πράξεων να μετασχηματιστούμε σε πραγματικούς πολίτες;

Αυτό είναι ένα ερώτημα!

Προς το παρόν ας αρκεστούμε στο να παρακολουθούμε «πολιτικά» τη μικρή εικόνα της κοινωνίας στο σταματημένο καντράν των εκλογικών αποτελεσμάτων. Η μεγάλη εικόνα είναι μια τραγική και δυστοπική εικόνα του μέλλοντος μας, του περιβαλλοντικού και κατ’ επέκταση του γενικότερου μέλλοντος μας.

Αφήστε ένα σχόλιο

4 × 4 =