Δέκα μικρές αναρχικές, ένας πειρατής και ο Ιούλιος Βερν: τρεις μικρές ουτοπίες

0

Ένα κείμενο της Γεωργίας Κανελλοπούλου

1.

Οι δέκα μικρές αναρχικές έφυγαν από την ελβετία για να ζήσουν μια ελεύθερη ζωή, χωρίς θεό, χωρίς αφέντη, χωρίς σύζυγο, για να χτίσουν μια ελευθεριακή κοινότητα, όπως τη φαντάστηκαν μαθαίνοντας τα γεγονότα της κομμούνας, όπως τη συζήτησαν με τον Μαλατέστα που τον είχαν όλες ερωτευτεί λιγάκι, όπως την κατάλαβαν όταν στο πλοίο Βιργινία χάρισαν στην εκτοπισμένη Λουίζ Μισέλ ένα ζευγάρι παπούτσια και μετά την είδαν πάλι ξυπόλητη: τα είχε χαρίσει σε μια ακόμα φτωχότερη.

Υπήρξαν στ’ αλήθεια οι δέκα μικρές αναρχικές;  Ο συγγραφέας Ντανιέλ ντε Ρουλέ λέει πως κάπου κάτι άκουσε γι’ αυτές, όμως η ιστορία που περιγράφει είναι φανταστική. Αλλά δεν είναι φανταστική η μετανάστευση των ανθρώπων για να κυνηγήσουν ένα όνειρο, ούτε ήταν φανταστικές όλες αυτές οι πειραματικές αυτόνομες κοινότητες που διαμορφώνονταν δώθε κείθε πριν από έναν ενάμιση αιώνα, ούτε και οι αγώνες των γυναικών ενάντια στην εκμηδένιση τους.

Στον τόπο που ψάχνουν οι δέκα μικρές αναρχικές, ονειρεύονται να πληρώνονται όσο κι οι άντρες, να ζήσουν κοινοβιακά, να απελευθερώσουν τη σεξουαλικότητα τους, να δουλεύουν όσο χρειάζεται, να αντικαταστήσουν την ψήφο με τη συναίνεση. Πατρίδα τους είναι μόνο οι άνθρωποι κι οι μνήμες. “Δεν ήμασταν δεμένες με τις ρίζες μας, δεν απαρνιόμασταν όμως τα παιδικά μας χρόνια που ήταν θαμμένα κάτω από το χιόνι, επειδή γίναμε κοσμοπολίτισσες”.  Πρώτος σταθμός που διάλεξαν οι δέκα μικρές αναρχικές, ποιος άλλος, η Παταγονία.

2.

Ο πειρατής Μισόν μαζί με τον άθρησκο παπά Καρατσόλι και τους φίλους τους είχαν κάνει πράξη τα συνθήματα της γαλλικής επανάστασης, έναν αιώνα πριν τη γαλλική επανάσταση, ακριβώς τη στιγμή που ο Μισόν σήκωσε στο πλοίο του μια λευκή σημαία με τη λέξη «ελευθερία» σκεπτόμενος πως οι άνθρωποι είναι ωραίο να ζουν σε κοινότητες με βάση τις αρχές «Ελευθερία, Ισότητα, Δικαιοσύνη». Έτσι, σ έναν κόλπο της Μαδαγασκάρης φτιάχτηκε η Λιμπερτάτια που την κατοικούσαν άνθρωποι σαν κι εμάς που όμως ονόμασαν τους εαυτούς τους Λίμπερι.

Oι Λίμπερι μιλούσαν μια δική τους γλώσσα, μίξη πολλών γλωσσών, λήστευαν πλοία, απελευθέρωναν σκλάβους, κατάργησαν το χρήμα, κατάργησαν τα βασανιστήρια και τη θανατική ποινή, και εφάρμοσαν την ανεξιθρησκεία, την κοινοκτημοσύνη, την ισότητα.

Ο Γουίλιαμ Μπάροουζ γράφει στις «Πόλεις της κόκκινης νύχτας» ότι η Λιμπερτάτια ήταν ο τόπος που σου έδινε το δικαίωμα να ζεις με συντρόφους που διάλεξες ο ίδιος και με νόμους που έφτιαξες ο ίδιος. Ωραίο ακούγεται, είτε ήταν αληθινό εγχείρημα είτε δημιούργημα λογοτεχνικής φαντασίας.

3.

«Παρέμεινε έτσι κάμποσα λεπτά, με την ξέπνοη αύρα να τον χαϊδεύει και χωρίς να κουνιέται ο παραμικρός μυς από το πρόσωπό του, χωρίς η παραμικρή χειρονομία να σπάει την σκεπτική ακινησία του. Και τότε, έστρεψε τα μάτια του, στην αρχή, προς το έδαφος, στη συνέχεια, προς τον ουρανό κι από τα χείλη του ξέφυγαν οι παρακάτω λέξεις, στις οποίες συνοψιζόταν αναμφίβολα η μυστηριώδης ζωή του: “Όχι… ούτε Θεός ούτε αφέντης!”.»

Τον καιρό που ο Ιούλιος Βερν έγραψε τη Μαγγελανία, ζούσε πια μια μοναχική ζωή, ίσως λίγο σκοτεινή. Δεν ήταν ποτέ ριζοσπαστικός, πόσο μάλλον αναρχικός, παρότι στα έργα του αναδεικνύονται οι αξίες της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αλληλεγγύης. Και ίσως, ίσως, οι αναρχικές ιδέες των φίλων του γεωγράφων  Ελιζέ Ρεκλί και Πιοτρ Κροπότκιν, να έδωσαν κάτι σε χαρακτήρες όπως ο πλοίαρχος Νέμο…

Στο βιβλίο Στη Μαγγελανία λοιπόν, ο Βερν έφτιαξε αυτόν τον καταπληκτικά ανθρώπινο ήρωα, τον αναρχικό Καούτζερ (του οποίου το πραγματικό όνομα δεν μαθαίνουμε ποτέ, τον γνωρίζουμε μόνο ως Καούτζερ που στη γλώσσα των ιθαγενών σημαίνει ευεργέτης)  που έχει βρει καταφύγιο στην ερημική γη του πυρός και ζει με τους φίλους του ιθαγενείς μια χαλαρή ζωή, ώσπου να ξεκινήσει η μυθιστορηματική πλοκή, τα συνειδησιακά διλήμματα, ένα σχόλιο για την κρατική εξουσία, ένα σχόλιο για την απληστία των ανθρώπων.

“Οι πάντες αγνοούσαν τα πάντα γι’ αυτόν, όχι μόνο για την κατάσταση και την καταγωγή του, αλλά και για τ’ όνομα του. Εξάλλου, στα ελεύθερα αυτά εδάφη, επί των οποίων δεν ασκούνταν καμία εξουσία, στην ανεξάρτητη αυτή Μαγγελανία, ποιος θα μπορούσε να του θέσει το ερώτημα περί του εν λόγω θέματος; Εδώ, δεν βρισκόταν σε ένα από τα κράτη εκείνα της Αμερικής ή της Ευρώπης όπου η αστυνομία ασχολείται με το παρελθόν των ανθρώπων… Εδώ, δεν απαντούσε ο εκπρόσωπος καμιάς δύναμης και η διοικητική εξουσία του κυβερνήτη του Πούντα Αρένας δεν εκτεινόταν πέραν του πορθμού του Μαγγελάνου. Οπότε, σε ό,τι αφορούσε τον ξένο αυτόν, κανείς δεν θα μπορούσε να τον υποχρεώσει να τεκμηριώσει την ταυτότητα του. Κι ώσπου να εξαφανιστούν εντελώς, σπάνιες είναι οι χώρες εκείνες όπου μπορεί κανείς να ζει έξω από κάθε έθιμο, κάθε νόμο, στην πληρέστερη ανεξαρτησία, χωρίς να εμποδίζεται από οποιονδήποτε κοινωνικό δεσμό.”

***

Είναι γνωστό πια πως κάποιες ουτοπικές κοινότητες υπήρξαν αλλά οι περισσότερες ήταν αποκυήματα μιας όμορφης φαντασίας. Χωρίς αυτή τη φαντασία, που μπορεί να σκεφτεί πως δεν υπάρχει ποτέ μόνο ένα πράγμα, δεν υπάρχει αυτονόητο και νομοτελειακό, αυτή τη φαντασία που μπορεί να σχεδιάσει διαφορετικούς κόσμους, και να πιστέψει σ’ αυτούς, θα είμασταν στάσιμοι κάπου παλιά. Στο ίδιο σημείο πάντα, τι τρόμος!  

 

Πηγές:

  1. Δέμα μικρές αναρχικές, Ντανιέλ Ντε Ρουλέ, Εκδόσεις των συναδέλφων, Μτφρ. Γ. Χαρλαμπίτας
  2. Οι πειρατές της ουτοπίας, Λάρυ Λω
  3. Πόλεις της κόκκινης νύχτας, Γουίλιαμ Μπάροουζ, Εκδ. Απόπειρα, Μτφρ. Δ. Κουμανιώτης και Ν. Ρέγκας
  4. Άρθρο Χαμένες ουτοπίες, Δ. Αναστασόπουλος, Ελευθεροτυπία
  5. Στη Μαγγελανία, Ιούλιος Βερν, Εκδόσεις Στάσει εκπίπτοντες, Μτφρ. Χρ. Γεμελιάρης

Οι πίνακες είναι:

  1. Utopian buildings, Wenzel Hablik, 1922
  2. Utopia, Rene Magritte, 1945
  3. Utopia, Christine Catrevaux, 2020

Ο κύριος πίνακας είναι του κατ’ εξοχήν ζωγράφου της ουτοπίας, Gerhard Richter: Abstract painting, 1986.

Αφήστε ένα σχόλιο

seventeen − 5 =