Ο Αντόρνο απέναντι στους καταληψίες φοιτητές το 1969 – Μια διαμάχη για το νόημα της πράξης

0

Του Αλέξανδρου Σχισμένου

Η διαμάχη του Θίοντορ Αντόρνο με το γερμανικό ριζοσπαστικό φοιτητικό κίνημα το 1969 είναι ιστορικής σημασίας. Ως αλληλουχία γεγονότων υπήρξε βίαιη, μετωπική, εν τέλει μοιραία. Σε φιλοσοφικό επίπεδο, έθεσε στο επίκεντρο το ερώτημα της επικαιρότητας της πολιτικής πράξης. Στην αντιπαράθεση συμμετείχε, εμμέσως, ο φίλος και συνεργάτης του Αντόρνο στο Ινστιτούτο της Φρανκφούρτης, Χέρμπερτ Μαρκούζε, που δίδασκε τότε στις ΗΠΑ. Η αλληλογραφία τους είναι διαφωτιστική για το νόημα της διαμάχης μα και για τη θεωρητική αντίθεση των δύο στοχαστών γύρω από την έννοια της «πράξεως» (praxis), της πολιτικής δραστηριότητας που συνδέει θεωρία και δράση στο πρόταγμα του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Ας παρακολουθήσουμε συνοπτικά την αλληλουχία των γεγονότων και ας αφήσουμε ασχολίαστη τη θεωρητική αντιπαράθεση των δύο φίλων, προκειμένου να βγάλει η καθεμία και ο καθείς τα συμπεράσματά τους.

Ο Αντόρνο, αντίθετα με τον Μαρκούζε που παρέμεινε στις ΗΠΑ, είχε επιστρέψει από την εξορία στη Δ. Γερμανία το 1949 και είχε θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης και επίσης το κύρος ενός δημόσιου διανοουμένου, που είχε διωχθεί από το ναζιστικό καθεστώς και είχε γράψει λαμπρές αναλύσεις του φασιστικού φαινομένου. Ωστόσο, οι σχέσεις του με τους ριζοσπάστες φοιτητές του δεν ήταν αρμονικές, όπως θα περίμενε ίσως κανείς και, καθώς τη δεκαετία του 1960 άρχισε να αναδύεται εκ νέου το φαντασιακό της αμφισβήτησης, οι εντάσεις πολλαπλασιάστηκαν.

Theodor Adorno

Τον Μάιο του 1964 ο Αντόρνο προκάλεσε τη σύλληψη κάποιων μελών της ομάδας Subversive Aktion, που είχαν γεμίσει το πανεπιστήμιο με αφίσες με τη λέξη “Καταζητούμενος”, πάνω από μια σειρά αποσπασμάτων του ίδιου του Αντόρνο – “Δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία με αυτόν τον κόσμο – του ανήκουμε μόνο στον βαθμό που επαναστατούμε εναντίον του”, “Όλοι είναι ανελεύθεροι κάτω από την ψευδαίσθηση ότι είναι ελεύθεροι”, “Η κλοπή του ελεύθερου χρόνου παρουσιάζεται ως οργανωμένη διασκέδαση” – ενώ καλούσαν όσους δεν άντεχαν την ασυνέπεια μεταξύ θεωρίας και δράσης να επικοινωνήσουν με τον Αντόρνο. Και έγραφαν και τη διεύθυνσή του: 6 Frankfurt am Main, Kettenhofweg 123. Ο Αντόρνο εξοργίστηκε με τη δημοσιοποίηση των στοιχείων του και έκανε μήνυση, με αποτέλεσμα τη σύλληψη δύο φοιτητών που τιμωρήθηκαν με χρηματικό πρόστιμο.

Το 1966, εκδόθηκε η Αρνητική Διαλεκτική και ο Αντόρνο ξεκίνησε μια σειρά σεμιναρίων πάνω στο βιβλίο κατά το ακαδημαϊκό έτος 1967-’68. Στην Αρνητική Διαλεκτική ο ίδιος θεωρεί ότι η φιλοσοφία απέτυχε όσον αφορά τα μεγάλα προτάγματα του κοινωνικού μετασχηματισμού και καλεί την κριτική σκέψη σε αυτοκριτική, ξεκινώντας από την επίγνωση πως η προσπάθεια σύλληψης μιας εναλλακτικής θέσμισης της εξουσίας εμπεριέχει τον σπόρο του εξουσιασμού:

«Τόσο άμετρη έχει γίνει η δυσαναλογία μεταξύ της εξουσίας και κάθε πνεύματος, η οποία στο μεταξύ έχει καταντήσει κοινός τόπος, που οι προσπάθειες, οι εμπνεόμενες από την ίδια την έννοια του πνεύματος, για κατανόηση της υπέρμετρης εξουσίας αποβαίνουν μάταιες. Η βούληση για μια τέτοια κατανόηση δηλώνει μια αξίωση εξουσίας την οποία αναιρεί αυτό που το πνεύμα φιλοδοξεί να κατανοήσει».

Ο απαισιόδοξος τόνος του έργου όσον αφορά την πολιτική πράξη και το πρόταγμα του κοινωνικού μετασχηματισμού οδήγησε στις ενστάσεις των φοιτητριών του, ανάμεσα στις οποίες βρισκόταν, το χειμερινό εξάμηνο, και η νεαρή Άντζελα Ντέιβις. Στη θέση τους ότι η κριτική σκέψη πρέπει να παίρνει τη θέση των καταπιεσμένων, η απάντηση του Αντόρνο ήταν ότι η αρνητική διαλεκτική ασχολείται με τη διάλυση της σκέψης που παίρνει κάποια επιμέρους θέση καθαυτήν. Οι απαντήσεις του Αντόρνο δεν ικανοποίησαν το κοινό του που ριζοσπαστικοποιούνταν και πολιτικοποιούνταν γοργά εκτός της αίθουσας, στις διαδηλώσεις που συντάραζαν τη Δ. Γερμανία.

Ο Marcuse με την Angela Davis, η οποία παρακολούθησε και σεμινάρια του Adorno

Τον Δεκέμβριο του 1968 κυκλοφόρησε ευρέως ένα φυλλάδιο από φοιτητές του τμήματος κοινωνιολογίας με ένα απόσπασμα του συνιδρυτή του Ινστιτούτου της Φρανκφούρτης, Μαξ Χορκχάιμερ, από το 1934, το οποίο στρεφόταν σαφώς κατά του ακαδημαϊκού κατεστημένου: “Μια επαναστατική καριέρα δεν οδηγεί σε δεξιώσεις και τιμητικούς τίτλους, σε ενδιαφέρουσες έρευνες και σε μισθούς καθηγητών. Οδηγεί στη δυστυχία, στην ατίμωση, στην αχαριστία, στη φυλακή και στο άγνωστο, φωτισμένη μόνο από μια σχεδόν υπεράνθρωπη πίστη.”

Σαν να μην έφτανε αυτό για τον εξουθενωμένο Αντόρνο, που ένιωθε ότι αμφισβητείται με ειρωνικό τρόπο, ήρθε να προστεθεί η απειλή μιας φιλικής επίσκεψης σε ένα μη φιλικό περιβάλλον.

Στις 12 Ιανουαρίου 1969, ο Μαρκούζε έγραψε στον Αντόρνο πως ήθελε να δώσει μια διάλεξη στη Φρανκφούρτη. Ήδη, με τις δημόσιες παρεμβάσεις και τα γραπτά του ο Μαρκούζε αποτελούσε τον πιο διάσημο υποστηρικτή του επαναστατικού φοιτητικού κινήματος με το οποίο ο Αντόρνο βρισκόταν σε τροχιά σύγκρουσης, οπότε η επίσκεψη του πρώτου στον χώρο του δεύτερου δεν του φάνηκε τόσο καλή ιδέα όσο θα περιμέναμε από τη θεωρητική συγγένειά τους. Η επίσκεψη δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί ποτέ, αλλά η αλληλογραφία μεταξύ των δύο φίλων πύκνωσε.

Ενώ ο Αντόρνο είχε πράγματι υποστηρίξει τις φοιτητικές διαμαρτυρίες το 1968, που διοργανώθηκαν μαζί με τα εργατικά σωματεία, ενάντια στους προτεινόμενους “νόμους έκτακτης ανάγκης” [Notstandgesetze] στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στα τέλη του 1968 και το 1969 θεωρούσε πως το φοιτητικό κίνημα βρισκόταν σε κρίση και αναζητούσε παιδαριώδεις προκλήσεις για να διατηρήσει την ύπαρξή του. Η απαισιοδοξία του και η απόστασή του από τους ριζοσπάστες φοιτητές και φοιτήτριες που ανοιγόταν σε χάσμα, έμελλε να οδηγήσει σε μία προσωπική κρίση με ανυπολόγιστο κόστος, κόστος που δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κατανοήσουμε.

Ο Adorno δίπλα στον διδακτορικό φοιτητή του, H.J. Krahl

Το κρίσιμο γεγονός υπήρξε η κατάληψη του Ινστιτούτου της Φρανκφούρτης στις αρχές του 1969, που οργανώθηκε από την ομάδα του, διδακτορικού φοιτητή του Αντόρνο, Χανς-Γιούργκεν Κραλ [Krahl] και η οποία ώθησε τον Αντόρνο να καλέσει την αστυνομία. Στις 31 Ιανουαρίου 1969, ο Κραλ μαζί με άλλους κατευθύνθηκαν προς το τμήμα κοινωνιολογίας, με σκοπό να κάνουν κατάληψη. Το βρήκαν κλειδωμένο, και αντ’ αυτού κατέλαβαν το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών για να συντονίσουν τις απεργιακές τους δραστηριότητες. Ο Αντόρνο και ο συνάδελφός του Φρίντεμπουργκ [Friedeburg] κάλεσαν την αστυνομία, η οποία έσπασε την κατάληψη και 76 φοιτητές συνελήφθησαν.

Την επόμενη μέρα, το περιοδικό Stern δημοσίευσε μια φωτογραφία του πρύτανη του Πανεπιστημίου που σήκωνε μια καρέκλα για να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στους φοιτητές με ένα απόσπασμα από τον Αντόρνο:

«Πρότεινα ένα θεωρητικό μοντέλο σκέψης. Πώς θα μπορούσα να υποψιαστώ ότι οι άνθρωποι θα ήθελαν να το πραγματώσουν με βόμβες μολότοφ;.»

Αντιθέτως, ο Μαρκούζε, την ίδια στιγμή υπερασπιζόταν τις εκδηλώσεις του ριζοσπαστικού φοιτητικού κινήματος στις ΗΠΑ σε δημόσιες συνεντεύξεις όπου τόνιζε πως οι φοιτητικές διαμαρτυρίες είναι μη βίαιες σε σύγκριση με τη συστημική καταπίεση που υπήρχε.

Στις 25 Μαρτίου 1969, ο Αντόρνο ενημέρωσε τον Μαρκούζε ότι οι κατηγορίες εναντίον των καταληψιών είχαν αποσυρθεί, εκτός ενός, του Κραλ, που θα δικαζόταν ως υποκινητής. Ο Αντόρνο δέχτηκε έντονες πιέσεις να αποσύρει τη μήνυση, και από τους φοιτητικούς συλλόγους και από τον νεαρό συνάδελφό του Γιούργκεν Χάμπερμας, μα αρνήθηκε πεισματικά. Προσπάθησε επίσης να πείσει τον Μαρκούζε να δώσει τη διάλεξή του σε κλειστό κύκλο, δίχως την παρουσία φοιτητών.

Στις 5 Απριλίου 1969 ο Μαρκούζε απάντησε διαφωνώντας με την πρόταση αλλά και την ευρύτερη στάση του Αντόρνο:

“Πιστεύω ότι αν αποδεχτώ την πρόσκληση του Ινστιτούτου χωρίς να μιλήσω και στους φοιτητές, θα ταυτιστώ (ή θα συνδεθώ) με μια θέση που δεν συμμερίζομαι πολιτικά. Για να το θέσω ωμά: αν η επιλογή είναι η αστυνομία ή οι αριστεροί φοιτητές, τότε είμαι με τους φοιτητές – με μια κρίσιμη εξαίρεση, αν δηλαδή απειλείται η ζωή μου ή αν απειλείται βία εναντίον του προσώπου μου και των φίλων μου, και η απειλή αυτή είναι σοβαρή. Η κατάληψη χώρων (εκτός του δικού μου διαμερίσματος) χωρίς τέτοια απειλή βίας δεν θα αποτελούσε για μένα λόγο να καλέσω την αστυνομία. […] Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο αγώνας μας (που δεν είναι μόνο δικός μας) είναι προτιμότερο να αναλαμβάνεται από τους εξεγερμένους φοιτητές παρά από την αστυνομία, και, εδώ στην Καλιφόρνια, αυτό αποδεικνύεται σχεδόν καθημερινά (και όχι μόνο στην Καλιφόρνια). Και θα δεχόμουν ακόμη και μια διακοπή της “κανονικής λειτουργίας”, αν η σύγκρουση είναι αρκετά σοβαρή γι’ αυτό. Με ξέρετε αρκετά καλά για να ξέρετε ότι απορρίπτω την αδιαμεσολάβητη μετάφραση της θεωρίας στην πράξη εξίσου εμφατικά με εσάς. Πιστεύω όμως ότι υπάρχουν καταστάσεις, στιγμές, στις οποίες η θεωρία ωθείται περαιτέρω από την πράξη – καταστάσεις και στιγμές στις οποίες η θεωρία που διατηρείται χωριστά από την πράξη γίνεται αναληθής για τον εαυτό της.”

Ο Marcuse μιλά σε φοιτητική συγκέντρωση

Για τον Αντόρνο, όμως ακριβώς η μη ταυτότητα του κοινωνικού όντος και της συνείδησης, που προκαλεί τη διάσταση της θεωρίας και της πρακτικής, είναι αναγκαία για να διατηρείται η αντικειμενική απόσταση της κριτικής σκέψης. Η ασυμφωνία θεωρίας-δράσης είναι ουσιώδες σύμπτωμα της καπιταλιστικής νεωτερικότητας και συνεπώς, ενώ υπάρχει εξ ορισμού η διαλεκτική δυνατότητα υπέρβασής του καπιταλισμού σε κάποιο μέλλον, αυτό δεν ισχύει στην παρούσα ιστορική φάση. Δεν μπορεί να ξεπεραστεί η ασυμφωνία της θεωρίας και της δράσης, σύμφωνα με την άποψη του Αντόρνο που δεν εμπιστεύεται τις παγίδες μιας βουλησιαρχικής αντίληψης της υποκειμενικότητας μπροστά στις αντικειμενικές τάσεις του κοινωνικοϊστορικού. Θυμάται την προειδοποίηση του Χέγκελ πως ο λόγος της αρετής ηττάται από τη ροή του κόσμου πάντοτε. Στην Αρνητική Διαλεκτική το «αντι-σύστημά» του είναι ρητό:

«Αφότου η φιλοσοφία αθέτησε την υπόσχεσή της ότι είναι ταυτόσημη με την πραγματικότητα ή ότι βρίσκεται ακριβώς στα πρόθυρα επίτευξης της πραγματικότητας, είναι αναγκασμένη να ασκήσει αδυσώπητη αυτοκριτική […] Αν η διδασκαλία του Χέγκελ περί διαλεκτικής είναι η ανώτατη προσπάθεια της σκέψης να φανεί αντάξια του ετερογενούς αντικειμένου της χρησιμοποιώντας φιλοσοφικές έννοιες, τώρα πρέπει να δώσει κανείς λόγο για την εκκρεμή σχέση της προς τη διαλεκτική, εφόσον η προσπάθειά του απέτυχε.» (από την Εισαγωγή)

Κατά τη διάρκεια του μαθήματός του “Εισαγωγή στη Διαλεκτική Σκέψη” στις 22 Απριλίου 1969, ένας φοιτητής τον διέκοψε, σηκώθηκε στον πίνακα και έγραψε ένα σατιρικό δίστιχο: ‘Wer nur den lieben Adorno läßt walten, der wird den Kapitalismus sein Leben lang bewalten’ [Όποιος αφήσει τον αγαπητό Αντόρνο να κυβερνήσει, θα διαχειρίζεται τον καπιταλισμό για το υπόλοιπο της ζωής του]. Τότε τρεις φοιτήτριες σηκώθηκαν, πέταξαν τουλίπες και τριαντάφυλλα στον Αντόρνο, άνοιξαν τα μπουφάν τους και εξέθεσαν τα στήθη τους, ενώ προσπάθησαν να τον φιλήσουν στο μάγουλο. Άλλοι πέταξαν φυλλάδια που έγραφαν “Ο Αντόρνο ως θεσμός είναι νεκρός”. Ο Αντόρνο, έξαλλος και συγκλονισμένος, κάλεσε αμέσως την αστυνομία που παρενέβη.

Στο γράμμα προς τον Μαρκούζε έπειτα από το περιστατικό, στις 5 Μαΐου, ο Αντόρνο φαίνεται να προσπαθεί να εκλογικεύσει την αντίδρασή του:

“Δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε αφηρημένα την αστυνομία […] Υπομείναμε στα χρόνια μας, εσείς όχι λιγότερο από εμένα, μια πολύ πιο τρομερή κατάσταση -αυτή της γενοκτονίας των Εβραίων- χωρίς να προχωρήσουμε στην πράξη- απλά και μόνο επειδή ήταν μπλοκαρισμένη για εμάς. Νομίζω ότι η διαύγεια σχετικά με το ρεύμα της ψυχρότητας [που υπάρχει] στον εαυτό μας είναι θέμα αυτοσυγκέντρωσης”.

Συνεπακόλουθα, ο Μαρκούζε αποφάσισε να ακυρώσει τη διάλεξη στη Φρανκφούρτη. Εκείνο τον μήνα, βλέπετε, η αστυνομία σκότωνε και τραυμάτιζε δικούς του φοιτητές. Η απόφασή του δεν αφορούσε μόνο τον Αντόρνο αλλά και τα αιματηρά γεγονότα που συνέβησαν εκείνο τον Μάη στο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνια, το οποίο επί μήνες συγκλονιζόταν από το αντιπολεμικό φοιτητικό κίνημα. Την «Ματωμένη Πέμπτη» 15 Μάη 1969, ο κυβερνήτης της Καλιφόρνια και μετέπειτα Πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν είχε επιχειρήσει να απομακρύνει τους καταληψίες φοιτητές από το People’s Park χρησιμοποιώντας ελεύθερους σκοπευτές, ελικόπτερα και βαριά οπλισμένη αστυνομία. 128 άτομα τραυματίστηκαν και ένας φοιτητής, ο James Rector, σκοτώθηκε.

Berkeley 15 Μάη 1969
People’s Park, Berkeley, 15 Μάη 1969

Ο Μαρκούζε τελικά απάντησε στον Αντόρνο στις 4 Ιουνίου:

“Προκειμένου να εισαγάγετε την έννοια της “ψυχρότητας”, σημειώνετε ότι, στα χρόνια μας, υπομείναμε ακόμη και τη γενοκτονία των Εβραίων, χωρίς να προχωρήσουμε στην πράξη, “απλώς και μόνο επειδή ήταν μπλοκαρισμένη για εμάς”. Ακριβώς, και σήμερα δεν είναι μπλοκαρισμένη για εμάς. Αυτό που διαφέρει στην κατάσταση είναι η διαφορά ανάμεσα στο φασισμό και την αστική δημοκρατία. Η δημοκρατία μας παρέχει ελευθερίες και δικαιώματα. Αλλά δεδομένου του βαθμού στον οποίο η αστική δημοκρατία (στη βάση των εγγενών αντινομιών της) εμποδίζει την ποιοτική αλλαγή -μέσω της ίδιας της κοινοβουλευτικής δημοκρατικής διαδικασίας- η εξωκοινοβουλευτική αντιπολίτευση γίνεται η μόνη μορφή “αμφισβήτησης”, η “πολιτική ανυπακοή”, η άμεση δράση. Και οι μορφές αυτής της δραστηριότητας δεν ακολουθούν πλέον τα παραδοσιακά πρότυπα.”

Ο Αντόρνο δέχτηκε την πρόκληση και απάντησε ξανά στις 19 Ιουνίου, αμφισβητώντας για άλλη μια φορά την αξία και τη δυνατότητα της πράξης:

“Εσείς νομίζετε ότι η πράξη -με την εμφατική της έννοια- δεν εμποδίζεται σήμερα- εγώ σκέφτομαι διαφορετικά. Θα έπρεπε να αρνηθώ όλα όσα σκέφτομαι και γνωρίζω για την αντικειμενική τάση, αν ήθελα να πιστέψω ότι το φοιτητικό κίνημα διαμαρτυρίας στη Γερμανία είχε έστω και την παραμικρή προοπτική να πραγματοποιήσει μια κοινωνική παρέμβαση.”

Στην οποία θέση ο Μαρκούζε ανταπάντησε στις 21 Ιουλίου:

“Το σύστημα είναι παγκόσμιο, και είναι η αστική δημοκρατία του, η οποία, με όλα της τα ελαττώματα, εκτελεί, πληρώνει και εξοπλίζει επίσης τη νεοαποικιοκρατία και το νεοφασισμό, και εμποδίζει την απελευθέρωση. Διπλή απομόνωση: ο νεοφασισμός και αυτή η αστική δημοκρατία δεν είναι εναλλακτικές: αυτή η αστική δημοκρατία, ως καπιταλιστική, οδηγεί, σύμφωνα με την εγγενή δυναμική της, προς ένα καθεστώς βίας. Και γιατί η κατάρρευσή της πρέπει να επιφέρει μια δικτατορία χειρότερη από την υπάρχουσα; Δεν είναι ακριβώς καθήκον του σημερινού κινήματος διαμαρτυρίας, ιδίως του φοιτητικού, να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη; Και πρέπει κανείς να καταγγείλει εξαρχής αυτό το κίνημα ως “ανίσχυρη δύναμη” -όταν, κατ’ αρχάς, είναι περισσότερο από αμφίβολο αν μπορεί κανείς να μιλήσει για δύναμη με καθαρή συνείδηση- όταν συγκρίνεται με αυτό που διαθέτουν οι κυβερνώντες; Τι “εξυπηρετεί” καλύτερα τους αντιπάλους: η έγκυρη διαβεβαίωση της ανικανότητας αυτού του κινήματος ή η ενίσχυση του κινήματος; Οι φοιτητές γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τα αντικειμενικά όρια της διαμαρτυρίας τους – δεν χρειάζονται εμάς να τους τα επισημάνουμε, αλλά ίσως χρειάζονται εμάς να τους βοηθήσουμε να ξεπεράσουν αυτά τα όρια. Η χρήση της βίας, οι “ασκούμενοι της βίας”, όλα αυτά βρίσκονται στην άλλη πλευρά, στο στρατόπεδο των αντιπάλων, και θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί στο να αναλάβουμε τις κατηγορίες του και να τις χρησιμοποιήσουμε για να χαρακτηρίσουμε το κίνημα διαμαρτυρίας.”

Η απάντηση του Αντόρνο έμελλε, δυστυχώς, να είναι και η τελευταία του:

“Είμαι ο τελευταίος που υποτιμά την αξία του φοιτητικού κινήματος: διέκοψε την ομαλή μετάβαση στον απόλυτα διοικούμενο κόσμο. Αλλά είναι αναμεμειγμένο με ένα δράμα τρέλας, στο οποίο το ολοκληρωτικό κατοικεί τελεολογικά, και καθόλου απλά ως αντίκρισμα (αν και είναι και αυτό). Και δεν είμαι μαζοχιστής, όχι όταν πρόκειται για τη θεωρία.”

Αργότερα την ίδια μέρα, στις 6 Αυγούστου 1969, ο Αντόρνο πέθανε.

Λίγο μετά τον θάνατο του Αντόρνο, ο συνάδελφός τους Γιούργκεν Χάμπερμας έγραψε έναν επικήδειο με τίτλο “Η πρωταρχική ιστορία της υποκειμενικότητας “.

“Ένας από τους μαθητές του Αντόρνο φώναξε στον ανοιχτό τάφο του δασκάλου του, [ότι] “άσκησε μια ακαταμάχητη κριτική του αστικού ατόμου, κι όμως ο ίδιος ήταν παγιδευμένος μέσα στα ερείπια του”. Αυτό είναι απολύτως αληθές. Το να απαντάς ότι “ό,τι είναι ικανό να πέσει πρέπει να γκρεμιστεί” και να λες ότι ο Αντόρνο θα έπρεπε να έχει τη δύναμη να απογυμνώσει και το τελευταίο στρώμα του “ριζοσπαστικοποιημένου αστικού χαρακτήρα” του και να ηγηθεί της διαδήλωσης των ακτιβιστών κρατώντας μια σημαία δείχνει όχι μόνο πολιτική και ψυχολογική απερισκεψία αλλά και έλλειψη φιλοσοφικής κατανόησης. […] αλλά ένα πράγμα ήταν σίγουρο γι’ αυτόν. Η ελευθερία που θα αποτελούσε το πολεμικό αντίπαλο δέος στα βάσανα κάτω από τους κοινωνικούς καταναγκασμούς θα έπρεπε όχι μόνο να εξαλείψει την κατασταλτικότητα της αρχής του Εγώ, αλλά και να διατηρήσει την αντίστασή της ενάντια στο διάλυση μέσα στον άμορφο χαρακτήρα […] της συλλογικότητας. Ο Αντόρνο είχε δείξει […] ότι αυτά τα δύο ανήκουν μαζί… Ο Αντόρνο, ως αδιαπραγμάτευτος άθεος που ήταν, δίστασε ωστόσο να μετριάσει την ιδέα της συμφιλίωσης με εκείνη της αυτονομίας και της υπευθυνότητας… Το ότι η πράξη αποτυγχάνει, δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην ιστορική στιγμή. Η πρόσθετη συνθήκη ότι οι ανυπόμονοι της δράσης δεν έχουν καμία σωστή θεωρία για την ατέλεια της θεωρίας μπορεί επίσης να συμβάλει σε αυτό το αδιέξοδο. Δεν συνειδητοποιούν όλα όσα είναι σε θέση να γνωρίσουν όσον αφορά την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων.”

Τη νύχτα της 14ης Φεβρουαρίου 1970, ο Χανς – Γιούργκεν Κραλ, ο πρώην διδακτορικός του Αντόρνο, ο ηγέτης του φοιτητικού κινήματος ο οποίος είχε συλληφθεί έπειτα από μήνυση του καθηγητή του, με αρθρογραφία στο New Left Review, ηλικίας είκοσι επτά ετών, ήταν επιβάτης σε ένα αυτοκίνητο προς τη Φρανκφούρτη. Το αυτοκίνητο συγκρούστηκε με ένα φορτηγό που κινούνταν στην αντίθετη κατεύθυνση. Ο Κραλ σκοτώθηκε επιτόπου.

Αφήστε ένα σχόλιο

two + eight =