Επανεξετάζοντας τις πόλεις, από τα κάτω

0

Νέες εργασίες στην ανθρωπολογία, την αρχαιολογία και την ψυχολογία δείχνουν πόσο όμοιοι είμαστε με τους αρχαίους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες και τι ακριβώς σημαίνει αυτό για μια πιο ριζοσπαστική κατανόηση των πόλεων του 21ου αιώνα. Ένα κείμενο του καθηγητή David Wengrow στο Medium. Ο David Wengrow μαζί με τον David Graeber έχουν συγγράψει το βιβλίο Η αυγή των πάντων [The Dawn of Everything, 2021], το οποίο, αποτελούμενο από 700 εξαιρετικές σελίδες, επιχειρεί να καταρρίψει πολλούς αυτοεκπληρούμενους μύθους για την ανθρωπότητα από την εποχή των παγετώνων και ύστερα.

Οι πόλεις ξεκινούν από το μυαλό – ή τουλάχιστον έτσι πίστευε ο Elias Canetti.¹ Οι αρχαίοι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες πρέπει να αναλογίζονταν την ύπαρξη συλλογικοτήτων πολύ μεγαλύτερων από αυτές στις οποίες ζούσαν στην πραγματικότητα. Η απόδειξη, πίστευε, βρισκόταν στους τοίχους των σπηλαίων, όπου απεικόνιζαν πιστά είδη που κινούνταν από κοινού σε αμέτρητες μάζες. Αναμφίβολα αντιλαμβάνονταν επίσης την απεριόριστη κοινωνία των νεκρών, που ξεπερνούσαν αριθμητικά τους ζωντανούς κατά τάξεις μεγέθους. Ο Canetti υπέθεσε ότι οι πόλεις ξεκίνησαν στο μυαλό ως “αόρατα πλήθη”, όταν οι άνθρωποι μπορούσαν μόνο να φανταστούν τις δικές τους κοινωνίες να κλιμακώνονται και να ανταγωνίζονται αυτές των άλλων συλλογικοτήτων. Η σημερινή πρόοδος στην ανθρωπολογία, την αρχαιολογία και τη μελέτη της ανθρώπινης νόησης μας επιτρέπει να δούμε ότι ο Βουλγαρο-Αυστριακο-Βρετανός συγγραφέας είχε όντως κάτι στο μυαλό του.

Από τις μελέτες των σύγχρονων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, έχουμε την ιδέα ότι η ικανότητά μας για κοινωνική συνοχή εξελίχθηκε στο πλαίσιο μικρών κινητών ομάδων τροφοσυλλογής, που αποτελούνταν από 25 έως 50 στενούς συγγενείς. Όταν οι τροφοσυλλέκτες συγκεντρώνονταν σε μεγαλύτερες ομάδες –για να μοιραστούν την τροφή, τις γνώσεις ή την εργασία ή για να παντρευτούν μεταξύ τους– αυτές οι μικρές ομάδες αποτελούσαν υποτίθεται τα δομικά στοιχεία. Αν εξελιχθήκαμε για να αλληλεπιδρούμε σε τόσο στενά οριοθετημένες ομάδες, τότε το να ζούμε σε πραγματικά μεγάλες κοινωνίες –πόλεις, έθνη κ.ο.κ.– θα ήταν αντίθετο με το εξελικτικό ρεύμα και θα πρέπει έτσι να απαιτεί πολλών ειδών “στηρίγματα” ώστε να λειτουργήσει: την εφεύρεση της γραφειοκρατίας, της κεντρικής κυβέρνησης, των εξειδικευμένων υπηρεσιών επιβολής της νομοθεσίας κ.ο.κ. ²

Κι όμως, το παραπάνω τυπικό μοντέλο της “παραδοσιακής ανθρώπινης κοινωνίας” είναι στην πραγματικότητα λίγο πιο περίπλοκο. Γνωρίζουμε επίσης τώρα ότι είναι λάθος, και είναι σημαντικό να δούμε το γιατί, διότι αυτό αρχίζει να μας δείχνει τι μπορεί να είναι πραγματικά καθολικό σχετικά με τη συνοχή στις ανθρώπινες κοινωνίες.

Η εξελικτική ιστορία συμβατικά ξεκινά με διακριτές ομάδες τροφοσυλλεκτών, “φωλιασμένες” μέσα σε μια ιεραρχία. Τι σημαίνει αυτό στην πραγματικότητα; Η βασική ιδέα είναι ότι οι στοιχειώδεις κοινωνικές μονάδες αναπαράγονται σε διάφορες κλίμακες, όπως τα φράκταλ στη φύση ή στα μαθηματικά – αλλά σε αντίθεση με τα μαθηματικά φράκταλ, τα οποία δεν έχουν ανώτατο όριο, η ανάπτυξη των κοινωνικών φράκταλ υποτίθεται ότι περιορίζεται από μια σειρά εγγενών παραγόντων, ή τουλάχιστον αυτή ήταν η παραδοσιακή επιστημονική σοφία για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η πιο βασική μονάδα της “αρχαίας” ανθρώπινης κοινωνίας υποτίθεται ότι ήταν η οικογένεια με δεσμούς ζευγαριών, με κοινή επένδυση στους απογόνους. Για να εξασφαλίσουν τον εαυτό τους και τα εξαρτώμενα μέλη τους, οι πυρηνικές οικογένειες ήταν υποχρεωμένες να σχηματίζουν μεγαλύτερες “οικιστικές ομάδες” περίπου 100 ή 150 ατόμων. Η βιολογική συγγένεια εξακολουθούσε να είναι το βέλτιστο κριτήριο για την ένταξη, οπότε οι ομάδες αυτές υποτίθεται ότι έμοιαζαν ως προς τη σύνθεσή τους με πυρηνικές οικογένειες ή με μικρές επεκτάσεις. Καθώς σχηματίζονταν αυτές οι μεγαλύτερες ομάδες, ή έτσι λέει η θεωρία, οι κοινωνικοί δεσμοί που τις συνέδεαν αποδυναμώνονταν και προέκυπταν συγκρούσεις. Όσο μεγαλύτερη ήταν η ομάδα, τόσο λιγότερο σταθερή ήταν. Οι πρόσφατοι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες υποτίθεται ότι αποτελούν παράδειγμα αυτού του είδους του αρχέγονου κοινωνικού συστήματος – αλλά εδώ είναι που εμφανίζεται το “σκουλήκι μέσα στο μπουμπούκι”.

Μια νέα εργασία σχετικά με τη δημογραφία των ζωντανών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών –η οποία αντλεί στατιστικές συγκρίσεις από ένα παγκόσμιο δείγμα περιπτώσεων, όπως οι Hadza της Τανζανίας και οι Martu της Αυστραλίας– δείχνει ότι αυτές οι “φωλιασμένες” κοινωνικές δομές δεν είναι πράγματι παρούσες.³ Το βασικό πρόβλημα έγκειται στη σύνθεση των “οικιστικών ομάδων”. Αποδεικνύεται ότι, με μια προσεκτική εξέταση, οι πρωτογενείς βιολογικοί συγγενείς αποτελούν στην πραγματικότητα λιγότερο από το 10% των συνολικών μελών τους. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες προέρχονται από μια πολύ ευρύτερη δεξαμενή ατόμων που δεν έχουν στενές γενετικές σχέσεις, είναι διασκορπισμένοι σε πολύ μεγάλες περιοχές και μπορεί να μη μιλούν καν τις ίδιες πρώτες γλώσσες. Ενδεχομένως, να περιλαμβάνουν όλους εκείνους που αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον ως Hadza, ή ως Martu, ως BaYaka, ως !Kung San και ούτω καθεξής.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται αντιφατικά. Είναι σαν οι σύγχρονες κοινωνίες των τροφοσυλλεκτών να υπάρχουν ταυτόχρονα σε δύο ριζικά διαφορετικές κλίμακες: η μία στενά περιορισμένη και η άλλη ουσιαστικά απεριόριστη, με ελάχιστες περιπτώσεις στο ενδιάμεσο. Αλλά από μια γνωστική οπτική γωνία, αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο. Η νευρολογική ικανότητα μετατόπισης μεταξύ των κλιμάκων είναι αυτό που κάνει την ανθρώπινη κοινωνική νόηση να διαφέρει προφανέστερα από εκείνη των άλλων πρωτευόντων.⁴ Οι σύγχρονοι τροφοσυλλέκτες δεν διαφέρουν καθόλου από τους σύγχρονους κατοίκους των πόλεων ή τους αρχαίους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες. Όλοι μας έχουμε την ικανότητα να αισθανόμαστε συνδεδεμένοι με μυριάδες άλλους που μπορεί να μην συναντήσουμε ποτέ: να συμμετέχουμε σε μια μακροκοινωνία, η οποία υπάρχει τον περισσότερο χρόνο ως “εικονική πραγματικότητα” – ένας κόσμος πιθανών σχέσεων με τους δικούς του κανόνες, ρόλους και δομές που διατηρούνται στο μυαλό και ανακαλούνται μέσω της γνωστικής εργασίας της δημιουργίας εικόνων και της τελετουργίας.

Οι τροφοσυλλέκτες μπορεί μερικές φορές να υπάρχουν σε μικρές ομάδες, αλλά δεν ζουν –και πιθανότατα δεν έχουν ζήσει ποτέ– σε κοινωνίες μικρής κλίμακας.

Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι τα απόλυτα μεγέθη των πληθυσμών δεν έχουν σημασία στην κοινωνική εξέλιξη. Αυτό που σημαίνει είναι ότι δεν έχουν σημασία με τους τρόπους που τείνουμε εμείς να υποθέτουμε. Κατά μία τουλάχιστον έννοια, ο Κανέτι είχε δίκιο. Η μαζική κοινωνία υπάρχει στο μυαλό προτού να γίνει φυσική πραγματικότητα – και, κυρίως, υπάρχει επίσης στο μυαλό αφού γίνει φυσική πραγματικότητα. Οι πόλεις αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι απτές, αλλά ποτέ δεν είναι σταθερές. Οι άνθρωποι μετακινούνται διαρκώς, μερικές φορές σε καθημερινή βάση, ή εποχιακά για διακοπές και φεστιβάλ, για να επισκεφθούν μακρινούς συγγενείς, να πραγματοποιήσουν επαγγελματικές συναντήσεις κ.ο.κ. Ωστόσο, οι πόλεις έχουν μια ζωή που τα υπερβαίνει όλα αυτά. Αυτό δεν οφείλεται στον απόλυτο αριθμό τους αλλά επειδή συχνά σκεφτόμαστε και ενεργούμε ως άνθρωποι που ανήκουν μέσα στην πόλη – ως μέλη ενός σώματος πολιτών, ως Λονδρέζοι ή Νεοϋορκέζοι. Όπως το έθεσε ο διακεκριμένος αστικός κοινωνιολόγος Claude Fischer:

«Οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης ζουν μια λογική, περιχαρακωμένη ζωή. Σπάνια πηγαίνουν στο κέντρο της πόλης, γνωρίζουν ελάχιστα περιοχές της πόλης στις οποίες ούτε ζουν ούτε εργάζονται και βλέπουν (με οποιονδήποτε κοινωνιολογικά σημαντικό τρόπο) μόνο ένα μικρό μέρος του πληθυσμού της πόλης. Σίγουρα, μπορεί κατά περίπτωση –κατά τις ώρες αιχμής, σε ποδοσφαιρικούς αγώνες κ.λπ.– να βρίσκονται παρουσία χιλιάδων αγνώστων, αλλά αυτό δεν έχει απαραίτητα άμεσες επιπτώσεις στην προσωπική τους ζωή. […] Οι κάτοικοι των πόλεων ζουν σε μικρούς κοινωνικούς κόσμους που αγγίζονται αλλά δεν αλληλοδιαπερνώνται».⁵

Όλα αυτά ισχύουν εξίσου και για τις αρχαίες πόλεις (όπως έλεγε ο Αριστοτέλης για τη Βαβυλώνα, «[Η] κατάληψή της ήταν, δύο ημέρες αργότερα, ακόμα άγνωστη σε ένα μέρος της πόλης»). Οι παρατηρήσεις αυτές έγιναν πριν από πολύ καιρό και μπορεί να φαίνονται προφανείς, αλλά η τοποθέτησή τους υπό το πρίσμα των εξελικτικών συζητήσεων είναι σημαντική, διότι θέτουν υπό αμφισβήτηση ορισμένες βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις σχετικά με το πώς προέκυψαν οι πόλεις και τι μπορούν ακόμη να γίνουν.

Μήπως η διαβίωση στις πόλεις ήταν ένα δύσκολο κατόρθωμα για το είδος μας, που προκάλεσε κάθε είδους νέες κοινωνικές εντάσεις – μας υποχρέωσε να επινοήσουμε λύσεις σε πρωτοφανή προβλήματα; Για ορισμένους εδώ αρχίζει πραγματικά η «κοινωνική πολυπλοκότητα», με τη σφυρηλάτηση θεσμών και τεχνολογιών που καθιστούν δυνατή την οργανωμένη ζωή σε αστική κλίμακα. Για άλλους, σημαίνει το σημείο όπου έπρεπε να εγκαταλείψουμε βασικές ελευθερίες για να αποτρέψουμε το χάος, αναθέτοντας το μέλλον μας σε νέες τάξεις διαχειριστών, ιερέων, βασιλιάδων και πολεμιστών-πολιτικών που θα έπαιρναν αποφάσεις για εμάς και θα διατηρούσαν την τάξη.

Όπως είδαμε, οι εξελικτικές μελέτες δείχνουν τώρα προς την αντίθετη κατεύθυνση: η ζωή στις πόλεις θα μπορούσε να μην ήταν καθόλου δύσκολη ή αντιαισθητική, επειδή οι πόλεις είναι ένας συγκεκριμένος τύπος απεριόριστης ομάδας, και –από την άποψη της ανθρώπινης νόησης– η ζωή σε απεριόριστες ομάδες είναι ουσιαστικά αυτό που κάναμε από την αρχή.

Τι γίνεται όμως με τα πραγματικά ευρήματα των πρώτων πόλεων; Τουλάχιστον από την εποχή του Gordon Childe, του διάσημου αρχαιολόγου που εργάστηκε στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, οι μελετητές προσπάθησαν να εντοπίσουν καθολικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής εξέλιξης, που συνδέονται με τη νέα κλίμακα των αστικών πληθυσμών. Οι οικισμοί που κατοικούνται από δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση στην ανθρώπινη ιστορία πριν από περίπου 6.000 χρόνια. Στα πρώτα παραδείγματα σε κάθε ήπειρο, βρίσκουμε τη σπορά των σύγχρονων πόλεών μας. Αλλά καθώς αυτά τα παραδείγματα πολλαπλασιάζονται και η κατανόησή μας αυξάνεται, η δυνατότητα να τα εντάξουμε όλα σε κάποιο τακτοποιημένο εξελικτικό σχήμα μειώνεται. Δεν είναι μόνο ότι ορισμένες πρώιμες πόλεις δεν έχουν τα αναμενόμενα χαρακτηριστικά ταξικών διαιρέσεων, μονοπωλίων πλούτου και ιεραρχιών διοίκησης. Η εικόνα που διαμορφώνεται υποδηλώνει όχι απλώς μεταβλητότητα, αλλά συνειδητό πειραματισμό στην αστική μορφή, από το σημείο της ίδρυσής της. Είναι ενδιαφέρον ότι πολλά από αυτά τα στοιχεία έρχονται σε αντίθεση με την ιδέα ότι οι πόλεις σηματοδοτούσαν ένα «μεγάλο χάσμα» μεταξύ πλουσίων και φτωχών, το οποίο διαμορφωνόταν από τα συμφέροντα των κυβερνητικών ελίτ.

Στην πραγματικότητα, εκπληκτικά λίγες πόλεις των πρώτων χρόνων παρουσιάζουν σημάδια αυταρχικής διακυβέρνησης.

Δεν υπάρχουν στοιχεία για την ύπαρξη μοναρχίας στα πρώτα αστικά κέντρα της Μέσης Ανατολής ή της Νότιας Ασίας, τα οποία χρονολογούνται στην τέταρτη και στις αρχές της τρίτης χιλιετίας π.Χ. – και ακόμη και μετά την εμφάνιση της βασιλείας στη Μεσοποταμία, οι γραπτές πηγές μάς λένε ότι η εξουσία στις πόλεις παρέμενε στα χέρια αυτοδιοικούμενων συμβουλίων και λαϊκών συνελεύσεων. Σε άλλα μέρη της Ευρασίας βρίσκουμε πειστικές αποδείξεις για συλλογικές στρατηγικές, οι οποίες προωθούσαν εξαρχής τις ισότιμες σχέσεις σε βασικές πτυχές της αστικής ζωής.

Στο Mohenjo-daro, μια πόλη ίσως 40.000 κατοίκων, που ιδρύθηκε στις όχθες του Ινδού ποταμού γύρω στο 2600 π.Χ., ο υλικός πλούτος ήταν αποσυνδεδεμένος από τη θρησκευτική και πολιτική εξουσία και μεγάλο μέρος του πληθυσμού ζούσε σε υψηλής ποιότητας κατοικίες. Στην Ουκρανία, χίλια χρόνια νωρίτερα, προϋπήρχαν ήδη προϊστορικοί οικισμοί σε παρόμοια κλίμακα, χωρίς όμως να υπάρχουν σχετικές ενδείξεις για μνημειακά κτίρια, κεντρική διοίκηση ή έντονες διαφορές στον πλούτο. Αντιθέτως, συναντούμε κυκλικές διατάξεις σπιτιών, το καθένα με τον κήπο του, που σχηματίζουν γειτονιές γύρω από αίθουσες συνελεύσεων – ένα αστικό πρότυπο ζωής που χτίστηκε και διατηρήθηκε από κάτω προς τα πάνω, το οποίο διήρκεσε με αυτή τη μορφή για πάνω από οκτώ αιώνες.⁶

Μια παρόμοια εικόνα πειραματισμού αναδύεται από την αρχαιολογία της αμερικανικής ηπείρου. Στην Κοιλάδα του Μεξικού, παρά τις δεκαετίες ενεργών ερευνών, δεν έχει βρεθεί κανένα στοιχείο για μοναρχία ανάμεσα στα ερείπια της Τεοτιχουακάν, η οποία γνώρισε τη μεγαλειώδη ακμή της γύρω στο 400 μ.Χ. Έπειτα από μια πρώιμη φάση μνημειακών κατασκευών, με την ανέγερση των Πυραμίδων του Ήλιου και της Σελήνης, οι περισσότεροι πόροι της πόλης διοχετεύθηκαν σε ένα τεράστιο πρόγραμμα δημόσιας στέγασης, που παρείχε κτίσματα κατοικιών που μπορούσαν να στεγάσουν εντός τους πολλές οικογένειες για τους κατοίκους της. Τοποθετημένα σε ένα ομοιόμορφο πλέγμα, αυτές οι πέτρινες βίλες –με τα ωραία επιχρισμένα δάπεδα και τοίχους, τις ενσωματωμένες εγκαταστάσεις αποχέτευσης και τις κεντρικές αυλές– ήταν διαθέσιμες στους πολίτες ανεξαρτήτως πλούτου, θέσης ή εθνικότητας. Οι αρχαιολόγοι αρχικά τις θεώρησαν παλάτια, μέχρι που συνειδητοποίησαν ότι σχεδόν όλος ο πληθυσμός της πόλης (και οι 100.000) ζούσε σε τέτοιες «ανακτορικές» συνθήκες.⁷

Μια χιλιετία αργότερα, όταν οι Ευρωπαίοι ήρθαν για πρώτη φορά στη Μεσοαμερική, βρήκαν έναν αστικό πολιτισμό εντυπωσιακής ποικιλομορφίας. Η βασιλεία ήταν πανταχού παρούσα στις πόλεις, αλλά μετριάζονταν από τη δύναμη των αστικών τμημάτων, γνωστών ως calpolli, τα οποία εκ περιτροπής εκτελούσαν τις υποχρεώσεις της δημοτικής διακυβέρνησης, κατανέμοντας τα ανώτατα αξιώματα σε έναν ευρύ τομέα του altepetl (ή της πόλης-κράτους).

Ορισμένες πόλεις στράφηκαν προς την απολυταρχία, αλλά άλλες πειραματίστηκαν με τη συλλογική διακυβέρνηση. Η Tlaxcalan, στην κοιλάδα της Puebla, προχώρησε εντυπωσιακά προς την τελευταία κατεύθυνση. Κατά την άφιξή του, ο Cortés περιέγραψε μια εμπορική Εδέμ, όπου «η τάξη διακυβέρνησης που έχει παρατηρηθεί μέχρι στιγμής μεταξύ των ανθρώπων μοιάζει πολύ με τις δημοκρατίες της Βενετίας, της Γένοβας και της Πίζας, διότι δεν υπάρχει κανένας ανώτατος άρχοντας». Η αρχαιολογία επιβεβαιώνει την ύπαρξη εδώ μιας αυτόχθονης δημοκρατίας, όπου τα πιο επιβλητικά κτίσματα δεν ήταν παλάτια ή ναοί-πυραμίδες, αλλά οι κατοικίες των απλών πολιτών, κατασκευασμένες γύρω από τις πλατείες των συνοικιών με ομοιόμορφα υψηλές προδιαγραφές και υψωμένες σε μεγάλες χωμάτινες βεράντες.⁸

Η σύγχρονη αρχαιολογία δείχνει ότι η οικολογία των πρώτων πόλεων ήταν επίσης πολύ πιο ποικιλόμορφη και λιγότερο συγκεντρωτική από ό,τι πιστεύαμε κάποτε. Η μικρής κλίμακας κηπουρική και η κτηνοτροφία ήταν συχνά κεντρικής σημασίας για τις οικονομίες τους, όπως και οι πόροι των ποταμών και των θαλασσών, καθώς και το συνεχιζόμενο κυνήγι και η συλλογή άγριων εποχιακών τροφών στα δάση ή στους βάλτους – ανάλογα με το πού στον κόσμο τυχαίνε να βρίσκεται κανείς.⁹

Αυτό που μαθαίνουμε σταδιακά για τους πρώτους κατοίκους των πόλεων της ιστορίας είναι ότι δεν άφηναν πάντα σκληρό αποτύπωμα στο περιβάλλον ή ο ένας στον άλλο – και υπάρχει και ένα σύγχρονο μήνυμα εδώ. Όταν οι σημερινοί κάτοικοι των πόλεων βγαίνουν στους δρόμους, ζητώντας τη δημιουργία συνελεύσεων πολιτών για την αντιμετώπιση των θεμάτων της κλιματικής αλλαγής, δεν πηγαίνουν ενάντια στο ρεύμα της ιστορίας ή της κοινωνικής εξέλιξης, αλλά με τη ροή της. Μας ζητούν να ανακτήσουμε κάτι από τη σπίθα της πολιτικής δημιουργικότητας που έδωσε ζωή στις πόλεις, με την ελπίδα να διακρίνουμε ένα βιώσιμο μέλλον για τον πλανήτη που όλοι μοιραζόμαστε.


ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ

Από την αρχαιότητα έως σήμερα: οι ΠΟΛΕΙΣ ως χώροι συνδημιουργίας δίχως ελίτ

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Αφήστε ένα σχόλιο

18 − 18 =