Αστικοποίηση χωρίς πόλεις: η άνοδος και η πτώση του πολίτη (περ. ΚΟΙΝΩΝΙΑ & ΦΥΣΗ, 1993)

0

Κείμενο: Θοδωρής Παπαδόπουλος. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΚΟΙΝΩΝΙΑ & ΦΥΣΗ (Τόμος 1, Τεύχος 3, Ιανουάριος-Απρίλιος 1993) και αποτελεί τη βιβλιοπαρουσίαση του “Urbanization without cities the rise and decline of citizenship” του Murray Bookchin –ίσως το πιο οραματικό έργο του Μπούκτσιν– που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Black Rose Books. Ως Αυτολεξεί, αυτή την Τρίτη θα έχουμε τη χαρά να συνομιλήσουμε στην Αθήνα με τον εκδότη του βιβλίου, Δημήτρη Ρουσσόπουλο, και με τον συγγραφέα του κειμένου Θοδωρή Παπαδόπουλο στη σχετική μας εκδήλωση!

Με την έκδοση του βιβλίου Αστικοποίηση χωρίς πόλεις: η άνοδος και η πτώση του πολίτη (1992), ο Μάρρεϊ Μπούκτσιν ολοκληρώνει ουσιαστικά τον συγγραφικό προβληματισμό του γύρω από το ζήτημα της πόλης. Ο προβληματισμός αυτός, που είχε ξεκινήσει με την έκδοση του βιβλίου Τα όρια της πόλης (1973), αποτελεί τη φιλόδοξη προσπάθεια διατύπωσης μιας διαφορετικής κοινωνικής ιστορίας της πόλης και του πολίτη, ιδωμένης από τη σκοπιά της κοινωνικής οικολογίας.

Σε 300 πυκνογραμμένες σελίδες ο συγγραφέας εκτυλίσσει τις απόψεις του, μελετώντας διαχρονικά την κοινωνικο-οικολογική εξέλιξη της πόλης και τη σχέση της με τη διαδικασία της αστικοποίησης. Θεωρεί ότι είναι άκρως απαραίτητο η κοινωνική οικολογία της πόλης να αναδειχθεί σε κεντρική συνιστώσα του σύγχρονου οικολογικού στοχασμού. Κι αυτό, όχι μόνο γιατί το πρόβλημα της αστικοποίησης αποτελεί ένα κοινωνικό, πολιτιστικό και οικολογικό γεγονός τεράστιας ιστορικής σημασίας, αλλά και διότι η ίδια η διαδικασία της αστικοποίησης έχει επιφέρει τρομερές αλλαγές στον τρόπο που βιώνουμε και διαμορφώνουμε τις σχέσεις μας με τον κοινωνικό και φυσικό κόσμο.

Τι είναι όμως η πόλη για την κοινωνική οικολογία; Ο Μπούκτσιν, σε αντίθεση με τις προσεγγίσεις διαφόρων νεομαρξιστών (π.χ. Lefebvre) δεν αντιμετωπίζει την πόλη σαν ένα «χωρικό σύστημα» (system of space), θεωρεί ότι τέτοιες αντιλήψεις οδηγούν στον μετασχηματισμό της γεωμετρικής έννοιας του χώρου σε μία ψευδο-υπερφυσική κατηγορία. Μέσα στην τελευταία οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις που αποτελούν την πόλη χάνουν την πραγματική τους διάσταση. Ειδικότερα, θεωρεί ότι μπορούμε να ερευνήσουμε αυτές τις σχέσεις με άμεσο τρόπο, χωρίς να προσφύγουμε σε τεχνικές «αποκωδικοποίησης», κάτι το οποίο αρκετοί μεταμοντερνιστές και νεομαρξιστές κάνουν στις μέρες μας.

Ο Μπούκτσιν αντιμετωπίζει την πόλη ως φυσικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, ως εξελισσόμενη κοινωνική σχέση στον χρόνο και τον χώρο. Γράφει: «Ο ορισμός που δίνω για την πόλη δεν μπορεί να αναχθεί σε μία απλή πρόταση. Όπως θεωρώ ότι η ορθολογικότητα, η επιστήμη και η τεχνολογία ορίζονται από την ίδια τους την ιστορία, έτσι θεωρώ ότι η πόλη είναι η ιστορία της πόλης. Αυτό σημαίνει ότι βλέπω την πόλη ως τη σωρευτική ή διαλεκτική ανάπτυξη συγκεκριμένων σημαντικών κοινωνικών δυνατοτήτων (social potentialities) και των φάσεων εκδίπλωσής τους […]» (Εισαγωγή:κν).

Ως κοινωνικός οικολόγος, βλέπει την πόλη σαν ένα δημιουργικό ρήγμα (creative breach) της ανθρώπινης βιολογικής παράδοσης, ως κομβικό σημείο μεταμόρφωσης της ανθρώπινης φυσικής εξέλιξης σε μία νέα, κοινωνική, αυτή τη φορά, μορφή εξέλιξης. Ακολουθώντας τα χνάρια του Αριστοτέλη, θεωρεί ότι η πόλη αποτελεί πρώτιστα μία Ηθική ενότητα. Ερευνώντας την ιστορία της, την αντιμετωπίζει ως μία οικο-κοινότητα της οποίας τα μέλη ­­–οι πολίτες– ενώνονται με κοινωνικούς δεσμούς, δημιουργώντας μία δεύτερη φύση –μία ανθρώπινα δημιουργημένη φύση– που πολύ συχνά συνυπήρξε σε ισορροπία με την «πρώτη φύση», το φυσικό περιβάλλον. Με αυτή την έννοια, η ιστορία της πόλης είναι η κοινωνική αναλογία (counterpart) της ιστορίας της φύσης.

Βλέποντας την πόλη ως κοινωνική σχέση, επιλέγει τα ιστορικά παραδείγματα που αυτή η σχέση ήταν απελευθερωτική. Μέθοδός του είναι η μελέτη της εξέλιξης της πόλης ως του κοινωνικού, οικολογικού και ηθικού σχηματισμού εντός του οποίου πραγματοποιούνται οι δυνατότητες της ατομικής αυτονομίας και της κοινωνικής ελευθερίας. Σκοπός του είναι η αποκατάσταση της Πόλης από αυτό που σήμερα γενικά θεωρείται, δηλαδή η σημαντικότερη απειλή του περιβάλλοντος, σε αυτό που ιστορικά υπήρξε και έχει τη δυνατότητα να υπάρξει ξανά: η πόλη ως αυτόνομη οικο-κοινότητα.

Ο συγγραφέας αναπτύσσει την προβληματική του σε 8 κεφάλαια που ακολουθούν την πορεία της πόλης από τους πρώτους οικισμούς της ύστερης παλαιολιθικής περιόδου έως τις τεράστιες αστικές συγκεντρώσεις της εποχής μας. Μέσα από μια επιλεκτική ιστορική αναδρομή, επιδιώκει να ανασκευάσει τις τρέχουσες αντιλήψεις ορίζοντας ξανά τις έννοιες της πόλης και του πολίτη στη γλώσσα της κοινωνικής οικολογίας.

Η ανασκευή ξεκινά ήδη από το πρώτο κεφάλαιο. Ο τίτλος του, «Αστικοποίηση ενάντια στις πόλεις», είναι σκόπιμα διατυπωμένος ώστε να δημιουργήσει την αίσθηση του παράδοξου στον αναγνώστη. Πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για αστικοποίηση εναντίον των πόλεων; Για τον Μπούκτσιν, δύο έννοιες που συχνά θεωρούνται συνώνυμες, η πόλη (City) και η αστική ενότητα (urbanity), παραπέμπουν σε δύο κατ’ ουσία ανταγωνιστικές πραγματικότητες. Η πρώτη αναφέρεται σε αυτό που αποκαλεί «κοινότητα της καρδιάς» (community of the heart) έναν ηθικό, κοινωνικό και φυσικό σχηματισμό που καταστρέφεται μαζί με άλλες φυσικές οικο-κοινοτητες του πλανήτη από τη διαδικασία της αστικοποίησης. Η δεύτερη αναφέρεται σε έναν κτιριακό σχηματισμό που παράγεται και καθορίζεται από εμπορευματικές σχέσεις, μέσα στον οποίο οι άνθρωποι μετατρέπονται σε εμπορεύματα.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν τίθεται θέμα ανταγωνιστικότητας μεταξύ πόλης και υπαίθρου, όπως πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί και θεωρητικοί της πόλης κάνουν. Για τον Μπούκτσιν, ο αγροτικός χώρος και η ιστορική παρουσία των ανθρώπων σε αυτόν προσδιορίζονται ως στοιχεία της «πρώτης φύσης». Η πόλη προσδιορίζεται ως στοιχείο της «δεύτερης φύσης». Και η αλήθεια είναι ότι και η πόλη και η ύπαιθρος βρίσκονται υπό κατοχή σήμερα, μία κατοχή που απειλεί την ίδια τη θέση της ανθρωπότητας στο φυσικό περιβάλλον. Και οι δυο υπονομεύονται από την αστικοποίηση, μία διαδικασία που απειλεί να καταστρέψει τον χαρακτήρα τους και τον τεράστιο πλούτο της παράδοσής τους […]» (σελ.3).

Από τη μία, η διαδικασία αυτή παραπέμπει στην κατακυριεύση του αγροτικού και φυσικού κόσμου από τις εξαπλούμενες αστικές ενότητες. Από την άλλη, παραπέμπει στην ιστορική παρακμή της πόλης ως αυθεντικής αρένας του πολιτικού βίου και κατά συνέπεια στην ιστορική παρακμή των εννοιών της πολιτικής και του πολίτη. Η μελέτη της ιστορικής πορείας των δύο τελευταίων εννοιών θα αποτελέσει στη συνέχεια τον κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο θα περιστραφεί ο προβληματισμός του συγγραφέα.

Στο 2ο κεφάλαιο, «από τη Φυλή στην Πόλη», ο Μπούκτσιν προσπαθεί να εντοπίσει τις κοινωνικές λειτουργίες των πρώτων πολεακών σχηματισμών (civic formations). Παίρνοντας ως ιστορικό παράδειγμα την αρχαία πόλη της Ανατολίας, Catal Huyuk, επιχειρηματολογεί εναντίον των κυρίαρχων ερμηνειών που αντιμετωπίζουν τη δημιουργία της πόλης είτε ως αποτέλεσμα της ανακάλυψης της αγροτικής καλλιέργειας, είτε ως απλό χώρο οικονομικών ανταλλαγών, είτε για την εξυπηρέτηση αμυντικών σκοπών.

Τονίζοντας την πολλαπλότητα των αιτίων που οδηγούν στη γέννηση της πόλης, εντοπίζει ως σημαντικότερη τη θρησκευτική. Θεωρεί τις πρώτες πόλεις ως κυρίως πνευματικά και λατρευτικά κέντρα, τα οποία «σχηματίζονται για να αντιμετωπίσουν πολιτιστικές αντί για αυστηρά οικονομικές ή αμυντικές ανάγκες» (σελ. 21). Μέσα σε αυτές –και εξαιτίας τους– για πρώτη φορά μπορούμε να παρακολουθήσουμε τις βιολογικές σχέσεις (τους δεσμούς αίματος, φυλής κ.λπ.) να μετασχηματίζονται σε κοινωνικές σχέσεις.

Στα επόμενα κεφάλαια, «Η δημιουργία της πολιτικής» και «Το ιδεώδες του πολίτη [της πολιτειότητας]», ο Μπούκτσιν πραγματεύεται την ιστορική εμφάνιση αυτών των εννοιών στην αρχαία Ελλάδα, χρησιμοποιώντας ως κύριο πλαίσιο αναφοράς την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Είναι ακριβώς στον ελληνικό χώρο που για πρώτη φορά αναδύονται οι έννοιες της πολιτικής και του πολίτη, ακόμα και ετυμολογικά.

Ακολουθώντας τα γραπτά του Αριστοτέλη, θεωρεί τον άνθρωπο ως «ζώον πολιτικόν» που αναζητά μέσα από μια πρώτιστα ηθική ένωση, την πόλη, όχι απλώς το «ζην», αλλά το «ευ ζην». Στην πόλη παρατηρούμε την ανάδυση μέσα από τον κοινωνικό χώρο (το άμεσο οικογενειακό και εργασιακό περιβάλλον όπου οι σχέσεις των ανθρώπων καθορίζονται από την ανάγκη) του πολιτικού χώρου (τη δημόσια αρένα στην οποία οι πολίτες συζητούν, αποφασίζουν και ελέγχουν τους θεσμούς με βάση το λόγο, τη λογική). Έτσι, η πολιτική ορίζεται ως η συνειδητή αυτοδιαχείριση της πόλης, ως η άσκηση της κυβέρνησης από τους ίδιους τους πολίτες.

Οι θεσμοί της Αθηναϊκής Δημοκρατίας (παρ’ όλους τους περιορισμούς της) αποτελούν για τον Μπούκτσιν το πρώτο ιστορικό παράδειγμα εφαρμογής της συνειδητής αυτοκυβέρνησης. Η παραγωγική της βάση, δηλαδή οι τεχνίτες και οι αγρότες, και η χωρική της έκταση, δηλαδή μια πόλη που κατά τον Αριστοτέλη «μπορεί κάποιος να την αγκαλιάσει με μια ματιά», της δίνουν τη δυνατότητα μετασχηματισμού της σε χώρο ελευθερίας και αυτονομίας. Στην αρχαία Αθήνα το περιεχόμενο της έννοιας του πολίτη εμπλουτίζεται μέσα από την καθημερινή ενασχόληση με τα κοινά στην αγορά, μέσα από τη συμμετοχή στη λαϊκή συνέλευση (την Εκκλησία του Δήμου) που αποτελεί το θεμελιακό αποφασιστικό όργανο, μέσα από τη συμμετοχή στα λαϊκά δικαστήρια, και μέσα από τη συμμετοχή στην κλήρωση, ανακλητότητα και εναλλαγή των δημόσιων αξιωμάτων.

Η πολιτική αποκτά, έτσι, ένα πιο ουσιαστικό περιεχόμενο, ως προσωπική και κοινωνική εκπαιδευτική διαδικασία, ως παιδεία με την πιο αυθεντική έννοια του όρου. Μαζί με τους άλλους θεσμούς της αρχαιοελληνικής ζωής, το γυμνάσιο, το θέατρο, το δράμα και, τέλος, την απαράμιλλη ελληνική γλώσσα, η πολιτική διαμορφώνει, για πρώτη φορά στην ιστορία, τη χαρακτηροδομή ενός ελεύθερου και αυτόνομου πολίτη.

Για τον Μπούκτσιν, το πρόταγμα της αυτονομίας, ή όπως την αποκαλεί η κληρονομιά της ελευθερίας, δεν χάνεται στην ιστορία με την παρακμή των αρχαιοελληνικών πόλεων. Στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου, «Δείγματα Πολιτικής (civic) Ελευθερίας», θα περιγράψει με εξαντλητική λεπτομέρεια την ανάδυση του αυτόνομου προτάγματος στις πόλεις της μεσαιωνικής Ευρώπης. Ήδη από τις αρχές του δέκατου τρίτου αιώνα, στις πόλεις ή (όπως αποκαλούντο) κομμούνες της Ιταλίας, της νότιας Γερμανίας, της βόρειας Γαλλίας, της Φλάνδρας, της Ελβετίας αλλά και μεταγενέστερα της Ισπανίας θα ξαναζωντανέψουν και θα ανθίσουν οι λαϊκές συνελεύσεις, ο ενεργός πολίτης και η συμμετοχική δημοκρατία. Στο Μπέργκαμο, στη Φλωρεντία, στο Μιλάνο, στην Πίζα, στη Βερόνα, στην Πάβια, στο Φράιμπεργκ, στη Λιέγη και σε πλήθος άλλες μικρές και μεγάλες πόλεις, βόρεια και νότια από τις Άλπεις, μια παρόμοια «συμμαχία» τεχνιτών και αγροτών θα «επανεφεύρει» την πολιτική με την αυθεντική της έννοια μέσα από τους αγώνες ενάντια στη μοναρχία, την παπική εξουσία και τις τοπικές ολιγαρχίες.

Το κεφάλαιο κλείνει με την εξέταση της Παρισινής Κομμούνας της γαλλικής μετα-επαναστατικής περιόδου (1793) που αποτελεί «το πιο καταπληκτικό παράδειγμα πολιτικής (civic) ελευθερίας και άμεσης δημοκρατίας της σύγχρονης περιόδου» (σελ. 5). Η εγκαθίδρυση των τοπικών συνελεύσεων στις γειτονιές του Παρισιού ως η θεσμική απάντηση ενός πολιτικού κινήματος που έφτασε να διεκδικήσει, στην κορυφή της επαναστατικής του δράσης, τη συνολική πολιτική αναδόμηση της Γαλλίας σε μια συνομοσπονδία δήμων (commune of communes), αποτελεί για τον Μπούκτσιν την ιστορική απάντηση στο τυπικό ερώτημα του αν είναι δυνατή ή όχι η άμεση δημοκρατία σε μια μεγάλη πόλη.

Στο έκτο και έβδομο κεφάλαιο, που τιτλοφορούνται «Από την πολιτική (politics) στην επαγγελματοποιημένη διαχείριση της κρατικής εξουσίας (statecraft)» και η «Κοινωνική οικολογία της αστικοποίησης» αντίστοιχα, ο Μπούκτσιν εξετάζει την ανάδυση και κυριαρχία των μορφών έμμεσης πολιτικής διακυβέρνησης σε σχέση με τη διαδικασία της αστικοποίησης.

Υπογραμμίζοντας τη διαφορά μεταξύ κοινωνικού και πολιτικού που προαναφέρθηκε, θα χαράξει μια τρίτη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του χώρου της πολιτικής και του χώρου της επαγγελματοποιημένης εξουσιαστικής διαχείρισης. Ο τελευταίος αν και εμφανίζεται ιστορικά στη Ρώμη, ως πολιτική της αντιπροσώπευσης και της διαμεσολάβησης, παίρνει σάρκα και οστά από το δέκατο έκτο αιώνα και ύστερα με την ανάπτυξη των εθνών-κρατών και των συλλογικών εθνικών πολιτιστικών ταυτοτήτων. Ο κοινωνικός χώρος αναφοράς της έννοιας του πολίτη αλλάζει. Τη θέση της πόλης και του πολιτικού της σώματος (public body) παίρνει μια διευρυμένη χωρικά και πολιτιστικά ενότητα, το «έθνος-κράτος», με σημείο συγκέντρωσης της εξουσίας την «πρώτη πόλη», την πρωτεύουσα. Η έννοια της πολιτικής σταδιακά μετασχηματίζεται σε διαχείριση της κρατικής εξουσίας από επαγγελματίες αντιπροσώπους.

«Παραμένει μία από τις τεράστιες ειρωνείες της ιστορίας το ότι η πόλη […] παρήγαγε τους ίδιους τους λόγους που οδήγησαν στην κατάλυση της […]. Ο αυξανόμενος χωρισμός της μεσαιωνικής πόλης από την παραδοσιακή αγροτική της μήτρα δεν παρήγαγε μόνο έναν νέο τύπο πόλης με μια δικιά της ταυτότητα. Παρήγαγε επίσης νέους τύπους οικονομικών, πολιτιστικών και πολιτικών δομών οι οποίες προφανέστατα μετέβαλαν την ύπαιθρο και σταδιακά μετέβαλαν και την εικόνα της πόλης» (σελ. 123).

Με την αστικοποίηση επέρχεται η αντιστροφή της πορείας του εξελικτικού ρολογιού, από το οργανικό στο συνθετικό, από τις οργανικές, ανθρώπινες και αυθεντικά πολιτικές σχέσεις σε συνθετικές εμπορευματικές σχέσεις που εκφράζονται μέσα από πολιτικές αντιπροσώπευσης και διαμεσολάβησης.

Οι πόλεις έχασαν όχι μόνο την εδαφική και χωρική μορφή τους, αλλά και την πολιτιστική ενότητα και μοναδικότητά τους, καθώς μετασχηματίστηκαν σε άξενα τοπία στοιχειωμένα από το α-ήθικο πνεύμα του «ιδιοκτητικού ατομισμού». Ακολουθώντας μια πορεία κοινωνικής και οικολογικής αποδόμησης, μεταβλήθηκαν σε σύμβολα της οικολογικής διάλυσης του σύγχρονου παγκόσμιου τοπίου, σε συνθετικούς χώρους εμπορευματικών διαμεσολαβήσεων.

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, «Το πρόγραμμα του κοινοτισμού [δημοτισμού]» (The municipal agenda), καθώς και στο παράρτημα «Η σημασία του Συνομοσπονδισμού», ο Μπούκτσιν θα εκθέσει την πρόταση της κοινωνικής οικολογίας για την έξοδο από τη σύγχρονη οικολογική και κοινωνική καταστροφική πορεία. Η επανακάλυψη των αυθεντικών εννοιών της πολιτικής και του πολίτη και η επανοικειοποίηση του δημόσιου πολιτικού χώρου από συνειδητούς αυτόνομους πολίτες αποτελούν τις κεντρικές συνιστώσες του Προγράμματος.

Η κοινωνική οικολογία βλέπει στον κοινωνικό χώρο που δημιουργεί ο συνομοσπονδιακός κοινοτισμός να μετασχηματίζεται το σύγχρονο απρόσωπο και ανίσχυρο άτομο σε κοινωνικό πρόσωπο, σε ενεργό πολίτη, μέσα από τη συμμετοχή του/της σε αυθεντικούς θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Προσβλέπει στην επαναδιεκδίκηση της πόλης ως ηθικής ένωσης, μέσα από τη δημιουργία αυτόνομων κοινοτιστικών κινημάτων. Τα τελευταία, επανακτώντας στους δήμους και ξαναζωντανεύοντας τις τοπικές λαϊκές συνελεύσεις, θα κοινοτικοποιήσουν (municipalize) την οικονομία, θα οργανωθούν σε συνομοσπονδίες και τελικά θα οδηγήσουν στην ανάδυση ενός γενικού πανανθρώπινους συμφέροντος καταστρέφοντας τους τεχνητούς διαχωρισμούς των σημερινών ιεραρχικών δομών και σχέσεων.

Κλείνοντας τη βιβλιοπαρουσίαση θα πρέπει να τονίσω πως ό,τι ειπώθηκε έως τώρα δεν αποτελεί παρά μια απλή σκιαγράφηση των απόψεων του Μπούκτσιν. Τα ιστορικά στοιχεία, που με εξαντλητική λεπτομέρεια παραθέτει, ήταν αδύνατον να χωρέσουν στις λίγες σελίδες αυτού του κειμένου. Όπως επίσης ήταν αδύνατο να μεταφέρω τη βαθιά γνώση της αρχαιοελληνικής ιστορικής και φιλοσοφικής παράδοσης του συγγραφέα και τη γλώσσα του κειμένου του, που είναι πραγματικά αξιοζήλευτη για τη γλαφυρότητα και φρεσκάδα της.

Θα παρέθετα 2 σημεία κριτικής. Το ένα είναι η ομολογουμένως αθέλητη έμφαση του Μπούκτσιν σε μια δυτικοκεντρική προσέγγιση που δεν ερευνά την πιθανότητα ύπαρξης και άλλων ιστορικών παραδειγμάτων αυτονομίας πέρα από τον Δυτικό χώρο. Το δεύτερο και πιο σημαντικό αφορά σε ένα από τα χαρακτηριστικά της μεθόδου προσέγγισης. Γεννιέται το ερώτημα κατά πόσο έχουμε ανάγκη τελικά να βασίσουμε το απελευθερωτικό πρόταγμα σε μια εξελικτική ιστορία της πόλης, ακόμα κι αν αυτή η ιστορία απλά τονίζει την κοινωνική δυνατότητα αυτού του προτάγματος. Θα έλεγα ότι κάθε ιστορική αναδρομή είναι μια επιλογή, μια διαχείριση του παρελθόντος, με σαφείς ή υπολανθάνουσες τις προθέσεις αυτού/-της που την κάνει. Θα έλεγα, ειδικότερα, ότι η ιστορική αναδρομή που επιχειρεί ο Μπούκτσιν είναι μια επιλογή ελευθερίας, μια διαχείριση του παρελθόντος από τη σκοπιά της αυτονομίας και της αυθεντικής δημοκρατίας.

Με βάση το τελευταίο, θεωρώ ότι το βιβλίο επιτυγχάνει τον σκοπό του, ξεκινώντας ένα πολύ γόνιμο διάλογο γύρω από την κοινωνική οικολογία της πόλης. Εύχομαι να μεταφραστεί γρήγορα στα ελληνικά.

Αφήστε ένα σχόλιο

seventeen + 9 =