Ελλάδα: η ζωή στα Camps (με αφορμή το καμπ στον Ελαιώνα)

0

Του Siavash Shahabi για το Αυτολεξεί.

Κατά τη γενική άποψη των ελληνικών Αρχών και των Αρχών της ΕΕ, το ελεγχόμενο κλείσιμο των στρατοπέδων –ή για να το πούμε πιο συγκεκριμένα, η φυλάκιση– έχει γίνει η απάντηση της πρώτης καταφυγής για πάρα πολλούς ανθρώπους που έχουν εγκλωβιστεί στην κρίση διαχείρισης του προσφυγικού και του ρατσισμού. Ως αποτέλεσμα των κακών συνθηκών στους καταυλισμούς και των συνεπαγόμενων βλαβών και της βίας, οι μετανάστες ενοχοποιούνται ως επικίνδυνοι και αποκλίνοντες, ως ανεπιθύμητοι και ως επικίνδυνοι αντί να θεωρούνται αυτοί που κινδυνεύουν. Αυτό συγκαλύπτεται με το να ομαδοποιούνται βολικά υπό την κατηγορία «παράνομοι μετανάστες» ή «αιτούντες άσυλο» και με την αυτόματη ταξινόμηση των ανθρώπων αυτών ως εγκληματιών. Η έλλειψη στέγης, η ανεργία, ο εθισμός στα ναρκωτικά, οι ψυχικές ασθένειες και ο αναλφαβητισμός είναι μερικά μόνο από τα προβλήματα που εξαφανίζονται από τη δημόσια θέα όταν οι άνθρωποι που τα αντιμετωπίζουν αυτά υποβιβάζονται σε ψυχές εγκλωβισμένες μέσα σε κλουβιά.

Η παρουσίαση των μεταναστών ως απειλητικών και αποκλινόντων χρησιμεύει ώστε να απαλλαχτεί το κράτος από την ευθύνη απέναντί τους και μπορεί να αποτελέσει μια επίσης αποτελεσματική στρατηγική για την ανακούφιση από τυχόν ενοχές που θα βάραιναν τον κρατικό μηχανισμό για τα δεινά τους. Στην πραγματικότητα, έτσι όχι μόνο δικαιολογείται η παρακράτηση της ανθρωπιστικής βοήθειας, αλλά νομιμοποιείται και η χρήση τιμωρητικών, ακόμη και βίαιων, μέσων για τον έλεγχο των μεταναστών.

Στατιστικά

Περισσότεροι από 16.000 άνθρωποι ζουν αυτή τη στιγμή σε καταυλισμούς-καμπς σε όλη την Ελλάδα. Αυτός ο αριθμός περιλαμβάνει ανθρώπους που περιμένουν να εκδικαστούν οι αιτήσεις τους για άσυλο καθώς και αυτούς που οι αιτήσεις τους έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν. Έπειτα από τη θέσπιση των συνοριακών περιορισμών, λειτουργούσαν συνολικά 32 καταυλισμοί στην ηπειρωτική χώρα τον Δεκέμβριο του 2020, οι περισσότεροι από τους οποίους αποτελούσαν εγκαταστάσεις προσωρινής φιλοξενίας. Λόγω της συνεχιζόμενης μείωσης των αφίξεων το 2021 (περίπου 42% μείωση από το 2020) και σε συνδυασμό με τη δραματική αύξηση των αναφορών και των ισχυρισμών σχετικά με τις απωθήσεις (pushbacks) στα σύνορα, οι εν λόγω εγκαταστάσεις προσωρινής φιλοξενίας μειώθηκαν σε 25 τον Δεκέμβριο του 2021.

Παράλληλα, προέκυψε ότι οι νέες συμβάσεις τροφοδοσίας για την παροχή φαγητού σε αυτούς τους καταυλισμούς παρέχουν επαρκές φαγητό για τη σίτιση 10.000 ατόμων, καλύπτοντας έτσι μόνο όσους εξακολουθούν να βρίσκονται στη διαδικασία ασύλου και όχι όσους οι αιτήσεις ασύλου έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν. Οι τελευταίοι πρέπει να εγκαταλείψουν αναγκαστικά τα καμπς μετά την παραλαβή της ειδοποίησής τους. Αυτό συμβαίνει παρά τα καλέσματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την ελληνική κυβέρνηση να διασφαλίσει ότι όλα τα άτομα, ιδιαιτέρως τα ευάλωτα, θα λαμβάνουν τροφή ανεξάρτητα από τη νομική τους κατάσταση.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες που διαμένουν σε καταυλισμούς στην ενδοχώρα συνέχισαν να διαμαρτύρονται για τις υποβαθμισμένες συνθήκες διαβίωσης, τον συνεχιζόμενο αποκλεισμό τους από την ελληνική κοινωνία και τη νέα πολιτική αποκλεισμού από την παροχή τροφίμων όσων δεν πληρούν τις προϋποθέσεις υποδοχής – εν μέσω σοβαρών καθυστερήσεων στη διάθεση της χρηματικής βοήθειας.

Αγώνες

Τον Οκτώβριο του 2021, οι κάτοικοι του καμπ της Νέας Καβάλας διαμαρτυρήθηκαν κλείνοντας την είσοδο στον καταυλισμό, ζητώντας παράλληλα να μην κοπεί το φαγητό. Μικρές εντάσεις αναφέρθηκαν τον Απρίλιο, εν μέσω διαμαρτυρίας στο καμπ του Σκαραμαγκά, το οποίο ήταν προγραμματισμένο να κλείσει χωρίς, σύμφωνα με πληροφορίες, οι κάτοικοι του να έχουν ενημερωθεί για το πού ή αν θα μεταφερθούν και πώς θα καλυφθούν οι στεγαστικές τους ανάγκες μετά το κλείσιμο του καταυλισμού. Τον Νοέμβριο, οι κάτοικοι του καμπ στα Οινόφυτα απαγόρευσαν την είσοδο στον καταυλισμό για τουλάχιστον δύο ημέρες, διαμαρτυρόμενοι για τις συνεχιζόμενες απορρίψεις αιτήσεων ασύλου που υπέβαλαν Κούρδοι, λόγω της επίμονης εφαρμογής από την Ελληνική Υπηρεσία Ασύλου της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας» για την Τουρκία.

Τον ίδιο μήνα, πρόσφυγες στο καμπ του Ελαιώνα διαμαρτυρήθηκαν επίσης, ζητώντας να μην κλείσει ο χώρος και να επιταχυνθούν οι διαδικασίες. Όπως δήλωσε, μια γυναίκα από τη Σομαλία, «ο δήμος θέλει να μας μεταφέρει από εδώ, αλλά πού μπορούμε να πάμε; Έχουμε παιδιά που πηγαίνουν στο σχολείο, έχουμε ανθρώπους που εργάζονται στην πόλη. Γιατί θέλουν να μας απομακρύνουν από εδώ και πού μπορούμε να πάμε;» Οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται ακόμη.

Ως αποτέλεσμα της απόφασης του Υπουργείου να μην ανανεώσει τις συμβάσεις των κοινωνικών λειτουργών τον Ιούνιο του 2022, οι κάτοικοι του καμπ στον Ελαιώνα δεν θα μπορούν πλέον να ασκούν το δικαίωμά τους στην υγεία, την εκπαίδευση και το άσυλο. Το Υπουργείο έχει επίσης διατάξει περιορισμό της μετακίνησης των κατοίκων και χρησιμοποιεί έναν ξεπερασμένο και λανθασμένο κατάλογο εγγραφής στον καταυλισμό, προκειμένου να εμποδίσει την είσοδο των ανθρώπων που διαμένουν εντός. Το κλείσιμο του καταυλισμού του Ελαιώνα θα είχε ως αποτέλεσμα εκατοντάδες κάτοικοι να αναγκαστούν να μεταφερθούν σε καταυλισμούς εκτός Αθηνών με περιορισμένη πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση. Οι άνθρωποι χωρίς χαρτιά υπόκεινται επίσης σε εκμετάλλευση, εκβιασμούς και απειλές απέλασης σε αυτά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τα τελευταία τρία χρόνια, έχει αυξηθεί ο αριθμός των ξενοφοβικών και ρατσιστικών περιστατικών που έχουν ως στόχο τους αιτούντες άσυλο που μεταφέρονται σε δομές υποδοχής στην ηπειρωτική χώρα, νεοαφιχθέντες πρόσφυγες και μετανάστες, καθώς και το προσωπικό διεθνών οργανισμών και ΜΚΟ, ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών και δημοσιογράφους, λόγω της σύνδεσής τους με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των προσφύγων. Οι επιθέσεις αυτές έχουν κλιμακωθεί με σωματικές επιθέσεις κατά του προσωπικού που παρέχει υπηρεσίες σε πρόσφυγες, σε δομές φιλοξενίας και οχήματα ΜΚΟ, και με παρεμπόδιση της μεταφοράς ή της αποβίβασης νεοαφιχθέντων με ρατσιστικά σχόλια.

Παρόλο που τέτοιες πρακτικές μπορεί φαινομενικά να έρχονται σε αντίθεση με τα δόγματα της ΕΕ, τα κράτη λειτουργούσαν πάντα με βάση την παραδοχή ότι όσοι χαρακτηρίζονται «άλλοι» ή λιγότερο από άνθρωποι δεν αξίζουν την ισότιμη θέση των ανθρώπων.

Η επιρροή του νεοφιλελευθερισμού και του σοβινισμού

Η παρουσίαση των μεταναστών ως απειλή αποτελεί μια μορφή κυβερνησιμότητας, αφού το κράτος χρησιμοποιεί την εξουσία για να δημιουργήσει ασφάλεια για κάποιους (άξιους προστασίας), ενώ την αφαιρεί από άλλους (αναγκαίες θυσίες). Έτσι, αυτές οι «ανελεύθερες πρακτικές» αποτελούν μέρος του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, με έννοιες όπως το «κράτος δικαίου» και η «χρηστή διακυβέρνηση» να αποτελούν αποτελεσματικά εργαλεία για την καταπίεση και τον αποκλεισμό των άλλων μέσω μη ρατσιστικών, αντικειμενικών, τεχνοκρατικών μεθόδων. Κατά συνέπεια, η βλάβη που υφίστανται οι πρόσφυγες που είναι παγιδευμένοι σε καταυλισμούς δεν αντιτίθεται στη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση, αλλά είναι μάλλον εργαλείο της.

Εκτός από τη βελτίωση των βλαβών που προκαλούνται από τέτοιες «ανελεύθερες πρακτικές», οι ανθρωπιστικοί φορείς συμβάλλουν στη συνέχισή τους παρέχοντας βοήθεια και συνδρομή στους κατοίκους των καταυλισμών, γεγονός που συντηρεί τους καταυλισμούς.

Μεταξύ των αριστερών, η πολιτική ανάλυση χωρίς να λαμβάνει υπόψη την πολιτική οικονομία του πολέμου, τις φασιστικές (θρησκευτικές και εθνικιστικές) τάσεις που εμπλέκονται στον πόλεμο σε χώρες όπως το Αφγανιστάν και τη Συρία, ή η έλλειψη ενδιαφέροντος για τις πολιτικές συνθήκες και τη ζωή σε χώρες όπως το Ιράν (με το ψευδεπίγραφο αντιιμπεριαλιστικό καθεστώς του) συμβάλλουν στην ανάπτυξη αυτών των ιδεών.

Αυτά τα χρόνια, ωστόσο, δεν είδαμε έναν πρακτικό ή ρεαλιστικό αγώνα για την υπεράσπιση ή την υποστήριξη των προσφύγων. Ως παράδειγμα, το καλοκαίρι του 2020, δεκάδες οικογένειες χωρίς την υποστήριξη του τοπικού κινήματος, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πλατεία Βικτωρίας έπειτα από πολυήμερη μάχη για τα έγγραφα παραμονής τους λόγω διάφορων επιθέσεων της αστυνομίας και εγκλωβίστηκαν σε πολύ δύσκολες και εξαντλητικές συνθήκες εντός των καμπς.

Ωστόσο, η καταγωγή των προσφύγων και η ταξική τους βάση σπάνια εξετάζονται και γενικά στην ανάλυση αποφεύγονται ως μέρος της κοινωνικής τους θέσης, που αναπόφευκτα αντανακλά μια συνέχεια της τάξης και της ιστορίας.

Οι απόψεις αυτών των ομάδων δίνουν έμφαση στο προσφυγικό ζήτημα από τη σκοπιά των κρατών που δέχονται τους πρόσφυγες ή των τοπικών κινημάτων και συνήθως σιωπούν για το τι συμβαίνει στις χώρες προέλευσης των προσφύγων ή περιορίζονται σε πολιτικές γενικεύσεις χωρίς να αναλύουν τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι μετακινούνται.

Με αυτόν τον τρόπο, ξεχνιούνται τα όποια κριτήρια και σημεία αναφοράς σχετικά με την προοπτική ανθρώπινης ανταλλαγής των προσφύγων και μετατρέπονται σε πανομοιότυπα άτομα χωρίς χαρακτηριστικά – όσον αφορά την προσωπικότητα, την ταυτότητα και τις κοινωνικές απαιτήσεις των προσφύγων, αγνοούνται στις σχέσεις παραγωγής. Και το σύνθημα της υπεράσπισης του δικαιώματος στο άσυλο για «όλους» αποκτά μια ριζοσπαστική και σοβαρή εμφάνιση. Επειδή όμως το «όλοι» είναι απλώς μια αφηρημένη έννοια στην εξάλειψη των χαρακτηριστικών και συνήθως δεν σημαίνει τίποτα, αμέσως μετά τις πρακτικές δράσεις για το προσφυγικό κίνημα, συνήθως ακολουθούν σοσιαλδημοκρατικά προπαγανδιστικά σκάνδαλα.

Για τον λόγο αυτό, όταν μιλάμε για το κλείσιμο του προσφυγικού καταυλισμού, οι ανάγκες και τα αιτήματα των προσφύγων (όπως το δικαίωμα καταχώρησης αίτησης ασύλου, το δικαίωμα να έχουν έγγραφα διαμονής και η επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου) γενικά αγνοούνται και ο κυρίαρχος λόγος παραμένει «η κριτική των κομμάτων της αντιπολίτευσης στις επιδόσεις του κυβερνώντος κόμματος, ο πολεοδομικός σχεδιασμός και ο εξευγενισμός».

Είναι προφανές εδώ ότι οι «άλλοι» και οι άλλες ανάγκες αποτελούν μέρος της εικόνας.

Αφήστε ένα σχόλιο

nine + four =