Θεσμοθετώντας την κατάσταση εξαίρεσης: Το καθεστώς απομόνωσης της φυλακής Ιμραλί

0

ΕΧΕΙΣ ΑΚΟΥΣΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ. ΜΑΘΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ. ΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ. Κυκλοφόρησε η νέα διεθνής περιοδική έκδοση Imrali Post. Σήμερα δημοσιεύουμε ένα άρθρο από το Τεύχος № 1 σχετικά με το πώς λειτουργούν οι φυλακές ακραίας απομόνωσης στο νησί Ιμραλί στην Τουρκία.

Και τα 6 pdf του δελτίου θα μεταφραστούν στα ελληνικά και θα δημοσιευτούν στο site rojavakurdistan.gr

→ Κατεβάστε το πρώτο τεύχος ΕΔΩ

Δύο λόγια για την έκδοση:

Η Διεθνής Πρωτοβουλία «Λευτεριά στον Abdullah Öcalan – Ειρήνη στο Κουρδιστάν» (“Freedom for Abdullah Öcalan – Peace in Kurdistan“) ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 1999, έναν μήνα μετά την απαγωγή του Öcalan από την Κένυα και τη φυλάκισή του από την Τουρκία. Από την ίδρυσή της, η Διεθνής Πρωτοβουλία αγωνίστηκε για την απελευθέρωση του Abdullah Öcalan από τη φυλακή, ώστε να μπορέσει να παίξει τον ρόλο που δικαιούται στην εδραίωση μιας δίκαιης ειρήνης μεταξύ του τουρκικού κράτους και του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK). Η Διεθνής Πρωτοβουλία είχε επίσης στόχο να συμβάλει στην αποκατάσταση των δεσμών μεταξύ του κουρδικού και του τουρκικού λαού, καθώς και όλων των άλλων λαών της Μέσης Ανατολής.

Το Imrali Post είναι ένα νέο δελτίο τύπου που εκδίδεται από αυτή τη Διεθνή Πρωτοβουλία. Στόχος του είναι να αναδείξει τα νέα σχετικά με τον αγώνα για την ελευθερία των πολιτικών κρατουμένων, ιδίως του Abdullah Öcalan, και την ειρήνη και τη δημοκρατία στο Κουρδιστάν. Από τις 15 Φεβρουαρίου 2022, την 23η επέτειο της σύλληψης και φυλάκισης του Κούρδου ηγέτη, έχουν δημοσιευτεί 6 τεύχη του νέου αυτού δελτίου.

Ακολουθεί το άρθρο που περιλαμβάνεται στο τεύχος 1 του Imrali Post (15 Φεβρουαρίου 2022 ★ Επικοινωνία: imralipost@ freeocalan.org):

Θεσμοθετώντας την κατάσταση εξαίρεσης: Το καθεστώς απομόνωσης του İmralı

Του Faik Özgür Erol

Η Πολιτική Σκέψη του Συγκροτήματος των Φυλακών του İmralı και οι Νόμοι του Öcalan

Εάν προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την απομονωμένη φυλακή του İmralı ως αρνητικό σύμπτωμα νομικών απαγορεύσεων θα αποτύχουμε. Η αδυναμία μιας τέτοιας προσπάθειας οφείλεται στην επιθυμία να εξηγήσουμε εξουσία και πολιτική στα πλαίσια της νομικής σκέψης. Μοιάζει πιο υποσχόμενο να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την έννοια της απομόνωσης στο πλαίσιο των θετικών γνωρισμάτων της, αυτών του ελέγχου και της διακυβέρνησης. Το παρόν κείμενο αποτελεί μία κριτική, ή μάλλον μία αυτοκριτική.

Ποια έννοια δικαίου και τι είδος πολιτικής υπόκειται της απομόνωσης του İmralı; Παραβλέποντας τις αποτυχίες αυτής, θα πρέπει να αναρωτηθούμε: Πού οδηγεί η απομόνωση; Τι φέρνει και τι σκοπό υπηρετεί;

Οι τουρκικές φυλακές αποτελούν μέρος των εκτεταμένων νομικο-πολιτικών δομών της χώρας. Παρότι το σωφρονιστικό σύστημα μοιάζει πρωταρχικά με ζήτημα που αφορά κυρίως την τιμωρία (στέρηση της ελευθερίας) και την κοινωνική επανένταξη (και τους αντίστοιχους μηχανισμούς της), τα μέτρα εφαρμογής του μάλλον μας υπενθυμίζουν την πρακτική εφαρμογή δικαστικών συμφωνιών, οι οποίες περιλαμβάνουν εκτεταμένα ποινικά μέτρα. Αυτές οι ρυθμίσεις περιλαμβάνουν “ικανοποίηση”, κίνητρα και κυρώσεις, ώστε οι κρατούμενοι να αποφεύγουν συγκεκριμένες συμπεριφορές και δράσεις. Έτσι, ο κρατούμενος λαμβάνει, για παράδειγμα, περισσότερο χρόνο επίσκεψης ή άλλες ευκαιρίες εφόσον “συμπεριφέρεται σωστά”.

Διαφορετικά μέτρα μπορούν να παρθούν για συμπεριφορά που κρίνεται ακατάλληλη, από την άρνηση των υφιστάμενων δικαιωμάτων έως τον διαρκή περιορισμό στο κελί.

Είναι το İmralı μέρος τέτοιου συστήματος φυλακών; Κατά κάποιον τρόπο, δεν υπήρξε ποτέ μέρος ενός συστήματος που βασίζεται σε οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες νομικές ρυθμίσεις. Από την αρχή, τα ασύμμετρα χαρακτηριστικά που αποτελούν μέρος της δομής του İmralı, το καθιστούν ως κάτι που βρίσκεται εκτός νόμου, ή μάλλον, σε αντίφαση με τον υπάρχοντα νόμο. Σε τεχνικό, φυσικό ή νομικό επίπεδο, δεν αποτελεί ούτε μέρος του συστήματος των φυλακών, ούτε είναι εντελώς ανεξάρτητο από αυτό.

Το İmralı πάντοτε ήταν μια έκφραση μιας εξαιρετικά αποτελεσματικής, νέας και εξαιρετικής τεχνικής εξουσίας, η οποία δεν βασίζεται ούτε στον νόμο ούτε τον αποκλείει εντελώς ως αρχή. Ο ισχυρισμός του Giorgio Agamben ότι «το ερώτημα εάν τα γεγονότα στο στρατόπεδο είναι νόμιμα είναι χωρίς νόημα», ισχύει και για την κατάσταση στο νησί İmralı. Η σχέση του İmralı με τις αρχές του δικαίου συνδέεται στενά με το γεγονός ότι το νησί αποτελεί μια σφαίρα όπου ο νόμος βρίσκεται σε αναστολή.

Το νησί İmralı δεν είναι απλά ένας χώρος όπου βρίσκεται μια φυλακή. Το νησί αντιπροσωπεύει ένα σύστημα με το οποίο εφαρμόζεται ένα εντελώς νέο καθεστώς τιμωρίας. Τα πάντα στο νησί οργανώνονται σύμφωνα με αυτό το σύστημα. Το νησί μετατράπηκε σε τόπο χωρίς ανθρώπους. Η γύρω περιοχή δηλώθηκε ως στρατιωτική ζώνη. Μεταφορικά, το νησί παρουσιάζει τις πιο ευνοϊκές γεωγραφικές συνθήκες για τη θεσμοθέτηση τέτοιων έκτακτων μέτρων. Ένα νησί δεν είναι ούτε έξω ούτε μέσα, η ιδιαιτερότητα του έγκειται στην απομόνωσή του. Η εικοσαετής φυσική απομόνωση αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης όψης. Σημαίνει τη διακοπή οποιασδήποτε σχέσης με τον έξω κόσμο, μια πολιτική απομόνωσης, θανάτου και μιας ζωής που περιορίζεται με τον πιο στενό τρόπο. Σε αυτή την περίπτωση, η σύνδεση με την κοινωνία διακόπτεται, ενώ η σύνδεση με το σύστημα ισχύος παραμένει. Λόγω της έντασης της ισχύουσας έκτακτης νομοθεσίας, η σχέση αυτή παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή στην πραγματικότητα. Από τη μια πλευρά, η επικράτηση των λεπτομερειών που επιτρέπουν στην εξουσία να γίνεται απόλυτα αισθητή, από την άλλη πλευρά, ζωές που αναγκάζονται να κρέμονται σε ένα κενό στο χείλος της ολικής ανομίας.

Όλα τα πρόσωπα που μπαίνουν στο νησί, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών υπαλλήλων, υποτάσσονται στο σύστημά του. Το καθεστώς κατάστασης εξαίρεσης δεν ανέχεται καμία εξαίρεση.

Στο İmralı, ο πρωταρχικός στόχος του συστήματος δεν ήταν να φυλακίσει τον κ. Öcalan σε τόπο που θεωρείται “ασφαλής τοποθεσία”. Η πραγματική πρόθεση ήταν να τον αποκλείσει, να τον μετατρέψει σε έναν “άλλο”, να τον απομονώσει και να τον εξουδετερώσει, να τον παρατηρεί διαρκώς και κατά κάποιο τρόπο να τον διαλύσει. Επομένως, το σύστημα του İmralı δεν πρέπει να υποτιμηθεί ταυτιζόμενο με έννοιες όπως η αυστηρή τιμωρία, η εκδίκηση και η καταναγκαστική υπακοή (αν και αυτά τα στοιχεία αποτελούν βέβαια μέρος του συνόλου). Ο πραγματικός σκοπός του συστήματος συνίσταται στη διάσπαση, σπάζοντας και μετατρέποντας τον φυλακισμένο σε ένα υπάκουο εργαλείο.

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο πρέπει να κατανοήσουμε το σύστημα απομόνωσης του İmralı όχι ως μέθοδο τιμωρίας, αλλά ως μέθοδο ελέγχου και διαχείρισης. Μέρος αυτής της μεθόδου είναι η παρακολούθηση και η καταγραφή όλων των συναντήσεων με μέλη της οικογένειας, δικηγόρους ή αντιπροσωπείες, η εμφανής ή μυστική καταγραφή των συζητήσεων μεταξύ των κρατουμένων στο νησί, η συνεχής παρακολούθηση μέσω βιντεοσκόπησης ή ηχητικής καταγραφής των επιμέρους κελιών και οι καθημερινές ιατρικές εξετάσεις. Τα μέτρα αυτά δεν αποτελούν απλώς προφυλάξεις ασφαλείας ή μέσα εκφοβισμού.

Αντιθέτως, πρόκειται για τεχνικές μέσω των οποίων συλλέγονται και αναλύονται πληροφορίες για λόγους διακυβέρνησης και επιρροής σε φάσεις πολιτικής αντιπαράθεσης και συγκρούσεων. Υπάρχει μια διπλή λειτουργία μέσω της οποίας συλλέγονται πληροφορίες από τον κρατούμενο, ενώ συλλέγονται πληροφορίες γι’ αυτόν. Το δικαίωμα απόκτησης και ανάλυσης όλων αυτών των πληροφοριών βρίσκεται στα χέρια των υπευθύνων, οι οποίοι και δεν φαίνονται πρόθυμοι να μοιραστούν αυτές τις πληροφορίες με άλλους.

Μια άλλη πτυχή των μεθόδων διοίκησης είναι ο έλεγχος των ευκαιριών του κρατούμενου να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες. Επί δεκαπέντε χρόνια, δεν υπήρχε πρόσβαση σε τηλεόραση στο İmralı, περιορισμός που δεν ισχύει σε καμία άλλη φυλακή στη χώρα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο κ. Öcalan δεν είχε το δικαίωμα να κρατάει περισσότερα από τρία βιβλία κάθε φορά στο κελί του. Οι εφημερίδες παρέχονταν μόνο αφού είχαν προσεκτικά επιλεγεί, λογοκρίνονταν και ορισμένες φορές του δίνονταν αρκετά καθυστερημένα ώστε το περιεχόμενό τους να είναι ξεπερασμένο. Έτσι αποφασιζόταν τι επιτρέπεται να γνωρίζει ο κρατούμενος και τι όχι.

Έρευνες και αγωγές ξεκινούσαν μετά από συναντήσεις με δικηγόρους. Λόγω μεμονωμένων προτάσεων που ειπώθηκαν από τον ίδιο κατά τις συναντήσεις με τους δικηγόρους του, ο κ. Öcalan τιμωρήθηκε με 200 ημέρες κράτηση στο κελί του. Όταν έφταναν οι δικηγόροι στο İmralı για να συναντήσουν τον κ. Öcalan, δεν επιτρεπόταν πρόσβαση σε καμία πολιτική ή άλλη αντιπροσωπία. Και κάθε φορά που οι αντιπροσωπίες αυτές μπορούσαν να πάνε στο İmralı, δεν επιτρεπόταν στους δικηγόρους να βρεθούν στο νησί. Ένα μέτρο που εφαρμόστηκε κατά τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της φυλάκισης είναι το τέλειο σύμβολο όλων αυτών των πτυχών: ένα ραδιόφωνο που παρασχέθηκε στον κ. Öcalan εξέπεμπε μόνο το επίσημο κρατικό ραδιοφωνικό κανάλι αφού το κουμπί που αλλάζει κανάλια είχε αφαιρεθεί. Αυτή η πολιτική περιορισμού στο İmralı εφαρμοζόταν πάντα με μεγάλη προσοχή.

Το καθεστώς του İmralı είναι ένας νομικός θεσμός που χρησιμεύει ως πρωτότυπο για τις πραγματικές μεθόδους εξουσίας και ελέγχου

Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε το İmralı ως ένα σύστημα που διατάχθηκε μόνο από τα πάνω και είναι εντελώς προγραμματισμένο εκ των προτέρων. Χωρίς αμφιβολία, πολλές λεπτομέρειες διευθετήθηκαν στην αρχή της φυλάκισης του κ. Öcalan με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτευχθούν ορισμένοι στόχοι. Το İmralı όμως μετατράπηκε σε διοικητική τεχνική η οποία αποδίδοντας νομιμότητα στον εαυτό της, επεκτάθηκε και εφαρμόστηκε σε άλλες σφαίρες της κοινωνικής ζωής.

Ακόμη και αν κατανοήσουμε το İmralı ως μέρος ενός συστήματος δικαίου, δεν μπορούμε να αποφύγουμε να φτάσουμε στο ακόλουθο συμπέρασμα: πρόκειται για έναν θεσμό δικαίου που χρησιμεύει ως πρωτότυπο για τις πραγματικές μεθόδους εξουσίας και ελέγχου στην Τουρκία. Η συνεχής ύπαρξη του İmralı ως καθεστώς εξαιρέσεων για είκοσι έτη επέτρεψε την εξάπλωση ή τα έκτακτα μέτρα να εξαπλωθούν σε τελείως διαφορετικές σφαίρες. Το İmralı αποτελεί τον πυρήνα ή τη βάση αυτής της εξέλιξης.

Για μία φορά, με το İmralı έγινε εμφανής η δημοκρατική φάρσα του υπάρχοντος κράτους δικαίου: η τυπική ισότητα και η δικαστική αντικειμενικότητα δεν παίζουν εδώ κανένα ρόλο πλέον.

Τυπική ισότητα: Η τυπική ισότητα ενώπιον του νόμου εξασφαλίζεται κανονικά μέσω της τύφλωσης της δικαιοδοσίας, που σημαίνει ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Αυτό που έχουμε δει όμως στην Τουρκία τα τελευταία 25 χρόνια είναι μία προσαρμογή του νόμου σε ένα μόνο άτομο. Κανονισμοί για εξαιρέσεις προστέθηκαν στους υφιστάμενους νόμους, τους οποίους και θα θυμόμαστε ως τους “νόμους του Öcalan”. Αυτοί οι έκτακτοι κανονισμοί εφαρμόζονταν αδιάκοπα και αποκλειστικά στο νησί του İmralı.

Παράδειγμα αυτού του κανονισμού βρίσκουμε στο δικαίωμα του πελάτη να πραγματοποιεί ιδιωτικές συναντήσεις με τους δικηγόρους του. Η εξαίρεση στο İmralı συνίσταται στο ότι ένας υπάλληλος του κράτους είναι παρών ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια τέτοιων συναντήσεων και ότι οι συναντήσεις καταγράφονται. Αυτός ο κανονισμός εκδόθηκε στην Τουρκία ως αντίδραση σε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο είχε επικρίνει την άδικη μεταχείριση του κρατούμενου Öcalan. Με τη θέσπιση αυστηρότερης νομοθεσίας σχετικά με τις καταδίκες ισόβιας κάθειρξης το 2005, το καθεστώς εκατοντάδων φυλακισμένων καταδικασμένων σε θάνατο στην Τουρκία άλλαξε εν μία νυκτί.

Απομακρύνθηκαν από τα μέχρι τότε κελιά τους και τοποθετήθηκαν σε ατομικά. Η πρόθεση πίσω από αυτό το μέτρο ήταν να νομιμοποιήσει την πρακτική του İmralı και να τη διαδώσει στις άλλες φυλακές της χώρας. Το σύστημα που ασχολείτο συνεχώς με τη δημιουργία νέων μέτρων εξελίχθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να εξετάζει οποιαδήποτε νομοθετική τροποποίηση στη χώρα για το αν θα μπορούσε να έχει ενδεχόμενη επίδραση στο σύστημα του İmralı. Κατά καιρούς, το σύστημα επανεξετάζεται ώστε να ελέγχεται κατά πόσον αυτό εξακολουθεί να ανταποκρίνεται στη λειτουργία του συστήματος αποκλεισμού του İmralı. Αυτός ο αποκλεισμός εξελίχθηκε σε μια κουλτούρα που κρίθηκε απαραίτητη για τη συντήρηση ολόκληρου του συστήματος. Ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό παράδειγμα είναι η αμνηστία των φοιτητών το 2011. Το κράτος είχε έντονη ανησυχία να εξασφαλίσει ότι ο Öcalan δεν θα μπορούσε να επωφεληθεί από την αμνηστία, συνέπεια αυτού, οι πολιτικά αιτιολογημένες υποθέσεις να αποκλείονται εξαρχής από το να τύχουν αμνηστίας. Και ενώ η πρακτική αυτή πωλήθηκε για πρώτη φορά ως έκτακτο μέτρο, με την πάροδο του χρόνου, αναπτύχθηκε σε μια νομοθεσία αμνηστίας για τους σπουδαστές που απέκλειε πολιτικά αδικήματα. Όλοι οι ειδικοί κανονισμοί που εφαρμόστηκαν σε ένα άτομο στο İmralı κατά τη διάρκεια των δέκα έως δεκαπέντε χρόνων εξελίχθηκαν στο γενικό δίκαιο με τη διακήρυξη του καθεστώτος εξαίρεσης το 2016: ειδικά νομικά μέτρα για μεμονωμένα άτομα ή κοινωνικές ομάδες.

Νομιμότητα / Αντικειμενικότητα: Από το 2005, όλες οι συναντήσεις στο İmralı επιβλέπονταν από έναν εκπρόσωπο του κράτους και καταγράφονταν. Το περιεχόμενο των συναντήσεων καταγραφόταν χωρίς καμία νομική βάση. Αντίθετα, δικαιολογείται μια ευρεία ερμηνεία της ακόλουθης νομικής ρύθμισης: “Οι φάκελοι ύποπτων δικηγόρων μπορούν να κατασχεθούν”. Κανονικά, δεν είναι δυνατό να επεκταθούν οι νομικές εξαιρέσεις μέσω της επανεξέτασης του υπάρχοντος νόμου. Στην καλύτερη περίπτωση, τα δικαιώματα που σχετίζονται με την ελευθερία θα μπορούσαν να επεκταθούν με αυτόν τον τρόπο. Αλλά κανείς δεν αποδίδει μεγάλη σημασία σε αυτή την εξέλιξη.

Από τον Ιούλιο του 2011, δεν επιτρέπεται πια η είσοδος στο İmralı στους δικηγόρους. Το νησί τούς έγινε εντελώς απρόσιτο. Το μέτρο αυτό, επίσης, δεν είχε νομική ή δικαστική βάση. Επρόκειτο απλώς για μία απόφαση ενός υπεύθυνου του İmralı. Έτσι, με βάση μια θεσμική απόφαση, οι επισκέψεις των δικηγόρων σε μια φυλακή υπονομεύθηκαν. Η πρακτική της αναφοράς σε θεσμικές αποφάσεις αντί σε νόμους σύντομα έγινε μια ευρέως εφαρμοσμένη διοικητική πρακτική. Αρκεί να υπενθυμίσουμε τις στρατιωτικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας το 2015 και το 2016 σε δεκάδες κουρδικές περιοχές της Τουρκίας. Πώς ακριβώς όμως προέκυψαν εκείνες οι διακηρύξεις κατάστασης έκτακτης ανάγκης, που δεν είχαν ακόμη οριστεί ως τέτοιες; Ποια νομική βάση υπήρχε για να νομιμοποιήσει τα μέτρα εκείνη τη στιγμή; Μέσω μίας εκτεταμένης ερμηνείας της παραγράφου 11 / C2 [1] του νόμου περί επαρχιακής διοίκησης, ο διοικητής της επαρχίας, με διοικητική (κυβερνητική) απόφαση εξέδωσε απαγορεύσεις κυκλοφορίας σε διάφορες πόλεις, απομονώνοντας τις από τον εξωτερικό κόσμο και έτσι ανέστειλε σχεδόν όλα τα συνταγματικά δικαιώματα με ένα εκτελεστικό διάταγμα. Πρακτικά, τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα εκατομμυρίων ανθρώπων αναστάλθηκαν με μία θεσμική απόφαση.

Αυτή είναι ακριβώς η τεχνική διοίκησης για την οποία μιλάμε. Αυτό ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ότι οι τακτικές και οι τεχνικές που εισήχθησαν στο İmralı επεκτείνονται στην κοινωνία στο σύνολό της. Χωρίς αμφιβολία, προσεγγίζοντας το θέμα μας νομικά έχουμε ένα έγκυρο και ασφαλές πλαίσιο ανάλυσης. Αλλά εάν περιορίσουμε τον εαυτό μας σε αυτό το είδος συζήτησης, γινόμαστε θύματα μίας επιφανειακής και αρνητικής ανάλυσης σε ένα βαθμό. Είμαστε αντιμέτωποι με ένα σύστημα εξουσίας που αποφάσισε είτε να εγκαταλείψει, είτε να πάρει πίσω οποιαδήποτε επιθυμία νομιμότητας. Υποστηρίζω την άποψη ότι το κέντρο αυτής της στροφής αναπτύχθηκε τουλάχιστον κατά τα τελευταία 25 χρόνια στο νησί του İmralı.

Πρόκειται για μια μορφή ηγεμονίας που αναστέλλει την κυριαρχία του νόμου κατά τη διάρκεια περιόδων που θεωρεί κρίσιμες, ενός συστήματος εξουσίας που λειτουργεί μέσω παράδοξης ισχύος. Αυτή η εξουσία δεν αναγνωρίζει την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών. Αντιθέτως, βρίσκεται υπό τον έλεγχο της γραφειοκρατίας και έχει, στην πραγματικότητα, πάρει τον έλεγχο της δύναμης του νόμου.

Σφαίρες αποκομμένες από τον λόγο γύρω από τα παγκοσμίως έγκυρα ανθρώπινα δικαιώματα

Μπορούμε να κατανοήσουμε τις δομές στο İmralı ως μια ολοκληρωτική αλλαγή στο ποινικό δίκαιο. Σε τι συνίσταται αυτή η αλλαγή; Ο στόχος είναι να δημιουργηθούν αποσυνδεδεμένοι χώροι από όσα ισχύουν για τα παγκοσμίως αποδεκτά ανθρώπινα δικαιώματα. Από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτός ο λόγος είχε χρησιμεύσει για να θέσει όρια στη χρήση βίας από τα κράτη.

Ένα άλλο παράδειγμα τέτοιου είδους σκοπίμως δημιουργημένων σφαιρών είναι το Γκουαντάναμο. Στο πλαίσιο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», που διακηρύχθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες τον Ιανουάριο του 2002, άνθρωποι συνελήφθησαν σε όλο τον κόσμο κατόπιν κατηγοριών για ένταξη σε βίαιες εξτρεμιστικές οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα ή οι Ταλιμπάν. Μεταφέρθηκαν στο αμερικανικό στρατόπεδο Delta, ένα μικρό κομμάτι γης στην Κούβα, το οποίο έχει μισθωθεί – ή μάλλον καταληφθεί – εδώ και έναν αιώνα. Τα μέσα ενημέρωσης έλαβαν υλικό αιχμαλώτων με δεμένα τα μάτια και χειροπέδες, ντυμένων με πορτοκαλί φόρμες και με τα πόδια αλυσοδεμένα, κουλουριασμένων στο πάτωμα εντός του στρατοπέδου. Οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να δεχτούν αυτούς τους ανθρώπους ως αιχμαλώτους πολέμου. Ταυτόχρονα, υπήρξε ο ισχυρισμός ότι οι κρατούμενοι δεν βρίσκονταν στην αμερικανική επικράτεια και έτσι δεν μπορούσαν να ωφεληθούν από τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, κάτι που θα συνέβαινε για τους Αμερικανούς πολίτες. Για τις φυλακίσεις δεν είχε προηγηθεί δικαστική απόφαση, αλλά αρκούσε ο χαρακτηρισμός των “τρομοκρατών” από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Χωρίς δικαίωμα σε δίκαιη διαδικασία, δεν είχαν καμία επαφή με δικηγόρους ή μέλη της οικογένειας και υπέστησαν κάθε είδους βασανισμό. Όλα αυτά τα μέτρα αποτελούσαν σαφή μεταστροφή από τα θεμελιώδη δικαιώματα που θεωρούνταν απαραβίαστα μόνο από τον 20ό αιώνα.

Τον Μάρτιο του 2002, ο John Yoo, πρώην Αναπληρωτής Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας στο Γραφείο του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, έγινε αρκούντως επεξηγηματικός περιγράφοντας το σκοπό του Γκουαντάναμο: «Αυτό που προσπαθεί να κάνει η κυβέρνηση είναι να δημιουργήσει νέους κανόνες νόμου» [2] [Η πρωτότυπη φράση μπορεί να διαφέρει ελαφρώς από τη μετάφραση] Στην περίπτωση του βρετανού πολίτη Feroz Abbasi, ένα βρετανικό δικαστήριο έκρινε ότι ο κατηγορούμενος κρατήθηκε αυθαίρετα αιχμάλωτος βάσει “νομικών μαύρων τρυπών” [3].

Έκτοτε, το Γκουαντάναμο αναφέρεται τακτικά ως “νομική μαύρη τρύπα”. Αναφορικά με τη δήλωση που κάναμε στην αρχή, μπορούμε να σημειώσουμε ότι αυτό που περιγράφουμε ως ολοκληρωτική νομική μεταστροφή ή νέο κράτος δικαίου αφορά τη δημιουργία τέτοιων νομικών μαύρων τρυπών. Οι πρόεδροι και οι πολιτικοί αλλάζουν, οι μέρες και οι εποχές περνούν, οι ζωές και οι γενιές φεύγουν αλλά οι νομικές μαύρες τρύπες παραμένουν άθικτες. Στην πραγματικότητα, οι μαύρες τρύπες τείνουν να επεκτείνονται.

Ενίοτε είναι μια φυλακή, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, μερικές φορές είναι μια περιοχή ή μια πόλη, άλλες φορές είναι μια ολόκληρη χώρα που μπορεί να μετατραπεί σε μια μεγάλη νομική μαύρη τρύπα.

Ακριβώς λόγω αυτού, ο σύγχρονος δικαστικός λόγος ή η δικαιοσύνη δεν βρίσκουν αποτελεσματικές απαντήσεις στα ερωτήματα που τίθενται για το Γκουαντάναμο και το İmralı. Τα ανθρώπινα δικαιώματα υποτίθεται ότι προστατεύουν το ανθρώπινο σώμα από ταλαιπωρία και πόνο. Όταν πρόκειται για τη συνεχή παρακολούθηση και καταγραφή των κρατουμένων, το δικαίωμα της απόσυρσης πληροφοριών, τις εκτεταμένες τεχνικές ελέγχου και διοίκησης, ο νομικός λόγος δεν παρέχει απαντήσεις και μπορεί στην πραγματικότητα να μετατραπεί σε συνένοχο ή χείρα βοηθείας σε ένα παράνομο σύστημα.

Η «επαγγελματοποίηση» του συστήματος του İmralı

Ας εξετάσουμε την CPT, την επιτροπή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την πρόληψη των βασανιστηρίων, και την έκθεση που δημοσίευσε το όργανο αυτό τον Μάρτιο του 2018 [4]. Αν και αυτή η έκθεση φαίνεται ακαδημαϊκή, διπλωματική και νομική, υποφέρει θεμελιωδώς από έλλειψη πνεύματος και ηθικών αξιών. Αντί να αμφισβητήσει την υπόσταση του συγκεκριμένου καθεστώτος, με την παρούσα έκθεση η CPT συμβάλλει στην προσπάθεια επαγγελματοποίησης του συστήματος στο İmralı. Ας δούμε το αποτέλεσμα και τις νομικές προτάσεις της έκθεσης.

Η έκθεση σημειώνει πως η τουρκική κυβέρνηση δεν μπορεί να αναμένει ότι η CPT θα πιστέψει πως δικαιολογείται η άρνηση των επισκέψεων στο İmralı, με δικαιολογίες του τύπου “κακές καιρικές συνθήκες“ ή “προβλήματα με το πλοίο“. Προσθέτει επίσης: «Δεν υπάρχει νομική βάση στο τουρκικό δίκαιο για τους περιορισμούς που εφαρμόστηκαν το έτος 2013». Κατά αυτόν τον τρόπο, γίνεται σαφής αναφορά στην καταπάτηση του νόμου. Υπάρχουν ωστόσο και προτάσεις στην έκθεση: «Στον βαθμό που ο δικηγόρος λειτουργεί ως αγγελιοφόρος για οδηγίες, σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να κανονιστεί ένας ανεξάρτητος δικηγόρος να αποκτήσει πρόσβαση». Έτσι, αντί να επικρίνει το γεγονός ότι οι αρχές παραβιάζουν ένα θεμελιώδες δικαίωμα, η έκθεση προτείνει στην τουρκική κυβέρνηση κάτι το “ορθολογικό”, να διατηρηθεί το δικαίωμα παρουσίας δικηγόρου αλλά να προσληφθεί κάποιος “ανεξάρτητος“. Ένας “ανεξάρτητος” δικηγόρος!

Ομοίως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), ένα ακόμη θεσμικό όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης, ακολουθεί παρόμοια προσέγγιση. Μετά την απαγόρευση για τους δικηγόρους να επισκεφθούν το νησί του İmralı τον Ιούλιο του 2011, οι νομικοί σύμβουλοι του Öcalan στράφηκαν στην ΕΣΔΑ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Βασική τους απαίτηση ήταν η πρόσβαση στον πελάτη τους.

Παραταύτα, η απομόνωση και η άρνηση της πρόσβασης των δικηγόρων συνεχίζονται από τότε. Όχι μόνο το ΕΔΑΔ δεν έχει λάβει απόφαση επί του θέματος τα τελευταία 7 χρόνια, αλλά ούτε καν προχώρησε στην υποβολή της αίτησης που υπέβαλαν οι δικηγόροι στην τουρκική κυβέρνηση, η οποία και ζητούσε από την κυβέρνηση μια δήλωση που συνήθως απαιτείται για κάθε διαδικασία. Θα μπορούσαμε να γράψουμε ένα ξεχωριστό άρθρο σχετικά με τη στάση του ΕΔΑΔ από το 2010, λαμβάνοντας υπόψη τις δίκες για τη σφαγή του Roboskî*, τις στρατιωτικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας και το İmralı, γι‘αυτό και θα αποφύγω να επεξεργαστώ περαιτέρω το θέμα σε αυτό το σημείο.

Η θεσμοθέτηση της κατάστασης εξαίρεσης

«Η εξαίρεση στη νομολογία είναι ανάλογη με το θαύμα της θεολογίας» (Carl Schmitt, Πολιτική Θεολογία, [5]). Θα ήταν αδύνατο να βρούμε πιο κατάλληλες λέξεις! Ακόμα κι αν όλα αυτά που λέγονται πέφτουν στη λήθη, τα θαύματα είναι αυτά που συνεχίζουν να ζουν στη μνήμη της κοινωνίας. Τα θαύματα βασίζονται σε μια δύναμη που ξεπερνά τη φύση και την κοινωνία. Δημιουργείται μια νέα κατάσταση διακυβέρνησης στην οποία θεσμοποιείται μια κατάσταση εξαίρεσης, η οποία επαναλαμβάνεται χωρίς τέλος. Αυτές είναι οι νομικο-πολιτικές μέθοδοι και οι διοικητικές τεχνικές που μετατρέπουν το İmralı σε κέντρο εξουσίας.

Ως συνέπεια όλων αυτών, το İmralı μετατρέπεται σε μία σφαίρα αντίστασης, αναλύοντας και υπονομεύοντας αυτό το καθεστώς εξουσίας. Τα τελευταία 20 χρόνια, καθιστώντας τον εαυτό του ακυβέρνητο, το İmralı αποτελεί την ιστορία μιας πρακτικής αντίστασης ενάντια σε μια τεχνική εξουσίας!

Αυτή η πρακτική βασίζεται στην απόδοση της συμπεριφοράς και της ικανότητάς του να “μιλά απρόβλεπτα”. Αυτό σημαίνει να είσαι απείθαρχος, να είσαι ανεξέλεγκτος. Αυτή η πτυχή θα αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω ανάλυσης.

Για τον λόγο αυτό, δεν αρκεί να επικρίνουμε μόνο τα θεσμικά όργανα του İmralı και το νομικό τους καθεστώς. Ακόμη και αν είμαστε επιτυχείς με αυτό, θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι το İmralı μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο ίδρυμα με τον ίδιο σκοπό και αποτέλεσμα. Επομένως, η έξοδος από την απομόνωση του İmralı μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια νομικοπολιτική αναμόρφωση της κατάστασης και τεχνικής του.

Παραπομπές:
[1] – (Άρθρο 11/C) Είναι μεταξύ των καθηκόντων του διοικητή της επαρχίας να λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις και μέτρα για τη διασφάλιση της ειρήνης και της ασφάλειας εντός των συνόρων της επαρχίας, για την προστασία της ασυλίας του ατόμου, για να προστατεύει την ασφάλεια του ατόμου, να παρέχει δημόσια ευημερία και να συμμετέχει στην προληπτική επιβολή του νόμου. Για το σκοπό αυτό, ο περιφερειάρχης λαμβάνει τις απαραίτητες αποφάσεις και μέτρα. Οι ρυθμίσεις του άρθρου 66 ισχύουν για όσους δεν τηρούν τέτοιες αποφάσεις και μέτρα.
[2] – Philippe Sands: Hukuksuz Dünya, Verlag Alfa, Übers. B. F. Çallı, Κωνσταντινούπολη, Απρίλιος 2016, σ. 242–243.
[3] – ό.π. σ. 261
[4] – https://www.coe.int/en/web/cpt/-/council-of-europe-anti-torture-committee-publishes-report-onimralprison-turkey5 – Carl Schmitt: Siyasal İlahiyat (Politische Theologie), Verlag Emre Zeybekoğlu – Dost Kitabevi, 2016, σ.42

*ΣτΜ: ένα άρθρο για τη σφαγή του Roboskî μπορείτε να βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο: https://rojavakurdistan.gr/2017/12/28/roboski-28-2011/

Αφήστε ένα σχόλιο

11 − 5 =