Λειτουργικότητα και νόημα. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος

0

Γιάννης Περπερίδης

Ένας πολύ καλός μου καθηγητής στο πανεπιστήμιο μου είχε πει κάποτε: «Καλό είναι να μην είσαι εντελώς ζιζεκιανός, να μην ακολουθείς πιστά ό,τι λέει. Είναι σίγουρο ότι έχει κάποιες ιδέες που μπορούν να αξιοποιηθούν, αλλά μέχρι εκεί».

Σε μια ομιλία του, λοιπόν, ο γνωστός Σλοβένος φιλόσοφος Slavoj Zizek προσπαθεί να συνδέσει την ιδεολογία με την αρχιτεκτονική (όχι μόνο κτηρίων όπως ένα σπίτι, αλλά και εσωτερικών αντικειμένων του χώρου μιας οικείας), θεωρώντας πως η ιδεολογία (με τον τρόπο που ο Zizek την εννοεί, κάτι το οποίο δεν μπορεί να αναλυθεί στο παρόν κείμενο) ενσωματώνεται στα αντικείμενα. Για να υποστηρίξει αυτό, και αστειευόμενος κάπως, δίνει το παράδειγμα της τουαλέτας (του αντικειμένου, όχι του δωματίου). Συγκρίνει, λοιπόν την τουαλέτα μέσα σε τρεις διαφορετικές παραδόσεις, τη Γερμανική, τη Γαλλική και τη Βρετανική. Αναφέρει πως στις παραδοσιακές γαλλικές τουαλέτες η τρύπα για τα περιττώματα βρίσκεται στο πίσω μέρος, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα αυτά να εξαφανίζονται απευθείας μετά την έκκριση. Στη Γερμανία, η τρύπα βρίσκεται στη μπροστινή πλευρά ώστε μετά την έκκριση να μπορεί κανείς να τα επιθεωρήσει εντοπίζοντας ενδεχομένως ενδείξεις αρρώστιας. Τέλος, στον αγγλοσαξονικό χώρο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπάρχει η τυπική (γνωστή σε όλους) τουαλέτα με το νερό στο οποίο δεν εξαφανίζονται απευθείας αλλά δεν μπορεί να τα επιθεωρήσει κανείς και με ακρίβεια και μόλις ριχθεί περισσότερο νερό εξαφανίζονται.

Στη συνέχεια προβαίνει σε μία συνοπτική ανάλυση της πολιτικής (ιδεολογίας) της κάθε χώρας ήδη από τον 17ο-18ο αιώνα, όπου η Γαλλία αναδείχθηκε ως κέντρο επανάστασης μέσα από ριζοσπαστικές ιδέες. Η Γερμανία με την ποίηση, τη θεωρησιακή και μεταφυσική της σκέψη αναδείχθηκε ως πιο συντηρητική και η Βρετανία κάπου στο μέσο των δύο, δίνοντας βάση σε μεταρρυθμίσεις και οικονομικούς σχεδιασμούς. Με βάση αυτά πραγματοποιεί τη σύνδεση λέγοντας πως ο σχεδιασμός της εκάστοτε τουαλέτας αντανακλά αυτές τις κοινωνικο-πολιτικές αξίες: στη Γαλλία που επικρατούν οι επαναστατικές-ριζοσπαστικές ιδέες, τα περιττώματα εξαφανίζονται απευθείας. Στη Γερμανία που κυριαρχεί η θεωρησιακή γνώση, ο συντηρητισμός και η ποίηση, παραμένουν εκεί για επιθεώρηση, σκέψη και στοχασμό σχετικά με ενδείξεις αρρώστιας. Στη Βρετανία επικρατεί ο πραγματισμός η ορθολογικότητα ως προς την οικονομία οπότε υπάρχει το νερό, δεν παρατηρούνται για κάποια αρρώστια και έπειτα με μία κίνηση εξαφανίζονται.

Ως προς αυτά, το ακροατήριο πολλές φορές γελούσε, όπως είναι φυσικό, γιατί δεν είναι και πολύ σύνηθες σε μία φιλοσοφική διάλεξη ο ομιλητής να αναφέρεται σε περιττώματα. Ωστόσο, άσχετα με το γεγονός ότι το αντικείμενο που χρησιμοποίησε για την ανάλυση-αστείο του ο Zizek είναι κάτι που μπορεί να προκαλέσει γέλιο –επειδή στη σκέψη των ανθρώπων δεν αναφερόμαστε ανοιχτά σε ό,τι συμβαίνει σε τόσο προσωπικές στιγμές (τον ίδιο σάλο δεν έφερε και η ψυχανάλυση όταν κατά τα τέλη του 19ου αιώνα αναφερόταν ανοιχτά σε πέη, πρωκτούς και περιττώματα;)– υπάρχει μία ουσία στο επιχείρημά του, την οποία και ο ίδιος ακόμη δεν ήξερε πώς να εκφράσει. Διότι για να βρει κανείς τον τρόπο να εκφράσει τέτοιου είδους σκέψεις χρειάζεται να εισαχθεί στον χώρο της Φιλοσοφίας της Τεχνολογίας, μιας και οι τουαλέτες και τα υπόλοιπα αντικείμενα που υπάρχουν γύρω μας (τεχνουργήματα) και η αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων αλλά και η αρχιτεκτονική κτηρίων και πόλεων υπεισέρχονται στο μικροσκόπιο της Φιλοσοφίας της Τεχνολογίας για την κατανόηση του τεχνικού –και άρα του εν γένει– πολιτισμού μας.

Η εισαγωγή αξιών στα τεχνουργήματα και ο σχεδιασμός ενός αντικειμένου με τέτοιο τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στις εν λόγω αξίες είναι ένα φαινόμενο που έχει συζητηθεί πολύ από κάποιες κατευθύνσεις στη Φιλοσοφία της Τεχνολογίας. Για παράδειγμα, η λεγόμενη κατασκευασιοκρατική προσέγγιση στο εσωτερικό των Σπουδών Επιστήμης και Τεχνολογίας (στο εξής: ΣΕΤ) αναλύει με παρόμοιο τρόπο την κατασκευή ποδηλάτου, με τη διαφορά ότι δεν αναφέρεται σε τόσο ευρείες αξίες όπως εκείνες ενός ολόκληρου έθνους, όπως κάνει ο Zizek (άλλωστε ο τελευταίος θέλει να μιλήσει για την ιδεολογία, επομένως είναι αναγκασμένος να απτά σε ένα τόσο μεγάλο επίπεδο).

Ως προς το ποδήλατο λοιπόν, υπήρχαν δύο ανταγωνιζόμενοι σχεδιασμοί στην περίοδο που το μελετούν οι Trevor Pinch και Wiebe Bijker. Ένας σχεδιασμός που ωφελούσε την ταχύτητα και ανταποκρινόταν στις επιθυμίες και τις αξίες ενός κοινού νεαρών ανθρώπων οι οποίοι ήθελαν την περιπέτεια και την αδρεναλίνη των αγώνων ταχύτητας. Και ένας σχεδιασμός για τους ανθρώπους κάθε ηλικίας που ήθελαν να κάνουν τα ψώνια τους ή και μια βόλτα στην πόλη ή να μεταφέρονται στην εργασία τους σε καθημερινή βάση. Εκείνο που τελικά θριάμβευσε ήταν ο δεύτερος σχεδιασμός διότι η βασική αξία γύρω από την οποία διαμορφώθηκε ήταν η ασφάλεια της μετακίνησης και του αναβάτη. Ο άλλος σχεδιασμός εν τέλει σταμάτησε να κατασκευάζεται και πέρασε στη λήθη.

Οι ΣΕΤ θεωρούν ότι ανταγωνιζόμενοι σχεδιασμοί δεν αποτελούν στιγμές όπου από τη μία περνά κανείς στηριζόμενος σε καθαρά ορθολογικές βάσεις στην άλλη, καθώς κάτι τέτοιο θα σήμαινε έναν τεχνολογικό ντετερμινισμό (που πολλοί ασπάζονται) ο οποίος είναι, ωστόσο, πολύ παραπλανητικός για την τεχνολογία. Οι λόγοι που ένας σχεδιασμός ευνοείται σε σχέση με έναν άλλο είναι καθαρά κοινωνικοί και σχετίζονται με τις αξίες της κοινωνίας στην οποία σχεδιάζεται ένα τεχνούργημα. Έτσι λοιπόν, με βάση την αρχή της συμμετρίας που εισάγουν κατευθύνσεις των ΣΕΤ, κάθε σχεδιασμός πρέπει να ερευνάται και να αξιολογείται με τον ίδιο τρόπο και όχι ο ένας να θεωρείται ως λειτουργικά επιτυχής σε σχέση με κάποιον άλλο.

Η εισαγωγή κοινωνικών αξιών στον σχεδιασμό είναι αυτό που ο Langdon Winner σε ένα πολύ γνωστό κείμενό του θα εκφράσει μέσω της φράσης: «Έχουν τα πράγματα πολιτική;»

Λίγα χρόνια αργότερα ένας άλλος σημαντικός φιλόσοφος, ο αμερικανός Andrew Feenberg θα αναπτύξει την έννοια του τεχνικού κώδικα. Ο κώδικας αυτός (μιας ιδέα που λαμβάνει από τα επιστημονικά παραδείγματα του Thomas Kuhn) είναι εν ολίγοις η μετάφραση αξιών σε γεγονότα. Δηλαδή, στον τεχνικό κώδικα συνδέονται αυτά που η επιστημολογία θεωρεί ως υποκειμενικά (οι αξίες-τα νοήματα) με εκείνα που θεωρεί ως αντικειμενικά (τα γεγονότα). Λέγοντας πως «οι αξίες του σήμερα αποτελούν τα γεγονότα του αύριο» εννοεί πως τα κοινωνικά νοήματα της σημερινής κοινωνίας θα μεταφραστούν σε τεχνικές προδιαγραφές της αυριανής τεχνολογίας. Έτσι, αν σήμερα (και τα προηγούμενα 40-50 χρόνια) ένα κυρίαρχο νόημα του ύστερου καπιταλισμού είναι η επιτήρηση των ατόμων, καταλαβαίνουμε ευθύς εξαρχής γιατί έχουμε περάσει (και συνεχώς οδεύουμε) σε αυτό που ονομάζεται καπιταλισμός της επιτήρησης μέσω τεχνουργημάτων τα οποία γίνονται ολοένα και λειτουργικότερα-αποτελεσματικά σε αυτό τον τομέα.

Το πρόταγμα του Feenberg είναι ο εκδημοκρατισμός της τεχνολογίας, με την έννοια της εισαγωγής ολοένα και περισσότερων ομάδων επιρροής του σχεδιασμού της τεχνολογίας, καθώς για την ώρα, στις συνθήκες του καπιταλισμού που βιώνουμε, η τεχνολογία επηρεάζεται από τις εταιρίες και τις επιχειρήσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, για παράδειγμα, οι αγώνες για ένα καλύτερο για τους ανθρώπους, τα φυτά και τα ζώα περιβάλλον, είναι κοινωνικοί αγώνες αλλά και τεχνικοί αγώνες. Ο πραγματικός αγώνας έγκειται στη μεταβολή των τεχνικών κωδίκων της τεχνολογίας του αύριο.

Σε αυτό το σημείο η σκέψη του Feenberg συναντά τη σκέψη του Καστοριάδη. Η ερμηνευτική της τεχνολογίας που επιχειρεί ο Feenberg έγκειται στην εισαγωγή νοημάτων στον σχεδιασμό της τεχνολογίας. Η τεχνολογία, συνεπώς δεν είναι ουδέτερη, ούτε αυτόνο-ανεξέλεγκτη. Εξαρτάται κάθε φορά από τα κυρίαρχα νοήματα του κοινωνικού φαντασιακού. Όπως αναφέρει ο Καστοριάδης στο βιβλίο του Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού (1986): «Ο καπιταλισμός δεν χρησιμοποιεί μια τεχνολογία, ουδέτερη καθαυτήν, για καπιταλιστικούς σκοπούς. Ο καπιταλισμός δημιούργησε μια καπιταλιστική τεχνολογία που δεν είναι καθόλου ουδέτερη». Ωστόσο περισσότερα για τη σχέση μεταξύ Feenberg και Καστοριάδη μπορεί να ακούσει κανείς στην ομιλία που πρόκειται να εκφωνήσω στο συνέδριο για τη σκέψη του Καστοριάδη στη Θεσσαλονίκη στις 11-13 Μαρτίου.

Το σημαντικό είναι το εξής: η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη.

Δεν είναι απλώς ένα μέσο που λαμβάνει τους σκοπούς της εξωτερικά από τους εκάστοτε χρήστες της. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν είναι και αυτόνομη. Από αυτούς τους ισχυρισμούς προκύπτει το συμπέρασμα ότι η δυστοπία δεν αποτελεί πεπρωμένο όπως θα θεωρούσε ο Heidegger, ούτε όμως μπορεί να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν όπως θα ήθελαν υποστηρικτές της εργαλειακής προσέγγισης ως προς αυτή. Η κοινωνία και η τεχνολογία συγκατασκευάζονται και έτσι, κάθε κοινωνικός αγώνας σήμερα, την εποχή των τεχνολογικοποιημένων κοινωνιών, αποτελεί κοινωνικό αγώνα· ή αντίστροφα, δεν νοείται κοινωνικός αγώνας σήμερα που να μην αναφέρεται στην τεχνολογία –ακόμη και έμμεσα.

Δεν υπάρχει καλή ή κακή τεχνολογία· δεν υπάρχει καλύτερη ή χειρότερη σε ένα καθαρά ορθολογικό επίπεδο. Υπάρχουν αξίες που ενσωματώνονται σε τεχνικούς σχεδιασμούς.

Μπορεί η ιδεολογία του Zizek να είναι ένας πολύ αφηρημένος όρος και να μην μπορούμε να μιλήσουμε για ιδεολογία που ενσωματώνεται, και γι’ αυτό το επιχείρημά του για τις τουαλέτες φαίνεται αστείο. Ωστόσο, αν ακολουθήσουμε τις ιδέες της κατασκευασιοκρατικής προσέγγισης των ΣΕΤ, αλλά και την προσέγγιση του Feenberg που συγκεκριμενοποιούν τις προσεγγίσεις τους ως προς αυτά τα ζητήματα σίγουρα μπορούμε να δούμε με άλλο μάτι την τεχνολογία.

Σε μία συζήτηση με τον φίλο και συνεργάτη Νίκο Ιωάννου, μου ανέφερε πως ο ίδιος διδάσκει στο Athenschool «ρυθμολογία και αρχιτεκτονική επίπλου» στο πλαίσιο των μαθημάτων ξυλουργικής που παραδίδει, ένα μάθημα που βλέπει το κάθε έπιπλο μέσα στην ιστορικότητά του και αναδεικνύει την τεχνική η οποία χρειάζεται προκειμένου να κατασκευαστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Άλλη καρέκλα θα κατασκευάσει κανείς για την Αθήνα του 19ου αιώνα, άλλη για την Αθήνα του 21ου. Τι άλλαξε; Μπορεί η ορθολογικότητα να μας δείξει από μόνη της τι άλλαξε; Μάλλον όχι. Ο ένας ή ο άλλος σχεδιασμός αντανακλά κάποια νοήματα, όπως το γόητρο, την κοινωνική θέση, την οικονομική κατάσταση κ.ά. [Πολλά ζητήματα όπως αυτά αλλά υπό το πρίσμα της ιστορίας της Φιλοσοφίας της Τεχνολογίας θα συζητηθούν στο σεμινάριο που θα διδάξω από τον ερχόμενο Σεπτέμβρη (2022) στο Athenschool: «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Τεχνολογίας»].

Συνεπώς, η τεχνολογία δεν είναι κατά παραγγελία (όπως σχολίασε κάποιος σε ένα προηγούμενο άρθρο μου)· δεν παραγγέλνει τεχνολογία ο λαός και οι εταιρίες τη φτιάχνουν. Αυτό θα αποτελούσε μια πολύ απλοϊκή σκέψη. Όμως, ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι αν κατεβαίνει κανείς στον δρόμο διεκδικώντας καθαρότερο περιβάλλον (έχοντας στο μυαλό του ότι με αυτό τον τρόπο θα αλλάξει το νόημα του τι σημαίνει καθαρότερο περιβάλλον –και εκεί έγκειται η ερμηνευτική και τα κυρίαρχα νοήματα) τότε δεν θα μεταβληθεί η τεχνολογία, προκειμένου να το προσφέρει;

Μέσα από τη μεταβολή των νοημάτων που θα ενσωματωθούν σε νέες τεχνολογίες, η διαδικασία δεν θα φανεί ως τεχνολογική αποανάπτυξη, ούτε σαν τεχνολογική οπισθοδρόμηση, αλλά ως καινοτομία.

Ένας σχεδιασμός μπορεί να ενσωματώσει και να ανταποκριθεί στις αξίες και του οικονομικότερου σχεδιασμού και της προστασίας του περιβάλλοντος. Οι αξίες της καπιταλιστικής οικονομίας του κέρδους είναι που θέτουν διλλήματα του στυλ: «προστασία περιβάλλοντος ή περισσότερο κέρδος;» όπου περισσότερο Α ισούται με λιγότερο Β ή αντίστροφα.

Αν θεωρούμε ότι δεν επηρεάζουμε την τεχνολογία διότι αυτή δημιουργείται κάπου μακριά από εμάς, τότε το κυρίαρχο νόημα που ενσωματώνεται σε αυτήν είναι το νόημα του «ειδικού» ο οποίος επίσης «μακριά από εμάς» την κατασκευάζει. Δεν είναι εύλογο, συνεπώς, που αυτή τη στιγμή ερχόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με τεχνοκρατικά επιχειρήματα;

Στις σημερινές τεχνολογικοποιημένες κοινωνίες, αυτός που κατασκευάζει την τεχνολογία κατασκευάζει και την κοινωνία. Ο αγώνας για αυτονομία (Καστοριάδης) ταυτίζεται με τον αγώνα για εκδημοκρατισμό της τεχνολογίας (Feenberg).

Αφήστε ένα σχόλιο

20 − ten =