Η εμβληματική ιστορία του «κουτσομπολιού», της Σίλβια Φεντερίτσι

0

Σίλβια Φεντερίτσι, Το κυνήγι των μαγισσών χθες και σήμερα, μετάφραση Λίας Γυιόκα, Εκδόσεις των ξένων, 2019

(…) Εμβληματική είναι η ιστορία του «κουτσομπολιού», αφού μέσ’ απ’ αυτήν παρακολουθούμε δύο αιώνες επίθεσης εναντίον των γυναικών κατά την αυγή της νεωτερικής Αγγλίας, όταν ένας όρος που στην καθομιλουμένη σηματοδοτούσε τη στενή φίλη άρχισε να σημαίνει αργόσχολη κι επικριτική κουβέντα, σχολιασμός που θέλει να σπείρει τη διχόνοια, το αντίθετο δηλαδή της αλληλεγγύης που γεννά η φιλία μεταξύ των γυναικών και που παλαιότερα υπαινισσόταν ο όρος. Η επικόλληση συνδήλωσης αρνητικής σ’ έναν όρο που παρέπεμπε στη φιλία μεταξύ γυναικών εξυπηρέτησε την καταστροφή της γυναικείας κοινωνικότητας που επικρατούσε κατά τον Μεσαίωνα, όταν οι περισσότερες από τις δραστηριότητες των γυναικών ήταν συλλογικές και οι γυναίκες, τουλάχιστον εκείνες των κατώτερων τάξεων, σχημάτιζαν κοινότητες με στενότατους δεσμούς, απ’ όπου απέρρεε μια δύναμη που δεν θα ξανασυναντήσουμε στους νεώτερους χρόνους. (…)

Τον 16ο αιώνα, ωστόσο, η κοινωνική θέση των γυναικών είχε αρχίσει να επιδεινώνεται. Η σάτιρα άρχισε να αντικαθίσταται από έναν πόλεμο, θα λέγαμε χωρίς υπερβολή, ενάντια στις γυναίκες, ειδικά τις γυναίκες των κατώτερων τάξεων. Αυτό αντανακλάται και στα στοιχεία που σώζονται για την αύξηση των επιθέσεων σε γυναίκες που κατηγορούνταν ως «στρίγγλες» (scolds), μέγαιρες και μάγισσες. Παράλληλα με αυτήν την εξέλιξη, διαπιστώνεται και η μεταβολή της σημασίας του κουτσομπολιού. Ο όρος άρχισε να σημαίνει την αργόσχολη κι επικριτική κουβέντα. (…)

[Ε]νώ κατά τον όψιμο Μεσαίωνα η σύζυγος μπορούσε ακόμη να αναπαρασταθεί να πατάει πόδι στον άντρα της, ακόμη και να καβγαδίζει άγρια μαζί του, στα τέλη του 17ου αιώνα κάθε επίδειξη ανεξαρτησίας και κάθε κριτική προς τον άντρα τιμωρείται σκληρά.

Η υπακοή, όπως τονίζει διαρκώς η γραμματεία της εποχής, ήταν το πρωταρχικό καθήκον της συζύγου. Την επέβαλλαν η Εκκλησία, ο νόμος, η κοινή γνώμη και τέλος οι ανηλεείς τιμωρίες ενάντια στις στρίγγλες, όπως «το χαλινάρι της στρίγγλας», ένα σαδιστικό φίμωτρο από μέταλλο και δέρμα που έκοβε τη γλώσσα της γυναίκας αν πήγαινε να μιλήσει. Το σιδερένιο του πλαίσιο έπιανε ολόκληρο το κεφάλι της γυναίκας. Ένα μεταλλικό γλωσσίδι 2×1 ίντσες εξείχε και έμπαινε μέσα στο στόμα πιέζοντας προς τα κάτω τη γλώσσα. Συχνά είχε και καρφιά, ώστε κάθε φορά που η τιμωρούμενη πήγαινε να κουνήσει τη γλώσσα της, ένιωθε τρομερό πόνο και ήταν αδύνατον να μιλήσει.

Το όργανο αυτό, που καταγράφεται πρώτη φορά στη Σκωτία του 1567, σχεδιάστηκε για να εφαρμοστεί στις γυναίκες των χαμηλότερων τάξεων που θεωρήθηκαν «στρίγγλες», «σκρόφες» ή αντιδραστικές και συχνά κατηγορούνταν για μαγεία. Ενίοτε έπρεπε να το φοράνε στο κεφάλι τους και σύζυγοι που θεωρούνταν μάγισσες, στρίγγλες και μέγαιρες.

Το λέγανε και «φίμωτρο της κουτσομπόλας», πράγμα που μαρτυρά και την αλλαγή της σημασίας του όρου. Μ’ αυτό το πράγμα στερεωμένο στο κρανίο τους διαπόμπευαν τις γυναίκες σ’ όλη την πόλη, και συγχρόνως τρομοκρατούσαν όλες τις γυναίκες, δείχνοντάς τους τι μπορεί να τις περιμένει αν πάψουν να είναι υπάκουες. Δεν είναι τυχαίο που το ίδιο όργανο βασανιστηρίου χρησιμοποιήθηκε και στους μαύρους σκλάβους της πολιτείας της Βιρτζίνια μέχρι και τον 18ο αιώνα.

Άλλο βασανιστήριο που υφίσταντο οι αντιδραστικές και ισχυρογνώμονες γυναίκες ήταν η «καρέκλα του πνιγμού» (cucking chair ή ducking chair), η οποία χρησιμοποιήθηκε και στις τιμωρίες των ιερόδουλων και των γυναικών που εξεγέρθηκαν ενάντια στις περιφράξεις. Κάθιζαν τη γυναίκα και την έδεναν «και κατόπιν την βύθιζαν στη λίμνη ή το ποτάμι». Σύμφωνα με τον D. E. Underdown, «μετά το 1560 πληθαίνουν οι μαρτυρίες για τη χρήση της».

Συχνά έφερναν τις γυναίκες ενώπιον του δικαστηρίου και τις έβαζαν πρόστιμο επειδή «καβγάδιζαν και φωνασκούσαν», 𝝴𝝼ώ 𝝾𝝸 𝝿𝝰𝝿ά𝝳𝝴ς 𝝹ή𝞀𝞄𝞃𝞃𝝰𝝼 𝝻𝝴 𝝱𝞀𝝾𝝼𝞃𝝴𝞀ή 𝞅𝞈𝝼ή 𝝿ό𝞂𝝾 𝞃𝞀𝝾𝝻𝝴𝞀ό ή𝞃𝝰𝝼 𝝼𝝰 𝝱𝝲ά𝝵𝝾𝞄𝝼 𝝾𝝸 𝝲𝞄𝝼𝝰ί𝝹𝝴ς 𝝲𝝺ώ𝞂𝞂𝝰. Οι παντρεμένες ειδικά όφειλαν να κάθονται ήσυχες, να «υπακούν τον άντρα τους χωρίς κουβέντες» και να «στέκουν εμπρός του με δέος». Πάνω απ’ όλα, όφειλαν να φροντίζουν τον άντρα και το σπίτι τους και να μην σπαταλούν τον χρόνο τους κουβεντιάζοντας στο παράθυρο ή στο κατώφλι του σπιτιού. Τις αποθάρρυναν ακόμη και να επισκέπτονται τις οικογένειές τους μετά τον γάμο, κυρίως όμως τις φίλες τους. Το 1547 μάλιστα εκδόθηκε επίσημο «διάταγμα που απαγόρευε στις γυναίκες να συνευρίσκονται για κουβεντολόι και φλυαρίες» και πρόσταζε τους άντρες «να κρατούν τις γυναίκες στο σπίτι».

Έ𝝼𝝰ς 𝝰𝝿ό 𝞃𝝾𝞄ς 𝞂𝞃ό𝞆𝝾𝞄ς 𝞃𝝾𝞄 𝝹𝞄𝝼𝝶𝝲𝝸𝝾ύ 𝞃𝞈𝝼 𝝻𝝰𝝲𝝸𝞂𝞂ώ𝝼 ή𝞃𝝰𝝼 𝝶 𝝲𝞄𝝼𝝰𝝸𝝹𝝴ί𝝰 𝞅𝝸𝝺ί𝝰. 𝝨𝝴 𝝹ά𝝿𝝾𝝸𝝴ς 𝝳ί𝝹𝝴ς, 𝝻ά𝝺𝝸𝞂𝞃𝝰, 𝝾𝝸 𝝹𝝰𝞃𝝶𝝲𝝾𝞀𝝾ύ𝝻𝝴𝝼𝝴ς 𝝰𝝼𝝰𝝲𝝹ά𝝵𝝾𝝼𝞃𝝰𝝼 𝞄𝝿ό 𝞃𝝶𝝼 𝝰𝝿𝝴𝝸𝝺ή 𝝱𝝰𝞂𝝰𝝼𝝸𝞂𝞃𝝶𝞀ί𝞈𝝼 𝝼𝝰 𝝹𝝰𝞃𝝰𝝳ώ𝞂𝝾𝞄𝝼 𝝶 𝝻ί𝝰 𝞃𝝶𝝼 ά𝝺𝝺𝝶, 𝝶 𝞅ί𝝺𝝶 𝞃𝝶 𝞅ί𝝺𝝶, 𝝶 𝝹ό𝞀𝝶 𝞃𝝶 𝝻𝝶𝞃έ𝞀𝝰.

Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν το «κουτσομπολιό» μετατράπηκε από λέξη φιλίας και τρυφερότητας σε λέξη υποβάθμισης και γελοιοποίησης. Ακόμη και όταν τη χρησιμοποιούσαν με την παλιότερη σημασία, τα νέα νοήματα δεν κρύβονταν, κι έτσι τον 16ο αιώνα συναντούμε τη λέξη να σημαίνει την ανεπίσημη συσσωμάτωση γυναικών με κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά που –είτε ασκούν κάποιον ιδιωτικό έλεγχο είτε επιτελούν κάποια δημόσια τελετή– χρησιμοποιούν τη συνεργασία μεταξύ των γυναικών (όπως στην περίπτωση των μαιών) για τη διατήρηση και όχι την αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης.

Φωτογραφία κειμένου: χαλινάρι γλώσσας. Με αυτή τη σιδερένια κατασκευή, που έπιανε το κεφάλι και πίεζε τη γλώσσα προς τα κάτω με ένα μαχαίρι, τιμωρούσαν τις “κουτσομπόλες” στον Μεσαίωνα.

Αφήστε ένα σχόλιο

six + 14 =