Ζαν-Ζακ Ρουσό: Περί της γενικής κοινωνίας του ανθρώπινου γένους

0

Απόσπασμα από το Χειρόγραφο της Γενεύης (εκδόσεις Έρμα, 2019) του Jean-Jacques Rousseau. Ευχαριστούμε τον εκδότη Νίκο Κατσιαούνη για τη διάθεση του υλικού.

Ας ξεκινήσουμε διερευνώντας από το πού γεννιέται η ανάγκη των πολιτικών θεσμών.

Η δύναμη του ανθρώπου είναι σε τέτοιο βαθμό ανάλογη με τις βιοτικές του ανάγκες και την πρωταρχική του κατάσταση, ώστε στο παραμικρό που αυτή η κατάσταση αλλάζει και οι ανάγκες του αυξάνονται, η βοήθεια των ομοίων του του γίνεται απαραίτητη, και όταν εντέλει οι επιθυμίες του αγκαλιάσουν ολόκληρο τον κόσμο, η συνεργασία ολόκληρου του ανθρώπινου γένους μόλις και μετά βίας φτάνει για να τις ικανοποιήσει. Με αυτό τον τρόπο, οι ίδιες αιτίες που μας κάνουν μοχθηρούς μάς κάνουν επίσης σκλάβους, και μας υποτάσσουν εξαχρειώνοντάς μας. Η συναίσθηση της αδυναμίας μας προέρχεται λιγότερο από τη φύση μας και περισσότερο από την απληστία μας: Οι ανάγκες μας μας ενώνουν στο μέτρο που τα πάθη μας μας χωρίζουν, κι όσο περισσότερο γινόμαστε εχθροί των ομοίων μας, τόσο λιγότερο μπορούμε να κάνουμε δίχως αυτούς. Τέτοιοι είναι οι πρώτοι δεσμοί της γενικής κοινωνίας. Τέτοια είναι τα θεμέλια αυτής της οικουμενικής ευπραγίας, της οποίας η εγνωσμένη ανάγκη φαίνεται να καταπνίγει το συναίσθημα, και από την οποία ο καθένας θα επιθυμούσε να συλλέξει τους καρπούς, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να την καλλιεργεί: Διότι όσον αφορά την ταυτότητα της φύσης, η επίδρασή της είναι επ’ αυτού μηδαμινή, καθώς αποτελεί για τους ανθρώπους αντικείμενο τόσο διαμάχης όσο και συμφωνίας, και θέτει συχνά ανάμεσά τους τόσο την αντιπαλότητα και τη ζήλια όσο και τη σύνεση και την αποδοχή.

Από αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων γεννιούνται πλήθη με σχέσεις δίχως μέτρο, δίχως κανόνα, δίχως συνοχή, τις οποίες οι άνθρωποι αλλάζουν και διαστρέφουν διαρκώς, με εκατό να παλεύουν να τις καταστρέψουν για καθέναν που κοπιάζει για να τις διορθώσει. Και καθώς η αντίστοιχη ύπαρξη ενός ανθρώπου στη φυσική κατάσταση εξαρτάται από χίλιες άλλες σχέσεις που βρίσκονται σε μια αέναη ροή, δεν μπορεί ποτέ να είναι βέβαιος ότι παραμένει ο ίδιος, ούτε καν για δυο στιγμές της ζωής του. Η ειρήνη και η ευτυχία δεν είναι γι’ αυτόν παρά αστραπιαίες, και τίποτε δεν μένει σταθερό παρά η δυστυχία που οφείλεται σε όλες αυτές τις μεταπτώσεις. Ακόμη κι αν τα συναισθήματά του και οι ιδέες του θα μπορούσαν να ανυψωθούν μέχρι την αγάπη της τάξης και την ύψιστη γνώση της αρετής, θα του ήταν αδύνατο να προβεί ποτέ σε μια βέβαιη εφαρμογή των αρχών του σε μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία δεν θα του επιτρεπόταν να διακρίνει ούτε το καλό ούτε το κακό, ούτε τον τίμιο άνθρωπο ούτε τον μοχθηρό.

Η γενική κοινωνία που μπορούν να συστήσουν οι αμοιβαίες μας ανάγκες δεν προσφέρει, λοιπόν, διόλου κάποια αποτελεσματική βοήθεια στον πεσμένο στη δυστυχία άνθρωπο, ή τουλάχιστον δεν δίνει νέες δυνάμεις παρά σε εκείνον που έχει ήδη υπερβολικά πολλές, ενόσω ο αδύναμος, χαμένος, καταπιεσμένος, συντετριμμένος από τη μάζα, δεν βρίσκει κανένα άσυλο να καταφύγει, καμία αρωγή στην αδυναμία του, και πέφτει εντέλει θύμα της ίδιας της δόλιας ένωσης από την οποία περίμενε την ευτυχία του.

Εάν έχουμε μία φορά πειστεί ότι στους λόγους που κάνουν τους ανθρώπους να συνεταιρίζονται μεταξύ τους με εκούσιους δεσμούς δεν υπάρχει τίποτε που να προσιδιάζει σε συνένωση· ότι μακράν του να προκρίνεται ένα πλαίσιο συλλογικής ευδαιμονίας απ’ όπου ο καθένας θα μπορεί ν’ αντλήσει τη δική του, η ευτυχία του ενός συνεπάγεται τη δυστυχία του άλλου· αν παρατηρήσουμε τέλος ότι, αντί να προσεγγίζουν όλοι το κοινό καλό, δεν έρχονται κοντά μεταξύ τους παρά επειδή απομακρύνονται από αυτό· οφείλουμε να συναισθανθούμε επίσης ότι, όσο κι αν μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κατάσταση, δεν θα συνιστούσε παρά πηγή εγκλημάτων και δυστυχιών για τους ανθρώπους, από τους οποίους ο καθένας δεν θα κοιτούσε παρά το συμφέρον του, δεν θ’ ακολουθούσε παρά τις προτιμήσεις του και δεν θα αφουγκραζόταν παρά τα πάθη του.

Έτσι, η γλυκιά φωνή της φύσης δεν είναι πια για εμάς ένας αλάνθαστος οδηγός, ούτε η ανεξαρτησία που δεχτήκαμε απ’ αυτήν μια επιθυμητή κατάσταση. Η ειρήνη και η αθωότητα μας διέφυγαν για πάντα προτού γευτούμε τις απολαύσεις τους: Ακατανόητη στους αδαείς ανθρώπους των πρώτων καιρών, χαμένη στους φωτισμένους ανθρώπους των ύστερων χρόνων, η ευτυχισμένη ζωή του χρυσού αιώνος συνιστούσε πάντοτε μια κατάσταση ξένη προς το ανθρώπινο είδος, είτε γιατί την παραγνώρισε όταν θα μπορούσε να την απολαύσει είτε επειδή την είχε απωλέσει όταν θα μπορούσε να την αναγνωρίσει.

Υπάρχει και κάτι άλλο. Ακόμη κι αν αυτή η τέλεια ανεξαρτησία και η ανορίωτη ελευθερία έμενε πάντοτε προσαρτημένη στην αρχαία αθωότητα, θα είχε πάντα ένα ουσιώδες ελάττωμα κι επιβλαβές για την πρόοδο των εξοχότερών μας κλίσεων, δηλαδή την έλλειψη της συνένωσης των μερών που συστήνουν το όλον. Η γη θα ήταν γεμάτη ανθρώπους μεταξύ των οποίων δεν θα υπήρχε σχεδόν καμία επικοινωνία. Θα ερχόμασταν σε επαφή κάποιες φορές, δίχως να συνερχόμαστε σε καμία. Ο καθένας θα παρέμενε απομονωμένος μεταξύ των άλλων, κανένας δεν θα σκεφτόταν παρά τον εαυτό του. Η νόησή μας δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί. Θα ζούσαμε δίχως να αισθανόμαστε τίποτε, θα πεθαίναμε δίχως να έχουμε ζήσει. Όλη μας η ευτυχία θα συνίστατο στο να μη γνωρίζουμε τη δυστυχία μας. Δεν θα υπήρχε ούτε καλοσύνη στις καρδιές μας ούτε ηθικότητα στις πράξεις μας, και δεν θα είχαμε ποτέ γευτεί το πιο γλυκό συναίσθημα της ψυχής, που είναι η αγάπη για την αρετή.

Είναι βέβαιο ότι η φράση ανθρώπινο είδος δεν φέρνει στον νου παρά μια ιδέα καθαρά συλλογική που δεν προϋποθέτει καμία πραγματική ένωση μεταξύ των ατόμων που τη συναπαρτίζουν: Ας προσθέσουμε εδώ, εάν θέλετε, τούτη την υπόθεση: Ας συλλάβουμε το ανθρώπινο γένος ως ένα ηθικό πρόσωπο που, έχοντας μια αίσθηση κοινής ύπαρξης η οποία του προσδίδει ατομικότητα και το συστήνει ως ένα, διαθέτει ένα οικουμενικό κίνητρο που κάνει το κάθε μέρος να δρα προς έναν σκοπό γενικό και σχετικό με το όλον. Ας συλλάβουμε ότι αυτή η κοινή αίσθηση είναι εκείνη της ανθρωπιάς και ότι ο φυσικός νόμος αποτελεί τη δρώσα αρχή ολόκληρης της μηχανής. Ας παρατηρήσουμε στη συνέχεια αυτό που προκύπτει από τη σύσταση του ανθρώπου στις σχέσεις του με τους ομοίους του, και, εντελώς αντίθετα απ’ όσα υποθέσαμε, θα βρούμε ότι η πρόοδος της κοινωνίας καταπνίγει την ανθρωπιά στις καρδιές, ξυπνώντας το ατομικό συμφέρον, και ότι η γνώση του φυσικού νόμου, που θα έπρεπε μάλλον να ονομάζουμε νόμο της λογικής, δεν ξεκινά να αναπτύσσεται παρά όταν η πρότερη ανάπτυξη των παθών έχει αποδυναμώσει όλες του τις επιταγές. Εξού και βλέπουμε ότι αυτή η δήθεν κοινωνική συνθήκη που υπαγορεύτηκε από τη φύση είναι μια πραγματική χίμαιρα, αφού οι αρχές της είναι πάντοτε άγνωστες ή ανεφάρμοστες, και πρέπει αναγκαία να τις αγνοήσουμε ή να τις παραβούμε.

Εάν η γενική κοινωνία υπήρχε κι αλλού πέρα από τα συστήματα των φιλοσόφων, θα ήταν, όπως προανέφερα, ένα ηθικό ον που θα έφερε ποιότητες προσήκουσες και διακριτές από εκείνες των επί μέρους όντων που τη συστήνουν, σχεδόν όπως οι χημικές ενώσεις έχουν ιδιότητες που δεν υπάρχουν σε καμία από τις ουσίες που τις συνθέτουν. Θα υπήρχε μια οικουμενική γλώσσα που θα μάθαινε η φύση σε όλους τους ανθρώπους, και που θα αποτελούσε το πρώτο εργαλείο της αμοιβαίας τους επικοινωνίας. Θα υπήρχε ένα είδος κοινού αισθητηρίου που θα εξυπηρετούσε τον συντονισμό όλων των μερών. Το κοινό καλό ή το κοινό κακό δεν θα ήταν μόνο το άθροισμα των επί μέρους καλών ή κακών, όπως σε μια απλή συσσώρευση, αλλά θα ενέκειντο στον δεσμό που τα ενώνει, θα ήταν μεγαλύτερα από αυτό το σύνολο, και μακράν του να βασίζεται η κοινή ευδαιμονία στην ευτυχία των ιδιωτών, θα αποτελούσε η ίδια την πηγή της.

Αποτελεί σφάλμα ότι, στην κατάσταση της ανεξαρτησίας, η λογική μάς οδηγεί να συνδράμουμε στο κοινό καλό αποβλέποντας στο δικό μας συμφέρον. Μακράν του να συνασπίζεται το ατομικό συμφέρον με το γενικό καλό, αυτά αποκλείονται αμοιβαία στη φυσική τάξη πραγμάτων, και οι κοινωνικοί νόμοι είναι ένας ζυγός που ο καθένας θέλει κάλλιστα να επιβάλει στους άλλους, χωρίς όμως να τον επωμιστεί ο ίδιος. «Αισθάνομαι πως φέρνω τον τρόμο και την ταραχή καταμεσής του ανθρώπινου είδους», λέει η φωνή του ανεξάρτητου ανθρώπου που καταπνίγει ο σοφός, «όμως πρέπει είτε να είμαι δυστυχής είτε να κάνω τους άλλους δυστυχείς, και δεν αγαπώ κανέναν περισσότερο από τον εαυτό μου». «Μάταια», θα μπορούσε να προσθέσει, «θα επιθυμούσα να συμφιλιώσω το συμφέρον μου με εκείνο του άλλου· όλα αυτά που μου λέτε για τα οφέλη του κοινωνικού νόμου θα μπορούσαν να είναι αγαθά εάν, αντί του να τον τηρούσα λεπτομερώς απέναντι στους άλλους, ήμουν βέβαιος ότι θα τον τηρήσουν όλοι απέναντι σ’ εμένα. Όμως, ποια σιγουριά μπορείτε να μου παράσχετε επί τούτου; Μπορεί να υπάρχει για μένα χειρότερη κατάσταση από το να με βλέπω εκτεθειμένο σε όλα τα κακά που οι πιο ισχυροί θα ήθελαν να μου κάνουν, χωρίς να τολμώ να αποζημιώνομαι από τους πιο αδύναμους; Είτε δώστε μου εγγυήσεις ενάντια σε κάθε άδικo εγχείρημα είτε μην περιμένετε από μένα ν’ απέχω από αυτό με τη σειρά μου. Μπορείτε κάλλιστα να μου πείτε ότι, παραιτούμενος από τα καθήκοντα που μου επιβάλλει ο ηθικός νόμος, στερώ ταυτόχρονα από τον εαυτό μου τα δικαιώματά του, και ότι οι παραβάσεις μου θα επιτρέψουν όλες εκείνες που θα θελήσει κανείς να διαπράξει εναντίον μου. Συναινώ ως προς τούτο ακόμα περισσότερο, καθώς δεν βλέπω διόλου με ποιον τρόπο η μετριοπάθειά μου θα μπορούσε να με διασφαλίσει επ’ αυτού. Επιπλέον, θα είναι δικό μου θέμα να συνασπίσω τα συμφέροντά μου μ’ αυτά των δυνατών και να μοιραστώ μαζί τους τα λάφυρα των αδύναμων· αυτό θα αξίζει περισσότερο από τη δικαιοσύνη για την ωφέλεια και για την ασφάλειά μου». Η απόδειξη ότι έτσι θα σκεφτόταν ο φωτισμένος και ανεξάρτητος άνθρωπος είναι ότι έτσι σκέφτεται κάθε κυρίαρχη κοινωνία που δεν λογοδοτεί για τη διαγωγή της παρά στον εαυτό της.

Τι ν’ αντιπαρατάξει κανείς που να στέκει απέναντι σε παρόμοια λόγια, παρεκτός κι αν θελήσει να καλέσει τη θρησκεία σε βοήθεια της ηθικής και να παρεμβάλει άμεσα τη βούληση του Θεού για να ενώσει την κοινωνία των ανθρώπων; Ωστόσο, οι υψηλές έννοιες του Θεού των αγίων, οι ευγενείς νόμοι της αδελφοσύνης που μας επιβάλλει, οι κοινωνικές αρετές των αγνών ψυχών, που αποτελούν την πραγματική λατρεία την οποία περιμένει Αυτός από εμάς, θα διαφεύγουν πάντοτε του πλήθους. Θα του φτιάχνουμε πάντοτε παράφρονες Θεούς σαν και το ίδιο, στους οποίους θα θυσιάζει ασήμαντες ανέσεις για να παραδοθεί προς τιμήν τους σε χίλια τρομερά και καταστροφικά πάθη. Η γη ολάκερη θα ξαναπνιγόταν στο αίμα και το ανθρώπινο γένος θα χανόταν σύντομα, εάν η φιλοσοφία και οι νόμοι δεν συγκρατούσαν τις παραφορές του φανατισμού και εάν η φωνή των ανθρώπων δεν ήταν δυνατότερη από εκείνη των Θεών.

Πράγματι, εάν η γνώση του υπέρτατου Όντος και του φυσικού νόμου ήταν έμφυτη σε όλες τις καρδιές, η ρητή εκμάθηση και της μίας και της άλλης θ’ αποτελούσε ιδιαίτερα περιττή φροντίδα: Θα ήταν σαν να μας μάθαινε όσα ήδη γνωρίζαμε, και ο τρόπος με τον οποίο θα το κάναμε μάλλον θα ήταν καταλληλότερος για να μας κάνει να τα ξεχάσουμε. Εάν δεν ήταν έμφυτες, όλοι εκείνοι στους οποίους δεν θα τις είχε δώσει διόλου ο Θεός θα εξαιρούνταν από τη γνώση τους. Από τη στιγμή που χρειάστηκε γι’ αυτό ιδιαίτερη εκμάθηση, κάθε λαός έχει τις δικές του, που του φαίνονται να είναι οι μόνες σωστές και απ’ όπου απορρέουν συχνότερα το μακελειό και οι σκοτωμοί απ’ ό,τι η ομόνοια και η ειρήνη.

Ας αφήσουμε λοιπόν κατά μέρος τις ιερές γραφές των διαφόρων θρησκειών, η κατάχρηση των οποίων προκαλεί περισσότερα εγκλήματα απ’ όσα μπορεί να μας απαλλάξει, κι ας αποδώσουμε στον φιλόσοφο την εξέταση ενός ζητήματος που ο θεολόγος δεν έχει πραγματευτεί παρά εις βάρος του ανθρώπινου γένους.

Ωστόσο, ο πρώτος θα με παρέπεμπε ενώπιον του ίδιου του ανθρώπινου γένους, που είναι το μόνο που έχει το δικαίωμα να αποφασίσει κάτι τέτοιο, καθώς το αγαθό όλων είναι το μοναδικό του πάθος. Θα μου έλεγε ότι το άτομο οφείλει ν’ απευθυνθεί στη γενική βούληση για να μάθει μέχρι ποιο σημείο οφείλει να είναι κανείς άνθρωπος, πολίτης, υπήκοος, πατέρας, παιδί, και πότε του αρμόζει να ζει και πότε να πεθαίνει. «Αντιλαμβάνομαι κάλλιστα εδώ, τ’ ομολογώ, τον κανόνα που μπορώ να συμβουλευτώ, όμως δεν καταλαβαίνω ακόμη», θα έλεγε ο ανεξάρτητός μας άνθρωπος, «τον λόγο για τον οποίο οφείλω να υποβληθώ σε αυτόν τον κανόνα. Δεν αρκεί να μου μάθετε τι είναι δικαιοσύνη· πρέπει να μου δείξετε τι συμφέρον έχω να είμαι δίκαιος». Πράγματι, από τη στιγμή που η γενική βούληση θα ήταν για τον καθένα μια καθαρή πράξη του νου που συλλογίζεται μέσα στη σιωπή των παθών γι’ αυτό που ο άνθρωπος μπορεί να απαιτήσει από τον όμοιό του και γι’ αυτό που ο όμοιός του έχει δικαίωμα να απαιτήσει απ’ αυτόν, κανείς δεν θα το αρνούνταν. Όμως, πού να βρεθεί ο άνθρωπος που θα μπορούσε να διαχωριστεί έτσι από τον εαυτό του, και εάν η έγνοια της ίδιας του της επιβίωσης αποτελεί την πρώτιστη επιταγή της φύσης, μπορούμε άραγε να τον υποχρεώσουμε να δει με τέτοιον τρόπο το ανθρώπινο είδος εν γένει, ώστε να επιβάλει στον εαυτό του καθήκοντα που δεν βλέπει διόλου να σχετίζονται με την ιδιαίτερή του κατάσταση; Δεν θα παρέμεναν πάντα οι προηγούμενές του ενστάσεις, μην έχοντας γίνει ακόμη φανερό με ποιον τρόπο το ατομικό του συμφέρον απαιτεί να υποταχθεί στη γενική βούληση;

Κι ακόμη, καθώς η τέχνη τού να γενικεύει κανείς με αυτόν τον τρόπο τις ιδέες του αποτελεί μία από τις πιο δύσκολες και χρονοβόρες ασκήσεις της ανθρώπινης νόησης, θα βρεθεί ποτέ το σύνολο των ανθρώπων σε θέση ν’ αντλήσει από αυτόν τον τρόπο σκέψης τους κανόνες της συμπεριφοράς του; Και όταν θα πρέπει να συμβουλευτεί κανείς τη γενική βούληση για μια ιδιωτική πράξη, πόσες φορές δεν θα συμβεί σε έναν καλοπροαίρετο άνθρωπο να σφάλει σχετικά με τον κανόνα ή την εφαρμογή του και να μην ακολουθήσει παρά το γούστο του, θεωρώντας ότι υπακούει στον νόμο; Τι θα κάνει λοιπόν για να διασφαλιστεί από το σφάλμα; Θ’ ακούσει την εσωτερική του φωνή; Μα τούτη η φωνή δεν σχηματίζεται, λένε, παρά από τη συνήθεια να κρίνει και να αισθάνεται κανείς στους κόλπους της κοινωνίας και σύμφωνα με τους νόμους της· δεν μπορεί επομένως να χρησιμεύσει για να τους συστήσει. Και ακόμη, δεν θα έπρεπε να εγείρει στον πυρήνα της κανένα από αυτά τα πάθη που μιλούν πιο δυνατά από τη συνείδηση, που καλύπτουν τη συνεσταλμένη φωνή της, και που κάνουν τους φιλοσόφους να υποστηρίζουν ότι αυτή η φωνή δεν υπάρχει. Θα ανατρέξει άραγε στις αρχές του γραπτού δικαίου, στις κοινωνικές δραστηριότητες όλων των λαών, στις άρρητες συμβάσεις των ίδιων των εχθρών του ανθρώπινου γένους; Πάντα θα επανέρχεται η πρωταρχική δυσκολία· δεν αντλούμε τις ιδέες που επινοούμε για την κοινωνική τάξη, παρά από αυτή που έχει ήδη συσταθεί μεταξύ μας. Συλλαμβάνουμε τη γενική κοινωνία σύμφωνα με τις ιδιαίτερες κοινωνίες μας, η σύσταση μικρών Πολιτειών μάς κάνει να οραματιζόμαστε τη μεγάλη, και δεν ξεκινάμε καλά καλά να γινόμαστε άνθρωποι παρά έχοντας πρώτα γίνει πολίτες. Εξού και βλέπουμε τι πρέπει να σκεφτούμε γι’ αυτούς τους δήθεν κοσμοπολίτες, οι οποίοι, δικαιολογώντας την αγάπη τους για την πατρίδα από την αγάπη τους για το ανθρώπινο γένος, βαυκαλίζονται ότι αγαπούν όλο τον κόσμο ώστε να έχουν το δικαίωμα να μην αγαπούν κανέναν.

Αυτό που μας αποδεικνύει ο συλλογισμός από αυτή τη σκοπιά επιβεβαιώνεται εντελώς από τα γεγονότα, και στην περίπτωση που ανατρέξει κανείς στα αρχαία χρόνια θα προσέξει μ’ ευκολία ότι οι υγιείς ιδέες του φυσικού δικαίου και της αδελφοσύνης όλων των ανθρώπων διαδόθηκαν αρκετά αργά και έκαναν τόσο αργές προόδους στον κόσμο, που δεν τις γενίκευσε επαρκώς κανείς άλλος παρά ο χριστιανισμός. Ακόμη και στους ίδιους τους Νόμους του Ιουστινιανού βρίσκουμε να επιτρέπονται οι αρχαίες βιαιότητες σε πολλές περιπτώσεις, όχι μόνο για τους δηλωμένους εχθρούς αλλά και απέναντι στο καθετί που δεν υπόκειτο στην Αυτοκρατορία· με τέτοιον τρόπο που η ανθρωπιά των Ρωμαίων δεν εκτεινόταν μακρύτερα από την κυριαρχία τους.

Ουσιαστικά, πιστεύαμε για καιρό, όπως παρατηρεί ο Γκρότιους, ότι επιτρεπόταν κανείς να κλέψει, να πλιατσικολογήσει, να κακομεταχειριστεί τους ξένους και κυρίως τους βαρβάρους, μέχρι και να τους υποδουλώσει. Από εκεί προέρχεται η ερώτηση στους αγνώστους εάν ήταν ληστές ή πειρατές, χωρίς καν να τους εκπλήσσει, επειδή το επάγγελμα, μακράν του να είναι αισχρό, περνιόταν για αξιοσέβαστο. Οι πρώτοι ήρωες, όπως ο Ηρακλής ή ο Θησέας, που έκαναν πόλεμο με τους ληστές, δεν δίσταζαν να γίνουν ληστές αυτοί οι ίδιοι, και οι Έλληνες αποκαλούσαν συχνά συνθήκες ειρήνης εκείνες που συνάπτονταν μεταξύ λαών οι οποίοι δεν βρίσκονταν καθόλου σε πόλεμο μεταξύ τους. Οι λέξεις «ξένοι» και «εχθροί» ήταν επί μακρόν συνώνυμες σε διάφορους αρχαίους λαούς, ακόμα και στους Λατίνους: Εχθρός για τους προγόνους μας, λέει ο Κικέρων, ονομαζόταν αυτός που τώρα αποκαλούμε ξένο.[1] Το λάθος του Χομπς δεν είναι λοιπόν ότι εδραίωσε την κατάσταση του πολέμου μεταξύ των ανεξάρτητων ανθρώπων που έγιναν κοινωνικοί, αλλά ότι θεώρησε αυτή την κατάσταση φυσική για το είδος και αιτία των κακών των οποίων αποτελεί τη συνέπεια.

Αλλά όσο κι αν δεν υπήρχε διόλου φυσική και γενική κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, όσο κι αν εκείνοι γίνονται δυστυχείς και μοχθηροί ενόσω καθίστανται κοινωνικοί, όσο κι αν οι νόμοι της δικαιοσύνης και της ισότητας δεν σημαίνουν τίποτε για όσους ζουν ταυτόχρονα και στην ελευθερία της φυσικής κατάστασης και υπόκεινται στις ανάγκες της κοινωνικής κατάστασης, μακράν του να σκεφτούμε ότι δεν υπάρχει ούτε αρετή ούτε ευτυχία για εμάς και ότι ο ουρανός μάς έχει εγκαταλείψει αβοήθητους στον ξεπεσμό του είδους, εμείς ας προσπαθήσουμε ν’ αντλήσουμε απ’ το κακό το ίδιο το φάρμακο που πρέπει να το θεραπεύσει. Ας διορθώσουμε, ει δυνατόν, με νέες ενώσεις το μειονέκτημα της γενικής ένωσης. Ας κρίνει ο ίδιος ο βίαιος συνομιλητής μας την επιτυχία μας.[2] Ας του δείξουμε, με την τελειοποιημένη τέχνη, την αποκατάσταση των δεινών που η πρωτόλεια τέχνη διέπραξε ενάντια στη φύση. Ας του δείξουμε όλη τη δυστυχία της κατάστασης που πίστευε ευτυχή, όλα τα σφάλματα του συλλογισμού που θεωρούσε αδιάσειστο. Ας παρατηρήσει, σε μια καλύτερη κατάσταση πραγμάτων, την αξία των καλών πράξεων, την τιμωρία των κακών και την αγαστή συμφωνία της δικαιοσύνης με την ευτυχία. Ας διαφωτίσουμε τον λόγο του με νέα φώτα, ας θερμάνουμε την καρδιά του με νέα συναισθήματα, κι ας μάθει να πολλαπλασιάζει το Είναι του και την ευτυχία του με το να τις μοιράζεται με τους ομοίους του. Εάν δεν με τυφλώνει ο ζήλος μου σ’ αυτή την προσπάθεια, ας μην αμφιβάλλουμε διόλου ότι με δύναμη ψυχής και ορθή κρίση αυτός ο εχθρός του ανθρώπινου γένους θ’ αποκηρύξει εντέλει το μίσος του μαζί με τα λάθη του, ότι η λογική που τον έβαζε στο περιθώριο θα τον επαναφέρει στην ανθρωπότητα, ότι θα μάθει να προτιμά το καλώς εννοούμενο συμφέρον του από το φαινομενικό, ότι θα γίνει καλός, ενάρετος, συνετός, και για να συνοψίσουμε, τέλος, από θηριώδης ληστής που θα ήθελε να είναι, να γίνει ο θερμότερος υποστηρικτής μιας καλά οργανωμένης κοινωνίας.

Σημειώσεις:

[1] «Hostis enim apud majores nostros dicebatur, quem nunc peregrinum dicimus»: Ο Ρουσσώ παραθέτει επί τούτου στο πρωτότυπο κείμενο ολόκληρο το παραπάνω χωρίο στα λατινικά, το οποίο αντλείται από το De Officiis, I. xii του Κικέρωνα. Πρόκειται ουσιαστικά για ευθεία αναφορά του ίδιου του Κικέρωνα στο αντίστοιχο απόσπασμα από τις Ιστορίες του Ηροδότου αναφορικά με τους Λακεδαιμόνιους: «ξείνους γὰρ ἐκάλεον τοὺς βαρβάρους», Ἱστοριῶν ἐνάτη ἐπιγραφομένη Καλλιόπη. (Σ.τ.Μ.)

[2] Πρόκειται για μια ιδιαίτερη αναφορά στον Ντιντερό. (Σ.τ.Μ.)

Αφήστε ένα σχόλιο

2 × 5 =