Εξουσία και επιβολή: Μοτίβα και σύμβολα στον «Βασιλιά Ληρ»

0

Κείμενο: Ιφιγένεια Καφετζοπούλου

Εξουσιαστικά πλέγματα

Ο τίτλος του έργου (Βασιλιάς Ληρ) λειτουργεί αποκαλυπτικά της ιδιότητας του κεντρικού ήρωα: είναι ο «Βασιλιάς», ο κάτοχος της ανώτερης εξουσιαστικής βαθμίδας: βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας, μιας πυραμίδας που αποτελείται από πλέγματα σχέσεων, πλέγματα-δίχτυα, τα οποία παγιδεύουν το κάθε έμβιο ον. Κανένα ον δεν καταφέρνει να απεγκλωβιστεί, να καταργήσει τα εξουσιαστικά δίχτυα, να τα παρακάμψει ή να τα υπερβεί. Ήδη, λοιπόν από τον τίτλο του έργου γίνεται ξεκάθαρη η θέση του ήρωα στην ιεραρχία του εξουσιαστικού αυτού πλέγματος και κατ’ επέκταση οι συνέπειες που προκύπτουν από τη θέση αυτή. Ο Ληρ, εφόσον βρίσκεται στη θέση του βασιλιά -στην κορυφή του πλέγματος-, κατέχει, στον μεγαλύτερο βαθμό, την ικανότητα  ε λ έ γ χ ο υ  της ζωής των ανθρώπων, που βρίσκονται στις κατώτερες ιεραρχικές βαθμίδες: άρα, βλέπουμε πως ο Ληρ, ως βασιλιάς κατέχει τον έλεγχο και την επιβολή, άρα την ικανότητα  π α ρ έ μ β α σ η ς (ρύθμισης και μετατροπής) των υπόλοιπων ανθρώπινων ζωών.

Αυτού του είδους η συσσώρευση εξουσίας στο πρόσωπο του βασιλιά, η οποία επιτρέπει όχι μόνο τη ρύθμιση της δικής του ζωής αλλά και των υπολοίπων, προσδίδει στον Ληρ ένα είδος ελευθερίας, το οποίο με τη σειρά του προκαλεί την ψευδαίσθηση της ταύτισης με τον θεό, της υπέρβασης της ανθρώπινης ιδιότητας, η οποία προκαλεί με τη σειρά της την αίσθηση του  ά τ ρ ω τ ο υ. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει ο Thomas Clayton «αυτή η θεϊκή σχεδόν θέση, που κατέχει ο Ληρ στην κοινωνία, αυτόματα τον διαχωρίζει από τους υπόλοιπους τραγικούς ήρωες».[1]

Τρωτότητα

Παρατηρούμε τη δημιουργία ενός ντόμινου αντιδράσεων, το οποίο αιτιολογεί την αλαζονεία που επιφέρει η ιδιότητα του Ληρ. Η οποία με τη σειρά της λειτουργεί ως καταλύτης, ως η αιτία που πυροδοτεί τη δράση: παρά το γεγονός πως η ηλικία του Ληρ είναι ήδη αρκετά προχωρημένη, συνεπώς δεν είναι πλέον ο κατάλληλος να διαχειριστεί το βασίλειό του και άρα την εξουσία που αυτό συνεπάγεται, αποφασίζει να μοιράσει το βασίλειό του στις τρεις κόρες του. Όμως, ποιο είναι το κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο ο Ληρ πρόκειται να χωρίσει στα τρία το βασίλειό του; Σύμφωνα με την κοινή λογική το βασίλειο θα πρέπει χωριστεί ισόποσα στις τρεις κόρες -εφόσον δεν αρμόζει σε έναν πατέρα να πραγματοποιεί διακρίσεις μεταξύ των παιδιών του- και να κρατήσει ένα μικρό κομμάτι για τον ίδιο, προκειμένου να διατηρήσει την ανεξαρτησία του και να μην μετατραπεί σε βάρος για τις κόρες του. Παρ’ όλα αυτά, γίνεται σαφές στον θεατή πως ο Ληρ ξεχώριζε τη μικρότερή του κόρη, την Κορδέλια, σε εμφανές μάλιστα βαθμό, καθώς η διάκριση αυτή γινόταν αισθητή και από τις άλλες δύο κόρες του: «Εξάλλου, πάντα αγαπούσε την Κορδέλια περισσότερο».[2] Βλέπουμε λοιπόν πως η ιδιότητα του βασιλιά, δηλ. του εξουσιαστή, στον Ληρ υπερβαίνει ακόμα και την ιδιότητα του πατέρα, καθώς ακόμα και στα παιδιά του επιβάλλει διαχωρισμούς, επιβάλλει ιεραρχία, άρα ασκεί βία και εξουσία, τοποθετώντας την Κορδέλια σε πλεονεκτική θέση, συγκριτικά με τις υπόλοιπες δύο κόρες, διακρίνοντας και ξεχωρίζοντάς την ως την αγαπημένη του.

Είναι η μικρότερη κόρη και η πιο όμορφη, άρα παρατηρούμε πως ο λόγος της διάκρισης –εάν όχι εντελώς, τουλάχιστον σε έναν μεγάλο βαθμό– στηρίζεται σε κριτήρια-προσόντα, τα οποία δεν εξαρτώνται από το ίδιο το άτομο, δηλαδή δεν είναι ιδιότητες τις οποίες μπορεί κάποιος να επιλέξει, να καλλιεργήσει και να αναπτύξει αλλά ιδιότητες που είναι αποτελέσματα της φύσης (η εμφάνισή της πρόκειται για το αποτέλεσμα των γονιδίων και η ηλικία της για το αποτέλεσμα του χρόνου), δηλαδή για παράγοντες στους οποίους ακόμη και ο ίδιος ο βασιλιάς αδυνατεί να παρέμβει, τους οποίους αδυνατεί να ελέγξει και κατ’ επέκταση αδυνατεί να εξουσιάσει. Παρατηρούμε λοιπόν εδώ την πρώτη υπόνοια, την πρώτη κρυμμένη αιχμή της  τ ρ ω τ ό τ η τ α ς  του βασιλιά, των παραγόντων δηλαδή που ξεφεύγουν από τον έλεγχό του, των παραγόντων που δημιουργούν  ρ ω γ μ έ ς  στην κυριαρχία του, υπονομεύοντας την παντοδυναμία του. Η νεαρή ηλικία και η ομορφιά (η οποία μπορεί επίσης να εννοηθεί ως συνέπεια του χρόνου) της Κορδέλια αποτελούν τις ιδιότητες, που ο ίδιος ο Ληρ έχει απωλέσει, ιδιότητες τις οποίες η όποια εξουσία του δεν είναι ικανή να εξαγοράσει. Ο Ληρ, ως θνητός, έλκεται, όπως είναι αναμενόμενο, από ό,τι υπερβαίνει τον έλεγχο και άρα την κυριαρχία του και προσπαθεί να το ενστερνιστεί-οικειοποιηθεί, μέσω της Κορδέλια, την οποία έχει ξεχωρίσει, επιδιώκοντας να την έχει διαρκώς στο πλευρό του. Όπως ορθά παρατηρεί ο Honigmann «η οργή του Ληρ προς την Κορδέλια μαρτυρά μια έντονα κτητική αγάπη».[3] Και για τον λόγο αυτό ο ίδιος επιδιώκει ως αντάλλαγμα να παραχωρήσει στη μικρή του κόρη το μεγαλύτερο μερίδιο του βασιλείου του. Και επειδή –όπως ανέφερα προηγουμένως– η ιδιότητα του βασιλιά-εξουσιαστή υπερβαίνει την ιδιότητα του πατέρα στον Ληρ, δεν πρόκειται να το παραχωρήσει δίχως να λάβει το αντάλλαγμα το οποίο θα ορίσει και θα επιβάλει ο ίδιος.

Το αντάλλαγμα που αναζητά, προκύπτει ως αποτέλεσμα της αλαζονείας και φιλαυτίας του βασιλιά και της ανάγκης του για υποταγή του εκάστοτε Άλλου στο πρόσωπό του, το οποίο και θα πρέπει να εξυψωθεί. Σύμφωνα με τον Honigmann, στο σημείο αυτό διαφαίνεται ο σαδισμός του βασιλιά: «οι κόρες του βρίσκονται στο έλεός του, ένας πλούσιος ηλικιωμένος θέλει να κάνει το κέφι του, τα ζώα του τσίρκου θα πρέπει να εκτελέσουν το νούμερό τους»[4]: το μέγεθος του βασιλείου που δικαιούται η κάθε κόρη θα είναι ανάλογο με το μέγεθος της αγάπης που θα εκφράσει η κάθε κόρη προς τον ίδιο.

Λέξεις

Με ποιον τρόπο θα εκφραστεί το μέγεθος της αγάπης; Μέσω του  λ ό γ ο υ. Μέσα από τα λόγια, με τα οποία στην ουσία θα συντάξει την αγάπη της, όπως ακριβώς συντάσσουμε ένα κείμενο, όπως συντάσσουμε έναν λόγο υπεράσπισης ή κατηγορίας, στο οποίο όμως απουσιάζει η απόδειξη. Βλέπουμε τη διοργάνωση -στην ουσία- ενός διαγωνισμού ρητορικής, ένα «παιχνίδι λέξεων»[5] και μια «λεκτική τελετουργία»[6], σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Michael Mangan, με  θέμα τη μεγαλύτερη απόδοση εγκωμίων και εξύψωσης του βασιλιά, ως επιβεβαίωση της παντοδυναμίας, της κυριαρχίας και κατάφασης της εξουσίας του. Παρατηρούμε, άρα, τη δημιουργία ενός αιτήματος παράλογου και κυρίως κενού, καθώς αφενός δεν επιζητείται καμία απόδειξη της αγάπης των κοριτσιών, παρά μόνο η όσο το δυνατόν πιο άνετη και περίπλοκη χρήση της γλώσσας, δηλαδή η  ε υ φ ρ ά δ ε ι α, η οποία είναι αυτή που θα ευφράνει τα αυτιά του βασιλιά, τα οποία και θα λειτουργήσουν ως οι υποδοχείς, μέσω των οποίων θα εισχωρήσουν στον βασιλιά οι κολακείες, ως η επιβεβαίωση της ισχύος και του μεγαλείου του. Οι λέξεις, είναι αυτές που θα μεταμορφώσουν την αξία του βασιλιά σε αξία υψηλότερη από την ίδια τη ζωή, από το ίδιο το φως, τον αέρα, την ελευθερία, την τιμή, την υγεία, τα κάλλη, μεγαλύτερη από οποιαδήποτε χαρά μπορεί να δημιουργήσει ακόμη και το πιο πολύτιμο από τα αισθητήρια όργανα.[7] Η ευφράδεια της γλώσσας, οι λέξεις, ο έναρθρος λόγος που αυτή έχει την ικανότητα να παράγει, αποδεικνύεται εν τέλει ο πιο ισχυρός παράγοντας, το πιο ισχυρό μέσο, το οποίο καταφέρνει να διεισδύσει, μέσα από τις οπές των αυτιών, μέσα στο σώμα του βασιλιά και κυρίως μέσα στη συνείδησή του.

Οι  λ έ ξ ε ι ς  μετατρέπονται στην  τ ρ ο φ ή  του βασιλιά, σε μια τροφή όμως δηλητηριασμένη, η οποία δρομολογεί τον θάνατό του. Ο βασιλιάς καταβροχθίζει γεμάτος ευχαρίστηση τις λέξεις-κόλακες, οι οποίες πείθοντάς τον για την αναίρεση-υπέρβαση της θνητής του υπόστασης (εξισώνοντάς τον με τον θεό, με το υπέρτατο αγαθό), στην πραγματικότητα αποτελούν την τροφή, η οποία καταφάσκει τη θνητότητά του. Ο βασιλιάς είναι ταυτόχρονα βρωτός και βροτός,[8] τρέφεται τη στιγμή αυτή με τον θάνατο, θεωρώντας παράλληλα εσφαλμένα πως τρέφεται με την αμ-βροσία, με την τροφή των θεών, δηλ. με την αθανασία. Παρατηρούμε λοιπόν στο σημείο αυτό πως η ιδιότητα της ευφράδειας που χαρακτηρίζει τις δύο κόρες, θα επιβεβαιώσει εντέλει την αντίληψη που επικρατούσε στην αναγεννησιακή περίοδο, σχετικά με την ευφράδεια των γυναικών, ως αρνητικό στοιχείο του χαρακτήρα τους.[9] Οι λέξεις τους μεθούν, υπνωτίζουν, ναρκώνουν και χειραγωγούν στην ουσία τον βασιλιά, λειτουργώντας ως το κριτήριο ανάδειξης των διαδόχων του.

Διαδοχή-μετάβαση

Η διαδικασία της διαδοχής, δηλ. η μεταφορά της εξουσίας από το παλαιότερο πρόσωπο στο νεότερο, σηματοδοτεί μια διαδικασία μετάβασης, ένα είδος διαβατήριας τελετουργίας,[10] όπως λχ. η διαδικασία του γάμου. Το σώμα του διαδόχου φορτίζεται πλέον με την ισχύ της εξουσίας, εξουσία, η οποία αφαιρείται από το σώμα του προκατόχου. Παρατηρούμε λοιπόν μία  ο λ ί σ θ η σ η  της εξουσίας, η οποία και σηματοδοτεί την αυτόματη αποδυνάμωση του βασιλιά και αντίστοιχα την ενίσχυση των διαδόχων (Γκόνεριλ και Ρ.). Οι διάδοχοι, παίρνουν τη θέση του Ληρ, το διπλό δηλαδή σώμα του[11], του θεού και ανθρώπου, και ο ίδιος, μην προνοώντας να κρατήσει τίποτα για τον εαυτό του, θα απομείνει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Τρελός, μονάχα μια σκιά. Όπως σωστά παρατηρεί ο Mangan «κατά μία έννοια ο Ληρ δεν έχει ιδιωτική ταυτότητα. Δεν είχε ποτέ την πρόθεση να χωρίσει εντελώς από τον θρόνο […] το πιο φοβερό πράγμα που θα ανακαλύψει είναι ο βαθμός της εξάρτησης της ταυτότητάς του από τη βασιλική του ιδιότητα, σαν το όνομά του να είναι Βασιλιάς Ληρ και όταν αποκοπεί από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που του αναλογούν ως βασιλιά να είναι πλέον χαμένος».[12]

Από την τρίτη κόρη του, την Κορδέλια, την οποία ο ίδιος είχε ξεχωρίσει ως την αγαπημένη του, ο Ληρ ανέμενε τη μεγαλύτερη ευφράδεια λόγου, η οποία και θα σηματοδοτούσε, για τον ίδιο, το μέγεθος της αγάπης του. Όμως, στο σημείο αυτό η Κορδέλια ανατρέπει τις προσδοκίες του βασιλιά:

ΛΗΡ: Τώρα εσύ χαρά μου, στερνή μου, μα όχι στερημένη […] τι θα μπορέσεις να μας πεις για να κερδίσεις μερίδα πιο παχιά απ’ τις αδερφάδες σου; Μίλησε.

ΚΟΡΔ.: Τίποτα, αφέντη μου!

ΛΗΡ: Τίποτα!

ΚΟΡΔ.: Τίποτα.

ΛΗΡ: Δε θα βγει τίποτα απ’ το τίποτα. Μίλα ξανά.[13]

Όπως πρόκειται να εξηγήσει στη συνέχεια η Κορδέλια, δεν μπορεί να φέρει στο στόμα την καρδιά της. Αγαπά τον πατέρα της κατά το χρέος της, όχι πιο πολύ ή πιο λίγο.[14] Το χρέος της, όπως η ίδια αναφέρει στη συνέχεια, εφόσον ο Ληρ τη γέννησε, την ανέθρεψε και την αγάπησε είναι να ανταποδώσει «μ’ υπακοή, μ’ αγάπη, με περίσσιο σέβας».[15] Παρατηρούμε στο σημείο αυτό πως μέσα από την Κορδέλια σκιαγραφείται το πρότυπο της ιδανικής αναγεννησιακής γυναίκας, η οποία είναι υπάκουη, λιγομίλητη και αγνή[16] (η πίστη της Κορδέλια στον πατέρα της αποδεικνύεται στη συνέχεια του έργου, καθώς συγχωρεί τον πατέρα της, παρά το άδικο φέρσιμό του απέναντί της). Η σιωπή και η εγκράτεια της Κορδέλια σηματοδοτούν βασικές αρετές της γυναίκας, σε αντίθεση με την ευφράδεια, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό του χολερικού τύπου γυναίκας, συνυφασμένου με την υστερία και την απιστία.[17] Και πράγματι, παρατηρούμε πως η ευφράδεια της Γκόνεριλ και της Ρ. αποτελεί στην ουσία την πραγμάτωση μιας απιστίας-απάτης-πλάνης. Καμία από τις δύο δεν πρόκειται να μείνει πιστή στα λόγια της, τα οποία θα λειτουργήσουν μονάχα ως το μέσο, για να πραγματοποιηθεί η εξαπάτηση του βασιλιά και η πλάνη του, με απώτερο σκοπό τη χειραγώγηση και την επίτευξη του δικού τους οφέλους. Αντίθετα, η Κορδέλια αδυνατεί να φέρει την καρδιά της στη γλώσσα της, γεγονός, το οποίο αποτελεί δείγμα, όπως υποστηρίζει η ίδια στη συνέχεια, της ειλικρίνειάς της.

Στο σημείο αυτό θίγεται επίσης το ζήτημα του γάμου, δηλ. ενός θεσμού, τον οποίο ο Shakespeare ως καινοτόμος, αμφισβητεί, εξετάζοντάς τον σε βάθος και ανιχνεύοντας τα πραγματικά του αίτια (όπως λχ. γάμοι από συμφέρον).[18] Παρατηρούμε λοιπόν ότι την Κορδέλια, παρά το γεγονός ότι η ίδια αντιπροσωπεύει το ιδανικό γυναικείο πρότυπο, ο πρώτος υποψήφιος γαμπρός, ο δούκας της Βουργουνδίας, την εγκαταλείπει επειδή ο πατέρας της την αποκληρώνει. Με τον τρόπο αυτό, ο Shakespeare αποκαλύπτει και σε αυτό το έργο τα όχι πάντα αγαθά κίνητρα του γάμου (λχ. γάμος από έρωτα), τα οποία και αντικαθίστανται από τα οικονομικά συμφέροντα. Ο Shakespeare όμως δεν παρουσιάζει μονάχα τη μία πλευρά του νομίσματος, δηλαδή τη χρησιμοθηρία, ως τον κινητήριο μοχλό των ανθρώπινων σχέσεων αλλά και τον άλλο πόλο, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τη γενίκευση και τη μονομέρεια: ο δεύτερος υποψήφιος αναγνωρίζει τα προσόντα και τις αρετές της Κορδέλια, οι οποίες υπερβαίνουν το προσωπικό οικονομικό του συμφέρον και δέχεται να την παντρευτεί.

ΦΡΑΓΚΟΣ: Πεντάμορφη Κορδέλια, εσύ τετράπλουτη φτωχιά, συ διαλεχτό μου απόρριμμα, σκουπίδι αγαπημένο, σε κάνω, να δικιά μου εσένα και τις χάρες σου. […] η κρύα τους περιφρόνια σε μένα ανάβει σεβασμόν, αγάπη και συμπόνια.[19]

Παρατηρούμε μια αναστροφή: η ισχύς της συγγένειας του αίματος και μάλιστα η πατρική συγγένεια, η οποία υποτίθεται πως είναι ανιδιοτελής προδίδει και καταρρέει, ενώ ο υποψήφιος γαμπρός, ο οποίος ανήκει στη σφαίρα του ξένου, καταφέρνει να  δ ε ι  και να  α ν α γ ν ω ρ ί σ ε ι  την αξία της Κορδέλια, κάτι που ο ίδιος ο πατέρας της στην ουσία αποδεικνύεται ανίκανος να πραγματοποιήσει. Παρατηρούμε λοιπόν μια μεταφορική-εσωτερική  τ ύ φ λ ω σ η  από την οποία πάσχει ο Ληρ, ως αποτέλεσμα της ματαιοδοξίας του, που τον καθιστά ανίκανο να δια-κρίνει την ενδότερη ουσία και τις πραγματικές προθέσεις του ανθρώπου. Γι’ αυτό και ο Κεντ απαντάει στον Ληρ, όταν ο τελευταίος διατάζει την Κορδέλια να χαθεί από τα μάτια του:[20]

ΚΕΝΤ: Καλύτερα άνοιξέ τα, Ληρ.[21]

Μεταίχμιο

Ο Ληρ θα ανοίξει τα μάτια του, θα αντιληφθεί την πλάνη που έχει υποστεί, όταν εκδιωχθεί και από τις δύο κόρες του, οι οποίες, εφόσον δεν τον έχουν πλέον ανάγκη, αποκαλύπτουν το πραγματικό τους πρόσωπο. Η φιλοξενία που ο ίδιος περίμενε να εισπράξει από τις κόρες του, μετατρέπεται τώρα σε εχθροξενία:[22] ο πατέρας τους φαντάζει στα μάτια τους εχθρός, άρα φαντάζει απειλητικός και παρείσακτος, οπότε αυτό που επείγει είναι η επίτευξη της άμεσης αποχώρησής του. Τώρα ο Ληρ, έχοντας απογυμνωθεί από το κάλυμμα της εξουσίας, δεν είναι πλέον ούτε βασιλιάς αλλά ούτε και πατέρας, παρά μονάχα μία φιγούρα παρασιτική: έχοντας πλέον χάσει το κύρος και την ανεξαρτησία που του απέδιδε η εξουσία των κοινωνικών ρόλων που είχε αναλάβει, καταλήγει εξαρτώμενος και επαίτης, ένα παράσιτο, το οποίο δεν διαθέτει έναν αποκλειστικά δικό του χώρο αλλά είναι τοποθετημένο πάντα σε ένα  μ ε τ α ί χ μ ι ο,  σε έναν χώρο ενδιάμεσο,[23] μεταξύ του οικοδεσπότη και του οίκου του, δηλαδή σε μια ενδιάμεση γκρίζα, σκιώδη ζώνη, δηλ. σε μία  σ κ ι ά, όπως ακριβώς τον αποκάλεσε ο Τρελός.

ΛΗΡ: Ποιος είμαι; Ποιος μπορεί να μου το ειπεί;

ΤΡΕΛΟΣ: Του Ληρ ο ίσκιος.[24]

Ο Ληρ έχοντας πλέον απωλέσει τους κοινωνικούς ρόλους που κατείχε, χάνει πλέον την ίδια την υπόστασή του:

ΤΡΕΛΟΣ: Τώρα είσαι ένα μηδενικό σκέτο. Εγώ είμαι καλύτερος από σένα τώρα. Εγώ είμαι τρελός, εσύ δεν είσαι τίποτα.[25]

Πόλη-φύση

Ο Ληρ τοποθετείται μέσα σε μια πόλη, στο πλαίσιο της οποίας είχε αναλάβει τους ρόλους που δημιουργούσαν την ταυτότητά του: ήταν ο βασιλιάς, ήταν ο πατέρας. Η πόλη σηματοδοτεί μία κοινωνία, γι’ αυτό και αυτοί οι ρόλοι, που σχημάτιζαν την ταυτότητα του Ληρ, ήταν κοινωνικοί ρόλοι. Για τον λόγο αυτό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως ο Shakespeare τοποθετεί τον Ληρ -αφού χάσει τους κοινωνικούς ρόλους που τον χαρακτηρίζουν-  έ ξ ω  από την πόλη, δηλ. έξω από την κοινωνία. Ο Ληρ, έχοντας χάσει την υπόστασή του και έχοντας αποκαλεστεί από τον Τρελό «ένα μηδενικό σκέτο» και ένα «τίποτα», υπόκειται σε μία  μ ε τ α τ ό π ι σ η: παρατηρούμε δηλ. ένα πέρασμα / μία μετάβαση / μία πορεία-ταξίδι από την πόλη στη φύση. Από την τεχνητή κοινωνία των ανθρώπων στους νόμους  της φύσης.

Η φύση ως σύμβολο του πρωτόγονου, του στοιχείου που υπερβαίνει τον άνθρωπο, που δεν έχει ανάγκη τον άνθρωπο και που καθιστά τον άνθρωπο ανίκανο να την υποτάξει και να τη θέσει υπό τον πλήρη έλεγχό του, να την εξουσιάσει και να κυριαρχήσει. Αυτού του είδους η σχέση ανθρώπου-φύσης θεωρώ πως υπογραμμίζεται από το γεγονός πως ο Ληρ φαντάζει εκτεθειμένος, μικρός και ανίσχυρος μπροστά στα ισχυρά καιρικά (φυσικά) φαινόμενα: καταιγίδες, αστραπές, βροντές, κεραυνοί, έντονη βροχόπτωση, δυνατή ανεμοθύελλα. Ο Ληρ μέσα στο πλαίσιο της φύσης και όχι πλέον της πόλης, δεν κατέχει πια τη μέγιστη εξουσία αλλά την ελάχιστη. Αδυνατεί να ελέγξει/υποτάξει τη μανία της φύσης, η οποία είναι εξακολουθητική («η μπόρα εξακολουθεί»). Μέσα σε μια φύση ανεξέλεγκτη ο Ληρ, απογυμνωμένος πλέον από τις κοινωνικές του εξουσίες, αποκτά συνείδηση της αδυναμίας, της ευαλωτότητας και της τρωτότητάς του. Σύμφωνα με την Μπακονικόλα «υπάρχει μια σχεδόν απανθρωποποιημένη φωνή, που προκαλεί τις δυνάμεις της φύσης να συμπληρώσουν στο ίδιο του το σώμα την καταστροφή που άρχισαν οι ανθρώπινες δυνάμεις»[26]:

ΛΗΡ: Φύσηξε, αγέρα, σκασ’ τ’ ασκιά σου! Λύσσα! Φύσα! Νεροποντές και καταρράχτες, σεις, χυθείτε.

ΤΡΕΛΟΣ: Τέτοια νύχτα δε λυπάται ούτε σοφούς, ούτε τρελούς.

ΛΗΡ: Εσείς δεν μου χρωστάτε υποταγή.[27]

[…]

ΛΗΡ: Όταν ήρθε βροχή και μ’ έκανε διαμιάς μούσκεμα κι ο άνεμος να τρίζω τα δόντια κι ο κεραυνός στην προσταγή μου δεν ησύχασε, τότε τις ανακάλυψα, τις πήρα μυρουδιά. Τίποτα, δεν είναι άνθρωποι με λόγο. Μου ‘λεγαν πως ήμουνα το παν. Ψέμα, αφού με πιάνουν κρυάδες και δεν αντέχω.[28]

Πυρήνας

Βλέπουμε την πορεία του Ληρ από την πόλη στη φύση, ως μια πορεία προς την αυτογνωσία, ως μια πορεία ξεφλουδίσματος της επιφάνειας, ξεφλουδίσματος των στρωμάτων των ρόλων, των ρόλων που αναλαμβάνουμε μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο και κυρίως τους ξεφλουδίσματος των ψευδαισθήσεων, που αυτοί οι ρόλοι ενίοτε δημιουργούν («Εσείς δεν μου χρωστάτε υποταγή», απαντά ο Ληρ στα στοιχειά της φύσης, εννοώντας πως οι κόρες του, του χρωστούσαν, καθώς σύμφωνα με τα πρότυπα της Αναγέννησης, η γυναίκα όφειλε να είναι υποτακτική. Στην πραγματικότητα όμως, κανείς δεν του χρωστάει την υποταγή του). Μέσα στη μανιασμένη φύση, ως ο χώρος-πλαίσιο, όπου ο Ληρ συνειδητοποιεί την κοροϊδία-εξαπάτηση που έχει υποστεί, την αδυναμία του να επιβάλλει πλέον οποιαδήποτε μορφή ελέγχου και ξεφλουδισμένος από τους ρόλους-ιδιότητές του, συναντά τώρα τον  π υ ρ ή ν α  του, ο οποίος δεν είναι το ανθρώπινο ον, αλλά το έμβιο ον. Ακόμη και η έννοια του ανθρώπου αποδεικνύεται κι αυτός ένας ρόλος, μία κατασκευή, μία μορφή εξουσίας ως προς τα υπόλοιπα έμβια όντα. Εδώ, στη μανιασμένη φύση καταρρίπτεται ακόμη και αυτή η πρωταρχική βαθμίδα εξουσίας, τον εγκαταλείπει ακόμη και η φιλοξενία μέσα στην ίδια την ανθρωπινότητα:

ΛΗΡ: Καλύτερα να ‘σουν μες στον τάφο σου παρά που αντικρίζεις με το γυμνό σου σώμα αυτήν την παραφορά τ’ ουρανού. Αυτό ‘ναι όλο κι όλο ο άνθρωπος; […] ο αστόλιστος άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα τέτοιο κακόμοιρο, γυμνό, διχαλωτό ζώο σαν και σένα.[29]

Όμως, το τέλος του Ληρ είναι ο θάνατος: καθώς πλέον έχει ξεφλουδίσει από όλους τους κοινωνικούς ρόλους, δεν χωρά πλέον μέσα στο κοινωνικό πλέγμα. Γι’ αυτό και η Μπακονικόλα χαρακτηρίζει την πορεία του Ληρ μία οδοιπορία προς τον θάνατο […] δεν υπάρχει πλέον τρόπος επιστροφής προς την ανθρώπινη κοινότητα.[30]

Τρέλα

Η άφιξη και η συνάντηση του Ληρ με τον πυρήνα του, δηλ. η συνειδητοποίηση της ύπαρξής του ως ένα ζώο, ως ένας φορέας ζωής με την ελάχιστη εξουσιαστική βαθμίδα, συμπίπτει με την μετάβαση του Ληρ στη διάσταση της τρέλας. Η ολίσθηση του Ληρ από τη μέγιστη στην ελάχιστη εξουσιαστική βαθμίδα, από την ιδιότητα του βασιλιά στην ιδιότητα του ζώου, επιφέρει την απώλεια της ικανότητάς του να ελέγξει-εξουσιάσει ακόμη και το ίδιο του το μυαλό. Η τρέλα υπήρξε ταυτισμένη με τη ζωικότητα, με το κτηνώδες και το θηριώδες γι’ αυτό και τα πρώτα ιδρύματα είχαν την όψη κλουβιού ή θηριοτροφείου.[31] Επειδή το ζωώδες είχε ταυτιστεί με το ά-λογο, με την έλλειψη του ορθού και του έναρθρου λόγου, όπως ακριβώς και η τρέλα ταυτίζεται με αυτήν ακριβώς την έλλειψη λογικής, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως ο Ληρ χαρακτηριζόταν από έλλειψη λογικής / από έλλειψη ορθής κρίσης την περίοδο πριν από την έλευση της τρέλας, την περίοδο που ακόμη κυβερνούσε. Αντίθετα, η περίοδος της τρέλας του συμπίπτει με την έλευση της λογικής και της κατάρρευσης των ψευδαισθήσεών του. Η καταβύθιση στην τρέλα και στη ζωικότητα δεν συμπίπτει με την καταβύθιση στην απουσία της λογικής αλλά στην εύρεσή της. Η αναγνώριση και η εξουδετέρωση της μεταφορικής τύφλωσης, από την οποία έπασχε ο Ληρ, υπήρχε μέσα στην καρδιά της κοινωνικής οργάνωσης.

Η μανιασμένη φύση θα μπορούσε να αποτελεί μια εξωτερίκευση του ίδιου του μυαλού του Ληρ μετά την πτώση του, ενός μυαλού ταραγμένου και αφηνιασμένου, σε κατάσταση τρικυμίας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως ο Ληρ κατά τη διάρκεια της μετάβασής του δεν είναι μόνος του αλλά έχει δύο συνοδούς, οι οποίοι επίσης συνδέονται με την τρέλα: ο Τρελός, η ιδιότητα του οποίου ως «τρελού», χαρακτηρίζει την όλη ύπαρξή του, καθώς δεν αναφέρεται ποτέ το όνομά του. Μπορούμε να τον εκλάβουμε ως την προσωποποίηση της τρέλας. Ο δεύτερος συνοδοιπόρος, ο Έντγκαρ έχει μεταμφιεστεί σε τρελό. Παρατηρούμε λοιπόν τη συνύπαρξη τριών εκδοχών της τρέλας: η πρώτη, η τρέλα του βασιλιά σηματοδοτεί τη μετάβαση από την κατάσταση της μεταφορικής τύφλωσης και άρα του σκότους, στην ξαφνική αποκάλυψη του φωτός και στην ξαφνική έκθεση του ήρωα στην αλήθεια-πραγματικότητα-γνώση, η οποία όμως δεν αποτελεί μια διαδικασία ανώδυνη αλλά προϋποθέτει το μέγιστο κόστος: αυτή η μετωπική θέαση της αλήθειας, επιφέρει ένα είδος συντριβής.

Εξωτερική-εσωτερική τύφλωση

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράλληλη πορεία τύφλωσης του Ληρ και του Γλόστερ: η περίοδος της (μεταφορικής) τύφλωσης του Ληρ, συμπορευόταν με μια επίσης μεταφορική τύφλωση του Γλόστερ, τον καιρό της παραμονής τους στο παλάτι, τον καιρό που οι ίδιοι ήταν ισχυροί φορείς εξουσίας, τυφλωμένοι από την δύναμη, που αυτή η εξουσία επιφέρει, αδυνατώντας να δουν καθαρά. Αντίθετα, όταν αρχίζουν να απομακρύνονται από το παλάτι, δηλ. από την κεντρική μήτρα παραγωγής εξουσιών, η ουσιαστική όραση-αντίληψή τους για τον κόσμο αρχίζει επίσης να αποκαθίσταται και γι’ αυτό ο Γλόστερ πρόκειται να τιμωρηθεί: να τιμωρηθεί με τύφλωση, με την αφαίρεση δηλ. του μέσου πρόσβασης στο φως και στην αλήθεια, καθώς η υποταγή στην εξουσία, που την αντιπροσωπεύουν οι ίδιοι, προϋποθέτει ανθρώπους τυφλούς:

ΓΛΟΣΤΕΡ: Γιατί δεν ήθελα να βλέπω τ’ άγρια νύχια σου τα γέρικα φτωχά του μάτια να του βγάζουν. Ούτε την αδερφή σου, το θεριό να χώνει στη μυρωμένη σάρκα του τα καπροαρπάγια της.[32]

[…]

ΚΟΡΝ: Τα μάτια αυτά θα σ’ τα τσαλαπατήσω.[33]

[…]

ΓΛΟΣΤΕΡ: Δεν έχω δρόμο, τι μου χρειάζονται τα μάτια. Σαν έβλεπα, όλο σκόνταβα. […] μόνο να σ’ έβλεπα με της αφής τα μάτια και θα ‘λεγα πως ξαναπόχτησα το φως μου![34]

Παρατηρούμε πως η τρέλα του Ληρ, η οποία συμβαδίζει με την άρση της μεταφορικής του τύφλωσης, επισκέπτεται και τον Γλόστερ:

ΓΛΟΣΤΕΡ: Ο βασιλιάς θα τρελαθεί λες; Άκου, φίλε μου, είμαι κι εγώ σχεδόν τρελός.[35]

Η μεταφορική-εσωτερική τύφλωση του Γλόστερ, συμβαδίζει με την εξωτερική-επιδερμική, σωστή λειτουργία της όρασής του, όπως ακριβώς και στον Ληρ. Όταν αφαιρείται η εξωτερική όραση του Γλόστερ, αποκαθίσταται η εσωτερική:

ΓΛΟΣΤΕΡ: Είδα στη μπόρα εχτές τη νύχτα έναν κακόμοιρο τέτοιον, που μου ‘φερε τη σκέψη πως ο άνθρωπος είναι σκουλήκι. Και θυμήθηκα τον γιο μου μα τον θυμόμουν μ’ έχτρα ακόμη. Ε, από τότε πολλά έχω μάθει.[36] […] Το βλέπω με την αφή.[37]

Στην ουσία, την ανάλογη πορεία ακολουθεί και ο Ληρ, ο οποίος βλέπει πλέον επίσης με την εσωτερική και ουσιαστική του όραση-αντίληψη και όχι με την εξωτερική και την κοινώς αποδεχτή λογική:

ΛΗΡ: Τι, τρελός είσαι; Μπορεί να ιδεί κανείς πώς πάει ο κόσμος χωρίς μάτια. Κοίταξε με τ’ αφτιά σου.[38] […] Έχεις δει μαντρόσκυλο να γαβγίζει ζητιάνο; […] και να τρέχει ο φουκαράς κι ο σκύλος να τον κυνηγάει; Ε, τότε είδες την επίσημη εικόνα της εξουσίας. Ε, συ βρωμιάρη χωροφύλακα, κράτα το χέρι σου το ματωμένο! Τι τη βαράς αυτή την πόρνη με το βούρδουλα; Δείρε τη ράχη σου, γιατί σε καίει λαχτάρα, γι’ αυτό που τη βαράς, να το ‘κανες μαζί της.[39] […] Πάρε μάτια γυάλινα και, σαν ποζάτος δημοκόπος, να καμώνεσαι πως βλέπεις πράματα που δεν τα βλέπεις.[40]


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Thomas Clayton: «”Is this the promis’d end?”. Revision in the role of the king», στο The Division of the Kingdoms: Shakespeare’s Two Versions of King Lear, edited by Gary Taylor and Michael Warren, Oxford Shakespeare Studies, U.S.A. 1987, σ. 102.

[2] William Shakespeare: Βασιλιάς Ληρ, μετάφρ. Βασίλης Ρώτας, Επικαιρότητα, Αθήνα 2009, σ. 30.

[3] Honigmann: Shakespeare: Seven tragedies. The dramatist’s manipulation of response, Macmillan Press,1976, σ. 113.

[4] Ό.π., σ. 104.

[5] Michael Mangan: A preface to Shakespeare’s tragedies, Longman, London and New York, 1991, σ. 167, 168.

[6] Ό.π.

[7] Shakespeare: Βασιλιάς Ληρ, ό.π., σ. 19-20.

[8] Γιώργος Π. Πεφάνης: Θιασώτες και φιλόσοφοι. Σκιαγράφηση μιας θεατροφιλοσοφίας, Παπαζήσης, Αθήνα 2016, σ. 217.

[9] Ξένια Γεωργοπούλου: Ζητήματα φύλου στο θέατρο του Σαίξπηρ και της Αναγέννησης, Παπαζήσης, Αθήνα 2010, σ. 71-77.

[10] Richard Schechner: Θεωρία της επιτέλεσης, μετάφρ. Νάνσυ Κουβαράκου, Τελέθριον, Αθήνα 2011, σ. 169.

[11] Kantorowicz H. Ernst: The king’s two bodies. A study in Mediaeval Political Theology, Princeton University Press, United States of America 1959 και Foucault M.: Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Πλέθρον, Αθήνα 2011, σ.38, όπου το σώμα του καταδίκου απεικονίζει τη συμμετρική και ανεστραμμένη φιγούρα του βασιλιά: το έλλειμμα εξουσίας ως αντίθεση στο πλεόνασμα εξουσίας.

[12] Mangan: A preface to Shakespeare’s tragedies, ό.π., σ. 178-179.

[13] Shakespeare: Βασιλιάς Ληρ, ό.π., σ. 20-21.

[14] Ό.π., σ. 21.

[15] Ό.π.

[16] Γεωργοπούλου: Ζητήματα φύλου στο θέατρο του Σαίξπηρ και της Αναγέννησης, ό.π., σ. 117-118.

[17] Ό.π., σ.

[18] Ξένια Γεωργοπούλου: «Σαίξπηρ: ο μεγάλος αμφισβητίας του γάμου» στο William Shakespeare: Όπως σας αρέσει, μετάφρ. Σάββας Στρούμπος, Αλφειός, Αθήνα 2010, σ. 143-159.

[19]  Shakespeare: Βασιλιάς Ληρ, ό.π., σ. 28.

[20] Ό.π., σ. 24.

[21] Ό.π.

[22] Ντερριντά Ζακ-Ντυφουρμαντέλ Αν: Περί φιλοξενίας, μετάφρ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, Εκκρεμές, Αθήνα 2006, σ. 56.

[23] Michel Serres, The Parasite translated by Lawrence R. Schnenr, United States of America, Johns Hopkins University Press 1982, σ. 63-246.

[24] William Shakespeare, Βασιλιάς Ληρ, ό.π. σ. 49.

[25] Ό.π., σ. 47.

[26] Μπακονικόλα-Γεωργοπούλου Χαρά: Στιγμές της ελληνικής τραγωδίας, Ινστιτούτο του βιβλίου Μ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994, σ. 71.

[27] Βασιλιάς Ληρ, ό.π. σ. 90.

[28] Ό.π., σ. 136.

[29] Ό.π., σ. 100.

[30] Μπακονικόλα: Στιγμές της ελληνικής τραγωδίας, ό.π., σ. 69-70.

[31] Michel Foucault: Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή, Καλεντής, Αθήνα 2007, σ.208.

[32] Βασιλιάς Ληρ, ό.π., σ. 113.

[33] Ό.π., σ. 114.

[34] Ό.π., σ. 117.

[35] Ό.π., σ. 103.

[36] Ό.π.. σ. 117.

[37] Ό.π. σ.138.

[38] Ό.π., σ. 138.

[39] Ό.π., σ. 138.

[40] Ό.π., σ. 139.

Αφήστε ένα σχόλιο

18 − four =