Το μέλλον της εργασίας και τα ΜΜΕ: πέρα από την ελληνική κρίση

0

Σοφία Καναούτη

Μια από τις πιο σημαντικές αφηγήσεις των διεθνών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης για την εποχή της κρίσης στην Ελλάδα είναι ότι οι Έλληνες είναι τεμπέληδες και ζητούν χρήματα χωρίς να ξεπληρώνουν τα χρέη τους – και άρα είναι δίκαιη η λιτότητα που τους επιβάλλεται (Coleman, 2015, Thompson, 2012, Pop, 2011, Fourcade 2012, 2013, σσ. 262, Adler-Nissen, 2017, ιδιαίτερα σσ. 204-205).

Η λιτότητα/τιμωρία λόγω αυτού του «μειονεκτήματος στο χαρακτήρα τους» (βλ. Tracy, 2011) φέρει την ανεργία στο κέντρο μίας δίνης δυσκολιών (πρβλ. Demertzis, 2018). Eίναι έτσι σχετικά πρόσφατη η περίοδος κατά την οποία εμφανίζεται στην ειδησεογραφία (και κυρίως στη διεθνή ειδησεογραφία, και από κει στα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης) ένας καινούριος υπαίτιος ανεργίας, πέρα από την «τεμπελιά» των «ανάξιων»: οι αλλαγές που επιφέρουν οι μηχανές στη βιομηχανία. Το ζήτημα της αντικατάστασης του ανθρώπου από μηχανές σε εργασίες που γίνονται από τον άνθρωπο δεν είναι νέο βέβαια, αλλά τα ΜΜΕ το έχουν χειριστεί ως δευτερεύον, τόσο, που ο χαρακτηρισμός Luddite, από τους διαμαρτυρόμενους του 19ου αιώνα, κατά της αντικατάστασης εργατών από τις μηχανές, να σημαίνει στις μέρες μας στην αργκώ (στα αγγλικά) αυτόν που φοβάται την αλλαγή, τον οπισθοδρομικό.[1]

Με δηλώσεις του στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, «οπισθοδρομικός» τέτοιου είδους φαίνεται να είναι αυτές τις μέρες και ο Elon Musk, ένας από τους ανθρώπους που τα ΜΜΕ θεοποίησαν ως επιχειρηματία/οραματιστή (βλ. Storm, 2014). Οι προειδοποιήσεις του Musk για την καταστροφή που έρχεται λόγω της Τεχνητής Νοημοσύνης (Dowd, 2017) είναι βεβαίως μία ασφαλής κίνηση εν όψει των αποτυχιών του αυτοκινούμενου αυτοκίνητου της εταιρείας του, Tesla, που στοίχησαν τη ζωή σε πολίτες (‘Tesla…’, 2018), μαζί με την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού εξυπηρετούνται όμως και οι σκοποί μίας νέας αφήγησης, αυτής του αναπόφευκτου της αντικατάστασης των ανθρώπων/εργατών.

Η ομιλία του Jack Ma, του κύριου μετόχου του ομίλου Alibaba, μιας από τις πιο συγκεντρωτικές και επιτυχημένες διαδικτυακές επιχειρήσεις της εποχής μας, στο World Economic Forum τον Ιανουάριο του 2018, ήρθε ως κορωνίδα τέτοιων ειδήσεων, περί της επικείμενης κυριαρχίας των μηχανών στη βιομηχανία σε δουλειές που μέχρι πρότινος έκαναν άνθρωποι. Αποσπάσματά της κατέκλυσαν το διαδίκτυο, και αναπαράχθηκαν και αναπαράγονται ξανά και ξανά, και από το ίδιο το World Economic Forum, που λειτούργησε και ως ειδησεογραφική πηγή, και από άλλα Μέσα μαζικής ενημέρωσης και ιδιώτες που αντέγραψαν αποσπάσματα για να τα μεταδώσουν στο Youtube και αλλού.

Η ομιλία είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί επιχειρεί μία αντιστροφή, την οποία τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μέσα από γενικότερες πρακτικές του λαϊκισμού, επιχειρούν συχνά: ενώ φέρεται ως υπερασπιστική των ανθρωπιστικών σπουδών, στην ουσία του μηνύματός της είναι κατά των ανθρωπιστικών ιδεών. Έτσι, στο όνομα της ανάγκης διαφοροποίησης από τις μηχανές, και για να μπορούν να βρουν δουλειά, πρεσβεύει τη διδασκαλία της μουσικής και της ζωγραφικής στους νέους ανθρώπους, ορίζοντας τις «τέχνες» σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο. Για τον ίδιο σκοπό, όπως ισχυρίζεται, ο Ma αντιτίθεται σθεναρά στη διδασκαλία αυτού που αποκαλεί «γνώση», και μάλιστα «γνώση των τελευταίων 200 χρόνων». Θεωρεί ότι η κατοχή της γνώσης είναι κάτι στο οποίο οι μηχανές είναι «πιο έξυπνες» από τους ανθρώπους, και άρα θα έχουν την πρωτοκαθεδρία σε εργασίες που την απαιτούν (2018α, 2018β). Καταφέρνει έτσι να θέτει ως δεδομένο, ως αναγκαίο κακό, το ζήτημα του ανταγωνισμού μηχανών και ανθρώπων και της ήττας των ανθρώπων.

Υπογραμμίζοντας τη διαφορά ανθρώπων και μηχανών, ο Jack Ma φέρεται υπέρ των ανθρώπων, και κατορθώνει να παραβλέπεται το καλυμμένο μήνυμα της ομιλίας του, η πρόθεσή του, ευκαιρίας δοθείσης, να προτιμά ως εργοδότης να δίνει εργασία σε ρομπότ. Σε μία τεχνοκρατική αντίληψη του ανθρώπου (πρβλ. Gessen, 2018), οι επιφανειακές αποφάνσεις («Πρέπει να μαθαίνουμε στα παιδιά μας πράγματα εντελώς διαφορετικά από αυτά που μπορούν να κάνουν οι μηχανές»), ή αλλιώς η συμπεριφορά (Arendt 1989, σσ. 43, 45) υποκαθιστά την ουσία του μηνύματος («πρέπει να το κάνουμε αυτό γιατί οι μηχανές είναι πιο έξυπνες»). H ανθρωπιστική οπτική και ο Ma συμφωνούν στο ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί από τις μηχανές∙ διαφωνούν σε μια σειρά από ουσιώδη ζητήματα, όπως στους τρόπους με τους οποίους είναι διαφορετικοί, στο τί πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό, στο τι είναι εφικτό και στο τι είναι ευκταίο.

Η αποποίηση της ευθύνης

Διαφωνούν επίσης σε αυτό που σημειώνει η Hannah Arendt, ότι όλοι έχουμε την ευθύνη αυτών που πράττουμε (Arendt, 2003, σ. 159ff). Η ομιλία, με το να θεωρεί φυσικό ότι οι εταιρείες θα δίνουν εργασία σε ρομπότ έναντι ανθρώπων, αποποιείται την ευθύνη των επιλογών αυτών.

Η ευθύνη είναι ζήτημα της πολιτικής σφαίρας με την αριστοτελική έννοια, άρα και μάλιστα της δημοκρατικής πολιτικής σφαίρας, και συνδέεται με την έκφανση της κριτικής ικανότητας: αποφασίσαμε, κρίνοντας, να προχωρήσουμε έτσι, και αυτή η απόφαση αποδεχόμαστε ότι επηρεάζει όλους, και το μέλλον – δηλαδή παίρνουμε την ευθύνη για αυτή την απόφαση.

Η ιδέα ότι οι ζωές που ζούμε δεν είναι πολιτικές, δεν υπάρχουμε δηλαδή σε σφαίρες διαβούλευσης και επικείμενων κοινών αποφάσεων για το μέλλον μας, δεν είναι καινούρια. Η πιο γνωστή ανασύσταση της άρνησης της πολιτικής ύπαρξής μας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι η πίστη στην αγορά και στη σοφία της, η ιδέα ότι υπάρχουμε σε αγορές, στις οποίες ο επιχειρηματίας, χωρίς περιορισμούς από το κράτος ή το νόμο, έχει το δικαίωμα να αυξάνει τα κέρδη του με οποιοδήποτε τρόπο (Friedman, 1951, 1970, 2007). Πριν τη νεότερη έκφανσή της, κατά τη βρετανική βιομηχανική επανάσταση, ο Ρόμπερτ Όουεν προσπαθούσε ήδη το 1816 να πείσει τους ομοίους του επιχειρηματίες να φέρονται καλά στους εργάτες των εργοστασίων τους, με το επιχείρημα ότι είναι τα εργαλεία τους… Ούτε η «πραγμοποίηση» του ανθρώπου είναι καινούρια, ούτε η εργαλειοποίησή του, η ιδέα ότι είναι απλώς ένα εργαλείο (Castoriadis, 1988, σ. 35).

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της ιδέας της εργασίας είναι το ότι «αναλαμβάνουμε» οι άνθρωποι (Καστοριάδης, 2000β, σ. 43), αναλαμβάνουμε να κάνουμε κάτι, αναλαμβάνουμε να πάρουμε ρίσκο – αυτό είναι το κομμάτι της ευθύνης (βλ. Arendt, Jaspers, Castoriadis 1997, σ. 97, Kαστοριάδης, 2000α, σ. 188). Αυτή την ευθύνη οι μηχανές δεν μπορούν να την έχουν, και, αν και οι άνθρωποι, όπως μας δείχνουν τα Μέσα μαζικής ενημέρωσης, μπορούν να την αποποιηθούν, πάντως υπάρχει, και μπορεί να επικληθεί, σε στιγμές που πρέπει να πάρουμε αποφάσεις.

Αν όμως ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως εργαλείο, ως «πράγμα», και καθώς όλο και περισσότερο απομακρύνεται από τον έλεγχο των προϊόντων που παράγει, ποιος έχει την ευθύνη των προϊόντων, και κατ’ επέκταση, ποιος έχει την ευθύνη όσων δημιουργούνται – καλών ή κακών, καταστάσεων και πραγματικοτήτων;

Ευθύνη και υποκατάστατα

Tο ζήτημα της ευθύνης για το αποτέλεσμα γίνεται ακόμη πιο προβληματικό, όταν βλέπουμε την πρακτική της χρησιμοποίησης υποκατάστατων – όταν διαπιστώνουμε ότι η έρευνα η ίδια βασίζεται σε υποκατάστατα, και υπάρχει η συνήθεια να εξετάζεται κάτι σε σχέση με τη λειτουργία του, και όχι σε σχέση με την ουσία του (Arendt 2006, σ. 102). Aυτή η πρακτική είναι συγγενής και με αυτό που ο Καστοριάδης ειρωνικά ονομάζει «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, όπου ο ορθός λόγος εξαντλείται σε μία εσωτερική λογική, που επιλέγει το εργαλείο, το Μέσο, και αδιαφορεί για το αν αυτό που επιδιώκεται, ο σκοπός δηλαδή, είναι κάτι που όντως είναι αναγκαίο ή επιθυμητό (Castoriadis, 2007, σ. 48). Έτσι είμαστε ευχαριστημένοι που έχουμε στη διάθεσή μας στεγνωτήριο, και εισάγουμε ρούχα σε αυτό ακόμα κι αν δεν είναι βρεγμένα, ή είμαστε ευχαριστημένοι που ξέρουμε το καλύτερο δυνατό δηλητήριο, χωρίς να εξετάζουμε το ότι ο σκοπός για να το έχουμε είναι ένας φόνος.

Αυτή η αδυναμία να συνδεθεί κανείς με το τελικό προϊόν, με τον σκοπό, και με ένα όραμα για το μέλλον, έχει συνέπειες την απάθεια στην πολιτική σφαίρα, και τον κυνισμό των πολιτών. Ο πολίτης αποφαίνεται σιγά-σιγά ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να αλλάξει τα πράγματα, ότι όλες οι προσπάθειές του δεν έχουν αντίκρισμα (Williams, 1980).

Mε ποιο τρόπο και για ποιο λόγο θα μπορούσε ο άνθρωπος που δεν έχει τον έλεγχο πάνω στα πράγματα, που οι προσπάθειές του αποβαίνουν χωρίς αποτέλεσμα, να διεκδικήσει την ευθύνη; Η αποποίηση της ευθύνης (Castoriadis, 1988, σ. 229, Καστοριάδης 2000α, σ. 188), και η επιβολή μίας πραγματικότητας κατά την οποία κυβερνά «ο κανένας» (Arendt, 1972, σ. 137, επίσης σσ. 137-138) είναι μία παράμετρος της εντατικής γραφειοκρατικοποίησης της εποχής μας, που εκτείνεται από τη δημόσια ζωή στην εργασία μας και πέρα από αυτή (Ehrenreich, 1978, σ. 238). Χρειαζόμαστε «έγγραφη απόδειξη» για πράγματα που έχουμε μπροστά στα μάτια μας – και παράλληλα κανείς δεν φταίει για τα κακώς κείμενα παρά «το σύστημα».

Η πολιτική απάθεια έχει να κάνει με την απώλεια του στοιχειώδους ελέγχου πάνω στη ζωή μας – είτε αυτή είναι η εργασιακή μας ζωή (απώλεια ελέγχου πάνω σ’ αυτό που παράγουμε), είτε είναι η προσωπική ή η πολιτική μας ύπαρξη (απώλεια ελέγχου των ενεργειών αυτών που εκλέγονται, απώλεια συμμετοχής στις αποφάσεις που θα πάρουν ή που παίρνουν, και που επηρεάζουν το μέλλον το δικό μας και των υπολοίπων μελών της κοινωνίας όπου ζούμε, και απώλεια ελέγχου επάνω στην καθημερινότητά μας, αφού χρειαζόμαστε τη σφραγίδα της γραφειοκρατίας για να «πιστοποιείται» η κοινότοπη πραγματικότητα).

Περί της λιγότερης δυνατής προσπάθειας – και της απαίτησης για αέναη προσπάθεια

Την ίδια στιγμή, και πέρα από την προσπάθεια ή την παραίτηση στην πολιτική σφαίρα, εμφανίζεται σε σχέση με την εργασία μία κουλτούρα της ήσσονος προσπάθειας, που συγγενεύει με τη σύγχρονη απαίτησή μας για αυτοματισμό. Έτσι, έχουμε πειστεί ότι είναι μακαριστός κάποιος που αποσύρεται από την εργασία του νωρίς, και συνταξιοδοτείται ή τέλος πάντων ζει χωρίς να εργάζεται, όπως και αυτός που επιτυγχάνει τη γρήγορη απόκτηση χρημάτων, όσο είναι νέος, και χωρίς να τίθεται ζήτημα για το αν αξίζει τα χρήματα που κερδίζει (πρβλ. Elkins, 2018, Stephens, 2018, Ο’Brien, 2018). Ακόμα και οι απογοητευτικές παραστάσεις της τραγουδίστριας Mariah Carey, που απογοήτευσαν τους «καταναλωτές» του «προϊόντος» που προσφέρει, ακόμα κι αυτές μπορούν να ιδωθούν υπό αυτό το πρίσμα. Έτσι δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι «αφού έχει εργαστεί όταν ήταν μικρότερης εμβέλειας καλλιτέχνης, μπορεί τώρα να πληρώνεται κάνοντας το απολύτως λιγότερο που μπορεί» (Fallon 2017).

Παραδόξως, αυτή η κουλτούρα της ήσσονος προσπάθειας συνυπάρχει μαζί με την υπερβολή της αντίθετης νοοτροπίας περί της εργασίας, στο όνομα μίας ελευθερίας για την οποία δεν υπάρχει καθόλου στον ορίζοντα η ιδέα της συνταξιοδότησης: η λεγόμενη «gig economy», η οικονομική ζωή που βασίζεται σε «gigs», σε πληρωμή ανά έργο και όχι ανά χρόνο εργασίας, όχι με μισθό αλλά με πληρωμή για «παραδοτέα» – κατ’ ανάγκη και «επιλογή» με λιγότερες απολαβές, πιο ανασφαλής, και πιο «ευέλικτη», αφού η συχνότητά της είναι εξαρτημένη από διάφορους παράγοντες, κοινωνικοϊστορικούς αλλά και περιστασιακούς.

Αυτή η παράλληλη κουλτούρα σκεπάζει την εργασία με αφηγήσεις περί «επιλογής», όπου εσύ επιλέγεις να εργάζεσαι με εξοντωτικούς ρυθμούς, γιατί «σου αρέσει η δουλειά σου» (McRobbie 2002, σ. 518). Έτσι η εργασιακή και κοινωνική δομή δεν έχει καμία ευθύνη για το τί κάνεις εσύ, γιατί αν δεν «απολαμβάνεις» την εργασία σου είναι δικό σου, προσωπικό το φταίξιμο (McRobbie, 2002, σσ. 518, 521, Ehrenreich, 2009).

Ο Μάμφορντ αναγνώρισε τη σύνδεση αυτών των ζητημάτων, του κυνισμού και της «ήσσονος προσπάθειας», και μαζί της προσπάθειας σε μία ημέρα 18 εργάσιμων ωρών (McRobbie 2002, σ. 521), και τις είδε ως συγγενείς της ιδέας της ευθύνης και της απώλειάς της: «Η μεταϊστορική κουλτούρα προχωρεί ακόμα περισσότερο: τείνει να κάνει όλες τις δραστηριότητες αυτοματικές, είτε είναι άγονες και δουλικές, είτε δημιουργικές και ελεύθερες» (Μάμφορντ, 1998, σ. 150). Ο Βαλερύ, σε απόσπασμα που θα βρούμε στην παρακάτω συλλογή, αναρωτιέται : «Μήπως η μηχανή πρόκειται να αλλοιώσει τις ανθρώπινες αρετές…;» (Βαλερύ 1994, σ. 70).

Έτσι, ακόμα κι αν «αγαπάς τη δουλειά σου», η απαίτηση είναι για αυτοματοποιημένη, γρήγορη, πολλή εργασία, που «παράγει» «προϊόν» – όπου η παραγωγή είναι πιο σημαντική από τη δημιουργία, αφού και οι δημιουργικές διαδικασίες έχουν γραφειοκρατικοποιηθεί (το Πανεπιστήμιο και η εκπαίδευση γενικά έχει επηρεαστεί επίσης, σε χώρες όπου η ποσότητα έχει βαρύτητα πάνω από την ποιότητα).

Όταν μετρά το αποτέλεσμα, και όχι η πορεία προς αυτό

Καθώς η ποσότητα μετρά περισσότερο από την ποιότητα, η ικανότητά μας να κρίνουμε την ποιότητα ατροφεί. Μαζί με τον παραγκωνισμό της ποιοτικής παραμέτρου και της κριτικής ικανότητας, οι ανθρώπινες αρετές τίθενται υπό αμφισβήτηση. Σε σχέση με την εργασία, η απόκτηση χρημάτων ανάγεται στην πιο μεγάλη «αρετή». Τα χρήματα γίνονται ιερά (Arendt 1976, σ. 145), και μαζί χάνουν τη χρησιμότητά τους, τη λειτουργία τους: δεν υπάρχουν πλέον ως κάτι που αγοράζει κάτι άλλο, αλλά μόνα τους, απομονωμένα από τον κόσμο και από τον άνθρωπο, ακόμα και από τον ιδιοκτήτη τους, κλεισμένα σε «φορολογικούς παραδείσους».

Πέρα από τα χρήματα, ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα ενός αυτοματισμού στην εργασία και ενός αυτοματισμού στην κριτική;

H συλλογή των κριτικών κειμένων που ακολουθεί, παραθέτει ιστορικές θεωρήσεις της εργασίας.

Η ορθογραφία των κειμένων έχει μείνει ως είχε στις εκδόσεις από τις οποίες πάρθηκαν τα αποσπάσματα, όταν τα αυτούσια αποσπάσματα προέρχονται από κείμενα που έχουν εκδοθεί στα ελληνικά.

Βιβλιογραφία στα αγγλικά

AdlerNissen, Rebecca, (2017), ‘Are weNazi Germans”, orLazy Greeks”? Negotiating International Hierarchies in the Euro Crisis’, στο Hierarchies in World Politics, επιμ. Ayse Zarakol, 198-218. Cambridge: Cambridge University Press.

Arendt, Hannah, (1972), Crises of the Republic, New York: Harcourt Brace Jovanovich.

Arendt, Hannah, (1976), The Origins of Totalitarianism, New York: Harcourt.

Arendt, Hannah, (1989), The Human Condition, Chicago: Chicago University Press.

Arendt, Hannah, (2003), Responsibility and Judgment, New York: Schocken Books.

Arendt, Hannah, (2006), Between Past and Future, New York: Penguin.

Castoriadis, Cornelius, (1988), Political and Social Writings, Volume 2, μτφρ. David Ames Curtis, Minneapolis: University of Minnesota Press.

Castoriadis, Cornelius, (1997), World in Fragments, μτφρ. David Ames Curtis, Stanford: Stanford University Press.

Castoriadis, Cornelius, (2007), Figures of the Thinkable, μτφρ. Helen Arnold, Stanford: Stanford University Press.

Coleman, Jasmine. (2015), ‘Greek Bailout Talks: are Stereotypes of Lazy Greeks True?’, BBC, March 10, http://www.bbc.com/news/world-europe-31803814.

Demertzis, Nicolas, (2018), ‘The Value Landscape of a Society in Crisis: Greece’s dilemmas’, Paper presented at the conference The social portrait of Greece and political challenges, European Parliament, March 2018.

Dowd, Maureen, (2017), ‘Elon Musk’s Billion-dollar Crusade to Stop the A.I. Apocalypse’, Vanity Fair, Μάρτιος, 26, https://www.vanityfair.com/ news/2017/03/elon-musk-billion-dollar-crusade-to-stop-ai-space-x.

Ehrenreich, Barbara, (2009), Bright-Sided: How the Relentless Promotion of Positive Thinking has Undermined America, New York: Henry Hold and Company.

Ehrenreich, Barbara και English, Deidre, (1978), For Her Own Good: 150 Years of the Experts’ Advice to Women, New York: Doubleday.

Elkins, Kathleen, (2018), ‘4 Steps to Retire Early, from a 28-year-old who retired with $2.25 million’, CNBC, February 5, https://www.cnbc.com/ 2018/02/05/how-to-retire-early-from-a-28-year-old-who-retired-with-millions.html.

Fallon, Kevin, (2017), ‘In Defense of Mariah Carey Doing the Absolute Bare Minimum’, Daily Beast, Αύγουστος, 8, https://www.thedailybeast. com/in-defense-of-mariah-carey-doing-the-absolute-bare-minimum.

Fourcade, Marion, (2012), ‘The Economy as Morality Play’, Plenary Address, oμιλία στο συνέδριο Embeddedness and Beyond: Do Sociological Theories Meet Economic Realities?, Μόσχα, Οκτώβριος, 27.

Fourcade, Marion, (2013), ‘The Material and Symbolic Construction of the BRICs: Reflections Inspired by the RIPE Special Issue’, Review of International Political Economy, 20 (2): 256-267.

Friedman, Milton, (1951), Nyliberalismed Og Dens Muligheter [Neoliberalism and its prospects], Farmand, February 17: 91-93, μτφρ. Anette Nyqvist και Jamie Peck, όπως βρίσκεται στο Peck 2010: 3, 35n9.

Friedman, Milton, (1970), ‘The Social Responsibility of Business is to Increase its Profits’, The New York Times Magazine, September 13.

Friedman, Milton, (2007), ‘The Social Responsibility of Business is to Increase its Profits’, στο Corporate Ethics and Corporate Governance, επιμ. Walther Ch. Zimmerli, Klaus Richter και Markus Holzinger, Heidelberg: Springer, 173- 178.

Gessen, Masha, (2018), ‘What James Comey and Donald Trump Have in Common’, New Yorker, Απρίλιος, 20, πρόσβαση 20 Απριλίου, https://www.newyorker.com/news/our-columnists/what-james-comey-and-donald-trump-have-in-common.

‘Jack Ma: “Everything we teach should be different from machines’, (2018α), youtube, κανάλι: World Economic Forum, Ιανουάριος, 24, https://www. youtube.com/watch?v=pa2EMaGPZKc.

‘Jack Ma: “If we do not change the way we teach, thirty years from now we will be in trouble”’, (2018β), youtube, κανάλι: World Economic Forum, Ιανουάριος, 24, https://www.youtube.com/watch?v=pQCF3PtAaSg.

McRobbie, Angela, (2002), ‘From Clubs to Companies: Notes on the Decline of Political Culture in Speeded Up Creative Worlds’, Cultural Studies, 16, 4, 516-531.

Ο’Brien, Elizabeth, (2018), ‘A Growing Cult of Millenials is Obsessed with Early Retirement. This 72-year-old is their Unlikely Inspiration’, Time, Aπρίλιος, 17, http://time.com/money/5241566/vicki-robin-financial-independence-retire-early.

Pop, Valentina, (2011). “Merkel Under Fire for ‘Lazy Greeks’ Comment.” EU Observer, May 19, https://euobserver.com/political/32363.

Stephens, Craig, (2018), ‘8 Reasons to Pursue Early Retirement’, U.S. News: Money, Ιανουάριος, 18, https://money.usnews.com/money/blogs/on-retirement/articles/ 2018-01-18/8-reasons-to-pursue-early-retirement.

Storm, B. (2014), Elon Musk: Biography of a Self-made Visionary, Entrepreneur and Billionaire, CreateSpace Independent Publishing.

‘Tesla car that Crashed and Killed Driver was Running on Autopilot, Firm Says’, (2018), Mάρτιος 31, Guardian, https://www.theguardian.com/ technology/2018/mar/31/tesla-car-crash-autopilot-mountain-view.

Thompson, Derek, (2012), “Europe Agrees: Greece is the Laziest, Most Incompetent Nation in the EU.” Atlantic, May 29, https://www.
theatlantic.com/business/archive/2012/05/europe-agrees-greece-is-the-laziest-most-incompetent-nation-in-the-eu/257764/
.

Tracy, James F., (2011), ‘Covering “Financial Terrorism”: the Greek debt crisis in US news media’, Journalism Practice, 6(4): 513-529.

Williams, Raymond, (1980), Problems in Materialism and Culture, London: Verso.

Βιβλιογραφία στα ελληνικά

Καστοριάδης, Κορνήλιος, (2000α), Η άνοδος της Ασημαντότητας, Αθήνα: Ύψιλον.

Καστοριάδης, Κορνήλιος, (2000β), Καιρός, Αθήνα: Ύψιλον.

Μάμφορντ, Λιούις, (1998), Οι Μεταμορφώσεις του Ανθρώπου, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Σκόπελος: Νησίδες.

Σημειώσεις

[1]  Λήμμα “Luddite”, επεξηγήσεις nο. 2 και 3, Urban Dictionary, Απρίλιος 11, 2013, πρόσβαση 18 Απριλίου 2018, https://www.urbandictionary.com/define.php?term=luddite.


Το παρόν κείμενο περιλαμβάνεται στον τόμο Μέσα Επικοινωνίας και Καθημερινή Ζωή: στην Ελλάδα της Κρίσης (επιμέλεια Σοφία Καναούτη), Έκδοση του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2020, σελ. 79-87.

Αφήστε ένα σχόλιο

4 × three =