Το εργασιακό και τα χαμένα όρια

0

Ελένη Τσακωνίτη

Το υπερψήφισαν το εργασιακό. Και κάπως έτσι σήμερα γίναμε λίγο πιο άστεγοι.

Ήταν καθώς απομακρυνόμουν από τη βουλή, λίγα μέτρα έπειτα από το σημείο της συγκέντρωσης όπου βρισκόταν το πλήθος, όταν στη θέα ενος αστέγου συνειδητοποίησα πως καθένας από εμάς απο σήμερα θα είναι κατά 2 επιπλέον ώρες ανέστιος.

Και ήταν αυτή λοιπόν η συγκυρία που με έκανε να ανακαλέσω, για μια ακόμη φορά, ένα σημείο από το βιβλίο “Απλουστεύσεις” του Νίκου Βράντση. Το σημείο των χαμένων ορίων.

Γιατί σήμερα για άλλη μια φορά βιάστηκαν τα όρια μας.

Στο κεφάλαιο ” Χαμένα όρια”, λοιπόν, ταυτίζεται η συνθήκη που διαβιεί ένας άστεγος με τη συνθήκη που διαβιεί ο εργαζόμενος. Συνθήκη που μέχρι πρότινος αφορούσε ένα 8ωρο του 24ώρου του και που από σήμερα, ευθρασώς, θα αφορά ένα 10ωρο. Με τρόπο βέβαια ”ευέλικτο”, τρόπον τινά αλτρουιστικό, μας παραδίδουν στην αστεγία. Γιατί, όπως πολύ ορθά εξηγείται, ο χρόνος μας είναι ο χώρος μας. Και παρατίθεται εύστοχα στο βιβλίο η εικόνα ενός αστέγου, του αστέγου του αποσπάσματος, του αστέγου που συνάντησα σήμερα, του ”εργαζόμενου αστέγου”, του εκάστοτε αστέγου. Η εικόνα ενός ανθρώπου, δίχως στέγη, δίχως καταφύγιο, δίχως σημείο προσφυγής, που όμως επιμένει μαζί με όλη του τη σκόρπια πραμάτεια να διατηρεί παράμερα ένα ρολόι.

Οι άνθρωποι χωρίς σπίτι διαβιούν χωρίς πλέγματα, χωρίς κάγκελα, χώρις ντουβάρια και πόρτες. Και άγεται και φέρεται ο χρόνος του του χώρου του. Γιατί αν ο τοίχος σου, το όριο σου, απουσιάζει τότε απουσιάζει και η ιδιωτικότητα σου, ο χρόνος σου. Ο άστεγος του βιβλίου, που όπως κάθε άστεγος απειλείται να χάσει και την αίσθηση του χρόνου, μέσα σε ένα περιβάλλον απογύμνωσης και συνεχούς έκθεσης, μένει πιστός στην αίσθηση του χρόνου που του μεταφέρει το ρολόι. Και κάθε πρωί το ξυπνητήρι του χτυπά. Τι πετυχαίνει με αυτό; Μας εξηγεί πως έτσι αναπτύσσει την ψευδαίσθηση πως, ορίζοντας τον χρόνο, κρατά και μια τυπικότητα στον χώρο. Και αφού δεν μπορεί μέσα στο απογυμνωμένο αστικό περιβάλλον να έχει τον χώρο του ας έχει έστω τον χρόνο του.

Από σήμερα λοιπόν γινόμαστε λίγο πιο άστεγοι. Διότι μέχρι και σήμερα η επισφάλεια, η δυσμένεια και η ευελιξία στην εργασία μας είχε ήδη εξασφαλίσει μια κατάσταση ευαλωτότητας, απογύμνωσης, αντίστοιχη με αυτή του αστέγου.

Ωστόσο πιστεύαμε πως κρατούσαμε και εμείς με νύχια και με δόντια τον χρόνο μας.
Γιατί είχαμε ένα ρολόι.

Τώρα δεν έχουμε ούτε αυτό.

Απόσπασμα από το βιβλίο “ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΕΙΣ: χώροι, υποκείμενα & καταστολή σε συνθήκες πλανητικής αστικοποίησης”:

8 ώρες δουλειά // 8 ώρες ψυχαγωγία // 8 ώρες ανάπαυση

«Το αίτημα διατυπώνεται με τα ίδια συνθήματα όπως και στις προηγούμενες δεκαετίες. Το περιεχόμενο του αιτήματος όμως έχει αλλάξει… Παλιότερα ζητούσε την ενίσχυση της επικράτειας της ανάπαυσης έναντι της φέτας της εργασίας. Τότε ζητούσε να κατανεμηθούν πιο δίκαια τα όρια. Σήμερα ζητά να σωθούν τα όρια, να υπάρξουν όρια.

Γιατί τα όρια λιώνουν και οι τρόποι αλλάζουν. Η νέα επισφαλής εργατική δύναμη δεν έχει σταθερό ωράριο και οι freelancers δουλεύουν από το σπίτι ή κοιμούνται στη δουλειά των open working spaces τους… Οι εργάτες μετατρέπονται σε ένα δυναμικό που εργάζεται ακατάπαυστα και επισφαλώς…

Το αίτημα είναι: να μην με ακολουθεί η εργασία μου στο υπνοδωμάτιο / να μην με ακολουθεί το δωμάτιό μου στην εργασία. Αν παλιότερα ήταν αδύνατο να έρθει το εργοστάσιο στην κρεβατοκάμαρα –αν και υπήρχαν κάμαρες τοποθετημένες στα εργοστάσια– σήμερα η εργασία μπορεί να ακολουθεί τους εργαζόμενους παντού, διαταράσσοντας την ίδια τους την ανθρώπινη συνθήκη.

Άνθρωποι που ξυπνούν μεσόβραδα για να ελέγξουν τις ειδοποιήσεις και τα mail τους δεν είναι άνθρωποι. Είναι ακόλουθοι της φρενίτιδας ενός κόσμου που δεν λογοδοτεί, δεν απολογείται, δεν εξηγείται, απλά ρέει και κινείται. Η ταχύτητα απαγορεύει την παύση και τον αναστοχασμό. Και βρισκόμαστε ανάμεσα σε αεικίνητους που δεν προλαβαίνουν να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους και σε νευρωτικούς που έχουν χάσει το δικαίωμα στον ελεύθερο και απερίσπαστο χρόνο.

Αν στο παρελθόν το σύνθημα ενδιαφερόταν για το πόσος χώρος θα βρίσκεται ανάμεσα στις παύλες, σήμερα το ενδιαφέρον στρέφεται στις παύλες τις ίδιες, που είναι διάτρητες: Ο χώρος δίνει την εντύπωση ότι είναι πιο εξημερωμένος ή πιο ακίνδυνος από τον χρόνο: οι περισσότεροι άνθρωποι κρατούν ρολόι αλλά ελάχιστοι κουβαλάνε πυξίδα. Έχουμε διαρκώς την ανάγκη να ξέρουμε τι ώρα είναι αλλά ποτέ δεν αναρωτιόμαστε πού είμαστε. Νομίζουμε ότι το ξέρουμε. Είμαστε στο σπίτι μας, είμαστε στο γραφείο μας, είμαστε στο μετρό, είμαστε στον δρόμο».

Αφήστε ένα σχόλιο

sixteen + 18 =