Πόσο «μεγάλη» ήταν η Ελληνική Επανάσταση

0

Γιώργος Σκολαρίκης

Το κείμενο αυτό αφορμάται από τον όρο «Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση» που υπάρχει στο σχολικό βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και έχει στόχο να ασκήσει κριτική σε αυτόν τον χαρακτηρισμό και να αιτιολογήσει για ποιους λόγους η Ελληνική Επανάσταση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μεγάλη.

Στην πραγματικότητα ο χαρακτηρισμός «μεγάλη» για την Επανάσταση του 1821 δεν απαντά σχεδόν ποτέ στη βιβλιογραφία ούτε σε άλλα σχολικά βιβλία ιστορίας[1]. Το μόνο πόνημα ιστορίας που βρήκα με αυτόν τον χαρακτηρισμό είναι ο έβδομος τόμος της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού – Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του Απ. Βακαλόπουλου.

Το ζήτημα βέβαια είναι γιατί η Ελληνική Επανάσταση, η οποία επί της ουσίας οδήγησε στον σχηματισμό του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους δεν απαντά στη βιβλιογραφία ως μεγάλη. Για να εξηγηθεί αυτό νομίζω ότι θα πρέπει να απαντηθεί πρώτα ένα άλλο ερώτημα: με ποια κριτήρια μπορεί να χαρακτηριστεί ένα ιστορικό γεγονός μεγάλο;

Εκτιμώ ότι τα βασικότερα κριτήρια που απαντούν σε αυτό το ερώτημα είναι δύο: α’) ποσό σοβαρό-σημαντικό είναι το ίδιο το γεγονός και β’) ποιες ήταν οι συνέπειές του στην παγκόσμια ιστορία. Για παράδειγμα η δολοφονία του αρχιδούκα της Αυστρίας Φραγκίσκου Φερδινάρδου ήταν μεν ένα σημαντικό γεγονός, αλλά δολοφονίες πριγκίπων έχουν συμβεί κι άλλες στην ιστορία, χωρίς αυτό να καθιστά το ίδιο το γεγονός τόσο σημαντικό. Αν συνυπολογίσουμε όμως ότι η συγκεκριμένη δολοφονία αποτέλεσε την αφορμή για την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αυτό το στιγμιαίο γεγονός μπορεί να αποκληθεί μεγάλο για την παγκόσμια ιστορία.

Εξετάζοντας υπό αυτό το πρίσμα την Ελληνική Επανάσταση θα ξεκινήσω πρώτα από το δεύτερο κριτήριο. Με βάση αυτό, είναι εύλογο η Επανάσταση να μην χαρακτηρίζεται ως μεγάλη. Αν π.χ. ήταν μεγάλη τότε η Αμερικανική, η Γαλλική και η Ρωσική που είχαν πολύ πιο σημαντικό αντίκτυπο στην παγκόσμια ιστορία πώς θα έπρεπε να αποκαλούνται, τεράστιες;

Ίσως αν η Ελληνική Επανάσταση αποτελούσε το έναυσμα για μια παμβαλκανική εξέγερση που θα οδηγούσε είτε στη συγκρότηση ενός ενιαίου παμβαλκανικού κράτους (όπως οραματιζόταν ο Ρήγας) είτε στη συγκρότηση των σημερινών βαλκανικών κρατών, η εξέγερση να είχε μεγαλύτερο ιστορικό βάρος, κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε. Παρ’ όλα αυτά κάτι τέτοιο εμπεριεχόταν στις αρχικές φιλοδοξίες της. Τα μέλη της Φιλικής Εταιρίας δεν ήταν όλα Έλληνες, όπως ο Σέρβος ηγέτης Καραγεώργεβιτς, ούτε οι προκηρύξεις του Υψηλάντη που καλούσε τον λαό των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών σε εξέγερση απευθυνόταν αποκλειστικά σε Έλληνες. Ωστόσο, η συνεννόηση των διαφορετικών εθνοτήτων δεν φάνηκε εύκολη και ο στόχος αυτός δεν επετεύχθη, εξ ου και η εκτέλεση του Βλαντιμιρέσκου.

Η Επανάσταση επίσης δεν μπόρεσε να πετύχει ούτε μια ακόμη βασική επιδίωξη του Υψηλάντη, την άμεση επέμβαση της Ρωσίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που θα μπορούσε π.χ. να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ομόδοξων βαλκανικών λαών ή στην κατάλυση της ίδιας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γεγονότα που σίγουρα θα έδιναν σπουδαιότερο χαρακτήρα στην Ελληνική Επανάσταση. Αντ’ αυτών, όπως γνωρίζουμε, ο τσάρος Αλέξανδρος Α’, πιστός στο δόγμα της Παλινόρθωσης της Ιερής Συμμαχίας, όχι μόνο δεν στήριξε την εξέγερση αλλά την καταδίκασε, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι η Ρωσία, όπως κάθε μεγάλη δύναμη, υποστήριζε τον επαναστατικό αναβρασμό μόνο όταν είχε ίδιον συμφέρον[2]. Το αποτέλεσμα ήταν η επανάσταση στη Μολδοβλαχία σύντομα να έχει άδοξο τέλος.

Τι πέτυχε λοιπόν η Επανάσταση του 1821; Τελικά οδήγησε στη δημιουργία ενός νέου ανεξάρτητου κράτους, υπό την προστασία-κηδεμονία τριών Μεγάλων Δυνάμεων, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Σε γεωπολιτικό επίπεδο η Επανάσταση, όπως εξελίχθηκε, είχε κυρίως αξία ως προς την εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος, τη διευθέτηση δηλαδή της ολοένα και αυξανόμενης επιρροής των ευρωπαϊκών δυνάμεων στα ζητήματα της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε ιδεολογικό επίπεδο η σημασία της έγκειται στο ότι αποτέλεσε το πρώτο επαναστατικό κίνημα, το οποίο είχε επιτυχία μετά τη σύμπτυξη της Ιερής Συμμαχίας. Ωστόσο, το ελληνικό επαναστατικό κίνημα σε αντίθεση με τις σύγχρονές του εξεγέρσεις στην Ισπανία και το κίνημα των καρμπονάρων στην Ιταλία που ήταν πολιτικά, είχε (κυρίως, αν και φυσικά όχι μόνο) χαρακτήρα εθνικοαπελευθερωτικό. Μάλιστα οι Έλληνες πάσχισαν εξ αρχής να προβάλλουν ακριβώς αυτό τον χαρακτήρα της Επανάστασης και να απεμπολήσουν κάθε επαφή με τον καρμποναρισμό.[3]

Σίγουρα λοιπόν η Ελληνική Επανάσταση που οδήγησε στη δημιουργία ενός νέου ανεξάρτητου κράτους αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της εποχής, ωστόσο αυτό δεν αρκεί για να της αποδοθεί ο χαρακτηρισμός μεγάλη, ειδικά αν συνυπολογίσουμε ότι το αποτέλεσμά της ήταν η δημιουργία ενός μικρού προστατευόμενου από Μεγάλες Δυνάμεις κράτους, δηλαδή επί της ουσίας προτεκτοράτου.

Μετά από την εξέταση του δεύτερου κριτηρίου θα επανέλθω στο πρώτο, δηλαδή στα ίδια τα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την Επανάσταση και εξαιτίας των οποίων δεν δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός της ως «μεγάλη». Θα εστιάσω σε γεγονότα τα οποία «μίκρυναν» την Επανάσταση, τέτοια ήταν οι τρεις εμφύλιοι πόλεμοι που ξέσπασαν (δύο μεσούσης της Επανάστασης και ένας μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια) και οι γενικότερες διαρκείς διενέξεις που είχαν ως αποτέλεσμα το ελληνικό κράτος να το απελευθερώσουν και να έχουν την αξίωση να το ελέγχουν πλέον ξένες δυνάμεις.

 Στην πραγματικότητα η Επανάσταση ξεκίνησε ως μεγάλη. Σε μικρό χρονικό διάστημα η φλόγα της εξέγερσης που άρχισε στην Πελοπόννησο επεκτάθηκε στη Στερεά, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου. Οι γεωπολιτικές συνθήκες ευνόησαν τελικά την εδραίωση της μόνο στον Μοριά (Πελοπόννησος) και τη Ρούμελη (Στερεά Ελλάδα). Υπό την ηγεσία του Κολοκοτρώνη η Επανάσταση στον Μοριά τα δύο πρώτα χρόνια σημείωσε σημαντικές επιτυχίες∙ η κατάληψη της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) και η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια (Ιούλιος 1822) προκάλεσαν πανελλήνιο ενθουσιασμό, αναπτέρωσαν τις ελπίδες των Ελλήνων για ελευθερία και έδειξαν ότι οι οθωμανικός ζυγός μπορεί να αποτιναχθεί. Και εκεί λοιπόν που οι μικροί και καταφρονεμένοι Έλληνες έδειχναν ότι μπορούν να πετύχουν μόνοι τους την ελευθερία τους, άρχισε η μεταξύ τους φαγωμάρα. Η αιτία δεν ήταν άλλη, από το ποιος θα έχει πλέον την εξουσία στο εν τη γενέσει του απελευθερούμενο κράτος.

 Για να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, οι πρώτες επιτυχίες της Επανάστασης έδειξαν ότι υπάρχει ανάγκη μιας κεντρικής πολιτικής συγκρότησης η οποία θα σχετίζεται με τη συντήρηση των αγωνιστών, τον σχεδιασμό των πολεμικών επιχειρήσεων και τη διοίκηση των κατειλημμένων περιοχών (κυρίως την είσπραξη των φόρων). Αρχικά συγκροτήθηκαν κάποια τοπικά συμβούλια, τα οποία γρήγορα έδωσαν τη θέση τους σε τρεις ευρύτερους σχηματισμούς. Πρώτα συστάθηκε η Πελοποννησιακή γερουσία (26/5/21) που αποτελούταν από προκρίτους και αρχιερείς του Μοριά και είχε ως στόχο τη διατήρηση της εξουσίας στην καθεστηκυία επί Οθωμανοκρατίας τάξη, δηλαδή τους πρόκριτους και τους αρχιερείς, παραγκωνίζοντας τους οπλαρχηγούς, τους αγωνιστές και τους Φιλικούς. Τον Ιούνιο του 1821 φθάνει, ωστόσο στην Ελλάδα ο αδελφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, Δημήτριος ως Γενικός Επίτροπος της Αρχής και διεκδικεί τη γενική διεύθυνση του Αγώνα. Γύρω του συσπειρώνονται οι Φιλικοί και οι αγωνιστές, όπως ο Κολοκοτρώνης. Από πολύ νωρίς άρχισαν οι τριβές και αντιπαραθέσεις μεταξύ προκρίτων και αγωνιστών, τις οποίες καταπράυνε πυροσβεστικά ο Κολοκοτρώνης.

 Από την άλλη μεριά φτάνει στην Ελλάδα ο Φαναριώτης πολιτικός Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και μαζί με τον επίσης Φαναριώτη Θεόδωρο Νέγρη τον Νοέμβριο του 1821 οργανώνουν πολιτικά τη Στερεά Ελλάδα σε δύο σχηματισμούς, τη Γερουσία Δυτικής Χέρσου Ελλάδας και τον Άρειο Πάγο (Γερουσία Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας). Μέσα σε κλίμα δυσπιστίας και αντιπαλότητας οργανώνεται η Α’ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο (Δεκέμβριος ’21 – Γενάρης ’22), η οποία κατά βάση είχε σύνθεση αριστοκρατική (προεστώτων και αρχιερέων). Ωστόσο, το Σύνταγμα που ψηφίστηκε ήταν δημοκρατικό και φιλελεύθερο, γνήσιο τέκνο της Γαλλικής Επανάστασης. Εντούτοις, ήταν έκδηλος ο παραγκωνισμός του Υψηλάντη και μέσω αυτού των Φιλικών.

 Τον επόμενο χρόνο (Μάρτιος – Απρίλιος ’23) μέσα σε συνθήκες πολιτικής έντασης συνήλθε η Β’ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος που κατήργησε τις τρεις Γερουσίες για να ενισχύσει το κύρος της κεντρικής εξουσίας και κατήργησε τον τίτλο του Αρχιστράτηγου που είχε δοθεί στον Κολοκοτρώνη, προφανώς για να τον αποδυναμώσει. Ουσιαστικά η Β’ Εθνοσυνέλευση σηματοδοτούσε ότι η εξουσία θα περνούσε οριστικά στα χέρια των προκρίτων, οι οποίοι είχαν πλέον εξασφαλίσει και τη στήριξη των καπεταναίων των νησιών και κυρίως της Ύδρας.

 Οι συνθήκες διεξαγωγής και τα αποτελέσματα της Εθνοσυνέλευσης έδειξαν ότι η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Πραγματικά ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος δεν άργησε να εκδηλωθεί (φθινόπωρο 1823 – Ιούλιος 1824). Οι δύο παρατάξεις στέκονταν με το όπλο στο χέρι και αλληλοκατηγορούσαν η μία την άλλη. Τελικά ο Κολοκοτρώνης προτίμησε τη συνδιαλλαγή, αναγνώρισε την κυβέρνηση Κουντουριώτη και τα χειρότερα αποφεύχθηκαν. Ωστόσο, η ανακωχή απεδείχθη βραχύβια, η έλευση των χρημάτων του δανείου που είχε συναφθεί αποτέλεσε μία επιπλέον αφορμή για διαμάχες. Οι καπεταναίοι των νησιών προσεταιρίστηκαν τους Στερεοελλαδίτες πρόκριτους με στόχο να αποπέμψουν πλήρως τους Πελοποννήσιους πρόκριτους και τον Κολοκοτρώνη από την εξουσία. Έτσι εκδηλώθηκε ο δεύτερος εμφύλιος (Ιούλιος 1824 – Ιανουάριος 1825). Η κυβέρνηση Κουντουριώτη επωφελούμενη από τα χρήματα του δανείου, τα οποία «αξιοποίησε» ως επί το πλείστον σε δωροδοκίες και με τη σύμπραξη του Κωλέττη που ήταν επικεφαλής πολλών ρουμελιωτών προκρίτων εισέβαλε στην Πελοπόννησο και επικράτησε. Οι λεηλασίες και οι βιαιότητες που διαπράχθηκαν ήταν απερίγραπτες. Ο Κολοκοτρώνης καταπτοημένος και από τον θάνατο του πρωτότοκού του Πάνου δέχεται να παραδοθεί, ο Ανδρούτσος φυλακίζεται και σύντομα δολοφονείται στο κελί του (5 Ιουνίου 1825).

 Μέσα σε αυτήν την τραγική κατάσταση για τους Έλληνες, φθάνει στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ και αρχίζει να την ερημώνει. Μόνο η επιτυχία στη ναυμαχία του Γέροντα υπό τον Μιαούλη αποτελεί μια θετική αναλαμπή της Επανάστασης το 1825. Η επόμενη Εθνοσυνέλευση (1826) διακόπτεται από το θλιβερό γεγονός της πτώσης του αβοήθητου Μεσολογγίου από τον Κιουταχή. Όλοι πλέον συνειδητοποιούν ότι η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή και δυσοίωνη. Οι κυβερνώντες σπεύδουν να απελευθερώσουν τον Κολοκοτρώνη, για να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Ο Γέρος του Μοριά με τη δράση του καθώς και οι σπουδαίες νίκες του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη κράτησαν άσβηστη τη φλόγα της Επανάστασης, ωστόσο πλέον η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη. Ο Ιμπραήμ ανακαταλάμβανε τα κάστρα της Πελοποννήσου το ένα μετά το άλλο και η ακρόπολη της Αθήνας παραδόθηκε στον Κιουταχή τον Μάιο του 1827.

 Υπό αυτές τις συνθήκες είναι φανερό ότι οι Έλληνες δεν θα είχαν απελευθερωθεί, εάν οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν έπαιρναν την απόφαση να επέμβουν δυναμικά στη διευθέτηση του Ελληνικού Ζητήματος. Έτσι αφού Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία τα συμφώνησαν μεταξύ τους φτάσαμε στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου τον Οκτώβρη του ’27. Σίγουρα για τη μεταστροφή των Δυνάμεων υπέρ της Ελλάδας έπαιξε ρόλο το κίνημα του φιλελληνισμού και η ίδια η αγριότητα των Οθωμανών (απαγχονισμός Γρηγορίου Ε’, καταστροφή Χίου και Κάσου, σφαγή του Μεσολογγίου) που δημιούργησαν την πεποίθηση ότι οι Έλληνες πλέον δεν είναι δυνατόν να συμβιώνουν στα πλαίσια της αυτοκρατορίας ως υπόδουλοι των Οθωμανών. Ας μη γελιόμαστε όμως, ο κύριος λόγος ήταν πως η Αγγλία διείδε ότι μέσω του Ελληνικού Ζητήματος μπορούσε να εξασφαλίσει ένα προπύργιο στην Ανατολική Μεσόγειο. Έτσι άλλαξε η πολιτική της υπέρ των Ελλήνων, γεγονός που επηρέασε άμεσα και τη γαλλική και ρωσική στάση απέναντι στο ζήτημα, με αποτέλεσμα οι Δυνάμεις τελικά να συναγωνίζονται το ποια θα αποκομίσει τα περισσότερα οφέλη από τη νέα κατάσταση.

 Δυστυχώς, οι Έλληνες αντί να το εκμεταλλευτούν αυτό συνέχιζαν να ερίζουν μεταξύ τους, για το ποια πλέον θα ήταν η Δύναμη που θα τους βοηθούσε περισσότερο. Στην Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (άνοιξη 1827) διαμορφώθηκαν οι τρεις παρατάξεις που αποτέλεσαν μετέπειτα τα πρώτα πολιτικά κόμματα της Ελλάδας, το Αγγλικό, το Γαλλικό και το Ρωσικό. Επίσης εκλέχθηκε ως πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας για επτά χρόνια ο Ιωάννης Καποδίστριας, πρόσωπο αναμφισβήτητου κύρους και κοινής αποδοχής. Η εκλογή του Καποδίστρια επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι η λύση στην αλληλοφαγωμάρα είναι η καταφυγή σε έναν χομπσιανό Λεβιάθαν. Τουλάχιστον ο Καποδίστριας ήταν ένας ικανός Λεβιάθαν, ο οποίος προσπάθησε στο σύντομο διάστημα της διακυβέρνησής του να βάλει τάξη στο χάος. Ωστόσο, ο συγκεντρωτισμός του (εύλογος κατ’ εμέ υπό τις παρούσες συνθήκες) τον έφερε σε ρήξη με τα κατεστημένα, τοπικιστικά συμφέροντα τόσο των καπεταναίων όσο και των προκρίτων της Μάνης που προκάλεσε και τη δολοφονία του. Αξίζει να σημειωθεί η άμεση εμπλοκή των Αγγλογάλλων, οι οποίοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι τον Καποδίστρια λόγω μας πιθανής φιλορωσικής προσέγγισης του προτεκτοράτου. Εντούτοις, ο Κυβερνήτης πρόλαβε τουλάχιστον με στρατηγικές και διπλωματικές κινήσεις να αυξήσει τα εδαφικά όρια του μικρού ελληνικού κράτους.

 Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια η χώρα βυθίζεται και πάλι στο χάος και το κλίμα εμφυλίου πολέμου. Συστήνεται μια Διοικητική Επιτροπή υπό τον αδερφό του Ιωάννη, Αυγουστίνο Καποδίστρια, τον Κολοκοτρώνη και τον Κωλέττη. Γύρω από τον τελευταίο συνασπίστηκαν οι αντικαποδιστριακοί, οι οποίοι ονομάστηκαν συνταγματικοί διότι ζητούσαν Σύνταγμα. Γύρω από τον Αυγουστίνο συνασπίστηκαν οι υποστηρικτές του αδερφού του, και ο Κολοκοτρώνης για άλλη μια φορά στη μέση προσπαθούσε να συμβιβάσει τα πράγματα. Στο πλαίσιο της Ε’ Εθνοσυνέλευσης που συνήλθε στο Άργος τον Δεκέμβριο του ΄31 ο Αυγουστίνος ανακηρύχθηκε πρόεδρος της κυβέρνησης, προκαλώντας οριστική διάσπαση της Εθνοσυνέλευσης. Μεταξύ 9ης και 12ης Δεκεμβρίου σημειώθηκαν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών και συνταγματικών εντός του Άργους. Τελικά οι συνταγματικοί υπό τον Κωλέττη ζητούν την άδεια και αποσύρονται ειρηνικά. Ο Κωλέττης καταφεύγει κοντά στην Κόρινθο, όπου συνασπίζεται με τους Υδραίους καραβοκύρηδες και συστήνει δική του αντίπαλη κυβέρνηση. Τον Μάρτιο του 1832 οι αντικαποδιστριακές δυνάμεις εισβάλλουν στην Πελοπόννησο και ο Αυγουστίνος που δεν διέθετε την πολιτική πείρα και ικανότητα του αδερφού του παραιτείται και αναχωρεί για την Κέρκυρα. Με λίγα λόγια η ιστορία επαναλήφθηκε όπως και στον προηγούμενο εμφύλιο, δηλαδή Κωλέττης και Υδραίοι κατά Πελοποννήσου. Ο Κωλέττης δεν γνωρίζω αν πολέμησε σε μάχες εναντίον των Οθωμανών, αλλά κέρδισε δύο εμφυλίους κατά Ελλήνων και την έβγαλε λάδι, ίσως έτσι εξηγείται γιατί ακόμα και τώρα τα λαμόγια πολιτικοί την βγάζουν καθαρή σε αυτή τη χώρα.

 Η κατάληξη ήταν ότι οι Δυνάμεις όρισαν μόνες τους ξένο και ανήλικο βασιλιά, τον Όθωνα, ο οποίος ήταν άσχετος με τα ελληνικά πράγματα, όπως και οι αντιβασιλείς που κυβέρνησαν αρχικά αντ’ αυτού. Οι Έλληνες λοιπόν με την αλληλοφαγωμάρα τους δέχθηκαν ξένο Λεβιάθαν και είπαν κι ευχαριστώ. Όσο για το Σύνταγμα, για το οποίο υποτίθεται ότι κόπτονταν ο Κωλέττης και οι συν αυτώ, ήρθε μετά από 10 χρόνια κατόπιν επόμενης  εξέγερσης.

 Το γεγονός ότι η Ελλαδίτσα αποτελούσε προτεκτοράτο αποδεικνύεται και από τη μετέπειτα ιστορία της, καθώς υπέστη ταπεινώσεις από τους υποτιθέμενους προστάτες της και πάντα ήταν υποχρεωμένη να συμπλέει με τα συμφέροντά τους. Ενδεικτικά θα αναφέρω το βρετανικό ναυτικό αποκλεισμό του 1850, κατά την υπόθεση Πατσίφικο και λίγα χρόνια αργότερα τη γαλλική κατοχή του Πειραιά (1854-1857), ώστε ο ελληνικός στόλος να μην επιχειρήσει κατά των Οθωμανών κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο. Μέχρι σήμερα η χώρα μας εξακολουθεί να παραπαίει ως ένα προτεκτοράτο που δεν διαθέτει αυτόνομη εξωτερική πολιτική, αλλά άγεται και φέρεται από τα συμφέροντα των δυνατών «συμμάχων» του, υπό την ηγεσία μυωπικών και δουλικών πολιτικών.

[1] Για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου στηρίχτηκα αποκλειστικά σε σχολικά εγχειρίδια ιστορίας και κυρίως στο αποσυρθέν βιβλίο της Γ’ Λυκείου Ιστορία νεότερη και σύγχρονη των Β. Σκουλάτου – Ν. Δημακόπουλου – Σ. Κόνδη, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα, 2003. Το δίτομο αυτό έργο εκτιμώ ότι αποτελεί ένα πολύ καλό και αναλυτικό εγχειρίδιο νεότερης και σύγχρονης ιστορίας, τόσο ελληνικής όσο και παγκόσμιας. Αντιθέτως, το υπάρχον βιβλίο ιστορίας Γ’ Λυκείου: Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου (από το 1815 έως σήμερα), Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «Διόφαντος», Αθήνα 2013, είναι πολύ πιο απλουστευμένο, με ασάφειες, άστοχες εκφράσεις και συντηρητικότερο εκτιμώ ιδεολογικό προσανατολισμό.

[2] Για μια ευρύτερη αποτίμηση της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας προς την Ελλάδα, βλ. το κείμενό μου «Πόσο φιλελληνική έχει υπάρξει η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας;», διαθέσιμο εδώ http://durrutioschool.blogspot.com/2018/12/blog-post_17.html, τελευταία πρόσβαση 9/4/2021.

[3] Στην Α’ Εθνοσυνέλευση συντάχθηκε και στάλθηκε στις ξένες κυβερνήσεις διακήρυξη που τόνιζε ότι η ελληνική Επανάσταση δεν έχει σχέση με κοινωνικές ανατροπές (καρμπονάρους) αλλά αποβλέπει μόνον στην εθνική ανεξαρτησία. Ιστορία νεότερη και σύγχρονη α’  τεύχος (1789-1909) Β. Σκουλάτου – Ν. Δημακόπουλου – Σ. Κόνδη, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα, 2003, σ. 102.

Αφήστε ένα σχόλιο

ten − ten =