200 χρόνια χωρίς επανάσταση

4

Του Αλέξανδρου Σχισμένου

Την Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021 το ελληνικό κράτος εορτάζει επίσημα τα 200 χρόνια από την έναρξη της αποκαλούμενης Ελληνικής Επανάστασης. Αυτή η επέτειος είναι ένα γνωστό ψεύδος, καθώς δεν ξεκίνησε η επανάσταση την 25η Μαρτίου 1821. Η μοναρχία του Όθωνα καθιέρωσε την επετειακή ημερομηνία για ρητούς λόγους θρησκευτικού συμβολισμού. Το συναφές διάγγελμα είναι σαφές:

«Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ». (Εν Αθήναις την 15 Μαρτίου 1838, Όθων)

Στον ελλαδικό χώρο η επανάσταση δεν άρχισε ούτε στην Αγία Λαύρα, ούτε την 25η Μαρτίου. Ξέσπασε την 21η Μαρτίου με την επίθεση στα Καλάβρυτα. Όπως παρατηρούν οι συγγραφείς της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους: «Ούτε στις 25 Μαρτίου αλλά ούτε και στις 21, που έγινε η πρώτη πολεμική επιχείρηση, βρισκόταν κανείς στην Άγια Λαύρα».   

Λείπει ακόμη μια πραγματική κοινωνικο-ιστορική μελέτη της σημασίας του Εικοσιένα. Η σημασία αυτή παραμένει εξάλλου, ένα διαρκές διακύβευμα. Θα έπρεπε να μετασχηματίζεται αναλόγως με τους κοινωνικο-ιστορικούς μετασχηματισμούς της νεοελληνικής κοινωνίας. Αντιθέτως, το ελληνικό κράτος, έχει επιβάλλει, εξ ιδρύσεώς του, έναν απολιθωμένο ιδρυτικό μύθο παλικαριών που πίνουν κρασί και μονιασμένα χορεύουν με τα καριοφίλια στα χέρια. Το 1821 παραμένει το πιο άγνωστο ιστορικό γεγονός και ο πιο  επιφανειακός ιδρυτικός μύθος για τους νεοέλληνες.

Δεν μπορούμε βέβαια εδώ να προχωρήσουμε σε μια εις βάθος ανάλυση. Απλώς, για χάρη της συζήτησης και της επετείου, θα αναφέρουμε κάποια σκόρπια στοιχεία.

Ο Δημήτρης Φωτιάδης κάνει λόγο για «δύο Εικοσιένα»: «Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων».

Από κοντά, ο Γιάννης Σκαρίμπας φωνάζει:

«Ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμα του διαφέρων είναι ένας άγιος, μπρος στον κατά μόνο το “κατεστημένο” του διαφέροντα. – Οι Τούρκοι δεν ήταν οι χειρότεροι. Ο ελληνικός λαός δεν θα ‘κανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνο Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι ή δεν μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αυτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’ αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παναπεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε».[i]

Αν υπήρχαν πράγματι δύο Εικοσιένα, μπορούμε να πούμε ότι συμπλέχθηκαν και το ένα κατάπιε το άλλο. Μάλλον υπήρχαν πολλαπλά Εικοσιένα, πολλαπλές όψεις μίας επανάστασης που διαμόρφωσε μια νέα πραγματικότητα στη Βαλκανική και εν πολλοίς επέβαλλε νέα ιδεολογικά σχήματα κυριαρχίας, δηλαδή το φαντασιακό του Έθνους και της λαϊκής αντιπροσώπευσης, μετασχηματίζοντας ριζικά τις οθωμανικές διοικητικές, κοινοτικές και ταξινομητικές δομές σύμφωνα με το δυτικό πρότυπο του ορθολογιστικού κρατικού μηχανισμού. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν υπήρξε ούτε ομόθυμος, ούτε ενιαίος, ούτε ολοκληρωμένος αλλά μάλλον δημιούργησε ένα νέο πολιτικό πεδίο συγκρούσεων, την εθνική πολιτική σκηνή, όπου ομάδες ολιγαρχικών συμφερόντων αντιμάχονται για τη διοίκηση του κράτους, άλλοτε ως παράγοντα διασφάλισης των προσβάσεων στο διεθνές κεφάλαιο, άλλοτε ως μέγιστο παράγοντα ενός παλαιού πελατειακού παιχνιδιού κοινωνικών σχέσεων, πάντοτε ως μηχανισμού καταστολής.

Η επανάσταση του λαού, οι λαϊκές εξεγέρσεις και τα κινήματα της κοινωνικής βάσης, παρότι συγκέντρωσαν το απαραίτητο κοινωνικό δυναμικό που εξαπολύθηκε ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία, δεν έλαβαν ποτέ την πρωτοβουλία του Αγώνα παρά μόνο τοπικά –όπως στην Ύδρα το 1821– και παροδικά.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε στην εξέγερση των αγροτών της Άνδρου τον Απρίλιο του 1822 με επικεφαλής τον Δημήτριο Μπαλή, που στη Διακήρυξή της ανέφερε: 

 Η νήσος Άνδρος είναι και αυτή δημιούργημα της φύσεως, καθώς και όλος ο κόσμος. Αλλά όταν εδημιουργήθη ο κόσμος, δεν υπήρχαν πλούσιοι και πτωχοί, μεγαλοκτήμονες και κολλίγοι. Η ανισότης, η ανέχεια, η δυστυχία, είναι δημιουργήματα όχι του Υπερτάτου Όντος, αλλά των κρατούντων. Εις την αρχαίαν Ελλάδα και εις τον άλλον κόσμον και προ ολίγων χρόνων εις την Γαλλίαν, εχύθη πολύ αίμα δια να καταργηθούν τα προνόμια των αρχόντων και η ιεραρχική διατήρησις της κοινωνίας. Διατί και ημείς κατά την παρούσαν στιγμήν να μην αποτινάξωμεν όχι μόνον τον ζυγόν των Τούρκων, αλλά και των αρχόντων; Ομιλούν διαρκώς οι τουρκοκοτζαμπάσηδες ότι έχουν δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας των και των εαυτών μας, τα οποία τάχα βγαίνουν από έγγραφα απαρασάλευτα. Αυτό δεν είναι σωστόν. […] Η ένωσις φέρει την δύναμιν και θα μας δώσει την εξουσίαν να εκτελέσωμεν την απόφασίν μας. Η κοινοκτημοσύνη δεν είναι ζορμπαλίκι, αλλά έργον δικαιοσύνης. Πρέπει να παύσωμεν να είμεθα κολλιγάδες, όπως επαύσαμεν να είμεθα ραγιάδες. Θα δουλεύωμεν εις το εξής τα φέουδα όλοι μαζί και θα απολαμβάνει τον καρπόν των η κομμούνα μας και θα γίνεται δικαία μοιρασιά της σοδειάς εις όλους τους δουλευτάδες, ανάλογα με τον κόπον και την δούλευσίν τους. Δι’ όλα αυτά θα γίνει σύναξις εις την Μεσαριάν, δια να λάβωμεν από κοινού αποφάσεις.”[ii] 

Αυτή η λαϊκή εξέγερση κατεστάλη βίαια από την ελληνική “Κεντρική Διοίκηση” της επανάστασης και τον “αρμοστή των νήσων” Κ. Μεταξά τον Μάιο του 1822 μετά από αίτημα των προκρίτων του νησιού. 

Άνωθεν, λοιπόν, σχεδιάστηκε και επιβλήθηκε μια διαχείριση των γεγονότων από ένα σύμπλεγμα εκπροσώπων των ανώτερων ελίτ που ζήτησαν ενεργά και ρητά την απόσχισή τους από την οθωμανική διοίκηση.

Το γεγονός ότι οι πλειοψηφίες των παραδοσιακών ελίτ συχνά αντιστάθηκαν στα επαναστατικά κελεύσματα διαμόρφωσε ενδότερες συγκρούσεις μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών. Οι παραδοσιακές ελίτ των κοτζαμπάσηδων κινητοποιούσαν ένα πλέγμα ευρύτερων εξαρτήσεων και συμφερόντων που βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε οικογενειακούς και φατριαστικούς δεσμούς, περιορισμένου βεληνεκούς, ενώ οι νεόπλουτες ελίτ των εφοπλιστών, των λογίων και των εμπόρων διαμόρφωναν πιο οικονομοκεντρικές και ταξικές συνομαδώσεις, ευρέως βεληνεκούς. Από την άλλη, οι λόγιοι και οι έμποροι είχαν διεθνή εμπειρία και ευρωκεντρική αντίληψη, ενώ οι εφοπλιστές μαζί με τους γαιοκτήμονες και κοτζαμπάσηδες στηρίζονταν στις τοπικές ρίζες και τα γενεαλογικά προνόμια.     

Η επανάσταση άρχισε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στο Ιάσιο της Μολδαβίας (σημερινή Ρουμανία) την 24η Φεβρουαρίου 1821: «Η ΩΡΑ ήλθεν, ω άνδρες Έλληνες!» έγραφε η προκήρυξη που απευθυνόταν αποκλειστικά στους ελληνόφωνους, ενώ είχε εκδοθεί διαφορετική, καθησυχαστική διακήρυξη «προς το έθνος της Μολδαυϊας» με διαβεβαιώσεις για την τάξη και την ασφάλεια της περιοχής. Η διακήρυξη προς τους Έλληνες εμπεριέχει πρόταση και για την πολιτική οργάνωση της χώρας: «Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξει τους Δημογέροντάς του, και την υψίστην αυτή Βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις».

Ήδη στην διακήρυξη της επανάστασης προβάλλεται ως αιώνια αλήθεια η νεότευκτη ιδέα του εθνισμού, κατονομάζοντας τους εξεγερμένους μόνο ως Έλληνες ως εάν να υπήρχε ήδη καθορισμένο και διακριτό ελληνικό έθνος. Αλλά αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα, όπου κυριαρχούσε το θρησκευτικό και το τοπικιστικό κριτήριο. Αν υπήρχε κάποιο κριτήριο καταγωγής που λαμβανόταν υπόψιν αυτό αφορούσε αποκλειστικά την τοπικότητα και όχι κάποια «εθνική» κοινότητα. Όπως παρατήρησε ορθώς ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησιν Συμβάντων χρόνια αργότερα: «δεν είναι παρά η επανάστασίς μας οπού εσχέτισε όλους τους Έλληνας. Ευρίσκοντο άνθρωποι οπού δεν εγνώριζαν άλλο χωριό μακριά μίαν ώραν από το εδικό τους…»

Η επανάσταση κηρύχθηκε από έναν ελληνόφωνο πρίγκηπα της Ρωσικής Αυλής, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, σε μία οθωμανική επαρχία, τη Μολδαβία, την οποία είχε στο παρελθόν διοικήσει ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Υψηλάντης, μακριά από τον ελλαδικό χώρο αλλά δίπλα στα σύνορα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα οργανωμένο σχέδιο μιας συνομωτικής ομάδας, της Φιλικής Εταιρείας, εμπνευσμένης από τις συνομωτικές αρχές του καρμποναρισμού, των μυστικών οργανώσεων της Ιταλίας. Σύμφωνα με τον Έρικ Χομπσμπάουμ οι αδελφότητες του καρμποναρισμού, που είχαν σχέσεις και με τις τεκτονικές στοές (ο Ξάνθος, εκ των τριών ιδρυτών της Φ.Ε. ήταν μύστης της Τεκτονικής Στοάς της Λευκάδας) θεωρούσαν εαυτές «προοδευτικές και χειραφετημένες ελίτ που έπρεπε να δράσουν στους κόλπους και προς όφελος μιας τεράστιας και αδρανούς μάζας αδαών και πλανημένων, οι οποίοι αναμφίβολα θα επιδοκίμαζαν την απελευθέρωση, όταν θα ερχόταν, αλλά κανείς δεν περίμενε να συμμετάσχουν ιδιαίτερα στην προετοιμασία της.»[iii]

Από τις πολλαπλές επαναστατικές ιδέες που διαδόθηκαν από τη μήτρα της Γαλλικής Επανάστασης, οι Φιλικοί προώθησαν καταρχήν την ιδέα του εθνικού αυτοκαθορισμού και διόλου την ιδέα της κοινωνικής ισότητας. Εξαρχής η Φ.Ε. απευθυνόταν μόνο «προς Έλληνας φιλοπάτριδας και τους εκλεκτούς και ανδρείους των ομογενών», αποκλείοντας ρητά τους αλλοεθνείς και τις γυναίκες. Το κυρίαρχο ιδεολόγημα ήταν η φαντασιακή σημασία του έθνους, ενώ η προετοιμασία της επανάστασης αναλήφθηκε από μέλη των καθιερωμένων ελληνόφωνων ελίτ, περιλαμβάνοντας πλούσιους εμπόρους, εφοπλιστές, προκρίτους, Φαναριώτες λόγιους και ιερωμένους. Χωρίς δηλαδή να θιγεί η κοινωνική διαστρωμάτωση των ελληνόφωνων κοινοτήτων και το προνομιακό καθεστώς της ντόπιας ολιγαρχίας.

Ωστόσο, η ιδέα της πολιτικής ισότητας φαίνεται να περνά σαν ίσκιος ίσκιος πίσω από την υπόσχεση πως οι δημογέροντες θα εκλεγούν από το «Έθνος συναθροιζόμενον». Αυτή είναι μια υπόσχεση που περιλαμβάνει εν δυνάμει ολόκληρο τον πληθυσμό που μέλλεται να ονομαστεί «Έθνος». Όμως επίσης φέρει το, απαραίτητο στο φαντασιακό του έθνους, συμπλήρωμα, δηλαδή την πολιτική αντιπροσώπευση, δηλαδή το φαντασιακό του κράτους και της διοικητικής ιεραρχίας. Το ποιος ανήκει στο έθνος έμελλε να είναι ένα ανοιχτό ερώτημα άνωθεν διεκδικούμενο, πηγή πολλών τραγωδιών για τους κατοίκους της χώρας.

Το «Έθνος» προβάλλεται ως η θεμελιώδης αρχή κυριαρχίας με φυσικά και καθορισμένα δικαιώματα που δικαιώνουν την απόφαση της απόσχισης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία – μα αυτό είναι μια εντελώς καινοφανής ιδέα. Η ίδια η Αυτοκρατορία, πολυεθνοτική και πολύγλωσση, δεν βασιζόταν στην αρχή της εθνικής κυριαρχίας αλλά στο απόλυτο της κυριαρχίας του Σουλτάνου που έχει θρησκευτική και ιστορική – ως δίκαιο της κατακτήσεως- βάση και διαμορφώνει πλέγματα βαθμιδωτών δεσμών από την απόλυτη υποταγή (πολιτική κυριαρχία) έως την απλή υποτέλεια (φορολογική κυριαρχία). Εξάλλου και στο παρελθόν και κατά τη διάρκεια της επανάστασης, πολλοί Οθωμανοί αξιωματούχοι, όπως ο επονομαζόμενος Κιουταχής, ήταν Έλληνες στη γλώσσα και την καταγωγή. Μα δεν ήταν χριστιανοί, που ήταν η πρωτεύουσα θρησκευτική διάκριση. Μετά το 1830 πολλοί ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι θα εξοριστούν λόγω της όψιμης ταύτισης της ελληνικής και της χριστιανικής ταυτότητας.

Ασφαλώς, όπως μας επιβεβαιώνουν τα ιστορικά αρχεία υπήρχαν τεράστιες λαϊκές αντιδράσεις και αντιστάσεις ενάντια στην κατεστημένη κοινωνική ανισότητα και τα εμφωλευμένα κοινά συμφέροντα κοτζαμπάσηδων και Πύλης. Πάνω από εκατό εξεγέρσεις ξέσπασαν στα Βαλκάνια κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κλεφτουριά ήταν μια τέτοια μορφή αντίδρασης και αντίστασης. Μα αυτές οι αντάρτικες μορφές πάλης και παραβατικές μορφές διαβίωσης, όπως και η πειρατεία, δεν εμπεριέκλειαν ουδεμία μορφή πολιτικής διεκδίκησης, κανένα ίχνος πολιτικού προτάγματος.

Όπως συνέβη και με τον νεοελληνικό Διαφωτισμό, τα στοιχεία του δημοκρατικού προτάγματος και τα ιδεώδη της ισονομίας, της πολιτικής ελευθερίας και των αναφαίρετων ατομικών δικαιωμάτων προήλθαν έξωθεν και άνωθεν, από προοδευτικά άτομα των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων που είχαν επαφή με το ευρωπαϊκό επαναστατικό κίνημα και πολλές φορές το πλήρωσαν με τη ζωή τους. Ήρθαν διαθλασμένα και καχεκτικά, χωρίς τον έντονο αντικληρικισμό και τους αναρχικούς ορίζοντες της Δύσεως. Ο Δ. Μπαλής της Άνδρου είχε γαλουχηθεί με κείμενα Γάλλων επαναστατών (όπως του Γράκχου Μπαμπέφ) που προμηθεύτηκε από τον διαφωτιστή Θεόφιλο Καΐρη. Οι πιο ειλικρινείς ελληνόφωνοι Διαφωτιστές διώχθηκαν από τις επίσημες εκκλησιαστικές αρχές με κάθε τρόπο προκειμένου να εμποδιστεί η διασπορά των ιδεών τους. Το όραμα του Ρήγα, που μιλούσε για κοινή επανάσταση των βαλκανικών λαών είχε ήδη στενέψει από την προσαρμογή του στα συμφέροντα των ηγεμονικών ομάδων.  

Όσο όμως καχεκτικό και παραφρασμένο κι αν ήταν, το πνεύμα του Διαφωτισμού διαπότισε τις διακηρύξεις για ισονομία και ελευθερία των εξεγερμένων – όπως και την αντάρτικη κοινωνική αναπαράσταση και αυτοεικόνα της επανάστασης του 1821, διαμορφώνοντας μία ρομαντική αφήγηση και ένα ανώνυμο λαϊκό ρεύμα πίεσης και διεκδίκησης που, από τη μία, δεν έλεγξε ποτέ απολύτως η νεόδμητη κεντρική κρατική αρχή αλλά από την άλλη παρέμεινε χειραγωγήσιμο.

Η Ελληνική Επανάσταση είχε μακρά χρονική διάρκεια. Διήρκησε κοντά δέκα χρόνια, μέχρι την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, μα ο εξεγερμένος πληθυσμός δεν δημιούργησε δικούς του, αυτόνομους θεσμούς αυτοκυβέρνησης πουθενά.

Εξαρχής, το πνεύμα της Φιλικής Εταιρείας, η διαρκώς επαναλαμβανόμενη εξάρτηση από μία ‘Αόρατη Αρχή’, ο αφηρημένος, αποκλειστικός, μονοδιάστατος και αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας της φαντασιακής σημασίας του έθνους, οι άνωθεν προσπάθειες χαλιναγώγησης, και η άγρια καταστολή καθόρισαν την, κατά Σκαρίμπα, αποτυχία της επανάστασης στο εσωτερικό. Γιατί όμως «γελάστηκε»; Κατά τη γνώμη μου, επειδή εξαρχής ήταν χειραγωγημένη από προϋπάρχοντα ολιγαρχικά συμφέροντα και ηγεμονικές ομάδες.

Διαβάζοντας την επίσημη, συντηρητική και εθνοκεντρική Ιστορία του Ελληνικού Έθνους προκαλούν εντύπωση οι αγεφύρωτες και εκρηκτικές διαιρέσεις που χαρακτηρίζουν τα «χρόνια δοξασμένα» μετά το 1821. Οι κοινωνικές ανισότητες, οι τοπικές αντιμαχίες και τα αντίπαλα και διακριτά συμφέροντα των κυρίαρχων ηγεμονικών ελίτ δεν μπόρεσαν να καλυφθούν υπό τον μανδύα του Έθνους καθώς όριζαν βαθιές και ιστορικές διαιρέσεις.

Σε κάποια μέρη υπήρχε ισχυρή παράδοση τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως στον Μοριά, όπου είχαν αναδειχθεί ισχυρά τζάκια γαιοκτημόνων που μονοπωλούσαν τις κοινοτικές διοικητικές δομές, σε άλλα, όπως στην Κρήτη, υπήρχε έντονη Οθωμανική παρουσία και άμεση τουρκόφωνη διοίκηση. Στα τρία ναυτικά νησιά, την Ύδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά, υπήρχε καθεστώς ημι-αυτονομίας, και κυβερνούνταν από πανίσχυρες εφοπλιστικές οικογένειες όπως τους Κουντουριώτηδες. Στη Ρούμελη και την Ήπειρο υπήρχαν αρματολίκια, άτακτα τάγματα ενόπλων υπό οθωμανική διοίκηση και οι τοπικές διαμάχες μεταξύ των Οθωμανών πασάδων, όπως του Αλή Πασά των Ιωάννίνων. Υπήρχαν και αυτοδιοικούμενα χωριά, όπως το αλβανόφωνο Σούλι και τα Ζαγόρια. Ο κυρίαρχος τοπικισμός εκδηλώθηκε κατά περιστάσεις και στις ταλαιπωρίες που υπέστησαν σε διάφορες περιοχές οι πρόσφυγες από τα πολεμικά μέτωπα.

Όπως μας διηγείται στα Απομνημονεύματα ο Μακρυγιάννης, οι Αρτινοί πρόσφυγες έγιναν θύματα σκληρής εκμετάλλευσης στον Βάλτο:

“Τότε πήγα εις την Αγιά,οπού ‘χα τα ειδίσµατά µου στείλη, κ’ εκεί ηύρα τους δυστυχείς Αρτηνούς οπού έρχονταν ξυπόλυτοι και γυµνοί και νηστικοί. Και µό’ ‘πεσαν όλοι εις τονλαιµό µου να τους σώσω. […] Και τους συνάξαµεν ξύλα και τους περιποιηθήκαµεν. Τα µεσάνυχτα έρχονται κάτι Βαλτηνοί κι’ άλλοι και ρίχνουν ντουφέκια. […] Τότε ντουφεκιστήκαµεν κ’ εµείς µ’ αυτούς και τους γνωρίσαμε. Και ήρθαν να τους πάρουν και τα πουκάµισα, ότι άλλο τίποτας δεν τους αφήσαµεν, µόνον ό,τι φορούσαν. […] Κι’ από τότε βλέποντας αυτείνη την αρετή, σιχάθηκα το Ρωµαίικον, ότ’ είµαστε ανθρωποφάγοι.”

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης αντί να γεφυρωθούν, αποκαλύφθηκαν μία σειρά από τεμνόμενες διαιρέσεις.

Διαιρέσεις ανάμεσα σε Φιλικούς και κοτζαμπάσηδες, Φαναριώτες και δημογέροντες, λόγιους και ιεράρχες, “πολιτικούς” και “στρατιωτικούς”, Ρουμελιώτες και Μωραϊτες, εφοπλιστές και γαιοκτήμονες, νησιώτες και στεριανούς, “αυτόχθονες” και “ετερόχθονες”, τακτικούς αξιωματικούς και οπλαρχηγούς, προκρίτους και λαϊκούς, Καποδιστριακούς και Αντικαποδιστριακούς, “κυβερνητικούς” και “συνταγματικούς” – διαιρέσεις που οδήγησαν σε δύο ανοιχτούς εμφυλίους το 1824, σε παράλληλες διπλές κυβερνήσεις το 1824 και το 1832, σε δύο εισβολές Ρουμελιωτών στην Πελοπόννησο το 1824 και το 1832, στη δολοφονία του Ανδρούτσου το 1825, στη φυλάκιση του φιλόδοξου Κολοκοτρώνη το 1825 και το 1833, στην πυρπόληση του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη το 1831, στην εξέγερση της Μάνης το 1831, στη δολοφονία του αυταρχικού κυβερνήτη Καποδίστρια την ίδια χρονιά – και πίσω από όλα αυτά, τα συνωμοτικά παιχνίδια υποταγής στις Μεγάλες Δυνάμεις, τα δύο μεγάλα ληστρικά δάνεια, η συγκρότηση πελατειακών μηχανισμών, οι προσπάθειες υπερίσχυσης των τριών κομμάτων, του αγγλικού, του γαλλικού και του ρωσικού.

Όλες οι μερίδες, για να προφυλάξουν τα ίδια ολιγαρχικά τους συμφέροντα, κραδαίνουν διακηρύξεις δημοκρατίας προς τους εξεγερμένους, ενώ προσβλέπουν στην εύνοια της ξενόφερτης μοναρχίας του Όθωνα. Και στο βάθος, ταλαίπωρος, αγωνιστής και διαρκώς εξαπατημένος ο ανώνυμος και πολύφωνος λαός ίσα που ακούγεται – ενώ αρχίζουν οι εθνοκαθαρτικές διώξεις ενός πολυεθνοτικού πληθυσμού.

Ήδη από το 1821 η κατάληψη πόλεων και χωριών συνοδεύονταν με (αποσιωπημένα) πογκρόμ απέναντι στις εβραϊκές κοινότητες, όπως έγινε στο Βραχώρι (Αγρίνιο) και στην Τριπολιτσά (Τρίπολη). Μα επίσης αρχίζει και η κρατική τρομοκρατία απέναντι σε ντόπιους αντιφρονούντες:

“Οι καταπιέσεις, οι ληστείες, οι κακοποιήσεις, οι βασανισμοί και οι συλλήψεις των κατοίκων από τους στρατιώτες με το πρόσχημα ότι αναζητούν και τιμωρούν τους αντάρτες ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο [….] Η επιβολή της κυβερνήσεως έδωσε μεγάλο βάρος στους οπαδούς της και πολλούς ασταθείς και επιπόλαιους τους έσπρωξε, όπως γίνεται συνήθως, ως την αμετροέπεια και την αδιαλλαξία […] Δεν ήταν λοιπόν παράξενο, αν η κυβέρνηση, επηρεασμένη από το πνεύμα αυτών των φίλων της καταστάσεως, καταπάτησε τις υποσχέσεις της και περιόρισε στο Άργος, και κατόπιν στο Ναύπλιο, τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννήσιους αρχηγούς [….] Η σύλληψή τους προκάλεσε “μέγαν φόβον εις όλον τον λαόν”, γράφει ο Κασομούλης. Η επιβολή της κεντρικής αρχής είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή.”[iv]

 Έτσι είχαν τα πράγματα το 1825, αμέσως μετά τον δεύτερο εμφύλιο που ξέσπασε, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, για τη νομή και επιβολή της κρατικής εξουσίας, προτού καν υπάρξει ανεξάρτητο κράτος. Κυρίαρχη είχε αναδειχθεί η πλευρά των νησιωτών εφοπλιστών και της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Η βία εναντίον των πολιτικών αντιπάλων αλλά και η τρομοκράτηση του πληθυσμού ήταν εξαρχής τα πολιτικά εργαλεία που χρησιμοποίησε ο κρατικός μηχανισμός για να επιβληθεί στην κοινωνία.

Παρά τον καραμπελικό μύθο, δεν υπήρχαν πραγματικά αυτόνομες κοινότητες στην οθωμανική αυτοκρατορία, ούτε στον ελλαδικό χώρο ούτε αλλού, με την ουσιαστική και πολιτική έννοια. Κοινότητες που να αυτοκυβερνώνται με ρητό τρόπο και ισότιμη συμμετοχή όλων των μελών τους.  Υπήρχαν κοινότητες με διαφορετικούς βαθμούς αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν κάποιες φορές μέχρι και ατέλεια – δηλαδή φορολογική απαλλαγή – αλλά πάντοτε ενσωματωμένες στο οθωμανικό σύστημα διοίκησης και με αναγνωρισμένη την κυριαρχία της Υψηλής Πύλης. Εντός των κοινοτήτων οι καθιερωμένες ολιγαρχίες αναπαράγονταν με τον θεσμό των δημογερόντων που μονοπωλούσαν οι ηγεμονεύουσες οικογένειες, τα τζάκια.  

Επιπλέον, δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση της θρησκευτικής αυθεντίας και της εκκλησιαστικής εξουσίας, ασχέτως με τις ενέργειες της τελευταίας. Εξάλλου ήδη από την εποχή του Μεχμέτ του Πορθητή το Πατριαρχείο είχε διευρυμένες διοικητικές και δικαστικές εξουσίες επί του χριστιανικού πληθυσμού. Την 20η ή, κατ’ άλλους, την 23η Μαρτίου 1821, (δηλαδή πριν τη μυθική 25η Μαρτίου) μεγάλη σύνοδος των αρχιερεών και των λαϊκών προυχόντων της Κων/πολης με επικεφαλής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ αφορίζει την επανάσταση που ξέσπασε. Οι εξεγερμένοι αποκαλούνται “κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι” ενώ υμνείται η “καλοκαγαθία του σουλτάνου”. Οι επαναστάτες αφορίζονται ακόμη και μετά θάνατον (!) ως “θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας”.

Παρόλο που η ανώτατη ιεραρχία πήρε θέση ενάντια στην επανάσταση, ουδείς αμφισβήτησε την πνευματική πρωτοκαθεδρία της ορθόδοξης εκκλησίας έως την επόμενη γενεά. Αυτή εξάλλου η ταύτιση των εξεγερμένων με την εκκλησία ενισχύθηκε και από τις διώξεις των Οθωμανών με κριτήριο την θρησκευτική ταυτότητα – ο Πατριάρχης που αφόρισε την Επανάσταση απαγχονίστηκε ως αντίποινα για τις επαναστατικές κινητοποιήσεις.

Στο τέλος, το παραδοσιακό, θρησκευτικό κριτήριο ταύτισης, του χριστιανού, θα συμπλεκόταν με την καινούργια εθνοτική ταξινόμηση, του Έλληνα, δημιουργώντας τον τραγέλαφο του ελληνοχριστιανισμού και χρησιμοποιώντας το δυναμικό του εθνικού φαντασιακού για την ενδυνάμωση και στερέωση του παραδοσιακού συντηρητικού και αντι-διαφωτιστικού ρεύματος. Οι παραδοσιακές μορφές θρησκευτικής ετερονομίας συνέχισαν να συνεργούν με τις νέες μορφές πολιτικής ετερονομίας.  

Τελικά, όταν, με το πρωτόκολλο του Λονδίνου επήλθε, την 3η Φεβρουαρίου 1830 η ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, οι όροι ήταν σαφείς και συνοδεύονταν από την εγκαθίδρυση της απόλυτης μοναρχίας, δηλαδή τη ρητή ακύρωση κάθε υπόσχεσης λαϊκής κυριαρχίας.

“Η Ελλάς οφείλει την ύπαρξίν της εις τα παντοία διαβήματα, τα οποία επεδαψίλευσαν εις αυτήν αι τρεις Δυνάμεις. Ελευθερώσαται αυτήν έλαβον υπό την άμεσον προστασίαν των και την διέσωσαν από τον αναπόδραστον όλεθρον. Δια τούτους τους λόγους προσεκτήσαντο θετικά δικαιώματα εις την εκ μέρους των Ελλήνων τελείαν και πρόθυμον προσχώρησιν εις τα δεδογμένα.”

Με αυτά τα λόγια, τον Μάρτιο του 1830 οι αντιπρέσβεις της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας κοινοποιούν στις ελληνικές αρχές πώς κέρδισαν την πολιτική ανεξαρτησία τους τυπικά μόνο εφόσον την εγκαταλείψουν ουσιαστικά. Έτσι η εθνική ανεξαρτησία συνδέθηκε αναπόδραστα και με την αποικιοκρατικού τύπου εξάρτηση στο εξωτερικό. Αυτές οι πολλαπλές εξαρτήσεις, εσωτερικά από τις εγχώριες αντίπαλες ομάδες ολιγαρχικών συμφερόντων και εξωτερικά από τις μεγάλες Δυνάμεις, μαζί με την αγεφύρωτη αντίθεση προς την κοινωνία καθόρισαν το χαρακτήρα του νεοελληνικού κράτους. Όπως έγραψε ο Κοραής τότε:

 “Η ταλαίπωρος Ελλάς δεν ανεστάθη αληθώς, αλλά τάφον μόνον ήλλαξε.”[v]

Η εικόνα του νεοελληνικού κράτους συμπληρώνεται με την ίδρυση της Βασιλικής Χωροφυλακής τον Ιούνιο του 1833, με εκπεφρασμένο στόχο την «διαφύλαξιν της ασφαλείας, την τήρησιν της κοινής ησυχίας, και την διώξην του εγκλήματος». Ποιο έγκλημα διώκεται; Οι λαϊκές μορφές αντίδρασης και αντίστασης στη βαυαρική απολυταρχία, δηλαδή οι διαδηλώσεις και ακόμη η ορεινή ληστεία, η οποία ήταν άμεση συνέχεια της κλέφτικης παράδοσης. Στα όρη κατέφευγαν ως ληστές οι απογοητευμένοι αγωνιστές της επανάστασης («σώματα πειναλέων αγωνιστών διατρεχόντων πάσαν την χώραν») και πολλοί ακτήμονες αγρότες που είδαν την ελπίδα της δίκαιης ανακατανομής των οθωμανικών κτημάτων να καταρρέει μπροστά στην εξουσία των γαιοκτημόνων και της Εκκλησίας. Οι κοινωνικοί αγώνες ενάντια στη νέα απολυταρχική εξουσία συνεχίστηκαν με νέες μορφές. Κατά μία έννοια, δεν σταμάτησε ποτέ η ανολοκλήρωτη μάχη για την κοινωνική χειραφέτηση.

Αυτές είναι όψεις του ιστορικού κυκεώνα που δεν κρύβει ούτε η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» –αλλά τις κρύβουν οι εθνικές εορτές.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[i]  Γ. Σκαρίμπας, Η αλήθεια για το ’21, εκδ. Κάκτος, 1995.

[ii] Γιώργος Δαρδανός, «Θεόφιλος Καΐρης – Δημήτριος Μπαλής. Δυο αγωνιστές για κοινωνική απελευθέρωση», στο «Θεόφιλος Καΐρης», Αθήνα, 1988

[iii] Ε. Χομπσμπάουμ, Η Εποχή των Επαναστάσεων, σελ. 157.

[iv] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ, σελ. 374.

[v] A. Κοραής, Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από Τούρκους Ελλάδα να πράξη εις τας παρούσας περιστάσεις, δια να μη δουλωθή εις χριστιανούς τουρκίζοντας: διάλογος δύο Γραικών, Παρίσι 1830, σ. 14.

Συζήτηση4 Σχόλια

  1. Αλέξανδρος Σχισμένος

    Ο ψευδώνυμος – και ουσιαστικά ανώνυμος, ως εκ τούτου – σχολιαστής δίνει μία πολύ καλή εικόνα της εθνοκρατικής του ιδεολογίας. Παραδέχεται, λοιπόν, ότι το εθνικό κράτος απαιτεί το ψεύδος, το παραμύθι και την παραποίηση της ιστορίας, προκειμένου να στηριχθεί και να συγκροτηθεί. Αυτό ήταν γνωστό ήδη από τον Ρενάν, μα είναι αστείο να αναπαράγεται και μάλιστα με στόμφο τόσα χρόνια μετά. Εκ τω υστέρων λοιπόν, δηλαδή ενώ ήδη είναι γνωστό ότι η αλήθεια είναι άλλη, η επίσημη κρατική εξουσία – του καθολικού Όθωνος – αποφασίζει να θεσπίσει τον “ελληνορθόδοξο” μύθο προκειμένου να φτιάξει ένα βολικό προς την ίδια την κρατική αυθεντία αφήγημα. Να ενημερώσω τον σχολιαστή ότι η Πρωτομαγιά αναφέρεται σε ιστορικό γεγονός, δηλαδή γεγονός που συνέβη αληθώς, όχι σε νεφελώδεις σχεδιασμούς που αποδείχθηκαν ψευδείς. Τι αξία έχει η ιστορική αλήθεια για αυτό το αφήγημα, μας το δείχνουν απόψεις όπως του παραπάνω σχολιαστή. Να βυθιστούμε στο μύθο, μας προτείνει, όπως μας τον σερβίρουν οι εκάστοτε ηγεσίες, για να μας πείσουν ότι είναι “θέλημα Θεού” η νέα σκλαβιά. Όπως “θέλημα Θεού” ήταν και η προηγούμενη, σύμφωνα με την επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία. Δυστυχώς είναι κουραστικό αλλά και άγονο να συζητάει κάποιος με ανθρώπους που προτιμούν τα παραμύθια από την αλήθεια, αλλά υπάρχει χώρος και γι’ αυτούς. Λέγεται εθνοπατριωτική αριστερά, και την είδαμε, παρέα με τους αμιγώς ακροδεξιούς εθνικιστές στα συλλαλητήρια για το ‘Μακεδονικό.’ Δυστυχώς αυτή είναι και η κυρίαρχη εθνοκρατική άποψη, που διδάσκεται στα σχολεία και τα κατηχητικά, και έχει προξενήσει άπειρες δυστυχίες στον τόπο.

  2. ΓΝΩΣΤΑ ΨΕΥΔΗ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ….

    Δεν θα καταπιαστώ με έναν γενικό σχολιασμό τού άρθρου. Η στόχευσή του είναι προφανής, οι ιδεολογικές προκείμενες βγάζουν μάτι και ο αρθρογράφος είναι καλά τσιμεντωμένος στο βάθρο του με ένα διδακτορικό (που, δυστυχώς, λείπει από το δικό μου παλμαρέ). Θα περιοριστώ μόνο σε ένα «μικρό» σημείο, που δείχνει πολύ παραστατικά και μάλλον φαντασμαγορικά ότι οι φιλοδοξούντες να γκρεμίσουν τους ιδρυτικούς μύθους (μύθους λένε, αλλά εννοούν παραμύθια) του νεοελληνικού έθνους (που δεν θα μπορούσε να υπάρξει, αν δεν αποκτούσε και κρατική υπόσταση) δεν διστάζουν να το επιχειρούν αυτό καταφεύγοντας στις γνωστές, αν και όχι ευρέως, δικές τους μισές αλήθειες.

    Ισχυρίζεται ο αρθρογράφος ότι η θέσπιση της 25ης Μαρτίου ως εθνικής εορτής με το σκεπτικό ότι αυτή ήταν η ημερομηνία έναρξης της ελληνικής επανάστασης είναι περίπου ένας λαγός από το καπέλο τών συμβούλων και παρασυμβούλων τού Όθωνα. Καθόλου δεν είναι έτσι, αν εξετάσει κανείς τα γεγονότα της έναρξης της επανάστασης όχι μέσα από το στενά χρονικό πρίσμα τού γνωστού κατοχικού ανταπταρισμένου τραγουδιού «πατάω ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή», αλλά μέσα στη χρονική αλληλουχία τής συγκυρίας τής περιόδου. Αν κάνει το δεύτερο, θα διαπιστώσει ότι βάσει ιστορικών τεκμηρίων, ντοκουμέντων και μαρτυριών τής εποχής, η 25η Μαρτίου είχε όντως προγραμματιστεί ως η ημέρα έναρξης της επανάστασης στην Πελοπόννησο, για προφανείς λόγους συμβολισμού που θα εμφάνιζαν τον αγώνα της απελευθέρωσης ως θέλημα Θεού. Ας δούμε, π.χ., τι λέει ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του (υπαγορευμένα πριν εξαγγελθεί από τον Όθωνα η καθιέρωση της εθνικής εορτής την 25η Μαρτίου) επ’ αυτού:

    «[…] με ήλθαν γράμματα από τον Υψηλάντη δια να ήμαι έτοιμος, καθώς και όλοι οι εδικοί μας. 25 Μαρτίου ήτον η ημέρα της γενικής επαναστάσεως.»

    Κατά συνέπεια, κανένας «λαγός από το καπέλο» δεν βγήκε με το διάγγελμα του Όθωνα το 1833. Απλώς, αποκαταστάθηκε η σοφή (πολιτική) απόφαση τών επαναστατών να ξεκινήσουν την επανάσταση την ημέρα τού Ευαγγελισμού, κάτι που δεν κατέστη δυνατόν μόνο και μόνο εξ αιτίας τής παρεμβολής τού αστάθμητου παράγοντα, που σχεδόν πάντα βάζει το χεράκι του σε τέτοιες περιπτώσεις.

    Είναι κρίμα κάτοχοι ένδοξων διδακτορικών τίτλων να ξεχνούν να ρίξουν, καλού-κακού, και μια ματιά στην παρακατιανή Βικιπαίδεια….

    • Αλέξανδρος Σχισμένος

      Αντιπαρέρχομαι το ύφος του σχολίου προκειμένου να θίξω το γεγονός ότι η παρατήρηση του ανώνυμου σχολιαστή επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του άρθρου. Πράγματι, ο αρχικός σχεδιασμός της Φιλικής Εταιρείας όριζε ως πιθανή μέρα της εξέγερσης στην Πελοπόννησο την 25η Μαρτίου. Αυτό δείχνει πώς οι Φιλικοί σχεδίαζαν την επανάσταση εκ των άνω, δίχως τη γνώμη των ντόπιων πληθυσμών. Βέβαια η Επανάσταση ξεκίνησε στο Ιάσιο ένα μήνα νωρίτερα, υπό την ηγεσία του Υψηλάντη. Μα η επανάσταση ξεκίνησε νωρίτερα και στην Πελοπόννησο, το αργότερο την 21η Μαρτίου με την πολιορκία των Καλαβρύτων. Οπότε το αρχικό σχέδιο της Φιλικής απεδείχθη άτοπο. Έχουμε λοιπόν ένα ιστορικό γεγονός: ότι η Επανάσταση ΔΕΝ ξεκίνησε την 25η Μαρτίου. Οπότε πώς καθιερώθηκε ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ η επίσημη εορτή και για ποιους λόγους; Αυτό γίνεται σαφές από το διάταγμα του Όθωνα. Τέλος, το εθνικό παραμύθι της Αγίας Λαύρας, που κι αυτό καθιερώθηκε επί Όθωνος δεν έχει καμία σχέση ούτε με τα αρχικά σχέδια των Φιλικών. Και γιατί να γιορτάζουμε ένα σχεδιασμό που απέτυχε αντί για την πραγματικότητα;
      Οπότε γνωρίζουμε και εμείς, όπως γνώριζαν και το 1833 ότι δεν υπήρξε επανάσταση της 25ης Μαρτίου. Το καθεστώς Όθωνα την έθαψε αυτή τη γνώση για λόγους προπαγάνδας.
      Αυτή την προπαγάνδα με θλίψη βλέπω να τη συνεχίζουν και σύγχρονοι όπως ο παραπάνω σχολιαστής. Λυπάμαι.

      • Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω ποια είναι η πραγματολογική βάση τών διαμαρτυριών τού αρθρογράφου για το ύφος μου. Το ύφος μου είναι το ύφος ενός ανθρώπου που θέλει να κάνει σαφές εξ αρχής ότι προσεγγίζει το εθνικό ζήτημα από εντελώς διαφορετική γωνία σε σύγκριση με εκείνην που επιλέγει ο χώρος τής ελευθεριακότητας, αυτονομίας, αμεσοδημοκρατίας κ.λπ. Κοντολογίς, είναι το ύφος ενός ανοιχτά αντιπολιτευόμενου και πολιτικού αντίπαλου (πάντα εντός τού πολύμορφου αριστερού τόξου). Αυτό είναι κάτι που απαγορεύεται εδώ; Κι έτσι να είναι, δεν το είδα πουθενά γραμμένο, σε κάποιους κανόνες σχολιασμού λόγου χάρη. Άρα ισχύει το nulla poena sine lege –εκτός κι αν ο χώρος τής αυτονομίας τον έχει καταργήσει. Γράψτε τους, κάντε σαφές ότι απαγορεύεται ο αντιπολιτευτικός λόγος, κι αν με ξαναδείτε εδώ, γράψτε μου. Επί τής ουσίας τώρα:

        Ο αρθρογράφος ΑΣ δηλώνει στο τέλος τής απάντησής του ότι λυπάται. Βεβαίως, λυπάται για πράγματα που δεν υπάρχουν. Πού είδε ότι υιοθετώ και αναπαράγω την άποψη πως η επανάσταση ξέσπασε την 25η Μαρτίου; Εγώ μίλησα για το σκεπτικό τής καθιέρωσης της συγκεκριμένης ημερομηνίας ως εθνικής εορτής και ισχυρίστηκα, καταθέτοντας και ένα σχετικό ιστορικό ντοκουμέντο που μου βρέθηκε πρόχειρο, ότι το σκεπτικό αυτό δεν ήταν καθόλου αυθαίρετη επινόηση από το πουθενά, αφού είναι το ίδιο ακριβώς σκεπτικό που οδήγησε το επιτελείο τών οργανωμένων επαναστατών να ορίσουν επίσης την 25η Μαρτίου ως την ημέρα έναρξης της επανάστασης. Επομένως, το «πατρίς – θρησκεία» τής εθνικής εορτής τού 1838 υπήρχε όντως μέσα στο μυαλό τών επαναστατών και όχι απλώς στο «μαγικό καπέλο» τών ανακτοσυμβούλων τού Όθωνα. Αυτή είναι η άλλη μισή αλήθεια που λείπει από τη μισή αλήθεια τού άρθρου στο συγκεκριμένο ζήτημα, όπως προϊδέασα από τον τίτλο κιόλας τού σχολίου μου κι αυτό είναι το βάρος που αναλαμβάνω. Όχι εκείνο που πάει να μου φορτώσει ο αρθρογράφος ΑΣ. Μιλάω για «μισή αλήθεια» και εννοώ, όπως καταλαβαίνει κι ένα μικρό παιδί, ότι όντως η επανάσταση δεν ξέσπασε την 25η Μαρτίου, αλλά και ότι αυτό δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια. Πού είναι, συνεπώς, «η συνέχιση τής προπαγάνδας» η οποία γεμίζει θλίψη τον ΑΣ;
        Ας εκφράσω, όμως, κι εγώ με τη σειρά μου μια κάποια λύπη (αφού, όμως, πρώτα τού αποδώσω τα εύσημα για το γεγονός ότι απάντησε στο σχόλιο: το φαινόμενο σπανίζει πια όλο και περισσότερο στο διαδίκτυο –άσε που σπανίζει πλέον και η δυνατότητα σχολιασμού…). Μόνο που αυτή τη φορά η λύπη θα αξίζει τον κόπο αφού είναι για πράγματα απολύτως υπαρκτά, όπως θα γίνει ολοφάνερο ευθύς αμέσως.

        1. «[Ο]ι Φιλικοί σχεδίαζαν την επανάσταση εκ των άνω, δίχως τη γνώμη των ντόπιων πληθυσμών.»

        Ώστε η Φιλική Εταιρία ήταν κάτι ξένο για τον «ντόπιο πληθυσμό», δεν είχε μέλη στον «ντόπιο πληθυσμό»; Και όλοι αυτοί εδώ, από τους οποίους λείπουν μέχρι και τρανταχτά ονόματα (π.χ., Κολοκοτρώνης, Παπαφλέσσας, Παλαιών Πατρών Γερμανός) τι ήταν; Όλοι μέλη τής διασποράς;

        2. Υπάρχει οργάνωση, και μάλιστα επαναστατική και παράνομη, χωρίς «άνω»; Αντιλαμβάνομαι ότι ο χώρος είναι εχθρικός απέναντι σε κάθε είδους συλλογικότητα που έχει ιεραρχική δόμηση –λόγου χάρη απέναντι στην οργάνωση των μπολσεβίκων (αλλά και των αναρχικών τού Μαχνό) ή των Σπαρτακιστών τού 1918 – 1919 (αλλά και εκείνων τού 70 π.Χ….). Δεν είναι, όμως, καιρός να βάλει λίγο νερό στο κρασί του σε ζητήματα που δεν απαιτούν δα και κάποια βαριά φιλοσοφία αλλά στοιχειώδη λογική; Επί τέλους, ποια είναι η θέση εδώ; Να αποφασίζονται οι ημερομηνίες έναρξης των επαναστάσεων κατόπιν δημοψηφίσματος και μάλιστα με φυσική παρουσία; Σε ποιον πλανήτη, ποιο σύμπαν, ποια διάσταση θα άντεχε μια τέτοια ιδέα τη δοκιμασία τής πραγματικότητας πάνω από 30 δευτερόλεπτα;

        3. «Πράγματι, ο αρχικός σχεδιασμός της Φιλικής Εταιρείας όριζε ως πιθανή μέρα της εξέγερσης […].»

        Εδώ διακρίνω μια κάποια «συστολή» τού αρθρογράφου να παραδεχθεί ολόκληρη την αλήθεια. Στο απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη που παρέθεσα δεν υπάρχει ούτε χαραμάδα στην οποία θα μπορούσε να χωρέσει η παραμικρή σκέψη για «πιθανολογίες». Η απόφαση του επαναστατικού επιτελείου ήταν σαφής και ορισμένη: ο ξεσηκωμός αρχίζει την 25 Μαρτίου. Οπότε, προς τι οι ντροπές;

        4. Αναρωτιέται (ρητορικά) ο ΑΣ «πώς καθιερώθηκε […] η επίσημη εορτή και για ποιους λόγους;». Μα αυτό το ερώτημα δεν στέκει σε καμία εκδοχή του, ούτε ακόμα και στη ρητορική. Εκτός τού ότι είναι κάτι μάλλον αυτονόητο, έχει ήδη απαντηθεί σε αδρές γραμμές από το αρχικό μου σχόλιο: «[Η] 25η Μαρτίου είχε όντως προγραμματιστεί ως η ημέρα έναρξης της επανάστασης στην Πελοπόννησο, για προφανείς λόγους συμβολισμού που θα εμφάνιζαν τον αγώνα της απελευθέρωσης ως θέλημα Θεού.» (και μπορώ να συμπληρώσω τώρα ότι η επιλογή τής συγκεκριμένης ημερομηνίας επιστράτευε το ενοποιητικό στοιχείο τής χριστιανικής θρησκείας για να συσπειρώσει στην ιδέα τής επανάστασης πληθυσμούς διαφορετικών εθνοτικών καταγωγών). Πάνω εκεί «πάτησε» το διάταγμα του Όθωνα. Αλλά εδώ πρέπει να πούμε χωρίς «ναι μεν αλλά» ότι την ιδέα για το πότε θα πρέπει το (νέο)ελληνικό έθνος να γιορτάζει επίσημα την απελευθέρωσή του την είχαν ήδη σπείρει ασύνειδα οι επαναστάτες, όταν έπαιρναν την απόφαση να ξεσηκωθούν ανήμερα του Ευαγγελισμού· το επιτελείο τού Όθωνα δεν είχε παρά να τη διακρίνει και να κάνει τη συγκομιδή (τα κατάφερε, αλλά η πολιτική σκέψη πίσω από την επιλογή τής ημερομηνίας είναι αμιγώς ελληνική). Αναρωτιέται, πάλι ρητορικά, ο ΑΣ: «Και γιατί να γιορτάζουμε ένα σχεδιασμό που απέτυχε αντί για την πραγματικότητα;» Η απάντηση είναι απλούστατη και θεμελιωμένη απόλυτα στην ορθή πολιτική σκέψη (φυσικά και ο ΑΣ την ξέρει την απάντηση, αλίμονο· τον ενοχλεί, όμως, επειδή η σκέψη που βρίσκεται πίσω της εξυπηρετεί μια ιδέα που του είναι ανυπόφορη και στα δύο σκέλη της: την ιδέα τού α) εθνικού και, β), του κράτους):

        Μπορεί η επανάσταση να είχε πλέον συντελεστεί και να είχε επιτευχθεί ο στόχος της έστω και κολοβός (η ίδρυση ακριβώς ανεξάρτητου εθνικού κράτους), αλλά η ανάγκη στερέωσής του κατά προτεραιότητα μέσω τής ενοποίησης του πληθυσμού παρέμενε ακέραιη –μάλλον αναδυόταν πιο επιτακτική, θα μπορούσε να παρατηρήσει εδώ κάποιος και θα είχε δίκιο.

        5. Αναρωτιέμαι, όμως, κι εγώ με τη σειρά μου (και με όλα τα δίκια τού κόσμου με το μέρος μου):

        Ποια είναι η ανάγκη που κάνει τον αρθρογράφο να φωνάζει (αυτό εκφράζουν στην ιδιόλεκτο των διαδικτυακών συζητήσεων τα κεφαλαία: ΦΩΝΗ) ότι η καθιέρωση της «καταραμένης» ημέρας ως εθνικής εορτής έγινε «ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ»; Είναι δυνατόν το μένος του εναντίον τής ιδέας τών εθνικών συγκροτήσεων (όπου βέβαια 1 «προνομιακός» στόχος είναι πάντα η ελληνική εθνική συγκρότηση) να τον τυφλώνει τόσο ώστε να μην συνειδητοποιεί ότι με αυτήν την έμφαση κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ως αφελής; Δηλαδή, η 1η Μαΐου πότε καθιερώθηκε ως η ημέρα τής παγκόσμιας εργατικής τάξης; ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ;

        Σύνοψη

        Ήδη το έχω γράψει: ο Αλέξανδρος Σχισμένος ανήκει στην κατηγορία τών αντισυστημικών (ας μην μιλήσουμε καλύτερα για Αριστερά γιατί θα μπλέξουμε: η ίδια η Αριστερά δεν ξέρει τι είναι αυτό που την κάνει Αριστερά σήμερα…) που θεωρούν ότι ο δρόμος προς την απελευθέρωση, όπως κι αν την εννοεί ο καθένας αυτής τής κατηγορίας, περνάει μέσα από την κατεδάφιση της ιδέας που θέλει την παγκόσμια κοινότητα να συγκροτείται σε εθνικά κράτη. Όσο κι αν η πλάνη του είναι μεγάλη, έχει κάθε δικαίωμα σε αυτήν. Απλώς, σκέπτομαι, ότι δεν είναι ανάγκη να «κλέβει» στο διάλογο με εκείνους που διαφωνούν μαζί του. Παρ’ όλο που η στρατηγική αυτή εξυπηρετεί όποιους έχουμε την άποψη ότι η Αριστερά πρέπει, επί τέλους και επί ποινή αφανισμού, να μάθει να κολυμπάει στην εθνική ιδέα σαν ψαράκι στο νερό (πηγαίνοντας πάντα εκεί που θέλει αυτή να πάει κι όχι το ρεύμα), γιατί αποκαλύπτει τη γύμνια τής αντι-εθνικής παράταξης, η ευθύτητα και εντιμότητα με τις οποίες προσωπικά θέλω να αντιμετωπίζω τη διαφωνία μού επιβάλλει να του το επισημάνω αυτό. Κι ας το πετάξει.

        ΥΓ Ας μου επιτρέψει ο Αλέξανδρος Σχισμένος μια ακόμα διόρθωση και μια επισήμανση.

        Η διόρθωση: Δεν είμαι «ανώνυμος σχολιαστής». Είμαι ψευδώνυμος. Και, εκτός άλλων, η ψευδωνυμική μου ταυτότητα μου επιτρέπει να δηλώνω πολιτικά στοιχεία που ένα πραγματικό όνομα τύπου Τάδε Ταδόπουλος ή Δείνα Δεινόγλου (ή και Αλέξανδρος Σχισμένος, καλή ώρα) δεν μπορεί να συνδηλώσει.

        Η επισήμανση: Ήδη τού έχω αναγνωρίσει την υπεροχή κοτζαμάν διδακτορικού τίτλου. Τι ανάγκη έχει από την «υπεροχή» που προσδίδει στο δημόσιο λόγο του η υπογραφή με τα πραγματικά στοιχεία του; Τόση ανάγκη πια «υπεροχής»; Εντάξει, να βοηθήσω: μικρός σκότωνα μυρμήγκια, στο Λύκειο έχω κάνει ψιλοχουλιγκάνος τών γηπέδων και κάποια στιγμή έπαψε να μου αρέσει το σκάκι και το έριξα στην πόκα….

Αφήστε ένα σχόλιο

17 − 10 =