Διαχείριση της πανδημίας: Ένα δυστοπικό σκάκι πολιτειακής ανευθυνότητας, εργαλειοποίησης της κρίσης & κοινωνικού περιορισμού

0

Κατερίνα Γεωργαντζίκη

Πλέον οι «ευθύνες στους γιατρούς για τους θανάτους εκτός ΜΕΘ», σύμφωνα με πρόσφατη δήλωση του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, Βασίλη Κοντοζαμάνη. Πέφτω από τα σύννεφα; Όχι. Όμως, θα ήθελα να δω εάν αυτή η χυδαιότητα αποτελεί κοινό τόπο, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, και στις υπόλοιπες «αναπτυγμένες» Δυτικές χώρες (εντός Ευρώπης, για αρχή). Όσα βιώνουμε, οι πολιτικές διαχείρισης της πανδημίας κ.ο.κ., υπαγορεύονται, μεν, από μία κοινή ευρωπαϊκή γραμμή με κύριο άξονα το λεγόμενο «μικρότερο δυνατό οικονομικό κόστος» για τις κυβερνήσεις, «προοδευτικές» ή μη, με διαφοροποιήσεις, δε.

Γενικά μιλώντας, στα καπιταλιστικά κράτη, προτεραιότητα των ιθυνόντων είναι η μεγαλύτερη δυνατή διασφάλιση της υπάρχουσας κατάστασης βάσει κοινωνικο-οικονομικών σκοπιμοτήτων, κατά το πρόταγμα των οποίων η ενσώματη παρουσία στον δημόσιο χώρο ή η διάσωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (χωρίς να κάνουμε λόγο για «ξεχασμένους» τομείς όπως, λόγου χάριν, ο Πολιτισμός) δεν εξυπηρετούν σε τίποτα, παρά ορθώνουν μία αχρείαστη τροχοπέδη ενάντια σε μία προδιαγεγραμμένη, εν πολλοίς, πορεία χάραξης πολιτικής.

Σε περιόδους κρίσης, το κεφαλαιοκρατικό σύστημα βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να αναμετρηθεί με τα όριά του, με στόχο να διατηρήσει τον εαυτό του αλώβητο –αν όχι πιο ενδυναμωμένο–, στο μέτρο του εφικτού, μπροστά στον κίνδυνο αποσύνθεσής του από την εξωτερική απειλή – δημιούργημα και απόρροια του ίδιου και του τρόπου λειτουργίας του καθαυτόν. Η πραγμάτωση στην πράξη αυτής της λογικής, με βάση την οποία η κοινωνική πρόνοια έρχεται σε δεύτερη μοίρα, βλέπουμε να κοστίζει πλήθος ανθρώπινων ζωών, χωρίς αυτό να καθίσταται αντιληπτό εκ πρώτης όψεως.

Καθόσον, παραδείγματος χάριν, υπάρχει αυτή τη στιγμή έλλειψη σε διαθέσιμα εμβόλια, τα ευρωπαϊκά κράτη είτε τελούν σε καθεστώς αναμονής, προφασιζόμενα τα συμβόλαια που έχουν υπογράψει με τις εταιρείες παραγωγής των εμβολίων, είτε προχωρούν σε διμερείς συμφωνίες μαζί τους, κατά παράβαση της κεντρικής συμφωνίας των Βρυξελλών. Σε κάθε περίπτωση, καταλήγουν –τουλάχιστον, μέχρι σήμερα– να προκρίνουν «προσφορότερους» τρόπους παράκαμψης του προβλήματος, όπως το συνεχιζόμενο lockdown – για να μην μνημονεύσουμε τον παραγκωνισμένο «Παγκόσμιο Νότο», όπου η δίκαιη διανομή του εμβολίου εξαρτάται από την «καλή θέληση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή τη χορήγηση του μεγαλύτερου ποσοστού των δόσεων σε συγκεκριμένες χώρες, όπως μόλις χθες αποκαλύφθηκε.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάλυσης, με ενδιαφέρει ο προσδιορισμός του βαθμού διαφοροποίησης, που ανέφερα προηγουμένως, καθώς και το ηθικό σκέλος του τρόπου επικοινώνησης των εκάστοτε πολιτικών αποφάσεων· παράγοντες που μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη βελτίωση (από ψυχολογική και πρακτική σκοπιά) του εδώ και του τώρα της καθεμιάς και του καθενός από εμάς.

Αναφορικά με την ελληνική πραγματικότητα, οι απόψεις που, κατά καιρούς, εκφέρονται, και που αφορούν την εγκαθίδρυση πρακτικών όπως η τηλεκπαίδευση ή την πραγματοποίηση οικονομικών αναδιαρθρώσεων μεγάλης έκτασης (βλ. π.χ. τα περί Έκθεσης Πισσαρίδη), καλό θα ήταν να εξεταστούν προσεκτικά ως προς την επικείμενη εφαρμογή τους στην πράξη, καθότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα συστήσουν την παγίωση μιας δραματικής συνθήκης ρήξης με τους, μέχρι πρότινος, ισχύοντες όρους διαμόρφωσης της καθημερινότητάς μας, με ανυπολόγιστες καταστροφικές συνέπειες για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του κοινωνικού συνόλου.

Το «κράτος δικαίου», που επικαλούνται πολλές και πολλοί, η «ισονομία» –η οποία, εν προκειμένω, έχει να κάνει με μια πρόχειρη και βιαστική λήψη έκτακτων μέτρων αμφιβόλου (ή και παντελούς έλλειψης), σύμφωνα με μια πληθώρα νομικών επιστημόνων, νομικής εγκυρότητας (π.χ. το δικαίωμα του συναθροίζεσθαι)–, προφανώς και καταλύεται, από τη στιγμή που τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται επιλεκτικά, με γνώμονα την ισχύ συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού και τη συνακόλουθη αποκόμιση προνομίων, ως αποτέλεσμα της προσπάθειας εξασφάλισης της εύνοιάς τους (βλ. Εκκλησία, Αστυνομία, μεγαλοεπιχειρηματίες κ.λπ.) Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι οι εκάστοτε νόμοι δεν εμφορούνται απαραιτήτως από το «αίσθημα δικαιοσύνης», παρά, όπως έλεγε ο Μαρξ, αντικατοπτρίζουν τις προϋποθέσεις και τους όρους ύπαρξης της αστικής κοινωνίας, όπως αυτή έχει εξελιχθεί εδώ και πάνω από δύο αιώνες.

Παρά ταύτα, ιδίως από το ξεκίνημα του δεύτερου lockdown και έπειτα, παρατηρούμε να συντελείται στη χώρα μας, με πρόσχημα την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», ένας παροξυσμός αλόγιστης επιβολής περιοριστικών δεσμεύσεων (π.χ. η απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 21:00, η χρήση μάσκας στο αυτοκίνητο, όταν οι –μόλις δύο– επιβαίνοντες δεν είναι συγγενείς πρώτου βαθμού, οι βεβαιώσεις μετακίνησης ή τα sms κ.ο.κ.)· δεσμεύσεις που τροποποιούνται από βδομάδα σε βδομάδα, τη στιγμή που βασικοί κλάδοι της οικονομίας συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά χωρίς τα προβλεπόμενα μέτρα προφύλαξης για τους εργαζόμενους – οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, εξακολουθούν να συνωστίζονται στα ΜΜΜ. Όλα αυτά συνεπάγονται την αύξηση των κρουσμάτων, και δη, σε βιομηχανικές περιοχές (για παράδειγμα, στη Δυτική Αττική), την περαιτέρω αυστηροποίηση των μέτρων και τη διαιώνιση ενός φαύλου κύκλου ανευθυνότητας από πλευράς των εντεταλμένων για την προστασία μας οργάνων, που λαμβάνει τη μορφή της καταδυνάστευσής μας, εγείροντας, εντέλει, σοβαρό ζήτημα νομιμοποίησης της «νομιμότητάς» τους.

Συνεπώς, το ερώτημα που επανέρχεται είναι «τι κάνουμε επί του παρόντος». Υπό την προϋπόθεση ότι συμφωνούμε στην ωφελιμότητα της ύπαρξης κράτους δικαίου, και δεδομένου ότι η κατάσταση έχει πλέον ξεφύγει από τον έλεγχο της πολιτείας –δίχως αυτό να σημαίνει ότι χρειαζόμαστε ένα κράτος-Πατέρα για να μας επαναφέρει διαρκώς στην τάξη, αλλά ότι οι «επαΐοντες» δεν έλαβαν την παραμικρή μέριμνα ώστε να προλάβουν ή/και να ανακόψουν τη διασπορά–, θεωρώ ότι μέλημά μας θα πρέπει αρχικά να αποτελέσει η διεκδίκηση της μη-καταστολής. Η παρουσία των Ομάδων Δράσης, είτε στις πορείες –κάτι που συμβαίνει επανειλημμένως, με τις χθεσινές εικόνες να είναι ακόμη νωπές είτε έξω από τις εκκλησίες, συνιστά θλιβερό γεγονός, το λιγότερο. Ωστόσο, εφόσον επιτράπηκαν οι συναθροίσεις στις τελευταίες, θέτοντας, κατά την άποψη πολλών αρμόδιων επιστημόνων, τη δημόσια υγεία σε πρόδηλο κίνδυνο, είναι ανάγκη, όπως πολύ σωστά υποστήριξε η δικηγορική παράταξη «Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή» σε πρόσφατη ανακοίνωσή της, να αμφισβητηθούν δικαστικά όλα τα καταχρηστικά πρόστιμα που επιβλήθηκαν αδίκως στις 17 Νοέμβρη και στις 6 Δεκέμβρη – ως ελάχιστη κίνηση μιας κάποιας αποκατάστασης της δικαιοσύνης.

Σε ανάλογο πλαίσιο, μπορούν οι νομικοί επιστήμονες να αποφανθούν σχετικά με την αναγκαιότητα (ή μη) απόδοσης ποινικών ευθυνών έναντι εκείνων των κυβερνητικών στελεχών που, σύμφωνα με δημόσιες τοποθετήσεις τους, ανέβαλαν την έναρξη της καραντίνας τον περασμένο Οκτώβρη για λόγους ξένους προς την προστασία της δημόσιας υγείας (βλ. τη δήλωση του Αδώνιδος Γεωργιάδη περί «σεβασμού στην παράδοση και την Ορθοδοξία»), προκαλώντας έξαρση της πανδημίας και, κατ’ επέκταση, μαζικές απώλειες συνανθρώπων μας στη Θεσσαλονίκη. Κάτι τέτοιο διαβάζω ότι έχει ήδη δρομολογηθεί, κατόπιν καταγγελίας του πνευμονολόγου και διευθυντή της Β΄ ΜΕΘ του Νοσοκομείου «Παπανικολάου», Νίκου Καπραβέλου. Επομένως, αναμένουμε…

[Κάνοντας μία μικρή παρένθεση, θα ήθελα, στο σημείο αυτό, να προσθέσω ότι δεν τάσσομαι υπέρ της λύσης του «σκληρού lockdown», πόσω μάλλον όταν τίθεται ζήτημα μεροληπτικής εφαρμογής του βάσει συμφεροντολογικών κριτηρίων, όπως αυτά σκιαγραφήθηκαν αδρομερώς παραπάνω. Ωστόσο, δεδομένης της προκλητικής απουσίας προληπτικών ενεργειών εκ των άνωθεν, το λιγότερο που θα περιμέναμε θα ήταν η, έστω και εκ των υστέρων, εξορθολογισμένη θέσπιση περιοριστικών μέτρων, σε συνάρτηση με την αλλαγή στάσης της πολιτείας ως προς τις κατασταλτικές της τακτικές (φερειπείν, την επιβολή προστίμων σε πολίτες που καπνίζουν έξω μόνοι τους, την προσαγωγή ιδιοκτήτη καφενείου σε ένα μικρό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, επειδή ήταν ανοιχτό με τρεις-τέσσερις θαμώνες κ.ά., με τον μακρύ κατάλογο του παραλογισμού να μην μπορεί να εξαντληθεί εδώ), που θα ισχύουν για όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως, παράλληλα με την αξίωση πλήρους διαφάνειας στα τρέχοντα επιδημιολογικά στοιχεία, τα πρακτικά των συνεδριάσεων των επιτροπών κ.λπ. (βλ. σχετικά και εδώ). Μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν οι ιθύνοντες να μας έχουν δίπλα τους και όχι απέναντί τους, αρωγούς σε μία κοινή προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης.]

Όσον αφορά, τέλος, αυτό το τόσο πολυκαιρισμένο, όσο και άστοχο, αφήγημα της «ατομικής ευθύνης», πέραν αυτής που η πλειονότητα της κοινωνίας επιδεικνύει ούτως ή άλλως από την αρχή της πανδημίας, και παρά την ψυχολογική (και όχι μόνο) κόπωσή της εξαιτίας της προφανούς δυστοκίας και ανικανότητας της πολιτείας στη λήψη αποφάσεων και ουσιαστικών μέτρων προστασίας, το μόνο που (μας) απομένει είναι η κοφτερή σκέψη και η εμμενής άσκηση κριτικής και πίεσης, προκειμένου να αμβλύνουμε έμπρακτα αυτή την αίσθηση αδικίας και ανισότητας απέναντι στον εμπαιγμό και την (ενδεχόμενη) μεγιστοποίηση της απειλής για τη ζωή μας. Η επαναλαμβανόμενη έκθεσή μας σε μία σωρεία κυβερνητικών λαθών (π.χ. η επαναλειτουργία των σχολείων δίχως κανέναν στρατηγικό σχεδιασμό, η παράκαμψη των εισηγήσεων της διορισμένης από την ίδια [την πολιτεία] Επιτροπής των Λοιμωξιολόγων – με όλες τις ενστάσεις που μπορούν, και πρέπει, εύλογα να διατυπωθούν σχετικά με την αμεροληψία της και τη σύνταξή της με τις επιταγές των εντολέων της, ως προς τη στήριξη των πολιτικών επιλογών τους) δεν μας αφήνει καμία άλλη εναλλακτική· πολλώ, δε, μάλλον, όταν η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων των τελευταίων, αντί να στρέφεται προς την αναχαίτιση της ιλιγγιώδους πορείας του θανάτου, επικεντρώνεται στην περαιτέρω περιστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών διά της υβριστικής προώθησης νομοσχεδίων, όπως αυτό για την ανώτατη εκπαίδευση.

Η εμπειρία έχει δείξει ότι μια τέτοια στάση μπορεί, μεν, να μην επιφέρει τη δομική κοινωνική αλλαγή, που κάποιες και κάποιοι από εμάς επιθυμούν –για την οποία απαιτείται, άλλωστε, πολλή και μακρόχρονη δουλειά–, εντούτοις, δύναται βραχυπρόθεσμα να έχει θετική επίδραση στις συνθήκες διαβίωσής μας, έστω και εν μέσω περιορισμού.

Σε αντίθεση, λοιπόν, με την παραπάνω εικαστική αποτύπωση της παγίδευσης και της εξάρθρωσης οποιασδήποτε ευοίωνης προοπτικής (βλ. την κεντρική εικόνα με τον πίνακα της Kay Sage), ας ελπίσουμε, αναλαμβάνοντας δράση, ότι το αύριο ίσως και να αντιβαίνει σε ένα τέτοιο «ποτέ».


Εικόνα: Kay Sage, «Tomorrow is Never», 1955

Αφήστε ένα σχόλιο

9 + 16 =