Καθημερινή ομιλία & οντολογική στροφή ή οι δυνατότητες σήμερα

2

Γιάννης Περπερίδης

«Ε ναι, έτσι είναι, τι να γίνει τώρα…» Μία φράση που διέπει ως άκουσμα την ανατροφή μου και η οποία με στοιχειώνει κατά καιρούς. Πού αναφέρεται όμως; Ας δώσω ένα παράδειγμα εφαρμογής της:

– Έλεος, ρε φίλε, ο τάδε πολιτικός έκανε την χ πράξη. Είναι αδικία για τον χ και ψ λόγο.
– Ε ναι, εντάξει, τι να κάνουμε τώρα, έτσι είναι ο κόσμος.

Η απάντηση κάθε φορά συνεχίζει με τα γνωστά μοτίβα της αδυναμίας πράξης και πως το μόνο που έχει νόημα είναι η προσωπική μας ανέλιξη «κι ας είναι στην εξουσία όποιος να ‘ναι».

Αυτή η αφελής πολιτική οπτική είναι συνήθης στους συνανθρώπους μας σήμερα, δυστυχώς. Το χειρότερο, ωστόσο, είναι πως αυτή η πολιτική οπτική καμουφλάρεται ως μη πολιτική και ως τέτοια προωθείται από πολλούς μηχανισμούς.

«Δεν είναι άλλωστε πολιτική συζήτηση όταν μιλάω για το δικό μου εισόδημα και για τις επιλογές που θα κάνω ως προς την εργασία μου, το σπίτι που θέλω να νοικιάσω/αγοράσω και άλλα πολλά προσωπικά μου ζητήματα που αφορούν μόνο εμένα και κανέναν άλλο, σωστά; Εφόσον δεν ασχολούμαι με τους πολιτικούς και με ζητήματα που συζητούν στη Βουλή και εφόσον δεν μιλάω για αριστερά, δεξιά, κέντρο ή οτιδήποτε άλλο, δεν εισέρχομαι σε χωράφια της πολιτικής. Άλλωστε δεν τα καταλαβαίνω και πολύ καλά, οκ, οι πολιτικοί είναι εκεί που είναι για να κάνουν αυτή τη δουλειά, εγώ κάνω άλλη δουλειά. Αλλά έτσι κι αλλιώς, αυτή είναι η άποψή μου, σαφώς, δεν θα πείσω κανέναν για την άποψή του, ο καθένας μπορεί να έχει την άποψή του, αυτό είναι και η δημοκρατία άλλωστε. Δεν θα κάτσω να ασχοληθώ με την άποψη του άλλου, τι με ενδιαφέρει, δεν πρόκειται να πείσω κανέναν για τίποτε, έχω την άποψή μου και εσύ τη δική σου, θα εκθέσει ο καθένας την άποψή του και όλα καλά, συμφωνούμε ότι διαφωνούμε».

Πράγματι, το να θεωρεί κανείς πως ο καθένας έχει την άποψή του και σιγά μην κάτσουμε να ασχοληθούμε με την άποψη του άλλου δεν έχει ρητή πολιτική χροιά, δεν μιλάς για τον Τσίπρα ή τον Μητσοτάκη, και δεν θες να μιλήσεις κιόλας. Μιλάς για κάτι πολύ προσωπικό σου και βέβαια χωρίς να θες να πείσεις κανέναν για τίποτε αλλά μονάχα εκφράζεις την άποψή σου και τέλος, μετά συνεχίζεται η ζωή σου κανονικά και η οποιαδήποτε συζήτηση με τον οποιονδήποτε δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία ευκαιρία να πεις τι σκέφτεσαι και, χωρίς κανένα απολύτως νόημα, να ακούσεις (ή μπορεί και να μην ακούς καν) τι σκέφτεται ο άλλος. Κάθε αφορμή για συζήτηση, δηλαδή, αποτελεί ουσιαστικά αφορμή για μονόλογο. Η δημοκρατία συνίσταται στο να μην μπορεί κανείς να περιορίσει ή να απαγορέψει τον μονόλογό σου.

Πράγματι, όλα τα παραπάνω ακούγονται πολύ όμορφα, ωστόσο φανερώνουν τον τύπο ανθρώπου που τις εκφράζει: κάποιος ο οποίος κλεισμένος στη φούσκα της φαντασίωσής του, αποκομμένος από τον κόσμο, δίχως γνώσεις και ενδιαφέρον για την πραγματικότητα «εκεί έξω», που έχει μία θεσούλα κάπου, η οποία (προς στιγμήν) μοιάζει προστατευμένη και που το μόνο που απομένει, πλέον, ως προς τις συναναστροφές του με τον κόσμο είναι να εκφράζει τον προσωπικό του μονόλογο και να ακούει τους μονολόγους των άλλων δίχως να δίνει και πολλή σημασία (εκτός κι αν είναι του περίγυρού του τον οποίο σέβεται και εκτιμά και συνήθως ομοιάζουν πάνω κάτω με τις απόψεις του).

Δυστυχώς μεγάλο μέρος του πληθυσμού μπορεί να ταυτιστεί (υπόρρητα πάντοτε) με την ανωτέρω περιγραφή. Και αυτό το μέρος του πληθυσμού θα έσπευδε τάχιστα να απαντήσει σε κάθε μου αντίρρηση πως εγώ δεν έχω ζήσει τον κόσμο, κλεισμένος στα βιβλία μου, ένας επαναστάτης του καναπέ που δεν έχει βγει στην αγορά εργασίας και που για την ώρα καλά τα λέει αλλά είναι μέχρι να βιώσει τον πραγματικό κόσμο (της αγοράς εργασίας, του πιεστικού αφεντικού και άλλων πολλών, τα οποία ήδη ένας υποψήφιος διδάκτωρ με βλέψεις βιώνει με διαφορετικές ονομασίες τα τελευταία χρόνια). Ωστόσο το παρόν κείμενο δεν αποτελεί κάποιας μορφής έκφραση του προσωπικού μου ασυνειδήτου, αλλά χρειαζόταν αυτή η εισαγωγή για να κατανοήσουμε κάπως τον κυρίαρχο τύπο ανθρώπου σήμερα.

Ας στραφούμε και πάλι στο κυρίως θέμα, για το οποίο επιθυμώ να μιλήσω σε αυτό το κείμενο: την αποπολιτικοποιημένη οπτική της προσωπικής έκφρασης του «δικού μου» μονολόγου. Κάθε άποψη αποτελεί άποψη για τον κόσμο και την πραγματικότητα. Θα αναρωτηθεί κανείς ευθύς αμέσως «δηλαδή το ότι πεινάω, ή το ότι μου αρέσει το χ πράγμα, αποτελεί άποψη για τον κόσμο;» «Ναι» θα απαντήσω εγώ. Ίσως το ότι πεινάει κάποιος να αποτελεί περισσότερο έκφραση ενός βιολογικού του ενστίκτου, ωστόσο το τι θα φάει και το πότε θα το φάει αποτελεί, πράγματι, άποψη για τον κόσμο. Και ως εκ τούτου, αποτελεί πολιτική (αφήνω σε άλλους το διαχωρισμό μεταξύ των προτάσεων σε είδη και κατηγορίες, όπως επίσης αφήνω σε άλλους ή σε άλλη φορά την ανάλυση της σχέσης μεταξύ ατόμου και κοινωνίας λόγω της έκτασης που χρειάζεται αυτό το ζήτημα).

Κάθε άποψη λοιπόν αποτελεί άποψη για τον κόσμο, ακριβώς διότι κάθε άποψη στηρίζεται και στηρίζει μία οντολογία του κόσμου, ή αλλιώς μία οντοϊστορία του κόσμου, ή αλλιώς, την εκάστοτε θεώρηση για το τι είναι ο κόσμος. Θα χρησιμοποιήσω για τη συνέχεια του κειμένου ένα πολύ όμορφο παράδειγμα (μία μεταφορά) από ένα βιβλίο που μεταφράζω αυτό τον καιρό για να εξηγήσω σε γενικές γραμμές τι σημαίνει οντολογία. Οι ψαράδες των οποίων τα δίχτυα έχουν τρύπες διαμέτρου 2 εκατοστών και που ποτέ στη ζωή τους δεν έχουν δει ψάρι μικρότερο των 2 εκατοστών (καθώς ποτέ δεν πιάστηκε τέτοιο στα δίχτυα τους) έχουν δομήσει μία πραγματικότητα πάνω στην αρχή ότι δεν υπάρχουν ψάρια μικρότερα των 2 εκατοστών. Κάθε τους άποψη, κάθε τους επιθυμία, κάθε τους ιδέα βασίζεται σε αυτή την αρχή. Και από την άλλη, αυτή η αρχή νομιμοποιείται μέσω κάθε τους ιδέας, κάθε τους επιθυμίας και κάθε τους άποψης.

Κατά την καθημερινή ανταλλαγή απόψεων, ενισχύεται η οντολογική αρχή στην οποία βασίζεται η εκάστοτε άποψη. Με άλλα λόγια, η εκάστοτε οντολογικές αρχές επιτρέπουν κάποιες μορφές απόψεων, ιδεών και κοσμοαντιλήψεων, και με τη σειρά τους αυτές οι απόψεις και οι κοσμοαντιλήψεις επιβεβαιώνουν και ενισχύουν τις οντολογικές αρχές. Εγώ, προσωπικά, το κατανοώ στο μυαλό μου σαν το hardware του υπολογιστή που μπορεί να «σηκώσει» συγκεκριμένα παιχνίδια. Άλλα παιχνίδια μπορεί να σηκώσει ο επεξεργαστής i3 άλλα ο i7 (απλουστευμένη προσωπική μου κατανόηση του ζητήματος).

Πού κολλάει όμως η συζήτηση περί οντολογίας στο πολύ πρακτικό ζήτημα της προσωπικής μου άποψης, η οποία είναι δική μου και δεν χρειάζεται να πείσω κανέναν γι’ αυτήν και αδιαφορώ και για τις απόψεις των άλλων; Κολλάει στο ότι η ίδια η ιδέα ότι οι απόψεις αποτελούν καθαρά προσωπική μας «δουλειά», και η συζήτηση αποτελεί απλώς έκφραση μονολόγων αποτελεί οντολογική αρχή και υποστηρίζει τη μορφή του κόσμου που βιώνουμε σήμερα. Το «άποψή μου – άποψή σου» και ο σχετικισμός που αυτό σημαίνει (ότι δηλαδή και εγώ έχω και δίκιο –για εμένα– και άδικο –για εσένα–) δημιουργείται και υποστηρίζει την οντολογία του φιλελεύθερου καπιταλισμού των ημερών μας. Άσχετα από το αν αυτό είναι καλό ή κακό (δεν κρίνω αυτό στο παρόν κείμενο), δεν «είναι έτσι». Ή τουλάχιστον, δεν είναι «μόνο» έτσι. Όπως φάνηκε παραπάνω, η πραγματικότητα που βιώνουμε κατασκευάζεται από εμάς μέσα από τη δημιουργία και την υποστήριξη, μέσω της καθημερινής μας διάδρασης, των οντολογικών αρχών μας. Έτσι, το να θεωρήσω ότι «έτσι είναι» ο κόσμος, ενώ εγώ τον έχω φτιάξει και συνεχίζω να τον φτιάχνω ακόμη και όταν λέω ότι «έτσι είναι» αποτελεί ένα ψεύδος.

Συνεπώς, εφόσον κάθε μου άποψη και κάθε μου έκφραση, δημιουργεί, ενισχύει, αποδυναμώνει και επιβεβαιώνει τις οντολογικές αρχές που στο σύνολό τους αποτελούν την ίδια την πραγματικότητα, τότε κάθε μου άποψη και έκφραση είναι πολιτική.

Μέσω των παραπάνω, η πολιτική υπεισέρχεται στο πεδίο της δικής μου (και σου και του, άρα, μας) καθημερινότητας. Δεν χρειάζεται να πει κανείς πως «ο χ πολιτικός πέρασε τον τάδε νόμο για τους πρόσφυγες, πώς σου φαίνεται;» και να ξεκινήσει μία «πολιτική συζήτηση». Αρκεί μονάχα ένα «οι μαύροι βρωμάνε» και η απάντηση «πράγματι, ναι» ή «όχι, δεν το νομίζω». Αυτές οι δύο απαντήσεις αντανακλούν και διαφορετικές οντολογικές αρχές καθώς και διαφορετικές πρακτικές προεκτάσεις. Διαμορφώνουν τον κόσμο στον οποίο ζούμε και έτσι, αποτελούν πολιτική. Το να θεωρήσω τις γυναίκες στην Αργεντινή που πρόσφατα κατάφεραν μέσω των διεκδικήσεών τους στους δρόμους να είναι νόμιμη η έκτρωση ως «αναρχοάπλυτες φεμινίστριες μάγισσες» ή άνεργες που τις ταΐζει ο μπαμπάκας ή φοιτήτριες που ήθελαν χωρίς κόπο να πάρουν πτυχίο διαμορφώνει έναν διαφορετικό κόσμο από το να τις θεωρήσω ως ανθρώπους που παλεύουν για κάποιο δικαίωμα στο σώμα τους. Η Χρυσή Αυγή δεν καταδικάστηκε μονάχα από το δικαστήριο. Από αυτό βγήκε η τελική ετυμηγορία. Η Χρυσή Αυγή καταδικάστηκε από τους χιλιάδες που μαζεύτηκαν έξω από το Εφετείο στις 7 Οκτωβρίου του 2020· καταδικάστηκε από τους δημοσιογράφους του omniatv που για 5 χρόνια κάλυψαν τη δίκη με κίνδυνο πολλές φορές της ζωής τους και μετέφεραν όλες τις πληροφορίες που κανένα κανάλι δεν μετέφερε· καταδικάστηκε από όλες τις πορείες και τις καταλήψεις εναντίον του φασισμού· καταδικάστηκε από όλες τις συζητήσεις που εγώ προσωπικά έκανα όπου στάθηκα και βρέθηκα και άκουσα οτιδήποτε σχετιζόταν έστω και υπόρρητα με τον φασισμό και από όλες τις ομιλίες και τα άρθρα που έγραψα στα οποία καταδίκασα τέτοιες απόψεις και πρακτικές· καταδικάστηκε από τους καθηγητές μου που έκαναν μάθημα για τον φασισμό και τον αφόπλιζαν· καταδικάστηκε από εμένα, από εσένα, από όλους μας που συζητούσαμε οτιδήποτε είχε σχέση με ελευθερία του λόγου, ισότητα, έμφυλα ζητήματα και πολλά άλλα ζητήματα που ανέκυπταν στην καθημερινότητα, χωρίς καμία ρητή αναφορά ούτε στη Χρυσή αυγή ούτε στην «πολιτική».

Κάθε συζήτηση με την κοπέλα μου για τις ξεπερασμένες (ότι δηλαδή αντανακλούν οντολογικές αρχές άλλης εποχής) απόψεις που αυτή βιώνει στο χωριό· κάθε συζήτηση με τους φίλους μου ή τους συνεργάτες μου που αμφισβητεί τις ισχύουσες, για την ώρα, αρχές της πραγματικότητας, διαμορφώνει έναν δικαιότερο κόσμο. Μπορεί και έναν πιο άδικο, ωστόσο. Σε κάθε περίπτωση διαμορφώνει έναν μεταβλητό κόσμο. Έναν κόσμο που αλλάζει, και εφόσον αλλάζει, οι αδικημένοι μπορούν πάντα να ελπίζουν. Όλοι μας αποτελούν τον επεξεργαστή του υπολογιστή, και τον υπολογιστή τον ίδιο. Εμείς διαμορφώνουμε το i3 ή το i7 και ζούμε σε αυτό. Και αυτή η διαμόρφωση λαμβάνει χώρα στην κάθε μας συζήτηση. Ακόμη και η ιδέα του σχετικισμού «άποψή μου – άποψή σου» διαμορφώνει έναν κόσμο στον οποίο η Χρυσή Αυγή δεν θα έπρεπε να μπει φυλακή. Ωστόσο, φάνηκε πως αυτή η άποψη (που είναι πολύ σημαντική για τον φιλελεύθερο καπιταλισμό σήμερα) δεν είναι η κυρίαρχη, ευτυχώς.

Κάθε πορεία, κάθε κίνημα (ή κίνηση), κάθε αντίδραση, αποτελεί συμβολική πίεση ως προς το νόημα που διακυβεύεται. Και αυτά τα νοήματα τα κατασκευάζουμε όλοι μαζί. Και αυτή η παρέμβαση στα νοήματα πίσω από κάθε πράξη και άποψη είναι το δημοκρατικότερο δικαίωμα (και υποχρέωση) που έχουμε σήμερα. Και αποτελεί το δημοκρατικότερο διότι εδράζεται σε όλους μας, και στους υπέρ και στους κατά σε μία πράξη ή σε ένα νόημα. Κανένας ειδικός, όσα πτυχία μορφολογίας του εδάφους και τεχνολογιών ύδρευσης κι αν έχει δεν μπορεί να κρίνει μόνος του το κατά πόσον χρειάζεται χλωριωτής στην Κρύα Βρύση των Σταγιατών. Αυτό δεν αποτελεί εκμηδένιση ή οπισθοδρομική απόρριψη των νέων τεχνολογικών στη βάση μιας παλιάς καλής ζωής χωρίς τεχνολογία, αλλά αντιθέτως, κατανόηση αφενός, πως η τεχνολογία δεν αποτελεί μία ουδέτερη, ακραία ορθολογική πρακτική τα αποτελέσματα της οποίας έχουν καθολική εφαρμογή και αφετέρου πως υφίστανται ακόμη κοινωνικοί δρώντες που μπορούν με πιέσεις να επηρεάσουν τον τεχνολογικό σχεδιασμό και την τεχνολογική εφαρμογή (αν μη τι άλλο, και οι επιστήμονες που συνάγουν τα αποτελέσματα υπέρ της ιδέας της απόρριψης της οικολογικής καταστροφής, φτάνουν σε αυτά μέσω ορθολογικής οδού και δεν αποτελούν τίποτε σπηλαιανθρώπους, επομένως που είναι η οικουμενικότητα και ουδετερότητα της επιστήμης όταν επίσης επιστήμονες με ορθολογικές οδούς καταλήγουν στην ύπαρξη της οικολογικής καταστροφής;)

Πώς όμως να θεωρηθεί δημοκρατική η ιδέα της επιρροής που μπορεί να ασκήσει κανείς στον επιστήμονα καθορίζοντας τα αποτελέσματα που συνάγει και τους σχεδιασμούς που δημιουργεί αν επικρατεί η ιδέα ότι η «άποψή μου – άποψή σου»; Ένας κόσμος που επικρατεί η εσφαλμένη ιδέα πως ο καθένας έχει την άποψή του και κανείς δεν επηρεάζει ή επηρεάζεται, αποτελεί έναν κόσμο τεχνοκρατών, ειδικών, και ανελευθερίας. Όχι της ανελευθερίας ότι και καλά δεν θα μπορούμε να επιλέξουμε την κολόνια που θέλουμε, το περιοδικό που θέλουμε, του καναλιού που θέλουμε και του φαγητού που θέλουμε, αυτά είναι επιφανειακές ελευθερίες και δεν θα σταματήσουν ποτέ να υφίστανται· αλλά της ανελευθερίας ότι δεν θα έχουμε απολύτως καμία δυνατότητα μεσολάβησης και εφόσον ενδιαφερόμαστε μόνο για την «άποψή μας» και την ανέλιξή μας, συνέπειες των οντολογικών αρχών που υποστηρίζουν και τον φιλελεύθερο καπιταλισμό των αγοραστικά αυτόνομων, αυθεντικών ατόμων και εταιριών δεν θα μας νοιάζει κιόλας.

Άλλωστε θα μπορώ και πάλι να επιλέξω να δω την αγαπημένη μου εκπομπή και να αγοράσω το σπίτι των ονείρων μου, αυτά δεν είναι τα πιο σημαντικά; Τέτοια άτομα τείνουν να θεωρούν ότι η εκάστοτε κυβέρνηση δεν αλλάζει και πολύ τα πράγματα και πως «όποιος και να είναι στην εξουσία δεν με ενδιαφέρει όσο εγώ μπορώ να ανελίσσομαι» αγνοώντας όλη την ανωτέρω πραγματικότητα πως η κοσμοαντίληψη διαμορφώνει τον κόσμο και τα αντικείμενα, τις σχέσεις και το γενικότερο δίκτυο που δημιουργούμε ως κοινωνία. Μία κοινωνία χωρίς αντίρρηση δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ανέλιξη κανενός και η αγνόηση αυτού του στοιχείου θα μας οδηγήσει σε πολλά δεινά. Το μόνο σίγουρο είναι πως κάποιος που δεν κατεβαίνει σε πορείες και στον δρόμο εν γένει, δεν ενδιαφέρεται για το αν μπορεί κανείς ή δεν μπορεί να τραβήξει βίντεο αστυνομικούς όταν αυτοί αυθαιρετούν βιαίως, ο γαλλικός λαός όμως, όλο τον Νοέμβρη και τον Δεκέμβρη, έδειξε πως ένας νόμος που θα απαγόρευε αυτού του είδους τη βιντεοσκόπηση δεν θα ήταν καταστροφικός μόνο για τη μερίδα του πληθυσμού που κατεβαίνει σε πορείες, αλλά για ολόκληρη την κοινωνία.

Μπορούμε να δώσουμε κι άλλα παραδείγματα αλλά θα ξεφύγουμε πολύ. Ποιο είναι το ουσιώδες που θα ήθελα να κρατήσει κανείς από αυτό το κείμενο; Μιλήστε! Συζητείστε! Επιχειρηματολογήστε! Η συζήτηση αποτελεί σύγκρουση κόσμων, δεν είναι απλώς αραδιασμένες απόψεις εξατομικευμένων ατόμων.

Ακόμη και αυτοί που έχουν κάποια θέση εργασίας, χρειάζονται τη γενικότερη κοινωνία για όλες τους τις δραστηριότητες. Κανείς δεν αποτελεί ξεκομμένο άτομο. Η ψυχανάλυση έχει δείξει πως ακόμη και οι πιο βαθιές σεξουαλικές μας επιθυμίες έχουν κοινωνικό υπόβαθρο. Πώς μπορεί κανείς να θεωρεί πως η δουλειά σε ένα γραφείο σε καθιστά αυτάρκες άτομο; Αυτή η άποψη αποτελεί ένα κομμάτι της πίτας, μίας πίτας της οποίας τη συνταγή γράφουμε και εκτελούμε όλοι μαζί και η οποία μεταβάλλεται καθημερινά. Δεν είναι το Internet που έχει κόψει τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων (σίγουρα μπορούμε να πούμε ότι ελαττώνει τη διά ζώσης διάδραση) αλλά η ιδέα του ξεκομμένου ατόμου, του αυτοδημιούργητου, που δεν έχει ανάγκη κανέναν (ωστόσο σε κάθε του δραστηριότητα αλληλεπιδρά με αντικείμενα που έχουν φτιάξει άλλοι).

Κάθε συζήτηση μετράει, κάθε αντιπαράθεση. Ποτέ να μην αφήσουμε κάποιον να θεωρήσει πως ο κόσμος «είναι έτσι». Διότι ο κόσμος, μπορεί να είναι και αλλιώς. Φτάνει να αμφισβητήσουμε την τωρινή του ύπαρξη με την καθημερινότητά μας. Αυτό δεν αποτελεί απλώς, θεωρία, αλλά καθημερινή πρακτική και αλληλόδραση με τους ανθρώπους.

Συζήτηση2 Σχόλια

  1. Αργύρης Τραδερης

    “κάθε συζήτηση κάθε αντιπαράθεση μετράει..” ή και όχι..στα πλαίσια των σημερινών αντιπροσωπευτικων “δημοαριστοκρατειων”. Απλά εξαντλεί την κριτική και συμμετοχική διάθεση των “πολιτών” σε ανούσιους τελικά σχολιασμούς και συζητήσεις, έως το πολύ καποιες ακτιβιστικες πράξεις επαναστατικότητας.. Καμία διαδήλωση, άντε καμία μολωτωφ, καμία σπασμένη ή ληστεμενη τράπεζα.. Και μετά πάμε για τσίπουρα.. ή κάνα μπαφο.. Ο μόνος διαρκής αγώνας, η μόνη ουσιαστική συζήτηση και προσπάθεια που έχει νόημα πλεον-κατα την ταπεινή άποψη μου – είναι για αλλαγή του πολιτεύματος προς μια αστικών αρχών μεν όσο το δυνατό πιο ΆΜΕΣΗ δε, ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ. Μόνο τότε θα έχουν νόημα οι “συζητήσεις και αντιπαραθεσεις”, όταν η φωνή του τελευταίου πολίτη, θα μπορεί εν δύναμη να μεταφραστεί σε απτή απόφαση.

    • Γιάννης Περπερίδης

      Καλησπέρα, κατά τη δική μου ταπεινή άποψη και πάντοτε μέσα από τη μελέτη μου, καμία άμεση δημοκρατία δεν θα επιτευχθεί στις υπάρχουσες οντολογικές αρχές που διαμορφώνουν τις κοινωνίες μας. Αναζητώ τρόπους να μεταβληθούν αυτές. Για να μπορεί “η φωνή του τελευταίου πολίτη να μεταφραστεί σε απτή απόφαση” (το οποίο είναι και ο δικός μου στόχος) χρειάζονται αλλαγές σε πολύ ριζικά ζητήματα που διέπουν την κοινωνία μας. Αν δεν βρεθεί λύση να μεταβληθούν αυτά, τότε οι στόχοι μας (και ο δικός μου και ο δικός σας) είναι απλώς λόγια. Καλή χρονιά να έχουμε και ευχαριστώ για το σχόλιο!

Αφήστε ένα σχόλιο

10 + 7 =