Ζάχερ Μαζώχ: Το ψυχρό, το βάναυσο και η Επανάσταση

0

Γιώργος Μιχαηλίδης

Στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω συνοπτικά την ελληνική μετάφραση του βιβλίου, Présentation de Sacher-Masoch. Le froid et le cruel (Zάχερ-Μαζώχ: Το ψυχρό και το βάναυσο) του φιλοσόφου Gilles Deleuze, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Opportuna. Στο συγκεκριμένο έργο ο φιλόσοφος προσπαθεί να αναθεωρήσει το σύμπαν του συγγραφέα Leopold von Sacher-Masoch υπό το πρίσμα της ψυχανάλυσης, της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας.

Όσον αφορά το πρώτο, ο Gilles Deleuze ασκεί μια δριμεία κριτική στη θέση της φροϋδιανής ψυχανάλυσης, στην οποία ο μαζοχιστής νοείται σε μια διαλεκτική-συμπληρωματική σχέση με τον σαδιστή. Αυτό για τον διανοητή μας αποτελεί σφάλμα, διότι ο μαζοχιστής και ο σαδιστής κατοικούν σε διαφορετικά και ανεξάρτητα σύμπαντα: το σύμπαν του μαζοχιστή είναι «μια ιστορία που διηγείται τον τρόπο με τον οποίο συνθλίβεται το εγώ, από ποιον και τι ακριβώς προκύπτει εκ της σύνθλιψης αυτής» [1], καθώς βέβαια και την απόλαυση που λαμβάνει από αυτή τη σύνθλιψη, διότι ο μαζοχιστής καταφέρνει να υπονομεύσει μέσα από την αντοχή του το κύρος του τιμωρού του, του εξωτερικευμένου Υπερ-εγώ, του γυναικείου νόμου[2]. Aπό την άλλη, το σύμπαν του σαδιστή αφορά τη δράση ενός ανθρώπου που επιθυμεί να προκαλεί τον πόνο στα θύματά του, διότι γνωρίζει και νιώθει τον πόνο τους, ή όπως λέει και ο φιλόσοφος «του ελευθεριακού του αρέσει να υφίσταται τον πόνο  τον οποίο  επιβάλλει στον άλλον»[3]. Επομένως, σύμφωνα με τα λεγόμενα του φιλόσοφου, ο σαδιστής δεν θα μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε ηδονή από τον βασανισμό του μαζοχιστή διότι ο δεύτερος αντέχει και απολαμβάνει τη σύνθλιψή του, από τη στιγμή που ο πόνος δεν είναι τρόμος για αυτόν, αλλά το μέσο για την υπονόμευση του Άλλου.

Αυτά τα σύμπαντα διέπονται από διαφορετικούς κώδικες, γλώσσες, έννοιες κ.τ.λ., όπως επισημαίνει στο κεφάλαιο: ο Sade, o Masoch και η γλώσσα τους, αλλά ο πυρήνας των διαφορών τους φαίνεται ιδιαίτερα στην έννοια του νόμου. Πιο συγκεκριμένα, στο κεφάλαιο Ο Νόμος, ο Αστεϊσμός και η Ειρωνεία, ο Gilles Deleuze προβαίνει σε μια συνοπτική μελέτη της έννοιας του νόμου στον Πλάτωνα, στον Kant, στον Sade και στον Masoch, φέρνοντας στο προσκήνιο αφενός τις ουσιώδεις διαφορές του Sade και του Masoch και αφετέρου το φιλοσοφικό-πολιτικό ερώτημα για τη φύση των νόμων.

Ας δούμε πιο αναλυτικά την πορεία αυτής της συνοπτικής μελέτης. Για τον πρώτο, τον Πλάτωνα, ο νόμος εξασφαλίζει το Αγαθό μέσα από τον περιορισμό των θυμικών ενορμήσεων του ανθρώπου[4]. Τρανό παράδειγμα αποτελεί ο Σωκράτης, ο οποίος υπακούει στον νόμο –παρόλο που τον αδικεί–παραμερίζοντας τη θέλησή του για ζωή[5]. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο πλατωνικός νόμος γίνεται αναγκαία αρχή για εκείνη την πολιτεία της δυσφορίας, η οποία οργανώνεται μέσα από τη βία του νόμου και ενός Ανώτερου Αγαθού[6]∙ Στη συνέχεια, o Gilles Deleuze αναφέρεται στη θεώρηση του Kant για τον νόμο, στην οποία ο νόμος δεν εξαρτάται από το Αγαθό, αλλά έχει αυταξία. Με άλλα λόγια, ο νόμος δεν εξαρτάται από κανένα εξωτερικό αντικείμενο∙ δεν μιλάμε για τον πλατωνικό νόμο πλέον, αλλά για τον ΝΟΜΟ ως το έσχατο θεμέλιο της ενοχής και της «ηθικής συνείδησης».[7]

Όμως, τι συμβαίνει, όταν ο νόμος (φυσικός, ηθικός, πολιτικός) δεν έχει τέτοιου είδους ισχύ;

Για τον Sade, ο νόμος είναι μια απάτη διότι ενώνει αφέντες και δούλους με βασικό άξονα την εξουσιαστική ισχύ των πρώτων επί των δευτέρων. «Τύραννοι δεν γεννιούνται ποτέ υπό καθεστώς αναρχίας. Αναφύονται μονάχα υπό τη σκιά των νόμων ή εξουσιοδοτούνται από αυτούς».[8] Ο νόμος δεν ενσαρκώνει πλέον το Αγαθό, αλλά το Κακό, το μοχθηρό Ον που «θα τον ανατρέψει».[9] O σαδιστής δεν ταυτίζεται με αυτόν τον νόμο, αλλά με το απρόσωπο μοντέλο της αναρχίας, στην οποία εγκλείεται η αέναη κίνηση και η αέναη επανάσταση.[10]

H προβληματική του Sade θέτει μια νέα προοπτική για την έννοια του νόμου: ο νόμος είναι η αρχή για την καθιέρωση ενός ισχυρού εξεγερμένου υπερανθρώπου, δηλαδή ενός όντος που καταφέρνει να καταστρέψει την καταπίεση του νόμου και να αφεθεί στις άναρχες δυνάμεις της βίας και του σεξ. Από την άλλη, ο Masoch απολαμβάνει την ύπαρξή του νόμου, διότι αυτός του επιτρέπει να βιώσει τον υπεραισθησιασμό της τιμωρίας που ακολουθεί μετά την παράβασή του. Πιο συγκεκριμένα ο «φανερώνει βέβαια την υποταγή του αλλά επίσης και την ακαταμάχητη εξέγερσή του, αποδεικνύοντας πως, παρά τα δεινοπαθήματά του, αποκομίζει μια ευχαρίστηση… Δεν μπορεί να συνθλιβεί έξωθεν, διαθέτει την απεριόριστη ικανότητα να αντέχει την όποια τιμωρία, γνωρίζοντας υποσυνείδητα πως δεν έχει ηττηθεί».[11]

Σ’ αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τις διαφορές ανάμεσα στον Sade και τον Masoch στην ακόλουθη πρόταση: o Sade αρέσκεται στην καταστροφή του Νόμου και στην αντικατάσταση αυτού με την απρόσωπη δύναμη της βίας και του σεξ, ενώ ο Masoch αρέσκεται στην ειρωνική υποταγή του στον Νόμο. Ωστόσο, σ’ αυτό το σημείο παρατηρείται και η σύγκλισή των δύο συμπεριφορών: ο Sade και ο Masoch εξεγείρονται και περιφρονούν τους πλατωνικούς και καντιανούς τύπους νόμων, οι οποίοι στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα καταπιέζουν και «μολύνουν» τις λιβιδινικές μας δυνάμεις.[12]

Ο Sade και ο Masoch εκφράζουν μια θεμελιώδη τάση του ανθρώπου: την επινόηση μιας πραγματικότητας όπου οι επιθυμίες μπορούν να εκπληρωθούν δίχως να δέχονται κάποια έξωθεν καταπίεση. Μας έδειξαν ότι οι επιθυμίες μας ριζώνουν πάνω στην αρχέτυπη φαντασία του ασυνείδητου και αυτές μπορούν να συσχετίζονται ελεύθερα με τις λιβιδινικές δυνάμεις μας –δίχως να αγνοούνται η εσωτερικότητα και η ατομικότητα του υποκειμένου– μονάχα όταν ζούμε σε μια αυτόνομη κοινωνία.

Αυτόνομη κοινωνία σημαίνει αυτοκαθορισμός και αυτοπεριορισμός, δηλαδή οι κοινωνοί της θεμελιώνουν διαρκώς μέσα από τις πρακτικές τους νόμους τους και τους τηρούν, διότι εκφράζουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες όλων των μελών της. Ο νόμος δεν αφορά κάποιο πλατωνικό αγαθό, ούτε θα πρέπει να συσχετίζεται με τον καντιανό ΝΟΜΟ. Ο Sade και ο Masoch αποτελούν οριακές ψυχολογικές περιπτώσεις ανθρώπων, οι οποίες διαμορφώθηκαν μέσα από την καταπίεση που προσφέρουν τέτοιου είδους νόμοι.[13] Επουδενί δεν υποστηρίζω ότι πρέπει να γίνουμε όλοι Sade και Masoch, αλλά έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να δούμε αυτή τη θεμελιώδη τάση που εκφράζουν, η οποία δεν είναι άλλη από την άρνηση της υπερπλεονάζουσας καταπίεσης.

Εν κατακλείδι, ο Gilles Deleuze μας δείχνει σε αυτό το βιβλίο, πέραν των διαφορών μεταξύ του Sade και του Masoch, ότι οι νόμοι και οι θεσμοί πρέπει να αποτελούν τα μέσα για αυτοέκφραση και καλλιέργεια των λιβιδινικών δυνάμεών μας, οι οποίες εν συνεχεία μπορούν να διαμορφώσουν μια αυτόνομη κοινωνία. Ο άνθρωπος πρέπει να γίνεται νόμος και ο νόμος ανθρώπινος.

Διαφορετικά, ο Sade και ο Masoch θα διαιωνίζονται με διαφορετικούς τρόπους και με διαφορετική ένταση κάθε φορά.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Gilles Deleuze, Ζάχερ Μαζώχ, Το ψυχρό και το βάναυσο, μτφρ. Ν. Παπαχριστόπουλος, Κ. Σαμαρτζή, επιμ.Ν. Παπαχριστόπουλος (Αθήνα: Εκδόσεις Οpportuna, 2018), 174.
[2] Στο ίδιο, 166.
[3] Στο ίδιο, 167.
[4] Πλάτων, Νόμοι, Θ 875a.
[5] Deleuze (2018), 111-112.
[6] Στο ίδιο.
[7] Στο ίδιο, 113-114.
[8] Μarquis de Sade, «Histoire de Juliette ou les prospérités du vice», στο Œuvres complètes, (Paris: Cercle du Livre Précieux, 1966), ΙΧ, 137.
[9] Deleuze (2018), 120.
[10] Στο ίδιο.
[11] Deleuze (2018), παραπομπή 10, 122. Επίσης, βλ. Th. Reik, Le Masochisme (Paris: Payot, 1953), 134 και 151.
[12] Για περαιτέρω πληροφορίες επί του ζητήματος, βλ. Γιώργος Μιχαηλίδης και Μαρία Μπουναρτζή, Πέραν της Αρχής της Καταπίεσης, στο https://kaboomzine.gr/peran-tis-archis-tis-katapiesis/ (ημερομηνία ανάκτησης: 09-11-2020).
[13] Πρβλ. Lode Lauwaert and William Britt, «Gilles Deleuze on Sacher-Masoch and Sade: A Bergsonian Criticism of Freudian Psychoanalysis» στο Deleuze Studies 9.2 (2015): 153-184.

Αφήστε ένα σχόλιο

one × one =