H Μνήμη ενάντια στην Ιστορία: Black Lives Matter, ταυτότητα & επανάσταση

0

Είχαμε τη χαρά να γνωρίσουμε τον Leo Jubault, όπως και άλλους αξιόλογους κοινωνικούς οικολόγους, στο 5ο Συνέδριο του Τρισέ (Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας) που έλαβε χώρα στην Αθήνα τον περσινό Οκτώβρη. Θυμόμαστε την εντύπωση που μας είχε κάνει η γεμάτη ενάργεια ριζοσπαστική του εισήγηση για το πρόταγμα της αυτονομίας στην Τσιάπας και τη Ροζάβα. Σήμερα γράφει για το αυτολεξεί και μοιράζεται μαζί μας την απευθερωτική σκέψη ενός νέου Γάλλου συγγραφέα για τον εθνικισμό, τη μνήμη και την ιστορία.

Ιστορία και μνήμη στο πλαίσιο της Εθνικής Αφήγησης

Ο συνδυασμός που έκανε ο Macron μεταξύ των εννοιών του παρελθόντος, της μνήμης και της Ιστορίας είναι συνέπεια της μονιμότητας της εθνικής αφήγησης στο Έθνος-Κράτος. Σήμερα, αυτό που γενικά ονομάζουμε Ιστορία θεωρείται ως μια επιστήμη που μελετά και αναλύει το παρελθόν μέσω ενός ευρέος φάσματος ερευνητικών πεδίων και που ισχυρίζεται ότι επιτυγχάνει μια συγκεκριμένη ουδετερότητα, μια συγκεκριμένη ιδέα της επιστημονικής αλήθειας που μετριάζεται από τις επιστημονικές υποθέσεις και τα νέα ευρήματα. Η μνήμη, από την άλλη πλευρά, είναι πιο προσωπική, οικεία και τελικά συναισθηματική, ανήκει σε ένα άτομο ή μια ομάδα και καταλήγει να κατοικεί αυτό το άτομο ή αυτήν την ομάδα. Είναι ουσιαστικά εσωτερική και μεταδίδεται μέσω μορφών αφήγησης.

Η ιδιαιτερότητα μιας εθνικής αφήγησης είναι ότι βρίσκεται ανάμεσα στην Ιστορία και τη μνήμη, καθώς παρουσιάζεται από το Κράτος ως μια επιστημονική ανασύνθεση γεγονότων που εξηγεί την προέλευση και την ανάπτυξη ενός καθορισμένου έθνους, ενώ οργανώνει συναισθηματικές και προσωπικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων –συνήθως πολιτών αλλά όχι απαραίτητα– και αυτής της Ιστορίας. Κατά μία έννοια, η εθνική αφήγηση δεν είναι ούτε αληθινή ούτε ψευδή. Παρόλο που εμφανίζεται ως αλήθεια, η ανείπωτη απαίτησή της είναι μάλλον περισσότερο να επιβάλει ένα ιστορικό αφήγημα παρά οτιδήποτε άλλο, προκειμένου να διαμορφώσει μια ταυτότητα και μια αίσθηση ανήκειν στους πολίτες της –πράγμα που σημαίνει εγγενώς το αντίθετο για τους ταυτοποιημένους «αλλοδαπούς». Στην πραγματικότητα, χρησιμοποιεί μια μεγάλη ποικιλία από συστηματικές και εξωτερικές επιδείξεις μνήμης ως μόνιμες υπενθυμίσεις αυτής της ταυτότητας, όπως για παράδειγμα εθνικές ημέρες, αγάλματα, ονόματα δρόμων ή μνημεία. Μόλις εσωτερικευθούν από άτομα ή ομάδες, αυτές οι επιδείξεις μνήμης υποδηλώνουν και ενισχύουν συναισθηματικές αντιδράσεις αυτών των ατόμων προς την εθνική αφήγηση ή οποιαδήποτε εθνικιστικά στοιχεία –ο εθνικός ύμνος είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα κατά τη γνώμη μου.

Ωστόσο, αυτή η προσκόλληση ποικίλλει από πολίτη σε πολίτη και από ομάδα σε ομάδα. Ορισμένες οικογένειες έχουν σημαίες στο σπίτι τους, μερικές όχι. Κάποιοι βασίζουν ολόκληρη την ταυτότητά τους στην εθνικότητά τους, κάποιοι άλλοι όχι. Και ούτω καθεξής. Όντας εξωτερική, η ισχύς της εθνικής αφήγησης πάνω σε κάποιον θα εξαρτάται από τις προσωπικές της συνδέσεις με το σχολείο, τη γειτονιά ή την οικογένειά του. Συνοπτικά, η εσωτερική πτυχή της εθνικής αφήγησης εξαρτάται από τις διαπροσωπικές αναμεταδόσεις της γύρω από το άτομο.

Κατά συνέπεια, η εγγενής εξωτερικότητα μιας εθνικής αφήγησης δημιουργεί μια σημαντική ευθραυστότητα στον χώρο της μνήμης. Πρώτον, το κράτημα της εθνικής μνήμης φαίνεται πολύ αδύναμο σε σύγκριση με όλες τις αναμνήσεις που βιώνονται, για παράδειγμα, μέσα σε μια οικογένεια ή μια ομάδα φίλων. Η διαρκής επίδειξη των εθνικών αντικειμένων μνήμης σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους αποτελεί μόνιμη υπενθύμιση της αναγκαιότητας του έθνους να επιβεβαιώσει τον εαυτό του παντού και ανά πάσα στιγμή, προκειμένου να ανταγωνιστεί τις μη εθνικές ατομικές και συλλογικές μνήμες. Χωρίς αγάλματα, σημαίες, μνημεία και εθνικό ημερολόγιο, ίσως να ξεχάσουμε ότι είμαστε μέρος ενός έθνους. Δεύτερον, επειδή η ισχύς της εθνικής αφήγησης πάνω από τη μνήμη κάποιου εξαρτάται από διαπροσωπικές αναμεταδόσεις, οδηγεί επομένως σε μια σημαντική μνημονική ετερογένεια μεταξύ του εθνικού πληθυσμού. Σε ένα βασικό επίπεδο, σε μια κάπως ομοιογενή ομάδα πολιτών, εξαρτάται τουλάχιστον από την οικογένεια ή το σχολείο. Αλλά, αν λάβουμε υπ’ όψιν όλα τα επίπεδα συγκεκριμένων εσωτερικών ατομικών και συλλογικών αναμνήσεων, όπως την περιοχή ή τη χώρα προέλευσης, το χρώμα του δέρματος, την τάξη, το φύλο κ.λπ., τότε η επιβολή μιας ομοιογενούς μνήμης καθίσταται κάτι αδύνατο.

Στην πραγματικότητα, η αδυναμία επίλυσης αυτού του ζητήματος προέρχεται από την ανάγκη ομοιογένειας του εθνικού πλαισίου. Η ταυτόχρονη ύπαρξη του ρατσισμού, της πατριαρχίας, του ταξικού πολέμου κ.λπ., ως συστημικά στοιχεία, παραβλέπεται από το έθνος λόγω της δομικής του ανικανότητας να θεωρήσει μια ομοιογενή μνήμη και, την ίδια στιγμή, συγκεκριμένες βιωμένες εμπειρίες. Η Γαλλία δεν μπορεί να τιμήσει αμφότερες την αποικιακή αυτοκρατορία της και τις φρικαλεότητές της στο ίδιο επίπεδο. Όταν προσπαθεί να το κάνει αυτό, υπάρχει πάντα η αίσθηση είτε της μείωσης –«ήταν για το καλύτερο καλό» ή «δεν ήταν τόσο κακό»– είτε της σχετικοποίησης στα συμφραζόμενα –«δεν είμαστε υπεύθυνοι για τα λάθη των προγόνων μας» ή «άλλοι καιροί, άλλες συνήθειες»– των τελευταίων.

Η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας της βιωμένης εμπειρίας ορισμένων πολιτών θα έπρεπε πράγματι να αμφισβητήσει την ίδια τη δομή του Έθνους-Κράτους, καθώς το έθνος βασίστηκε ακριβώς στον σχηματισμό μιας συγκεντρωτικής και ομοιόμορφης εθνικής ταυτότητας –που περιλαμβάνεται στην έννοια της ιθαγένειας, ενώ καταπιέζει και καταστρέφει «περιφερειακούς» πολιτισμούς κατά τη διαδικασία. Ως εκ τούτου, μέσα στο έθνος, τα βάσανα και οι χαρές των πολιτών πρέπει να είναι ομοιόμορφα, από τον Παγκόσμιο Πόλεμο έως τα Παγκόσμια Κύπελλα, περνώντας μέσα από πανδημίες, ενώ συχνά δεν γίνεται αποδεκτό στους περιθωριοποιημένους πολίτες το δικαίωμα στη συζήτηση σχετικά με την κατάστασή τους, υπό το οικουμενιστικό σύνδρομο του «βρισκόμαστε όλοι στο ίδιο καζάνι». Είτε τα βάσανά σας είναι και δικά μου ακόμα κι αν δεν τα βιώνω, είτε τα βάσανά σας δεν υπάρχουν επειδή δεν τα βιώνω, είτε αξίζετε να υποφέρετε επειδή εσείς ή η ομάδα σας δεν σέβεστε την ιθαγένειά σας. Εάν αυτά τα τρία γενικά παραδείγματα σάς είναι γνώριμα, αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό, [καθώς] χρησιμοποιούνται μόνιμα σε κοινότητες που περιθωριοποιούνται λόγω του χρώματος του δέρματος, της πίστης, του οικονομικού τους περιβάλλοντος, της γειτονιάς τους…

Επομένως, οι διαδηλωτές της αποαποικιοποίησης είναι πράγματι αυτονομιστές/αποσχιστές, αλλά όχι επειδή επιλέγουν να είναι· αυτό οφείλεται στον πολύ ομοιογενή και ομοιόμορφο χαρακτήρα της αντίληψής μας για την εθνική ταυτότητα, την ιθαγένεια και τη μνήμη, ο οποίος καθιστά κάθε αντίρρηση, κριτική ή συζήτηση αδύνατη. Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, κυρίως μέσω της συγχώνευσης με την υποθετική τους νομική ισότητα, είναι κατά του ρατσισμού, του σεξισμού ή της οικονομικής ανισότητας.

Ωστόσο, κάθε προσπάθεια αναγνώρισης των συστηματικών και διαρθρωτικών πτυχών αυτών των διακρίσεων περιορίζεται από τα ίδια τα όρια της εθνικής συζήτησης. Εάν όλοι οι πολίτες είναι ίσοι, πώς μερικοί από αυτούς μπορούν να καταπιέζουν και να εκμεταλλεύονται τους υπόλοιπους και αντίστροφα; Επειδή η συζήτηση έχει κλείσει, η μόνη επιλογή είναι να διαμαρτυρηθούμε και να ακουστούν οι φωνές μας στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης, όπου μας έθεσαν εξαρχής. Εδώ, πιστεύω ότι μπορεί κανείς να αντιληφθεί σαφώς τις διασυνδέσεις που υπάρχουν εγγενώς μεταξύ των κινημάτων του ριζοσπαστικού αντιρατσισμού, του φεμινισμού ή της οικονομικής ισότητας, καθώς όλα, από το περιθώριο της συζήτησης, σπάζουν το ομοιόμορφο τείχος της ιθαγένειας και της εθνικής ταυτότητας. Μπορεί, επίσης, να κατανοήσει κανείς τις διασυνδέσεις που υπάρχουν αναπόφευκτα μεταξύ συντηρητικών και αντιδραστικών δυνάμεων.

Στη Γαλλία, η ακροδεξιά αστυνομική ένωση «Alliance» ήταν επιτυχής στο αίτημά της να καταστραφεί η αναμνηστική τοιχογραφία που εκπροσωπούσε τον Adama Traoré[1] και τον George Floyd, που αντανακλά την περσινή καταστροφή της τοιχογραφίας των Κίτρινων Γιλέκων η οποία αποφασίστηκε από τη διοίκηση του 13ου δημοτικού διαμερίσματος του Παρισιού, ενώ μια μικρή συγκέντρωση υπερμάχων της λευκής υπεροχής που προσπάθησε ανεπιτυχώς να διακόψει μια διαμαρτυρία του Black Lives Matter (BLM) τον Μάιο μεταδόθηκε εκτενώς σε κάθε κανάλι.

Αυτή η ανίερη συμμαχία μικτών συμφερόντων έχει έναν κοινό παρονομαστή, την έμμεση ανάγκη να διατηρηθεί η εθνική αφήγηση καθαρή από οποιαδήποτε κριτική, καθώς η εθνική αφήγηση είναι το δοχείο και ο αντιπρόσωπος της Ιστορίας, της μνήμης και, εν τέλει, της ταυτότητας: η φαντασμαγορική συγχώνευση πάνω στην οποία η ίδια η ιδέα του έθνους προσπαθεί να εξισορροπήσει, ο προστάτης του αυτοπροσδιοριζόμενου μεγαλείου μας, ο αιώνια συρρικνωμένος πυλώνας ενός ομοιογενούς εργατικού πληθυσμού.

Πέραν της ιστορίας

Στην προηγούμενη ενότητα, προσπάθησα να δείξω πώς το έθνος είναι εγγενώς εξωτερικό από το άτομο και πώς χρησιμοποιείται μια εθνική αφήγηση που συνδυάζει την Ιστορία και τη μνήμη για να δημιουργήσει και να διαμορφώσει μια ταυτότητα. Αυτή η εθνική ταυτότητα τελικά έρχεται σε σύγκρουση με την προσωπική εμπειρία του ατόμου στη διαδικασία δημιουργίας ενός ομοιογενούς πληθυσμού εθνικών πολιτών. Πιστεύω ότι αυτή η διαδικασία είναι στην ουσία παρόμοια για κάθε έθνος-κράτος, αν και η έκτασή της εξαρτάται από μια μεγάλη ποικιλία παραγόντων όπως η πολιτική βούληση, τα κινήματα ταυτότητας, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, ο τοπικισμός κ.λπ. Από αυτή την άποψη, κάθε έθνος-κράτος είναι εγγενώς και μόνιμα σε πόλεμο εναντίον του πληθυσμού του και όσο πιο περιθωριοποιημένη είναι η συγκεκριμένη ζώσα εμπειρία σας, τόσο πιο στοχευμένοι είστε.

Πιστεύω ότι η αντίθεση μεταξύ εθνικής και προσωπικής/συλλογικής μνήμης είναι μέρος της αντίθεσης μεταξύ Ιστορίας και Παράδοσης, όπως αναλύθηκε από τον Agustin Garcia Lorca[2]. Εν ολίγοις, για εκείνον, η εξέλιξη της ανθρωπότητας προς τη νεωτερικότητα χωρίζεται σε διαφορετικές φάσεις που οδήγησαν στον θρίαμβο της ιδέας και της εννοιοποίησης του αντικειμένου πάνω στο ίδιο το αντικείμενο, την ανάπτυξη της ικανότητάς μας να αντικειμενοποιούμε την παραγωγή μας, το περιβάλλον μας και, το πιο σημαντικό, τον χρόνο –με την εφεύρεση της γραφής να είναι ένα σημαντικό σημείο, για παράδειγμα. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Lorca, η ανάπτυξη της Ιστορίας είναι η ανάπτυξη της εννοιοποίησης του χρόνου, με την εμφάνιση μιας διαίρεσης μεταξύ του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, και σήμερα, της ικανότητας να τοποθετηθούμε μέσα σε μια εποχή. Για να διευκρινίσει το τι σημαίνει αυτό, ο Agustin Garcia Lorca εξηγεί ότι, σύμφωνα με την παράδοση, το ημερολόγιο ήταν συνέπεια της συλλογικής εμπειρίας της ομάδας εντός των συγκεκριμένων συνθηκών της· δεν υπήρχε ανακοινωμένη ημερομηνία εορτασμού εντός του έτους, εξαρτιόταν από κάτι διαφορετικό από έναν περιεκτικό συγχρονισμό. Ωστόσο, με την ανάπτυξη της Ιστορίας, το ημερολόγιο άρχισε να καθορίζει συγκεκριμένους εορτασμούς αντί να καθορίζεται από αυτούς. Για τον Lorca, αυτή η διαδικασία αντικειμενοποίησης, κατά την ανάπτυξή της, εφαρμόστηκε φυσικά σε κάθε πτυχή του βίου και στην ίδια τη ζωή. Ένα άλλο παράδειγμα που δίνει είναι η εγγραφή της κοινής δικαιοσύνης σε Νόμους, περνώντας από μια δικαιοσύνη που υπήρχε επειδή διαπράχθηκε ένα φερόμενο έγκλημα, σε ένα προϋπάρχον σύστημα δικαιοσύνης που έχει ως εκ τούτου την ικανότητα να εντοπίζει εγκλήματα πριν από τη διάπραξή τους.

Όσον αφορά αυτή την προοπτική, θα υποστήριζα ότι με τον ίδιο τρόπο που η εθνική ταυτότητα και η ιθαγένεια είναι σε κάποιο βαθμό εξωτερικά του ατόμου, η Ιστορία είναι σε κάποιο βαθμό εξωτερική του Χρόνου. Συνέπεια της αντικειμενικοποίησης του χρόνου είναι η αντικειμενοποίηση του εαυτού μέσα στον χρόνο. Η ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε τη ζωή μας ως ένα σημείο εντός του χρόνου, μας οδηγεί αναπόφευκτα να αντιληφθούμε τη ζωή μας σύμφωνα με αυτή την χρονικότητα. Η ζωή γίνεται μια προβολή της μέσω της ιστορικοποίησής της. Ωθούμαστε να αντιληφθούμε τον εαυτό μας ως σημεία στην Ιστορία, με ένα παρελθόν, ένα παρόν και ένα μέλλον και ως εκ τούτου να επιτύχουμε ή να συνειδητοποιήσουμε τον εαυτό μας μέσω της τιμής, της καριέρας, της περιουσίας κ.λπ.

Η ζωή έχει γίνει ένα άδειο δοχείο που πρέπει να γεμίσουμε. Εν ολίγοις, ωθούμαστε υπόρρητα να κάνουμε τα πάντα εκτός από το να ζήσουμε.

Ο Walter Benjamin[3] παρουσιάζει αυτή την ώθηση προς ένα μέλλον στο οποίο αναγκαζόμαστε να (μην) ζήσουμε με τον πίνακα του Klee: Angelus Novus. Για τον Benjamin, ο «Άγγελος της Ιστορίας» είναι παγιδευμένος σε μια καταιγίδα που τον ωθεί προς το μέλλον –τον ουρανό– ενώ προσπαθεί ανεπιτυχώς να κοιτάξει το παρελθόν –τη γη· η καταιγίδα ονομάζεται πρόοδος. Ενάντια στην αυτοκρατορική και ασταμάτητη πορεία της Ιστορίας, ο Walter Benjamin αντιτάσσει αυτό που αποκαλεί «παράδοση των καταπιεσμένων» –που απηχεί την ιδέα του Lorca για την Ιστορία ενάντια στην Παράδοση. Η παράδοση των καταπιεσμένων είναι, με μια λέξη, η μνήμη των καταπιεσμένων, μια μνήμη που μπορεί να εμπεριέχεται σε ιστορίες, αναμνηστικά και πρακτικές. Στην πραγματικότητα, με τη συνεχή ικανότητά της να επανεμφανίζεται, να ξεφεύγει εν μέρει από τον επιστημονικό και χρονικό διαχωρισμό της κοινωνίας, να μεταδίδεται ανάμεσα στους ανθρώπους και να γίνεται αισθητή ανεξάρτητα από τις εποχές ως μια διαχρονική ιστορία, η μνήμη, σε αντίθεση με την Ιστορία, είναι το ακατέργαστο δοχείο της βιωμένης μας εμπειρίας. Εάν η Ιστορία γράφεται από τους νικητές, κατασκευάζοντας μια εξωτερική πραγματικότητα που προελαύνει προς ένα ανεφάρμοστο μέλλον, η παράδοση των καταπιεσμένων παραμένει, με τη δυνατότητα να διαρρήξει το ιστορικό συνεχές με μια αμετάβλητη αλήθεια, για να ξεσπάσει με μια συνεχή και διαχρονική αίσθηση δικαιοσύνης.

Όσον αφορά στα κινήματα της αποαποικιοποίησης και τα κοινωνικά κινήματα εν γένει, η έννοια της παράδοσης των καταπιεσμένων είναι ενδιαφέρουσα με την έννοια ότι, ενώ ποικίλλει από το ένα άτομο ή τη μία ομάδα στην άλλη –καθώς είναι συγκεκριμένη για τη μνήμη της βιωμένης εμπειρίας τους– δημιουργεί κάποιο κοινό πεδίο μεταξύ αυτών των εμπειριών μέσω της αντίθεσής τους στην Ιστορία, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να οργανωθούν αρνητικά ως ένα κοινό μέτωπο. Αυτή η αντίληψη βρίσκει αντηχήσεις σε διαφορετικές θεωρίες και πρακτικές όπως στην «ενότητα στην ποικιλομορφία» του Murray Bookchin[4] στην περίπτωση της Κοινωνικής Οικολογίας, ή στο σύνθημα των Zapatistas «un mundo donde quepan muchos mundos» –ένας κόσμος που να μπορεί να περιέχει πολλούς κόσμους. Εδώ, αυτές οι παραδόσεις μπορούν να βρουν κοινό έδαφος μέσω της κοινής τους άρνησης του κατακτητικού ιστορικού συνεχούς, παρά μέσω κάποιας θετικής στάσης προς την πρόοδο, την οποία συχνά υπερασπίζονται οι οικουμενιστές και οι ρεφορμιστές.

Ακολουθώντας αυτή την προοπτική, ο Walter Benjamin δηλώνει ότι η αισιοδοξία για το μέλλον είναι έργο των κυρίαρχων και ότι το έργο των καταπιεσμένων είναι να ανακτήσουν τα χαμένα θραύσματα της παράδοσής τους, καταπιεσμένα και σβησμένα από μια καθολική αφήγηση της προόδου, που πήρε τη μορφή της αποικιοκρατίας και της δυτικοποίησης στη σύγχρονη εποχή μας. Στο έργο του για τη βία, ο Benjamin υπερασπίστηκε ήδη την ιδέα ότι έχουμε χάσει την ικανότητα ή τη θέλησή μας να πολεμήσουμε για αρνητικά συναισθήματα, παρόλο που, σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή είναι η πραγματική ρώμη της επαναστατικής δύναμης.

Προς μια επανάσταση

Για εμένα, το Black Lives Matter είναι η εκδήλωση μιας μορφής παράδοσης των καταπιεσμένων, ποτέ λησμονημένων ούτε σιωπηλών, αλλά των οποίων το επαναστατικό δυναμικό ενεργοποιήθηκε από τις δολοφονίες των Μαύρων από την αστυνομία. Όταν παίρνουμε αυτή την προοπτική, είναι εύκολο να κατανοήσουμε γιατί μια πράξη όπως η δολοφονία του George Floyd δημιούργησε μια τέτοια αντίδραση στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον κόσμο και γιατί ο θάνατος του Adama Traoré σε παρόμοιες περιστάσεις οδήγησε στην εμφάνιση του κινήματος Justice for Adama. Στην πραγματικότητα, η πράξη της δολοφονίας δεν είναι απομονωμένη, είναι μέρος μιας δομικής, συστηματικής και ιστορικής καταπίεσης και φέρει μέσα της αυτή την Ιστορία που συνθλίβει τις συγκεκριμένες εμπειρίες ατόμων και ομάδων.

Μια δολοφονία ενός Μαύρου από αστυνομικό είναι όλες οι δολοφονίες των Μαύρων από αστυνομικούς, όλες οι ανισότητες και η καταπίεση που βίωσε η Μαύρη κοινότητα.

Είναι μέρος μιας συγκεκριμένης μνήμης που, σε κάποια δεδομένη στιγμή, δεν μπορεί ούτε να περιορίζεται ούτε να περιοριστεί η ίδια. Ως εκ τούτου, όταν απαιτούν δικαιοσύνη για τον Adama ή τον George Floyd, οι συλλογικότητες δεν ζητούν μόνο μια δικαστική απόφαση για μια συγκεκριμένη υπόθεση, απαιτούν δικαιοσύνη για όλες τις προηγούμενες και τις επόμενες δολοφονίες, αμφισβητούν τον ίδιο τον ρόλο της αστυνομίας, του συστηματικού ρατσισμού και της αποικιοκρατικής Ιστορίας. Εδώ βρίσκεται μια πραγματική επαναστατική δύναμη. Είδαμε πόσο γρήγορα εξαπλώθηκε η εξέγερση και πόσο σταθερά ορθώθηκε. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η αρνητικότητα απέναντι στην Ιστορία είναι το εγγενές καύσιμό της, όχι η θετικότητα μιας ψήφου ή μιας ατέλειωτης ελπίδας σε ατελείωτες μεταρρυθμίσεις. Όταν μια μνήμη καταπίεσης δεν μπορεί να περιοριστεί, χρειάζεται μόνο μια σπίθα για να βάλει σε ολόκληρο τον κόσμο φωτιά.

Η επιθυμία για αποχρηματοδότηση της αστυνομίας δεν μπορούσε να εκφραστεί στη δημόσια συζήτηση των ΗΠΑ πριν από ένα χρόνο ενώ τώρα η ιδέα συζητείται και μάλιστα έχει εγκριθεί από άτομα που δεν θα πίστευαν καν ότι αυτό ήταν πιθανό προηγουμένως[5]. Εδώ, η μνήμη της Μαύρης καταπίεσης υπερβαίνει τη δική της ιδιαιτερότητα, επειδή η αστυνομική βαρβαρότητα δεν αφορά μόνο τους Μαύρους. Οι συντηρητικοί το χρησιμοποιούν ως επιχείρημα για να υπερασπιστούν την ιδέα ότι οι μαύροι δεν στοχεύονται περισσότερο από την αστυνομία από ότι οι λευκοί. Ακόμη και ένα μέρος της Αριστεράς προσπαθεί να αποσιωπήσει την ιδιαιτερότητα της μαύρης εμπειρίας, δηλώνοντας ότι οι εργαζόμενοι συνολικά στοχεύονται ως τάξη ανεξάρτητα από τη φυλή. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν είναι ότι, μέσω της συγκεκριμένης εμπειρίας τους, οι ακτιβιστές του Black Lives Matter φτάνουν στην πραγματικότητα πολύ πιο πέρα ​​από τη δική τους φυλετική ταυτότητα και ότι οι πολιτικές συνέπειες της αποχρηματοδότησης της αστυνομίας δεν αφορούν καθόλου το ζήτημα της φυλής. Μήπως η πολιτική που ασκούσε κριτική στο Black Lives για τον διχασμό της εργατικής τάξης έφερε την ιδέα να αναιρέσει την αστυνομία στη δημόσια συζήτηση; Η απάντηση είναι όχι.

Αυτό είναι ένα συγκεκριμένο σύγχρονο παράδειγμα του πώς μια συγκεκριμένη βιωμένη μνήμη, όταν ξεσπά, φέρνει επαναστατικές ιδέες για κάθε περιθωριοποιημένη ομάδα, γιατί εν τέλει, είναι η Παράδοση εναντίον της Ιστορίας. Δεν αποτελεί έκπληξη σε αυτή την περίπτωση να δούμε μια σύγκλιση μεταξύ του Justice for Adama και της αριστερής πτέρυγας των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία, και να δούμε και τα δύο κινήματα να συγχωνεύονται κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, τα μαύρα μπλουζάκια και τα κίτρινα γιλέκα να σχηματίζουν ένα φυσικό οργισμένο συνονθύλευμα στην Place de la République.

Ωστόσο, θέλω να απορρίψω αμέσως μια πιθανή παρανόηση. Υπάρχει κίνδυνος, μετά από αυτή την ανάλυση, να θεωρηθούν οι συγκεκριμένες εμπειρίες κάθε ατόμου, κάθε ομάδας, ως εναλλάξιμες. Δεν είναι· οι πολιτικές τους συνέπειες και η αρνητικότητα απέναντι στην Ιστορία τούς φέρνουν σε έναν κοινό χώρο, καθώς στο ιστορικό συνεχές δεν υπάρχει άλλη έξοδος από μια επαναστατική αλλαγή. Προκειμένου να αναλυθεί αυτή η δήλωση, και μετά τις προηγούμενες διαδηλώσεις, θα υποστηρίξω ότι οι λευκοί της εργατικής τάξης δεν θέλουν μια Λευκή ιστορία, και ότι, αν και διαφορετική, η μνήμη μας φέρει τις ίδιες συνέπειες με το Black Lives Matter σχετικά με την εθνική αφήγηση, τα ονόματα και τα αγάλματά της. Και ότι δεν είναι μέσω μιας επαναλαμβανόμενης επιβεβαίωσης μιας ψεύτικης οικουμενικής εμπειρίας καταπίεσης, αλλά μέσω της ενεργοποίησης της πιθανής δύναμης συγκεκριμένων αναμνήσεων που μπορούμε να επιτύχουμε τη μετασχηματιστική αλλαγή, εάν όχι μια Επανάσταση.

Η Λευκή ταυτότητα ως εθνική ταυτότητα

Οι άνθρωποι που εξοργίζονται με την ιδέα της κατεδάφισης των αγαλμάτων είναι παγιδευμένοι στη σύγχυση της Ιστορίας και της μνήμης που παράγεται από την εθνική αφήγηση. Ως εκ τούτου, ενώ υπερασπίζονται αυτό που αντιλαμβάνονται ως ταυτότητά τους, υπερασπίζονται πραγματικά αυτό που διαμορφώνει αυτή την ταυτότητα, την αυτοκρατορική πορεία της Ιστορίας και τους θεσμούς της. Υπερασπίζονται μια συγκεκριμένη ιδέα της ζωής που επιβάλλεται από τον θρίαμβο της προόδου, υπό την αιγίδα της δυτικοποίησης, όπου οι πολιτισμοί ομογενοποιούνται σύμφωνα με το πρότυπο των νικητών και όπου η ζωή δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αφαίρεσή της, την αναπαράστασή της στην Ιστορία. Δεν είναι περίεργο σε αυτό το πλαίσιο να βλέπουμε την ταυτότητα κάποιου να γίνεται πιο σημαντική από την ίδια τη ζωή του. Η εθνική ταυτότητα και η ιθαγένεια είναι η αρπακτική αναπαράσταση του εαυτού και του συλλογικού, του εαυτού μέσα σε ένα συλλογικό, καθώς και του εαυτού και του συλλογικού διαχωρισμένων από μια φανταστική ακινησία.

Το να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να ρίξουμε μια κριτική ματιά στην Ιστορία σημαίνει να παραδεχτούμε ότι είναι αβέβαιη, και ως εκ τούτου ότι οι ταυτότητές μας είναι αβέβαιες και εύπλαστες. Η αφαίρεση αγαλμάτων που τιμούν αποικιοκράτες και ιδιοκτήτες σκλάβων δεν σημαίνει απλώς ότι αποκαθιστούμε τη δικαιοσύνη ή ότι κάνουμε μια μνημονική απογραφή· μπορεί επίσης να σημαίνει το να ξεφύγουμε από την Ιστορία ως άτομα, να βρεθούμε έξω από τη χρονικότητα της Ιστορίας, την ατελείωτη πρόοδό της, την αυτοκρατορική πορεία της και, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα να επαναπροσδιορίσουμε συλλογικά τις σχέσεις μας μεταξύ μας. Εν ολίγοις, την κατασκευή μιας κοινότητας που ζει περισσότερο από ό,τι αναπαριστά ότι ζει, που είναι κάτι περισσότερο από ό,τι αναπαριστά ότι είναι. Από τις άμεσες σχέσεις που δημιουργεί, αυτή η προοπτική οδηγεί παράδοξα σε μια πύλη πέρα από την ιστορική θετικότητα, από την επιβάρυνση προς ένα φαντασιωμένο μέλλον που έχει τις ρίζες του στο παρόν και το παρελθόν, και στη δυνατότητα να κάνουμε απογραφή των δικών μας σχέσεων εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

Πρώτον, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η λευκότητα ήταν η εικόνα της προόδου στη σύγχρονη εποχή. Και ο λευκός άνδρας ο πράκτορας του καπιταλισμού και της αξίας, ενώ οι γυναίκες και οι αποικισμένοι άνθρωποι ήταν και εξακολουθούν να είναι εν μέρει αποσυνδεμένοι από την αγορά, παγιδευμένοι σε μια εργασία χαμηλής αξίας ή μη αξίας, η οποία εμφανίστηκε ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 –οικιακές εργασίες, καθαρισμός κ.λπ. Αυτό το θέμα έχει μελετηθεί εκτενώς, αλλά το τελευταίο που έχω διαβάσει προέρχεται από το Μανιφέστο κατά της εργασίας του Krisis Group[6]. Ως εκ τούτου, το λευκό προλεταριάτο που είναι το πρωταρχικό θέμα του μοντέλου εργατών-πολιτών των σύγχρονων εθνών-κρατών ωθείται ασυνείδητα να προσκολληθεί σε μια Ιστορία που δηλώνει την υπεροχή του έναντι των άλλων. Υπερασπίζεται κανείς την ταυτότητά του, τις νίκες του, τις κατακτήσεις του έθνους του, τη δουλεία και την αποικιοκρατία γιατί υπερασπίζεται την Ιστορία του. Κάποιος υπερασπίζεται την Ιστορία του επειδή υπερασπίζεται την εθνική του υπερηφάνεια. Κάποιος υπερασπίζεται την εθνική του υπερηφάνεια επειδή είναι το μόνο που του απομένει όταν εργάζεται 40 ώρες την εβδομάδα για τον ελάχιστο μισθό, ή όταν είναι άνεργος για χρόνια ακούγοντας ότι είναι δικό του λάθος, ή ότι οι αλλοδαποί κλέβουν τις δουλειές και τους φόρους, και ότι σε αυτή την «περίοδο» λιτότητας ο πλούτος των πλουσιότερων αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι σε οποιοδήποτε σημείο της Ιστορίας.

Η εθνική υπερηφάνεια δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια συναισθηματική ψευδαίσθηση, που δημιουργήθηκε από μια τεχνητή σύμπλεξη μνήμης και Ιστορίας, που ξεσπά από τη δυστυχία του να είσαι, στην αναπαράσταση της ζωής του ατόμου μέσα στην κοινωνία, το προνομιακό πρόσωπο του μοντέλου εργαζόμενου-πολίτη που πραγματικά ηττάται.

Η αφαίρεση των αγαλμάτων των αποικιοκρατών σημαίνει απελευθέρωση του εαυτού μας από μια Ιστορία που μας παγιδεύει να ακούμε ότι είμαστε μέρος ενός τρομερού έθνους και μιας ανώτερης φυλής, παρόλο που το άπειρο τελικό σημείο της Ιστορίας είναι η εκμετάλλευσή μας, πάντα πιο τεχνική και αποτελεσματική· ένα είδος θέσης προνομιούχου-εκμεταλλευόμενου ενσωματωμένης στο πρότυπο εργαζόμενος-πολίτης.

Η παγκόσμια ενοποιημένη μητρόπολη, η οποία είναι η μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού, προέκυψε από τη δυτική αποικιοκρατία και την ανυπόφορη βούλησή της να αναδιοργανώσει εδάφη και χρόνο προς τη δημιουργία αξίας. Προηγήθηκε η διαδικασία αποικιοκρατίας εκτός της εθνικής επικράτειας και συνοδεύτηκε από μια διαδικασία αποικιοκρατίας εντός της επικράτειας, μέσω του βίαιου σχηματισμού μιας ομοιογενούς ταυτότητας εντός του πλαισίου των εργαζομένων-πολιτών. Πόσοι εργαζόμενοι πέθαναν, τελικά, από την αστυνομία και το στρατό; Το να πιστέψουμε πως, επειδή βρισκόμαστε στο επίκεντρο αυτού του ιστορικού έργου ως οι πράκτορες της προόδου του, εμείς οι λευκοί (κυρίως άντρες) ξεφεύγουμε από τις συνέπειες της αποικιοκρατίας, σαν προνομιούχοι μητροπολίτες μακριά από άλλους δυστυχισμένους, είναι εντελώς λάθος. Είναι τόσο ανόητο όσο ένα Κίτρινο Γιλέκο, που έχει χάσει το ένα του μάτι κατά τη διάρκεια μιας διαμαρτυρίας, να υπερασπιστεί τη δράση της αστυνομίας σε μη λευκές γειτονιές –παρόλο που αυτός ο τύπος γνωστικής ασυμφωνίας είναι πολύ συχνός σε ομάδες του Facebook. Οι μη λευκές γειτονιές έχουν στοχοποιηθεί κατά κύριο λόγο από την αστυνόμευση και τον κοινωνικό έλεγχο μέσω της αστυνομικής βίας. Πρόσφατα, οι άνθρωποι εξοργίστηκαν από την απαγωγή διαδηλωτών του BLM στο Πόρτλαντ από ένα παράνομο σώμα της αστυνομίας, αλλά μερικοί δικαίως επεσήμαναν ότι έτσι συμπεριφέρεται το ICE εδώ και χρόνια στους πρόσφυγες. Στη Γαλλία, πολλοί ανακάλυψαν το αληθινό πρόσωπο της αστυνομικής βίας κατά τη διάρκεια των πρόσφατων διαμαρτυριών, ενώ η ίδια βία έχει ασκηθεί εδώ και δεκαετίες σε φτωχά προάστια –στα «καρτιέ» (quartiers).

Οποιοσδήποτε λευκός πιστεύει ότι η αστυνομία είναι βίαιη πρέπει να καταλάβει πως αυτή η βία ασκείται πρώτα σε μία πολύ ευρύτερη και συστηματική κλίμακα σε, κατά κύριο λόγο, μη Λευκές γειτονιές και η ίδια αποτελεί μια κληρονομιά από τις αποικίες. Στην πραγματικότητα, η «Brigade Anti-Criminalité», για παράδειγμα, μια από τις ταξιαρχίες της γαλλικής αστυνομίας που έχουν επικριθεί πιο έντονα, προήλθε άμεσα από την αποικιοκρατούμενη Αλγερία, όπως έδειξε ο Mathieu Rigouste στο βιβλίο του La Domination Policière. Δεν υπάρχει κάποια λανθασμένη σύνδεση μεταξύ της αστυνομίας, της βίας και του ρατσισμού, αλλά μια κουλτούρα και ιστορία ρατσισμού και βίας μέσα στην αστυνομία.

Στην κοινωνία μας, η εξαίρεση είναι ο κανόνας. Ζούμε σε μια μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κρίσης, λιτότητας και αστυνομικών λαθών. Η ανάλυση της αποικιοκρατίας ως εργαστηρίου αστυνομικής βίας και καταστολής, που αργότερα ασκήθηκε εντός της μητροπολιτικής περιοχής σε φτωχές γειτονιές –ειδικά ενάντια σε μη λευκούς– προχωρά ακόμη περισσότερο. Στην πραγματικότητα, το μοντέλο στρατοπέδων συγκέντρωσης των ναζί προέρχεται από εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ινδία τον 19ο αιώνα, και στη συνέχεια από τους ίδιους τους Γερμανούς στη Ναμίμπια, κατά τη γενοκτονία των Herreros και των Namas στις αρχές του 20ού αιώνα. Αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί ως δραματοποίηση από την πλευρά μου, αλλά στην πραγματικότητα είναι άμεση συνέπεια της ερώτησης που τίθεται σχετικά με το θέμα της ταυτότητας σε αυτό το άρθρο.

Ως ένα αφηρημένο και ανέφικτο αντικείμενο, η ταυτότητα εργαζόμενος-πολίτης παγιδεύεται σε έναν ατελείωτο κύκλο αναζήτησης ομοιογένειας και αγνότητας, ανοίγοντας τον δρόμο σε φασισμό, εκκαθαρίσεις και γενοκτονίες.

Συμπέρασμα: Μια σημείωση προς την Αριστερά

Θέλω να ολοκληρώσω αυτό το άρθρο με την προοπτική μιας επιλογής που απευθύνεται στην οικουμενική Αριστερά· ή θα συνεχίσει να περιορίζει το BLM και παρόμοια κινήματα σε πολιτικές ταυτότητας ή θα καταλάβει ότι οι πολιτικές ταυτότητας βρίσκονται στην πραγματικότητα μέσα στις ίδιες τις δομές και την ατομικότητά μας, και ότι μέσα σε αυτά τα κινήματα βρίσκεται η μόνη πιθανότητα για μετασχηματιστικές αλλαγές, ακόμη και για μια Επανάσταση. Θα κολλήσουμε στην Ιστορία ή θα βρούμε και ενεργοποιήσουμε την παράδοσή μας;

Στη Γαλλία, ακόμη και η υποτιθέμενη ριζοσπαστική Αριστερά με επικεφαλής τον Jean-Luc Mélenchon απέδειξε για άλλη μια φορά την προσήλωσή της στη σύγχυση που δημιούργησε η εθνική αφήγηση, δηλώνοντας ότι η κατεδάφιση των αγαλμάτων ήταν ίδια με τη διαγραφή της Ιστορίας και ότι ήταν αντι-Ρεπουμπλικανικό. Πολλοί σοσιαλδημοκράτες, ακόμη και επαναστάτες της Αριστεράς, περιορίζουν το BLM στις πολιτικές ταυτότητας, στενεύονας, έτσι, το πεδίο εφαρμογής του σε μια μη επαναστατική προοπτική διότι θα εκτροχίαζε τους ανθρώπους από την ταξική πάλη.

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως σε αυτό το άρθρο, αυτή είναι μια μεγάλη παρανόηση. Στην πραγματικότητα, το BLM υπερβαίνει την πολιτική ταυτότητας, επειδή οι βασικές απαιτήσεις, οι ιδέες και τα ερωτήματά του βρίσκονται στον πυρήνα ολόκληρης της κοινωνικής δομής. Δεν θέλουν απλώς να αλλάξουν την αστυνομία, για παράδειγμα, προσπαθώντας να την κάνουν λιγότερο ρατσιστική· επειδή η αστυνομία είναι ένα ρατσιστικό ίδρυμα, πρέπει να την αποχρηματοδοτήσουμε. Δεν θέλουν απλώς να αναγνωρίσουν ένα καταπιεσμένο παρελθόν· θέλουν να γκρεμίσουν την εθνική γιορτή των καταπιεστών και να κάνουν τον δημόσιο χώρο χώρο μνήμης του καταπιεσμένου παρελθόντος.

Η αποχρηματοδότηση της αστυνομίας αποκτά γενική προβολή χάρη στο BLM, χωρίς το BLM αυτό δεν θα ήταν καν υπό αμφισβήτηση, τώρα μπορούμε να το συζητήσουμε· αυτή είναι η πιο επαναστατική στιγμή που έχουν βιώσει οι ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες.

Από την παραπάνω ανάλυση, βλέπουμε πως εάν υπάρχει κάποια πολιτική ταυτότητας στο παιχνίδι, δεν προέρχεται από το BLM, αλλά από την ίδια την εθνική κατασκευή, μέσω της διαδικασίας ομογενοποίησής της που επικεντρώνεται σε ένα μοντέλο λευκού εργαζομένου-πολίτη. Ενώ το BLM ζητά να σταματήσει τον εορτασμό του αποικιοκρατικού παρελθόντος, η οικουμενική Αριστερά απαντά με την ίδια φωνή όπως η Δεξιά και το Κράτος, βγάζοντάς το έξω από τη σφαίρα του έθνους –είναι αυτονομιστές/αποσχιστές– και λέγοντας πράγματα όπως «δεν μπορείτε να διαγράψετε το παρελθόν» ή «δεν μπορείτε να αλλάξετε την Ιστορία». Έθεσαν τον εαυτό τους σε ένα άλλο επίπεδο συζήτησης από αυτό του BLM, αλλάζοντας τις ερωτήσεις που έθεσαν οι ακτιβιστές και το νόημα των ενεργειών τους. Και για τι; Για να υπερασπιστούμε, εν τέλει, το status quo της ιθαγένειας, την επιβεβαίωση και τον εορτασμό μιας ταυτότητας χαραγμένης στην Ιστορία: την αποικιοκρατική, δυτική και λευκή μας.

Ως εκ τούτου, η πολιτική ταυτότητας δεν βρίσκεται στα λόγια, τις ενέργειες και τα κείμενα των ακτιβιστών BLM. Η ανικανότητα να αναγνωρίσουμε το παρελθόν, να πάρουμε μια κριτική και παθιασμένη προοπτική πάνω σε αυτό, να καταλάβουμε χωρίς καμία πολεμική ότι τα αποικιοκρατικά αγάλματα δεν είναι καν τα ίδια αποικιακή Ιστορία αλλά ο εορτασμός της, όλα αυτά αποδεικνύουν ότι η πολιτική ταυτότητας βρίσκεται ακριβώς στα λόγια, τις πράξεις και τα κείμενα εκείνων που προσποιούνται ότι την περιφρονούν. Η υπεράσπιση του status quo υπερασπίζεται τη λευκή υπεροχή, ακριβώς επειδή εμπλέκεται στους εθνικούς μας θεσμούς, στην κοινωνική μας δομή και στην ταυτότητά μας, ακριβώς επειδή μας ορίζει χωρίς να το παρατηρούμε καν.

Τέλος, σε μερικούς από τους αντικαπιταλιστές φίλους μας που, από τη μια πλευρά, περιφρονούν τις πολιτικές ταυτότητας και, από την άλλη, επαναλαμβάνουν ότι ο καπιταλισμός είναι το σύστημα που είναι ενσωματωμένο στην κοινωνική δομή και στο σώμα μας, και που γελούν με ανθρώπους που οργανώνονται σε αποαποικιοκρατικά κινήματα λέγοντας ότι είναι λάθος, θα ήθελα να καταλάβετε πως γελάμε με σας, με τον ίδιο τρόπο, όταν νομίζετε πως δεν κάνετε πολιτική ταυτότητας υπερασπιζόμενοι το φυλετικό καθεστώς στο όνομα της ιεράρχησης των αγώνων. Γελάμε με σας, με τον ίδιο τρόπο, όταν βλέπουμε ότι στις ΗΠΑ και τη Γαλλία σε μικρότερη κλίμακα, το BLM έφερε πιο επαναστατικά θέματα στη δημόσια συζήτηση σε τρεις μήνες από ό,τι έχουμε εδώ και δεκαετίες, και όχι μόνο για τους Μαύρους, αλλά και για την εργατική τάξη στο σύνολό της. Γελάμε μαζί σας όταν λέτε ότι η πολιτική ταυτότητας προστατεύει το Κράτος, παρόλο που το Κράτος κάνει τα πάντα με λόγους και ενέργειες για να σταματήσει τις διαμαρτυρίες του BLM, στρεφόμενο προς τα κακώς κρυμμένα φασιστικά ένστικτά του. Γελάμε με σας με ειλικρινή λύπη, γιατί πρέπει να είστε σύμμαχοί μας και πρέπει να είστε εμείς, ενώ το μόνο που θέλετε είναι να είμαστε εμείς σύμμαχοί σας, να είμαστε εσείς.

Μετά από τις ταραχές που ακολούθησαν τη δολοφονία του George Floyd, και σε διάφορες στιγμές κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, οργανώθηκαν απεργίες από έναν συνασπισμό εργατικών συνδικάτων στις ΗΠΑ[7]. Τώρα, η ιδέα μιας γενικής απεργίας έχει πάρει τον δρόμο της. Κάποιος μπορεί να φανταστεί μόνο την πιθανή δύναμη που θα είχε αυτή η γενική απεργία στην εξεγερτική στιγμή που αναπτύχθηκε μέσω των διαμαρτυριών του Black Lives Matter[8]. Αυτή είναι μια επαναστατική στιγμή· αυτή που δεν χρειαζόταν κόμματα ή κράτος, αυτή που έρχεται, όπως συμβαίνει συχνά, από την έκρηξη της μνήμης των καταπιεσμένων. Μια μνήμη που βρίσκεται μέσα σε συγκεκριμένες εμπειρίες, αλλά της οποίας η αλήθεια και η έκκληση για δικαιοσύνη υπερβαίνουν αυτές τις ιδιαιτερότητες.

Από τη Ροζάβα έως την Τσιάπας, από τα Κίτρινα Γιλέκα έως το Black Lives Matter.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

[1] Ο κύριος εκπρόσωπος της αντιαποικιοποίησης, του αντιρατσισμού και του μαύρου ακτιβισμού ήταν το κίνημα Justice for Adama. Δημιουργήθηκε μετά τη δολοφονία ενός μαύρου άνδρα ονόματι Adama Traoré από τρεις Γάλλους ‘gendarmes’ (στρατιωτικοποιημένη αστυνομία) στις 19 Ιουλίου 2016. Για χρόνια αγωνίζεται ενάντια στην αστυνομική βία, τον ρατσισμό και την αποικιοποίηση, οπότε έγινε φυσικά συνώνυμο του BLM. Μέσω του κινήματος Justice for Adama η δολοφονία του George Floyd αντήχησε στη Γαλλία και πολλές διαδηλώσεις οργανώθηκαν μετά το πέρας της καραντίνας του Covid-19.

[2] Στο βιβλίο του: History against Tradition. Tradition Against History

[3] Στο βιβλίο του: Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας [ελληνική έκδοση: Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα, Αθήνα 2014]

[4] Στο βιβλίο του: Τι είναι κοινωνική οικολογία; [ελληνική έκδοση: Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2017]

[5] Δες τις εργασίες του Kristian William και τη συνέντευξή του στα γαλλικά https://acta.zone/dune-aspiration-utopique-a-une-programme-realisable-entretien-avec-kristian-williams-sur-labolition-de-la-police/

[6] https://libcom.org/library/manifesto-against-labour-krisis-group

[7] https://www.teenvogue.com/story/july-20-strike-for-black-lives; https://www.washingtonpost.com/gdpr-consent/?next_url=https%3a%2f%2fwww.washingtonpost.com%2fbusiness%2f2020%2f07%2f20%2fstrike-for-black-lives%2f

[8] https://www.nytimes.com/2020/09/09/opinion/general-strike.html

Μετάφραση: Αλέξανδρος Σχισμένος

Αφήστε ένα σχόλιο

ten − 10 =