Από την ελληνική «πόλιν» έως την Παρισινή Κομμούνα

0

Δημήτρης Μουστάκης

Η ελληνική Πόλις και η Δημοκρατία

Μέσα στην ιστορία έχουν υπάρξει κατά καιρούς διάφορες μορφές άμεσου λαϊκού ελέγχου της κοινωνίας από τα μέλη της. Τους θεσμούς αυτούς θα μπορούσαμε να τους αποκαλέσουμε προγονικούς δημοκρατικούς. Ως βάση τους είχαν πάντα την κοινότητα. Ειδικά όσον αφορά τον δυτικό κόσμο, στην αρχαία Ελλάδα οι θεσμοί αυτοί είχαν μια εξέλιξη που οδήγησε σταδιακά από τον 8ο έως τον 5ο αιώνα στη δημιουργία της Δημοκρατίας. Δημοκρατικά καθεστώτα είχαν πολλές ελληνικές πόλεις, το πλέον γνωστό και προωθημένο ήταν αυτό της αρχαίας Αθήνας. Μέσα από τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα αρχικά (594-3) και του Κλεισθένη (508-7) αργότερα, οι Αθηναίοι ολοκλήρωσαν τους θεσμούς της δημοκρατίας την εποχή του Περικλή (461-429) όπου η συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας έφθασε στην ακμή της. Η «Πόλις», κατ’ ουσία το σώμα των πολιτών, ήταν αυτόνομη (έθετε η ίδια τους νόμους της), αυτόδικος (οι ίδιοι οι πολίτες συμμετείχαν στα δικαστήρια) και αυτοτελής (η Εκκλησία του Δήμου έπαιρνε όλες τις σημαντικές αποφάσεις). Συμπερασματικά, όλες οι εξουσίες πήγαζαν από τον λαό και οι αρχές ήταν προσιτές για τον κάθε πολίτη.

Η έννοια της πολιτικής «αντιπροσώπευσης» ήταν αδιανόητη για τους Αθηναίους. Πίστευαν στην άμεση και όχι στη διά αντιπροσώπων άσκηση της εξουσίας. Η ήττα της αθηναϊκής δημοκρατίας οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους, πρώτον επειδή παρέμεινε περιορισμένη μόνο στους ενήλικες άνδρες που είχαν την πολιτική ιδιότητα, αποκλείοντας τις γυναίκες, τους δούλους και τους μετανάστες, και δεύτερον διότι ποτέ δεν συμπληρώθηκε από μια αντίστοιχη οικονομική δημοκρατία.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε μια θεμελιώδη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην ελληνική δημοκρατία και τους υπόλοιπους θεσμούς, στους οποίους υφίστατο μια, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, συμμετοχή του δήμου στη λήψη των αποφάσεων που αφορούν την κοινότητα. Η διαφορά έγκειται στο ότι για πρώτη φορά στην αρχαία Ελλάδα υπάρχει η δυνατότητα αμφισβήτησης των κατεστημένων θεσμών και των συλλογικά αποδεκτών παραστάσεων, πράγμα που σηματοδοτεί το πέρασμα σε μία αυτόνομη κοινωνία. Δηλαδή σε έναν τύπο κοινωνίας που έχει συνείδηση ότι οι νόμοι της φτιάχνονται από την ίδια και κατά συνέπεια μπορούν και να αλλάζουν. Οι υπόλοιπες κοινωνίες μπορούν να χαρακτηρισθούν ετερόνομες διότι συγκαλύπτουν την πηγή της θέσμισης που είναι οι ίδιες, αποδίδοντάς την σε εξωκοινωνικούς παράγοντες: στους προγόνους, στους θεούς κ.ά.

Έχει σημασία να γίνει αυτή η διαφοροποίηση ανάμεσα σε ετερόνομες και αυτόνομες κοινωνίες, ώστε να φανούν οι περιορισμοί που επιβάλλονται στις πρώτες και απαγορεύουν την ανάδυση ολοκληρωμένων δημοκρατικών θεσμών. Εν τούτοις, οι διάφορες μορφές λαϊκής συμμμετοχής που έχουν αναπτυχθεί σχεδόν παντού στην ιστορία της  ανθρωπότητας εν γένει, δεν χάνουν τη σημασία τους. Αν και χαρακτηρίζονται άλλες σε μεγαλύτερο και άλλες σε μικροτέρο βαθμό από τη συνύπαρξη με καταπιεστικούς θεσμούς και ταξικές διακρίσεις, μπορούν παρ’ όλα αυτά να μας φανούν χρήσιμες για την ανάπλαση ενός πολιτικού χώρου που δεν διακρίνεται από κοινοβουλευτικά, ούτε συγκεντρωτικά και γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά, αλλά στηρίζεται περισσότερο σε μία συνεργατική και όχι ανταγωνιστική αντίληψη.

Οι αγώνες του Δήμου στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία

Για να περιοριστούμε στον δυτικό κόσμο, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε πολύ συνοπτικά μερικά μείζονα παραδείγματα, που αποτελούν ταυτόχρονα και κορυφαία ιστορικά γεγονότα. Στην αρχαία Ρώμη υπήρχαν λαϊκές συνελεύσεις, οι οποίες συνέρχονταν όμως μόνον όταν τις συγκαλούσαν οι άρχοντες. Συζητήσεις δεν γίνονταν και οι πολίτες δεν είχαν δικαίωμα να θέσουν σε ψηφοφορία κάποια πρότασή τους, αν δεν είχε εγκριθεί από τους άρχοντες και τη Σύγκλητο. Πάρ’ όλα αυτά, τα κατώτερα στρώματα των πολιτών (plebs) είχαν αποκτήσει κατά τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ., το δικαίωμα να εκλέγουν αντιπροσώπους, τους δημάρχους (tribuni plebis) και να συγκαλούν δικές τους συνελεύσεις, στις οποίες δεν επιτρεπόταν να παρευρίσκονται οι πατρίκιοι. Οι δήμαρχοι αγωνίζονταν για τα δικαιώματα των πληβείων, συγκαλούσαν συνελεύσεις και πρότειναν για συζήτηση και ψήφιση μέτρα που αφορούσαν το σύνολο του κράτους και όχι μόνο την τάξη τους.

Γνωστότερο παράδειγμα είναι αυτό των Τιβέριου και Γάιου Γράκχου, οι οποίοι αποπειράθηκαν να αποσπάσουν όσο το δυνατόν περισσότερες αρμοδιότητες από τη Σύγκλητο και να τις μεταφέρουν στην άμεση δικαιοδοσία της λαϊκής συνέλευσης, επιδιώκοντας να ιδρύσουν στη Ρώμη έναν τύπο δημοκρατίας κατά το αθηναϊκό πρότυπο. Η όποια δημοτική αυτονομία υπήρχε στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία καταπολεμήθηκε με κάθε μέσο από τον Οκταβιανό Αύγουστο (63π.Χ.-14μ.Χ.) και τους διαδόχους του, οι οποίοι ανήγαγαν την εξαφάνισή της σε θεμέλιο λίθο της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής διοίκησης.

Όσον αφορά την ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε δύο πολύ σημαντικά ιστορικά γεγονότα που αποτυπώνουν τη διαμάχη ανάμεσα στον δήμο και την κεντρική εξουσία.

Το πρώτο είναι η περίφημη Στάση του Νίκα, όπου το 532μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη οι πολιτικές οργανώσεις, γνωστές ως Δήμοι (Πράσινοι, Βένετοι), στασίασαν αντιδρώντας στα αντιλαϊκά μέτρα του Τριβωνιανού και του Ιωάννη Καππαδόκη, που επιβλήθηκαν για να καλύψουν τις πολυδάπανες εκστρατείες του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Μόνο χάρη στη σφαγή, η βασίλισσα Θεοδώρα μπόρεσε να καταστείλει το επαναστατικό κίνημα των δήμων. Έτσι ο βυζαντινός απολυταρχισμός κατάφερε να διαλύσει και το τελευταίο απομεινάρι των δημοκρατικών δυναμεων. Οι δήμοι, που εξέφραζαν τις όποιες δημοκρατικές ελευθερίες, υποτάχθηκαν στον δεσποτισμό της αυτοκρατορίας. Το δεύτερο εξίσου σημαντικό γεγονός συνέβη στη Θεσσαλονίκη, μια ελεύθερη πόλη με προνομιακή αυτοδιοίκηση, η οποία διέθετε ειδικό πολιτικό νόμο και δικαστικά σώματα από τις κοινωνικές της τάξεις. Η οικονομική της δραστηριότητα, που άνηκε στην εργατική τάξη των οργανωμένων συντεχνιών οι οποίες αυτοδιοικούντο, οδήγησε υπό την ηγεσία της αίρεσης των Ζηλωτών (1342-1349) στην εξέγερση της πόλης απέναντι στην κεντρική εξουσία, στην περίφημη κομμούνα της Θεσσαλονίκης.

Οι ελεύθερες πόλεις της αναγέννησης

Το κοινοτικό κίνημα που αναπτύχθηκε μέσα από την ανάδυση των αυτοδιοικούμενων πόλεων τον 11ο και 12ο αιώνα στην Ευρώπη, κυρίως στην Ιταλία και τη Γερμανία, καταγόταν από την κοινότητα του χωριού και από τις αδελφότητες και συντεχνίες των διαφόρων επαγγελμάτων. Το κίνημα αυτό που ανύψωσε την ιδέα του ατόμου στηρίχθηκε σε ομοσπονδίες πόλεων και χωριών και αποτέλεσε την πλήρη άρνηση της συγκεντρωτικής ρωμαϊκής αντίληψης. Τέτοιες ομοσπονδίες ήταν η ένωση της Λομβαρδίας που περιελάμβανε τις πόλεις της Βόρειας Ιταλίας, επίσης οι ομοσπονδίες της περιοχής του Ρήνου, της Βεστφαλίας, της Σερβίας και των Ρωσικών πόλεων. Γνωστή είναι και η εμπορική ένωση της Χάνσα που περιελάμβανε σκανδιναβικές, γερμανικές, πολωνικές και ρωσικές πόλεις.

Πριν από την εποχή της μοναρχίας των Στιούαρτ στην Αγγλία, των Βουρβόνων στη Γαλλία και των Αψβούργων στην Ισπανία, οι ευρωπαϊκές πόλεις απολάμβαναν έναν εξαιρετικό βαθμό αυτονομίας. Πολλές από αυτές απαλλάχθηκαν από τις φεουδαρχικές υποχρεώσεις και απέκτησαν ανεξάρτηση διοίκηση που τους επέτρεψε να απελευθερώσουν τις δικές τους οικονομικές δραστηριότητες. Διέθεταν ένα είδος μεικτής και όχι καπιταλιστικής οικονομίας ενώ η τεχνολογία τους εξακολουθήσε να στηρίζεται στη χειροτεχνία, παρά τη σημαντική πρόοδο που είχε επιτευχθεί στη διάρκεια του Μεσαίωνα. Τα πολιτεύματά τους εκτείνονταν από δημοκρατικά τα πρώτα χρόνια έως ολιγαρχικά στις ύστερες περιόδους. Από τις αρχές του 14ου αιώνα λόγω της οικονομικής κρίσης, της πανούκλας και των πιέσεων των φεουδαρχών ξέσπασαν μεγάλες λαϊκές εξεγέρσεις σε ολόκληρη τη φεουδαρχική Ευρώπη, στη Φλάνδρα, στη βόρεια Γαλλία και στην Αγγλία. Στις πόλεις υπήρξαν και κοινοτικές λαϊκές εξεγέρσεις με καθαρά πολιτικό περιεχόμενο που ζήταγαν περιορισμό των εξουσιών της αριστοκρατίας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η εξέγερση των ανειδίκευτων εργατών της υφαντουργίας το 1378 στη Φλωρεντία και η κατάληψη από αυτούς της εξουσίας της πόλης. Έχουμε επίσης εξεγέρσεις που αντανακλούν μία αυξανόμενη αντίσταση απέναντι στις καταπατήσεις των προνομίων των πόλεων από το συγκεντρωτικό έθνος-κράτος, όπως η εξέγερση των πόλεων της Καστίλης (comuneros) το 1520, ενάντια στον Κάρολο Β’ της Ισπανίας, που είχε σαν στόχο τη δημιουργία μιας δημοτικής συνομοσπονδίας.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο συνομοσπονδισμός των ελεύθερων πόλεων, από τη μία, και το έθνος-κράτος, από την άλλη, αποτέλεσαν τις δύο εναλλακτικές κατευθύνσεις ανάμεσα στις οποίες ταλαντεύθηκε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Το έθνος-κράτος κατάφερε να κατισχύσει έναντι του συνομοσπονδισμού προς τα τέλη του 17ου αιώνα, επιβάλλοντας τον συγκεντρωτισμό της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.

Η ανάγκη όμως για τη δημιουργία θεσμών άμεσης και οικονομικής δημοκρατίας και για τη συνομοσπονδιακή οργάνωση της κοινωνίας δεν έσβησε ποτέ. Ξαναβγήκε στην επιφάνεια από τους ριζοσπάστες της αγγλικής επανάστασης το 1642-1648. Οι Diggers, μία αριστερή πουριτανική ομάδα, υποστήριζε ένα καθαρά κομμουνιστικό σύστημα, επιδιώκοντας βαθιές κοινωνικές αλλαγές και αντιτίθετο σε μία απλή πολιτική και θρησκευτική μεταρρύθμιση, όπως αυτή που προωθούσε ο Κρόμγουελ. Στη συνέχεια ξαναεμφανίζεται μέσα από τις εξισωτικές κοινότητες που εξαπλώνονται στη Βόρεια Αμερική τον 18ο και 19ο αιώνα, από διάφορες θρησκευτικές αιρέσεις όπως οι Αρμονιστές και η Αδελφότητα της Νέας Ζωής. Ωστόσο, αυτές οι κοινότητες έχοντας έναν έντονα εσωστρεφή χαρακτήρα δεν μπόρεσαν να επεκταθούν και να επηρεάσουν βαθύτερα την κοινωνία. Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης στο αποκορύφωμά της, το 1793, το Παρίσι διοικείτο σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις συνελεύσεις των πολιτών έχοντας μοιραστεί σε 48 τομείς (sections) συνολικά. Το ανώτατο συντονιστικό όργανο όργανο των τομέων ήταν η Κομμόυνα, δηλαδή το συμβούλιο της πόλης. Το 1871, η Κομμούνα του Παρισιού κάλεσε όλες τις κομμούνες της Γαλλίας να σχηματίσουν μια συνομοσπονδιακή δυαδική εξουσία σε αντίθεση προς τη νεοπαγή Τρίτη Δημοκρατία. Τέλος, απόπειρες να εγκαθιδρυθούν θεσμοί αυτοδιεύθυνσης είχαμε πολλές και τον 20ο αιώνα. Αξίζει να αναφερθούμε στην Κομμούνα της Κροστάνδης το 1921, που καταπνίγηκε στο αίμα από τον Κόκκινο Στρατό, καθώς και στις αναρχικές κολεκτίβες στην Ισπανική Επανάσταση του 1936, οι οποίες στηρίχθηκαν ακριβώς πάνω στην ισχυρή κοινοτιστική παράδοση του τόπου τους.

*Το παρόν άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ευτοπία, τεύχος 9, Ιούλιος 2002.

Αφήστε ένα σχόλιο

seventeen + twenty =