Ο Μητσοτάκης αναιρεί τον Χέγκελ

0

Του Αλέξανδρου Σχισμένου

Ένα από τα κακά που κληροδότησε ο εγελιανισμός είναι μια άποψη του κράτους ως αντικειμενοποιημένου λόγου και ως ένωσης της αντικειμενικής ελευθερίας με την υποκειμενική ελευθερία. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, «το κράτος καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό είναι το κοινωνικά ηθικό όλο, η πραγμάτωση της ελευθερίας, και συνιστά απόλυτο σκοπό του Λόγου, το να είναι η ελευθερία πραγματική».[i]

Αυτή η δικαιολόγηση της κρατικής αυθεντίας είχε βαριές συνέπειες στην πολιτική σκέψη. Και ενώ υπάρχουν πάρα πολλά ιστορικά παραδείγματα που την αναιρούν, θεωρώ ότι η πρόσφατη συζήτηση για το ν/σ με τίτλο «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις» προσφέρει μια πολύ καλή διάψευση του εγελιανού αξιώματος.

Το ν/σ Χρυσοχοΐδη κωδικοποιεί την αξίωση της κρατικής εξουσίας να χειραγωγήσει πλήρως τη δημόσια σφαίρα, ουσιαστικά ποινικοποιώντας κάθε ανεξάρτητη πολιτική εκδήλωση εντός της. Προσπαθεί να απo-πολιτικοποιήσει τον δημόσιο χώρο και χρόνο υποβάλλοντας κάθε δημόσια συνάθροιση στη δικαιοδοσία του κράτους.

Και, όπως είδαμε στην κοινοβουλευτική συζήτηση, ούτε η αριστερή ούτε η δεξιά πτέρυγα του κοινοβουλίου αμφισβητούν την κρατική δικαιοδοσία. Απλώς η αριστερή προσπαθεί να διατηρήσει τις ασφαλιστικές δικλείδες που ορίζουν οι διαδικασίες λογοδοσίας των κρατικών οργάνων, διατηρώντας μια ισχνή ισορροπία μεταξύ του κρατικού και του δημόσιου, ενώ η δεξιά θέλει να τις καταργήσει κι αυτές, αναβαθμίζοντας το κρατικό στην ανεξέλεγκτη κυριαρχία επί του δημόσιου.

Η διφυία της δημόσιας σφαίρας, ως τόπος πολιτικών σχέσεων και ως τόπος κοινωνικών σχέσεων, ως τόπος επικοινωνίας και συνύπαρξης και ως τόπος κυκλοφορίας και συνδιαλλαγής, ως τόπος ρητών κανόνων και ως τόπος άγραφων συμπεριφορών, είναι επαρκής για να μας πείσει ότι η δημόσια σφαίρα δεν περιστέλλεται στο κρατικό.

Ανήκει όμως στο κρατικό;

Γενικά, η δημόσια σφαίρα συνίσταται στον δημόσιο χώρο και στον δημόσιο χρόνο. Σχηματικά θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον δημόσιο χώρο στατικό στοιχείο της δημόσιας σφαίρας και τον δημόσιο χρόνο δυναμικό στοιχείο της δημόσιας σφαίρας. Αυτός ο σχηματικός ορισμός δεν θέλει να αποκρύψει τη δυναμικότητα του δημόσιου χώρου ή την στατικότητα του δημόσιου χρόνου.

Η πρώτη εκδηλώνεται στο γεγονός ότι ο δημόσιος χώρος βρίσκεται υπό συνεχή ανοικοδόμηση, όπως φαίνεται στην δυναμική αρχιτεκτονική μιας μητρόπολης σαν την Αθήνα, όπου κάθε στιγμή οικοδομές βρίσκονται σε διαδικασία ανέγερσης ή κατεδάφισης, χωρίς το αστικό τοπίο να απολιθώνεται ποτέ.

Η δεύτερη εκδηλώνεται στην επαναληπτικότητα της εργασιακής ρουτίνας και την κυκλικότητα του καθιερωμένου εορτολογίου. Ωστόσο, στη δυναμικότητα του δημόσιου χώρου συνεισφέρει μια διάσταση χρονικότητας, με την απλή μορφή της διαδοχικής ακολουθίας και την μαγματική της ιστορικότητας, ενώ στη στατικότητα του δημόσιου χρόνου παρεισφρέει μια διάσταση χωρικότητας, με την απλή μορφή της καθορισμένης διάταξης και την μαγματική της πραγματικής αλληλοσυμπληρωματικότητας ή αλληλοπροσαρμογής των διαδικασιών.

Η δημόσια σφαίρα υπάρχει δι’ εαυτή, δηλαδή εξυπηρετεί διαδικασίες που εκτυλίσσονται εντός και διαμέσου της και ως εκδήλωση της ανθρώπινης κοινωνικότητας. Οντολογικά συνιστά τη σφαίρα της ανθρώπινης κοινωνικής συνύπαρξης, το διευρυμένο συλλογικό παρόν που περιλαμβάνει την πολιτισμική μνήμη ενός κοινού παρελθόντος και κυοφορεί την κοινή προσδοκία ενός μέλλοντος.

Η παραδοσιακή πολιτική σκέψη εισήγαγε τη διάκριση μεταξύ της κοινότητας [Gemeinschaft] και της κοινωνίας [Gesellschaft]. Στην πραγματικότητα όμως, η δημόσια σφαίρα, ως τόπος συνύπαρξης της κοινωνίας είναι η προϋπόθεση ώστε να δημιουργηθούν ανοιχτές κοινότητες, δηλαδή κοινότητες ως κόμβοι οριζόντιων δικτύων επικοινωνίας και όχι απομονωμένες, κλειστές τοπικότητες.

Η δημόσια σφαίρα είναι ο τόπος όπου πραγματώνονται οι πολιτικοί και νομικοί κανόνες και ρυθμίσεις, χωρίς ποτέ η συνολική ανθρώπινη επικοινωνία και κυκλοφορία που συμβαίνει εντός της να καλύπτεται πλήρως από τους πολιτικούς και νομικούς κανόνες και ρυθμίσεις. Εντός της δημόσιας σφαίρας μπορούν να αναπτυχθούν διαπροσωπικοί δεσμοί που δημιουργούν νέα πεδία επικοινωνίας και συνύπαρξης.

Παράλληλα, προϋπόθεση για την θεμελίωση και θέσμιση της δημόσιας σφαίρας είναι η ταυτόχρονη θεμελίωση και θέσμιση της ιδιωτικής σφαίρας. Το κοινωνικό ανήκειν προϋποθέτει την αναγνώριση του προσώπου ως μέλους της κοινωνίας – ακόμη και σε κοινωνίες όπου δεν αναγνωρίζεται η ανεξάρτητη, αυτόνομη υποκειμενικότητα. Η μορφή και οι βαθμοί ελευθερίας (η πολλαπλότητα των πιθανών συσχετίσεων) που λαμβάνει η σχέση δημόσιας – ιδιωτικής σφαίρας ποικίλλουν ανάλογα με την περίπτωση και είναι ουσιαστικά μη προκαθορισμένοι. Καθορίζονται από τη δημιουργικότητα της ανθρώπινης πράξης που εξαρτάται από την κοινωνική αυτονομία και την ατομική ελευθερία.

Όταν οι πολιτικοί θεσμοί ρητής εξουσίας κανονικοποιούνται και κωδικοποιούνται, τότε χαράσσονται τα ρητά όρια μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας αφενός και της πολιτικής σφαίρας αφετέρου. Η πολιτική σφαίρα συγκροτείται από έναν ρητό πολιτικό χώρο (π.χ. το κτίριο της Βουλής ή την Πνύκα) και έναν ρητό πολιτικό χρόνο (π.χ. τον χρόνο των εκλογών ή των συνελεύσεων). Η πολιτική σφαίρα προκύπτει ως εξειδίκευση των κυβερνητικών λειτουργιών της κοινωνίας όπως αυτές ρυθμίζονται στο πεδίο συσχέτισης της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας.

Σε αυτόνομες, δηλαδή αυτοκυβερνώμενες, δημοκρατικές κοινωνίες, ο ρητός καθορισμός της πολιτικής σφαίρας δεν την απομονώνει ούτε την ανεξαρτητοποιεί από τη δημόσια σφαίρα, αντιθέτως διανοίγει τους διαύλους πρόσβασης της αυτόνομης υποκειμενικότητας στην πολιτική εντός και διαμέσου της δημόσιας σφαίρας. Κάθε πολίτης συμμετέχει ρητά στην θέσπιση των νόμων, τους οποίους συναποφασίζει. Συνεπώς, η δημοκρατική πολιτική προϋποθέτει την κοινωνική ισότητα.

Σε ετερόνομες, δηλαδή κυριαρχούμενες, ολιγαρχικές κοινωνίες, ο ρητός καθορισμός της πολιτικής σφαίρας ισούται με τη στεγανοποίηση και ανεξαρτητοποίησή της. Ο συνεπακόλουθος διαχωρισμός εδώ δεν προκύπτει μόνο μεταξύ της πολιτικής και της δημόσιας σφαίρας αλλά αναδιπλασιάζεται εντός και διαμέσου της δημόσιας σφαίρας, σε προνομιούχους και μη, σε άρχοντες και υπηκόους, σε ελίτ και λαό. Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών αποκλείεται από τη θέσπιση των νόμων, τους οποίους υφίσταται.

Σχηματίζεται έτσι ως καρκίνωμα η κρατική σφαίρα, δηλαδή ο μηχανισμός διατήρησης και αναπαραγωγής της ανεξαρτητοποιημένης, κλειστής πολιτικής σφαίρας, ο μηχανισμός διατήρησης δηλαδή των κοινωνικών ανισοτήτων και των προνομίων. Εξαρχής το κράτος διακρίνεται ρητά από τη δημόσια σφαίρα, η οποία υποβαθμίζεται σε πεδίο δικαιοδοσίας του.

Το κράτος δεν λογοδοτεί, το κράτος λειτουργεί. Ουσία του είναι η τεχνική ορθολογικότητα για την οποία μίλησε ο Kirchheimer και η οποία συνίσταται στην πιθανότητα της άμεσης εκτέλεσης των εντολών με τη μέγιστη αποτελεσματικότητα προς αποκλειστικό όφελος εκείνων που δίνουν τις εντολές[ii]. Συνεπώς, το κρατικό προϋποθέτει την κοινωνική ανισότητα.

Το κράτος, που σύμφωνα με τον Weber κατέχει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, συγκροτείται εξαρχής ως μηχανισμός αναπαραγωγής της κοινωνικής ανισότητας και όχι ως όργανο αυτο-κυβέρνησης του πληθυσμού. Ζητεί να εξουσιάσει αποκλειστικά τη δημόσια σφαίρα, καταστρέφοντας οποιαδήποτε νέα μορφή πολιτικής συνύπαρξης μπορεί να αναδυθεί εντός της, ακυρώνοντας ουσιαστικά κάθε κοινωνική πρόσβαση προς το πολιτικό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η άρχουσα ελίτ ιδιοποιείται το πολιτικό δυναμικό της δημόσιας σφαίρας, καταργώντας την ως πεδίο πολιτικής και αποκτά όχι μόνο το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, αλλά κυρίως το μονοπώλιο κάθε δικαιοδοσίας.

Ακόμη και στα πιο νεοφιλελεύθερα όνειρα της πιο αχαλίνωτης καπιταλιστικής αγοράς, η έσχατη δικαιοδοσία ανήκει στους κρατικούς θεσμούς. Αυτό συμβαίνει γιατί η ιδιοποίηση της πολιτικής εξουσίας από το κράτος το καθιστά αποκλειστικό θεσμό κοινωνικής νομιμοποίησης. Κανένας πληθυσμός δεν θα αναγνώριζε την άμεση δικαιοδοσία της καπιταλιστικής αγοράς επί των πολιτικών αποφάσεων. Η καπιταλιστική κυριαρχία μπορεί να υπάρξει μονάχα διαμεσολαβημένη από την κρατική εξουσία.

Εξ ου και διατηρείται η φαινομενικά, μόνο, παράξενη ισορροπία ανάμεσα στην παράλληλη ανάπτυξη των παγκοσμιοποιημένων καπιταλιστικών αγορών και του έθνους-κράτους.

Όπως έχει δείξει και ο I. Wallerstein[iii], τα έθνη-κράτη είναι απαραίτητοι πυλώνες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, γιατί είναι οι αποκλειστικοί θεσμοί δικαιοδοσίας επί των πληθυσμών και των εδαφών. Το μόνο που χρειάζεται για την παγκοσμιοποιημένη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των χρηματικών αξιών είναι η ομαλοποίηση και ομογενοποίηση των οικονομικών κρατικών λειτουργιών, όχι των πολιτικών. Ασφαλώς οι οικονομικές και πολιτικές κρατικές λειτουργίες αλληλοπλέκονται, αλλά όσες πολιτικές λειτουργίες αφορούν τις διαδικασίες νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας είναι σχετικά αδιάφορες για την καπιταλιστική αγορά, στο βαθμό που δεν εμποδίζουν την ομαλοποίηση και ομογενοποίηση της κυκλοφορίας της.

Συνεπώς, το κρατικό εμφανίζεται ως καρκινική διόγκωση των ιδιωτικών συμφερόντων μιας ολιγαρχικής ελίτ έναντι του δημοσίου και ως ιδιοποίηση του πολιτικού. Αντί το πολιτικό να διανοίγεται στην καθαρά δημόσια σφαίρα, ουσιαστικά συρρικνώνεται σε μια κλειστή σφαίρα ιδιωτικών συμφερόντων. Αυτό το πλέγμα ιδιαίτερων συμφερόντων που ιδιοποιείται την δημόσια εξουσία είναι το κράτος.

Αυτή η θέση είναι συνάμα άρνηση και εγκατάλειψη της παραδοσιακής εγελιανής άποψης για το κράτος. Όπως είπαμε, στην εγελιανή φιλοσοφία το κράτος θεωρείται ως η ορθολογική σφαίρα όπου οι ανταγωνισμοί των ιδιαίτερων (ιδιωτικών) συμφερόντων υπερβαίνονται σε μία κοινωνική καθολικότητα με αρχή την ελευθερία.

Αυτή η ορθολογικοποίηση της κρατικής αυθεντίας οδήγησε θεωρητικούς όπως ο F. Neumann να θεωρήσουν το Ναζιστικό καθεστώς ως «μη κράτος». [iv]  Αντιθέτως, θεωρούμε ότι το Ναζιστικό κράτος είναι η καθαρή μορφή του κράτους, δηλαδή της αυταρχικής πολιτικής εξουσίας με απόλυτη δικαιοδοσία και δίχως καμία λογοδοσία προς την κοινωνία. Και αυτό επειδή το κράτος εκδηλώνεται ακριβώς ως η σφαίρα όπου οι ανταγωνισμοί των κατεστημένων ιδιωτικών συμφερόντων κυριαρχούν επί της κοινωνικής καθολικότητας.

Όμως το κράτος δεν μπορεί να καλύψει ολόκληρη τη δημόσια σφαίρα ακριβώς γιατί είναι ουσιωδώς μερικό και μεροληπτικό. Σε κάθε κοινωνία θα υπάρχουν διαπροσωπικές σχέσεις που θα διαφεύγουν από τον έλεγχο και τον κανονισμό. Όμως, όπως βλέπουμε παντού τριγύρω, αν η δημόσια σφαίρα χάσει πλήρως την πολιτική της διάσταση, αν χάσει εντελώς τον πολιτικό της χαρακτήρα, αν γίνει μονοδιάστατη, τότε ουσιαστικά καταργείται ως δημόσια σφαίρα. Το κρατικό είναι δείκτης της κοινωνικής ανισότητας.

Όπως μας είπε ο Rancière, στη συζήτησή μας το 2017:

«Τι σημαίνει πραγματικά να βρίσκεσαι στον δημόσιο χώρο; Είτε ο χώρος προορίζεται για τους ανθρώπους, είτε προορίζεται για τα κτίρια, το εμπόριο, τις υπεραγορές και ούτω καθεξής. Αυτό που διακυβεύεται είναι η ιδέα της διαθεσιμότητας του χώρου για όλους και για απροσδιόριστες χρήσεις ενάντια στην ιδέα του να δίνεται πάντα στον χώρο και στον χρόνο ένας συγκεκριμένος προορισμός».

Κατά το πρώτο έτος της κυβέρνησης Μητσοτάκη είδαμε μια διαρκή και πολλαπλή επίθεση του κρατικού μηχανισμού σε όλες τις διαστάσεις της δημόσιας σφαίρας: Επίθεση στον δημόσιο χώρο, τόσο τον αστικό όσο και τον φυσικό, με κακόγουστες και επιθετικές παρεμβάσεις («Μεγάλος Περίπατος»), άγρια καταστολή κάθε αυθόρμητης συνάθροισης και κατάργηση κάθε περιβαλλοντικής προστασίας (ν/σ Χατζηδάκη). Και επίθεση στον δημόσιο χρόνο με απόπειρες χειραγώγησης της πολιτισμικής μνήμης (Επιτροπή για τα 200 χρόνια από το 1821), αναθεώρησης της ιστορικής μνήμης και ποινικοποίησης κάθε ορίζοντα προσδοκιών ενός κοινού μέλλοντος (σύσταση Αστυνομικής Διεύθυνσης για την πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης). Το ν/σ Χρυσοχοΐδη είναι η θεσμοποίηση της επίθεσης.

Το ν/σ Χρυσοχοΐδη παραβιάζει το άρθρο 11 του ελληνικού Συντάγµατος, το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης Δικαιωµάτων του Ανθρώπου (ΕΔΣΑ), το άρθρο 12 του Χάρτη Θεµελιωδών Δικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), το άρθρο 21 του Διεθνούς Συµφώνου για τα ατοµικά και τα πολιτικά δικαιώµατα (ΔΣΑΠΔ) και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Δηλαδή κάθε συμβόλαιο και σύμβαση του κράτους και της κοινωνίας. Το ν/σ θωρακίζει την Αστυνομία γιατί αναγνωρίζει την αστυνομική βία ως ομοούσια της κρατικής αυθεντίας.

Ευτυχώς δεν παραβιάζει τους κανόνες της καπιταλιστικής αγοράς και της Ευρωζώνης, οπότε δεν εμποδίζει την ομαλή κυκλοφορία των καπιταλιστικών αξιών. Υποβαθμίζει το δημόσιο χώρο σε απλή αγορά και τους πολίτες σε καταναλωτές. Ουσιαστικά απογυμνώνει την πραγματική λειτουργία του κράτους. Το ν/σ καταδίκασαν η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, η Ένωση Εισαγγελέων και όλοι οι συνταγματολόγοι που δεν φέρουν το επώνυμο Αλιβιζάτος. Δεν είναι αντικρατιστές. Απλώς αντιλαμβάνονται ότι το ξεγύμνωμα της κοινωνικής ανισότητας και ο καθαγιασμός της αστυνομικής βίας καθιστούν δύσκολη έως αδύνατη την κοινωνική νομιμοποίηση της εξουσίας.

Αλλά η δεξιά δεν μπορεί να αντιληφθεί την νομιμοποίηση δίχως το κλομπ του μπάτσου. Το μάθημα που πήρε ο Κων/νος Καραμανλής μετά το Πολυτεχνείο του 1973 ξεχάστηκε γρήγορα αφού ο αυταρχισμός είναι συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας της δεξιάς παράταξης.

Έτσι ο Μητσοτάκης καταργεί και νομοθετικά τα ανθρώπινα δικαιώματα, τους συνταγματικούς περιορισμούς και κάθε ψευδαίσθηση περί ορθολογικού κράτους δικαίου. Μαζί, αναιρεί και τον Χέγκελ.


[i] G. W. F. Hegel, (1821) Βασικές αρχές της φιλοσοφίας του Δικαίου, παρ. 3.1. μτφρ. Δ. Τζωρτζόπουλος

[ii] Otto Kirchheimer (1941) ‘The Legal Order of National Socialism’, in O. Kirchheimer

(1969) Politics, Law and Social Change: Selected Essais of Otto Kirchheimer, ed. Frederik S. Burin and Kurt L. Shell, p. 99. New York and London: Columbia University

[iii] Balibar, Étienne, and Immanuel M. Wallerstein. (1991) Race, Nation, Class: Ambiguous Identities. London: Verso/

[iv] Vicky Iakovou, (2009) ‘Totalitarianism as Non-State: On Hannah Arendt’s Debt to Franz Neumann’, European Journal of Political Theory 8(4) 429–447

Αφήστε ένα σχόλιο

two × three =