Μαύρος Αχιλλέας (αποσπάσματα)

0

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν τις σύγχρονες ιδεές περί φυλής. Έβλεπαν τον εαυτό τους σαν λευκό, σαν μαύρο ή σαν κάτι άλλο;

Του Tim Whitmarsh*

Λίγα ζητήματα προκαλούν τέτοια διαμάχη όπως το χρώμα του δέρματος των αρχαίων Ελλήνων. [Το 2017] σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Forbes, η μελετήτρια κλασικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα Sarah Bond προκάλεσε θόρυβο επισημαίνοντας ότι πολλά από τα ελληνικά αγάλματα που μας φαίνονται λευκά τώρα ήταν στην αρχαιότητα βαμμένα με χρώμα. Αυτή είναι μια μη αμφιλεγόμενη θέση, και είναι αποδεδειγμένα σωστή, αλλά η Μποντ δέχτηκε μια πλημμύρα διαδικτυακής κακοποίησης επειδή τόλμησε να προτείνει πως ο λόγος για τον οποίο κάποιοι αρέσκονται να φαντάζονται τα ελληνικά αγάλματα λευκά σαν μάρμαρο μπορεί να σχετίζεται με την πολιτική τους.

[Το 2018], ήταν η σειρά της νέας τηλεοπτικής σειράς του BBC Troy: Fall of a City να προκαλέσει οργή, γιατί διένειμε σε μαύρους ηθοποιούς τους ρόλους του Αχιλλέα, του Πατρόκλου, του Δία, του Αινεία και άλλων (λες και η διανομή τους σε αγγλόφωνους βορειοευρωπαίους ηθοποιούς θα ήταν λιγότερο αναχρονιστική).

Η ιδέα των αρχαίων Ελλήνων ως υποδείγματα λευκότητας είναι βαθιά ριζωμένη στη δυτική κοινωνία. 

Όπως δείχνει η Donna Zuckerberg στο βιβλίο της Not All Dead White Men (2018), αυτή η ατζέντα προωθείται πεισματικά από τμήματα της ακροδεξιάς που βλέπουν τον εαυτό τους ως κληρονόμο της (υποτιθέμενης) ευρωπαϊκής πολεμικής αρρενωπότητας. Ο ρατσισμός είναι συναισθηματικός, όχι λογικός.

Δεν θέλω να δώσω αξία στους διαδικτυακούς στρατούς των ανώνυμων τρολ απαντώντας λεπτομερώς στους ισχυρισμούς τους. Ο στόχος μου σε αυτό το άρθρο, είναι μάλλον να εξετάσω πώς οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν τις διαφοροποιήσεις στο χρώμα του δέρματος. Οι διαφορές είναι διδακτικές -και, πράγματι, δείχνουν ξεκάθαρα την παραδοξότητα της σύγχρονης, δυτικής εμμονής με την ταξινόμηση βάσει του χρώματος.

Η Ιλιάδα (ένα «ποίημα για το Ίλιον ή την Τροία») και η Οδύσσεια (ένα «ποίημα για τον Οδυσσέα») του Ομήρου είναι τα πρώτα διασωσμένα λογοτεχνικά κείμενα που συντάσσονται στα ελληνικά. Για τα περισσότερα από τα υπόλοιπα έργα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, έχουμε λίγο πολύ ασφαλή γνώση του συγγραφέα, αλλά ο «Όμηρος» εξακολουθεί να είναι ένα μυστήριο για εμάς, όπως ήταν και για τους περισσότερους αρχαίους Έλληνες: δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία για το αν τα ποιήματά του είναι έργα ενός μόνο συγγραφέα ή μιας συλλογικής παράδοσης.

Τα ποιήματα έχουν τις ρίζες τους σε αρχαίες ιστορίες που μεταδίδονταν προφορικά, αλλά η αποφασιστική στιγμή για τη σταθεροποίησή τους στην τρέχουσα μορφή τους ήταν η περίοδος από τον 8ο έως τον 7ο αιώνα π.Χ. Η πολιορκία της Τροίας, το κεντρικό γεγονός του μυθικού κύκλου στον οποίο ανήκουν τα ομηρικά ποιήματα, μπορεί να βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός που έλαβε χώρα στην προηγούμενη εποχή του Χαλκού, τον 13ο ή 12ο αιώνα π.Χ. αλλά μπορεί και όχι. Ιστορικά μιλώντας, τα ποιήματα είναι ένα αμάλγαμα διαφορετικών χρονικών στρωμάτων: ορισμένα στοιχεία προέρχονται από τον σύγχρονό τους κόσμο του 8ου αιώνα π.Χ., μερικά είναι γνήσιες αναμνήσεις της εποχής του Χαλκού και μερικά (όπως η φράση του Αχιλλέα «αθάνατη δόξα») ριζώνουν στην αρχαία ινδοευρωπαϊκή ποιητική. Υπάρχει επίσης μια υγιής δόση φαντασίας, όπως όλοι οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώριζαν: κανείς δεν πίστεψε ποτέ, για παράδειγμα, ότι τα άλογα του Αχιλλέα μπορούσαν πραγματικά να μιλήσουν.

Ο Αχιλλέας δεν ήταν ιστορικό πρόσωπο. Ή μάλλον η φιγούρα στο ποίημα μπορεί να συνδέεται εμμέσως με μια πραγματική φιγούρα ή και όχι, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα. Ο Αχιλλέας, όπως τον θεωρούμε και όπως τον θεωρούσαν οι Έλληνες, είναι μια μυθική μορφή και μια ποιητική δημιουργία. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι «Πώς ήταν ο Αχιλλέας;» αλλά «Πώς τον απεικονίζει ο Όμηρος;»

[…] Πίσω από αυτό το φαινομενικά απλό ερώτημα βρίσκεται μια τεράστια συζήτηση, τόσο φιλοσοφική όσο και φιλολογική, που έχει προβληματίσει τους μελετητές για περισσότερο από έναν αιώνα: άραγε οι διαφορετικοί πολιτισμοί αντιλαμβάνονται και διατυπώνουν τα χρώματα με διαφορετικούς τρόπους; Αυτό δεν είναι ένα ζήτημα που μπορούμε να απαντήσουμε εδώ, αλλά είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι πρώιμοι ελληνικοί όροι για το χρώμα υπήρξαν στο επίκεντρο αυτών των συζητήσεων (από τότε που ο Βρετανός πρωθυπουργός William Gladstone, ένας παθιασμένος ερασιτέχνης αρχαιοδίφης, εξέφρασε τη δική του άποψη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα).

Το πρώιμο ελληνικό χρωματικό λεξιλόγιο ήταν πράγματι πολύ περίεργο για τα μοντέρνα μάτια. Η λέξη ἀργός, για παράδειγμα, χρησιμοποιείται [στον Όμηρο] για πράγματα που θα λέγαμε λευκά, αλλά και για αστραπές και για σκύλους που κινούνται γρήγορα[i]. Φαίνεται να αναφέρεται όχι μόνο στο χρώμα, αλλά και σε ένα είδος αστραπιαίας ταχύτητας. Το χλωρός (όπως στην «χλωροφύλλη») χρησιμοποιείται για την πράσινη βλάστηση, αλλά και για την άμμο σε μια ακτή, για τα δάκρυα και το αίμα, και για την ωχρότητα του δέρματος των τρομοκρατημένων. Ένας μελετητής ισχυρίζεται πως περιγράφει τη «γόνιμη ζωτικότητα των υγρών, αναπτυσσόμενων πραγμάτων», ως πρασινωπό, φυσικά, αλλά το χρώμα αντιπροσωπεύει μόνο μία πτυχή της λέξης και μπορεί εύκολα να παρακαμφθεί.

Περιέργως, ορισμένοι πρώτοι ελληνικοί όροι για το χρώμα φαίνεται επίσης να συνδέονται έντονα με την κίνηση. Ο ίδιος μελετητής επισημαίνει ότι η λέξη ξανθός συνδέεται ετυμολογικά με μια άλλη λέξη, το ξουθός, που δείχνει μια γρήγορη, δονούμενη κίνηση[ii]. Έτσι, ενώ το ξανθός σίγουρα υποδεικνύει το χρώμα των μαλλιών στο φάσμα «καφέ-προς-ξανθά», το επίθετο καταγράφει, επίσης, τη διάσημη γρήγορη ταχύτητα του Αχιλλέα, και μάλιστα τη συναισθηματική του αστάθεια.

[…] Και τι γίνεται με το «μελαμψός»; Ήταν ο Οδυσσέας στην πραγματικότητα μαύρος; Ή μήπως «μαυρισμένος»; Για άλλη μια φορά, μπορούμε να δούμε πώς οι διαφορετικές μεταφράσεις παροτρύνουν τους σύγχρονους αναγνώστες να αντιμετωπίσουν αυτούς τους χαρακτήρες με εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Αλλά για να κατανοήσουμε το ομηρικό κείμενο, πρέπει να εγκαταλείψουμε αυτές τις σύγχρονες συσχετίσεις. Η μαυρίλα του Οδυσσέα, όπως και ο ξανθός Αχιλλέας, δεν αναφέρεται στις σύγχρονες φυλετικές κατηγορίες, αλλά, μάλλον, φέρει αρχαίες ποιητικές συνδηλώσεις. Σε άλλο σημείο της Οδύσσειας, περιγράφεται ο Ευρυβάτης, ο αγαπημένος σύντροφος του Οδυσσέα:

ώμοι λιγάκι στρογγυλοί, το δέρμα μελαψό, (μελανόχροος) σγουρά μαλλιά,
τον λέγαν Ευρυβάτη· αυτόν από όλους τους συντρόφους
ο Οδυσσέας τιμούσε πιο πολύ, γιατί είχε γνώμη
ταιριαστή με τη δική του.
[μτφρ. Δ.Ν. Μαρωνίτης, τ 244]

Το τελευταίο μέρος είναι το κρίσιμο κομμάτι: το μυαλό τους λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο, πιθανώς επειδή ο Ευρυβάτης και ο Οδυσσέας είναι και οι δύο πολυμήχανοι. Και, πράγματι, βρίσκουμε τη συσχέτιση μεταξύ του μαύρου χρώματος και της πανουργίας και αλλού στην πρώιμη ελληνική σκέψη.

Το «μαύρο» (Μέλας) και το «λευκό» (Λευκός) είναι επίσης -το σημαντικότερο- προσδιορισμοί φύλου: Οι γυναίκες εγκωμιάζονται για τα «λευκά τους μπράτσα» [λευκώλενος], αλλά οι άνδρες όχι. Αυτή η διαφοροποίηση εκδηλώνεται και στις συμβάσεις της ελληνικής (και μάλιστα της Αιγυπτιακής) τέχνης, όπου βρίσκουμε ότι οι γυναίκες συχνά απεικονίζονται πολύ πιο ανοιχτόχρωμες από το δέρμα των ανδρών. Το να αποκαλέσεις έναν αρχαίο Έλληνα «λευκό» ήταν σαν να τον αποκαλούσες «θηλυπρεπή». Αντιστρόφως, το να αποκαλέσεις τον Οδυσσέα «μελαμψό» θα μπορούσε να τον συσχετίσει με την τραχιά, υπαίθρια ζωή που έζησε στη «βραχώδη Ιθάκη».

Έτσι, το να ρωτάμε αν ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας ήταν λευκοί ή μαύροι, σε έναν βαθμό σημαίνει ότι διαβάζουμε λάθος τον Όμηρο. Οι χρωματικοί όροι του δεν έχουν σχεδιαστεί για να βάλουν τους ανθρώπους σε φυλετικές κατηγορίες, αλλά για να συμβάλουν στον χαρακτηρισμό των ατόμων, χρησιμοποιώντας λεπτές ποιητικές συσχετίσεις που εξατμίζονται αν μεταφράζουμε αποκλειστικά «ξανθά» και όχι «καφέ», «μαυρισμένος» αντί «μαύρος» (και αντίστροφα).

Οι αρχαίοι Έλληνες απλά δεν πίστευαν ότι ο κόσμος διαιρείται κατά μήκος φυλετικών γραμμών σε μαύρο και λευκό: αυτή είναι μια περίεργη παρέκκλιση του σύγχρονου, δυτικού κόσμου, προϊόν πολλών διαφορετικών ιστορικών δυνάμεων, αλλά ιδίως του διατλαντικού εμπορίου σκλάβων και της φυλετικής θεωρίας του 19ου αιώνα. Κανείς στην Ελλάδα ή τη Ρώμη δεν μιλά ποτέ για λευκό ή μαύρο γένος («ομάδα καταγωγής»).

[…] Ο Ξενοφών στην Κύρου Ανάβασις, τον απολογισμό της υποχώρησης ενός μισθοφορικού στρατού μέσω της σημερινής κεντρικής Τουρκίας, περιγράφει τη συνάντησή τους με κάποιους περίεργους ανθρώπους που ρώτησαν αν θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε δημόσια συνουσία με τις γυναίκες που συνόδευαν το ελληνικό στράτευμα. Αυτό δεν ήταν το πιο περίεργο σχετικά με αυτούς: «όλοι ήταν λευκοί, οι άνδρες και οι γυναίκες παρομοίως». Το να είσαι λευκός, ειδικά για τους άνδρες, ήταν στα μάτια του Ξενοφώντα ένδειξη της αλλοτριότητας αυτού του λαού.

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι οι σύγχρονοι γενετιστές θεωρούν, επίσης, ότι η ταξινόμηση βάσει του χρώματος του δέρματος δεν βοηθά, και πράγματι αποφεύγουν τον όρο «φυλή» (μια κατηγορία χωρίς νόημα με βιολογικούς όρους). Υπάρχει σχετικά μικρή γενετική διαφορά μεταξύ των ανθρώπινων πληθυσμών των διαφορετικών ηπείρων, και τα επίπεδα χρωματισμού του δέρματος είναι πολύ λανθασμένη ένδειξη για τη γενική γενετική σχέση. Η διάκριση μεταξύ των «μαύρων» αφρικανικών και των «λευκών» ευρωπαϊκών λαών δεν είναι μόνο μη-ελληνική: είναι επίσης μη-βιολογική.

Όμως αυτό, φυσικά, δεν είναι ο μόνος τρόπος θεώρησης του ζητήματος. Ας κάνουμε μια διαφορετική ερώτηση: γνώριζε ο Όμηρος ανθρώπους που θα περιγράφαμε ως μαύρους Αφρικανούς; Τους φαντάστηκε στην Τροία; Ας θυμηθούμε ότι δεν υπήρχε καθορισμένη περιοχή της «Ελλάδας» εκείνη την εποχή (δηλαδή, περίπου τον 8ο αιώνα π.Χ.): Ελληνόφωνοι ιδρύουν αποικίες σε όλη τη Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης της Βόρειας Αφρικής και του Δέλτα του Νείλου. Το εμπόριο με την Αίγυπτο οδήγησε τους αρχαίους Έλληνες να δανειστούν αυτά που θεωρούμε τώρα ως χαρακτηριστικά ελληνικές πολιτιστικές μορφές, όπως τη μνημειακή αρχιτεκτονική του ναού και τα αγάλματα των όρθιων ανδρών που είναι γνωστά ως κούροι. Τα θαλάσσια ταξίδια του Οδυσσέα που περιγράφονται στην Οδύσσεια αποδίδουν το περιπετειώδες πνεύμα αυτής της εποχής, και πράγματι υπάρχουν αναφορές σε ταξίδια στην Αίγυπτο (αν και η ομηρική γεωγραφία δεν είναι πάντα ακριβής). Η Αίγυπτος, φυσικά, ήταν ένα πλούσιο και εντυπωσιακό αρχαίο κράτος, και άσκησε μια ισχυρή φανταστική και πραγματική έλξη στους αρχαίους Έλληνες κατά τη διάρκεια των αιώνων.

Στο ανώτερο (δηλ. Νότιο) τμήμα της κοιλάδας του Νείλου, στο σύγχρονο Σουδάν, βρισκόταν ένας άλλος υπέροχος πολιτισμός γνωστός ως Κους, Μεροϊτικό βασίλειο και Νουβία. Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν αυτό το μέρος «Αιθιοπία», που μπορεί να σημαίνει «γη των ηλιοκαμένων προσώπων». Οι Αιθίοπες αναφέρονται πολλές φορές στα ομηρικά ποιήματα ως ευσεβείς, δίκαιοι άνθρωποι, εκλεκτοί των θεών, που τους επισκέπτονται για να γευματίσουν μαζί σε ένα μακρινό μέρος «ανάμεσα στο ηλιοβασίλεμα και την αυγή». Στην Οδύσσεια, ο Μενέλαος ισχυρίζεται ότι τους επισκέφτηκε. Δυστυχώς, δεν υπάρχει περιγραφή του πώς έμοιαζαν αυτοί οι άνθρωποι και, δεδομένου του ότι λέγεται πως ζούσαν στην Άπω Ανατολή και την Άπω Δύση, κοντά στον ωκεανό, μπορεί να μην είχαν καμία σχέση με την Αφρική. […] Οι μετα-ομηρικές αναφορές των Αιθιόπων, ωστόσο, τους τοποθετούν σταθερά στην Αφρική και συνήθως στην περιοχή του σύγχρονου Σουδάν. Ο φιλόσοφος Ξενοφάνης τον 6ο π.Χ. αιώνα, για παράδειγμα, τους αναφέρει ως «πλατύρρινους και μαύρους».

Γιατί σχετίζεται αυτό με τον Όμηρο; Επειδή η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτελούσαν τμήμα μιας μυθολογικής ακολουθίας που περιλαμβάνει το ποίημα του Αρκτίνου Αιθιοπίς, «το ποίημα για τους Αιθίοπες», το οποίο συνεχίζει την ιστορία από εκεί όπου η Ιλιάδα σταμάτησε, δηλαδή αμέσως μετά την ταφή του Έκτορα στην Τροία. Οι Τρώες, έχοντας χάσει τον καλύτερο πολεμιστή τους, φέρνουν αμέσως ενισχύσεις από μακρινά εδάφη: πρώτα, την Πενθεσίλεια και τις Αμαζόνες, και στη συνέχεια τον Μέμνωνα και τους Αιθίοπες. Και οι δύο είναι μεγάλες, ηρωικές φιγούρες, που νικήθηκαν από τον Αχιλλέα. Στον Μέμνωνα χαρίζεται η αθανασία μετά τον θάνατό του.

Λοιπόν, το κρίσιμο ερώτημα τώρα είναι: φαντάζονταν τον Μέμνωνα και τους άντρες του μαύρους;

Και πάλι, η ιστορία είναι μπερδεμένη. Η Αιθιοπίς δεν σώθηκε, και παρόλο που έχουμε μια σύνοψη από έναν μεταγενέστερο συγγραφέα, δεν μας λέει τίποτα για την εθνότητα των Αιθιόπων. Μια πολύ μεταγενέστερη ποιητική αναπαράσταση της ιστορίας από έναν επικό ποιητή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τον Κουίντο της Σμύρνης (3ος αιώνας μ.Χ.) -θεωρείται παραδοσιακός, και ίσως ακολουθεί τον Αρκτίνο εδώ- παρουσιάζει τους Αιθίοπες στην Τροία ως μαύρους. Αλλά η αρχική εικόνα είναι μπερδεμένη. Οι πρώιμες αναπαραστάσεις αγγείων είναι δύσκολο να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία, επειδή όλες οι μορφές είναι μαύρες, ανεξάρτητα από την εθνότητα (λόγω της λεγόμενης μελανόμορφης τεχνικής που χρησιμοποιούσαν οι ζωγράφοι). Σε μια περίπτωση του 6ου αιώνα π.Χ., βρίσκουμε έναν βαριά οπλισμένο (και ως εκ τούτου αόρατο στο μάτι του θεατή), Μέμνωνα να πλαισιώνεται από δύο προφανώς Αφρικανούς συνοδούς. Όταν εμφανίζεται η ερυθρόμορφη ζωγραφική, γύρω στο 530 π.Χ. στην Αθήνα, βρίσκουμε μερικά έργα αγγειογραφίας που απεικονίζουν τον Μέμνωνα στο ίδιο χρώμα με τους Έλληνες. Αλλά υπάρχουν, επίσης, αγγεία που δείχνουν μυθικούς μαχητές με (έντονα) αφρικανικά χαρακτηριστικά, που μπορεί να είναι ο Μέμνων και οι πολεμιστές του ή και όχι.

Είναι δύσκολο να σκεφτούμε ποιος άλλος μπορεί να είναι. Και ακόμη και αν δεν είναι ακριβώς ο Μέμνων, είναι απόδειξη ότι οι αρχαίοι Έλληνες μπορούσαν να φανταστούν τους Αφρικανούς σε σκηνές μυθικής μάχης.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. αρχίζουμε να βρίσκουμε πιο λεπτομερείς περιγραφές στις λογοτεχνικές πηγές. Κάποιοι απεικονίζουν τον Μέμνωνα ως Πέρση -ίσως αντανακλώντας την επιρροή των Περσικών Πολέμων, που έλαβαν χώρα την περίοδο από το 490-472 π.Χ. Όμως βρίσκουμε και τον Αφρικανικό Μέμνωνα: ένα κομμάτι του Αισχύλου, πιθανώς από το έργο του Μέμνων, λέει: «Έχω μάθει σίγουρα και ξέρω ότι μπορώ να μιλήσω για την καταγωγή του [Μέμνωνα] από τη χώρα της Αιθιοπίας, από την οποία ο επτάστόμος Νείλος χύνει τα γόνιμα νερά του που ξεχειλίζουν».

Η φράση υποδηλώνει ότι ο ομιλητής γνωρίζει ότι έρχεται σε αντίθεση με μια εναλλακτική παράδοση σχετικά με την καταγωγή του Μέμνωνα (πιθανώς την περσική).

Συνοψίζοντας λοιπόν: απλώς δεν ξέρουμε αν ο Όμηρος ή ο Αρκτίνος φαντάστηκαν Αφρικανούς πολεμιστές στην Τροία, αλλά σίγουρα υπήρξαν λίγο αργότερα αρχαίοι Έλληνες που το έκαναν. Η άποψή μου είναι ότι οι Αιθίοπες του Αρκτίνου ήταν μαύροι Αφρικανοί (ακόμη και αν ο Μέμνων δεν ήταν): σίγουρα πρέπει να υπήρχε κάποιος λόγος για τον οποίο η ομηρική ασάφεια σχετικά με την τοποθεσία της Αιθιοπίας αντικαταστάθηκε τόσο γρήγορα από τη βεβαιότητα ότι βρισκόταν στην Αφρική, και ένα σημαντικό επικό ποίημα είναι ακριβώς το είδος που θα μπορούσε να παρέχει τέτοια αυθεντική βεβαιότητα.

[…] Το χρωματικό λεξιλόγιο θεωρείται συχνά από τους χρήστες του ότι είναι φυσικό και προφανές, επειδή το οπτικό πεδίο είναι τόσο άμεσο και ζωντανό για εμάς. Πιστεύουμε ότι τα χρώματα που βλέπουμε είναι εγγεγραμμένα στη φύση των πραγμάτων. Πράγματι, σε φυσιολογικό επίπεδο, αυτό ίσως να ισχύει. Αλλά όταν οι εγκέφαλοί μας ξεκινούν τη διαδικασία κατανόησης αυτών των νευρολογικών σημάτων, τότε, αναπόφευκτα, αρχίζουμε να χρησιμοποιούμε τις κατηγορίες που έχουμε μάθει από εκείνους που βρίσκονται γύρω μας. Το να κοιτάζουμε στο παρελθόν και να εκπαιδεύουμε τους εαυτούς μας να δούμε με τα μάτια άλλων πολιτισμών, είναι ισχυροί τρόποι αποφυσικοποίησης των κληρονομημένων εννοιολογικών κατηγοριών μας και αναγνώριση ότι δεν είναι αναπόφευκτες. Η τελική ειρωνεία είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες, που συχνά θεωρούνται στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική ως προφανώς λευκοί, θα είχαν συγκλονιστεί με αυτήν τη θεώρηση.

[i] http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/search.html?lq=%E1%BC%80%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82&exact=true

[ii] http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/search.html?lq=%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B8%CF%8C%CF%82


Tim Whimarsh είναι καθηγητής ελληνικού πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, και κατείχε καθηγητικές θέσεις στην Οξφόρδη και το Έξετερ. Το τελευταίο του βιβλίο είναι το Battling the Gods: Atheism in the Ancient World (2015).

Μετάφραση: Αλέξανδρος Σχισμένος

Αφήστε ένα σχόλιο

nineteen + 11 =