Η «κοινοτική πολυτέλεια» στην Κομμούνα του Παρισιού

0

Στις 28 Μάη του 1871, η Κομμούνα του Παρισιού πνίγηκε στο αίμα. Η Αμερικανίδα Κριστίν Ρος (Kristin Ross) γράφει και ερευνά εδώ και χρόνια τις συσχετίσεις ανάμεσα στην Κομμούνα, το ’68 και τη σύγχρονη ZAD. Χαρακτηριστικό αυτής της μελέτης αποτελεί το βιβλίο της «Η Κοινοτική Πολυτέλεια: Το Πολιτικό Φαντασιακό της Παρισινής Κομμούνας» (Communal Luxury: The Political Imaginary of the Paris Commune, Verso Books), όπου η ίδια αναλύει την ανάδυση των λαϊκών επανενώσεων των επαναστατών του 1848 στα χρόνια που προηγήθηκαν της Παρισινής Κομμούνας και την επανεμφάνιση της γλώσσας του πολίτη. Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό σημείωμά της για την Παρισινή Κομμούνα:

Η χειρονομία της υπεράσπισης αρχίζει συχνά με την απόδοση αξίας, ιδίως ενός είδους υπέρμετρης αξίας, εκεί όπου πριν δεν πίστευε κανείς ότι υπήρχε αξία – με έναν τρόπο που, όπως έχω δείξει αλλού, η Παρισινή Κομμούνα ονόμαζε «κοινοτική πολυτέλεια» [communal luxury]. Το 1871 ο Eugene Pottier και η Ομοσπονδία Καλλιτεχνών υπό την Κομμούνα ανέτρεψαν την ιεραρχία που βρισκόταν στον πυρήνα του καλλιτεχνικού κόσμου, την ιεραρχία που παρείχε τεράστια προνόμια, κύρος και οικονομικά πλεονεκτήματα σε όσους εξασκούσαν τις «καλές τέχνες» (ζωγράφους και γλύπτες) – προνόμια, κύρος και οικονομική ασφάλεια που οι διακοσμητικοί καλλιτέχνες, οι ηθοποιοί του θεάτρου και οι εξειδικευμένοι τεχνίτες πολύ απλά δεν μπορούσαν να αποκτήσουν υπό τη Δεύτερη Αυτοκρατορία.[1]

Γιατί άραγε η εργασία των τεχνιτών δεν θα πρέπει να έχει την ίδια αξία με το έργο των καλλιτεχνών;

Η Ομοσπονδία, η οποία συνένωσε «όλες τις καλλιτεχνικές ευφυΐες, σε απόλυτη ανεξαρτησία από το κράτος», εξέδωσε ένα μανιφέστο που τελειώνει με την εξής φράση: «Θα δουλέψουμε συνεργατικά για την αναγέννησή μας, τη γέννηση της κοινοτικής πολυτέλειας, τη μελλοντική λαμπρότητα και την παγκόσμια δημοκρατία».

Αυτό που ο Pottier και οι άλλοι καλλιτέχνες και τεχνίτες ονόμαζαν «κοινοτική πολυτέλεια» ήταν κάτι σαν τη δημιουργία της «δημόσιας ομορφιάς»: η ενίσχυση του βιωμένου περιβάλλοντος στα χωριά και τις πόλεις, το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ζει και να εργάζεται σε ένα ευχάριστο περιβάλλον. Αυτό μπορεί να φαίνεται σαν ένα μικρό, ίσως ακόμη και «διακοσμητικό» αίτημα μιας χούφτας απλών «διακοσμητικών» καλλιτεχνών. Αλλά αυτό που είχαν στο μυαλό τους δεν ήταν μόνο μια πλήρης αναδιάρθρωση της σχέσης μας με την τέχνη, αλλά επίσης της σχέσης μας με την εργασία, τους κοινωνικούς δεσμούς, τη φύση και το βιωμένο περιβάλλον. Το αίτημά τους σημαίνει την πλήρη κινητοποίηση των δύο λέξεων-κλειδιών της Κομμούνας, δηλαδή της αποκέντρωσης και της συμμετοχής.

Σημαίνει την αποϊδιωτικοποιημένη τέχνη και ομορφιά, την πλήρως ενταγμένη στην καθημερινή ζωή, την όχι κρυμμένη σε ιδιωτικά σαλόνια ή συγκεντρωμένη σε μια ανήθικη εθνικιστική μνημειακότητα.

Επρόκειτο, με άλλα λόγια, για μια πλήρη κατάργηση, στο πλαίσιο της Κομμούνας, των κοινωνικά καθορισμένων και αρχαίων κατηγοριών των καλλιτεχνικών πρακτικών, η οποία ξεκίνησε με τη διακήρυξη της αξίας του έργου των τεχνιτών και της διακοσμητικής τέχνης.

Ο τσαγκάρης Napoleon Gaillard, ή μάλλον ο artiste-chaussurier[2] Gaillard, όπως επέμενε να αυτοαποκαλείται, επανεπινοεί τον εαυτό του ως σχεδιαστή στρατηγικής και αρχιτέκτονα των οδοφραγμάτων, κατασκευάζοντας συνάμα μια γνώση και μια τέχνη της υπεράσπισης του δρόμου, ακριβώς όπως εφάρμοζε στη δουλειά του μια γνώση και μια τέχνη του υποδήματος. Οι αντι-κομμουνάροι αποκαλούσαν τον Gaillard «ματαιόδοξο τσαγκάρη», τον ανέφεραν περιφρονητικά ως «pere des barricades»[3] και ονόμαζαν το τεράστιο οδόφραγμα που είχε κατασκευάσει στην Place de la Concorde «Chateau Gaillard».[4] Παραπονέθηκαν ότι θεωρούσε τα οδοφράγματα «έργα τέχνης αλλά και πολυτέλειας». Και πράγματι το έκανε, φροντίζοντας να φωτογραφηθεί μπροστά στις δημιουργίες του – υπογράφοντάς τες, κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Η κοινοτική πολυτέλεια, όπως ασκήθηκε στην Κομμούνα (ή στη zad), είναι συνεπώς ένας τρόπος συγκρότησης μιας καθημερινής αισθητικής της διαδικασίας, η πράξη της αυτοχειραφέτησης που καθίσταται ορατή. Και από εδώ μπορούμε τώρα να αρχίσουμε να παρακολουθούμε την ανάπτυξη ενός πράγματος όπως είναι το τέλος της πολυτέλειας που θεμελιώνεται στην ταξική διαφορά και να εξετάσουμε πώς μια τέτοια ιδέα μάς ανοίγει τον δρόμο προς προοπτικές του κοινωνικού πλούτου που είναι εντελώς καινούργιες· προοπτικές που φωτίζονται εξαιρετικά από το έργο του William Morris, του οποίου η κριτική έννοια της ομορφιάς και της ωφέλιμης παραγωγής υπήρξε πολύ κεντρική για τη μετάδοση των ιδεών των Κομμουνάρων, τόσο μέσω της πρακτικής κατασκευής από μέρους του ωφέλιμων πραγμάτων, όσο και μέσα από τα γραπτά του σχετικά με το τι σημαίνει να είσαι τεχνίτης σε έναν κόσμο όπου ο διαχωρισμός της τέχνης και της ωφελιμότητας αυξάνεται.

Αυτό που αρχικά μοιάζει σαν ένα διακοσμητικό αίτημα από την πλευρά των διακοσμητικών τεχνιτών δεν είναι τίποτε λιγότερο από την πλήρη επανεφεύρεση του τι μετράει ως πλούτος, του τι θεωρεί ως αξία μια κοινωνία. Είναι μια έκκληση για επανεφεύρεση του πλούτου πέρα από την ανταλλακτική αξία.

Σήμερα, καθώς βλέπουμε τα κράτη να αναδιανέμουν τον πλούτο στο όνομα της λιτότητας, είναι ενδιαφέρον να σκεφτούμε πόσο μια φράση όπως η «κοινοτική πολυτέλεια» αμφισβητεί τη λογική που αποτελεί τη βάση του λόγου περί λιτότητας. Όταν προσδιορίζουμε κάτι, το οποίο μέχρι πρότινος, στην προϋπάρχουσα ιεραρχία αξιών, δεν είχε καμία αξία, ως κάτι που έχει αξία και αξίζει να το υπερασπιστούμε, δεν σημαίνει πως αιτούμαστε κάποια ισοδυναμία ή δικαιοσύνη από ένα υπάρχον σύστημα, όπως η αγορά – όπως συμβαίνει με τα καθεστώτα λιτότητας ή το αίτημα για δικαιότερη κατανομή. Δεν ζητάμε το δίκαιο μερτικό μας από την υπάρχουσα κατανομή της πίτας.

Κοινοτική πολυτέλεια σημαίνει ότι η καθεμιά και ο καθένας δεν έχουν δικαίωμα απλώς στο μερίδιό τους, αλλά στο μερίδιό τους από τα καλύτερα.

Ο προσδιορισμός θέτει υπό αμφισβήτηση τους ίδιους τους τρόπους με τους οποίους μετριέται η ευημερία, το τι είναι αυτό που η κοινωνία αναγνωρίζει και εκτιμά, το τι θεωρεί πλούτο. Και αυτό που υπερασπιζόμαστε, φυσικά, αλλάζει με την πάροδο του χρόνου.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Αναφέρεται στη δικτατορία του Λουδοβίκου Ναπολέοντα του Τρίτου, του επονομαζόμενου «μικρού», στη Γαλλία από το 1852 έως το 1870
[2] Καλλιτέχνης-υποδηματοποιός
[3] Πατέρας των οδοφραγμάτων
[4] Πύργος του Gaillard

Μετάφραση αποσπάσματος από το crisiscritique.org: Αλέξανδρος Σχισμένος

Αφήστε ένα σχόλιο

sixteen − 7 =