Ο Περικλής Κοροβέσης ήταν ο καλύτερος συμμαθητής: ένας τολμηρός διανοητής, ένας υπέροχος άνθρωπος

0

του Γιώργου Κτενά

Ο Περικλής ήταν ένας από τους παιδικούς μου ήρωες. Ένας αναρχικός εγκλωβισμένος σε σώμα αριστερού, αυτός ήταν ένας από τους αντιπροσωπευτικότερους χαρακτηρισμούς που είχα ακούσει για εκείνον. Συγγραφέας, δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας. Πολιτικός και κοινωνικός ακτιβιστής βάσης, τολμηρός διανοητής. Απαλλαγμένος από τη διεισδυτική απάτη τού αψεγάδιαστου και της κυριαρχίας, που αποκλίνει από την ίδια τη φύση του ανθρώπου. Είχε όμως ένα ιδιόμορφο χαρακτηριστικό για άντρας: Ήταν τόσο κοντά στο συναίσθημα, όσο και οι γυναίκες. Γι’ αυτό και υπήρχε μέσα του ο ενθουσιασμός και η διάθεση που έχουν τα θηλυκά για ανατροπή και όχι ο συγκεντρωτισμός και η γραφειοκρατία των αρσενικών.

Για αυτό τον λάτρεψαν άντρες και γυναίκες. Για αυτό θα τον θυμόμαστε για πάντα.

Για την εμβληματική μαρτυρία του, τους Ανθρωποφύλακες, δεν χρειάζεται να γραφτεί τίποτα περισσότερο από όσα έχουν ήδη γραφτεί. Ήταν ένας κύριος λόγος που άρχισε να σαπίζει η Χούντα στην Ελλάδα. Και έχει αξιολογηθεί εδώ και πολλά χρόνια όπως αρμόζει.

Όσοι παρακολουθούσαν συστηματικά την αρθρογραφία και τα υπόλοιπα βιβλία του, διέκριναν το ανατρεπτικό στοιχείο που κυριαρχούσε στη γραφή του: Μέσα από μια σελίδα με τυπωμένο μελάνι έχτιζε τη διαλεκτική του με τον αναγνώστη -πάντα έθετε περισσότερα ερωτήματα και έδινε λιγότερες απαντήσεις. Όπως ακριβώς έκανε στις παρέες που απόλαυσαν τη συντροφιά του, απλός, λαϊκός, μπορούσε να μιλήσει με τον ίδιο ενθουσιασμό για μια βόλτα του δίπλα από τον Σηκουάνα που είχε κάνει πριν από 50 χρόνια, μέχρι την ντοματιά που είχε φυτέψει στο μπαλκόνι του. Τον είχα να δει να χορεύει, να τραγουδάει, να λειτουργεί ως έφηβος, με την οξυδέρκεια και την υψηλή πνευματικότητα αυτού που πραγματικά ήταν: ένας τολμηρός διανοητής, ένας υπέροχος άνθρωπος.

Στον μεταμφιεσμένο μεσαιωνισμό των ημερών μας, που το σκοτάδι μοιάζει αδιαπέραστο, για να βρούμε το φως χρειάζεται να πολιτικοποιήσουμε την ίδια την ύπαρξή μας. Την καθημερινότητα, τις απλές πράξεις μας. Να δώσουμε νέα πνοή στις ετερόνομες και περίπλοκες ζωές μας, που είναι κενές νοήματος και να επανανοηματοδοτήσουμε το ανθρώπινο φαντασιακό. Ο Περικλής το έκανε καθημερινά, ως αυθόρμητη πράξη.

Τον ρώτησα κάποτε γιατί διαβάζει τόσους τόνους βιβλία και η απάντησή του ήταν αποστομωτική: «Φοβάμαι να μην πεθάνω ηλίθιος». Όχι, φίλε, δεν πέθανες ηλίθιος. Έζησες μια ζωή όπως την ήθελες εσύ. Δεν μας άφησες ποτέ να σε αισθανθούμε δάσκαλο γιατί ήσουν ο καλύτερος συμμαθητής.

Για το μοναδικό που λυπάμαι είναι που σε γνώρισα όταν ήμουν 15 ετών. Γιατί πέρασαν 15 χρόνια που δεν σε ήξερα.

ΥΓ.: Σε κάποια παρουσίαση μεταξύ άλλων είπα: «Ο Περικλής είναι ο παιδικός μου ήρωας, ο δικός μου Ζορό». Αμέσως με σταμάτησε, γιατί πήγαινε προς το μελό η κουβέντα. «Φέρτε το σπαθί μου, το σπαθί μου θέλω», άρχισε να φωνάζει με διάθεση για χιούμορ. «Κι ένα ουίσκι ακόμα», συμπλήρωσε.

ΥΓ.2: Ο Περικλής αντάμωσε στη ζωή του μια υπέροχη συντρόφισσα. Τη Μαρία. Όλη μας η σκέψη είναι μαζί της και στον γιο τους, τον Χριστόφορο. Γιατί το κενό δεν είναι μόνο δυσαναπλήρωτο. Αλλά και τεράστιο. Για σκεφτείτε το: Χάσαμε τον Περικλή.  

Αφήστε ένα σχόλιο

seven − five =