Το χερούλι ως ρολόι και ο δημόσιος χώρος

0

Νίκος Βράντσης

Παρότι ζούμε, διασχίζουμε, βιώνουμε τον χώρο με τρόπο ουδέτερο, τα στοιχεία του είναι συνήθως ιδέες με σάρκα, ιδέες υλοποιημένες, που μπορείς να συνομιλήσεις μαζί τους δια της οράσεως, της αφής και των άλλων αισθήσεων.

Ένα κλισέ, που αποδεικνύει του λόγου το αληθές, μιλάει για τα βουλεβάρτα του Οσμάν στο Παρίσι που αντικατέστησαν τα στενά δρομάκια και τα πυκνοχτισμένα σπίτια. Ο Οσμάν, λένε ορισμένοι ερευνητές, μεγέθυνε τους δρόμους με πρόσχημα την υγεία των Παριζιάνων, αλλά με πραγματική επιθυμία να δώσει ένα τέλος στα οδοφράγματα των επαναστατών που μπορούσαν εύκολα να στηθούν με λίγα παλιά έπιπλα σε στενούς δρόμους.

Αλλά πέρα από τα κλισέ, τις ιδέες τις συναντάς παντού στον χώρο. Κοιτώντας το σκυρόδεμα, το βασικό υλικό των πόλεών μας, κοιτάς ίσως τις απολιθωμένες ιδέες του Le Corbusier, την πειθώ του αρχιτεκτονικού μοντερνισμού, τα πρόσωπα ηγετών που κάποτε ένευσαν θετικά σε προτάσεις που υποσχέθηκαν φτηνούς τρόπους ανοικοδόμησης των μεταπολεμικών πόλεων.

Κοιτάζοντας σπίτια σε πόλεις δυτικές -ένα σπίτι φτιαγμένο από μικρά τούβλα, το απέναντι σπίτι φτιαγμένο από τούβλα πιο «γεμάτα»- θα ακούσεις το τοπίο να σου αποκαλύπτει τη χρονολογία οικοδόμησης: από εδώ έχεις ένα σπίτι χτισμένο πριν τη βασιλική διαταγή της τάδε χρονολογίας που όριζε να φορολογηθούν οι ιδιοκτήτες βάσει του αριθμού των τούβλων που χρειάστηκε το σπίτι. Απέναντι έχεις το σπίτι που χτίστηκε μετά τη διαταγή, από ιδιοκτήτη που ήθελε το ίδιο μέγεθος για τον οίκο του, αλλά χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή. Και έτσι κατέφυγε σε πιο παχουλά τούβλα.

Αυτή η αποφυγή φόρου δια της μεγεθύνσεως του οικοδομικού υλικού, έστρεψε τους άρχοντες στη φορολογία επί τη βάσει του αριθμού των παραθύρων -μεγάλο σπίτι, πολλά παράθυρα, πλούσιος ιδιοκτήτης, υψηλή φοροδοτική ικανότητα. Και έτσι μπορείς να αποκωδικοποιήσεις το «γιατί» στα σφραγισμένα κάδρα, που, ναι μεν, χαράχθηκαν από τον αρχιτέκτονα αλλά ο ιδιοκτήτης δεν τα άνοιξε ποτέ ή τα σφράγισε εκ των υστέρων για να γλιτώσει τα σελίνια του.

Ο χώρος ως χρόνος. Τα κτήρια ως ρολόι.

Τώρα στην πανδημία, φίλοι και συνάδελφοι μιλούν για την ανάγκη να αλλάξουν τον χώρο και το αστικό τοπίο ώστε αυτός να χωρέσει τα τραύματα και τη γνώση που θα μας κληροδοτήσει η πανδημία.

Πέρα από τις διστακτικές χειρονομίες, γίνεται λόγος για τα χερούλια στις πόρτες και τα κουμπιά των ασανσέρ. «Στα σιδερένια χερούλια και στα πλαστικά κουμπιά ο ιός μπορεί να επιβιώσει περισσότερες ώρες, όχι όμως στο χαρτί ή στον χαλκό».

Ίσως, λοιπόν, αλλάξουμε τα υλικά αντικειμένων και επίπλων δημόσιας (επ)αφής. Βέβαια, γνωρίζουμε ότι κάθε μικροοργανισμός έχει τους δικούς του τρόπους, και ίσως στην επόμενη πανδημία, τα νέα υλικά γίνουν καλοί αγωγοί μετάδοσης του επόμενου κακού. Έτσι, υπάρχουν και αυτοί που εύλογα υποστηρίζουν να γίνουν οι πόρτες αυτόματες, να μην χρειάζεται να πιάνουμε τα χερούλια.

Στο μέλλον, λοιπόν, στο ρεπερτόριο των πολεοδομικών αναγνώσεων, ίσως ο παρατηρητής να μπορεί να διαβάσει τις πόρτες προ πανδημίας και μετά πανδημίας.

Μέσα σε αυτό το κακό, στεκόμαστε καχύποπτοι απέναντι σε μια ολόκληρη αίσθηση, την (επ)αφή. Ξυλώνουμε παγκάκια, για να υπάρχει μόνο κίνηση. Με αφορμή την πανδημία, κανονικοποιούμε την αντικοινωνικότητα.

Όπως twitaρε και ο Dan Rather, ίσως μετά την πανδημία να πρέπει να μεγαλώσουμε τα πεζοδρόμια.

Ο μεγάλος πεζόδρομος είναι πάντα μια καλή ιδέα, πόσο μάλλον όταν σημαίνει περιορισμένη αυτοκίνηση. Αυτό που με ανησυχεί, όμως, είναι πως όλες αυτές οι περί σχεδιασμού συζητήσεις και βεβαίως πράξεις, θα μονιμοποιήσουν την καχυποψία προς την επαφή και την εγγύτητα και θα κανονικοποιήσουν την προφύλαξη στη σωματική κίνηση που, ναι μεν, είναι απαραίτητη τώρα αλλά αν μονιμοποιηθεί θα γίνει κουσούρι.

Όντως χρειαζόμαστε χώρο, αλλά η μεγάλη απόσταση καταργεί την κοινωνία.

Αφήστε ένα σχόλιο

thirteen + sixteen =