Αυτοπεριορισμός και δημοκρατία μέσα από τη σκέψη του Καστοριάδη

0

Του Γιάβορ Ταρίνσκι

Γιατί η παρόρμηση της απλής όρεξης είναι δουλεία, ενώ
η υπακοή σε έναν νόμο που εγώ ο ίδιος έθεσα είναι ελευθερία [1]
Jean-Jacques Rousseau

Στον φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη αποδίδεται συχνά η ρήση ότι «η δημοκρατία είναι το καθεστώς του αυτοπεριορισμού».[2] Και επειδή γι’ αυτόν η μόνη πραγματική μορφή δημοκρατίας είναι η άμεση, αυτή η έκφραση μπορεί να φαίνεται κάπως περίεργη σε ορισμένους. Πολλοί έχουν ερμηνεύσει –συχνά με κακή προαίρεση– την άμεση δημοκρατία ως το καθεστώς που απαλλάσσει την κοινωνία από νόμους και κανονισμούς, με αποτέλεσμα την αποπολιτικοποίηση και την υποβάθμιση της. Όπως καταλαβαίνει κανείς, ξεκινώντας από μια τέτοια αντίληψη, εύλογα θα βρεθεί κανείς αντιμέτωπος με ανησυχίες σχετικά με τα αποτελέσματα της απεριόριστης δράσης των μαζών.[3]

Ωστόσο, η ουσία της άμεσης δημοκρατίας, όπως παρουσιάζεται από τον Καστοριάδη, διαφέρει σημαντικά από αυτές τις χαοτικές και μηδενιστικές λογικές. Για εκείνον, το πρωταρχικό νόημα του όρου δημοκρατία είναι πολιτικό· η δημοκρατία είναι πρωτίστως ένα καθεστώς στο οποίο όλοι οι πολίτες είναι ικανοί να κυβερνούν και να κυβερνούνται –με τους δύο όρους (δημοκρατία και αυτοπεριορισμός) να είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι. Με άλλα λόγια, είναι μια μορφή ρητής κοινωνικής αυτοθέσμισης, ανακλαστικότητας και αυτοπεριορισμού.

Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, η δημοκρατία δεν είναι μια απλή διαδικασία συλλογικής λήψης αποφάσεων που μπορεί να υπάρχει παράλληλα ή μέσα σε ένα μη-δημοκρατικό, ολιγαρχικό πλαίσιο,[4] όπως προτείνουν στοχαστές σαν τον Jürgen Habermas ή τη Chantal Mouffe. Για εκείνον αποτελεί τη βάση του προτάγματος της αυτονομίας –μια κοινωνική κατάσταση στην οποία η κοινωνία δεν αναγνωρίζει κανένα εξωτερικό όριο στη θεσμίζουσα δύναμή της. Σε αντίθεση με τις διάφορες μορφές ετερονομίας, στις οποίες οι νόμοι και οι κανονισμοί (θεωρείται ότι) προέρχονται από εξω-κοινωνικές πηγές, όπως οι καπιταλιστικές αγορές, τα έθνη-κράτη, οι θεοί, η ιστορική αναγκαιότητα κ.λπ., τα όρια μιας δημοκρατικής κοινότητας απορρέουν από τον αυτοπεριορισμό της μέσω της συλλογικής θέσης του νόμου.

Ο Καστοριάδης παρατηρεί ότι τα θεσμικά όργανα και οι νόμοι που υποδηλώνουν τι δεν μπορεί να γίνει, αλλά και τι πρέπει να συμβεί, είναι αυτά που κάνουν την κοινωνία να λειτουργεί. Χωρίς τέτοιους κανονισμούς οι κοινωνικοί δεσμοί αποσυντίθενται. Με τα δικά του λόγια, «η κοινωνία βρίσκεται εκεί ακριβώς τη στιγμή που υπάρχει αυτοπεριορισμός για όλους τους αδελφούς και τις αδελφές».[5]

Μορφές κοινωνικού περιορισμού

Κάθε κοινωνία όχι μόνο προσφέρει, αλλά με κάποιον τρόπο επιβάλλει στα μεμονωμένα μέλη της ορισμένες ρόλους, αξίες, πεποιθήσεις, τρόπους ζωής κ.λπ. Κάθε κοινωνική μορφή παρέχει ένα περιορισμένο εύρος τέτοιων σημασιών στον πληθυσμό της, αφού κανείς δεν μπορεί να είναι ούτε να κάνει ό,τι θέλει. Έτσι, μπορούμε να μιλήσουμε εδώ για έναν περιορισμό, που, παρά τις αρνητικές συνδηλώσεις του όρου, φέρει σίγουρα και ένα θετικό χαρακτηριστικό: με την απαγόρευση ορισμένων πράξεων, σκιαγραφούνται ταυτόχρονα πρότυπα για το τι πρέπει να γίνει και με αυτόν τον τρόπο προσδίδεται ένα ιδιαίτερο νόημα στη ζωή.

Ο περιορισμός δεν εμφανίζεται μόνο σε ορισμένα καθεστώτα. Αντιθέτως, κάθε κοινωνική τάξη καθορίζει μια διαφορετική πηγή αυτής της απαγόρευσης. Ένα αυτόνομο, ουσιαστικά δημοκρατικό, πλαίσιο υποδηλώνει ότι οι περιορισμοί θα επιβληθούν από την ίδια την κοινωνία στο σύνολό της. Από την άλλη πλευρά, στην ετερονομία, η απαγόρευση τίθεται εξω-κοινωνικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι τέτοιες εξω-κοινωνικές πηγές –πηγές που βρίσκονται εκτός της πραγματικής και ζωντανής κοινωνίας όπως οι θεοί, τα έθνη-κράτη, οι ιστορικές ηρωικές φιγούρες ή οι φυσικοί νόμοι– μολονότι μονοπωλούν την εξουσία μακριά από τις μάζες, δεν συνδέονται με κάποιον τρόπο με την κοινωνία ή δεν είναι προσβάσιμες από αυτήν. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, εξακολουθούν να πηγάζουν από την ανώνυμη θεσμίζουσα ικανότητα της κοινωνίας.[6] Λόγω αυτής της συγγένειας, μπορεί να γίνει νοητή η επαναστατική πολιτική αλλαγή.

Αν και κάθε κοινωνία βασίζεται σε κάποιους περιορισμούς, οι άνθρωποι δεν συγκρατούν πάντα τις δραστηριότητές τους μέσα στα όριά τους. Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα μεμονωμένων ατόμων, κοινοτήτων, ακόμη και ολόκληρων κοινωνιών που ξεφεύγουν από τα καθιερωμένα κοινωνικά πρότυπα και τις αντίστοιχες απαγορεύσεις. Αντίθετα απ’ ό,τι υποστηρίζουν πολλοί επικριτές της αυτονομίας, η τάση των ανθρώπων να παραβιάζουν τους κοινωνικούς κανόνες δεν συνιστά κάποιο αποκλειστικό «αρνητικό προνόμιο» της άμεσης δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αυτή η τάση είναι πιο συνηθισμένη στο πλαίσιο της ετερονομίας, λόγω του μη-συμμετοχικού της χαρακτήρα, εξαιτίας του οποίου οι άνθρωποι αισθάνονται αποξενωμένοι από τους νόμους και τους θεσμούς στους οποίους καλούνται να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους.

Αυτό το παράδοξο οφείλεται στη δυσαρμονική σχέση μεταξύ του ατόμου και της κοινωνικής συλλογικότητας. Ανεξάρτητα από τους ρόλους που θα καθορίσει η κοινωνία για τα εκάστοτε μέλη της, θα υπάρξουν πάντα κάποιοι που θα υπερβούν τις απαγορεύσεις και τα όρια. Η ατομικότητα του ανθρώπου δεν καθορίζεται ποτέ πλήρως από τον ρόλο που του αποδίδεται. Μάλιστα, ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις οι παραβιάσεις των περιορισμών να περιέχουν τα σπέρματα νέων σημασιών και να μπορούν να γίνουν οι σπόροι του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Υπό το καθεστώς της ετερονομίας, οι περιορισμοί θεωρούνται παραπλανητικά ως προερχόμενοι από μια πηγή έξω από εμάς, ενώ συχνά, μόνο μια στενή διαχειριστική ελίτ μπορεί να παρεμβαίνει και να τους μεταβάλλει. Αυτό συμβαίνει επειδή τα ετερόνομα καθεστώτα βασίζονται στην αμφισβήτηση της ικανότητας των μεγάλων συλλογικοτήτων να καθορίζουν συνειδητά το μέλλον τους. Έτσι, παρά τις ιστορικές δημοκρατικές εμπειρίες της αυτονομίας, όσο σύντομες και αν ήταν, κυριαρχεί παγκοσμίως η ψευδής άποψη περί λαϊκής αδυναμίας, την οποία αναπαράγουν διαρκώς γνήσιες ετερόνομες οντότητες όπως το κράτος ή η καπιταλιστική αγορά, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη δική τους ύπαρξη.

Η δημοκρατία, από την άλλη πλευρά, βασίζεται στην απόρριψη των σταθερών και «αντικειμενικών» νόμων, ενεργειών και σκέψεων. Αυτή η φαινομενικώς μηδενιστική αντίληψη υποδηλώνει ότι όλα είναι δυνατά, με την έννοια ότι δεν υπάρχει κάποιο εγγενές εξωτερικό όριο στις πράξεις και τις αποφάσεις μας. Ως εκ τούτου, είναι ακριβώς οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι που διδάσκουν τους ανθρώπους να επαγρυπνούν. Για να θεματοποιήσει την απουσία ενός κανόνα των κανόνων, ο Καστοριάδης αναφέρεται στην αρχαιοελληνική έννοια της ύβρεως.[7] Κατά τη γνώμη του, η ύβρις, σε αντίθεση με τη χριστιανική αμαρτία, συνίσταται στην υπέρβαση ενός ορίου που δεν ήταν εκ των προτέρων καθορισμένο και σχετίζεται με την αδυναμία των ανθρώπων να καθορίσουν με απόλυτο τρόπο τόσο τα αποτελέσματα, όσο και το νόημα των πράξεών τους.[8] Υπό αυτή τη σκοπιά, είναι σαφές ότι η έννοια της ύβρεως βρίσκεται πολύ κοντά στην πραγματικότητα της αυτονομίας, όπου επίσης δεν υπάρχουν εκ των προτέρων δεδομένα και έξωθεν ορισμένα όρια, αλλά μόνo αυτά που επιβάλλουν οι άνθρωποι στον εαυτό τους.[9]

Ωστόσο, το ότι πάντα ζούμε σ’ έναν ορίζοντα της ύβρεως, δεν σημαίνει ότι είμαστε καταδικασμένοι στο παραλήρημα, αλλά ότι υπάρχει ο χώρος για μας ώστε να δημιουργήσουμε οι ίδιοι τα νοήματα, τους νόμους και τους περιορισμούς μας.

Ο Καστοριάδης υποστηρίζει ότι, παρά τον κίνδυνο των τερατωδών πράξεων, η δημοκρατία ανοίγει ταυτόχρονα τη δυνατότητα της αυτοκριτικής και της προσεκτικής εκτίμησης των περιστάσεων και των συνθηκών που μας αφορούν, οι οποίες βρίσκονται στον πυρήνα του αυτοπεριορισμού.[10] Παραδείγματα τέτοιας κριτικής επανεκτίμησης θα μπορούσαν να βρεθούν στο έργο του Ευριπίδη Τρωάδες, που παρουσιάστηκε στο κοινό το 415 π.Χ. κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η τραγωδία αντιπροσωπεύει το κριτικό σχόλιο ενός Αθηναίου για τους συμπολίτες του και τη σφαγή που διενήργησαν ενάντια στους Μηλίους. Ο Ευριπίδης, τοποθετώντας τη δράση ένα χρόνο μετά τη σφαγή της Μήλου, αποπειράται να οπτικοποιήσει την ύβριν των Αθηναίων, λέγοντάς τους: «τέτοια τέρατα είμαστε». Εισηγείται πως παρόλο που οι Αθηναίοι μπορούν να αποφασίζουν και να πράττουν τα πάντα, θα πρέπει να είναι υπεύθυνοι, ώστε να ορίζουν ποιες πράξεις θεωρούνται «τερατώδεις» και ποιες όχι.

Δημοκρατία και αυτοπεριορισμός

Ο αυτοπεριορισμός στο πλαίσιο της δημοκρατίας διαμορφώνει αποφασιστικά τη σχέση μεταξύ ατομικής θέλησης και συλλογικής λήψης αποφάσεων. Μια αυτόνομη κοινωνία επιτρέπει σε όλα τα μεμονωμένα μέλη της να συμμετέχουν άμεσα στις δημοκρατικές διαδικασίες, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να εκφράζουν τις απόψεις, τις ανάγκες και τις προτάσεις τους. Εδώ βρίσκεται η πιο θετική πτυχή του δημοκρατικού αυτοπεριορισμού: δυνητικά προδιαθέτει την κοινωνία να σέβεται τους νόμους. Επιτρέποντας σε όλους τους πολίτες να συμμετέχουν στη διαμόρφωση κάθε νόμου και ρύθμισης, η άμεση δημοκρατία τούς θέτει ως μόνους δημιουργούς των κοινωνικών περιορισμών, καθιστώντας έτσι λιγότερο πιθανή την παραβίαση αυτών των ορίων.

Ωστόσο, θα υπάρξουν στιγμές και ζητήματα για τα οποία δεν θα επιτευχθεί πλήρης συμφωνία και ορισμένες απόψεις θα απορριφθούν από τη συλλογική βούληση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όσοι διαφωνούν με τη ληφθείσα απόφαση θα πρέπει να συμμορφωθούν προς αυτή, ανεξάρτητα από τον βαθμό της διαφωνίας τους.

Οι δημοκρατικές αποφάσεις σπανίως είναι ομόφωνες, ωστόσο μπορούμε να οργανώσουμε διαδικασίες για να δώσουμε σε όλους τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους, να γνωστοποιήσουν και να κατανοήσουν τις ανάγκες τους και να παρουσιάσουν τα επιχειρήματά τους, που ορισμένες φορές θα αντιπαρατεθούν με τη συλλογική βούληση. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι οι επιθυμίες κάποιου ατόμου δεν θα πραγματοποιηθούν, σημαίνει επίσης ότι τα άτομα θα πρέπει μερικές φορές να συμμορφώνονται με νόμους με τους οποίους δεν συμφωνούν. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτό υποδηλώνει ένα ανεξάλειπτο στοιχείο ετερονομίας ακόμη και μέσα στην πιο αυτόνομη κοινωνία, αλλά είναι σημαντικό να γίνει η διάκριση μεταξύ των αποφάσεων που λαμβάνονται χωρίς τη γνώμη όσων επηρεάζονται από αυτές και εκείνων στις οποίες όλοι οι ενδιαφερόμενοι έχουν μια ευκαιρία ενεργούς συμμετοχής. Ο όρος «ετερονομία» αναφέρεται στις πρώτες. Και παρόλο που η αυτονομία αναφέρεται στις δεύτερες, αναπόφευκτα σημαίνει ότι μερικές φορές τα άτομα υποχρεώνονται να υπακούουν σε νόμους που δεν θα επέλεγαν για τον εαυτό τους, διαφορετικά δεν μπορούμε να μιλήσουμε για λήψη αποφάσεων.

Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας σχέσης είναι η στάση του Σωκράτη απέναντι στους νόμους και τους θεσμούς της Αρχαίας Αθήνας. Θεώρησε τους κανονισμούς της πόλεως ως δικούς του και αισθάνθηκε υποχρεωμένος να τους αποδεχτεί, ακόμη και όταν διαφωνούσε έντονα. Αυτή η στάση προήλθε, σε μεγάλο βαθμό, από την αναγνώριση και την ευγνωμοσύνη του για τον ρόλο της πόλης στην εκπαίδευσή του και τις δυνατότητες που του έδωσε να ζήσει μια αληθινά ελεύθερη ζωή. Ήξερε ότι εντάχθηκε οικειοθελώς στην αθηναϊκή πόλιν και είχε το δικαίωμα να συμμετάσχει στην αυτοθέσμισή της, κάτι που τον έκανε να αναγνωρίσει τον εαυτό του στην κοινωνική συλλογικότητα, ακόμα και όταν διαφώνησε με κάποιες από τις συλλογικές αποφάσεις.

Ωστόσο, η πειθαρχία σε νόμους και κανονισμούς δεν μπορεί ποτέ να διασφαλιστεί πλήρως. Οι ετερόνομες προσεγγίσεις θέτουν αυστηρές τιμωρίες για τους παραβάτες μέσω τεχνικών καταστολής. Σε τέτοιες περιπτώσεις, παρά την ποινική απειλή, υπάρχει μια ισχυρή ώθηση των ανθρώπων προς την παραβίαση των νόμων, καθώς δεν έχουν την παραμικρή ευκαιρία να συμμετάσχουν στη διαμόρφωσή τους, κι έτσι αισθάνονται αποξενωμένοι από αυτούς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι, υπό τις δημοκρατικές συνθήκες της αυτονομίας, η υπακοή στους κανονισμούς θα είναι εντελώς εθελοντική, αλλά ότι, λόγω του συμμετοχικού χαρακτήρα του αυτοπεριορισμού, οι πολίτες θα αισθάνονται, σε μεγαλύτερο βαθμό, τις κοινωνικές απαγορεύσεις ως δικές τους και θα είναι λιγότερο διατεθειμένοι να τις παραβιάσουν.

Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείει το γεγονός ότι, ακόμη και σε καθεστώς δημοκρατίας, στην πιο αγνή και άμεση μορφή της, η κοινωνία θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλει τις συλλογικές αποφάσεις της σε εκείνα τα άτομα που θα συνεχίσουν να τις παραβιάζουν.

Αυτοπεριορισμός και «μόλυνση του επαναστατικού προτάγματος»

Αν και η δημοκρατία είναι αδιανόητη χωρίς τον αυτοπεριορισμό, σε ορισμένες ιστορικές στιγμές έχουν λάβει χώρα πολλαπλές «μολύνσεις» της επαναστατικής σκέψης που τείνουν να διαχωρίζουν τα δύο στοιχεία. Το εργατικό κίνημα γενικότερα, και ιδιαίτερα ο μαρξισμός, αλλά και ο ίδιος ο Μαρξ, ήταν από την αρχή βυθισμένοι σε μια ατμόσφαιρα, όπου η ανάπτυξη των δυνάμεων παραγωγής ανήχθη σε καθολικό κριτήριο, η παραγωγή θεωρήθηκε ο κύριος τόπος ολόκληρης της κοινωνικής ζωής και η ιδέα ότι η πρόοδος θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ αόριστον θεωρήθηκε δεδομένη.[11] Αυτή η αποδοχή του καπιταλιστικού φαντασιακού ήταν ενδεικτική της μόλυνσης του προτάγματος της αυτονομίας εντός της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα, μια αυτόνομη κοινωνία είναι εντελώς ασυμβίβαστη με την ιδέα της κυριαρχίας, που υποστηρίζεται από το παράδειγμα του καπιταλισμού της απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης και θέτει το κεφάλαιο, αντί της κοινωνίας, στον ρόλο του διαχειριστή του πλανήτη.

Ο Καστοριάδης υποστηρίζει ότι, καθώς το χειραφετικό πρόταγμα της αυτονομίας και το καπιταλιστικό πρόταγμα της ψευδο-ορθολικής κυριαρχίας επί της κοινωνίας και της φύσης έχουν αλληλομολυνθεί,[12] πρέπει να γνωρίζουμε πώς να τα διακρίνουμε –έργο διόλου εύκολο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ προόδου και πρωτογονισμού. Δεν προτείνω, φυσικά, την πλήρη εγκατάλειψη των επιστημονικών ερευνών με το πρόσχημα ότι θα μπορούσαν να έχουν επικίνδυνα αποτελέσματα. Επιθυμώ όμως να δώσω έμφαση στις ιδιαίτερα επικίνδυνες εξελίξεις που μπορούν να προκύψουν κατά τη μετάβαση από την έρευνα στην εφαρμογή, και, στη συνέχεια, στην οικονομική εφαρμογή. Αυτό το γεγονός θέτει ερωτήματα και υπογραμμίζει την αναγκαιότητα πολιτικού και δημοκρατικού ελέγχου της επιστήμης και της τεχνολογίας από την κοινωνία.

Εδώ συναντούμε και πάλι την κεφαλαιώδη σημασία του αυτοπεριορισμού.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, το ζήτημα του ελέγχου της εξέλιξης της επιστήμης και της τεχνολογίας τίθεται με ριζικό και επείγοντα τρόπο. Η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης, που καθοδηγείται αποκλειστικά από τον ανταγωνισμό, αποδεικνύεται καταστροφική τόσο για τον πλανήτη όσο και για εμάς τους ίδιους, δημιουργώντας μια κρίση υπαρξιακού χαρακτήρα. Ο Καστοριάδης μάς καλεί να έρθουμε σε ρήξη με την τρέχουσα ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας που αισθάνεται η ανθρωπότητα.[13] Είναι αλήθεια ότι είμαστε, όπως σημειώνει, προνομιούχοι κάτοικοι ενός πλανήτη που είναι ίσως μοναδικός στο σύμπαν. Αλλά η ίδια μας η ύπαρξη εξαρτάται από ορισμένες εύθραυστες συνθήκες, τις οποίες ο πολιτισμός μας πρόκειται να διαταράξει ή και να καταστρέψει. Για να αποφευχθεί η επερχόμενη καταστροφή, η ανθρωπότητα πρέπει να επανεξετάσει όλες τις αξίες και τις συνήθειες που κυριαρχούν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τη γνώση και την επιστήμη και να επιστρέψουμε στις πρωτόγονες μορφές ύπαρξης, όπως φαίνεται να υποστηρίζουν μερικές σύγχρονες τάσεις του lifestyle. Η εγκατάλειψή τους θα σήμαινε την αποποίηση της ικανότητάς μας να είμαστε ελεύθεροι. Αλλά η δυσκολία έγκειται στο ότι, όπως τονίζει ο Καστοριάδης, η γνώση είναι σαν την εξουσία –απαιτεί προσοχή. Ως εκ τούτου, θα πρέπει τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι δείχνουν οι έρευνές μας κατά τη διαδικασία της ανακάλυψης και να δώσουμε προσοχή στις πιθανές επιπτώσεις αυτού που πρόκειται να μάθουμε. Εδώ εμφανίζεται και πάλι, με πολλαπλές μορφές, το ζήτημα της δημοκρατίας. Υπό την παρούσα ολιγαρχική τάξη και μέσα στις τρέχουσες ιεραρχικές δομές, ο τελικός λόγος για όλα αυτά τα θέματα βρίσκεται στα χέρια ανταγωνιστικών πολιτικών, καταστροφικών γραφειοκρατών ή επιχειρηματικών ολιγαρχιών, που χρησιμοποιούν τους στενά τεχνικούς επιστήμονες ως τους συμβούλους τους. Συνεπώς, η κοινωνία αποκλείεται από την πολιτική απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιοποιηθεί η γνώση και σχετικά με τους στόχους που πρέπει να τεθούν για τις μελλοντικές επιστημονικές έρευνες.

Στον αντίποδα, μια δημοκρατική κοινωνία θα έπρεπε –και θα μπορούσε, σε βαθμό ασύλληπτα μεγαλύτερο από αυτόν που επιτρέπουν οι σημερινές δομές– να αναπροσαρμόσει τη σχέση της με τη γνώση, την τεχνική και την επιστήμη στη βάση του αυτοπεριορισμού· στη βάση, δηλαδή, κάποιων ορίων που η κοινότητα επιβάλλει στη δραστηριότητά της, προκειμένου να αποφύγει την καταστροφή του πλανήτη και την αυτοκαταστροφή, και που τα θέτει η ίδια, γιατί γνωρίζει ότι τίποτα έξω από αυτήν, όπως και τίποτα μέσα στην ίδια την επιστημονική γνώση καθ’ εαυτήν, δεν μπορεί να τα θέσει.[14]

Αυτοπεριορισμός και Εκπαίδευση

Μεταξύ των κύριων επιχειρημάτων για τον αποκλεισμό του κοινού από τη λήψη αποφάσεων σε θέματα δήθεν επιστημονικού χαρακτήρα βρίσκεται αυτό που κάνει λόγο για την έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης. Το επιχείρημα αυτό είναι, ωστόσο, κατ’ ουσίαν παράδοξο, δεδομένου ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, ούτε οι σύγχρονοι πολιτικοί εκπρόσωποι και επιχειρηματίες έχουν τέτοια γνώση και καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη δίψα για εξουσία.

Σε μια δημοκρατική κοινωνία, η κεντρική θέση της εκπαίδευσης είναι αυτονόητη. Κατά μία έννοια, μπορεί να ειπωθεί ότι η άμεση δημοκρατία είναι ένας τεράστιος θεσμός συνεχούς εκπαίδευσης, μια μόνιμη διαδικασία αυτοεκπαίδευσης για τους πολίτες της και δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αλλιώς. Μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να απευθύνεται διαρκώς στη διαυγή δραστηριότητα και τη γνώμη όλων των πολιτών, διότι στην ουσία της έχει αναστοχαστικό χαρακτήρα. Πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο από αυτό που συμβαίνει σήμερα, με τη βασιλεία των επαγγελματικών πολιτικών και των πάσης φύσεως «εμπειρογνωμόνων». Το ζήτημα της εκπαίδευσης δεν μπορεί να επιλυθεί με μια απλή «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», όπως συχνά υποστηρίζεται από διάφορες κυβερνήσεις, καθώς, όπως δηλώνει ο Καστοριάδης, η εκπαίδευση αρχίζει με τη γέννηση του ατόμου και συνεχίζεται μέχρι τον θάνατό του.[15] Παρέχεται παντού και πάντα. Ενσωματώνεται στον πολιτισμό και την καθημερινή ζωή και που λαμβάνει χώρα μέσα στην πόλη.

Ο στοχαστής μάς προσκαλεί να συγκρίνουμε την εκπαίδευση που λάμβαναν οι Αθηναίοι πολίτες όταν συμμετείχαν στην αυτοδιαχείριση της πόλεως ή παρακολουθούσαν παραστάσεις τραγωδιών, με το είδος εκπαίδευσης που λαμβάνει σήμερα ένας τηλεθεατής ή ένας ψηφοφόρος. Επομένως, ο καθορισμός ορισμένων περιορισμών απαιτεί πρώτα απ’ όλα την παιδευτική ένταξη ολόκληρης της κοινωνίας σε πολιτικές υποθέσεις, ώστε να γίνει εφικτή η εξάσκηση του αυτοπεριορισμού στην πράξη.

Οικολογία και δημοκρατία

Όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα παρέχουν τη βάση για να επανεξετάσουμε τον τρόπο που βλέπουμε την οικολογία –έναν όρο που συνδέεται στενά με τον αυτοπεριορισμό. Επί χρόνια, πολιτικές ελίτ, περιβαλλοντικοί επιστήμονες και ειδικοί συζητούν και αποφασίζουν για την κατάσταση του περιβάλλοντος πίσω από κλειστές πόρτες. Από τον 19ο αιώνα και μετά έχουν υπογραφεί εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, περιβαλλοντικές συνθήκες,[16] με αποτελέσματα που μπορούν να θεωρηθούν ως αμφισβητήσιμα στην καλύτερη περίπτωση. Η υπόλοιπη κοινωνία καλείται να αντιληφθεί την οικολογία ως ρομαντική, ημιμυθική «αγάπη για τη φύση».

Ο Καστοριάδης επιμένει ότι η οικολογία είναι, πάνω από όλα, ουσιαστικά πολιτική. Ισχυρίζεται ότι η επιστήμη είναι από μόνη της ανίκανη να θέτει τα όρια και τους στόχους της –κι ούτε εξάλλου είναι αυτός ο σκοπός της. Αν στην επιστημονική έρευνα τεθεί ως στόχος να ανακαλύψει κάτι, θα το κάνει, ακόμα κι αν αυτός ο στόχος συνίσταται στο να επινοηθεί ένας τρόπος αποτελεσματικής καταστροφής του πλανήτη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιστήμη είναι εγγενώς εσφαλμένη, αλλά ότι δεν περιλαμβάνει τη δημοκρατική διαβούλευση που μπορεί να καθορίσει τι είναι «ορθό» και τι «λάθος».

Έτσι, η οικολογία δεν είναι ούτε επιστημονική, ούτε τεχνοφοβική. Είναι πάνω από όλα η ανάγκη αυτοπεριορισμού των ανθρώπινων κοινωνιών σε σχέση με το περιβάλλον, από τις εύθραυστες συνθήκες του οποίου εξαρτάται η ίδια η ύπαρξη της ανθρωπότητας. Ο Καστοριάδης ανιχνεύει αυτή τη λογική στην αρχαία ελληνική νοοτροπία. Υποστηρίζει ότι η τελευταία δεν βασίστηκε, όπως λέγεται ενίοτε, στην ισορροπία και την αρμονία με τη φύση, αλλά στην αναγνώριση των περιβαλλοντικών ορίων των πράξεών μας και την ανάγκη αυτοπεριορισμού.

Για να ξεπεράσει όμως η οικολογία τον αποκλειστικά οικολογικό χαρακτήρα της και να κινηθεί προς μια επαναστατική κατεύθυνση, είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τον Καστοριάδη,[17] να επιδιωχθούν βαθιές αλλαγές στην ψυχοκοινωνική στάση του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στη ζωή, ή με άλλα λόγια, στο φαντασιακό του. Η ιδέα ότι ο μοναδικός στόχος της ζωής είναι να παράγει και να καταναλώνει περισσότερα –μια ιδέα τόσο παράλογη όσο και εξευτελιστική για τα ανθρώπινα όντα– πρέπει να αμφισβητηθεί και να εγκαταλειφθεί. Πρέπει να εγκαταλειφθεί το καπιταλιστικό φανταστικό της ψευδοορθολογικής ψευδοκυριαρχίας και της απεριόριστης επέκτασης. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι μια τέτοια βαθιά αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί μόνο από τους ίδιους τους άντρες και τις γυναίκες στο επίπεδο της βάσης της κοινωνίας. Ένα μόνο άτομο ή ένας οργανισμός μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να προετοιμάσει, να επικρίνει, να υποκινήσει, να σκιαγραφήσει πιθανές κατευθύνσεις και να προκαλέσει την αλλαγή νοοτροπίας της κοινωνικής συλλογικότητας. Όμως μια οικολογική, ουσιαστικά επαναστατική, προσέγγιση μπορεί να είναι μόνο κοινωνικού χαρακτήρα.

Αποανάπτυξη και αυτοπεριορισμός

Μια σημαντική τάση μεταξύ των οικολογικών κύκλων σήμερα αποτελεί το παράδειγμα της αποανάπτυξης (ή απομεγέθυνσης). Βασίζεται σε μια θεωρία της ριζικής μείωσης της ανθρώπινης επίδρασης στη φύση μέσω της σκόπιμης αντιστροφής της οικονομικής ανάπτυξης. Σε κάποιο βαθμό επηρεάζεται από την κριτική του Καστοριάδη[18] στην εμμονή με την οικονομική επέκταση που επικρατεί στα καπιταλιστικά αλλά και στα σοσιαλιστικά καθεστώτα.

Ένα πρόβλημα όμως με αυτή την τάση είναι η τοποθέτηση της οικονομικής συρρίκνωσης στο επίκεντρο της κοινωνικής αλλαγής, όπως υποδηλώνει και το ίδιο το όνομα «αποανάπτυξη». Αυτό το κίνημα επικεντρώνεται συχνά στην τεχνική διάσταση του τρόπου με τον οποίο μπορεί να λάβει χώρα αυτή η διαδικασία, παρά στον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αναδιαρθρωθεί ριζικά η οργανωτική βάση της κοινωνίας.[19] Έτσι, συχνά οι θιασώτες αυτής της τάσης προτείνουν μεταρρυθμίσεις εντός του κοινοβουλευτικού καθεστώτος, όπως συνέβη, με παρόμοιο τρόπο, με τους υποστηρικτές των κοινών αγαθών. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να ανιχνεύσουμε την αναπαραγωγή της ψευδοεπιστημονικής αφροσύνης, σύμφωνα με την οποία μπορούν να υπάρξουν τεχνικές διορθώσεις, πέρα ​​από την πολιτική.

Η έννοια του αυτοπεριορισμού του Καστοριάδη διαφέρει σημαντικά από την άποψη αυτή. Ενώ αναγνωρίζει την τεράστια σημασία της απομεγέθυνσης των οικονομιών μας σε περιβαλλοντικώς υγιή επίπεδα, προτείνει επίσης να προηγηθεί αυτής της διαδικασίας ο μετασχηματισμός της πολιτικής εξουσίας από ολιγαρχική σε αμεσοδημοκρατική.[20]

Κατά μία έννοια, η αποανάπτυξη μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοπεριορισμός που περιορίζεται στην οικονομική σφαίρα, η οποία από μόνη της είναι προβληματική με αρκετούς, αλληλοσυμπληρωματικούς τρόπους, αν δεν συμπεριληφθεί σε ένα ολιστικό πολιτικό πρόταγμα που να καλύπτει όλες τις σφαίρες της ανθρώπινης ζωής. Πρώτον, συμμετέχει στο τρέχον φαντασιακό του οικονομισμού, θεωρώντας την οικονομία ως την υψηλότερη ανθρώπινη δραστηριότητα. Προσπαθεί έτσι να κάνει την κοινωνική αλλαγή να κινηθεί κατά μήκος των οικονομικών γραμμών πλεύσης που έχουν ήδη χαραχτεί από τον καπιταλισμό. Με άλλα λόγια, περιορίζει τη δυνατότητα ριζικής κοινωνικής μεταβολής σε εναλλακτικές μορφές κατανάλωσης, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μεθόδους παραγωγής φιλικές προς το περιβάλλον κ.λπ., χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η έκτασή τους ή το ποιοι επωφελούνται από αυτές τις πρακτικές.

Δεύτερον, θέτοντας τη δημιουργία μιας «κοινωνίας της αποανάπτυξης»[21] ως κύριο στόχο, αφήνει σε μεγάλο βαθμό ανοιχτό το ζήτημα της πολιτικής προσέγγισης μέσω της οποίας αυτός θα επιτευχθεί. Εάν ο μοναδικός στόχος είναι να εξαλείψουμε το οικονομικό αποτύπωμα της ανθρωπότητας πάνω στο περιβάλλον, τότε μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλες οι πολιτικές στρατηγικές. Αυτό από μόνο του είναι πολύ προβληματικό. Η περιβαλλοντική βιωσιμότητα μπορεί να ενισχυθεί, για παράδειγμα, από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς (όπως ο οικοφασισμός) εις βάρος των δημοκρατικών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[22] Αυτό υποθετικά μπορεί να σημαίνει ότι η σημερινή οικολογική κρίση θα αποφευχθεί απλώς υποθηκεύοντας την ανθρωπότητα σε μια άλλη πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική κρίση, καθορισμένη από τον δυστοπικό χαρακτήρα του ολοκληρωτισμού. Έτσι, γίνεται σαφές ότι η απομεγέθυνση της καταστροφικής επίδρασης ενός μόνο τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν αρκεί. Υπάρχει η ανάγκη μιας γενικής αλλαγής κλίμακας προς μικρότερα μεγέθη. Ο κύριος στόχος αυτής της αλλαγής κλίμακας θα πρέπει να είναι η ίδια η εξουσία, η οποία χρειάζεται να αποκεντρωθεί προς τη βάση της κοινωνίας, όπου οι ίδιοι οι άνθρωποι θα μπορούν να επανεξετάσουν τη σχέση τους με τη φύση και με τους εαυτούς τους.

Συμπέρασμα

Η δημοκρατία, ως αναπόσπαστο μέρος του προτάγματος της αυτονομίας, είναι ο διττός αυτοπεριορισμός των ενδοκοινωνικών κανονισμών και νόμων που είναι απαραίτητοι για τη διατήρηση της ακεραιότητας των κοινωνιών μας, αφενός, και η θέσμιση των ορίων που θέτουμε προληπτικά στις δραστηριότητες μας σχετικά με τη φύση, από την άλλη.

Αλλά για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να απορρίψει τη φαντασιακή σημασία της καθολικής ορθολογικής κυριαρχίας, η οποία έχει μολύνει την επαναστατική σκέψη για πολλά χρόνια. Μπορούμε να δούμε σαφώς ότι η σύγχρονη οικονομική ανάπτυξη προκύπτει εις βάρος των βασικών δημοκρατικών δικαιωμάτων. Έτσι, και η δημοκρατία, στην άμεση και πιο αυθεντική της μορφή, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της τεχνολογικής προόδου ή της αφθονίας των πόρων, αλλά μέσω του διαβεβουλευμένου αυτοπεριορισμού της ίδιας της κοινωνίας.

Σε έναν κόσμο απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης και δίψας για εξουσία, αυτοί που βιώνουν την πιο σκληρή καταστολή είναι οι άνθρωποι και οι κοινότητες που προσπαθούν να περιορίσουν την εξουσία εκείνων που εκμεταλλεύονται την ανθρωπότητα και τη φύση για το στενό τους συμφέρον. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει αφού, όπως προτείνει η Hanna Arendt, η ιδέα πως όλα είναι επιτρεπτά είναι μια ιδέα που μπορεί να βρεθεί σε ολοκληρωτικά καθεστώτα όπως ο ναζισμός.[23]

Αντίθετα, όμως, προς τις πολυάριθμες «αυτόνομες» και αναρχικές τάσεις που επιδιώκουν την απεριόριστη ατομική ανεξαρτησία σε έναν κόσμο χωρίς θεσμούς, η δημοκρατική αυτοθέσμιση που εκδηλώνεται στο πρόταγμα της αυτονομίας κατά τον Καστοριάδη, μπορεί να δημιουργήσει την πραγματική πολιτική ελευθερία για τους δημιουργικούς πολίτες μιας ζωντανής κοινωνίας.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Jean-Jacques Rousseau, The Social Contract, Γουέρ: Wordsworth Editions, 1998, σ. 20.
[2] Marco Deriu, «Democracies with a future: Degrowth and the democratic tradition», Futures 44 (6), 2012, σ. 556.
[3] Βλ. ενδεικτικά εδώ τις ερωτήσεις της Σαντάλ Μουφ και του Αλαίν Καγιέ, αλλά και την απάντηση του Καστοριάδη στο πλαίσιο του διαλόγου του τελευταίου με την ομάδα MAUSS στο Κορνήλιος Καστοριάδης, Δημοκρατία και σχετικισμός-Συζήτηση με την ομάδα MAUSS, μτφρ. Χ. Γεμελιάρης, Αθήνα: Στάσει εκπίπτοντες, 2015, σ. 98 κ.ε.
[4] Cornelius Castoriadis, «The Problem of Democracy Today», Democracy & Nature, The International Journal of Politics and Ecology 3 (2), 1997, σ. 18-35.
[5] Cornelius Castoriadis, The Rising Tide of Insignificancy: The Big Sleep, μη εξουσιοδοτημένη μετάφραση, 2003, σ. 27. Διαθέσιμο στο http://www.notbored.org/RTI.pdf
[6] Jeff Klooger, Psyche, Society, Autonomy, Λάιντεν: Brill, 2009, σ. 7.
[7] Cornelius Castoriadis, A Society Adrift, μη εξουσιοδοτημένη μετάφραση, 2010, σ. 193. Διαθέσιμο στο http://www.notbored.org/ASA.pdf
[8] Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η ελληνική πόλις και η δημιουργία της δημοκρατίας», στον τόμο Χώροι του ανθρώπου, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Αθήνα: ύψιλον, 1995, σ. 199.
[9] «Σε μια δημοκρατία ο λαός μπορεί να κάνει οτιδήποτε – και οφείλει να ξέρει ότι δεν πρέπει να κάνει οτιδήποτε». Ό.π.
[10] Nana Biluš Abaffy, «The Radical Tragic Imaginary: Castoriadis on Aeschylus & Sophocles», Cosmos and History: The Journal of Natural and Social Philosophy 8 (2), 2012, σ. 48.
[11] Castoriadis, The Rising Tide of Insignificancy, ό.π., σ. 226.
[12] Σχετικά με το ζήτημα της αμοιβαίας μόλυνσης του προτάγματος χειραφέτησης και του προτάγματος κυριαρχίας, βλ. ενδεικτικά Manuel Cervera-Marzal, «Κορνήλιος Καστοριάδης, Μιγκέλ Αμπενσούρ: ποιες είναι οι συγκλίσεις;», μτφρ. Γ. Κτενάς, Kaboom 3, 2017, σ. 19-38, ιδίως σ. 22-24.
[13] Castoriadis, The Rising Tide of Insignificancy, ό.π., σ. 94.
[14] Βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η τεχνοεπιστήμη», στον τόμο Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Αθήνα: ύψιλον, 2000, σ. 147-186 και ιδίως 185.
[15] Καστοριάδης, Σχετικισμός και δημοκρατία, ό.π., σ. 113.
[16] Dimitrios Roussopoulos, Political Ecology: Beyond Environmentalism, Πόρσγκρουν: New Compass Press, 2015, σ. 44-45.
[17] Castoriadis, The Rising Tide of Insignificance, ό.π., σ. 113.
[18] Cornelius Castoriadis, The Imaginary Institution of Society, Κέιμπριτζ: The MIT Press, 1998, σ. 101.
[19] Βλ. http://www.onthecommons.org/stirrings-degrowth-movement#sthash.rNGHb0t0.dpbs
[20] The Castoriadis Reader, επιμ. David Ames Curtis, Οξφόρδη: Blackwell Publishers, 1997, σ. 417.
[21] Serge Latouche, Farewell to Growth, Οξφόρδη: Polity, 2009.
[22] Castoriadis, The Rising Tide of Insignificancy, ό.π., σ. 116.
[23] Hannah Arendt, The Origins of Totalitarianism, Σαν Ντιέγκο: Harvest Book, 1979.


Μετάφραση: Ιωάννα Μαραβελίδη

Αφήστε ένα σχόλιο

2 × two =