Εργατικά δικαιώματα στον καιρό της πανδημίας: η επιστροφή της Ουγγαρίας στον 19ο αι. ως απάντηση στον Covid 19

0

Εν μέσω καραντίνας, η ελληνική κυβέρνηση μάς προειδοποιεί για την απώλεια των εισοδημάτων, ενώ προωθεί διατάγματα που επιτρέπουν στους εργοδότες να απασχολούν τους εργαζόμενους κατά το ήμισυ και εκ περιτροπής. Στην Ιταλία έγινε χθες γενική απεργία, ενώ η ελληνική κυβέρνηση μοιάζει να βαδίζει στα χνάρια του Ορμπάν, που εξάλλου υπήρξε ο εμπνευστής της ομάδας Μητσοτάκη. Καθώς η επίθεση στα εργατικά δικαιώματα αυξάνεται, φιλοξενούμε το άρθρο του καθηγητή Lazlo Bruszt για την κατάσταση στην Ουγγαρία που δείχνει γυμνό το σχέδιο του νέου αυταρχισμού που έρχεται.

Του Lazlo Bruszt (καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Central European University)

Η κυβέρνηση του Βίκτορ Ορμπάν χρησιμοποιεί την πανδημία Covid 19 για να εξασθενήσει δραστικά τη θέση της πιο ευάλωτης κατηγορίας εργαζομένων. Αναστέλλει προσωρινά, από τη 19η Μαρτίου, σε μια παράγραφο που κρύβεται στο επίσημο διάταγμα, όλες τις προστασίες των εργαζομένων που προβλέπονται από τον Κώδικα Εργασίας.

Το σχετικό απόσπασμα δηλώνει: «Ο εργοδότης και ο εργαζόμενος μπορούν να παρεκκλίνουν από τον Κώδικα Εργασίας με δική τους συμφωνία». Βασική λειτουργία των σύγχρονων εργατικών κωδίκων είναι να αποτρέψουν τους εργοδότες από την κατάχρηση των μη ισορροπημένων σχέσεων εξουσίας και να εξασφαλίσουν την παροχή δικαιωμάτων στο πιο αδύναμο μέρος στις συμβάσεις εργασίας. Σύμφωνα με το νέο διάταγμα, τα δικαιώματα των εργαζομένων και οι υποχρεώσεις των εργοδοτών μπορούν να απαλλαγούν από τους κανονισμούς του εργατικού κώδικα με τη χρήση ασυμμετρικών διαπραγματευτικών θέσεων μεταξύ των μερών. Σε μια ακραία κατάσταση στην οποία και τα δύο μέρη εκτίθενται σε απρόβλεπτες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, η κυβέρνηση δίνει στο ισχυρότερο μέρος τα νόμιμα δικαιώματα να διαχειρίζονται τα αποτελέσματα και να επιβάλλουν λύσεις στο ασθενέστερο κατά βούληση.

Σημαίνει πρακτικά ότι οι εργοδότες μπορούν να ανατρέψουν κάθε κανόνα του νόμου, όπως είναι ο χρόνος εργασίας και οι περίοδοι ανάπαυσης, και ο τερματισμός της απασχόλησης ή της αμοιβής.

Αυτό το βήμα είναι πρωτοφανές για το, μετά τον Β’ Παγκόσμιο πολέμο, ευρωπαϊκό δίκαιο που χρησιμοποιεί τους εργατικούς κώδικες για να παρέχει εγγυημένα δικαιώματα στους εργαζόμενους. Επίσης, αποκλίνει από την πιο πρόσφατη αντιμετώπιση των εργασιακών σχέσεων κατά τη διάρκεια της πανδημίας στις χώρες του ΟΟΣΑ. Αυτή η κίνηση πίσω στην απόλυτη «ελευθερία σύμβασης» θυμίζει τον κόσμο της απασχόλησης της δεκαετίας του 1850.

Η πανδημία πλήττει εκατοντάδες εκατομμύρια εργοδότες και εργαζόμενους σε όλο τον κόσμο και, κατά τη διάρκεια της κρίσης, απαιτεί επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεών τους. Οι κυβερνήσεις σε πολλές χώρες προσπαθούν να то αντιμετωπίσουν αυτό με μέτρα που αποσκοπούν στην προώθηση μιας ισορροπημένης ανακατανομής ευκαιριών και πόρων μεταξύ αυτών των παραγόντων. Πολλές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, προσέφεραν νέα δικαιώματα στους εργαζόμενους, συμπεριλαμβανομένων αυστηρότερων διαδικασιών ασφαλείας ή αναρρωτικές άδειες μετ’ αποδοχών. Τα μέτρα αυτά συνδυάστηκαν με φορολογικές ελαφρύνσεις, φθηνότερες πιστώσεις ή άμεσες μεταβιβάσεις προς τους εργοδότες, με στόχο τη διατήρηση της απασχόλησης, διατηρώντας ταυτόχρονα τις επιχειρήσεις που κινδυνεύουν. Η Ουγγαρία κινείται στην απέναντι αντιδραστική και απαρχαιωμένη κατεύθυνση.

Αναφερόμενη στον στόχο της ανακούφισης των «επιπτώσεων της πανδημίας του κορονοϊού στην εθνική οικονομία», η κυβέρνηση επιστρέφει στην ιδέα της κρατικής επιβολής της ελευθερίας της σύμβασης, της αγαπημένης ιδέας των σπενσεριανών ελευθεριακών. Αυτή η ιδέα βασίζεται στον ισχυρισμό ότι η αδιατάρακτη κατανομή του πλούτου και των ευκαιριών στην αγορά είναι το μόνο σύστημα που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Πέραν της δραστικής παρέκκλισης από τον ευρωπαϊκό νόμο μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, το διάταγμα διαφωνεί διαμετρικά με τις συναφείς βασικές αρχές του Αμερικανικού συνταγματικού δόγματος μετά το New Deal, που ορίζει τον ρόλο του κράτους στη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων ως υπερασπιστή των δικαιωμάτων των ασθενέστερων μερών σε συμβάσεις εργασίας. Εκφράζει, επίσης, ανησυχίες σχετικά με την αποτελεσματική εφαρμογή των οδηγιών της ΕΕ για το εργατικό δίκαιο σε αυτή την «περίοδο έκτακτης ανάγκης», δεδομένου ότι τα μέρη μπορούν να θέσουν κατά μέρος διατάξεις του κώδικα εργασίας που εφαρμόζουν το παράγωγο δίκαιο της ΕΕ.

Το κυβερνητικό διάταγμα αυξάνει το περιθώριο για την εκμετάλλευση των μη ισορροπημένων σχέσεων εξουσίας, ακριβώς σε μια εποχή που οι εργαζόμενοι είναι πιο ευάλωτοι. Επίσης, ταιριάζει απόλυτα με τη φιλοσοφία που καθοδηγεί τις κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησης Ορμπάν. Οι πολιτικές της έχουν διαμορφωθεί από την ιδέα ότι η άφθονη διαθεσιμότητα φτηνής (ημι-εξειδικευμένης) εργασίας είναι το κλειδί τόσο για την ικανότητα να προσελκύσουν ξένες άμεσες επενδύσεις στη χώρα όσο και για να προωθηθεί η εμφάνιση μιας εθνικής κατηγορίας επιχειρηματιών.

Τα εργατικά δικαιώματα, τόσο συλλογικά όσο και ατομικά, θεωρήθηκαν πάντοτε σε αυτό το πλαίσιο ως μια ενόχληση που πρέπει να καταργηθεί. Η τροποποίηση του κώδικα εργασίας του 2019, που ονομάζεται από τους αντιπάλους της ως «δουλεμπορικός νόμος», επέτρεψε τις μεμονωμένες συμφωνίες για να αυξηθεί ο επιπλέον χρόνος εργασίας έως και 400 ώρες το χρόνο. Αυτή η τροποποίηση μπορεί τώρα να γίνει αντιληπτή ως προκάτοχος ή πεδίο πρακτικής του παρόντος καθεστώτος έκτακτης ανάγκης.

Οι υποστηρικτές του κυβερνητικού διατάγματος ισχυρίζονται ότι οι έκτακτες καταστάσεις απαιτούν έκτακτα μέτρα.

Όμως, σε αντίθεση με το διάταγμα της ουγγρικής κυβέρνησης που επιτρέπει τη μεταχείριση του εργατικού δυναμικού ως αναλώσιμου προϊόντος, το παράδειγμα χωρών όπως η Αυστρία, η Ιταλία και η Πολωνία δείχνουν ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις: η ταχεία ανάπτυξη μέτρων σε διάλογο με τους κοινωνικούς εταίρους, τα 400 εκατ. ευρώ για επιδότηση της εργασίας βραχείας διάρκειας στην Αυστρία, ενθάρρυνση της χρήσης αδειών μετ’ αποδοχών με συλλογικές συμβάσεις στην Ιταλία και η κυβερνητική υποστήριξη των εργοδοτών για τη διατήρηση των εισοδημάτων μέχρι το εθνικό επίπεδο μισθών, όπως προβλέπεται στο σχέδιο του Συμβουλίου Κοινωνικού Διαλόγου (RDS) στην Πολωνία.

Σε μια εντυπωσιακή αντίθεση, ο Ορμπάν δεν ανταποκρίνεται πραγματικά στην παρούσα κρίση, αλλά αντ’ αυτού χρησιμοποίησε την πανδημία ως δικαιολογία για να επιτύχει τη μακροχρόνια ατζέντα του.

Αφήστε ένα σχόλιο

eleven + four =