Οικολογία και δημοκρατία στον 21ο αιώνα

0

Του Νίκου Ιωάννου

Η καταστροφική παρέμβαση του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον χάνεται στα βάθη της ιστορίας. Πρόκειται για τόσο παλιά υπόθεση που τη συναντάμε ακόμη και στην ελληνική μυθολογία όπως στην περίπτωση του θανάτου του Ηρακλή μετά την αγωνιώδη προσπάθειά του να δαμάσει τον ποταμό Αχελώο και να κατακτήσει την αφθονία. Γνωρίζουμε ότι για να χτιστεί ο Παρθενώνας ίσως χρειάστηκε ένα τεράστιο δάσος για υποστηρικτική ξυλεία. Στη Μεσαιωνική Ευρώπη οι πόλεις ήταν κυρίως ξύλινες και η ενέργεια που καταναλώνονταν προερχόταν κυρίως από τα δάση. Για να γίνει ένα πολεμικό πλοίο του 18ου αιώνα έπρεπε να υλοτομηθούν περίπου 4.000 δένδρα δρυός. Γνωρίζουμε ότι οι “κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας” πιθανότατα προκάλεσαν εκτεταμένη ερημοποίηση. Δεν θα μπορούσαμε με βάση αυτά τα στοιχεία να ισχυριστούμε πως η επιθετική συμπεριφορά του ανθρώπου στη φύση καταγράφτηκε για πρώτη φορά στην εποχή του καπιταλισμού, όπως μας εξηγεί και ο Μάρρεϋ Μπούκτσιν.

Ωστόσο, ήδη από τον 19ο και ιδιαίτερα από τις αρχές του 20ου αιώνα, αυτή η καταστροφική παρέμβαση αποκτά έναν ιλιγγιώδη ρυθμό άνευ προηγουμένου. Είναι η εποχή όπου η εξουσία φοράει τον μανδύα του αυθέντη της γνώσης (για “να γίνουμε αφέντες και κτήτορες της φύσης” όπως θα έλεγε και ο μεγάλος Καρτέσιος). Ο καπιταλισμός εξαπλώνεται ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες τοπικές κοινωνίες και η οικονομία αρχίζει να καθολικεύεται, επικαλύπτοντας και την παραμικρή πτυχή της ανθρώπινης ζωής.

Αν στην αρχαιότητα και στον Μεσαίωνα οι άνθρωποι οδηγούνταν στην καταστροφή των δασών από την ανάγκη για κατοικία, για πλοία, για την αντιμετώπιση του κρύου, δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς τοποθετώντας τις “οικονομικές” ανάγκες στο κέντρο των πάντων θα μπορούσαν να καταστρέψουν τα πάντα γύρω τους. Έτσι και έγινε, χωρίς μάλιστα να αντιδράσει κανείς.

Όχι μόνο δεν αντέδρασε κανείς αλλά ήταν όλοι (ανεξαρτήτου ιδεολογίας) αναφανδόν υπέρ της απόλυτης τεχνικοποίησης και σκληρής υποταγής της φύσης στην παραγωγική και οικονομική ανάπτυξη. Υπήρξαν ελάχιστες στιγμές αμφισβήτησης της υπερτεχνικής και υπερπαραγωγικής λαίλαπας σε Ανατολή και Δύση.

Αυτό που πραγματικά έβαλε τη σκέψη των ανθρώπων σε κίνηση ήταν από τη μια η πυρηνική ενέργεια και οι κίνδυνοι που επέσυρε και από την άλλη η απόλυτη εμπορευματοποίηση της τροφής και το φούντωμα του καταναλωτισμού.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ένα σύννεφο πυρηνικού φόβου σκέπασε την ανθρωπότητα. Είτε επρόκειτο για τον φόβο του πυρηνικού πολέμου είτε επρόκειτο για τον φόβο ατυχήματος στην παραγωγή ηλεκτρισμού, η πυρηνική ενέργεια απέκτησε εχθρούς.

Σύντομα ένα αντιπυρηνικό κίνημα απλώθηκε σε όλο τον δυτικό κόσμο ενώ σε κάποιες χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης έφτασε σε σημείο σκληρής σύγκρουσης με το ενεργειακό και πολιτικό κατεστημένο. Ταυτόχρονα, ένα τεράστιο αντικαταναλωτικό κίνημα εμφανίζεται το οποίο χαρακτηρίζεται από μια σφοδρή κριτική στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής (βλέπε ταινία Dynamite Chicken 1971) και είχε σαν αποτέλεσμα να γεννηθούν δίκτυα παραγωγής και διακίνησης της τροφής πέρα από τον οικονομισμό, την ανάπτυξη και την εμπορευματοποίηση.

Πρόκειται για εκφάνσεις του σύγχρονου οικολογικού κινήματος που εμφανίζεται εκεί στη δεκαετία του ‘60 και είναι βεβαίως ένα πολιτικό κίνημα, αφού θέτει υπό αμφισβήτηση όχι μόνο τον τρόπο ζωής αλλά το πολιτικό σύστημα γενικότερα. Θέτει κυρίως ερωτήματα και όχι προγραμματικές προτάσεις, ερωτήματα όμως που έχουν να κάνουν με το ποιον τρόπο ζωής θέλουμε. Θέτει υπόρρητα τον μετασχηματισμό της κοινωνίας όταν ανιχνεύει την κοινωνική αυτονομία σε σχέση με το διαχωρισμένο (υπάρχον) τεχνικό- παραγωγικό σύστημα.

Ήταν η εποχή όπου ο καπιταλισμός διένυε τη “χρυσή τριακονταετία” του (1950-1980) ενώ τα παραδοσιακά πολιτικά κινήματα, τα κόμματα και οι επαναστατικές οργανώσεις είχαν ήδη αρχίσει να αμφισβητούνται. Η έμπρακτη απόδειξη αυτής της αμφισβήτησης ήταν ότι το πολιτικό οικολογικό κίνημα αναπτύχθηκε εκτός της παραδοσιακής πολιτικής, όπως συνέβη και με όλα τα κινήματα χειραφέτησης της εποχής. Δημιούργησε μεγάλες ελπίδες για μια πολιτική αναγέννηση του προτάγματος της αυτονομίας, γιατί η αμφισβήτηση έφτανε στο μεδούλι του καπιταλισμού και της ετερονομίας, εμπλέκοντας ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Τι συνέβη όμως από τότε μέχρι σήμερα, μέσα σε αυτά τα 50-60 χρόνια; Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 φτιάχνονται τα πρώτα οικολογικά πολιτικά κόμματα, στη Νέα Ζηλανδία (1972) και στη Μεγάλη Βρετανία (1973) ενώ το 1980 φτιάχνεται το οικολογικό κόμμα της Γερμανίας “Die Grunen“, “Οι Πράσινοι”. Την ίδια εποχή δημιουργούνται οι οικολογικές ΜΚΟ για να υποκαταστήσουν το κοινωνικό κίνημα, ελέγχοντας κυρίως την εφαρμογή περιοριστικών νόμων.

Η γενική αποδοχή της ιδέας ότι πέρα από τον μετασχηματισμό της κοινωνίας είναι απαραίτητο να γίνουν κάποια πράγματα άμεσα, είχε να κάνει με μια πραγματική ανάγκη, γιατί το ανθρώπινο περιβάλλον κινδύνευε να μπει σε περίεργες περιπέτειες. Η άμεση θέσπιση νόμων που θα περιόριζαν έστω στοιχειωδώς την καταστροφική λαίλαπα και την κλιματική αλλαγή ήταν κάτι πραγματικά απαραίτητο. Όμως το πολιτικό οικολογικό κίνημα σταδιακά και σταθερά παρέδιδε τη θέση του σε ένα εκλογικό οικολογικό κίνημα, αλλάζοντας ή αποσιωπώντας παντελώς την πολιτική του διάσταση. Γεννήθηκε με αυτό τον τρόπο η “πράσινη πολιτική” και η “πράσινη οικονομία” που βάλθηκαν να εξυπηρετήσουν τις παντοειδείς οικονομικές ανάγκες με “οικολογικό” τρόπο ή τις “οικολογικές” ανάγκες με οικονομικό τρόπο. Από τον “πράσινο” Ντανιέλ Κον Μπεντίτ του 1980 μέχρι τον “πράσινο” Μπαράκ Ομπάμα του 2010 και με την οπτική της χρονικής αλλά και νοηματικής απόστασης μεταξύ τους, βλέπουμε την πολιτική οικολογία να μετατρέπεται σε συστημική “οικολογία”.

Η οικολογία, με λίγα λόγια, υποτάσσεται στο υπάρχον τεχνικό-παραγωγικό σύστημα. Πράγματι, ίσως αυτός είναι ένας τρόπος να ελαχιστοποιηθούν οι εκπομπές αερίων από τη χρήση υδρογονανθράκων που διογκώνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι, για να καλύψουμε τις “οικονομικές ανάγκες” του υπάρχοντος συστήματος με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πιθανότατα θα χρειαστεί να θάψουμε το περιβάλλον -που υποτίθεται πως θέλουμε να προστατέψουμε- κάτω από φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες.

Αν λέγαμε σε έναν οικολόγο το 1970 ότι μετά από 50 χρόνια θα υπήρχαν οικολογικά κινήματα κατά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα μας κοιτούσε γεμάτος απορία.

Αποδείχτηκε τελικά στην πράξη ότι δεν αρκεί να αλλάξουμε απλώς τρόπο που θα παράγουμε την ενέργεια για να έχουμε μια οικολογική προοπτική. Αποδείχτηκε επίσης ότι το οικολογικό ζήτημα δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα που θα μπορούσε να λυθεί με μια δικτατορία της οικολογίας ή με την επιστροφή στο φασιστικό “Blut und Boden“ ή στον υπεράνθρωπο αυτάρκη αγρότη του Μπενίτο Μουσολίνι. Δεν θα μπορούσαμε, με λίγα λόγια, να επιβάλουμε στους ανθρώπους έναν τρόπο ζωής που εμείς πιστεύουμε ως ιδανικότερο για μια θετική αλλαγή του αποτυπώματός μας πάνω στη Γη. Κανένα θετικό αποτέλεσμα δεν θα είχαμε αν μέσω μιας οικολογικής δικτατορίας απαγορεύαμε “αντιπεριβαλλοντικούς” τρόπους ζωής.

Πέρασαν σχεδόν 50 χρόνια από την παγκόσμια διάσκεψη του ΟΗΕ για το ανθρώπινο περιβάλλον και τη φράση που προέκυψε από αυτή τη διάσκεψη “σκέψου παγκόσμια δράσε τοπικά”. Και όμως χωρίς καμιά ντροπή η κεντρική πολιτική σκηνή, πρόεδροι και πρωθυπουργοί χωρών πιπιλίζουν σαν καραμέλα την κλιματική αλλαγή και τρέχουν να υποδεχτούν τη μικρή Γκρέτα. Πέρασαν 60 χρόνια από τότε που οι επιστήμονες χτύπησαν το καμπανάκι για το κλίμα. Και όμως, ενώ βιώνουμε ήδη κάποιες επιπτώσεις της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής, αρκετοί επιμένουν στις αποτυχημένες συνταγές της συστημικής “οικολογίας”.

Ποιος λοιπόν θα περιορίσει ποιον; Χρειάζεται να απαντήσουμε σε μια σειρά από ερωτήματα που προκύπτουν και που είναι κατά βάση πολιτικά ερωτήματα.

Μας αρκεί να “μας υπόσχονται τα αγαθά και να μας προμηθεύουν τα αγαθά”; Είναι αυτή η ζωή που θέλουμε να ζήσουμε;

Είναι το νερό και η τροφή “οικονομικές” ανάγκες; Είναι οι ανάγκες μας γενικώς “οικονομικές ανάγκες”;

Θέλουμε να είναι η ενέργεια χρηματιστηριακό προϊόν;

Γιατί και για ποιον θέλουμε να παράγουμε ενέργεια;

Πρόκειται για ερωτήματα που δεν απευθύνονται στον πρόεδρο της μιας ή της άλλης χώρας ή στον ΟΗΕ ή σε οποιαδήποτε άλλη αρχή ή οργανισμό. Απευθύνονται σε εμάς τους ίδιους, στην κοινωνία και γι’ αυτό είναι ερωτήματα πολιτικά. Ερωτήματα που αφορούν τους πολίτες ή αυτούς που θέλουν να είναι πολίτες, δηλαδή ανθρώπους που θέλουν να αποφασίζουν οι ίδιοι για αυτά που τους αφορούν. Με αυτή την έννοια όταν λέμε πολιτικά ερωτήματα εννοούμε κατά κάποιον τρόπο δημοκρατικά ερωτήματα -αν δεχτούμε ότι η πολιτική υπάρχει μόνο ως δημοκρατική, αφού μόνο στη δημοκρατία, στην άμεση δημοκρατία, υπάρχουν πολίτες και όχι υπήκοοι, πολίτες για πάντα και όχι κατά περίπτωση.

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα ίσως πρέπει να αναζητηθεί στη δυνατότητα και την επιθυμία των ανθρώπων να αυτοκυβερνηθούν. Γιατί το ζήτημα της αυτοκυβέρνησης, της αυτονομίας της κοινωνίας, όπως μας λέει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, είναι συνάμα το ζήτημα του αυτοπεριορισμού της κοινωνίας. Ο αυτοπεριορισμός αυτός έχει δύο πτυχές: η πρώτη πτυχή έχει να κάνει με τον περιορισμό από την κοινωνία εκείνων που θεωρεί ως απαράδεκτες επιθυμίες ή πράξεις ενός οποιουδήποτε μέρους των μελών της και θα μπορούσε, αν αφηνόταν, να απαγορέψει ή να προγράψει τον τρόπο ζωής τους. Στην περίπτωση που εδώ εξετάζουμε θα αποφεύγαμε σίγουρα μέσω αυτής της πτυχής του αυτοπεριορισμού μια “οικολογική” δικτατορική επιβολή.

Η δεύτερη πτυχή έχει να κάνει με τον αυτοπεριορισμό της ίδιας της κοινωνίας στον διακανονιστικό, ρυθμιστικό, νομοθετικό ρόλο που ασκεί απέναντι στα μέλη της. Για να μπορέσουμε όμως να διανοηθούμε μια τέτοιου είδους θετική δημοκρατική ρύθμιση των δικαιωμάτων θα πρέπει να διανοηθούμε μια κοινωνία που θα είναι θεμελιωμένη σε ουσιώδεις καθολικούς κανόνες που θα απαντούν στα σύγχρονα ερωτήματα περί δημόσιου χώρου, δηλαδή στα σύγχρονα ερωτήματα περί διαχείρισης των κοινών αγαθών όπως τα έχουμε ήδη θέσει.

Ταυτόχρονα, αυτή η κοινωνία θα πρέπει να συμβιβάζεται με τη μεγαλύτερη δυνατή ποικιλία πολιτισμικής δημιουργίας, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη ποικιλία τρόπων ζωής και συστημάτων αναγκών. Τρόπους ζωής και συστήματα αναγκών που δεν θα υπαγορεύονται από έναν ξεχωριστό τομέα όπως είναι η οικονομία αλλά και από κανέναν άλλο ξεχωριστό τομέα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα μπορούσε να επιβληθεί στους υπόλοιπους τομείς των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων.

Είναι η οικολογία σήμερα ένας ξεχωριστός τομέας που θα μπορούσε με κάποιον τρόπο να επιβληθεί στους υπόλοιπους τομείς; Σίγουρα δεν θα μπορούσαμε να πούμε κάτι τέτοιο. Ωστόσο πολλές χώρες έχουν υπουργείο περιβάλλοντος, εκατοντάδες Μ.Κ.Ο. απασχολούνται αποκλειστικά με οικολογικά ζητήματα, γίνονται ειδικές παγκόσμιες διασκέψεις των χωρών και των ειδικών περιβαλλοντολόγων όπου υπογράφονται περιοριστικές συμφωνίες. Όλη αυτή η ενασχόληση δημιουργεί έναν κύκλο οικονομικών συναλλαγών συντελώντας στην πολυπόθητη μεγέθυνση -πέραν του ότι συντηρείται έτσι ένα μέρος του πολιτικού προσωπικού των χωρών.

Το χρηματιστήριο των ρύπων είναι μια τρανή απόδειξη για το πώς οργανώνεται η προστασία του περιβάλλοντος και είναι αρκετή αυτή η απόδειξη για να μας πείσει πως ό,τι γίνεται, γίνεται απλώς για να μη γίνει τίποτα.

Όμως, ακόμη κι αν λέγαμε ότι η οικολογία η ίδια δεν είναι ένας ξεχωριστός τομέας, γίνεται εμμέσως επειδή ενσωματώνεται σαν δραστηριότητα στην οικονομία. Η οικονομία επικαλύπτει σχεδόν σε απόλυτο βαθμό τα κοινά αγαθά δηλαδή τον δημόσιο χώρο. Επικαλύπτει ασφυκτικά την τροφή και την διατροφή, την υγεία, τη στέγη, την εκπαίδευση, την επικοινωνία. Τελευταία γίνεται ολοφάνερο ότι επικαλύπτει και τον σύγχρονο τομέα της οικολογίας ως επιστήμης ακόμη και ως αξίωσης. Η διαρκής οικονομική ανάπτυξη μετονομάζεται σε “βιώσιμη” οικονομική ανάπτυξη ή αλλιώς πράσινη ανάπτυξη. Παραμένει, λοιπόν, ένας ξεχωριστός και επικυρίαρχος τομέας, παρότι είναι μια οικολογική οικονομία και θα μπορούσε να μεταλλάξει το ανθρώπινο περιβάλλον σε μια πραγματική οικολογική φυλακή.

Η ανάπτυξη παραμένει ο κοινός παρανομαστής όλων, ακόμη και αυτών που την εχθρεύονται, αφού εντελώς απλοϊκά απαντούν με αυτό που προφανώς θεωρούν αντίθετό της, την “αποανάπτυξη”. Θα μπορούσαμε αντικαθιστώντας τη ανάπτυξη με την αποανάπτυξη να πετύχουμε τη ριζική αλλαγή του υπάρχοντος; Μα η ανάπτυξη είναι μέρος της συνολικής οργάνωσης της κοινωνίας και έχει να κάνει με την κυριαρχία της οικονομίας στον δημόσιο χώρο. Η συνέχιση της κυριαρχίας της οικονομίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διαρκή ανάπτυξή της. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως πως αν πείθαμε το σύστημα να θεσπίσει νόμους αποανάπτυξης θα έχανε ο εν λόγω τομέας την κυριαρχία του.

Πρώτα από όλα, αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί ποτέ γιατί το υπάρχον πολιτικό και κοινωνικό σύστημα στηρίζεται στην οικονομική κυριαρχία. Αλλά ακόμη κι αν πείθαμε μια φιλική κυβέρνηση να θεσπίσει νόμους αποανάπτυξης δεν θα πετυχαίναμε τίποτα άλλο από ένα σαμποτάζ. Το σύστημα βεβαίως δεν ανατρέπεται με σαμποτάζ, όπως πολλές φορές η ιστορία μας έχει δείξει. Το 1970 θεωρούσαμε ανοησία να πιστεύουμε πως αν χρησιμοποιούσαμε εναλλακτικές πηγές ενέργειας και γενικότερα μια οικολογική τεχνολογία θα μπορούσαμε να αλλάξουμε το σύστημα. Αντιστοίχως σήμερα ανοησία θα ήταν να πιστεύουμε πως θα αλλάξουμε το σύστημα εφαρμόζοντας μια εναλλακτική οικονομία ακόμη και αν την ονομάζαμε οικονομία της αποανάπτυξης.

Ζούμε στην εποχή όπου η οικονομία και κατ’ επέκταση η ανάπτυξη κυριαρχούν στο φαντασιακό των ανθρώπινων κοινωνιών, αλλά όχι με ένα καθολικό τρόπο όπως συνέβαινε στα “χρυσά” χρόνια του καπιταλισμού. Οι μεγάλες εξεγέρσεις του 21ου αι. ανέδειξαν τον παγκόσμιο homo anti-economicus, ο οποίος δεν αρνείται μόνο τον homo economicus αλλά αρνείται και κάθε είδους αυθεντία. Εκατοντάδες χιλιάδες, ακόμη και εκατομμύρια, άνθρωποι συγκροτούν σε όλον τον κόσμο κοινωνικά δίκτυα, μέσα από τα οποία προσπαθούν να οργανώσουν τη ζωή τους πέρα από τον οικονομισμό χτίζοντας μικρές δημοκρατίες των κοινών αγαθών. Η δημοκρατία του νερού, η δημοκρατία της τροφής, η δημοκρατία της επικοινωνίας, η δημοκρατία της εκπαίδευσης, η δημοκρατία των εργαλείων και της τεχνικής, είναι μερικά παραδείγματα από την κοινωνική κίνηση στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Διάτρητες (ανοιχτές) παγκόσμιες και τοπικές κοινότητες εφαρμόζουν τη δημοκρατία στη διαχείριση των κοινών αγαθών.

Διαμορφώνονται έτσι τρόποι ζωής και συστήματα αναγκών πέρα από τον καταναλωτισμό και την κερδοσκοπία. Τρόποι ζωής και συστήματα αναγκών που θέλουν την οικονομία υποταγμένη στους υπόλοιπους τομείς όπως για παράδειγμα στη διαχείριση της εκπαίδευσης ή του νερού ή της επικοινωνίας.

Είναι αδιανόητο να κλείνουμε τα μάτια μπροστά σε αυτή την αναδημιουργία του δημόσιου χώρου, επειδή μόνο και μόνο δεν μας αποδίδει ιδεολογικά.

Ή σε κάποια άλλη περίπτωση να της προσδίδουμε λάθος νόημα, αποδίδοντας σε αυτή την αναδημιουργία οικονομικά χαρακτηριστικά, μιλώντας για “αλληλέγγυα οικονομία” ή για “οικονομία της απελευθέρωσης” (Αντρέ Μανσέ).

Αν λοιπόν σήμερα η πράσινη ανάπτυξη είναι η σύγχρονη συστημική οικολογία, είναι σαφές πως ενσωματώνεται και αυτή στις οικονομικές ανάγκες με αποτέλεσμα να γίνεται ένας αυτονομημένος τομέας που επικυριαρχεί των υπολοίπων και “τρελαίνεται”. Γιατί “όταν ο λόγος αυτονομείται γίνεται τρελός” όπως μας λέει ο Καστοριάδης. Οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις διαπιστώνουν πως δεν μπορούν πλέον να αναπαράγονται και να μεγεθύνουν την οικονομική τους κίνηση παράγοντας εκατομμύρια άχρηστα αντικείμενα, όπως συνέβαινε μέχρι πρότινος. Επενδύουν τα πάντα στη διαχείριση των κοινών αγαθών όπως είναι η ενέργεια, το νερό, ή η επικοινωνία. Επενδύουν σε όλες τις μορφές της οικονομίας.

Επενδύουν στην πράσινη εναλλακτική οικονομία αλλά και στη “μαύρη” εξορυκτική οικονομία -και μπορεί να επιδίδεται η ίδια καπιταλιστική επιχείρηση και στις δύο αυτές αντιθετικές φαινομενικά δραστηριότητες. Ο παγκοσμιοποιημένος άγριος καπιταλισμός του 21ου αιώνα επιτίθεται στο περιβάλλον προκαλώντας τον όλεθρο στη μαύρη, αλλά και στην πράσινη εκδοχή του. Όμως αυτό το σάλτο μορτάλε του καπιταλισμού συμπαρασύρει όλη την ανθρωπότητα. Γνωρίζουμε ότι δεν πρόκειται για κάποιο τεχνικό ζήτημα.

Γνωρίζουμε επίσης ότι θα σωθούμε όλοι μαζί ή κανένας και ότι δεν μπορούμε να αφήσουμε στα χέρια κανενός ειδήμονα αυτή την υπόθεση.

Οι σύγχρονες κινήσεις για την οικολογία σε Δύση και Ανατολή αναζητούν ένα νόημα στη δραστηριότητά τους. Αναζητούν ένα πολιτικό νόημα. Αυτή η αναζήτηση, πρώτον, είναι απόρροια της υποχώρησης του κοινωνικού φαντασιακού της αυθεντίας σε όλους τους τομείς και ειδικότερα της αυθεντίας στην πολιτική. Δεύτερον, είναι απόρροια της υποχώρησης του φαντασιακού της πρωτοκαθεδρίας της οικονομίας. Έχουμε να κάνουμε με μια νέα σημασία της αυτοοργάνωσης, που αφορά την αναδημιουργία και διαχείριση του δημόσιου χώρου και όχι απλώς ενός εργοστασίου ή ενός κοινωνικού κέντρου νεολαίας.

Έχουμε να κάνουμε επίσης και με ένα νέο νόημα, την υποταγή της οικονομίας στις υπόλοιπες δραστηριότητες και όχι την εφεύρεση μιας ακόμη εκδοχής της.

Σε αυτές τις νέες σημασίες και τα νέα νοήματα οφείλουμε να δώσουμε χώρο και όχι να τα συνθλίψουμε κάτω από τη μπότα του ντετερμινισμού με ορολογίες καινοφανείς και πολιτικούς νεολογισμούς. Το οφείλουμε εμείς, όσοι κοπτόμαστε πως μας ενδιαφέρει η υπόθεση της κοινωνικής αυτονομίας.

Ο 21ος αιώνας μας έδειξε με τις πρώτες κιόλας κοινωνικές εξεγέρσεις τα νέα νοήματα και σημασίες των σύγχρονων πολιτικών αγώνων, αλλά και τον τρόπο που οι αγώνες αυτοί οργανώνονται. Το ζήτημα των δικαιωμάτων και της προστασίας του περιβάλλοντος, πέραν των πραγμάτων που αφορούν την κεντρική θεσμική λειτουργία, βρίσκονται επί το πλείστον στα χέρια των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Σε αυτή τη θεσμική δικαιωματική και προστατευτική λειτουργία ρόλο αντιπολίτευσης έχουν οι κοινωνικές δυνάμεις της συντήρησης και όχι οι δυνάμεις της απελευθέρωσης. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να δεχτούμε.

Οι πολιτικές αξιώσεις, όμως, των σύγχρονων εξεγέρσεων αφορούν την ευρύτερη κοινωνία και όχι τις συστημικές θεσμίσεις.

Μένει να δούμε ποιες νέες θεσμίσεις λειτουργιών θα εκφράσουν αυτές τις αξιώσεις, αφού οι παλαιές έχουν πλέον παρέλθει. Ούτε το κόμμα, ούτε το συνδικάτο, ούτε η επαναστατική πολιτική οργάνωση μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτόν τον ρόλο. Μήπως δικτυώσεις όπως αυτή των “Κίτρινων Γιλέκων”; Μήπως δημοκρατικοί οικολογικοί αγώνες όπως του Standing Rock στην Αμερική πρόσφατα; Μήπως αγώνες για τη δημοκρατική διαχείριση του νερού στις σύγχρονες μητροπόλεις της Δύσης; Ή μήπως εφαρμογές όπως η δημοκρατία του νερού σε κοινότητες εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ινδία; Ή μήπως τα συμβούλια της οικολογίας στη Μεσοποταμία; Μήπως όλα αυτά μαζί αποτελούν τη μαγιά για τη θέσμιση νέων λειτουργιών που θα εκφράσουν την πολιτική οικολογία και την κοινωνική αυτονομία;

Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή η νέα παγκόσμια κοινωνική κίνηση εμφανίζεται με τη μορφή ενός νέου πολιτικού κινήματος με περιεχόμενο την πολιτική οικολογία και την άμεση δημοκρατία. Η οικολογία και η δημοκρατία είναι τα σημαντικότερα ζητήματα που θέτουν σήμερα με τη μορφή ερωτήματος οι κοινωνίες σε όλον τον κόσμο. Η απάντηση σε αυτά τα πολιτικά ερωτήματα, εάν ποτέ προκύψει, πιθανότατα θα συνταράσσει την ανθρωπότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ας μείνουμε όμως στα ίδια τα ερωτήματα για να δούμε πώς θα μπορέσουμε με τη συλλογική πολιτική δραστηριότητα να δώσουμε χώρο στα νέα νοήματα.

Υπάρχουν δύο πεδία όπου αυτή η δραστηριότητα μπορεί να ξετυλιχτεί και να αποδώσει καρπούς.

Το ένα πεδίο δεν είναι άλλο από την οργάνωση της αυτοεκπαίδευσης των ανθρώπων γύρω από την οικολογία και τη δημοκρατία. Η οργάνωση μιας εκπαίδευσης της θεωρίας και των επιστημών για λογαριασμό της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας. Ο δημόσιος χώρος της εκπαίδευσης είναι το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να πατήσει και να διευρυνθεί η σύγχρονη πρόταση της πολιτικής οικολογίας και της δημοκρατίας.

Το άλλο πεδίο είναι η δημιουργία κοινωνικού σώματος που να μπορεί να αποφασίζει για τη διαχείριση των κοινών αγαθών, κάτι καθόλου άσχετο με τον εκπαιδευτικό δημόσιο χώρο. Με λίγα λόγια, κάθε προσπάθεια για διαχείριση του κοινού αγαθού μπορεί να συνοδεύεται από μια αυτο-εκπαιδευτική προσπάθεια με το αυτό αλλά και ευρύτερο περιεχόμενο.

Είναι σίγουρο πως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τεχνολογία και χωρίς οικονομία. Όπως είναι σίγουρο πως δεν μπορούμε να έχουμε κοινωνία χωρίς εξουσία. Μπορούμε όμως να απογειώνουμε την τεχνολογία στους υψηλούς σκοπούς της αυτονομίας και να υποτάσσουμε την οικονομία στις άλλες δραστηριότητές μας. Όπως μπορούμε εμείς όλες και όλοι να κατέχουμε ως κοινωνία την εξουσία.

Ο 21ος αιώνας θα μπορούσε να ανήκει στην οικολογία και τη δημοκρατία.


Φωτογραφία κειμένου: Γιάννης Μιγάδης, Πίσω όψη πολυκατοικιών

Αφήστε ένα σχόλιο

thirteen − one =